Ακολουθήστε μας

Διεθνή

Το Ουκρανικό και η Κύπρος μέσα από τα μάτια 3 πρώην ΥΠΕΞ

Δημοσιεύτηκε στις

Τρεις πρώην υπουργοί της Κύπρου απαντούν στην ερώτηση: Τι στάση πρέπει να κρατήσει η Κύπρος στο Ουκρανικό;

Νικολέττα Κουρούσιη   

Η εισβολή της Ρωσίας στην Ουκρανία και η ένταση μεταξύ Ρωσίας και Δύσης εγκαινιάζει μια νέα εποχή αβεβαιότητας στην Ευρώπη, ενώ αναμένεται να οδηγήσει σε διατάραξη των γεωπολιτικών ισορροπιών και ύφεση της παγκόσμιας οικονομίας.

Την ίδια ώρα, για μικρά κράτη, όπως η Κύπρος, οι προκλήσεις, που αναφύονται σε όλα τα επίπεδα, είναι ακόμη μεγαλύτερες, με την όλη κατάσταση να επιτάσσει προσεκτικούς και επιδέξιους χειρισμούς.

Στο πλαίσιο αυτό συνομιλήσαμε με τους πρώην Υπουργούς Εξωτερικών της Κυπριακής Δημοκρατίας, Νίκο Χριστοδουλίδη, Ερατώ Κοζάκου Μαρκουλλή και Γιώργο Λιλλήκα, οι οποίοι κατέθεσαν στο Philenews τη δική τους οπτική για το φλέγον ζήτημα των ημερών μας και το αντίκτυπο των εξελίξεων για την Κύπρο.

Απαντώντας σε τρεις κοινές ερωτήσεις, οι τρεις έμπειροι πολιτικοί και διπλωμάτες ανέλυσαν το διακύβευμα της κρίσης για Ρωσία, ΗΠΑ και Ευρωπαϊκή Ένωση, ενώ έλαβαν ξεκάθαρη θέση για τη στάση που πρέπει να τηρήσει η Λευκωσία. Παράλληλα αναφέρθηκαν και στη συσχέτιση της ρωσικής εισβολής στην Ουκρανία με την τουρκική εισβολή στην Κύπρο και τις προκλήσεις που αναφύονται για την κυπριακή διπλωματία.

Νίκος Χριστοδουλίδης: «Ανάγκη συνοχής και συνέπειας στον τρόπο αντίδρασης της ΕΕ σε τέτοια θέματα»

-Πώς είδατε τις εξελίξεις στo Ουκρανικό ζήτημα και την κλιμάκωση στην ένταση μεταξύ Ρωσίας και Δύσης; Ποιο το διακύβευμα για Ρωσία, ΗΠΑ και Ευρωπαϊκή Ένωση;

– Αναμφίβολα πρόκειται για μια αρνητικότατη εξέλιξη, που επηρεάζει σοβαρά το διεθνές σύστημα και τις διακρατικές σχέσεις. Ξεκινώντας από την Ρωσία, θεωρώ ότι δεν ανέμενε, στην βάση προηγούμενων εμπειριών, την συγκεκριμένη δυναμική αντίδραση από πλευράς της ΕΕ.

Εστω και αργοπορημένα, η ΕΕ αντέδρασε ορθά, λαμβάνοντας σκληρές αποφάσεις, οι οποίες, όσο προετοιμασμένη και αν ήταν η Μόσχα, σίγουρα θα την επηρεάσουν. Αποφάσεις, που αν λαμβάνονταν, όταν πρωτοξεκίνησε η κρίση στην περιοχή στα τελη του 2000, ενδεχομένως σήμερα να μην είχαμε τις εξελίξεις στην Ουκρανία.

Την ίδια στιγμή, η ΕΕ θα πρέπει να αναπτύξει και μια διπλωματική πρωτοβουλία προς την κατεύθυνση τερματισμού της ρωσικής εισβολής και επίλυση της κρίσης μέσα από τον διάλογο. Οφείλει και μπορεί να το πράξει, λαμβάνοντας υπόψη από τη μια ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες δεν δύνανται να διαδραματίσουν αυτόν τον ρόλο, αλλά και από την άλλη γιατί η ΕΕ και τα κράτη-μέλη θα υποστούν σοβαρότατες συνέπειες από την διαμορφωθείσα κατάσταση. Τυχόν επικράτηση λογικών ψυχρού πολέμου θα είναι ήττα του πολιτισμένου κόσμου, της ανθρωπότητας και η ευθύνη είναι όλων μας.

Είναι επίσης σημαντικό να αναφέρω για την ΕΕ ότι θα κριθεί και στο κατά πόσο θα επιδείξει την ίδια αποφασιστικότητα σε παρόμοιες περιπτώσεις ή εάν η αντίδραση, που είδαμε, ήταν λόγω της ρωσικής εμπλοκής.

Συνοπτικά, θα έλεγα ότι η κρίση στην Ουκρανία προσφέρει τη δυνατότητα για την ΕΕ να διαδραματίσει πρωταγωνιστικό ρόλο, μέσα στο πλαίσιο της επιθυμίας της για μια γεωπολιτική Ένωση με στρατηγική αυτονομία.

-Ποια θεωρείτε την πιο συμφέρουσα στάση στο ζήτημα για την Κυπριακή Δημοκρατία, προκειμένου να έχει τις λιγότερες δυνατές επιπτώσεις από την κρίση;

Όπως προανέφερα, σίγουρα θα υπάρξουν επιπτώσεις, αλλά δεν υπάρχει καμία άλλη επιλογή από την ξεκάθαρη καταδίκη της ρωσικής εισβολής και την παραβίαση της κυριαρχίας και εδαφικής ακεραιότητας της Ουκρανίας. Καθαρές κουβέντες, ειδικότερα αν λάβουμε υπόψη ότι η δική μας χώρα είναι θύμα της τουρκικής εισβολής και συνεχιζόμενης κατοχής.  

Μιλώντας για τις επιπτώσεις της κρίσης και λαμβάνοντας υπόψη ότι οι κυρώσεις της ΕΕ θα επηρεάσουν αναμφίβολα και τα κράτη-μέλη,  θεωρώ είναι αναγκαίο η ΕΕ να προχωρήσει με στοχευμένα μέτρα για άμβλυνση των όποιων επιπτώσεων, όπως έγινε με αφορμή την πανδημία Covid-19, αλλά και το Brexit. Υπάρχει, δηλαδή, ανάγκη η ΕΕ να συνδράμει, ίσως μέσα από την επιδότηση της ενέργειας για νοικοκυριά και επιχειρήσεις βραχυπρόθεσμα, έτσι ώστε να βοηθήσει την ίδια στιγμή την πορεία προς την πράσινη μετάβαση ή ακόμα όπως έπραξε στην περίπτωση της πανδημίας, όπου προσωρινά έγιναν χαλαρώσεις στους κανόνες που αφορούν τις κρατικές ενισχύσεις.

-Υπάρχει παραλληλισμός μεταξύ Ουκρανικού ζητήματος, όπως διαμορφώνεται από την εισβολή της Ρωσίας και του Κυπριακού; Οι εξελίξεις μπορούν να αποτελέσουν ευκαιρία για τη Λευκωσία, προκειμένου  να επαναφέρει το Κυπριακό στη διεθνή πολιτική σκηνή;

-Σίγουρα υπάρχει. Η εισβολή σε οποιανδήποτε χώρα και η παραβίαση της κυριαρχίας και εδαφικής ακεραιότητας της δεν μπορεί να έχει πολλαπλές ερμηνείες και σίγουρα δεν μπορεί να μην καταδικάζεται. Από εκεί και πέρα, κάποιες πτυχές της κρίσης έχουν ένα ιδιαίτερο κυπριακό ενδιαφέρον, πέραν της ανάγκης ξεκάθαρης προσέγγισης και ουσιαστικής καταδίκης περιπτώσεων παραβίασης της κυριαρχίας και εδαφικής ακεραιότητας οποιασδήποτε χώρας.

Το πρώτο αφορά το τι προανέφερα για την ανάγκη συνοχής και συνέπειας στον τρόπο αντίδρασης της ΕΕ σε τέτοια θέματα, ειδικότερα όταν οι παραβιάσεις αφορούν κράτη-μέλη της ΕΕ.

