Διεθνή
Πόλεμος στην Ουκρανία: Έχει η Δύση σχέδιο για την επόμενη μέρα;
Το μεγάλο ερώτημα είναι εάν η Δύση έχει μια στρατηγική για τον πλανήτη πέρα από την κλιμάκωση της αντιπαράθεσης με τη Ρωσία και την Κίνα
Ποια μπορεί να είναι η επόμενη μέρα στον κόσμο; Αυτό θα έπρεπε να ήταν το ερώτημα για το οποίο θα έπρεπε να τοποθετούνται οι ηγέτες του κόσμου, συμπεριλαμβανομένων αυτών που αυτή τη στιγμή εμπλέκονται σε έναν αιματηρό πόλεμο.
Γιατί είναι προφανές ότι ο κόσμος δεν πρόκειται να γυρίσει ξανά στην 23 Φεβρουαρίου 2022. Όποια έκβαση και εάν έχουν οι πολεμικές επιχειρήσεις στην Ουκρανία, ο κόσμος έχει γυρίσει σελίδα.
Ωστόσο, το ερώτημα είναι ότι αυτή γι’ αυτή την άγραφη αναγκαστικά σελίδα, δεν φαίνεται να υπάρχει μεγάλη προετοιμασία ή παραγωγή σκέψης.
Έχει κάποιο σχέδιο η Δύση για τον κόσμο;
Εάν κανείς αναλύσει τη ρητορική των δυτικών κυβερνήσεων θα διαπιστώσει ότι πέραν μιας γενικής επίκλησης της φιλελεύθερης δημοκρατίας, των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, της συνεργασίας για την αντιμετώπιση της κλιματικής αλλαγής και την οικονομική ανάπτυξης, ένα σχέδιο για τον κόσμο δεν υπάρχει.
Δεν υπάρχει, δηλαδή, ένα σχέδιο για το ποια θα μπορούσε να είναι η αρχιτεκτονική του κόσμου.
Ακόμη και τα όποια πιο στρατηγικά κείμενα έχουν υπάρξει τα τελευταία χρόνια, κυρίως οι παραλλαγές τους Στρατηγικής Εθνικής Ασφάλειας των ΗΠΑ, κυρίως αναφέρονται στην αναχαίτιση και τη διαχείριση απειλών, όπως η Ρωσία ή – στον ορίζοντα – η Κίνα, παρά σε μια αρχιτεκτονική που να μπορεί να κάνει τον κόσμο πιο ειρηνικό ή ασφαλή.
Κατά βάση είναι ως να αρκεί η αποτροπή και μια ψυχροπολεμική λογική containment ώστε οι χώρες που αποτελούν «απειλή» να μην προχωρούν στο να κάνουν πράξη την απειλή τους και να «συμμορφώνονται». Αυτό παραπέμπει περισσότερο στην κορύφωση του Ψυχρού Πολέμου, παρά σε ένα σχέδιο.
Ακόμη και τώρα που η Ρωσία προχώρησε στη στρατιωτική επιχείρηση κατά της Ουκρανίας, η στρατηγική της Δύσης κυρίως δείχνει στο να προσπαθεί να επιφέρει μια ήττα της Ρωσίας, υπό το βάρος των κυρώσεων και της μεταφοράς οπλισμού (κυρίως φορητού αντιαεροπορικού και αντιαρματικού οπλισμού), που θα υποχρεώσουν τη Ρωσία να αναδιπλωθεί παρά σε πρόταση για το πώς μπορεί να είναι ο κόσμος πιο ειρηνικός.
Η απουσία διπλωματικών πρωτοβουλιών
Δεν είναι τυχαίο ότι μπορεί να έχουν επιβληθεί κυρώσεις ή να έχει σταλεί οπλισμός, αλλά αυτό που θα ήταν το πιο κρίσιμο, δηλαδή μια συντονισμένη προσπάθεια της διεθνούς κοινότητας για να υπάρξει πολιτική και διπλωματική λύση δεν έχει υπάρξει, εάν εξαιρέσουμε τις συχνές επικοινωνίες Σουλτς και Μακρόν με τον Πούτιν. Στο Συμβούλιο Ασφαλείας τέθηκε απλώς το θέμα της καταδίκης της ρωσικής επιχείρησης, όχι όμως και μια προσπάθεια διαμεσολάβησης, τερματισμού των συγκρούσεων και ειρηνικής επίλυσης, όπως θα ήταν αναμενόμενο σε μια πολεμική σύγκρουση.
