Διεθνή
Το ολλανδικό «ξέπλυμα» της Τουρκίας, οι απαιτήσεις Ερντογάν από ΕΕ και οι βολές Τσαβούσογλου
Κανονικό “πλυντήριο” του Ολλανδού πρωθυπουργού Ρούτε στον Ερντογάν και την Τουρκία
Νίκος Μελέτης
Την ώρα που έστω και με ήπιο και έμμεσο τρόπο το Κείμενο της «Στρατηγικής Πυξίδας» της Ε.Ε. θέτει τις σχέσεις καλής γειτονίας και την μη παραβίαση των κυριαρχικών δικαιωμάτων «κρατών μελών» ως όρο για την συνέχιση των ευρωτουρκικών σχέσεων, ο Ολλανδός ΥΠΕΞ Μ. Ρούτε εμφανίσθηκε χθες στην Άγκυρα ως ο σθεναρότερος συνήγορος της «ουδετερότητας» και του «ιδιαίτερου» ρόλου της Τουρκίας στο Ουκρανικό, ενώ η Άγκυρα εξαπέλυσε σφοδρή επίθεση στην Ε.Ε. επειδή υποκύπτει όπως είπε στις αντιτουρκικές διαθέσεις των δυο κρατών μελών της, της Ελλάδας και της Κύπρου.
Ο Ολλανδός πρωθυπουργός Μ. Ρούτε ο οποίος έσπευσε χθες να επισκεφθεί στην Άγκυρα τον Τ. Ερντογάν στις κοινές δηλώσεις δεν έκρυψε τον ενθουσιασμό του για την Τουρκία φροντίζοντας συγχρόνως να δικαιολογήσει και να «ξεπλύνει» την επιλογή της Τουρκίας να μην επιβάλει κυρώσεις στην Ρωσία ,παρά την ιδιότητα της ως μέλους του ΝΑΤΟ και υποψήφιας προς ένταξη στην Ε.Ε.
«Η Τουρκία διαδραματίζει βασικό ρόλο σε αυτή τη σύγκρουση στην Ουκρανία και είμαι πολύ ευτυχής που ο Πρόεδρος Ερντογάν ανέλαβε αυτόν τον ρόλο. Θα ήθελα επίσης να ευχαριστήσω και τα μέλη της κυβέρνησης σας για τις προσπάθειές τους για την επίλυση αυτής της σύγκρουσης. Συγχαίρω επίσης την Τουρκία για την εφαρμογή της Σύμβασης του Μοντρέ σχετικά με τη διέλευση πλοίων από τα Στενά». Και απαντώντας σε ερώτηση για το θέμα των κυρώσεων ο Ολλανδός πρωθυπουργός δήλωσε τα εξής:
«Θα θέλαμε η Τουρκία να εφαρμόσει όλες τις κυρώσεις κατά της Ρωσίας, αλλά είμαστε επίσης πολύ ικανοποιημένοι που η Τουρκία διαδραματίζει επί του παρόντος τον διπλωματικό και ηγετικό ρόλο στην ουκρανική κρίση». Μια δήλωση με την οποία ο Ολλανδός πρωθυπουργός ουσιαστικά αναγνωρίζει και νομιμοποιεί τον ρόλο του «επιτήδειου ουδέτερου» που θέλει να έχει η Τουρκία πατώντας με τα δυο πόδια σε δυο βάρκες θέλοντας να αποσπάσει ανταλλάγματα και από την Δύση και από την Ρωσία. Και ο κ. Ρούτε προσέθεσε: «Η Τουρκία έχει τεράστιας σημασίας στρατιωτική και πολιτική θέση για τη συμμαχία. Είναι επίσης σημαντικός εταίρος για την ΕΕ…». Ο Ολλανδός πρωθυπουργός μάλιστα εξήρε τις διμερείς σχέσεις, θέτοντας ως στόχο τα 20 δις δολάρια εμπορικών συναλλαγών με την Τουρκία τονίζοντας ότι λειτουργούν στην Τουρκία 3 χιλιάδες ολλανδικές εταιρείες.