Το δεύτερο αφορά την στάση της Τουρκίας, η οποία επιβεβαιώνει για ακόμη μια φορά τη διαχρονική προσέγγιση της, που συνοψίζεται στο «επιτήδειος ουδέτερος». Είναι μια προσέγγιση, η οποία θα πρέπει να προβληματίσει, ειδικότερα στην ΕΕ και κατά πόσο η εν λόγω συμπεριφορά της Τουρκίας ενισχύεται και από την απροθυμία της ΕΕ να απαντήσει ουσιαστικά σε συμπεριφορές της Άγκυρας, οι οποίες ξεφεύγουν του πλαισίου της διεθνούς νομιμότητας.

Το τρίτο αφορά τον παράγοντα «Ενέργεια» και τον ρόλο που διαδραματίζει στην παρούσα συγκυρία, λαμβάνοντας υπόψη τη μεγάλη εξάρτηση της ΕΕ από την Ρωσική Ομοσπονδία.

Οι εξελίξεις ενισχύουν την ανάγκη για να αναπτυχθούν νέοι ενεργειακοί διάδρομοι για την Ευρώπη και η Ανατολική Μεσόγειος δύναται να είναι μια τέτοια επιλογή. Θα πρέπει από πλευράς Βρυξελλών να δρομολογηθούν πιο ουσιαστικές ενέργειες για επιτάχυνση των σχετικών προοπτικών.

Τα όσα προανέφερα επηρεάζουν, είτε έμμεσα είτε άμεσα, και τις προοπτικές επίλυσης του Κυπριακού. Το ζητούμενο στην παρούσα φάση είναι πώς δημιουργούνται προοπτικές για επανέναρξη ουσιαστικών συνομιλιών, κάτι που αναμφίβολα απαιτεί την ενεργό εμπλοκή του διεθνούς παράγοντα και ειδικότερα της ΕΕ. Η προσοχή της διεθνούς κοινότητας στην παρούσα φάση βρίσκεται αποκλειστικά στις εξελίξεις στην Ουκρανία.

Ερατώ Κοζάκου Μαρκουλλή: «Χωρίς να παραβιάζουμε αρχές, θα πρέπει να κρατήσουμε ορισμένες απαραίτητες ισορροπίες»

-Πώς είδατε τις εξελίξεις στo Ουκρανικό ζήτημα και την κλιμάκωση στην ένταση μεταξύ Ρωσίας και Δύσης; Ποιο το διακύβευμα για Ρωσία, ΗΠΑ και Ευρωπαϊκή Ένωση;

-Μετά την ρωσική εισβολή στην Ουκρανία, η διεθνής τάξη πραγμάτων, που είχε τρωθεί και στο παρελθόν από μονομερείς, εκτός πλαισίου Ηνωμένων Εθνών, επιδρομές, έχει υποστεί ένα ισχυρό και ίσως ανεπανόρθωτο πλήγμα και αυτό αποτελεί μια τραγική διαπίστωση, με απρόβλεπτες συνέπειες για τα μικρά κράτη, τα οποία βασίζουν την επιβίωση και ασφάλεια τους στην τήρηση των κανόνων διεθνούς δικαίου. Εισερχόμαστε επίσης σε μια νέα ψυχροπολεμική περίοδο, που θα ταλανίζει τη διεθνή σκηνή για δεκαετίες.

Οι ενέργειες της Ρωσίας έχουν καταδικαστεί διεθνώς και οι κυρώσεις, που έχουν επιβληθεί, θα προκαλέσουν τεράστιο πλήγμα στην οικονομία της, σε βαθμό που το κόστος των ενεργειών της, έστω και αν επιτύχει στρατιωτικά τους στόχους της, θα έχει τις αντίθετες από τις αναμενόμενες συνέπειες, που θα την κατατρέχουν επί μακρόν.

Η πολιτική απομόνωση της Ρωσίας και ο οικονομικός της στραγγαλισμός μπορεί να εμφανίζονται ως ευνοϊκή εξέλιξη για τις ΗΠΑ, όμως αν δεν τύχουν ορθού και σοφού χειρισμού από την τελευταία, μπορεί να καταλήξουν σε μπούμερανγκ, σπρώχνοντας τη Ρωσία πιο κοντά στην Κίνα, σε μια ενισχυμένη πολιτική, οικονομική και στρατιωτική συμμαχία, με όλες τις συνέπειες που αυτό θα είχε για τις ΗΠΑ, προκαλώντας, όπως έχει λεχθεί από Αμερικανούς αναλυτές, ένα «ευρασιατικό εφιάλτη».

Τέλος, για την Ευρωπαϊκή Ένωση, η οποία βγαίνει συσπειρωμένη από την κρίση, ο αντίκτυπος των κυρώσεων εναντίον της Ρωσίας στις οικονομίες των κρατών μελών, αναμένεται να είναι μεγαλύτερος και ταχύτερος από ό,τι αναμενόταν, κυρίως στις χώρες με την μεγαλύτερη έκθεση στο ρωσικό κεφάλαιο, στους τομείς της ενέργειας, του εμπορίου, τουρισμού και υπηρεσιών, μεταξύ των οποίων και η Κύπρος.

Από την άλλη, όμως, το μεγάλο γεωπολιτικό και γεωστρατηγικό διακύβευμα παραμένει κατά πόσον θα είναι πλέον δυνατή η οικοδόμηση μιας νέας αρχιτεκτονικής ασφάλειας για την Ευρώπη, που θα απαλλάσσει τη Γηραιά ήπειρο από τους εφιάλτες του παρελθόντος.   

-Ποια θεωρείτε την πιο συμφέρουσα στάση στο ζήτημα για την Κυπριακή Δημοκρατία, προκειμένου να έχει τις λιγότερες δυνατές επιπτώσεις από την κρίση;

-Η Κυπριακή Δημοκρατία θα πρέπει να τηρήσει μια θέση αρχών σε όλη τη διάρκεια αυτής της κρίσης, καταδικάζοντας, όπως το έχει πράξει, την κατάφωρη παραβίαση όλων των αρχών του διεθνούς δικαίου από την Ρωσική Ομοσπονδία με την εισβολή της στην Ουκρανία και την αναγνώριση των δύο αποσχισθεισών περιοχών στο Ντονμπάς.

Ο Χάρτης των Ηνωμένων Εθνών, οι αρχές της Διακήρυξης του Ελσίνκι, το ευρωπαϊκό και διεθνές σύστημα προστασίας ανθρωπίνων δικαιωμάτων και οι αρχές και αξίες της Ευρωπαϊκής Ένωσης θα πρέπει να αποτελούν τον οδηγό της συμπεριφοράς και των αποφάσεων μας. Η ασπίδα μας θα πρέπει να παραμείνει το διεθνές δίκαιο, για να μπορούμε να απαιτούμε την ίδια αντιμετώπιση εκ μέρους της διεθνούς κοινότητας και έναντι των τουρκικών παρανομιών και εγκλημάτων που διαπράχθηκαν σε βάρος της Κύπρου.

Από την άλλη, η Ρωσία, που διαχρονικά αποτελούσε χώρα, η οποία στήριξε με συνέπεια τα δίκαια του κυπριακού λαού, όσον αφορά στην αντιμετώπιση του δικού μας προβλήματος, θα συνεχίσει να παραμένει μόνιμο μέλος του Συμβουλίου Ασφαλείας και επομένως, χωρίς να παραβιάζουμε σε καμία περίπτωση αρχές και αξίες, θα πρέπει να κρατήσουμε ορισμένες απαραίτητες ισορροπίες, ακριβώς γιατί αντιμετωπίζουμε ένα Κυπριακό πρόβλημα, που ακόμα αιμορραγεί και παραμένει άλυτο και μια αναθεωρητική Τουρκία με επιθετική συμπεριφορά και επεκτατικές βλέψεις. 

–Υπάρχει παραλληλισμός μεταξύ Ουκρανικού ζητήματος, όπως διαμορφώνεται από την εισβολή της Ρωσίας και του Κυπριακού; Οι εξελίξεις μπορούν να αποτελέσουν ευκαιρία για τη Λευκωσία, προκειμένου  να επαναφέρει το Κυπριακό στη διεθνή πολιτική σκηνή;

-Όχι μόνο υπάρχει παραλληλισμός, αλλά κατά την άποψη μου υπάρχει πλήρης ταύτιση των παράνομων ενεργειών της Ρωσίας στην Ουκρανία με τις παραβιάσεις όλων των αρχών του διεθνούς δικαίου εκ μέρους της Τουρκίας τον Ιούλιο-Αύγουστο του 1974, όταν η τελευταία πραγματοποίησε τη δική της μαζική εισβολή, χρησιμοποιώντας την πανίσχυρη στρατιωτική της δύναμη και υπεροπλία εναντίον του ανεξάρτητου κράτους της Κυπριακής Δημοκρατίας.