Μάλιστα, είναι χαρακτηριστική και η αντιμετώπιση της Κίνας. Ενώ μια πιο «κλασική» διπλωματική κατεύθυνση θα υποδείκνυε μια προσπάθεια προσεταιρισμού της Κίνας σε μια προσπάθεια μεσολάβησης ώστε να σταματήσει η ρωσική επιχείρηση και να επιστρέψει η διπλωματία, ο τόνος των ΗΠΑ ήταν να μεταφέρουν στην κινεζική ηγεσία την απειλή κυρώσεων σε βάρος της Κίνας εάν αυτή ενισχύσει υλικά τη Ρωσία, παρότι είναι γνωστό ότι κυρώσεις σε βάρος της Κίνας θα πλήξουν πρώτα και κύρια και τις ΗΠΑ και άλλες δυτικές οικονομίες, εάν αναλογιστούμε τη βαρύτητα της Κίνας στην παγκόσμια οικονομία.
Πώς φαντάζεται η Δύση την ήττα της Ρωσίας;
Εάν κανείς παρατηρήσει τη ρητορική που είχε προηγηθεί τον γεγονότων και ιδίως τον τρόπο που οριζόταν ως ιστορικό φόντο η αντιπαράθεση ανάμεσα στις δημοκρατίες και τα «αυταρχικά καθεστώτα», θα έβλεπε ότι αυτή θύμιζε τον τρόπο με τον οποίο στοχοποιούνταν τα κράτη που κάποτε οι ΗΠΑ θεωρούσαν απειλές.
Το πρόβλημα είναι ότι η Ρωσία δεν είναι σαν το Ιράκ του Σαντάμ Χουσεΐν. Εκεί οι ΗΠΑ μπορούσαν να έχουν την πεποίθηση ότι μπορούσαν να πετύχουν την ήττα της χώρας και να την «αλλαγή καθεστώτος». Είναι προφανές ότι δεν μπορούν να ελπίζουν σε μια ανάλογη ήττα της Ρωσίας, όπου η χώρα πρώτα θα αντιμετώπιζε την ήττα στο μέτωπο των επιχειρήσεων και μετά θα οδηγείτο σε μια μεγάλης κλίμακας πολιτική ανατροπή, όπου μια νέα ηγεσία θα δεχόταν την ήττα και θα αποδεχόταν έναν υποδεέστερο ρόλο στο διεθνές τοπίο, κάτι ανάλογο με την ηγεσία Γιέλτσιν.
Θα μπορούσε κανείς να πει ότι η προοπτική είναι η Ρωσία να εμπλακεί σε μια πολεμική περιπέτεια με μεγάλο κόστος, που θα την έκανε να αιμορραγεί στρατιωτικά, οικονομικά και τελικά πολιτικά, το δικό της Βιετνάμ. Μόνο που αυτό θα σήμαινε μια παράταση της τραγωδία του Ουκρανικού λαού και βεβαίως πάλι δεν είναι απαραίτητο ότι θα οδηγούσε σε μια γρήγορη αποχώρηση των ρωσικών ενόπλων δυνάμεων.
Υπάρχει το ενδεχόμενο στο τέλος υπό το βάρος του κόστους του πολέμου και των κυρώσεων η Ρωσία να αναγκαστεί κάποια στιγμή να θεωρήσει ότι ολοκληρώθηκε η επιχείρηση και να αποχωρήσει πιθανώς κρατώντας κάποια «εδαφικά κέρδη» για τις «λαϊκές δημοκρατίες», αλλά και πάλι απλώς αυτό θα δημιουργούσε μια ενεργή κρίση μια «θερμή» πράσινη γραμμή στην καρδιά της Ευρώπης.

Ένας Ψυχρός Πόλεμος ολοένα και πιο «θερμός»
Όμως, υπάρχει και ένα γενικότερο ερώτημα: πώς φαντάζεται η Δύση ότι θα διαμορφωθεί ο κόσμος με βάση τη σημερινή δυναμική των κυρώσεων; Εάν υποθέσουμε ότι παγιώνεται η διαίρεση, η όποια ειρήνευση δεν έχει το χαρακτήρα μιας συνολικότερης συνεννόησης αλλά μόνο της προσωρινής παγίωσης ενός συσχετισμού δύναμης, και ένα σημαντικό μέρος των κυρώσεων παραμένουν, πιθανώς και σε βάρος της Κίνας, αυτό παραπέμπει στη μετάβαση σε έναν κόσμο πολύ πιο διαιρεμένο, με αυτό που ονομάστηκε «παγκοσμιοποίηση» να έχει ουσιωδώς αναιρεθεί και με προφανώς πολύ πιο αυξημένη καχυποψία και εχθρότητα που θα φορτίζει πολύ πιο αρνητικά όλα τα «σημεία επαφής» ανάμεσα στα αναδυόμενα δύο μπλοκ.