Αυτές οι «πάσες» του Ολλανδού πρωθυπουργού έδωσαν την ευκαιρία στον κ. Ερντογάν να προβάλει μια σειρά απαιτήσεων από την Ε.Ε. θεωρώντας ότι οι Βρυξέλλες είναι υποχρεωμένες να «πληρώσουν» τις «καλές υπηρεσίες» που προσφέρει στο Ουκρανικό. Έτσι ο κ. Ερντογάν (δυο ημέρες αφού ακόμη και οι 2 θαλαμηγοί του Ρώσου ολιγάρχη Αμπράμοβιτς έβρισκαν ασφαλές καταφύγιο στο Μπόρντρουμ και στην Μαρμαρίδα) απαίτησε από την Ευρώπη να ανοίξουν τα διαπραγματευτικά κεφάλαια των ενταξιακών διαπραγματεύσεων ,τα οποία μένουν παγωμένα λόγω της κατάστασης του Κράτους Δικαίου στην Τουρκία, και των παραβιάσεων των κυριαρχικών Δικαιωμάτων της Κυπριακής Δημοκρατίας, και επίσης να ανοίξει αμέσως η συζήτηση για την αναβάθμιση της Τελωνειακής Ένωσης της Τουρκίας με την Ε.Ε.. Η Τουρκία απαιτεί την αναβάθμιση της Τελωνειακής Ένωσης όταν δεν έχει ακόμη εφαρμόσει την επέκταση της υπάρχουσας εδώ και δυο δεκαετίες Τελωνειακής Ένωσης και προς την Κύπρο, όπως οφείλει βάσει των δεσμεύσεων του είχε αναλάβει το 2004, προκειμένου να εξασφαλίσει την απόφαση για έναρξη των ενταξιακών διαπραγματεύσεων.
Η Τουρκία όμως δείχνοντας τον τρόπο που αντιλαμβάνεται τις σχέσεις της με την Δύση και την Ε.Ε. εξαπέλυσε δριμεία επίθεση εναντίον της Ε.Ε. κατηγορώντας την μάλιστα ότι κάνει τα χατίρια της Ελλάδας και της «Ελληνοκυπριακής Διοίκησης» και έτσι «χάνει το όραμα της», με αφορμή την δημοσιοποίηση του κειμένου της «Στρατηγικής Πυξίδας» της Ε.Ε. που αποτελεί ουσιαστικά την βάση του νέου αμυντικού δόγματος της Ε.Ε..
Το κείμενο αυτό αναφέρει μεταξύ άλλων και τα εξής:
«(για την Μεσόγειο) ως περιοχή και θαλάσσιο χώρο στρατηγικής σημασίας για την ασφάλεια και τη σταθερότητά μας, δεσμευόμαστε να ενισχύσουμε τις προσπάθειές μας για την αντιμετώπιση αυτών των απειλών και προκλήσεων. Θα συνεχίσουμε να αγωνιζόμαστε για την ειρήνη και την ασφάλεια στην Ευρω-Μεσογειακή περιοχή, μεταξύ άλλων μέσω διαμεσολάβησης, επίλυσης συγκρούσεων, ανοικοδόμησης θεσμών και επανένταξης όλων των μελών της κοινωνίας. Για τον σκοπό αυτό, θα ενισχύσουμε τη συνεργασία μας με τους περιφερειακούς εταίρους. Τέλος, εξακολουθούν να υπάρχουν εντάσεις στην Ανατολική Μεσόγειο, λόγω των προκλήσεων και των μονομερών ενεργειών κατά των κρατών μελών της ΕΕ και των παραβιάσεων των κυριαρχικών δικαιωμάτων κατά παράβαση του διεθνούς δικαίου, καθώς και της εργαλειοποίησης της παράτυπης μετανάστευσης, και έχουν τη δυνατότητα να κλιμακωθούν γρήγορα· Η εξασφάλιση ενός σταθερού και ασφαλούς περιβάλλοντος, καθώς και μιας συνεργατικής και αμοιβαία επωφελούς σχέσης, σύμφωνα με την αρχή των σχέσεων καλής γειτονιας, είναι προς το συμφέρον τόσο της ΕΕ όσο και της Τουρκίας».
Στο κείμενο γίνεται ειδική επίκληση της αμοιβαίας συνδρομής μεταξύ των κρατών μελών:
«Εάν ένα κράτος μέλος είναι θύμα ένοπλης επίθεσης στο έδαφός του, τα άλλα κράτη μέλη έχουν προς το παρόν υποχρέωση παροχής βοήθειας και συνδρομής με όλα τα μέσα που διαθέτουν, σύμφωνα με το άρθρο 51 του Χάρτη των Ηνωμένων Εθνών. Αυτό δεν θίγει τον ειδικό χαρακτήρα της πολιτικής ασφάλειας και άμυνας ορισμένων κρατών μελών. Οι δεσμεύσεις και η συνεργασία στον τομέα αυτό θα πρέπει να συνάδουν με τις δεσμεύσεις στο πλαίσιο του ΝΑΤΟ, που για τα μέλη του, παραμένει το θεμέλιο της συλλογικής τους άμυνας και το φόρουμ για την εφαρμογή της . Θα συνεχίσουμε να επενδύουμε στην αμοιβαία συνδρομή μας βάσει του άρθρου 42 παράγραφος 7 της Συνθήκης για την Ευρωπαϊκή Ένωση, καθώς και στην αλληλεγγύη βάσει του άρθρου 222 της Συνθήκης για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ιδίως μέσω συχνών ασκήσεων».