 Η Ρωσία αντιγράφει το τουρκικό προηγούμενο, που είχε ως συνέπεια την κατάληψη του 37% του εδάφους της Κυπριακής Δημοκρατίας, την εκδίωξη του ενός τρίτου του Ελληνοκυπριακού πληθυσμού, (που σε αναλογία με το Ουκρανικό θα αντιστοιχούσε σήμερα με 15 εκατομμύρια Ουκρανών προσφύγων), σημαντικές απώλειες κυρίως σε αμάχους, τη δημιουργία ενός τραγικού ανθρωπιστικού προβλήματος, όπως αυτού των αγνοουμένων, το οποίο ακόμα παραμένει άλυτο, τεράστιες υλικές καταστροφές και οικονομικές συνέπειες, όπως και την απόπειρα απόσχισης των κατεχόμενων περιοχών και ανακήρυξη λεγόμενου κράτους, το οποίο αναγνώρισε η κατοχική Τουρκία.

Οποιονδήποτε και αν είναι το πρόσχημα που χρησιμοποιείται από τους εισβολείς, δεν μπορεί με κανένα τρόπο να δικαιολογηθεί η χρήση βίας και η παραβίαση του διεθνούς δικαίου και αυτή είναι η θέση αρχών, από την οποία δεν μπορούμε να αποστασιοποιηθούμε. Είναι γι’ αυτό, που οι σημερινές εξελίξεις στην Ουκρανία μπορούν να αποτελέσουν, (κατά ένα τραγικό αλλά και ταυτόχρονα ουσιαστικό τρόπο), μια ευκαιρία για να υπενθυμίσουμε στη διεθνή κοινότητα ότι η Κυπριακή Δημοκρατία, η οποία καταδικάζει την εισβολή της Ρωσίας και συμμετέχει στις διεθνείς κυρώσεις, αποτελεί και η ίδια, για τα τελευταία 48 χρόνια, θύμα της ίδιας καταπάτησης αρχών και αξιών εκ μέρους της Τουρκίας, η οποία παραμένει κατοχική δύναμη, παραβιάζοντας όλα τα ψηφίσματα του Συμβουλίου Ασφαλείας για το Κυπριακό, χωρίς, όμως, να έχει υποστεί, σε αντίθεση με την Ρωσία, τις οποιεσδήποτε συνέπειες για τα εγκλήματα και τις παρανομίες της.

Υπενθυμίζοντας αυτή την εξόφθαλμη αντίθεση, θα μπορούσαμε να απαιτήσουμε την ενεργοποίηση της διεθνούς κοινότητας για τον τερματισμό της τουρκικής κατοχής και την άσκηση πιέσεων στην Τουρκία για την επίλυση του Κυπριακού, στην βάση των όσων έχουν συμφωνηθεί διαχρονικά και έχουν επικυρωθεί από τον Οργανισμό Ηνωμένων Εθνών. Τα δύο μέτρα και δύο σταθμά εκτρέφουν την τουρκική αδιαλλαξία και πλήττουν την αξιοπιστία της διεθνούς κοινότητας.  

Γιώργος Λιλλήκας: «Θα πρέπει να υπάρξει ολοκληρωμένος πολιτικός σχεδιασμός και στρατηγική»

-Πώς είδατε τις εξελίξεις στo Ουκρανικό ζήτημα και την κλιμάκωση στην ένταση μεταξύ Ρωσίας και Δύσης; Ποιο το διακύβευμα για Ρωσία, ΗΠΑ και Ευρωπαϊκή Ένωση;

– Η εισβολή της Ρωσίας είναι καταδικαστέα, γιατί αποτελεί παραβίαση της κυριαρχίας και της εδαφικής ακεραιότητας μιας ανεξάρτητης χώρας. Εύχομαι να τελειώσει σύντομα ο πόλεμος και να έχει τις λιγότερες απώλειες ανθρωπίνων ζωών.

Με τον πόλεμο αυτό γινόμαστε μάρτυρες μιας παρτίδας γεωπολιτικού και γεωστρατηγικού παιχνιδιού, στο οποίο διακυβεύονται ζητήματα πέραν της ακεραιότητας της Ουκρανίας, με τα μεγάλα θύματα να είναι πρώτα ο oυκρανικός και μετά ο ρωσικός λαός.

Τα αρχικά αιτήματα της Μόσχας ήταν εξασφάλιση εγγυήσεων ότι η Ουκρανία δεν θα ενταχθεί στο ΝΑΤΟ και η προστασία των Ρωσόφωνων της Ανατολικής Ουκρανίας, με την εφαρμογή της Συμφωνίας του Μινσκ, που προέβλεπε κάποιο είδος αυτονομίας. Με το διάγγελμα του, όμως, ο πρόεδρος Πούτιν παρουσίασε μιαν αναθεωρητική προσέγγιση που οδηγούσε στην ακύρωση του Ουκρανικού κράτους. Αυτή η αναθεωρητική προσέγγιση οδήγησε στην αναγνώριση από μέρους της Μόσχας ως ανεξάρτητες τις περιοχές που έλεγχαν οι αυτονομιστές και ενδεχόμενα στη συνέχεια να οδηγήσει σε προσάρτηση των εδαφών της Ανατολικής Ουκρανίας, που ο ρωσικός στρατός θα κατακτήσει.

Θεωρώ ότι η αναθεωρητική αυτή προσέγγιση και το προηγούμενο της προσάρτησης της Κριμαίας, σε συνάρτηση με τη μαζικότητα και την ένταση της στρατιωτικής εισβολής, οδήγησαν σε μιαν άνευ προηγούμενου ενοποιητική αντίδραση της Δύσης. Διαφωνίες και διαφορές ανάμεσα στα κράτη μέλη της ΕΕ, αλλά και ανάμεσα στην ΕΕ και τις ΗΠΑ, έχουν παραμεριστεί και τη θέση τους πήρε ένα ενιαίο μέτωπο.

Για τη Ρωσία, το μεγάλο διακύβευμα είναι η εθνική ασφάλεια, που είναι συνδεδεμένη με την σταδιακή επέκταση του ΝΑΤΟ στις πρώην σοβιετικές χώρες. Η συναντίληψη, που υπήρξε μεταξύ ΝΑΤΟ και Ρωσίας μετά τη διάλυση της Σοβιετικής Ένωσης, παραβιάστηκε. Η Δύση δεν επεδίωξε να ενσωματώσει τη Ρωσία, αλλά αντίθετα διατηρήθηκε το ψυχροπολεμικό κλίμα. Σήμερα η Μόσχα επιδιώκει να συμμετάσχει στη διαμόρφωση μιας νέας ενιαίας ευρωπαϊκής  αρχιτεκτονικής ασφαλείας.

Το διακύβευμα για τις ΗΠΑ είναι η αποδυνάμωση σε όλα τα επίπεδα και σε όλους τους τομείς της Ρωσίας και η ενίσχυση του ΝΑΤΟ.

Από την άλλη, η ΕΕ ίσως μπορέσει μέσα στις νέες τραγικές συνθήκες, που έχουν δημιουργηθεί, να προχωρήσει στην ολοκλήρωση της με τη διαμόρφωση κοινής αμυντικής πολιτικής και τη συγκρότηση ενιαίου ευρωπαϊκού στρατού. Μεγάλο ζητούμενο σε μια τέτοια εξέλιξη θα είναι το κατά πόσο θα διαμορφωθεί ως ανεξάρτητη ή ως συμπληρωματική του ΝΑΤΟ. Εκτιμώ ότι οι ΗΠΑ δεν θα στήριζαν την πρώτη επιλογή.

