Ακολουθήστε μας

Ιστορία - Πολιτισμός

1922 – Τα αναπάντητα ερωτήματα της καταστροφής: Ήταν λάθος η ελληνική προέλαση προς την Άγκυρα;

Δημοσιεύτηκε στις

Μία ημέρα μετά την απόσυρση του τουρκικού στρατού ανατολικά του Σαγγαρίου, στις 13 Ιουλίου, ο διοικητής της Στρατιάς Μικράς Ασίας, αρχιστράτηγος Αν. Παπούλας συγκαλεί στην Κιουτάχεια πολεμικό συμβούλιο, στο οποίο συμμετείχαν οι συνταγματάρχες Κων. Πάλλης, Πτολ. Σαρηγιάννης και Γ. Σπυρίδωνος, επιτελείς της Στρατιάς. Βασικό θέμα του συμβουλίου ήταν αν οι ελληνικές δυνάμεις έπρεπε να κινηθούν προς τα ανατολικά και ιδιαίτερα προς την Aγκυρα ή όχι. Επρόκειτο για μια πορεία που κυμαινόταν μεταξύ 265 και 300 και πλέον χιλιομέτρων, αναλόγως της διαδρομής. Οι γνώμες που εκφράστηκαν δεν ήταν ταυτόσημες και κάποιες από αυτές αναδείκνυαν τα προβλήματα που θα ανέκυπταν στον ανεφοδιασμό και από την πορεία στην Αλμυρά Eρημο.

Δύο ημέρες αργότερα (15 Ιουλίου) πραγματοποιείται στην Κιουτάχεια νέο πολεμικό συμβούλιο. Σε αυτό συμμετείχαν ο βασιλιάς Κωνσταντίνος, ο πρίγκιπας Νικόλαος, ο πρωθυπουργός Δημ. Γούναρης και ο υπουργός Στρατιωτικών Νικ. Θεοτόκης, και από την πλευρά της στρατιωτικής ηγεσίας οι Παπούλας, Πάλλης, Βίκτ. Δούσμανης και Ξεν. Στρατηγός. Τα ερωτήματα για τη σκοπιμότητα και το εφικτό ή μη του εγχειρήματος παρέμεναν, το συμβούλιο όμως αποφάσισε ομόφωνα τη συνέχιση των στρατιωτικών επιχειρήσεων προς Ανατολάς, με στόχο την Aγκυρα και την οριστική συντριβή του εχθρού.

Ωστόσο, η ομοφωνία κάθε άλλο παρά πραγματική ήταν. Η στρατιωτική ηγεσία είχε αρκετές επιφυλάξεις –ορισμένοι μάλιστα τις εξέφρασαν και κατά τη διάρκεια της επιχείρησης–, δεν επέμεινε όμως. «Στη σύσκεψη αυτή η στρατιωτική και η πολιτική ηγεσία προσήλθαν με αποκλίνουσες προδιαθέσεις και στόχους. Η στρατιωτική πλευρά ήταν μάλλον απρόθυμη για τη συνέχιση της προέλασης, αλλά δεν αναλάμβανε την ευθύνη να εκφέρει την άποψη αυτή ευθέως» (Σωτ. Ριζάς, «Το τέλος της Μεγάλης Ιδέας», Καστανιώτης, 2015, σ. 266-7).

Η προέλαση προς την Aγκυρα ξεκίνησε την 1η Αυγούστου, στο τέλος όμως του μήνα, και έχοντας μεσολαβήσει η Μάχη του Σαγγαρίου, ο Παπούλας αναγκάστηκε να δώσει εντολή υποχώρησης και οχύρωσης δυτικά του Σαγγαρίου. Η διαταγή υποχώρησης εκδόθηκε στις 10.00 της 29ης Αυγούστου και η Στρατιά διέβη και πάλι τον Σαγγάριο δύο ημέρες αργότερα. Εύλογα λοιπόν, έπειτα από αυτή την εξέλιξη, αναδείχθηκε σε ένα από τα βασικά ερωτήματα της Μικρασιατικής Εκστρατείας το αν έπρεπε να πραγματοποιηθούν οι επιχειρήσεις προς την Αγκυρα. Αλλωστε, το ερώτημα αυτό υπήρχε και πριν ξεκινήσουν αλλά και ενόσω εξελίσσονταν. 

