Ακολουθήστε μας

Διεθνή

Το τρελό μωσαϊκό της ενεργειακής κρίσης

Δημοσιεύτηκε στις

Η εισβολή της Ρωσίας στην Ουκρανία άλλαξε τους ρυθμούς λήψης απαοφάσεων της Ε.Ε.

Η εισβολή της Ρωσίας στην Ουκρανία έχει λειτουργήσει ως ένας απίστευτος επιταχυντής αποφάσεων της Ε.Ε. στον τομέα της ενέργειας. Σκέψεις και στόχοι που συζητούνται για δεκαετίες, αλλά δεν υλοποιούνται, ξαφνικά παίρνουν σάρκα και οστά μέσα σε λίγες ημέρες. Η οδυνηρή αποκάλυψη του τι σημαίνει γεωπολιτικά η κατά 40% εξάρτηση της Ε.Ε. από το ρωσικό φυσικό αέριο (Φ.Α.), έχει ενεργοποιήσει όλα τα αντανακλαστικά κυβερνήσεων και κοινωνιών για να αποκτήσουμε επιτέλους την ευρωπαϊκή στρατηγική μας αυτάρκεια. Ως παρεπόμενο, αλλά πιθανά με ακόμη χειρότερες συνέπειες για τις κοινωνίες, η διαφαινόμενη «κόλαση» της επισιτιστικής ανεπάρκειας, της πείνας και των πιθανών κοινωνικών αναταράξεων και κυμάτων μετανάστευσης από χώρες που επηρεάζονται άμεσα από την τροφοδοσία τους με σιτάρι από Ρωσία και Ουκρανία. Πακιστάν, Μπαγκλαντές, Αίγυπτος, ολόκληρη η Αφρική και η ΝΑ Ασία κινδυνεύουν να βγουν εκτός ελέγχου.

Οι Ευρωπαίοι πρωθυπουργοί δεν έχουν βρει ακόμη τον αναγκαίο συντονισμό για ένωση των αποσπασματικών δυνάμεών τους σε ενιαία δύναμη πυρός διαπραγμάτευσης και προμήθειας Φ.Α. Ο ευρωπαϊκός Νότος, με πρωτοβουλία και της Ελλάδας, έχει διαμορφώσει μια ρεαλιστική δέσμη προτάσεων, που όμως δεν γίνονται δεκτές από τις βόρειες χώρες. Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή πρόσφατα δημοσίευσε κατάλογο προτάσεων, όμως ο άμεσος στόχος για μείωση μέσα στο 2022 κατά 2/3 των εισαγωγών ρωσικού αερίου (από 155, στα 50 bcm/έτος), είναι προφανώς εξαιρετικά φιλόδοξος.

Η ανακοινωθείσα συμφωνία Ε.Ε. – ΗΠΑ για τροφοδοσία της Ευρώπης αρχικά με 15 bcm/έτος (με στόχο τα 50 bcm/έτος έως το 2030) με αμερικανικό LNG, σε αντικατάσταση της αντίστοιχης ρωσικής ποσότητας, βοηθάει αποφασιστικά σ’ αυτή την κατεύθυνση, παράλληλα με την υποστήριξη της ακόμα ταχύτερης πράσινης μετάβασης. Οι αντίστοιχες ελληνικές υποδομές μπορούν να αποτελέσουν σημαντικό κρίκο αυτής της αλυσίδας τροφοδοσίας. Το ολλανδικό χρηματιστήριο Φ.Α. TTF λειτουργεί ως ένας τρελός ανεξέλεγκτος μηχανισμός ανεβοκατεβάσματος τιμών 100% μέσα στην ίδια μέρα, καθιστώντας απολύτως απαραίτητη τη θεσμική παρέμβαση σε πανευρωπαϊκό επίπεδο με μέτρα, όπως π.χ. το πλαφόν στις τιμές χονδρικής. Ο ευρωπαϊκός στόχος να είναι γεμάτες κατά 80% μέχρι τον Νοέμβριο οι 140 αποθήκες φυσικού αερίου της Ε.Ε., σε σημερινές τιμές κοστίζει περίπου 160 δισ. ευρώ. Η ανακοίνωση Πούτιν ότι θα δέχεται πληρωμές μόνο σε ρούβλια έχει προκαλέσει νέα αναστάτωση στις αγορές. Δεδομένου ότι η χρήση του αερίου γίνεται κατά 1/3 στον ηλεκτρισμό, 1/3 στη θέρμανση κτιρίων, 1/3 στη βιομηχανία, προφανώς μόνο στον ηλεκτρισμό μπορούν να υπάρξουν μέτρα άμεσης εφαρμογής, όπως π.χ. επανεκκίνηση μονάδων με λιγνίτη ή πετρέλαιο. Το «μπαζούκα» της ευρωπαϊκής άμυνας, η κοινή προμήθεια αερίου, θα χρειαστεί να αντιμετωπίσει επιπλέον ζητήματα, όπως το καθεστώς λειτουργίας των υπόγειων αποθηκών (πολλές ανήκουν στη ρωσική Gazprom) και οι αντιδράσεις μεγάλων καταναλωτών, όπως Κίνα, Ινδία, Ιαπωνία, από την εκτροπή από τις δικές τους αγορές τόσο σημαντικών προμηθειών LNG.