ΟΙ αναφορές αυτές είναι θετικές για την Ελλάδα αν και δεν αναφέρεται ρητώς ότι η Τουρκία είναι αυτή που αμφισβητεί κυριαρχικά δικαιώματα κρατών μελών και δεν επισημαίνεται ότι τέτοιες ενέργειες θα έχουν συγκεκριμένες συνέπειες και κυρώσεις από την Ε.Ε. ,ενώ σε ότι αφορά την υποχρέωση αμοιβαίας συνδρομής αυτή τίθεται υπό την αίρεση να συνάδουν με τις «δεσμεύσεις στο πλαίσιο του ΝΑΤΟ» που ως γνωστό η ρήτρα αμοιβαίας συνδρομής του άρθρου 5 δεν ισχύει έναντι κρατών μελών της Συμμαχίας (όπως είναι η απειλή προερχόμενη από την Τουρκία).
Η απάντηση του Τουρκικού ΥΠΕΞ ηταν επικεντρωμένη στην «κακή επιρροή» που ασκεί η Ελλάδα και η Κύπρος στην Ε.Ε. καθώς δεν θα ήθελε η Άγκυρα να στραφεί εναντίον της Ε.Ε. βλέποντας ότι η εμπλοκή της στο Ουκρανικό αλλά και η εντύπωση που έχει δημιουργηθεί περί «μη έντασης» στις ελληνοτουρκικές σχέσεις , διαμορφώνουν το περιβάλλον για να διεκδικήσει πρόσθετα ανταλλάγματα από την Ε.Ε.
Η Τουρκική ανακοίνωση αναφέρει τα εξής:
«Το κεφάλαιο του εγγράφου για την Ανατολική Μεσόγειο στο οποίο αναφέρεται η χώρα μας φαίνεται να υπαγορεύεται από τα δύο μέλη της ΕΕ που έχουν μαξιμαλιστικές αξιώσεις θαλάσσιων συνόρων εις βάρος και με την επίμονη άρνηση των δικαιωμάτων της Τουρκίας και των Τουρκοκυπρίων. Το κεφάλαιο αυτό έρχεται σε πλήρη αντίθεση με το διεθνές δίκαιο, την πρακτική, ακόμη και το ίδιο το κεκτημένο της ΕΕ· ως εκ τούτου είναι αποσυνδεδεμένο από την πραγματικότητα. Καθώς το έγγραφο αποτυγχάνει να δείξει τη σωστή κατεύθυνση, δεν μπορεί να λειτουργήσει ως “πυξίδα” ούτε μπορεί να ονομαστεί “στρατηγικό”. Αυτό το έγγραφο αναμφίβολα θα καταστήσει την ΕΕ μέρος του προβλήματος και όχι τη λύση στην Ανατολική Μεσόγειο και δεν θα κατευθύνει την Ένωση στις σωστές στρατηγικές. Λαμβάνοντας υπόψη τις τελευταίες εξελίξεις, είναι ατυχές και μη οραματικό για την ΕΕ το γεγονός ότι το έγγραφο χάνει την αλήθεια και την πραγματικότητα και αντιμετωπίζει μια υποψήφια χώρα και έναν σύμμαχο του ΝΑΤΟ από μια τόσο ρηχή προοπτική».
Ο κ. Τσαβούσογλου μιλώντας στην υπουργική συνάντηση του Οργανισμού Ισλαμικής Διάσκεψης, στο Ισλαμαμπάντ βρήκε και πάλι την ευκαιρία να επιτεθεί στην Ελλάδα καθώς σταθερή επιδίωξη της Τουρκίας είναι να καταγράφεται στις αποφάσεις του OIC οι «παραβιάσεις» των δικαιωμάτων των «Τούρκων μουσουλμάνων της Δ. Θράκης».
«Για επτά αιώνες στη Δυτική Θράκη και πέντε αιώνες στην Κύπρο οι μουσουλμάνοι Τούρκοι κράτησαν το Ισλάμ ζωντανό , στον 21ο αιώνα στερούνται από τα θεμελιώδη δικαιώματά τους…» Και πρόσθεσε: «.. είναι σωστό να υποχωρούμε από την υπεράσπιση των δικαιωμάτων των τούρκων μουσουλμάνων στη Δυτική Θράκη ή στην Κύπρο μόνο και μόνο επειδή έχουν διαφωνίες με την Τουρκία;».
Οι εξελίξεις με τη παρέμβαση της Τουρκίας στο Ουκρανικό αλλά και τις δηλώσεις του Τ. Ερντογάν και τις τοποθετήσεις της Τουρκίας στον Οργανισμό της Ισλαμικής Διάσκεψης ,μάλλον δεν αφήνουν περιθώρια εφησυχασμού. Η Τουρκία παραμένει αυτή που όλοι γνωρίζουμε και όχι αυτή που θέλει να δείξει ο κ. Ερντογάν…
liberal.gr
Διεθνή
Προειδοποίηση της Ελβετίας: Το υψηλό ευρωπαϊκό χρέος θα μπορούσε να πυροδοτήσει μια κρίση του ευρώ
Τα αυξανόμενα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη και πέραν αυτής εγκυμονούν κινδύνους για την οικονομική σταθερότητα και θα μπορούσαν να πυροδοτήσουν μια κρίση του ευρώ, δήλωσε την Παρασκευή η Ελβετίδα υπουργός Οικονομικών, Κάριν Κέλερ-Σούτερ.