Και το ερώτημα που προκύπτει είναι ποιο θα είναι το επόμενο βήμα. Θα αρκεστούν ιδίως οι ΗΠΑ απλώς στη διαχείριση αυτής της έντασης; Θα προσπαθήσουν να τη μετατρέψουν σε έναν πόλεμο φθοράς του αντίπαλου μπλοκ; Θα υποστούν τις επιπτώσεις μιας αντίστοιχης στρατηγικής από την άλλη πλευρά;
Ότι οι ΗΠΑ έχουν μια στρατηγική όχι μόνο να παραμείνουν στην ηγεσία της Δύσης αλλά και να αποτρέψουν το ενδεχόμενο να αναδυθεί αμφισβήτηση της παγκόσμιας πρωτοκαθεδρίας τους είναι ένας διακηρυγμένος στόχος τους. Τι γίνεται, όμως, όταν αυτές οι αμφισβητήσεις είναι πραγματικές, έχουν ήδη αναδυθεί, είτε μιλάμε για το γεγονός ότι η Ρωσία διατηρεί χαρακτηριστικά υπερδύναμης είτε για την κινεζική οικονομική και πολιτική πλέον ισχύ;
Ας σημειώσουμε εδώ ότι σε αντίθεση π.χ. με τα υπαρκτά εσωτερικά οικονομικά προβλήματα της ΕΣΣΔ στη δεκαετία του 1980 – που επιτάθηκαν από το κόστος της «κούρσας των εξοπλισμών» – δύσκολα μπορεί κανείς να δει μια ανάλογη στρατηγική π.χ. ενάντια στην Κίνα.
Πάνω από όλα, όμως, αυτή η προσπάθεια αναγκαστικά θα φέρνει ολοένα και πιο κοντά το ενδεχόμενο της «θερμής» σύγκρουσης, που θα μπορούσε να προκύψει μέσα από οποιαδήποτε ακολουθία αντιπαράθεσης που θα ξέφευγε από κάποια όρια.
Εάν αναλογιστούμε ότι αυτή τη στιγμή μιλάμε για σχεδιασμούς αμυντικούς, από όλες τις πλευρές, που δεν στηρίζονται τόσο στην «αμοιβαία εγγυημένη καταστροφή» (Mutually Assured Disaster – MAD) όσο και στην επιδίωξη της δυνατότητας «πρώτου χτυπήματος», το τι θα ήταν μια «θερμή» συνολικότερη αντιπαράθεση είναι κάτι που δεν θα θέλαμε καν να σκεφτούμε.
Τι σημαίνει ειρηνική συνύπαρξη και διεθνής συνεργασία σήμερα;
Εάν κάτι επίσης λείπει στον τρόπο με τον οποίο αρθρώνεται σήμερα η στρατηγική της Δύσης, με την διαρκή επίκληση αρχών και την απουσία προτάσεων για το πώς μπορούν να υλοποιηθούν, είναι μια εκδοχή «ειρηνικής συνύπαρξης» και «διεθνούς συνεργασίας» προσαρμοσμένη στο σύγχρονο κόσμο.
Αυτό θα σήμαινε μια πρόταση για το στη βάση ποιων κανόνων μπορούν σήμερα να συνυπάρχουν ισχυρές δυνάμεις χωρίς οι πολιτικές διαφορές τους να οδηγούν σε «θερμές συγκρούσεις» και πάνω σε ποια βάση μπορούν δυνάμεις που μπορεί να μη συμφωνούν στο πολιτικό ή το κοινωνικό μοντέλο να συνεργάζονται π.χ. για την αντιμετώπιση της κλιματικής καταστροφής (ζήτημα που εκ των πραγμάτων απαιτεί διεθνή συντονισμό).
Η έμμεση απαίτηση ότι ο πλανήτης θα είναι ειρηνικός και θα έχει διεθνή συνεργασία κατά βάση όταν όλα τα κράτη έχουν «φιλελεύθερες δημοκρατίες» και οικονομία της αγοράς, απαίτηση που φυσικά διατυπώνεται επιλεκτικά αφού δεν επεκτείνεται π.χ. στη Σαουδική Αραβία, μπορεί να ακούγεται ως «πολιτική αρχών» είναι προφανές ότι δεν διαμορφώνει σχετικά ταχεία μετάβαση σε ένα πιο ειρηνικό περιβάλλον. Άλλωστε, στην πραγματικότητα η συμμετοχή στην παγκοσμιοποίηση και η αποδοχή του καπιταλισμού ως αναπόδραστου οικονομικού ορίζοντα και από τη Δύση και από τους αντιπάλους της τις τελευταίες δεκαετίες αποδείχτηκε δυστυχώς ότι δεν έκανε τον κόσμο απαραίτητα πιο ασφαλή.
Πηγή: Τα Νέα
Διεθνή
Προειδοποίηση της Ελβετίας: Το υψηλό ευρωπαϊκό χρέος θα μπορούσε να πυροδοτήσει μια κρίση του ευρώ
Τα αυξανόμενα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη και πέραν αυτής εγκυμονούν κινδύνους για την οικονομική σταθερότητα και θα μπορούσαν να πυροδοτήσουν μια κρίση του ευρώ, δήλωσε την Παρασκευή η Ελβετίδα υπουργός Οικονομικών, Κάριν Κέλερ-Σούτερ.