Ομως, δεν υπάρχει αδιέξοδο εάν υπάρξει λύση με κοινή, αποφασιστική ευρωπαϊκή αντιμετώπιση σε προμήθειες και αποθήκευση, γενναία φορολόγηση των «ουρανοκατέβατων» υπερκερδών της ηλεκτροπαραγωγής με παράλληλη παρέμβαση και ρυθμίσεις στις αγορές, εφαρμογή πλαφόν, μεγιστοποίηση δράσεων εξοικονόμησης και ανάπτυξης ανανεώσιμων πηγών, επανέναρξη αξιοποίησης κοιτασμάτων αερίου στα κράτη-μέλη της Ε.Ε.

Η ελληνική παρέμβαση

Η Ευρώπη, παρότι σχεδιάζει να χρησιμοποιεί μέχρι το 2050 ως μεταβατικό καύσιμο το Φ.Α., παρατηρούσε αδιάφορη τα τελευταία 10 χρόνια τη δική της παραγωγή να μειώνεται από 25% της συνολικής κατανάλωσης στο 9%, χωρίς μείωση της αντίστοιχης ρωσικής εξάρτησης. Αντίθετα, χώρες όπως η Γερμανία, είχαν εμπιστευτεί την ενεργειακή τους ασφάλεια στην τροφοδοσία από τους ρωσικούς αγωγούς Nord Stream I και ΙΙ. Τον τελευταίο χρόνο όλα άλλαξαν. Η Νορβηγία ανακοινώνει κέρδη από υδρογονάνθρακες 158 δισ. ευρώ, αύξηση παραγωγής 9%, 40 νέα «πηγάδια» το 2022. Η Δανία συνεχίζει τις γεωτρήσεις πετρελαίου έως το 2050. Η Ολλανδία βάζει ξανά μπροστά την εκμετάλλευση του γιγαντιαίου κοιτάσματος Γκρόνινγκεν. Η Βρετανία ανακοινώνει την αξιοποίηση και της τελευταίας σταγόνας υδρογονανθράκων. Η γειτονική Ιταλία αποφασίζει την επανενεργοποίηση των δεκάδων εξεδρών γεωτρήσεων της Αδριατικής.

Ο Ελληνας πρωθυπουργός ανακοινώνει εξελίξεις στις έρευνες υδρογονανθράκων στη χώρα μας. Η Εθνική Διαχειριστική Εταιρεία Υδρογονανθράκων (ΕΔΕΥ) ανακοινώνει ότι οι γεωλογικές δομές σε Ιόνιο και Ν-ΝΔ Κρήτης θα μπορούσαν να φιλοξενούν αποθέματα έως 2.000 bcm (με την Ελλάδα να καταναλώνει 6 bcm/έτος), με αξία της τάξης των 250 δισ.

Το εκτός πραγματικότητας non paper του Στέιτ Ντιπάρτμεντ για δήθεν μη βιωσιμότητα του αγωγού EastMed είναι εξαφανισμένο. Τα 5,2 δισ. κόστους του αγωγού μοιάζουν παρωνυχίδα μπροστά στις εκατοντάδες δισ. για αντιμετώπιση της εξωφρενικής κερδοσκοπίας των αγορών αερίου. Οι 36 μήνες για την κατασκευή του και η εξασφάλιση περίπου 15 bcm/έτος από τα κοιτάσματα της Ανατ. Μεσογείου, με την πιθανή προσθήκη των ελληνικών σε Ιόνιο και Νότια Κρήτη, επιβεβαιώνουν την προοπτική λειτουργίας της περιοχής μας ως της μοναδικής νέας πηγής τροφοδοσίας της Ε.Ε.

Ο άμεσος στόχος για μείωση μέσα στο 2022 κατά 2/3 των εισαγωγών ρωσικού αερίου είναι εξαιρετικά φιλόδοξος.

Διπλασιασμός μεταφορικής ικανότητας TA, συν λειτουργία ελληνοβουλγαρικού IGB, συν FSRU Αλεξανδρούπολης, συν αναβαθμισμένη Ρεβυθούσα, συν FSRU Διώρυγα GAS, συν EastMed μπορούν να αθροίσουν το 20% των εισαγωγών ρωσικού Φ.Α. στην Ε.Ε., που μάλιστα προέρχεται από τρεις διαφορετικές πηγές (Κασπία, Ανατ. Μεσόγειος, LNG-ΗΠΑ).

Επιπλέον, τα δύο καλώδια Ισραήλ – Ελλάδας και Αιγύπτου – Ελλάδας βάζουν την Ελλάδα δυναμικά στον χάρτη των χωρών μεταφοράς πράσινου ηλεκτρισμού από Ασία και Αφρική προς Ευρώπη, αναβαθμίζοντας τη χώρα στον συνολικό ενεργειακό ευρωπαϊκό χάρτη.

Ας προσγειωθούμε τώρα σε μέτρα άμεσης αποτελεσματικότητας στην Ελλάδα. Μια χώρα που από το 2014 είναι η 6η καλύτερη στον κόσμο στην κατά κεφαλήν παραγωγή φωτοβολταϊκής ενέργειας, η 7η καλύτερη στην Ε.Ε. στην παραγωγή αιολικής ενέργειας, ενώ από το 2013 εφαρμόζει το 2ο καλύτερο «Εξοικονομώ» και η οποία με το τρέχον φιλόδοξο πρόγραμμα του Ταμείου Ανάκαμψης πιθανά θα βελτιώσει στα παραπάνω ακόμη περισσότερο τη θέση της.