Υπάρχει κι ένα άλλο διακύβευμα για την ανθρωπότητα και την ειρήνη. Ήρθε η ώρα, εκτιμώ, να αναθεωρηθεί το διεθνές σύστημα ασφαλείας, με συμμετοχικούς όρους, για να καταστεί πιο αποτελεσματικό.  Εδώ πιστεύω είναι η ώρα της ΕΕ να αναλάβει πρωτοβουλίες και πρωταγωνιστικό ρόλο.

–Ποια θεωρείτε την πιο συμφέρουσα στάση στο ζήτημα για την Κυπριακή Δημοκρατία, προκειμένου να έχει τις λιγότερες δυνατές επιπτώσεις από την κρίση;

-Η Κύπρος, ως θύμα εισβολής και κατοχής, που επικαλείται το σεβασμό του διεθνούς δικαίου, για την αποκατάσταση της εδαφικής της ακεραιότητας, δεν μπορούσε να μην καταδικάσει τη ρωσική εισβολή και να μην συνταχθεί με τα υπόλοιπα κράτη της ΕΕ.

Η προσπάθεια κάποιων να αναβιώσουν και να εδραιώσουν για το μέλλον μια νέα αντιπαράθεση μεταξύ Δύσης και Ανατολής δε μας εξυπηρετεί.

Ίσως είναι ευκαιρία να αναθεωρήσουμε το οικονομικό μας μοντέλο, αναπτύσσοντας νέους σύγχρονους παραγωγικούς τομείς, οι οποίοι να είναι, όσο γίνεται βέβαια, λιγότερο ευάλωτοι σε εξωγενείς παράγοντες.

-Υπάρχει παραλληλισμός μεταξύ Ουκρανικού ζητήματος, όπως διαμορφώνεται από την εισβολή της Ρωσίας και του Κυπριακού; Οι εξελίξεις μπορούν να αποτελέσουν ευκαιρία για τη Λευκωσία, προκειμένου να επαναφέρει το Κυπριακό στη διεθνή πολιτική σκηνή;

-Ο βασικός παραλληλισμός αφορά την παραβίαση του διεθνούς δικαίου και της κυριαρχίας ανεξάρτητων κρατών, με επιχείρημα την προστασία μειονοτήτων. Η ομοφωνία που επικράτησε στην ΕΕ και η ένταση των κυρώσεων έχουν δημιουργήσει ένα νέο περιβάλλον με ιδιαίτερη ευαισθησία στα ζητήματα στρατιωτικής εισβολής και κατοχής, που η κυπριακή Κυβέρνηση πρέπει να αξιοποιήσει.

Η άρνηση της Τουρκίας να επιβάλει κυρώσεις στη Ρωσία θα δημιουργήσει νέα προβλήματα στις σχέσεις της με την ΕΕ, γιατί ενώ οι ευρωπαϊκές χώρες θα πληρώνουν οικονομικό κόστος, το επόμενο διάστημα η Τουρκία θα επιχειρήσει να αποκομίσει οικονομικά οφέλη. Κι αυτό πρέπει να αξιοποιηθεί από την κυβέρνηση. Για να έχουμε όμως θετικό και ουσιαστικό αποτέλεσμα στις προσπάθειες μας, θα πρέπει να υπάρξει ολοκληρωμένος πολιτικός σχεδιασμός και στρατηγική.

Μένει να δούμε, βέβαια, κατά πόσο οι Ευρωπαίοι εταίροι μας θα παραμείνουν συνεπείς με τις σημερινές τους θέσεις και δράσεις, όταν το ζήτημα θα αφορά την Τουρκία.

Η επαναφορά του Κυπριακού, ως προβλήματος εισβολής και κατοχής, μπορεί να επιτευχθεί αν παράλληλα με τις ενέργειες μας εντός των ευρωπαϊκών θεσμών και σε επίπεδο διακρατικών σχέσεων ευαισθητοποιήσουμε και τις κοινωνίες. Μετά το ψήφισμα της Γενικής Συνέλευσης του ΟΗΕ, που καταδικάζει την ρωσική εισβολή, αξίζει να μελετήσει η κυβέρνηση τις πιθανότητες επιτυχούς προσφυγής στη Γενική Συνέλευση.

Τέλος να σημειώσω ότι αν η διεθνής κοινότητα δεν αποτρέψει μια ενδεχόμενη προσάρτηση ουκρανικών εδαφών στη Ρωσία, τότε ενδεχόμενα η Τουρκία να ερμηνεύσει ως ευνοϊκό το κλίμα για προσάρτηση των κατεχόμενων μας εδαφών. Γι´αυτό η κυβέρνηση πρέπει να κινηθεί έγκαιρα και προληπτικά.

Φιλελεύθερος

Ο Σταύρος Καλεντερίδης, ξεκίνησε τις σπουδές του στην Αθήνα, σπουδάζοντας Πολιτική Επιστήμη στο Εθνικό Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών. Έπειτα από τέσσερα χρόνια συμμετοχής στα φοιτητικά όργανα συνδιοίκησης της σχολής του και σε διάφορες οργανώσεις νέων, αποφάσισε να συνεχίσει τις σπουδές του στο εξωτερικό. Στη Βοστόνη των Η.Π.Α. ολοκλήρωσε δύο μεταπτυχιακά προγράμματα, στις Διεθνείς Σχέσεις (Αμερικανική εξωτερική πολιτική) και στην Επικοινωνία (Πολιτική Επικοινωνία), ενώ παράλληλα εργάστηκε στο Ελληνικό Προξενείο της Βοστόνης, στη σχολή του ως βοηθός έρευνας και σε δύο πολιτικές καμπάνιες Αμερικανών πολιτικών (Δημοκρατικών – Ρεπουμπλικάνων). Μετά από τρία χρόνια στις Η.Π.Α., άκουσε το κάλεσμα της πατρίδας του και επέστρεψε πίσω με μεγάλο πόθο για προσφορά στην Ελλάδα. Υπήρξε ιδρυτικό μέλος δύο κοινωφελών οργανισμών, του δέλτα – πολιτική επανάσταση (πολιτικός οργανισμός) και της Λεοντίδας (ίδρυμα προώθησης θεμάτων ιστορίας, πολιτισμού και δημοκρατίας). Σήμερα ζει και εργάζεται στην Αθήνα, ασχολείται με διάφορα εγχειρήματα πολιτικής διπλωματίας και δημοκρατίας, γράφει πολιτικά άρθρα, σχολιάζει την επικαιρότητα και συνεχίζει την προσωπική του μελέτη στην ιστορία και την πολιτική φιλοσοφία.

Συνέχεια ανάγνωσης

Αναλύσεις

Η Κίνα βρίσκει δρόμο που παρακάμπτει το Πακιστάν – Ο διάδρομος Ουαχάν αλλάζει τις γεωπολιτικές ισορροπίες

Μία νέα οδική αρτηρία μήκους 121 χιλιομέτρων στο βορειοανατολικό Αφγανιστάν δημιουργεί τις προϋποθέσεις για απευθείας χερσαία σύνδεση με την Κίνα, χωρίς διέλευση από το Πακιστάν. Η ολοκλήρωση του δρόμου στον ιστορικό διάδρομο Ουαχάν αποκτά ιδιαίτερη γεωπολιτική σημασία, καθώς το Πεκίνο αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα ασφαλείας με τις επενδύσεις του στο Πακιστάν, ενώ η Καμπούλ επιδιώκει να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Μία σημαντική εξέλιξη στις χερσαίες μεταφορές και στις γεωπολιτικές ισορροπίες της Κεντρικής Ασίας καταγράφεται στο Αφγανιστάν, με την ολοκλήρωση νέου δρόμου στον στρατηγικής σημασίας διάδρομο Ουαχάν.

Σύμφωνα με ανάλυση του Imran Khurshid που δημοσιεύθηκε στις 9 Οκτωβρίου 2026 στο Asia Times, οι αφγανικές αρχές εγκαινίασαν οδική διαδρομή 121 χιλιομέτρων, η οποία εκτείνεται από την περιοχή Μπρογκίλ έως τα σύνορα με την Κίνα, στην επαρχία Μπανταχσάν.

Το έργο κόστισε περίπου 365 εκατομμύρια αφγάνι, ποσό που αντιστοιχεί σε περίπου 5,5 εκατομμύρια δολάρια.

Κατά τις αφγανικές ανακοινώσεις, κατασκευάστηκε από ντόπιους μηχανικούς και εργαζομένους, χωρίς τη συμμετοχή ξένων τεχνικών συμβούλων.