Τα αυξανόμενα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη και πέραν αυτής εγκυμονούν κινδύνους για την οικονομική σταθερότητα και θα μπορούσαν να πυροδοτήσουν μια κρίση του ευρώ, δήλωσε την Παρασκευή η Ελβετίδα υπουργός Οικονομικών, Κάριν Κέλερ-Σούτερ.
Μιλώντας στον ελβετικό δημόσιο ραδιοτηλεοπτικό φορέα SRF, στην Μπανγκόκ —στο περιθώριο των ετήσιων συναντήσεων του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου και της Παγκόσμιας Τράπεζας—, η Κέλερ-Σούτερ ανέφερε ότι και οι τιμές της ενέργειας εντείνουν τις ανησυχίες μεταξύ των υπευθύνων χάραξης πολιτικής.
Η Ελβετία διαθέτει ένα από τα χαμηλότερα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη, ωστόσο η Κέλερ-Σούτερ τόνισε ότι, στο τρέχον περιβάλλον, είναι σημαντικό να εξετάζεται η ευρύτερη εικόνα.
«Είμαστε τόσο στενά διασυνδεδεμένοι σε διεθνές επίπεδο, ώστε καθιστάμεθα επίσης ευάλωτοι, για παράδειγμα, στην περίπτωση που προκύψει κρίση χρέους εξαιτίας του δημόσιου χρέους μεγάλων χωρών. Σκέφτομαι συγκεκριμένα τις Ηνωμένες Πολιτείες, αλλά και την Ευρώπη. Υπάρχει η περίπτωση της Γαλλίας — κάτι που θα μπορούσε να οδηγήσει σε κρίση του ευρώ», δήλωσε η Κέλερ-Σούτερ στο δίκτυο SRF.
Το δημόσιο χρέος της Γαλλίας, τα δημοσιονομικά ελλείμματα και η υποτονική οικονομική ανάπτυξη έχουν εντείνει τις ανησυχίες για την κατάσταση των δημόσιων οικονομικών της, καθώς ο πολιτικός κατακερματισμός έχει καταστήσει πιο περίπλοκες τις προσπάθειες δημοσιονομικής εξυγίανσης.
Αναλύσεις
Η Κίνα βρίσκει δρόμο που παρακάμπτει το Πακιστάν – Ο διάδρομος Ουαχάν αλλάζει τις γεωπολιτικές ισορροπίες
Μία νέα οδική αρτηρία μήκους 121 χιλιομέτρων στο βορειοανατολικό Αφγανιστάν δημιουργεί τις προϋποθέσεις για απευθείας χερσαία σύνδεση με την Κίνα, χωρίς διέλευση από το Πακιστάν. Η ολοκλήρωση του δρόμου στον ιστορικό διάδρομο Ουαχάν αποκτά ιδιαίτερη γεωπολιτική σημασία, καθώς το Πεκίνο αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα ασφαλείας με τις επενδύσεις του στο Πακιστάν, ενώ η Καμπούλ επιδιώκει να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ.
Μία σημαντική εξέλιξη στις χερσαίες μεταφορές και στις γεωπολιτικές ισορροπίες της Κεντρικής Ασίας καταγράφεται στο Αφγανιστάν, με την ολοκλήρωση νέου δρόμου στον στρατηγικής σημασίας διάδρομο Ουαχάν.
Σύμφωνα με ανάλυση του Imran Khurshid που δημοσιεύθηκε στις 9 Οκτωβρίου 2026 στο Asia Times, οι αφγανικές αρχές εγκαινίασαν οδική διαδρομή 121 χιλιομέτρων, η οποία εκτείνεται από την περιοχή Μπρογκίλ έως τα σύνορα με την Κίνα, στην επαρχία Μπανταχσάν.
Το έργο κόστισε περίπου 365 εκατομμύρια αφγάνι, ποσό που αντιστοιχεί σε περίπου 5,5 εκατομμύρια δολάρια.
Κατά τις αφγανικές ανακοινώσεις, κατασκευάστηκε από ντόπιους μηχανικούς και εργαζομένους, χωρίς τη συμμετοχή ξένων τεχνικών συμβούλων.
Η νέα διαδρομή φθάνει στα σινοαφγανικά σύνορα. Αυτό, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι λειτουργεί ήδη πλήρης διεθνής εμπορευματικός διάδρομος, καθώς εξακολουθούν να υπάρχουν σημαντικοί τεχνικοί και συνοριακοί περιορισμοί.