Ο θερμοσίφωνας σε ένα μέσο νοικοκυριό καταναλώνει το 20% του οικιακού ρεύματος. Ο ταπεινός ηλιακός θερμοσίφωνας μπορεί να αποτελέσει μια κορυφαία εθνική (αλλά και πανευρωπαϊκή) δράση για μείωση της εξάρτησης από τρίτες χώρες. Με κόστος μόλις 1.000 ευρώ για μια τετραμελή οικογένεια, εξοικονομεί το 20% του οικιακού ρεύματος, καταλαμβάνει τον μισό χώρο από το αντίστοιχο φωτοβολταϊκό, λειτουργεί χωρίς κόστος για 25 χρόνια, εξοικονομεί την ίδια ποσότητα διοξειδίου του άνθρακα όπως ένα ηλεκτρικό αυτοκίνητο. Πρόκειται για τη φθηνότερη εναλλακτική λύση σε χρήση οικιακού ζεστού νερού. Ηδη από το 2011 έχουμε εντάξει τους ηλιακούς θερμοσίφωνες στο πρόγραμμα «Εξοικονομώ κατ’ οίκον», αλλά αυτό δεν φτάνει. Οι εγκατεστημένοι σήμερα ηλιακοί θερμοσίφωνες στην Ελλάδα είναι περίπου 1.000.000, ενώ άλλες 5.000.000 κατοικίες δεν διαθέτουν ηλιακό. Εάν θέλουμε να μειώσουμε άμεσα κατά 20% τους λογαριασμούς ηλεκτρικού αυτών των 5.000.000 ελληνικών νοικοκυριών και ταυτόχρονα να δημιουργήσουμε άλλες 3.500 θέσεις εργασίας, πρέπει να προχωρήσουμε σε γενναία επιδότηση έως 70% της εγκατάστασης νέων και αντικατάστασης των παλιών ηλιακών θερμοσιφώνων. Πολύ περισσότερο τώρα, που προβλέπεται ενίσχυση με 100 εκατ. ευρώ για αντικατάσταση σύγχρονων, ενεργειακά οικονομικότερων λευκών οικιακών συσκευών, που όμως όλες κατασκευάζονται στο εξωτερικό.

Δεύτερο αποτελεσματικό, κοινωνικά δίκαιο και μάλιστα διαρθρωτικού χαρακτήρα πράσινο μέτρο, που μπορεί να μειώσει κατά 60% το μεγαλύτερο κόστος καλλιέργειας, το ενεργειακό κόστος άρδευσης σε 300.000 Ελληνες αγρότες, αποτελεί η ρύθμιση που νομοθετήσαμε το 2014 (για τους 400 Γενικούς – Τοπικούς Οργανισμούς Εγγείων Βελτιώσεων (ΓΟΕΒ/ΤΟΕΒ) να μπορούν κατά προτεραιότητα όλων των άλλων ιδιωτικών αιτήσεων να αδειοδοτηθούν για να εγκαταστήσουν φωτοβολταϊκά πάνελ. Αυτοί οι 400 ΓΟΕΒ/ΤΟΕΒ αποτελούν τις μοναδικές υπαρκτές ενεργειακές κοινότητες της χώρας, που ήδη εδώ και αρκετές δεκαετίες λειτουργούν, καταναλώνουν ενέργεια, έχουν διοικήσεις, γενικές συνελεύσεις και ΑΦΜ. Συνολικά, οι ΤΟΕΒ της χώρας καταναλώνουν κάθε χρόνο περίπου 200 GWh, ενώ λόγω αδυναμίας αποπληρωμής χρωστούν σήμερα στη ΔΕΗ πάνω από 65.000.000. Δεδομένου ότι οι ίδιοι οι αγρότες των ΓΟΕΒ/ΤΟΕΒ μπορούν πολύ εύκολα να βρουν στον τόπο τους γη χαμηλής παραγωγικότητας, προκειμένου να εγκαταστήσουν μικρές αποκεντρωμένες μονάδες φωτοβολταϊκών, ώστε σε ελάχιστους μήνες να μειώσουν το υψηλό ενεργειακό τους κόστος κατά τουλάχιστον 60%, απαιτείται να διαμορφωθεί ειδική δράση στο Πρόγραμμα Αγροτικής Ανάπτυξης (ΠΑΑ) για επιδότηση έως 70%. Στο πλαίσιο του Green Deal και της νέας ΚΑΠ «από το χωράφι στο πιάτο», ιδιαίτερα σήμερα στο μέσο της ενεργειακής και ενόψει της πιθανής επισιτιστικής κρίσης, μια τέτοια δράση θα ήταν εξαιρετικά καλοδεχούμενη και από όλα τα ευρωπαϊκά χρηματοδοτικά σχήματα.

Περιττεύει να επαναλάβουμε για πολλοστή φορά την ανάγκη άμεσης δρομολόγησης δύο ακόμη σημαντικών ενεργειακών παρεμβάσεων: α) της υπόγειας αποθήκης Φ.Α. στη Νότια Καβάλα, την οποία έχουμε εντάξει από το 2013 στα ευρωπαϊκά χρηματοδοτούμενα προγράμματα PCIs και σήμερα θα αποδείκνυε τη χρησιμότητά της όσο ποτέ άλλοτε, και β) την έμφραξη του έτοιμου υδροηλεκτρικού φράγματος της Μεσοχώρας, αξίας 500 εκατ. που ακόμη δεν λειτουργεί.