Η νέα διαδρομή φθάνει στα σινοαφγανικά σύνορα. Αυτό, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι λειτουργεί ήδη πλήρης διεθνής εμπορευματικός διάδρομος, καθώς εξακολουθούν να υπάρχουν σημαντικοί τεχνικοί και συνοριακοί περιορισμοί.

Γιατί ο διάδρομος Ουαχάν έχει στρατηγική σημασία

Ο διάδρομος Ουαχάν αποτελεί μια στενή λωρίδα αφγανικού εδάφους ανάμεσα στο Τατζικιστάν, το Πακιστάν και την Κίνα.

Η γεωγραφική του διαμόρφωση συνδέεται με τον ανταγωνισμό της Βρετανικής και της Ρωσικής Αυτοκρατορίας κατά τον 19ο αιώνα.

Η περιοχή διατηρήθηκε ως ζώνη διαχωρισμού των δύο αυτοκρατορικών σφαιρών επιρροής, αποτελώντας ένα από τα χαρακτηριστικότερα γεωγραφικά κατάλοιπα του λεγόμενου «Μεγάλου Παιχνιδιού».

Σήμερα, η ίδια περιοχή αποκτά νέα σημασία, αυτή τη φορά λόγω της προσπάθειας σύνδεσης της Κίνας με το Αφγανιστάν και ευρύτερα με την Κεντρική Ασία.

Ο δρόμος ανοίγει τη δυνατότητα δημιουργίας μιας εναλλακτικής οδού μεταφορών, περιορίζοντας δυνητικά την ανάγκη διέλευσης από το πακιστανικό έδαφος.

Το πρόβλημα της Κίνας με τον οικονομικό διάδρομο CPEC

Το ενδιαφέρον της εξέλιξης εντοπίζεται κυρίως στην προσπάθεια του Πεκίνου να περιορίσει την εξάρτησή του από ευάλωτες υποδομές.

Ο Οικονομικός Διάδρομος Κίνας–Πακιστάν, γνωστός ως CPEC, αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα προγράμματα της κινεζικής πρωτοβουλίας Belt and Road.

Μέσω του συγκεκριμένου σχεδίου, η Κίνα επιχειρεί να ενισχύσει τις εμπορικές και ενεργειακές συνδέσεις της με τη Νότια Ασία και την Αραβική Θάλασσα.

Ωστόσο, η υλοποίηση των έργων έχει αντιμετωπίσει σοβαρές δυσκολίες.

Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, οργανώσεις αυτονομιστών έχουν πραγματοποιήσει επανειλημμένες επιθέσεις εναντίον κινεζικών συμφερόντων, εγκαταστάσεων και εργαζομένων.

Οι επιθέσεις αυτές έχουν επιβαρύνει την ασφάλεια των υποδομών και έχουν αυξήσει το κόστος προστασίας των κινεζικών επενδύσεων.

Παράλληλα, έχουν διατυπωθεί καταγγελίες για καθυστερήσεις, κακοδιαχείριση και προβλήματα διαφάνειας σε επιμέρους προγράμματα του CPEC.

Η εδαφική διαμάχη με την Ινδία

Μια επιπλέον γεωπολιτική δυσκολία συνδέεται με τη διέλευση του CPEC από το Γκιλγκίτ–Μπαλτιστάν.

Η περιοχή διοικείται από το Πακιστάν, αλλά διεκδικείται από την Ινδία, στο πλαίσιο της ευρύτερης διαμάχης για το Κασμίρ.

Το Νέο Δελχί έχει αντιταχθεί επανειλημμένα σε έργα που διέρχονται από εδάφη τα οποία θεωρεί τμήμα της δικής του επικράτειας.

Αυτό σημαίνει ότι ο οικονομικός διάδρομος Κίνας–Πακιστάν δεν αποτελεί μόνο αναπτυξιακό πρόγραμμα, αλλά συνδέεται με μία από τις πιο ευαίσθητες εδαφικές αντιπαραθέσεις της Ασίας.

Η δημιουργία εναλλακτικών διαδρομών μέσω του Αφγανιστάν θα μπορούσε μακροπρόθεσμα να προσφέρει στο Πεκίνο μεγαλύτερη ευελιξία.

Δεν υπάρχει, πάντως, ένδειξη ότι ο δρόμος του Ουαχάν μπορεί σήμερα να αντικαταστήσει τις μεγάλες μεταφορικές υποδομές του CPEC.

Η Καμπούλ επιχειρεί να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ

Για την κυβέρνηση των Ταλιμπάν, το έργο έχει και μία σαφή πολιτική διάσταση.

Το Αφγανιστάν εξαρτάται σε σημαντικό βαθμό από συνοριακές διαβάσεις και μεταφορικούς άξονες που περνούν από το Πακιστάν.

Οι επανειλημμένες εντάσεις ανάμεσα στις δύο χώρες έχουν προκαλέσει κλείσιμο συνοριακών περασμάτων, διακοπές εμπορικών ροών και επιβάρυνση της αφγανικής οικονομίας.

Μια εναλλακτική χερσαία διέξοδος προς την Κίνα θα μπορούσε, εφόσον αναπτυχθεί και καταστεί λειτουργική, να μειώσει τη δυνατότητα του Πακιστάν να χρησιμοποιεί τη γεωγραφική του θέση ως μέσο πίεσης προς την Καμπούλ.

Η αφγανική πλευρά αντιμετωπίζει το έργο ως σημαντική υποδομή οικονομικής και στρατηγικής αυτονομίας.

Η στάση της Κίνας και της Ρωσίας

Παρά την προοπτική άμεσης σύνδεσης, το Πεκίνο δεν έχει εγκαταλείψει τον οικονομικό διάδρομο CPEC ούτε έχει ανακοινώσει ότι ο Ουαχάν θα τον αντικαταστήσει.

Η Κίνα εξακολουθεί να διατηρεί σημαντικά οικονομικά και στρατηγικά συμφέροντα στο Πακιστάν.

Αντίστοιχα, η Ρωσία ενδιαφέρεται για τη σταθερότητα του Αφγανιστάν και για την ανάπτυξη νέων δικτύων επικοινωνίας στην Κεντρική Ασία.

Η δημιουργία περισσότερων επιλογών διασύνδεσης ενδέχεται να περιορίσει την αποκλειστική σημασία ορισμένων παραδοσιακών μεταφορικών διαδρομών.

Η πραγματική αξία του Ουαχάν θα εξαρτηθεί από τη βελτίωση των οδικών υποδομών, τη λειτουργία συνοριακών και τελωνειακών εγκαταστάσεων, τις καιρικές συνθήκες και τις πολιτικές αποφάσεις της Κίνας.

Το μήνυμα προς το Πακιστάν

Η νέα διαδρομή αναδεικνύει μια σημαντική γεωπολιτική πραγματικότητα: η γεωγραφική θέση ενός κράτους προσφέρει στρατηγικά πλεονεκτήματα, αλλά η αξιοποίησή τους εξαρτάται από την ασφάλεια και την αξιοπιστία των μεταφορικών του δικτύων.

Το Πακιστάν εξακολουθεί να αποτελεί κρίσιμο εταίρο της Κίνας, ιδιαίτερα στο πλαίσιο του CPEC.

Ταυτόχρονα, όμως, η αστάθεια, οι επιθέσεις σε κινεζικά συμφέροντα και οι αντιπαραθέσεις με το Αφγανιστάν δημιουργούν κίνητρα αναζήτησης εναλλακτικών επιλογών.

Ο διάδρομος Ουαχάν δεν έχει ακόμη μετατραπεί σε μεγάλο εμπορικό πέρασμα. Η κατασκευή του δρόμου, ωστόσο, καταδεικνύει ότι το Αφγανιστάν επιχειρεί να αποκτήσει πρόσθετες διεθνείς συνδέσεις και ότι η αποκλειστική εξάρτηση από το Πακιστάν δεν αποτελεί πλέον τη μοναδική γεωγραφική επιλογή.

Για το Ισλαμαμπάντ, η εξέλιξη αποτελεί μια νέα στρατηγική παράμετρο που θα πρέπει να συνυπολογίσει στις σχέσεις του με το Πεκίνο και την Καμπούλ.