Η επιχείρηση είχε μικρές πιθανότητες επιτυχίας

Του Νίκου Κανελλόπουλου

Επειτα από σηµαντική ενίσχυση σε προσωπικό και µέσα, η Στρατιά Μικράς Ασίας εξόρμησε τον Ιούνιο του 1921 για να εξουδετερώσει τον κεμαλικό στρατό και να καταλάβει τους σημαντικούς συγκοινωνιακούς κόμβους Εσκί Σεχίρ, Κιουτάχεια και Αφιόν Καραχισάρ. Η Στρατιά πέτυχε το δεύτερο σκέλος των επιδιώξεών της, αλλά απέτυχε να επιφέρει συντριπτικό πλήγμα στις τουρκικές δυνάμεις, οι οποίες υποχώρησαν και οχυρώθηκαν ανατολικά του Σαγγάριου ποταμού καλύπτοντας την Αγκυρα. Καθώς η Στρατιά δεν ήταν προετοιμασμένη να συνεχίσει την καταδίωξη των Τούρκων, οι επιχειρήσεις διακόπηκαν στις 10 Ιουλίου και τέθηκε εκ νέου το δίλημμα της συνέχισης ή μη των επιθετικών επιχειρήσεων προς ανατολάς. Το μικρασιατικό ζήτημα παρέμενε άλυτο διπλωματικά και η ελληνική κυβέρνηση, εγκλωβισμένη στο αδιέξοδο που είχε δημιουργηθεί, αποφάσισε να επιδιώξει για ακόμη μια φορά να δοθεί λύση στο πεδίο της μάχης. Ηταν όμως αυτή μια επιλογή με σοβαρές πιθανότητες επιτυχίας; Τον Μάρτιο του 1926 κατέθεσε ως μάρτυρας στην Ανακριτική Επιτροπή Ελέγχου Δωσιλόγων Μ. Ασίας, που διερευνούσε τις ευθύνες των διοικητών διαφόρων στρατιωτικών μονάδων κατά την κατάρρευση του μετώπου στη Μικρά Ασία, ο υποστράτηγος Πτολεμαίος Σαρηγιάννης. Ο Σαρηγιάννης, ως συνταγματάρχης, είχε διατελέσει διευθυντής του ΙΙΙ Επιτελικού Γραφείου της Στρατιάς Μικράς Ασίας, δηλαδή διευθυντής του γραφείου που κατάρτιζε τα σχέδια επιχειρήσεων καθ’ όλη τη διάρκεια του 1921. Η επιτροπή τον ρώτησε μεταξύ άλλων για τις πιθανότητες επιτυχίας της επιχείρησης προς Αγκυρα. Ο Σαρηγιάννης ανέφερε ότι «…η επιχείρησις ήτο πράγματι πολύ δυσχερής. Κατά την εμήν αντίληψιν αύτη θα παρουσίαζεν πιθανότητας επιτυχίας 50%-60%». Ο Σαρηγιάννης όμως δεν φέρεται να πρόβαλε αντιρρήσεις για τη συνέχιση της εκστρατείας πέραν του Σαγγαρίου κατά τη σύσκεψη του επιτελείου της στρατιάς στις 13 Ιουλίου 1921 στην Κιουτάχεια. Σύμφωνα με τη μαρτυρία του συνταγματάρχη Γεωργίου Σπυρίδωνος, ο οποίος ήταν διευθυντής του IV Επιτελικού Γραφείου της Στρατιάς, δηλαδή του γραφείου που ήταν υπεύθυνο για τις μεταφορές και τον εφοδιασμό της, ο Σαρηγιάννης ανέφερε ότι έπρεπε άμεσα να ξεκινήσουν οι επιχειρήσεις για να μη δοθεί στους Τούρκους χρόνος ανασυγκρότησης και οργάνωσης της άμυνάς τους. Ο Σπυρίδωνος δήλωσε ότι η Στρατιά με τα διατιθέμενα μέσα και εφόδια δεν μπορεί να επιχειρήσει ανατολικά του Σαγγαρίου. Ο επιτελάρχης της Στρατιάς, συνταγματάρχης Κωνσταντίνος Πάλλης, έκλινε προς την άποψη του Σαρηγιάννη, γεγονός που κατέληξε στη σύνταξη ενός υπομνήματος στο οποίο αναγνωρίζονταν μεν οι δυσχέρειες εφοδιασμού, αλλά λίαν ασαφώς αναφερόταν ότι η Στρατιά θα προχωρήσει ανατολικά του Σαγγαρίου αναλόγως της κατάστασης που θα διαμορφωθεί. Δύο ημέρες μετά, στις 15 Ιουλίου 1921, πραγματοποιήθηκε στην Κιουτάχεια συμβούλιο με τη συμμετοχή του βασιλιά Κωνσταντίνου, του πρωθυπουργού Δημητρίου Γούναρη, του υπουργού των Στρατιωτικών Νικολάου Θεοτόκη, του αρχηγού της Επιτελικής Υπηρεσίας Στρατού αντιστρατήγου Βίκτωρος Δούσμανη, του διοικητή της Στρατιάς αντιστρατήγου Αναστασίου Παπούλα, του επιτελάρχη της Στρατιάς και του υποστρατήγου Ξενοφώντος Στρατηγού, συμβούλου της κυβέρνησης. Στο συμβούλιο εγκρίθηκε ομόφωνα η προέλαση προς την Αγκυρα, ενώ το υπόμνημα της Στρατιάς υπεβλήθη λίγο πριν από την ολοκλήρωση του συμβουλίου. Ουδείς εκ των αρμόδιων στρατιωτικών φαίνεται να τόνισε προς την πολιτική ηγεσία την υψηλή επικινδυνότητα της επιχείρησης. Αντίθετα, οι διοικητές των τριών σωμάτων στρατού της Στρατιάς, που καλούνταν να εκτελέσουν την επιχείρηση, συμφωνούσαν στην ανάγκη ενίσχυσης με προσωπικό και μέσα. Η ανάγκη αυτή δεν τέθηκε προς την πολιτική ηγεσία ως προϋπόθεση για την εκτέλεση της επιχείρησης προς την Αγκυρα.