Στο απάνθρωπο και τρελό μωσαϊκό της ουκρανικής τραγωδίας, της ενεργειακής κρίσης και της επαπειλούμενης πείνας, πρέπει να απαντήσουμε με αποτελεσματικότητα, αποφασιστικότητα και επίγνωση ότι μαγικές λύσεις δεν υπάρχουν.

* Ο κ. Γιάννης Μανιάτης είναι καθηγητής στο Πανεπιστήμιο Πειραιώς, πρώην υπουργός Περιβάλλοντος, Ενέργειας και Κλιματικής Αλλαγής.

Πηγή: Καθημερινή

Ο Σταύρος Καλεντερίδης, ξεκίνησε τις σπουδές του στην Αθήνα, σπουδάζοντας Πολιτική Επιστήμη στο Εθνικό Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών. Έπειτα από τέσσερα χρόνια συμμετοχής στα φοιτητικά όργανα συνδιοίκησης της σχολής του και σε διάφορες οργανώσεις νέων, αποφάσισε να συνεχίσει τις σπουδές του στο εξωτερικό. Στη Βοστόνη των Η.Π.Α. ολοκλήρωσε δύο μεταπτυχιακά προγράμματα, στις Διεθνείς Σχέσεις (Αμερικανική εξωτερική πολιτική) και στην Επικοινωνία (Πολιτική Επικοινωνία), ενώ παράλληλα εργάστηκε στο Ελληνικό Προξενείο της Βοστόνης, στη σχολή του ως βοηθός έρευνας και σε δύο πολιτικές καμπάνιες Αμερικανών πολιτικών (Δημοκρατικών – Ρεπουμπλικάνων). Μετά από τρία χρόνια στις Η.Π.Α., άκουσε το κάλεσμα της πατρίδας του και επέστρεψε πίσω με μεγάλο πόθο για προσφορά στην Ελλάδα. Υπήρξε ιδρυτικό μέλος δύο κοινωφελών οργανισμών, του δέλτα – πολιτική επανάσταση (πολιτικός οργανισμός) και της Λεοντίδας (ίδρυμα προώθησης θεμάτων ιστορίας, πολιτισμού και δημοκρατίας). Σήμερα ζει και εργάζεται στην Αθήνα, ασχολείται με διάφορα εγχειρήματα πολιτικής διπλωματίας και δημοκρατίας, γράφει πολιτικά άρθρα, σχολιάζει την επικαιρότητα και συνεχίζει την προσωπική του μελέτη στην ιστορία και την πολιτική φιλοσοφία.

Συνέχεια ανάγνωσης

Διεθνή

Προειδοποίηση της Ελβετίας: Το υψηλό ευρωπαϊκό χρέος θα μπορούσε να πυροδοτήσει μια κρίση του ευρώ

Τα αυξανόμενα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη και πέραν αυτής εγκυμονούν κινδύνους για την οικονομική σταθερότητα και θα μπορούσαν να πυροδοτήσουν μια κρίση του ευρώ, δήλωσε την Παρασκευή η Ελβετίδα υπουργός Οικονομικών, Κάριν Κέλερ-Σούτερ.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Τα αυξανόμενα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη και πέραν αυτής εγκυμονούν κινδύνους για την οικονομική σταθερότητα και θα μπορούσαν να πυροδοτήσουν μια κρίση του ευρώ, δήλωσε την Παρασκευή η Ελβετίδα υπουργός Οικονομικών, Κάριν Κέλερ-Σούτερ.

Μιλώντας στον ελβετικό δημόσιο ραδιοτηλεοπτικό φορέα SRF, στην Μπανγκόκ —στο περιθώριο των ετήσιων συναντήσεων του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου και της Παγκόσμιας Τράπεζας—, η Κέλερ-Σούτερ ανέφερε ότι και οι τιμές της ενέργειας εντείνουν τις ανησυχίες μεταξύ των υπευθύνων χάραξης πολιτικής.

Η Ελβετία διαθέτει ένα από τα χαμηλότερα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη, ωστόσο η Κέλερ-Σούτερ τόνισε ότι, στο τρέχον περιβάλλον, είναι σημαντικό να εξετάζεται η ευρύτερη εικόνα.

«Είμαστε τόσο στενά διασυνδεδεμένοι σε διεθνές επίπεδο, ώστε καθιστάμεθα επίσης ευάλωτοι, για παράδειγμα, στην περίπτωση που προκύψει κρίση χρέους εξαιτίας του δημόσιου χρέους μεγάλων χωρών. Σκέφτομαι συγκεκριμένα τις Ηνωμένες Πολιτείες, αλλά και την Ευρώπη. Υπάρχει η περίπτωση της Γαλλίας — κάτι που θα μπορούσε να οδηγήσει σε κρίση του ευρώ», δήλωσε η Κέλερ-Σούτερ στο δίκτυο SRF.

Το δημόσιο χρέος της Γαλλίας, τα δημοσιονομικά ελλείμματα και η υποτονική οικονομική ανάπτυξη έχουν εντείνει τις ανησυχίες για την κατάσταση των δημόσιων οικονομικών της, καθώς ο πολιτικός κατακερματισμός έχει καταστήσει πιο περίπλοκες τις προσπάθειες δημοσιονομικής εξυγίανσης.