Τα αυξανόμενα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη και πέραν αυτής εγκυμονούν κινδύνους για την οικονομική σταθερότητα και θα μπορούσαν να πυροδοτήσουν μια κρίση του ευρώ, δήλωσε την Παρασκευή η Ελβετίδα υπουργός Οικονομικών, Κάριν Κέλερ-Σούτερ.
Μιλώντας στον ελβετικό δημόσιο ραδιοτηλεοπτικό φορέα SRF, στην Μπανγκόκ —στο περιθώριο των ετήσιων συναντήσεων του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου και της Παγκόσμιας Τράπεζας—, η Κέλερ-Σούτερ ανέφερε ότι και οι τιμές της ενέργειας εντείνουν τις ανησυχίες μεταξύ των υπευθύνων χάραξης πολιτικής.
Η Ελβετία διαθέτει ένα από τα χαμηλότερα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη, ωστόσο η Κέλερ-Σούτερ τόνισε ότι, στο τρέχον περιβάλλον, είναι σημαντικό να εξετάζεται η ευρύτερη εικόνα.
«Είμαστε τόσο στενά διασυνδεδεμένοι σε διεθνές επίπεδο, ώστε καθιστάμεθα επίσης ευάλωτοι, για παράδειγμα, στην περίπτωση που προκύψει κρίση χρέους εξαιτίας του δημόσιου χρέους μεγάλων χωρών. Σκέφτομαι συγκεκριμένα τις Ηνωμένες Πολιτείες, αλλά και την Ευρώπη. Υπάρχει η περίπτωση της Γαλλίας — κάτι που θα μπορούσε να οδηγήσει σε κρίση του ευρώ», δήλωσε η Κέλερ-Σούτερ στο δίκτυο SRF.
Το δημόσιο χρέος της Γαλλίας, τα δημοσιονομικά ελλείμματα και η υποτονική οικονομική ανάπτυξη έχουν εντείνει τις ανησυχίες για την κατάσταση των δημόσιων οικονομικών της, καθώς ο πολιτικός κατακερματισμός έχει καταστήσει πιο περίπλοκες τις προσπάθειες δημοσιονομικής εξυγίανσης.
Αναλύσεις
Η Κίνα βρίσκει δρόμο που παρακάμπτει το Πακιστάν – Ο διάδρομος Ουαχάν αλλάζει τις γεωπολιτικές ισορροπίες
Μία νέα οδική αρτηρία μήκους 121 χιλιομέτρων στο βορειοανατολικό Αφγανιστάν δημιουργεί τις προϋποθέσεις για απευθείας χερσαία σύνδεση με την Κίνα, χωρίς διέλευση από το Πακιστάν. Η ολοκλήρωση του δρόμου στον ιστορικό διάδρομο Ουαχάν αποκτά ιδιαίτερη γεωπολιτική σημασία, καθώς το Πεκίνο αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα ασφαλείας με τις επενδύσεις του στο Πακιστάν, ενώ η Καμπούλ επιδιώκει να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ.
Μία σημαντική εξέλιξη στις χερσαίες μεταφορές και στις γεωπολιτικές ισορροπίες της Κεντρικής Ασίας καταγράφεται στο Αφγανιστάν, με την ολοκλήρωση νέου δρόμου στον στρατηγικής σημασίας διάδρομο Ουαχάν.
Σύμφωνα με ανάλυση του Imran Khurshid που δημοσιεύθηκε στις 9 Οκτωβρίου 2026 στο Asia Times, οι αφγανικές αρχές εγκαινίασαν οδική διαδρομή 121 χιλιομέτρων, η οποία εκτείνεται από την περιοχή Μπρογκίλ έως τα σύνορα με την Κίνα, στην επαρχία Μπανταχσάν.
Το έργο κόστισε περίπου 365 εκατομμύρια αφγάνι, ποσό που αντιστοιχεί σε περίπου 5,5 εκατομμύρια δολάρια.
Κατά τις αφγανικές ανακοινώσεις, κατασκευάστηκε από ντόπιους μηχανικούς και εργαζομένους, χωρίς τη συμμετοχή ξένων τεχνικών συμβούλων.
Η νέα διαδρομή φθάνει στα σινοαφγανικά σύνορα. Αυτό, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι λειτουργεί ήδη πλήρης διεθνής εμπορευματικός διάδρομος, καθώς εξακολουθούν να υπάρχουν σημαντικοί τεχνικοί και συνοριακοί περιορισμοί.