Η πολιτική ηγεσία «επέβαλε» μια επιθετική στρατιωτική στρατηγική η οποία ήταν δύσκολα υλοποιήσιμη με τα διαθέσιμα στρατιωτικά μέσα και ως εκ τούτου η εκτέλεση της επιχείρησης ήταν υπερβολικά επισφαλής. Ο αριθμητικός συσχετισμός των αντιπάλων, το έδαφος και η αμυντική οργάνωση των Τούρκων, η υπεροχή του τουρκικού ιππικού και ο κίνδυνος που αντιπροσώπευε για τις συγκοινωνίες της στρατιάς, η απόσταση από τα κέντρα ανεφοδιασμού σε σχέση με τα διαθέσιμα μεταφορικά μέσα, ήταν ορισμένοι από τους παράγοντες που καθιστούσαν την επιχείρηση δυσχερή και με μειωμένες πιθανότητες επιτυχίας. Πρόκειται για μια χαρακτηριστική περίπτωση όπου o πόλεμος δεν μπορούσε να αποτελέσει συνέχεια της πολιτικής, λόγω ανεπάρκειας των στρατιωτικών μέσων. Και η πολιτική ηγεσία, έχοντας απομονωθεί διπλωματικά, επιδίωκε να επιλύσει το μικρασιατικό ζήτημα διά της στρατιωτικής οδού χωρίς η στρατιωτική ηγεσία να προσδιορίσει με σαφήνεια την ανεπάρκεια των μέσων και την υψηλή επικινδυνότητα του εγχειρήματος. Σύντομα αναδύθηκαν αντικρουόμενες απόψεις και για τον τρόπο που έπρεπε να εκτελεστεί η επιχείρηση, όπως διαπιστώνεται από τα διαδοχικά υπομνήματα που υπέβαλαν ο Βίκτωρ Δούσμανης και ο Ξενοφών Στρατηγός στον Κωνσταντίνο. Ο πρώτος κατέκρινε το σχέδιο της Στρατιάς και του Ξ. Στρατηγού για ελιγμό εκ του νότου και διάβαση της Αλμυράς Ερήμου και πρότεινε ότι η επίθεση έπρεπε να κατευθυνθεί ανατολικά με άξονα τη σιδηροδρομική γραμμή. Η απόφαση της προέλασης προς Αγκυρα ήταν λανθασμένη διότι, υπό τους όρους και τις συνθήκες υπό τις οποίες θα εκτελούνταν, είχε μικρές πιθανότητες επιτυχίας, πιθανότητες που μειώθηκαν περαιτέρω από το σχέδιο επιχειρήσεων που επιλέχθηκε. Παρά τις αντιξοότητες, η μαχητικότητα και η αυτοθυσία των Ελλήνων αξιωματικών και στρατιωτών έφερε τη Στρατιά σε ένα οριακό σημείο, όπου ίσως μια τελευταία προσπάθεια να οδηγούσε στην Αγκυρα, αλλά το πολύ υψηλό τίμημα αίματος δεν εξασφάλιζε με βεβαιότητα τη λύση του γόρδιου δεσμού του μικρασιατικού ζητήματος.

* Ο κ. Νίκος Κανελλόπουλος είναι επίκουρος καθηγητής Στρατιωτικής Ιστορίας στη Στρατιωτική Σχολή Ευελπίδων.

Η πολιτική ηγεσία επέβαλε την προέλαση

Του Ιακώβου Δ. Μιχαηλίδη

Αλλιώς είχαν φανταστεί οι Ελληνες τους εορτασµούς για τη συµπλήρωση των πρώτων εκατό χρόνων από την Επανάσταση του 1821. Η εξέλιξη της μικρασιατικής εκστρατείας δεν άφηνε πολλά περιθώρια για πανηγυρισμούς και θριαμβολογίες. Προσφερόταν όμως για συμβολισμούς και λαϊκιστικές εξάρσεις. Ετσι την 25η Μαρτίου 1921 οι πολίτες της Αθήνας αντίκρισαν στους τοίχους κακοτυπωμένες αφίσες που εμφάνιζαν τον βασιλιά Κωνσταντίνο να καταπατά με το άλογό του τον τουρκικό δράκο στη Χρυσή Πύλη και να ιππεύει δίπλα δίπλα με τον τελευταίο αυτοκράτορα του Βυζαντίου.

Στο μέτωπο οι εξελίξεις ήταν δυσοίωνες. Το τουρκικό αντάρτικο είχε σταδιακά δυναμώσει, ενώ αρκετοί από τους πρώην συμμάχους άρχισαν να ερωτοτροπούν με τους Τούρκους εθνικιστές. Μάλιστα στα τέλη Μαρτίου στο χωριό Ινονού οι κεμαλικοί με επικεφαλής τον Ισμέτ Πασά είχαν υποχρεώσει τους Ελληνες σε αναδίπλωση και επιστροφή στην Προύσα. Ηταν η πρώτη φορά που ο ελληνικός στρατός δεν αντιμετώπισε σώματα ατάκτων αλλά έναν οργανωμένο στρατό που ήταν καλά εξοπλισμένος. Εως τα τέλη της άνοιξης του 1921 η δύναμη της ελληνικής Στρατιάς Μικράς Ασίας ανήλθε σε 200.000 άνδρες. Εκδηλώνοντας με τον πιο διαφανή τρόπο την ελληνική αποφασιστικότητα, στις 11 Ιουνίου μετέβη στη Σμύρνη ο ίδιος ο βασιλιάς Κωνσταντίνος με το επιτελείο του.

Στις 10 Ιουλίου άρχισε νέα ελληνική επίθεση με στόχο την κατάληψη του Εσκί Σεχίρ και του Αφιόν Καραχισάρ. Στις 17 Ιουλίου καταλήφθηκε η Κιουτάχεια και στις 19 Ιουλίου το Εσκί Σεχίρ, αλλά οι Τούρκοι, με διοικητή τον Ισμέτ Πασά, είχαν υποχωρήσει συντεταγμένα. Ακολούθησαν νέες εντατικές συζητήσεις για το τι έπρεπε να γίνει, παρουσία του ίδιου του βασιλιά Κωνσταντίνου που έφθασε στο μέτωπο μαζί με αντιπροσωπεία βουλευτών από το ελληνικό Κοινοβούλιο. Στο αποκαλούμενο πολεμικό συμβούλιο που συγκλήθηκε στην Κιουτάχεια στις 26 Ιουλίου 1921 οι πολιτικοί επέβαλαν τις απόψεις τους. Η θεωρητικά ομόφωνη απόφαση για τη συνέχιση της εκστρατείας προς Αγκυρα ελήφθη με το επιχείρημα της οριστικής συντριβής του εχθρού, αφού η ενδεχόμενη κατάληψη της Αγκυρας θα στερούσε από τον Κεμάλ τη βάση ανεφοδιασμού του, υποχρεώνοντάς τον να μετακινηθεί πλησιέστερα προς τη Σεβάστεια, την Καισάρεια ή το Χαρπούτ, περιοχές που δεν ήταν και πολύ φιλικές προς τον ίδιο, ενώ παράλληλα θα επιτυγχανόταν επικοινωνία και με την περιοχή του Πόντου, όπου διαβιούσαν συμπαγείς ελληνικοί πληθυσμοί. Η σύσκεψη της Κιουτάχειας περατώθηκε στις 28 Ιουλίου 1921. Επακολούθησε η μεγαλύτερη στρατιωτική επιχείρηση που ανέλαβε ποτέ ο ελληνικός στρατός. Χωρισμένη σε τρία τμήματα, η Στρατιά Μικράς Ασίας ξεκίνησε τη μεγαλειώδη πορεία καταδίωξης του εχθρού διαβαίνοντας τον ποταμό Σαγγάριο, διασχίζοντας την Αλμυρά Ερημο σε συνθήκες αφόρητης ζέστης και με την επιμελητεία σε μαρασμό.