Συνέχεια ανάγνωσης

Διεθνή

Γερμανία: Το ρωσικό φυσικό αέριο επιστρέφει έμμεσα μέσω των λιπασμάτων, παρά τους ευρωπαϊκούς δασμούς

Δημοσιεύτηκε

στις

Οι εισαγωγές ρωσικών αζωτούχων λιπασμάτων μειώθηκαν κατά 66% το 2025-2026, αλλά παραμένουν 53% υψηλότερες από τα επίπεδα πριν από τον πόλεμο στην Ουκρανία.

Το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία διατηρεί ανταγωνιστικά τα ρωσικά προϊόντα, σύμφωνα με στοιχεία που δημοσίευσε η Berliner Zeitung. Η Γερμανία εξακολουθεί να συνδέεται εμπορικά με το ρωσικό φυσικό αέριο, παρά τις ευρωπαϊκές προσπάθειες περιορισμού της ενεργειακής εξάρτησης από τη Μόσχα.

Αυτή τη φορά, η σύνδεση δεν αφορά αποκλειστικά την άμεση προμήθεια φυσικού αερίου, αλλά τις εισαγωγές λιπασμάτων που παράγονται με τη χρήση ρωσικού αερίου ως πρώτης ύλης και πηγής ενέργειας. Σύμφωνα με δημοσίευμα της γερμανικής εφημερίδας, που βασίζεται σε στοιχεία του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου και του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι εισαγωγές αζώτου μέσω ρωσικών λιπασμάτων μειώθηκαν σημαντικά κατά το 2025-2026. Ωστόσο, εξακολουθούν να βρίσκονται πάνω από τα επίπεδα που καταγράφονταν πριν από τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία.

Τα στοιχεία των εισαγωγών και η σύγκριση με την προπολεμική περίοδο

Το 2025-2026, η Γερμανία εισήγαγε 48.800 τόνους αζώτου μέσω λιπασμάτων ρωσικής προέλευσης. Η ποσότητα αυτή είναι μειωμένη κατά περίπου 66% σε σύγκριση με το προηγούμενο έτος, αλλά παραμένει κατά 53% υψηλότερη από τους 31.800 τόνους που είχαν καταγραφεί το 2020-2021, πριν από τον πόλεμο.

Η εξέλιξη των εισαγωγών δείχνει πόσο έντονη ήταν η αύξηση μετά το 2022. Το 2021-2022 οι εισαγωγές έφτασαν τους 56.800 τόνους αζώτου, ενώ το 2022-2023 εκτοξεύθηκαν στους 185.100 τόνους. Στη συνέχεια καταγράφηκαν 140.200 τόνοι το 2023-2024 και 143.800 τόνοι το 2024-2025, προτού σημειωθεί η μεγάλη υποχώρηση της τελευταίας περιόδου. Τα στοιχεία αφορούν την ποσότητα του αζώτου που περιέχεται στα εισαγόμενα λιπάσματα και όχι το συνολικό βάρος των προϊόντων.

Τα λιπασματικά έτη υπολογίζονται από τον Ιούλιο έως τον Ιούνιο. Η ποσότητα αζώτου που εισήχθη στη Γερμανία μέσω ρωσικής ουρίας μειώθηκε από 71.600 τόνους σε 27.600 τόνους, καταγράφοντας πτώση άνω του 61%. Παρά τη μείωση, η ποσότητα εξακολουθεί να είναι σχεδόν τριπλάσια από τους 9.900 τόνους του 2020-2021. Η συγκεκριμένη εξέλιξη αναδεικνύει το βασικό πρόβλημα της ευρωπαϊκής πολιτικής περιορισμού των εμπορικών δεσμών με τη Ρωσία. Ακόμη και όταν περιορίζονται οι εισαγωγές συγκεκριμένων προϊόντων, οι οικονομικές σχέσεις μπορούν να διατηρούνται μέσω άλλων κατηγοριών αγαθών, ιδιαίτερα όταν αυτά έχουν χαμηλότερο κόστος παραγωγής.

Γιατί οι ρωσικές εισαγωγές παραμένουν ανταγωνιστικές

Καθοριστικός παράγοντας είναι το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία και στην υπόλοιπη Ευρώπη. Η παραγωγή αζωτούχων λιπασμάτων απαιτεί μεγάλες ποσότητες φυσικού αερίου, το οποίο χρησιμοποιείται τόσο ως πρώτη ύλη όσο και ως πηγή ενέργειας. Σύμφωνα με τον Σύνδεσμο Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι ευρωπαϊκοί δασμοί, που τέθηκαν σε ισχύ τον Ιούλιο του 2025, περιόρισαν σημαντικά τις εισαγωγές ρωσικών λιπασμάτων. Ωστόσο, δεν εξάλειψαν το ανταγωνιστικό πλεονέκτημα των ρωσικών προϊόντων. Ο σύνδεσμος επισημαίνει ότι οι υψηλές τιμές ενέργειας δυσκολεύουν τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις να αυξήσουν την εγχώρια παραγωγή και να καλύψουν μεγαλύτερο μέρος των αναγκών της αγοράς. Ως αποτέλεσμα, τα ρωσικά λιπάσματα εξακολουθούν να παραμένουν ελκυστικά, ακόμη και μετά την επιβολή πρόσθετων δασμών.

Παράλληλα, σύμφωνα με τον IVA, είναι πιθανό ορισμένες ποσότητες ρωσικών προϊόντων να φτάνουν στη γερμανική αγορά μέσω άλλων κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το μέγεθος αυτών των έμμεσων εισαγωγών, ωστόσο, δεν μπορεί να προσδιοριστεί με ακρίβεια από τα διαθέσιμα στοιχεία.

Δεν αποδίδονται οι αυξήσεις των τιμών αποκλειστικά στους δασμούς

Το ζήτημα έχει άμεση σημασία για τους Γερμανούς αγρότες, καθώς το κόστος των λιπασμάτων επηρεάζει την παραγωγή και, τελικά, την οικονομική βιωσιμότητα των καλλιεργειών. Ο IVA υποστηρίζει ότι η μείωση των ρωσικών εισαγωγών δεν έχει προκαλέσει μέχρι στιγμής σαφή αύξηση των τιμών εξαιτίας των δασμών. Σύμφωνα με τον σύνδεσμο, η εγχώρια παραγωγική δυναμικότητα και οι εισαγωγές από άλλες χώρες, μεταξύ των οποίων η Αίγυπτος, επαρκούν για την κάλυψη των αναγκών της αγοράς. Την ίδια στιγμή, ο σύνδεσμος αποδίδει τις υψηλές τιμές των λιπασμάτων το 2026 στις διεθνείς ενεργειακές αναταράξεις, στον πόλεμο με το Ιράν και στην κρίση γύρω από τα Στενά του Ορμούζ, παράγοντες που επηρεάζουν το κόστος μεταφοράς και τις παγκόσμιες τιμές ενέργειας και λιπασμάτων.

Οι εκτιμήσεις αυτές αποτελούν τις θέσεις του κλαδικού συνδέσμου και δεν συνιστούν από μόνες τους ανεξάρτητη αξιολόγηση όλων των παραγόντων που διαμορφώνουν τις τιμές.

Νέες πιέσεις για περιορισμό των ρωσικών εισαγωγών

Με αφορμή τα στοιχεία, ο IVA ζητά να εξεταστεί η επιβολή πρόσθετων δασμών στις εισαγωγές καλιούχων λιπασμάτων από τη Ρωσία και τη Λευκορωσία. Το κάλιο αποτελεί βασικό θρεπτικό στοιχείο για τις καλλιέργειες και αντιπροσωπεύει μια ακόμη κατηγορία προϊόντων στην οποία η ευρωπαϊκή αγορά διατηρεί εμπορικές σχέσεις με τις δύο χώρες.

Ο σύνδεσμος εκτιμά ότι η ευρωπαϊκή βιομηχανία μπορεί να καλύψει τις ανάγκες της γεωργίας χωρίς να εξαρτάται από τις συγκεκριμένες εισαγωγές και υποστηρίζει ότι πρόσθετοι δασμοί δεν θα πρέπει να οδηγήσουν αναγκαστικά σε αυξήσεις τιμών. Η συζήτηση, ωστόσο, αποτυπώνει το ευρύτερο δίλημμα της ευρωπαϊκής οικονομικής πολιτικής. Η μείωση της εξάρτησης από τη Ρωσία απαιτεί όχι μόνο εμπορικούς περιορισμούς, αλλά και ανταγωνιστική εγχώρια παραγωγή, προσιτό ενεργειακό κόστος και εναλλακτικές πηγές προμήθειας.