 

Συνέχεια ανάγνωσης

Αναλύσεις

Η Κίνα βρίσκει δρόμο που παρακάμπτει το Πακιστάν – Ο διάδρομος Ουαχάν αλλάζει τις γεωπολιτικές ισορροπίες

Μία νέα οδική αρτηρία μήκους 121 χιλιομέτρων στο βορειοανατολικό Αφγανιστάν δημιουργεί τις προϋποθέσεις για απευθείας χερσαία σύνδεση με την Κίνα, χωρίς διέλευση από το Πακιστάν. Η ολοκλήρωση του δρόμου στον ιστορικό διάδρομο Ουαχάν αποκτά ιδιαίτερη γεωπολιτική σημασία, καθώς το Πεκίνο αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα ασφαλείας με τις επενδύσεις του στο Πακιστάν, ενώ η Καμπούλ επιδιώκει να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Μία σημαντική εξέλιξη στις χερσαίες μεταφορές και στις γεωπολιτικές ισορροπίες της Κεντρικής Ασίας καταγράφεται στο Αφγανιστάν, με την ολοκλήρωση νέου δρόμου στον στρατηγικής σημασίας διάδρομο Ουαχάν.

Σύμφωνα με ανάλυση του Imran Khurshid που δημοσιεύθηκε στις 9 Οκτωβρίου 2026 στο Asia Times, οι αφγανικές αρχές εγκαινίασαν οδική διαδρομή 121 χιλιομέτρων, η οποία εκτείνεται από την περιοχή Μπρογκίλ έως τα σύνορα με την Κίνα, στην επαρχία Μπανταχσάν.

Το έργο κόστισε περίπου 365 εκατομμύρια αφγάνι, ποσό που αντιστοιχεί σε περίπου 5,5 εκατομμύρια δολάρια.

Κατά τις αφγανικές ανακοινώσεις, κατασκευάστηκε από ντόπιους μηχανικούς και εργαζομένους, χωρίς τη συμμετοχή ξένων τεχνικών συμβούλων.

Η νέα διαδρομή φθάνει στα σινοαφγανικά σύνορα. Αυτό, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι λειτουργεί ήδη πλήρης διεθνής εμπορευματικός διάδρομος, καθώς εξακολουθούν να υπάρχουν σημαντικοί τεχνικοί και συνοριακοί περιορισμοί.

Γιατί ο διάδρομος Ουαχάν έχει στρατηγική σημασία

Ο διάδρομος Ουαχάν αποτελεί μια στενή λωρίδα αφγανικού εδάφους ανάμεσα στο Τατζικιστάν, το Πακιστάν και την Κίνα.

Η γεωγραφική του διαμόρφωση συνδέεται με τον ανταγωνισμό της Βρετανικής και της Ρωσικής Αυτοκρατορίας κατά τον 19ο αιώνα.

Η περιοχή διατηρήθηκε ως ζώνη διαχωρισμού των δύο αυτοκρατορικών σφαιρών επιρροής, αποτελώντας ένα από τα χαρακτηριστικότερα γεωγραφικά κατάλοιπα του λεγόμενου «Μεγάλου Παιχνιδιού».

Σήμερα, η ίδια περιοχή αποκτά νέα σημασία, αυτή τη φορά λόγω της προσπάθειας σύνδεσης της Κίνας με το Αφγανιστάν και ευρύτερα με την Κεντρική Ασία.

Ο δρόμος ανοίγει τη δυνατότητα δημιουργίας μιας εναλλακτικής οδού μεταφορών, περιορίζοντας δυνητικά την ανάγκη διέλευσης από το πακιστανικό έδαφος.

Το πρόβλημα της Κίνας με τον οικονομικό διάδρομο CPEC

Το ενδιαφέρον της εξέλιξης εντοπίζεται κυρίως στην προσπάθεια του Πεκίνου να περιορίσει την εξάρτησή του από ευάλωτες υποδομές.

Ο Οικονομικός Διάδρομος Κίνας–Πακιστάν, γνωστός ως CPEC, αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα προγράμματα της κινεζικής πρωτοβουλίας Belt and Road.

Μέσω του συγκεκριμένου σχεδίου, η Κίνα επιχειρεί να ενισχύσει τις εμπορικές και ενεργειακές συνδέσεις της με τη Νότια Ασία και την Αραβική Θάλασσα.

Ωστόσο, η υλοποίηση των έργων έχει αντιμετωπίσει σοβαρές δυσκολίες.

Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, οργανώσεις αυτονομιστών έχουν πραγματοποιήσει επανειλημμένες επιθέσεις εναντίον κινεζικών συμφερόντων, εγκαταστάσεων και εργαζομένων.

Οι επιθέσεις αυτές έχουν επιβαρύνει την ασφάλεια των υποδομών και έχουν αυξήσει το κόστος προστασίας των κινεζικών επενδύσεων.

Παράλληλα, έχουν διατυπωθεί καταγγελίες για καθυστερήσεις, κακοδιαχείριση και προβλήματα διαφάνειας σε επιμέρους προγράμματα του CPEC.

Η εδαφική διαμάχη με την Ινδία

Μια επιπλέον γεωπολιτική δυσκολία συνδέεται με τη διέλευση του CPEC από το Γκιλγκίτ–Μπαλτιστάν.

Η περιοχή διοικείται από το Πακιστάν, αλλά διεκδικείται από την Ινδία, στο πλαίσιο της ευρύτερης διαμάχης για το Κασμίρ.

Το Νέο Δελχί έχει αντιταχθεί επανειλημμένα σε έργα που διέρχονται από εδάφη τα οποία θεωρεί τμήμα της δικής του επικράτειας.