Τα νέα της ελληνικής προέλασης σκόρπισαν πανικό στην Αγκυρα. Ο Μουσταφά Κεμάλ, όμως, δεν είχε πει την τελευταία του λέξη. Είχε εγκαταστήσει το επιτελείο του στο χωριό Πολατλί, ανατολικά του Σαγγάριου, εκεί όπου αιώνες πριν ο Μέγας Αλέξανδρος είχε κόψει τον γόρδιο δεσμό. Λίγες ημέρες νωρίτερα, μιλώντας ενώπιον της τουρκικής Εθνοσυνέλευσης, σε μια ηλεκτρισμένη ατμόσφαιρα, εξασφάλισε για τρεις μήνες διευρυμένες εξουσίες. Ηταν προετοιμασμένος για αγώνα μέχρις εσχάτων. Στα πρόθυρα του Πολατλί έφθασαν οι Ελληνες έπειτα από εξαντλητική πορεία εννιά ημερών τον Αύγουστο του 1922. Μόνο η ελπίδα να προσεγγίσουν επιτέλους την Αγκυρα εξακολουθούσε να τους κινητοποιεί. Εκεί, στους αφιλόξενους λόφους της Ανατολίας, δόθηκαν οι σκληρότερες και φονικότερες μάχες με τους κεμαλικούς. Στην Αγκυρα οι κάτοικοι είχαν αρχίσει να φεύγουν, φοβούμενοι πως σύντομα θα έφθαναν οι Ελληνες. Στην Αθήνα, πάλι, οι ειδήσεις των αρχικών επιτυχιών σκόρπισαν ευφορία.

Η στρατηγική του Κεμάλ ήταν απλή, αλλά απόλυτα ορθολογική και τελικώς επιτυχημένη. «Δεν υπάρχει γραμμή άμυνας, υπάρχει πεδίο άμυνας που είναι όλη η πατρίδα μας. Δεν θα πρέπει να εγκαταλειφθεί ούτε μια σπιθαμή εδάφους μας αν προηγουμένως δεν ποτιστεί με το αίμα του πατριώτη». Η μετατροπή της τουρκικής αντίστασης σε αγώνα μέχρις εσχάτων, όχι όμως σε μια συγκεκριμένη γραμμή άμυνας, αλλά στο σύνολο της χώρας και οι επί τόπου εκτελέσεις των λιγόψυχων έφεραν τελικά το αποτέλεσμά τους. Παρά τη σφοδρή και ηρωική ελληνική επίθεση, η τρίτη γραμμή άμυνας των Τούρκων δεν διασπάστηκε. Ετσι, στις 11 Σεπτεμβρίου 1921 ο αρχιστράτηγος Παπούλας αναγκάστηκε να δώσει εντολή υποχώρησης και οχύρωσης δυτικά του Σαγγάριου. Το προσδοκώμενο αποτέλεσμα, η περικύκλωση και η εξολόθρευση ή αποδυνάμωση του εχθρού, δεν επιτεύχθηκε. Αντίθετα, στα πεδία της μάχης χιλιάδες Ελληνες στρατιώτες είχαν χάσει τη ζωή τους μαχόμενοι ηρωικά. Ο θλιβερός απολογισμός ήταν 4.000 νεκροί, 19.000 τραυματίες και 376 αγνοούμενοι. Η εκστρατεία του Σαγγαρίου σήμανε και το τέλος των επιθετικών ενεργειών του ελληνικού στρατού. Στο στρατόπεδο των Τούρκων επικράτησε ανακούφιση, ενώ στον Κεμάλ επιδόθηκε ο τίτλος του Γαζή. Στο ελληνικό στρατόπεδο, αντίθετα, κυριάρχησε η απογοήτευση. Ο δρόμος για την τελική πράξη του δράματος είχε πλέον ανοίξει.

* Ο κ. Iάκωβος Δ. Μιχαηλίδης είναι καθηγητής Νεότερης και Σύγχρονης Ιστορίας στο ΑΠΘ.