Γιατί ο διάδρομος Ουαχάν έχει στρατηγική σημασία
Ο διάδρομος Ουαχάν αποτελεί μια στενή λωρίδα αφγανικού εδάφους ανάμεσα στο Τατζικιστάν, το Πακιστάν και την Κίνα.
Η γεωγραφική του διαμόρφωση συνδέεται με τον ανταγωνισμό της Βρετανικής και της Ρωσικής Αυτοκρατορίας κατά τον 19ο αιώνα.
Η περιοχή διατηρήθηκε ως ζώνη διαχωρισμού των δύο αυτοκρατορικών σφαιρών επιρροής, αποτελώντας ένα από τα χαρακτηριστικότερα γεωγραφικά κατάλοιπα του λεγόμενου «Μεγάλου Παιχνιδιού».
Σήμερα, η ίδια περιοχή αποκτά νέα σημασία, αυτή τη φορά λόγω της προσπάθειας σύνδεσης της Κίνας με το Αφγανιστάν και ευρύτερα με την Κεντρική Ασία.
Ο δρόμος ανοίγει τη δυνατότητα δημιουργίας μιας εναλλακτικής οδού μεταφορών, περιορίζοντας δυνητικά την ανάγκη διέλευσης από το πακιστανικό έδαφος.
Το πρόβλημα της Κίνας με τον οικονομικό διάδρομο CPEC
Το ενδιαφέρον της εξέλιξης εντοπίζεται κυρίως στην προσπάθεια του Πεκίνου να περιορίσει την εξάρτησή του από ευάλωτες υποδομές.
Ο Οικονομικός Διάδρομος Κίνας–Πακιστάν, γνωστός ως CPEC, αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα προγράμματα της κινεζικής πρωτοβουλίας Belt and Road.
Μέσω του συγκεκριμένου σχεδίου, η Κίνα επιχειρεί να ενισχύσει τις εμπορικές και ενεργειακές συνδέσεις της με τη Νότια Ασία και την Αραβική Θάλασσα.
Ωστόσο, η υλοποίηση των έργων έχει αντιμετωπίσει σοβαρές δυσκολίες.
Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, οργανώσεις αυτονομιστών έχουν πραγματοποιήσει επανειλημμένες επιθέσεις εναντίον κινεζικών συμφερόντων, εγκαταστάσεων και εργαζομένων.
Οι επιθέσεις αυτές έχουν επιβαρύνει την ασφάλεια των υποδομών και έχουν αυξήσει το κόστος προστασίας των κινεζικών επενδύσεων.
Παράλληλα, έχουν διατυπωθεί καταγγελίες για καθυστερήσεις, κακοδιαχείριση και προβλήματα διαφάνειας σε επιμέρους προγράμματα του CPEC.
Η εδαφική διαμάχη με την Ινδία
Μια επιπλέον γεωπολιτική δυσκολία συνδέεται με τη διέλευση του CPEC από το Γκιλγκίτ–Μπαλτιστάν.
Η περιοχή διοικείται από το Πακιστάν, αλλά διεκδικείται από την Ινδία, στο πλαίσιο της ευρύτερης διαμάχης για το Κασμίρ.
Το Νέο Δελχί έχει αντιταχθεί επανειλημμένα σε έργα που διέρχονται από εδάφη τα οποία θεωρεί τμήμα της δικής του επικράτειας.
Αυτό σημαίνει ότι ο οικονομικός διάδρομος Κίνας–Πακιστάν δεν αποτελεί μόνο αναπτυξιακό πρόγραμμα, αλλά συνδέεται με μία από τις πιο ευαίσθητες εδαφικές αντιπαραθέσεις της Ασίας.
Η δημιουργία εναλλακτικών διαδρομών μέσω του Αφγανιστάν θα μπορούσε μακροπρόθεσμα να προσφέρει στο Πεκίνο μεγαλύτερη ευελιξία.
Δεν υπάρχει, πάντως, ένδειξη ότι ο δρόμος του Ουαχάν μπορεί σήμερα να αντικαταστήσει τις μεγάλες μεταφορικές υποδομές του CPEC.
Η Καμπούλ επιχειρεί να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ
Για την κυβέρνηση των Ταλιμπάν, το έργο έχει και μία σαφή πολιτική διάσταση.
Το Αφγανιστάν εξαρτάται σε σημαντικό βαθμό από συνοριακές διαβάσεις και μεταφορικούς άξονες που περνούν από το Πακιστάν.
Οι επανειλημμένες εντάσεις ανάμεσα στις δύο χώρες έχουν προκαλέσει κλείσιμο συνοριακών περασμάτων, διακοπές εμπορικών ροών και επιβάρυνση της αφγανικής οικονομίας.
Μια εναλλακτική χερσαία διέξοδος προς την Κίνα θα μπορούσε, εφόσον αναπτυχθεί και καταστεί λειτουργική, να μειώσει τη δυνατότητα του Πακιστάν να χρησιμοποιεί τη γεωγραφική του θέση ως μέσο πίεσης προς την Καμπούλ.