Τα δεδομένα της γερμανικής αγοράς δείχνουν ότι οι δασμοί μπορούν να περιορίσουν σημαντικά τις εισαγωγές, χωρίς όμως να εξαλείψουν αυτομάτως τις οικονομικές σχέσεις που στηρίζονται σε διαφορές κόστους παραγωγής. Για τη Γερμανία και την Ευρωπαϊκή Ένωση, η πρόκληση παραμένει η εξισορρόπηση τριών στόχων: της ενεργειακής και οικονομικής ασφάλειας, της στήριξης της εγχώριας βιομηχανίας και της διατήρησης προσιτού κόστους για τον αγροτικό τομέα.

Με πληροφορίες του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA) και του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου.

Συνέχεια ανάγνωσης

Αναλύσεις

Πακιστάν: Μειώθηκαν οι τρομοκρατικές επιθέσεις, αλλά αυξάνονται οι απειλές – Αντάρτικες οργανώσεις αναπτύσσουν νέες τακτικές και στρατολογούν γυναίκες

Η νέα έκθεση του Pakistan Institute for Conflict and Security Studies (PICSS) αποκαλύπτει ένα αντιφατικό περιβάλλον ασφαλείας: Λιγότερες επιθέσεις και θύματα, αλλά αναδιοργάνωση ένοπλων ομάδων, χρήση drones, εσωτερικές συγκρούσεις και αυξανόμενη αστάθεια στο Μπαλουχιστάν. Η πολιτική κρίση επιβαρύνει την προσπάθεια αντιμετώπισης της τρομοκρατίας.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Μια εξαιρετικά σύνθετη εικόνα για την ασφάλεια στο Πακιστάν αποτυπώνει η νέα εβδομαδιαία ανάλυση του Pakistan Institute for Conflict and Security Studies (PICSS), η οποία δημοσιεύθηκε στις 10 Οκτωβρίου 2026. Παρά τη μείωση των επιθέσεων από ένοπλες οργανώσεις κατά την πρώτη εβδομάδα του μήνα, οι εξελίξεις στο εσωτερικό των εξτρεμιστικών και αυτονομιστικών ομάδων δημιουργούν σοβαρά ερωτήματα για την πραγματική αποτελεσματικότητα των επιχειρήσεων ασφαλείας.

Η έκθεση με τίτλο «Pakistan’s Security Paradox: Militant Attacks Decline as Militant Groups Signal New Developments» καταγράφει υποχώρηση των επιθέσεων, αλλά παράλληλα εντοπίζει ενδείξεις οργανωτικής αναδιάρθρωσης, νέων επιχειρησιακών μεθόδων και εντατικοποίησης της προπαγανδιστικής δραστηριότητας.

Μείωση 18% στις επιθέσεις – Παραμένει σοβαρή η απειλή

Σύμφωνα με το PICSS, από τις 2 έως τις 8 Οκτωβρίου καταγράφηκαν συνολικά 46 επιθέσεις ενόπλων οργανώσεων στο Πακιστάν, έναντι 56 την αμέσως προηγούμενη εβδομάδα.

Η μείωση ανέρχεται στο 18%, ενώ αισθητή είναι και η υποχώρηση του αριθμού των θυμάτων.

Οι νεκροί μειώθηκαν από 52 σε 42 και οι τραυματίες από 53 σε 23.

Ωστόσο, η εικόνα δεν είναι ομοιόμορφη σε ολόκληρη τη χώρα.

Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, όπου δραστηριοποιούνται ιδιαίτερα ενεργές αυτονομιστικές οργανώσεις, οι απώλειες αυξήθηκαν παρά τη μείωση του αριθμού των επιθέσεων.

Το στοιχείο αυτό δημιουργεί προβληματισμό για το κατά πόσον οι ένοπλες ομάδες μεταβάλλουν τις τακτικές τους, πραγματοποιώντας λιγότερες αλλά δυνητικά πιο φονικές επιχειρήσεις.

Οι Πακιστανοί Ταλιμπάν αλλάζουν τακτική – Drones και ελεύθεροι σκοπευτές

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν οι εξελίξεις στο εσωτερικό της Tehrik-i-Taliban Pakistan (TTP), της οργάνωσης που είναι γνωστή ως Πακιστανοί Ταλιμπάν.

Σύμφωνα με την ανάλυση, η TTP επέβαλε περιορισμούς στη χρήση των μέσων κοινωνικής δικτύωσης από τα μέλη της.

Η συγκεκριμένη απόφαση αποκτά σημασία σε μια περίοδο κατά την οποία οι ένοπλες οργανώσεις χρησιμοποιούν τις ψηφιακές πλατφόρμες τόσο για προπαγάνδα όσο και για την προβολή των επιχειρησιακών τους δυνατοτήτων.

Την ίδια στιγμή, η TTP δημοσιοποίησε οπτικό υλικό στο οποίο υποστηρίζει ότι καταγράφονται επιθέσεις με τετρακόπτερα μη επανδρωμένα αεροσκάφη και ενέργειες ελεύθερων σκοπευτών.

Οι ισχυρισμοί αυτοί δεν συνιστούν ανεξάρτητη επιβεβαίωση της αποτελεσματικότητας ή της έκτασης χρήσης των συγκεκριμένων μέσων.

Παρ’ όλα αυτά, η προβολή τέτοιων επιχειρήσεων εντάσσεται σε μια ευρύτερη προσπάθεια των οργανώσεων να παρουσιάσουν εικόνα τεχνολογικής προσαρμογής και να ενισχύσουν την επιρροή τους.

Εσωτερικές συγκρούσεις στις ένοπλες οργανώσεις

Την ίδια περίοδο, η Jamaat-ul-Ahrar, οργάνωση που έχει συνδεθεί με το δίκτυο των Πακιστανών Ταλιμπάν, ανακοίνωσε ότι πραγματοποίησε 122 επιθέσεις κατά τη διάρκεια του Σεπτεμβρίου.

Πρόκειται για αριθμό που προέρχεται από τους ισχυρισμούς της ίδιας της οργάνωσης και δεν πρέπει να συγχέεται με τα ανεξάρτητα καταγεγραμμένα περιστατικά του PICSS.

Παράλληλα, αναφέρθηκαν αιματηρές συγκρούσεις ανάμεσα σε μαχητές της Jamaat-ul-Ahrar και αντίπαλης φράξιας της TTP στην περιοχή Ορακζάι.

Οι πληροφορίες αυτές αναδεικνύουν ένα επιπλέον πρόβλημα για την ασφάλεια του Πακιστάν: τον κατακερματισμό του περιβάλλοντος των ενόπλων οργανώσεων.

Οι εσωτερικές συγκρούσεις ενδέχεται να αποδυναμώνουν προσωρινά ορισμένα δίκτυα, αλλά μπορούν επίσης να προκαλέσουν νέες αντιπαραθέσεις, ανακατατάξεις και αποσχίσεις.

Μπαλουχιστάν: Ένοπλη γυναικεία μονάδα και κλιμάκωση της προπαγάνδας

Σημαντικές εξελίξεις καταγράφονται και στο Μπαλουχιστάν, την επαρχία του νοτιοδυτικού Πακιστάν που συνορεύει με το Ιράν και το Αφγανιστάν και έχει στρατηγική σημασία λόγω των φυσικών πόρων και της πρόσβασής της στην Αραβική Θάλασσα.

Το Balochistan Liberation Front (BLF), μία από τις οργανώσεις που επιδιώκουν την ανεξαρτησία του Μπαλουχιστάν, δημοσιοποίησε υλικό για τη συγκρότηση νέου γυναικείου ένοπλου σχηματισμού.

Η συγκεκριμένη κίνηση προβάλλεται από την οργάνωση ως οργανωτική εξέλιξη. Δεν υπάρχουν, ωστόσο, επαρκή ανεξάρτητα στοιχεία στο δημόσιο απόσπασμα της έκθεσης για τον αριθμό των μελών ή τις πραγματικές επιχειρησιακές δυνατότητες της νέας μονάδας.

Παράλληλα, ο Balochistan Liberation Army (BLA), άλλη σημαντική αυτονομιστική ένοπλη οργάνωση, απέρριψε κατηγορίες περί συνεργασίας με την TTP.