Αυτό σημαίνει ότι ο οικονομικός διάδρομος Κίνας–Πακιστάν δεν αποτελεί μόνο αναπτυξιακό πρόγραμμα, αλλά συνδέεται με μία από τις πιο ευαίσθητες εδαφικές αντιπαραθέσεις της Ασίας.

Η δημιουργία εναλλακτικών διαδρομών μέσω του Αφγανιστάν θα μπορούσε μακροπρόθεσμα να προσφέρει στο Πεκίνο μεγαλύτερη ευελιξία.

Δεν υπάρχει, πάντως, ένδειξη ότι ο δρόμος του Ουαχάν μπορεί σήμερα να αντικαταστήσει τις μεγάλες μεταφορικές υποδομές του CPEC.

Η Καμπούλ επιχειρεί να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ

Για την κυβέρνηση των Ταλιμπάν, το έργο έχει και μία σαφή πολιτική διάσταση.

Το Αφγανιστάν εξαρτάται σε σημαντικό βαθμό από συνοριακές διαβάσεις και μεταφορικούς άξονες που περνούν από το Πακιστάν.

Οι επανειλημμένες εντάσεις ανάμεσα στις δύο χώρες έχουν προκαλέσει κλείσιμο συνοριακών περασμάτων, διακοπές εμπορικών ροών και επιβάρυνση της αφγανικής οικονομίας.

Μια εναλλακτική χερσαία διέξοδος προς την Κίνα θα μπορούσε, εφόσον αναπτυχθεί και καταστεί λειτουργική, να μειώσει τη δυνατότητα του Πακιστάν να χρησιμοποιεί τη γεωγραφική του θέση ως μέσο πίεσης προς την Καμπούλ.

Η αφγανική πλευρά αντιμετωπίζει το έργο ως σημαντική υποδομή οικονομικής και στρατηγικής αυτονομίας.

Η στάση της Κίνας και της Ρωσίας

Παρά την προοπτική άμεσης σύνδεσης, το Πεκίνο δεν έχει εγκαταλείψει τον οικονομικό διάδρομο CPEC ούτε έχει ανακοινώσει ότι ο Ουαχάν θα τον αντικαταστήσει.

Η Κίνα εξακολουθεί να διατηρεί σημαντικά οικονομικά και στρατηγικά συμφέροντα στο Πακιστάν.

Αντίστοιχα, η Ρωσία ενδιαφέρεται για τη σταθερότητα του Αφγανιστάν και για την ανάπτυξη νέων δικτύων επικοινωνίας στην Κεντρική Ασία.

Η δημιουργία περισσότερων επιλογών διασύνδεσης ενδέχεται να περιορίσει την αποκλειστική σημασία ορισμένων παραδοσιακών μεταφορικών διαδρομών.

Η πραγματική αξία του Ουαχάν θα εξαρτηθεί από τη βελτίωση των οδικών υποδομών, τη λειτουργία συνοριακών και τελωνειακών εγκαταστάσεων, τις καιρικές συνθήκες και τις πολιτικές αποφάσεις της Κίνας.

Το μήνυμα προς το Πακιστάν

Η νέα διαδρομή αναδεικνύει μια σημαντική γεωπολιτική πραγματικότητα: η γεωγραφική θέση ενός κράτους προσφέρει στρατηγικά πλεονεκτήματα, αλλά η αξιοποίησή τους εξαρτάται από την ασφάλεια και την αξιοπιστία των μεταφορικών του δικτύων.

Το Πακιστάν εξακολουθεί να αποτελεί κρίσιμο εταίρο της Κίνας, ιδιαίτερα στο πλαίσιο του CPEC.

Ταυτόχρονα, όμως, η αστάθεια, οι επιθέσεις σε κινεζικά συμφέροντα και οι αντιπαραθέσεις με το Αφγανιστάν δημιουργούν κίνητρα αναζήτησης εναλλακτικών επιλογών.

Ο διάδρομος Ουαχάν δεν έχει ακόμη μετατραπεί σε μεγάλο εμπορικό πέρασμα. Η κατασκευή του δρόμου, ωστόσο, καταδεικνύει ότι το Αφγανιστάν επιχειρεί να αποκτήσει πρόσθετες διεθνείς συνδέσεις και ότι η αποκλειστική εξάρτηση από το Πακιστάν δεν αποτελεί πλέον τη μοναδική γεωγραφική επιλογή.

Για το Ισλαμαμπάντ, η εξέλιξη αποτελεί μια νέα στρατηγική παράμετρο που θα πρέπει να συνυπολογίσει στις σχέσεις του με το Πεκίνο και την Καμπούλ.

Συνέχεια ανάγνωσης

Διεθνή

Γερμανία: Το ρωσικό φυσικό αέριο επιστρέφει έμμεσα μέσω των λιπασμάτων, παρά τους ευρωπαϊκούς δασμούς

Δημοσιεύτηκε

στις

Οι εισαγωγές ρωσικών αζωτούχων λιπασμάτων μειώθηκαν κατά 66% το 2025-2026, αλλά παραμένουν 53% υψηλότερες από τα επίπεδα πριν από τον πόλεμο στην Ουκρανία.