Γιατί ο διάδρομος Ουαχάν έχει στρατηγική σημασία
Ο διάδρομος Ουαχάν αποτελεί μια στενή λωρίδα αφγανικού εδάφους ανάμεσα στο Τατζικιστάν, το Πακιστάν και την Κίνα.
Η γεωγραφική του διαμόρφωση συνδέεται με τον ανταγωνισμό της Βρετανικής και της Ρωσικής Αυτοκρατορίας κατά τον 19ο αιώνα.
Η περιοχή διατηρήθηκε ως ζώνη διαχωρισμού των δύο αυτοκρατορικών σφαιρών επιρροής, αποτελώντας ένα από τα χαρακτηριστικότερα γεωγραφικά κατάλοιπα του λεγόμενου «Μεγάλου Παιχνιδιού».
Σήμερα, η ίδια περιοχή αποκτά νέα σημασία, αυτή τη φορά λόγω της προσπάθειας σύνδεσης της Κίνας με το Αφγανιστάν και ευρύτερα με την Κεντρική Ασία.
Ο δρόμος ανοίγει τη δυνατότητα δημιουργίας μιας εναλλακτικής οδού μεταφορών, περιορίζοντας δυνητικά την ανάγκη διέλευσης από το πακιστανικό έδαφος.
Το πρόβλημα της Κίνας με τον οικονομικό διάδρομο CPEC
Το ενδιαφέρον της εξέλιξης εντοπίζεται κυρίως στην προσπάθεια του Πεκίνου να περιορίσει την εξάρτησή του από ευάλωτες υποδομές.
Ο Οικονομικός Διάδρομος Κίνας–Πακιστάν, γνωστός ως CPEC, αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα προγράμματα της κινεζικής πρωτοβουλίας Belt and Road.
Μέσω του συγκεκριμένου σχεδίου, η Κίνα επιχειρεί να ενισχύσει τις εμπορικές και ενεργειακές συνδέσεις της με τη Νότια Ασία και την Αραβική Θάλασσα.
Ωστόσο, η υλοποίηση των έργων έχει αντιμετωπίσει σοβαρές δυσκολίες.
Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, οργανώσεις αυτονομιστών έχουν πραγματοποιήσει επανειλημμένες επιθέσεις εναντίον κινεζικών συμφερόντων, εγκαταστάσεων και εργαζομένων.
Οι επιθέσεις αυτές έχουν επιβαρύνει την ασφάλεια των υποδομών και έχουν αυξήσει το κόστος προστασίας των κινεζικών επενδύσεων.
Παράλληλα, έχουν διατυπωθεί καταγγελίες για καθυστερήσεις, κακοδιαχείριση και προβλήματα διαφάνειας σε επιμέρους προγράμματα του CPEC.
Η εδαφική διαμάχη με την Ινδία
Μια επιπλέον γεωπολιτική δυσκολία συνδέεται με τη διέλευση του CPEC από το Γκιλγκίτ–Μπαλτιστάν.
Η περιοχή διοικείται από το Πακιστάν, αλλά διεκδικείται από την Ινδία, στο πλαίσιο της ευρύτερης διαμάχης για το Κασμίρ.
Το Νέο Δελχί έχει αντιταχθεί επανειλημμένα σε έργα που διέρχονται από εδάφη τα οποία θεωρεί τμήμα της δικής του επικράτειας.
Αυτό σημαίνει ότι ο οικονομικός διάδρομος Κίνας–Πακιστάν δεν αποτελεί μόνο αναπτυξιακό πρόγραμμα, αλλά συνδέεται με μία από τις πιο ευαίσθητες εδαφικές αντιπαραθέσεις της Ασίας.
Η δημιουργία εναλλακτικών διαδρομών μέσω του Αφγανιστάν θα μπορούσε μακροπρόθεσμα να προσφέρει στο Πεκίνο μεγαλύτερη ευελιξία.
Δεν υπάρχει, πάντως, ένδειξη ότι ο δρόμος του Ουαχάν μπορεί σήμερα να αντικαταστήσει τις μεγάλες μεταφορικές υποδομές του CPEC.
Η Καμπούλ επιχειρεί να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ
Για την κυβέρνηση των Ταλιμπάν, το έργο έχει και μία σαφή πολιτική διάσταση.
Το Αφγανιστάν εξαρτάται σε σημαντικό βαθμό από συνοριακές διαβάσεις και μεταφορικούς άξονες που περνούν από το Πακιστάν.
Οι επανειλημμένες εντάσεις ανάμεσα στις δύο χώρες έχουν προκαλέσει κλείσιμο συνοριακών περασμάτων, διακοπές εμπορικών ροών και επιβάρυνση της αφγανικής οικονομίας.