Η αφγανική πλευρά αντιμετωπίζει το έργο ως σημαντική υποδομή οικονομικής και στρατηγικής αυτονομίας.
Η στάση της Κίνας και της Ρωσίας
Παρά την προοπτική άμεσης σύνδεσης, το Πεκίνο δεν έχει εγκαταλείψει τον οικονομικό διάδρομο CPEC ούτε έχει ανακοινώσει ότι ο Ουαχάν θα τον αντικαταστήσει.
Η Κίνα εξακολουθεί να διατηρεί σημαντικά οικονομικά και στρατηγικά συμφέροντα στο Πακιστάν.
Αντίστοιχα, η Ρωσία ενδιαφέρεται για τη σταθερότητα του Αφγανιστάν και για την ανάπτυξη νέων δικτύων επικοινωνίας στην Κεντρική Ασία.
Η δημιουργία περισσότερων επιλογών διασύνδεσης ενδέχεται να περιορίσει την αποκλειστική σημασία ορισμένων παραδοσιακών μεταφορικών διαδρομών.
Η πραγματική αξία του Ουαχάν θα εξαρτηθεί από τη βελτίωση των οδικών υποδομών, τη λειτουργία συνοριακών και τελωνειακών εγκαταστάσεων, τις καιρικές συνθήκες και τις πολιτικές αποφάσεις της Κίνας.
Το μήνυμα προς το Πακιστάν
Η νέα διαδρομή αναδεικνύει μια σημαντική γεωπολιτική πραγματικότητα: η γεωγραφική θέση ενός κράτους προσφέρει στρατηγικά πλεονεκτήματα, αλλά η αξιοποίησή τους εξαρτάται από την ασφάλεια και την αξιοπιστία των μεταφορικών του δικτύων.
Το Πακιστάν εξακολουθεί να αποτελεί κρίσιμο εταίρο της Κίνας, ιδιαίτερα στο πλαίσιο του CPEC.
Ταυτόχρονα, όμως, η αστάθεια, οι επιθέσεις σε κινεζικά συμφέροντα και οι αντιπαραθέσεις με το Αφγανιστάν δημιουργούν κίνητρα αναζήτησης εναλλακτικών επιλογών.
Ο διάδρομος Ουαχάν δεν έχει ακόμη μετατραπεί σε μεγάλο εμπορικό πέρασμα. Η κατασκευή του δρόμου, ωστόσο, καταδεικνύει ότι το Αφγανιστάν επιχειρεί να αποκτήσει πρόσθετες διεθνείς συνδέσεις και ότι η αποκλειστική εξάρτηση από το Πακιστάν δεν αποτελεί πλέον τη μοναδική γεωγραφική επιλογή.
Για το Ισλαμαμπάντ, η εξέλιξη αποτελεί μια νέα στρατηγική παράμετρο που θα πρέπει να συνυπολογίσει στις σχέσεις του με το Πεκίνο και την Καμπούλ.
Διεθνή
Γερμανία: Το ρωσικό φυσικό αέριο επιστρέφει έμμεσα μέσω των λιπασμάτων, παρά τους ευρωπαϊκούς δασμούς
Οι εισαγωγές ρωσικών αζωτούχων λιπασμάτων μειώθηκαν κατά 66% το 2025-2026, αλλά παραμένουν 53% υψηλότερες από τα επίπεδα πριν από τον πόλεμο στην Ουκρανία.
Το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία διατηρεί ανταγωνιστικά τα ρωσικά προϊόντα, σύμφωνα με στοιχεία που δημοσίευσε η Berliner Zeitung. Η Γερμανία εξακολουθεί να συνδέεται εμπορικά με το ρωσικό φυσικό αέριο, παρά τις ευρωπαϊκές προσπάθειες περιορισμού της ενεργειακής εξάρτησης από τη Μόσχα.
Αυτή τη φορά, η σύνδεση δεν αφορά αποκλειστικά την άμεση προμήθεια φυσικού αερίου, αλλά τις εισαγωγές λιπασμάτων που παράγονται με τη χρήση ρωσικού αερίου ως πρώτης ύλης και πηγής ενέργειας. Σύμφωνα με δημοσίευμα της γερμανικής εφημερίδας, που βασίζεται σε στοιχεία του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου και του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι εισαγωγές αζώτου μέσω ρωσικών λιπασμάτων μειώθηκαν σημαντικά κατά το 2025-2026. Ωστόσο, εξακολουθούν να βρίσκονται πάνω από τα επίπεδα που καταγράφονταν πριν από τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία.