1922 – Τα αναπάντητα ερωτήματα της καταστροφής: Ήταν λάθος η ελληνική προέλαση προς την Άγκυρα;-3
Διάβαση του Σαγγαρίου με πλωτή γέφυρα που κατασκεύασε το Μηχανικό. Φωτ. ΕΘΝΙΚΟ ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΜΟΥΣΕΙΟ, ΑΘΗΝΑ
1922 – Τα αναπάντητα ερωτήματα της καταστροφής: Ήταν λάθος η ελληνική προέλαση προς την Άγκυρα;-4
Το ελληνικό στρατόπεδο λίγο πριν από το πέρασμα του Σαγγαρίου. Φωτ. ΑΝΡΙ – ΠΟΛ ΜΠΟΑΣΟΝΑ, ΑΡΧΕΙΑ ΜΟΥΣΕΙΟΥ ΜΠΕΝΑΚΗ
1922 – Τα αναπάντητα ερωτήματα της καταστροφής: Ήταν λάθος η ελληνική προέλαση προς την Άγκυρα;-5
Ωρα μάχης στα υψώματα της Σαπάντζας. Φωτ. ΕΘΝΙΚΟ ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΜΟΥΣΕΙΟ, ΑΘΗΝΑ

Οι στρατιωτικοί είχαν θεωρήσει εφικτή την επιχείρηση

Του Ιωάννη Σ. Παπαφλωράτου

Την 2α/15η Μαΐου 1919, τα πρώτα ελληνικά στρατεύματα απεβιβάσθησαν στη Σμύρνη, γεγονός που σηματοδότησε την έναρξη της μικρασιατικής εκστρατείας. Η Ελλάδα έπρεπε να επιβάλει την τάξη στην περιοχή, έως την υπογραφή της τελικής συνθήκης με την οθωμανική κυβέρνηση. Ο ελληνικός στρατός δημιούργησε ένα προγεφύρωμα, το οποίο διευρύνθηκε, έπειτα από προσπάθειες του πρωθυπουργού Ελ. Βενιζέλου. Κατόπιν, οι Σύμμαχοι επέτρεψαν στα ημέτερα τμήματα να αντεπιτίθενται και να καταδιώκουν τον εχθρό (που εξορμούσε συχνά από την ιταλική ζώνη), δίχως να απομακρύνεται πέραν των τριών χιλιομέτρων. από τις βάσεις του. Τελικώς, ο περιορισμός αυτός ήρθη τον Μάιο του 1920 και αφού ο Κρητικός πολιτικός είχε διαβεβαιώσει τους ξένους ότι η Ελλάδα μπορούσε να συντρίψει στρατιωτικώς τους Τούρκους.

Ο ελληνικός στρατός απελευθέρωσε την Ανατολική Θράκη και περιοχές της Ιωνίας, κινούμενος και πέραν της γραμμής που είχαν ορίσει οι Σύμμαχοι. Επηκολούθησε η έντονη προσπάθεια του Βενιζέλου να κατανικήσει τις αντιδράσεις όλων των στρατιωτικών και πολλών πολιτικών παραγόντων των Συμμάχων,1 για να υπογραφεί η Συνθήκη των Σεβρών, το θέρος του 1920. Από την επομένη της υπογραφής της, όμως, Γάλλοι και Ιταλοί βυσσοδομούσαν για την αναθεώρησή της. Στο μέτωπο, κατελήφθη το Ουσάκ, ενώ απεκρούσθη η πρώτη σοβαρή επίθεση των κεμαλικών, που είχαν πλέον συγκροτήσει μεγάλες μονάδες τακτικού στρατού, μειωμένης ακόμα συνθέσεως, αλλά αξιόμαχες.

Την 22α Αυγούστου 1920, ο αρχιστράτηγος της Στρατιάς Μ. Ασίας Λεων. Παρασκευόπουλος είπε στον πρωθυπουργό ότι η κατάληψη της Αγκύρας ή ακόμη και του Ικονίου θα επέφερε «μέγιστον ηθικόν πλήγμα» εναντίον του εχθρού και θα τον αποσυνέθετε πολεμικά.2 Ο Βενιζέλος δεν απέρριψε την πρόταση, αλλά το θέμα «πάγωσε» λόγω των τότε επικείμενων εκλογών, που έχασαν οι Φιλελεύθεροι. Το αποτέλεσμα των εκλογών έδωσε το πρόσχημα στο Παρίσι και τη Ρώμη να ταχθούν αναφανδόν κατά των Ελλήνων. Η ιδέα περί προέλασης στο εσωτερικό της Ανατολίας επανήλθε στο προσκήνιο μετά την εαρινή και τη θερινή εκστρατεία του ελληνικού στρατού (1921), επί κυβερνήσεως των αντιβενιζελικών. Σε αυτές, τα ημέτερα τμήματα νίκησαν αλλά δεν συνέτριψαν τον Μουσταφά Κεμάλ. Επομένως, δεν εκπληρώθηκε ο «αντικειμενικός σκοπός», αν και είχε γίνει εντατική προετοιμασία, που εξέπληξε φίλους και αντιπάλους, ακόμη και διεθνώς.

Την 15η/28η Ιουλίου 1921 πραγματοποιήθηκε συμβούλιο της πολιτικοστρατιωτικής ηγεσίας στην Κιουτάχεια. Σε αυτό, επανήλθε η πρόταση Παρασκευόπουλου. Το υπόμνημα, που κατέθεσε η διοίκηση της Στρατιάς, συνεκτιμούσε όλες τις παραμέτρους και εισηγείτο να πραγματοποιηθεί η προέλαση με «αντικειμενικό σκοπό» τη διάλυση του εχθρικού στρατού ή την απομάκρυνσή του από το μέτωπο του Εσκή Σεχίρ κατά τέτοιον τρόπο ώστε «η συγκέντρωσή του προ του μετώπου αυτού να καθίστατο αδύνατη» ή να απαιτούσε χρόνο και μέσα, τα οποία δεν διέθετε τότε (σύμφωνα με όλες τις ενδείξεις) ο Κεμάλ. Επίσης, θα διαλυόταν το, ευρισκόμενο στην Αγκυρα, κέντρο ανεφοδιασμού του. Εάν ο εχθρός δεν υπέκυπτε, τα ημέτερα τμήματα θα επέστρεφαν στη γραμμή Εσκή Σεχίρ – Αφιόν Καραχισάρ αφού κατέστρεφαν ολοσχερώς τη σιδηροδρομική γραμμή Εσκή Σεχίρ – Αγκύρας. Ακόμη και αν ο Κεμάλ ξεγλιστρούσε, «η κατάληψη της Αγκύρας θα απέβαινε μοιραία (δι’ αυτόν). Διότι μπορούσε ο Κεμάλ να συνεχίσει τον αγώνα και πέραν της πρωτευούσης του, αλλά μόνον υπό μορφήν ανταρτοπολέμου. Η περιοχή, χωρίς συγκοινωνίες, χωρίς σημαντική δημογραφική βάση, χωρίς πόρους δεν θα επέτρεπε την ύπαρξη και δράση πραγματικού τακτικού στρατού», όπως έχει γραφεί.