Το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία διατηρεί ανταγωνιστικά τα ρωσικά προϊόντα, σύμφωνα με στοιχεία που δημοσίευσε η Berliner Zeitung. Η Γερμανία εξακολουθεί να συνδέεται εμπορικά με το ρωσικό φυσικό αέριο, παρά τις ευρωπαϊκές προσπάθειες περιορισμού της ενεργειακής εξάρτησης από τη Μόσχα.

Αυτή τη φορά, η σύνδεση δεν αφορά αποκλειστικά την άμεση προμήθεια φυσικού αερίου, αλλά τις εισαγωγές λιπασμάτων που παράγονται με τη χρήση ρωσικού αερίου ως πρώτης ύλης και πηγής ενέργειας. Σύμφωνα με δημοσίευμα της γερμανικής εφημερίδας, που βασίζεται σε στοιχεία του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου και του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι εισαγωγές αζώτου μέσω ρωσικών λιπασμάτων μειώθηκαν σημαντικά κατά το 2025-2026. Ωστόσο, εξακολουθούν να βρίσκονται πάνω από τα επίπεδα που καταγράφονταν πριν από τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία.

Τα στοιχεία των εισαγωγών και η σύγκριση με την προπολεμική περίοδο

Το 2025-2026, η Γερμανία εισήγαγε 48.800 τόνους αζώτου μέσω λιπασμάτων ρωσικής προέλευσης. Η ποσότητα αυτή είναι μειωμένη κατά περίπου 66% σε σύγκριση με το προηγούμενο έτος, αλλά παραμένει κατά 53% υψηλότερη από τους 31.800 τόνους που είχαν καταγραφεί το 2020-2021, πριν από τον πόλεμο.

Η εξέλιξη των εισαγωγών δείχνει πόσο έντονη ήταν η αύξηση μετά το 2022. Το 2021-2022 οι εισαγωγές έφτασαν τους 56.800 τόνους αζώτου, ενώ το 2022-2023 εκτοξεύθηκαν στους 185.100 τόνους. Στη συνέχεια καταγράφηκαν 140.200 τόνοι το 2023-2024 και 143.800 τόνοι το 2024-2025, προτού σημειωθεί η μεγάλη υποχώρηση της τελευταίας περιόδου. Τα στοιχεία αφορούν την ποσότητα του αζώτου που περιέχεται στα εισαγόμενα λιπάσματα και όχι το συνολικό βάρος των προϊόντων.

Τα λιπασματικά έτη υπολογίζονται από τον Ιούλιο έως τον Ιούνιο. Η ποσότητα αζώτου που εισήχθη στη Γερμανία μέσω ρωσικής ουρίας μειώθηκε από 71.600 τόνους σε 27.600 τόνους, καταγράφοντας πτώση άνω του 61%. Παρά τη μείωση, η ποσότητα εξακολουθεί να είναι σχεδόν τριπλάσια από τους 9.900 τόνους του 2020-2021. Η συγκεκριμένη εξέλιξη αναδεικνύει το βασικό πρόβλημα της ευρωπαϊκής πολιτικής περιορισμού των εμπορικών δεσμών με τη Ρωσία. Ακόμη και όταν περιορίζονται οι εισαγωγές συγκεκριμένων προϊόντων, οι οικονομικές σχέσεις μπορούν να διατηρούνται μέσω άλλων κατηγοριών αγαθών, ιδιαίτερα όταν αυτά έχουν χαμηλότερο κόστος παραγωγής.

Γιατί οι ρωσικές εισαγωγές παραμένουν ανταγωνιστικές

Καθοριστικός παράγοντας είναι το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία και στην υπόλοιπη Ευρώπη. Η παραγωγή αζωτούχων λιπασμάτων απαιτεί μεγάλες ποσότητες φυσικού αερίου, το οποίο χρησιμοποιείται τόσο ως πρώτη ύλη όσο και ως πηγή ενέργειας. Σύμφωνα με τον Σύνδεσμο Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι ευρωπαϊκοί δασμοί, που τέθηκαν σε ισχύ τον Ιούλιο του 2025, περιόρισαν σημαντικά τις εισαγωγές ρωσικών λιπασμάτων. Ωστόσο, δεν εξάλειψαν το ανταγωνιστικό πλεονέκτημα των ρωσικών προϊόντων. Ο σύνδεσμος επισημαίνει ότι οι υψηλές τιμές ενέργειας δυσκολεύουν τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις να αυξήσουν την εγχώρια παραγωγή και να καλύψουν μεγαλύτερο μέρος των αναγκών της αγοράς. Ως αποτέλεσμα, τα ρωσικά λιπάσματα εξακολουθούν να παραμένουν ελκυστικά, ακόμη και μετά την επιβολή πρόσθετων δασμών.

Παράλληλα, σύμφωνα με τον IVA, είναι πιθανό ορισμένες ποσότητες ρωσικών προϊόντων να φτάνουν στη γερμανική αγορά μέσω άλλων κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το μέγεθος αυτών των έμμεσων εισαγωγών, ωστόσο, δεν μπορεί να προσδιοριστεί με ακρίβεια από τα διαθέσιμα στοιχεία.