Ο BLA δημοσιοποίησε επίσης οπτικό υλικό από επιχειρήσεις που ισχυρίζεται ότι πραγματοποίησαν μέλη του.

Άλλες οργανώσεις των Μπαλούχων προχώρησαν σε ανάλογες κινήσεις, προβάλλοντας τη δράση τους και διατυπώνοντας ισχυρισμούς για δραστηριότητες συλλογής πληροφοριών.

Οι εξελίξεις καταδεικνύουν ότι η σύγκρουση στο Μπαλουχιστάν δεν περιορίζεται στις ένοπλες επιθέσεις, αλλά περιλαμβάνει και έναν παράλληλο αγώνα επιρροής, επικοινωνίας και πολιτικής νομιμοποίησης.

Πολιτική κρίση και αντιτρομοκρατία

Πέρα από την ένοπλη βία, η έκθεση του PICSS επισημαίνει ότι η εσωτερική πολιτική αστάθεια δυσχεραίνει τη διαμόρφωση αποτελεσματικής πολιτικής ασφαλείας.

Η κατάρρευση των διαπραγματεύσεων μεταξύ της κυβέρνησης και του Pakistan Tehreek-e-Insaf (PTI), του κόμματος που ίδρυσε ο πρώην πρωθυπουργός Ιμράν Χαν, περιπλέκει τις προσπάθειες συντονισμού στην επαρχία Χάιμπερ Παχτούνχβα.

Η περιοχή αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα μέτωπα της δράσης των Πακιστανών Ταλιμπάν, λόγω της εγγύτητάς της με το Αφγανιστάν και της μακρόχρονης παρουσίας ένοπλων δικτύων.

Οι πολιτικές αντιπαραθέσεις μεταξύ κεντρικής κυβέρνησης και αντιπολίτευσης μπορούν να δυσχεράνουν τον συντονισμό, τη διοικητική συνεργασία και τη διαμόρφωση κοινής στρατηγικής για την αντιμετώπιση της τρομοκρατίας.

Το πρόβλημα αποκτά ιδιαίτερη σημασία όταν συνδυάζεται με την ανάγκη προστασίας παραμεθόριων περιοχών και αντιμετώπισης οργανώσεων με διασυνοριακές διασυνδέσεις.

Αφγανιστάν, Ινδία και περιφερειακές αμυντικές συμφωνίες

Οι προκλήσεις που αντιμετωπίζει το Ισλαμαμπάντ δεν περιορίζονται στο εσωτερικό της χώρας.

Οι σχέσεις με το Αφγανιστάν παραμένουν κρίσιμος παράγοντας ασφαλείας, καθώς το Πακιστάν αποδίδει σε ένοπλα δίκτυα που δρουν από αφγανικό έδαφος σημαντικό μέρος των επιθέσεων εναντίον του.

Την ίδια στιγμή, η αντιπαράθεση με την Ινδία εξακολουθεί να επηρεάζει τον στρατηγικό σχεδιασμό των πακιστανικών ενόπλων δυνάμεων.

Στο περιφερειακό περιβάλλον προστίθενται οι νέες αμυντικές διευθετήσεις και οι προσπάθειες του Πακιστάν να διατηρήσει ή να ενισχύσει τις στρατηγικές του συνεργασίες.

Η συνύπαρξη εσωτερικών απειλών, πολιτικής αβεβαιότητας και εξωτερικών δεσμεύσεων δημιουργεί αυξημένες απαιτήσεις για τον στρατιωτικό μηχανισμό και τις υπηρεσίες ασφαλείας.

Οι αριθμοί δεν λένε ολόκληρη την ιστορία

Η εβδομαδιαία έκθεση του PICSS θέτει ένα ουσιαστικό ερώτημα: αποτελεί η μείωση των τρομοκρατικών επιθέσεων ένδειξη βελτίωσης της ασφάλειας ή πρόκειται για προσωρινή υποχώρηση της βίας, ενώ οι οργανώσεις αναπροσαρμόζουν τις τακτικές και τις δομές τους;

Η απάντηση δεν μπορεί να προκύψει αποκλειστικά από την καταμέτρηση των επιθέσεων.

Η χρήση νέων επιχειρησιακών μέσων, οι εσωτερικές διαμάχες, η συγκρότηση νέων ένοπλων σχηματισμών και η αυξημένη προπαγανδιστική δραστηριότητα συνθέτουν μια εικόνα που απαιτεί διαρκή παρακολούθηση.

Άλλωστε, τα στοιχεία του PICSS για ολόκληρο τον Σεπτέμβριο είχαν καταγράψει 225 επιθέσεις, τον υψηλότερο μηνιαίο αριθμό εδώ και δώδεκα χρόνια, γεγονός που αναδεικνύει τη σοβαρότητα της κατάστασης παρά την πρόσφατη εβδομαδιαία υποχώρηση.

Το Πακιστάν βρίσκεται αντιμέτωπο με μια πολυεπίπεδη κρίση ασφαλείας, στην οποία αλληλεπιδρούν τζιχαντιστικές οργανώσεις, αυτονομιστικά κινήματα, πολιτικές αντιπαραθέσεις και περιφερειακοί ανταγωνισμοί.

Η μείωση της συχνότητας των επιθέσεων αποτελεί θετική ένδειξη σε επίπεδο εβδομαδιαίων στατιστικών. Δεν αρκεί, όμως, από μόνη της για να αποδείξει ότι οι απειλές περιορίζονται σε βάθος χρόνου.

Το κρίσιμο ζήτημα για το Ισλαμαμπάντ δεν είναι μόνο πόσες επιθέσεις καταγράφονται, αλλά κατά πόσον το κράτος μπορεί να αντιμετωπίσει τις οργανώσεις που εξακολουθούν να διαθέτουν δυνατότητα στρατολόγησης, προσαρμογής και πραγματοποίησης νέων επιχειρήσεων.

Συνέχεια ανάγνωσης

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ

GEOPOLITICO7 λεπτά πριν

Σοβαρή καταγγελία για το Σαχτάρ-ΑΕΚ! Χειρονομίες Τούρκων οπαδών προς τους Έλληνες – Συνελήφθησαν αστραπιαία από την αγγλική αστυνομία

Οι Τούρκοι βρέθηκαν στο Λονδίνο για τον προπονητή της ουκρανικής ομάδας Αρντά Τουράν, ο οποίος ακούγεται για τον πάγκο της...

GEOPOLITICO36 λεπτά πριν

Η Ευρώπη γνωρίζει, αλλά κάνει τα στραβά μάτια! Το διπλό παιχνίδι της Τουρκίας με Χαμάς και ισλαμιστικά δίκτυα

Η Ευρώπη δεν μπορεί να απαιτεί διαφάνεια από τους αιτούντες επιχορηγήσεων, ενώ παράλληλα αντιμετωπίζει την εξουσία της Άγκυρας επί των...

Αναλύσεις1 ώρα πριν

Η ελευθερία της έκφρασης στην Τουρκία του Ερντογάν: Λουκέτα, καταλήψεις τηλεοπτικών σταθμών και φίμωση του Τύπου

Από τις εφημερίδες Zaman και Bugün μέχρι τους τηλεοπτικούς σταθμούς TELE1 και Halk TV, η Τουρκία μετρά μια δεκαετία μαζικών...

GEOPOLITICO2 ώρες πριν

«Ελευθερία» Λονδίνου: Αδιέξοδο στο Κυπριακό, νέα εποχή στις σχέσεις Βρετανίας–ΕΕ και τα μηνύματα Ρούμπιο προς την Τουρκία

Στο επίκεντρο του νέου φύλλου της ομογενειακής εφημερίδας η αμετακίνητη στάση της τουρκικής πλευράς στο Κυπριακό, οι πολιτικές εξελίξεις στο...

GEOPOLITICO2 ώρες πριν

Αρμενία–Ινδία: Στο τραπέζι παραγωγή Pinaka Mk2 – Τα ανοίγματα σε ΕΕ και ΗΠΑ

Συζητήσεις για παραγωγή ινδικών πυραύλων στην Αρμενία, στενότερες σχέσεις με την Ευρωπαϊκή Ένωση και επαφές στην Ουάσιγκτον συνθέτουν την ατζέντα...

Δημοφιλή