Μια εναλλακτική χερσαία διέξοδος προς την Κίνα θα μπορούσε, εφόσον αναπτυχθεί και καταστεί λειτουργική, να μειώσει τη δυνατότητα του Πακιστάν να χρησιμοποιεί τη γεωγραφική του θέση ως μέσο πίεσης προς την Καμπούλ.
Η αφγανική πλευρά αντιμετωπίζει το έργο ως σημαντική υποδομή οικονομικής και στρατηγικής αυτονομίας.
Η στάση της Κίνας και της Ρωσίας
Παρά την προοπτική άμεσης σύνδεσης, το Πεκίνο δεν έχει εγκαταλείψει τον οικονομικό διάδρομο CPEC ούτε έχει ανακοινώσει ότι ο Ουαχάν θα τον αντικαταστήσει.
Η Κίνα εξακολουθεί να διατηρεί σημαντικά οικονομικά και στρατηγικά συμφέροντα στο Πακιστάν.
Αντίστοιχα, η Ρωσία ενδιαφέρεται για τη σταθερότητα του Αφγανιστάν και για την ανάπτυξη νέων δικτύων επικοινωνίας στην Κεντρική Ασία.
Η δημιουργία περισσότερων επιλογών διασύνδεσης ενδέχεται να περιορίσει την αποκλειστική σημασία ορισμένων παραδοσιακών μεταφορικών διαδρομών.
Η πραγματική αξία του Ουαχάν θα εξαρτηθεί από τη βελτίωση των οδικών υποδομών, τη λειτουργία συνοριακών και τελωνειακών εγκαταστάσεων, τις καιρικές συνθήκες και τις πολιτικές αποφάσεις της Κίνας.
Το μήνυμα προς το Πακιστάν
Η νέα διαδρομή αναδεικνύει μια σημαντική γεωπολιτική πραγματικότητα: η γεωγραφική θέση ενός κράτους προσφέρει στρατηγικά πλεονεκτήματα, αλλά η αξιοποίησή τους εξαρτάται από την ασφάλεια και την αξιοπιστία των μεταφορικών του δικτύων.
Το Πακιστάν εξακολουθεί να αποτελεί κρίσιμο εταίρο της Κίνας, ιδιαίτερα στο πλαίσιο του CPEC.
Ταυτόχρονα, όμως, η αστάθεια, οι επιθέσεις σε κινεζικά συμφέροντα και οι αντιπαραθέσεις με το Αφγανιστάν δημιουργούν κίνητρα αναζήτησης εναλλακτικών επιλογών.
Ο διάδρομος Ουαχάν δεν έχει ακόμη μετατραπεί σε μεγάλο εμπορικό πέρασμα. Η κατασκευή του δρόμου, ωστόσο, καταδεικνύει ότι το Αφγανιστάν επιχειρεί να αποκτήσει πρόσθετες διεθνείς συνδέσεις και ότι η αποκλειστική εξάρτηση από το Πακιστάν δεν αποτελεί πλέον τη μοναδική γεωγραφική επιλογή.
Για το Ισλαμαμπάντ, η εξέλιξη αποτελεί μια νέα στρατηγική παράμετρο που θα πρέπει να συνυπολογίσει στις σχέσεις του με το Πεκίνο και την Καμπούλ.
Διεθνή
Γερμανία: Το ρωσικό φυσικό αέριο επιστρέφει έμμεσα μέσω των λιπασμάτων, παρά τους ευρωπαϊκούς δασμούς
Οι εισαγωγές ρωσικών αζωτούχων λιπασμάτων μειώθηκαν κατά 66% το 2025-2026, αλλά παραμένουν 53% υψηλότερες από τα επίπεδα πριν από τον πόλεμο στην Ουκρανία.
Το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία διατηρεί ανταγωνιστικά τα ρωσικά προϊόντα, σύμφωνα με στοιχεία που δημοσίευσε η Berliner Zeitung. Η Γερμανία εξακολουθεί να συνδέεται εμπορικά με το ρωσικό φυσικό αέριο, παρά τις ευρωπαϊκές προσπάθειες περιορισμού της ενεργειακής εξάρτησης από τη Μόσχα.
Αυτή τη φορά, η σύνδεση δεν αφορά αποκλειστικά την άμεση προμήθεια φυσικού αερίου, αλλά τις εισαγωγές λιπασμάτων που παράγονται με τη χρήση ρωσικού αερίου ως πρώτης ύλης και πηγής ενέργειας. Σύμφωνα με δημοσίευμα της γερμανικής εφημερίδας, που βασίζεται σε στοιχεία του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου και του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι εισαγωγές αζώτου μέσω ρωσικών λιπασμάτων μειώθηκαν σημαντικά κατά το 2025-2026. Ωστόσο, εξακολουθούν να βρίσκονται πάνω από τα επίπεδα που καταγράφονταν πριν από τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία.