Δεν αποδίδονται οι αυξήσεις των τιμών αποκλειστικά στους δασμούς

Το ζήτημα έχει άμεση σημασία για τους Γερμανούς αγρότες, καθώς το κόστος των λιπασμάτων επηρεάζει την παραγωγή και, τελικά, την οικονομική βιωσιμότητα των καλλιεργειών. Ο IVA υποστηρίζει ότι η μείωση των ρωσικών εισαγωγών δεν έχει προκαλέσει μέχρι στιγμής σαφή αύξηση των τιμών εξαιτίας των δασμών. Σύμφωνα με τον σύνδεσμο, η εγχώρια παραγωγική δυναμικότητα και οι εισαγωγές από άλλες χώρες, μεταξύ των οποίων η Αίγυπτος, επαρκούν για την κάλυψη των αναγκών της αγοράς. Την ίδια στιγμή, ο σύνδεσμος αποδίδει τις υψηλές τιμές των λιπασμάτων το 2026 στις διεθνείς ενεργειακές αναταράξεις, στον πόλεμο με το Ιράν και στην κρίση γύρω από τα Στενά του Ορμούζ, παράγοντες που επηρεάζουν το κόστος μεταφοράς και τις παγκόσμιες τιμές ενέργειας και λιπασμάτων.

Οι εκτιμήσεις αυτές αποτελούν τις θέσεις του κλαδικού συνδέσμου και δεν συνιστούν από μόνες τους ανεξάρτητη αξιολόγηση όλων των παραγόντων που διαμορφώνουν τις τιμές.

Νέες πιέσεις για περιορισμό των ρωσικών εισαγωγών

Με αφορμή τα στοιχεία, ο IVA ζητά να εξεταστεί η επιβολή πρόσθετων δασμών στις εισαγωγές καλιούχων λιπασμάτων από τη Ρωσία και τη Λευκορωσία. Το κάλιο αποτελεί βασικό θρεπτικό στοιχείο για τις καλλιέργειες και αντιπροσωπεύει μια ακόμη κατηγορία προϊόντων στην οποία η ευρωπαϊκή αγορά διατηρεί εμπορικές σχέσεις με τις δύο χώρες.

Ο σύνδεσμος εκτιμά ότι η ευρωπαϊκή βιομηχανία μπορεί να καλύψει τις ανάγκες της γεωργίας χωρίς να εξαρτάται από τις συγκεκριμένες εισαγωγές και υποστηρίζει ότι πρόσθετοι δασμοί δεν θα πρέπει να οδηγήσουν αναγκαστικά σε αυξήσεις τιμών. Η συζήτηση, ωστόσο, αποτυπώνει το ευρύτερο δίλημμα της ευρωπαϊκής οικονομικής πολιτικής. Η μείωση της εξάρτησης από τη Ρωσία απαιτεί όχι μόνο εμπορικούς περιορισμούς, αλλά και ανταγωνιστική εγχώρια παραγωγή, προσιτό ενεργειακό κόστος και εναλλακτικές πηγές προμήθειας.

Τα δεδομένα της γερμανικής αγοράς δείχνουν ότι οι δασμοί μπορούν να περιορίσουν σημαντικά τις εισαγωγές, χωρίς όμως να εξαλείψουν αυτομάτως τις οικονομικές σχέσεις που στηρίζονται σε διαφορές κόστους παραγωγής. Για τη Γερμανία και την Ευρωπαϊκή Ένωση, η πρόκληση παραμένει η εξισορρόπηση τριών στόχων: της ενεργειακής και οικονομικής ασφάλειας, της στήριξης της εγχώριας βιομηχανίας και της διατήρησης προσιτού κόστους για τον αγροτικό τομέα.

Με πληροφορίες του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA) και του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου.

Συνέχεια ανάγνωσης

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ

Αναλύσεις2 λεπτά πριν

Η «σύγκρουση» στην κορυφή της ΕΕ και «Made in Europe» στην Τουρκία

Όταν όμως και σήμερα, πολιτειακοί αξιωματούχοι (Κυβέρνησης και Βουλής) σε Κύπρο κι Ελλάδα προωθούν την «θετική ατζέντα» προς την Τουρκία,...

Αναλύσεις32 λεπτά πριν

Ινδικά πολεμικά πλοία στην Κύπρο; Οι πληροφορίες και το νέο αμυντικό σκηνικό

Πληροφορίες για παρεμβάσεις Ισραήλ και Εμιράτων απέναντι στις πιέσεις της Άγκυρας παρουσίασε το «Direct News». Στο επίκεντρο οι συζητήσεις για...

Γενικά θέματα1 ώρα πριν

Θρίλερ στα βάθη της Τουρκίας με 58χρονο Έλληνα μοναχό από το Νέο Μυλότοπο Γιαννιτσών! Αγνοείται από τον Ιούλιο

Ο 58χρονος μοναχός έφυγε από το Νέο Μυλότοπο Γιαννιτσών, με προορισμό την Τουρκία, αποφασισμένος να φτάσει στον Πόντο και την...

Αναλύσεις2 ώρες πριν

Καλεντερίδης: Η Ουκρανία στο έλεος του «διακόπτη» – Το μάθημα για την ελληνική άμυνα

Οι περιορισμοί στις δορυφορικές υπηρεσίες, η πίεση του Τραμπ στον Ζελένσκι και η ανάγκη για εγχώρια αμυντική παραγωγή στο επίκεντρο...

Αναλύσεις2 ώρες πριν

Ποιος είναι σκληρότερος; Η Προεκλογική μάχη Νετανιάχου – Άιζενκοτ

Ο Γκάντι Άιζενκοτ, κορυφαίος Ισραηλινός πολιτικός που ελπίζει να ανατρέψει τον Πρωθυπουργό Μπενιαμίν Νετανιάχου στις εκλογές στα τέλη αυτού του...

Δημοφιλή