Τα στοιχεία των εισαγωγών και η σύγκριση με την προπολεμική περίοδο
Το 2025-2026, η Γερμανία εισήγαγε 48.800 τόνους αζώτου μέσω λιπασμάτων ρωσικής προέλευσης. Η ποσότητα αυτή είναι μειωμένη κατά περίπου 66% σε σύγκριση με το προηγούμενο έτος, αλλά παραμένει κατά 53% υψηλότερη από τους 31.800 τόνους που είχαν καταγραφεί το 2020-2021, πριν από τον πόλεμο.
Η εξέλιξη των εισαγωγών δείχνει πόσο έντονη ήταν η αύξηση μετά το 2022. Το 2021-2022 οι εισαγωγές έφτασαν τους 56.800 τόνους αζώτου, ενώ το 2022-2023 εκτοξεύθηκαν στους 185.100 τόνους. Στη συνέχεια καταγράφηκαν 140.200 τόνοι το 2023-2024 και 143.800 τόνοι το 2024-2025, προτού σημειωθεί η μεγάλη υποχώρηση της τελευταίας περιόδου. Τα στοιχεία αφορούν την ποσότητα του αζώτου που περιέχεται στα εισαγόμενα λιπάσματα και όχι το συνολικό βάρος των προϊόντων.
Τα λιπασματικά έτη υπολογίζονται από τον Ιούλιο έως τον Ιούνιο. Η ποσότητα αζώτου που εισήχθη στη Γερμανία μέσω ρωσικής ουρίας μειώθηκε από 71.600 τόνους σε 27.600 τόνους, καταγράφοντας πτώση άνω του 61%. Παρά τη μείωση, η ποσότητα εξακολουθεί να είναι σχεδόν τριπλάσια από τους 9.900 τόνους του 2020-2021. Η συγκεκριμένη εξέλιξη αναδεικνύει το βασικό πρόβλημα της ευρωπαϊκής πολιτικής περιορισμού των εμπορικών δεσμών με τη Ρωσία. Ακόμη και όταν περιορίζονται οι εισαγωγές συγκεκριμένων προϊόντων, οι οικονομικές σχέσεις μπορούν να διατηρούνται μέσω άλλων κατηγοριών αγαθών, ιδιαίτερα όταν αυτά έχουν χαμηλότερο κόστος παραγωγής.
Γιατί οι ρωσικές εισαγωγές παραμένουν ανταγωνιστικές
Καθοριστικός παράγοντας είναι το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία και στην υπόλοιπη Ευρώπη. Η παραγωγή αζωτούχων λιπασμάτων απαιτεί μεγάλες ποσότητες φυσικού αερίου, το οποίο χρησιμοποιείται τόσο ως πρώτη ύλη όσο και ως πηγή ενέργειας. Σύμφωνα με τον Σύνδεσμο Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι ευρωπαϊκοί δασμοί, που τέθηκαν σε ισχύ τον Ιούλιο του 2025, περιόρισαν σημαντικά τις εισαγωγές ρωσικών λιπασμάτων. Ωστόσο, δεν εξάλειψαν το ανταγωνιστικό πλεονέκτημα των ρωσικών προϊόντων. Ο σύνδεσμος επισημαίνει ότι οι υψηλές τιμές ενέργειας δυσκολεύουν τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις να αυξήσουν την εγχώρια παραγωγή και να καλύψουν μεγαλύτερο μέρος των αναγκών της αγοράς. Ως αποτέλεσμα, τα ρωσικά λιπάσματα εξακολουθούν να παραμένουν ελκυστικά, ακόμη και μετά την επιβολή πρόσθετων δασμών.
Παράλληλα, σύμφωνα με τον IVA, είναι πιθανό ορισμένες ποσότητες ρωσικών προϊόντων να φτάνουν στη γερμανική αγορά μέσω άλλων κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το μέγεθος αυτών των έμμεσων εισαγωγών, ωστόσο, δεν μπορεί να προσδιοριστεί με ακρίβεια από τα διαθέσιμα στοιχεία.
Δεν αποδίδονται οι αυξήσεις των τιμών αποκλειστικά στους δασμούς
Το ζήτημα έχει άμεση σημασία για τους Γερμανούς αγρότες, καθώς το κόστος των λιπασμάτων επηρεάζει την παραγωγή και, τελικά, την οικονομική βιωσιμότητα των καλλιεργειών. Ο IVA υποστηρίζει ότι η μείωση των ρωσικών εισαγωγών δεν έχει προκαλέσει μέχρι στιγμής σαφή αύξηση των τιμών εξαιτίας των δασμών. Σύμφωνα με τον σύνδεσμο, η εγχώρια παραγωγική δυναμικότητα και οι εισαγωγές από άλλες χώρες, μεταξύ των οποίων η Αίγυπτος, επαρκούν για την κάλυψη των αναγκών της αγοράς. Την ίδια στιγμή, ο σύνδεσμος αποδίδει τις υψηλές τιμές των λιπασμάτων το 2026 στις διεθνείς ενεργειακές αναταράξεις, στον πόλεμο με το Ιράν και στην κρίση γύρω από τα Στενά του Ορμούζ, παράγοντες που επηρεάζουν το κόστος μεταφοράς και τις παγκόσμιες τιμές ενέργειας και λιπασμάτων.