Απαραίτητη προϋπόθεση, όμως, ήταν η ύπαρξη κατάλληλης επιμελητείας και επαρκών μεταφορικών μέσων. Ο αρμόδιος αξιωματικός (συνταγματάρχης Πτολ. Σαρηγιάννης) ερωτήθηκε και παρείχε συνεχείς διαβεβαιώσεις περί των ανωτέρω, τουλάχιστον μέχρι τον ποταμό Σαγγάριο. Υπό αυτές τις προϋποθέσεις πραγματοποιήθηκε η τελική εξόρμηση, η οποία λίγο έλειψε να οδηγήσει στην οριστική συντριβή του εχθρού, καθώς τα ημέτερα τμήματα διέσπασαν τις δύο εκ των τριών γραμμών αμύνης του. Η τύχη της Μ. Ασίας εκρίθη για 15 λεπτά, όπως παρεδέχθη ο Κεμάλ. Τελικώς, η συνέχιση της επιθέσεως ανεστάλη, η εχθρική αντεπίθεση απεκρούσθη και οι Ελληνες επέστρεψαν με ακμαίο ηθικό στις βάσεις εξορμήσεώς τους.

Εκτοτε, ενεργό ρόλο ανέλαβε η διπλωματία. Δυστυχώς, αυτή απέτυχε να δώσει λύση. Ο αναδιοργανωμένος (και πολλαπλώς ενισχυόμενος από τους μπολσεβίκους) κεμαλικός στρατός επετέθη έπειτα από 11 μήνες, διασπώντας το ελληνικό μέτωπο. Πολλοί θεωρούν σοβαρό σφάλμα την προέλαση μέχρι την Αγκυρα, τα γεγονότα, όμως, δεν πρέπει να κρίνονται με «την εκ των υστέρων σοφία». Η τότε στρατιωτική ηγεσία (και των δύο παρατάξεων) είχε μελετήσει επισταμένως και είχε θεωρήσει εφικτή τη συγκεκριμένη επιχείρηση, η οποία λίγο έλειψε να οδηγήσει στην ολοκληρωτική νίκη.

Οι στρατιωτικοί συμφωνούσαν στην ανάγκη ενίσχυσης με προσωπικό και μέσα. Η ανάγκη αυτή δεν τέθηκε προς την πολιτική ηγεσία ως προϋπόθεση για την εκτέλεση της προέλασης.

1. «Η ιστορία του Ελληνικού Στρατού, 1833-1949», τ. Α΄. Αθήνα: Σάκκουλας, 2014, σ.σ. 582-592.

2. Κων. Σβολόπουλος, «Η απόφαση για την επέκταση της ελληνικής κυριαρχίας στη Μ. Ασία» Αθήνα: Ικαρος, 2009, σελ. 82.

3. «Η ιστορία….», σ.σ. 652-653.

* Ο κ. Ιωάννης Σ. Παπαφλωράτος είναι νομικός – διεθνολόγος, διδάκτωρ Ιστορίας του Πανεπιστημίου Αθηνών, καθηγητής στρατιωτικών σχολών.

Ασυντόνιστοι οι τρεις άξονες της εκστρατείας στη Μικρασία

Του Τάσου Σακελλαρόπουλου 

Η απάντηση είναι προφανώς ναι. Ωστόσο, προκειμένου να αντιληφθούμε πώς οι επιχειρήσεις προς Αγκυρα, του καλοκαιριού του 1921, αποτέλεσαν την αρχή του τέλους για τη μικρασιατική εκστρατεία, θα πρέπει να ορίσουμε τα στοιχεία που διαμόρφωσαν και καθόρισαν το πλαίσιο της εκστρατείας αυτής, ήδη από τον Μάιο του 1919.

Η εκστρατεία κινήθηκε επί τριών βασικών αξόνων. Ο πρώτος αφορούσε τη διπλωματική λειτουργία, τη συνεργασία της Ελλάδας με τους συμμάχους της, αλλά και την ελληνική πολιτική λειτουργία στο εσωτερικό της χώρας. Ο δεύτερος αφορούσε την πολεμική ετοιμότητα και δράση του ελληνικού στρατού στα εδάφη της Ιωνίας και ο τρίτος αφορούσε την ιδεολογική διάσταση του πολέμου για τους Ελληνες, δηλαδή τη Μεγάλη Ιδέα, την κυρίαρχη εθνική αλυτρωτική ιδεολογία, δεσπόζουσα ήδη από τα μέσα του 19ου αιώνα.

Κύριο και βασικό πρόβλημα της ελληνικής εκστρατείας στη Μικρά Ασία αποτέλεσε το γεγονός ότι οι τρεις αυτοί άξονες, δηλαδή ο διπλωματικός στο εξωτερικό και ο πολιτικός στο εσωτερικό, όπως και ο πολεμικός και ο ιδεολογικός, πέραν της αρχικής φάσεως του πολέμου, ουδέποτε αλληλοσυμπληρώθηκαν και ουδέποτε αναπτύχθηκαν αρμονικά.