Τα στοιχεία των εισαγωγών και η σύγκριση με την προπολεμική περίοδο
Το 2025-2026, η Γερμανία εισήγαγε 48.800 τόνους αζώτου μέσω λιπασμάτων ρωσικής προέλευσης. Η ποσότητα αυτή είναι μειωμένη κατά περίπου 66% σε σύγκριση με το προηγούμενο έτος, αλλά παραμένει κατά 53% υψηλότερη από τους 31.800 τόνους που είχαν καταγραφεί το 2020-2021, πριν από τον πόλεμο.
Η εξέλιξη των εισαγωγών δείχνει πόσο έντονη ήταν η αύξηση μετά το 2022. Το 2021-2022 οι εισαγωγές έφτασαν τους 56.800 τόνους αζώτου, ενώ το 2022-2023 εκτοξεύθηκαν στους 185.100 τόνους. Στη συνέχεια καταγράφηκαν 140.200 τόνοι το 2023-2024 και 143.800 τόνοι το 2024-2025, προτού σημειωθεί η μεγάλη υποχώρηση της τελευταίας περιόδου. Τα στοιχεία αφορούν την ποσότητα του αζώτου που περιέχεται στα εισαγόμενα λιπάσματα και όχι το συνολικό βάρος των προϊόντων.
Τα λιπασματικά έτη υπολογίζονται από τον Ιούλιο έως τον Ιούνιο. Η ποσότητα αζώτου που εισήχθη στη Γερμανία μέσω ρωσικής ουρίας μειώθηκε από 71.600 τόνους σε 27.600 τόνους, καταγράφοντας πτώση άνω του 61%. Παρά τη μείωση, η ποσότητα εξακολουθεί να είναι σχεδόν τριπλάσια από τους 9.900 τόνους του 2020-2021. Η συγκεκριμένη εξέλιξη αναδεικνύει το βασικό πρόβλημα της ευρωπαϊκής πολιτικής περιορισμού των εμπορικών δεσμών με τη Ρωσία. Ακόμη και όταν περιορίζονται οι εισαγωγές συγκεκριμένων προϊόντων, οι οικονομικές σχέσεις μπορούν να διατηρούνται μέσω άλλων κατηγοριών αγαθών, ιδιαίτερα όταν αυτά έχουν χαμηλότερο κόστος παραγωγής.
Γιατί οι ρωσικές εισαγωγές παραμένουν ανταγωνιστικές
Καθοριστικός παράγοντας είναι το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία και στην υπόλοιπη Ευρώπη. Η παραγωγή αζωτούχων λιπασμάτων απαιτεί μεγάλες ποσότητες φυσικού αερίου, το οποίο χρησιμοποιείται τόσο ως πρώτη ύλη όσο και ως πηγή ενέργειας. Σύμφωνα με τον Σύνδεσμο Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι ευρωπαϊκοί δασμοί, που τέθηκαν σε ισχύ τον Ιούλιο του 2025, περιόρισαν σημαντικά τις εισαγωγές ρωσικών λιπασμάτων. Ωστόσο, δεν εξάλειψαν το ανταγωνιστικό πλεονέκτημα των ρωσικών προϊόντων. Ο σύνδεσμος επισημαίνει ότι οι υψηλές τιμές ενέργειας δυσκολεύουν τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις να αυξήσουν την εγχώρια παραγωγή και να καλύψουν μεγαλύτερο μέρος των αναγκών της αγοράς. Ως αποτέλεσμα, τα ρωσικά λιπάσματα εξακολουθούν να παραμένουν ελκυστικά, ακόμη και μετά την επιβολή πρόσθετων δασμών.
Παράλληλα, σύμφωνα με τον IVA, είναι πιθανό ορισμένες ποσότητες ρωσικών προϊόντων να φτάνουν στη γερμανική αγορά μέσω άλλων κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το μέγεθος αυτών των έμμεσων εισαγωγών, ωστόσο, δεν μπορεί να προσδιοριστεί με ακρίβεια από τα διαθέσιμα στοιχεία.
Δεν αποδίδονται οι αυξήσεις των τιμών αποκλειστικά στους δασμούς
Το ζήτημα έχει άμεση σημασία για τους Γερμανούς αγρότες, καθώς το κόστος των λιπασμάτων επηρεάζει την παραγωγή και, τελικά, την οικονομική βιωσιμότητα των καλλιεργειών. Ο IVA υποστηρίζει ότι η μείωση των ρωσικών εισαγωγών δεν έχει προκαλέσει μέχρι στιγμής σαφή αύξηση των τιμών εξαιτίας των δασμών. Σύμφωνα με τον σύνδεσμο, η εγχώρια παραγωγική δυναμικότητα και οι εισαγωγές από άλλες χώρες, μεταξύ των οποίων η Αίγυπτος, επαρκούν για την κάλυψη των αναγκών της αγοράς. Την ίδια στιγμή, ο σύνδεσμος αποδίδει τις υψηλές τιμές των λιπασμάτων το 2026 στις διεθνείς ενεργειακές αναταράξεις, στον πόλεμο με το Ιράν και στην κρίση γύρω από τα Στενά του Ορμούζ, παράγοντες που επηρεάζουν το κόστος μεταφοράς και τις παγκόσμιες τιμές ενέργειας και λιπασμάτων.