Οι εκτιμήσεις αυτές αποτελούν τις θέσεις του κλαδικού συνδέσμου και δεν συνιστούν από μόνες τους ανεξάρτητη αξιολόγηση όλων των παραγόντων που διαμορφώνουν τις τιμές.
Νέες πιέσεις για περιορισμό των ρωσικών εισαγωγών
Με αφορμή τα στοιχεία, ο IVA ζητά να εξεταστεί η επιβολή πρόσθετων δασμών στις εισαγωγές καλιούχων λιπασμάτων από τη Ρωσία και τη Λευκορωσία. Το κάλιο αποτελεί βασικό θρεπτικό στοιχείο για τις καλλιέργειες και αντιπροσωπεύει μια ακόμη κατηγορία προϊόντων στην οποία η ευρωπαϊκή αγορά διατηρεί εμπορικές σχέσεις με τις δύο χώρες.
Ο σύνδεσμος εκτιμά ότι η ευρωπαϊκή βιομηχανία μπορεί να καλύψει τις ανάγκες της γεωργίας χωρίς να εξαρτάται από τις συγκεκριμένες εισαγωγές και υποστηρίζει ότι πρόσθετοι δασμοί δεν θα πρέπει να οδηγήσουν αναγκαστικά σε αυξήσεις τιμών. Η συζήτηση, ωστόσο, αποτυπώνει το ευρύτερο δίλημμα της ευρωπαϊκής οικονομικής πολιτικής. Η μείωση της εξάρτησης από τη Ρωσία απαιτεί όχι μόνο εμπορικούς περιορισμούς, αλλά και ανταγωνιστική εγχώρια παραγωγή, προσιτό ενεργειακό κόστος και εναλλακτικές πηγές προμήθειας.
Τα δεδομένα της γερμανικής αγοράς δείχνουν ότι οι δασμοί μπορούν να περιορίσουν σημαντικά τις εισαγωγές, χωρίς όμως να εξαλείψουν αυτομάτως τις οικονομικές σχέσεις που στηρίζονται σε διαφορές κόστους παραγωγής. Για τη Γερμανία και την Ευρωπαϊκή Ένωση, η πρόκληση παραμένει η εξισορρόπηση τριών στόχων: της ενεργειακής και οικονομικής ασφάλειας, της στήριξης της εγχώριας βιομηχανίας και της διατήρησης προσιτού κόστους για τον αγροτικό τομέα.
Με πληροφορίες του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA) και του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου.
-
Αναλύσεις1 μήνα πρινΤο τελεσίγραφο Καλίν την ώρα που η Τουρκία προετοιμάζεται για πόλεμο!
-
Άμυνα3 μήνες πρινΡωσσικό ΜΜΕ: Ελληνικό «μπλόκο» στην απαίτηση για Patriot – Πώς γνωρίζει το Κίεβο απόρρητα στοιχεία για τους πυραύλους μας;
-
ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΜΕ ΣΗΜΑΣΙΑ3 μήνες πρινΠακιστανός με καναδική υπηκοότητα ο υπαίτιος της πυρκαγιάς στον Έβρο! Πιθανόν να μετέφερε μετανάστες
-
GEOPOLITICO1 μήνα πρινΤο διέρρευσε ο Παπαχελάς! Έφεραν τον Καλίν στο Μαξίμου – Τί συζήτησε με τον Μητσοτάκη;
-
Αναλύσεις2 μήνες πρινΚαραγκιούλ: «Αν Ελλάδα, Κύπρος και Ισραήλ επιτεθούν στην Τουρκία, ο χάρτης του Αιγαίου θα αλλάξει»
-
ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΜΕ ΣΗΜΑΣΙΑ2 μήνες πρινΞέσπασμα της μητέρας της Μυρτούς για την υπόθεση Τζαβέντ Ασλάμ: «Δεν ξεχνώ ποτέ» – «Δήμαρχος των Πακιστανών ο Δούκας»
-
GEOPOLITICO4 εβδομάδες πρινΤί λέει Τούρκος δημοσιογράφος για Σάββα Καλεντερίδη; «Έκανε πολύ καλά τη δουλειά του για τη χώρα του – Δεν μπορούσε να τον στριμώξει η ΜİΤ»
-
Αναλύσεις3 μήνες πρινΕάν η Τουρκία απορρίψει τη συμφωνία αποχώρησης από την Κύπρο θα απομακρυνθεί δια της βίας