Η αναφορά στην αρμονική λειτουργία των αξόνων συνδέεται με την περίοδο Μαΐου 1919 (αποβίβαση του ελληνικού στρατού στη Σμύρνη) – Νοεμβρίου 1920 (ήττα της βενιζελικής παράταξης). Τότε, λόγω της συμμετοχής μας στον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο και λόγω της πολιτικής και διπλωματικής ικανότητας του Βενιζέλου, δέχεται τη συμμαχική εντολή να αποβιβάσει στρατιωτικά τμήματα στην Ιωνία προκειμένου να φροντίσει την τάξη, να προστατεύσει τις χριστιανικές μειονότητες και να αποτελέσει εκεί τον τοποτηρητή των νικητών συμμάχων επί της ηττημένης Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Το ίδιο γεγονός όμως έχει διαφορετική ανάγνωση για το εσωτερικό της Ελλάδας, αφού εισπράττεται, όχι ως συμμαχική εντολή αλλά ως το πρώτο και κύριο αλυτρωτικό βήμα για την προσάρτηση – ενσωμάτωση των εδαφών της Ιωνίας στον ελλαδικό κορμό.

Εδώ καταγράφεται η πρώτη δυσλειτουργία μεταξύ των δύο αξόνων, του πολιτικού – διπλωματικού και του ιδεολογικού. Ο άλλος άξονας, ο πολεμικός, δύναται και εξομαλύνει τη δυσλειτουργία, όσο ανταποκρίνεται θετικά στις απαιτήσεις των περιορισμένων έως τότε επιχειρήσεων. Εως τον Νοέμβριο του 1920 οι τρεις άξονες αλληλοσυμπληρώνονται, αφού οι δυσλειτουργίες δεν είναι εκρηκτικές.

Οταν οι εκλογές παραδώσουν τα χειριστήρια της εκστρατείας σε χέρια αρνητικά και απρόθυμα για την αντιμετώπιση αυτού του εντυπωσιακά σύνθετου και απαιτητικού για την Ελλάδα εγχειρήματος, η εκστρατεία, οι διπλωματικές επαφές, η πολιτική στο εσωτερικό, όπως και το ιδεολογικό πλαίσιο μπαίνουν σε ασυντόνιστη φάση.

Η αντιβενιζελική πολιτική ηγεσία υποστηρίζει στο εξωτερικό τη θνησιγενή και εύθραυστη Συνθήκη των Σεβρών, ενώ επί του μετώπου επιχειρεί να ανατρέψει τα «συντηρητικά» πολεμικά βήματα του Βενιζέλου και κινείται επιθετικά εναντίον του τουρκικού εθνικιστικού κινήματος με στόχο την πλήρη πολεμική καταστροφή του, έχοντας ακυρώσει την ηγετική δομή του νικηφόρου στρατού. Στη στιγμή αυτή (Μάρτιος 1921, αναγνωριστική επιχείρηση προς το Εσκή Σεχίρ) βασίζεται επί της ουσίας και η αποτυχία της μεγάλης εκστρατείας προς Σαγγάριο – Αγκυρα του καλοκαιριού του ιδίου έτους.

Αναλυτικότερα, από τον Νοέμβριο του 1920 έως τον Μάρτιο του 1921 οι αντιβενιζελικές κυβερνήσεις έχουν δείξει στο εξωτερικό ένα ελληνικό διπλωματικό πρόσωπο σίγουρο για τις πολιτικές και στρατιωτικές δυνατότητές του. Στο εσωτερικό της χώρας, απέναντι σε μια κοινωνία βαθιά διχασμένη, προβάλλεται μια κυβερνητική βεβαιότητα η οποία μιμείται τη σιγουριά του Βενιζέλου και σχεδιάζει πολεμικά βήματα χωρίς να υπολογίζει την αφόρητη πίεση του χρόνου και την ταχύτατη τουρκική συγκρότηση. Χωρίς την πολιτική ωριμότητα, πολιτικό θάρρος και ψυχραιμία, επιτρέπει στον εαυτό της πολεμικές κινήσεις στη λογική του «βλέποντας και κάνοντας».

Ωστόσο, μακριά από την ησυχία των Αθηνών, επί του πολεμικού πεδίου της Ιωνίας, η πολιτική εκδικητικότητα είχε φέρει καίρια πλήγματα που ακύρωναν την ηθική και επιχειρησιακή συγκρότηση του στρατού, επιτυχώς διαμορφωμένη ήδη από το 1912. Η αποπομπή επιτυχημένων και εμπειροπόλεμων συνταγματαρχών και στρατηγών, όπως οι Πάγκαλος, Νίδερ, Ζυμβρακάκης, Ιωάννου, Κονδύλης, Μανέτας, Τσερούλης, Οθωναίος, στερεί από την αντιβενιζελική στρατιωτικοπολιτική ηγεσία την επαφή με την πραγματικότητα, σχετικά με τις δυνατότητες Ελλήνων και Τούρκων. Μια ενέργεια που θέτει σε δραματικό κενό τον ελληνικό ηρωισμό και τις απαράμιλλες θυσίες.

Στους παρορμητικούς και αφελείς σχεδιασμούς που εφαρμόζονται ανήκει και η διάβαση του Σαγγαρίου, η πορεία στην Αλμυρά Ερημο, η εκστρατεία προς Αγκυρα. Μοιάζει η τότε κυβέρνηση να κινείται με συμβολικά πολιτικά εργαλεία (προεδρία βασιλέα Κωνσταντίνου στο συμβούλιο της Κιουτάχειας), χωρίς να αντιμετωπίζει σοβαρά τις συνέπειες μιας αποτυχίας στην εκστρατεία προς Αγκυρα. Στοχεύει στην ολοκληρωτική καταστροφή του αντιπάλου, χωρίς να αντιλαμβάνεται ούτε το περιεχόμενο της ηθικής του πλέον συγκρότησης ούτε την εξέλιξη του εξοπλισμού του ούτε, το κυριότερο, την απερίγραπτη δυνατότητα αναδιπλώσεων των Τούρκων στα εδάφη της ανατολικής Μικράς Ασίας, του μεγαλύτερου πολεμικού εργαλείου του Κεμάλ, με το οποίο παρέσερνε τον ελληνικό στρατό.