Οι εκτιμήσεις αυτές αποτελούν τις θέσεις του κλαδικού συνδέσμου και δεν συνιστούν από μόνες τους ανεξάρτητη αξιολόγηση όλων των παραγόντων που διαμορφώνουν τις τιμές.
Νέες πιέσεις για περιορισμό των ρωσικών εισαγωγών
Με αφορμή τα στοιχεία, ο IVA ζητά να εξεταστεί η επιβολή πρόσθετων δασμών στις εισαγωγές καλιούχων λιπασμάτων από τη Ρωσία και τη Λευκορωσία. Το κάλιο αποτελεί βασικό θρεπτικό στοιχείο για τις καλλιέργειες και αντιπροσωπεύει μια ακόμη κατηγορία προϊόντων στην οποία η ευρωπαϊκή αγορά διατηρεί εμπορικές σχέσεις με τις δύο χώρες.
Ο σύνδεσμος εκτιμά ότι η ευρωπαϊκή βιομηχανία μπορεί να καλύψει τις ανάγκες της γεωργίας χωρίς να εξαρτάται από τις συγκεκριμένες εισαγωγές και υποστηρίζει ότι πρόσθετοι δασμοί δεν θα πρέπει να οδηγήσουν αναγκαστικά σε αυξήσεις τιμών. Η συζήτηση, ωστόσο, αποτυπώνει το ευρύτερο δίλημμα της ευρωπαϊκής οικονομικής πολιτικής. Η μείωση της εξάρτησης από τη Ρωσία απαιτεί όχι μόνο εμπορικούς περιορισμούς, αλλά και ανταγωνιστική εγχώρια παραγωγή, προσιτό ενεργειακό κόστος και εναλλακτικές πηγές προμήθειας.
Τα δεδομένα της γερμανικής αγοράς δείχνουν ότι οι δασμοί μπορούν να περιορίσουν σημαντικά τις εισαγωγές, χωρίς όμως να εξαλείψουν αυτομάτως τις οικονομικές σχέσεις που στηρίζονται σε διαφορές κόστους παραγωγής. Για τη Γερμανία και την Ευρωπαϊκή Ένωση, η πρόκληση παραμένει η εξισορρόπηση τριών στόχων: της ενεργειακής και οικονομικής ασφάλειας, της στήριξης της εγχώριας βιομηχανίας και της διατήρησης προσιτού κόστους για τον αγροτικό τομέα.
Με πληροφορίες του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA) και του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου.
-
Αναλύσεις1 μήνα πρινΤο τελεσίγραφο Καλίν την ώρα που η Τουρκία προετοιμάζεται για πόλεμο!
-
Άμυνα3 μήνες πρινΡωσσικό ΜΜΕ: Ελληνικό «μπλόκο» στην απαίτηση για Patriot – Πώς γνωρίζει το Κίεβο απόρρητα στοιχεία για τους πυραύλους μας;
-
ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΜΕ ΣΗΜΑΣΙΑ3 μήνες πρινΠακιστανός με καναδική υπηκοότητα ο υπαίτιος της πυρκαγιάς στον Έβρο! Πιθανόν να μετέφερε μετανάστες
-
GEOPOLITICO1 μήνα πρινΤο διέρρευσε ο Παπαχελάς! Έφεραν τον Καλίν στο Μαξίμου – Τί συζήτησε με τον Μητσοτάκη;
-
Αναλύσεις2 μήνες πρινΚαραγκιούλ: «Αν Ελλάδα, Κύπρος και Ισραήλ επιτεθούν στην Τουρκία, ο χάρτης του Αιγαίου θα αλλάξει»
-
ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΜΕ ΣΗΜΑΣΙΑ2 μήνες πρινΞέσπασμα της μητέρας της Μυρτούς για την υπόθεση Τζαβέντ Ασλάμ: «Δεν ξεχνώ ποτέ» – «Δήμαρχος των Πακιστανών ο Δούκας»
-
GEOPOLITICO4 εβδομάδες πρινΤί λέει Τούρκος δημοσιογράφος για Σάββα Καλεντερίδη; «Έκανε πολύ καλά τη δουλειά του για τη χώρα του – Δεν μπορούσε να τον στριμώξει η ΜİΤ»
-
Αναλύσεις3 μήνες πρινΕάν η Τουρκία απορρίψει τη συμφωνία αποχώρησης από την Κύπρο θα απομακρυνθεί δια της βίας