Λανθασμένες και θνησιγενείς οι επιχειρήσεις προς Αγκυρα, όχι μόνον λόγω του αποτελέσματος, αλλά κυρίως λόγω της ελληνικής αδυναμίας στην αντίληψη ότι ο Κεμάλ είχε συντονίσει επιτυχώς τους τρεις δικούς του άξονες, τον πολιτικο-διπλωματικό, τον πολεμικό και τον ιδεολογικό.

* Ο κ. Τάσος Σακελλαρόπουλος είναι υπεύθυνος των Ιστορικών Αρχείων του Μουσείου Μπενάκη.

Καθημερινή

Ο Σταύρος Καλεντερίδης, ξεκίνησε τις σπουδές του στην Αθήνα, σπουδάζοντας Πολιτική Επιστήμη στο Εθνικό Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών. Έπειτα από τέσσερα χρόνια συμμετοχής στα φοιτητικά όργανα συνδιοίκησης της σχολής του και σε διάφορες οργανώσεις νέων, αποφάσισε να συνεχίσει τις σπουδές του στο εξωτερικό. Στη Βοστόνη των Η.Π.Α. ολοκλήρωσε δύο μεταπτυχιακά προγράμματα, στις Διεθνείς Σχέσεις (Αμερικανική εξωτερική πολιτική) και στην Επικοινωνία (Πολιτική Επικοινωνία), ενώ παράλληλα εργάστηκε στο Ελληνικό Προξενείο της Βοστόνης, στη σχολή του ως βοηθός έρευνας και σε δύο πολιτικές καμπάνιες Αμερικανών πολιτικών (Δημοκρατικών – Ρεπουμπλικάνων). Μετά από τρία χρόνια στις Η.Π.Α., άκουσε το κάλεσμα της πατρίδας του και επέστρεψε πίσω με μεγάλο πόθο για προσφορά στην Ελλάδα. Υπήρξε ιδρυτικό μέλος δύο κοινωφελών οργανισμών, του δέλτα – πολιτική επανάσταση (πολιτικός οργανισμός) και της Λεοντίδας (ίδρυμα προώθησης θεμάτων ιστορίας, πολιτισμού και δημοκρατίας). Σήμερα ζει και εργάζεται στην Αθήνα, ασχολείται με διάφορα εγχειρήματα πολιτικής διπλωματίας και δημοκρατίας, γράφει πολιτικά άρθρα, σχολιάζει την επικαιρότητα και συνεχίζει την προσωπική του μελέτη στην ιστορία και την πολιτική φιλοσοφία.

Συνέχεια ανάγνωσης

Ιστορία - Πολιτισμός

17 Οκτωβρίου 1941: Η σφαγή στα Άνω και Κάτω Κερδύλλια

Στις 17/10/1941 οι Γερμανοί κατακτητές παίρνουν σκληρά μέτρα για να χτυπήσουν στη γέννησή τους τις πρώτες ένοπλες αντιστασιακές ομάδες. Κύκλωσαν τα χωριά Ανω και Κάτω Κερδύλλια της Επαρχίας Νιγρίτας του Νομού Σερρών, συγκέντρωσαν όλους τους κατοίκους, ξεχώρισαν τους άρρενες από 15 έως 60 χρόνων, συνολικά 222 άτομα, τους έβαλαν να σκάψουν ομαδικό τάφο και τους εκτέλεσαν μπροστά στους δικούς τους. Στη συνέχεια, έκαψαν όλα τα σπίτια των δύο χωριών.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Στις 17/10/1941 οι Γερμανοί κατακτητές παίρνουν σκληρά μέτρα για να χτυπήσουν στη γέννησή τους τις πρώτες ένοπλες αντιστασιακές ομάδες. Κύκλωσαν τα χωριά Ανω και Κάτω Κερδύλλια της Επαρχίας Νιγρίτας του Νομού Σερρών, συγκέντρωσαν όλους τους κατοίκους, ξεχώρισαν τους άρρενες από 15 έως 60 χρόνων, συνολικά 222 άτομα, τους έβαλαν να σκάψουν ομαδικό τάφο και τους εκτέλεσαν μπροστά στους δικούς τους. Στη συνέχεια, έκαψαν όλα τα σπίτια των δύο χωριών.

ΤΟ ΧΡΟΝΙΚΟ ΤΟΥ ΕΓΚΛΗΜΑΤΟΣ

Τα χωριά Άνω και Κάτω Κερδύλια βρίσκονται χτισμένα σε ορεινή περιοχή του νομού Σερρών, κοντά στις ακτές του Στρυμονικού Κόλπου και την Αμφίπολη.

Λίγους μήνες μετά την κατάληψη της Ελλάδας από τα γερμανικά στρατεύματα ιδρύθηκε στην Κεντρική Μακεδονία, κυρίως με πρωτοβουλία του Γραφείου του Κομμουνιστικού Κόμματος Ελλάδας για την περιοχή της Μακεδονίας και της Θράκης, η οργάνωση Ελευθερία. Ακολούθησε στα μέσα του καλοκαιριού του 1941 η δημιουργία της αντάρτικης ομάδας Οδυσσέας Ανδρούτσος στην περιοχή της Νιγρίτας και της αντάρτικης ομάδας Αθανάσιος Διάκος στα ορεινά του νομού Κιλκίς. Στις αρχές Σεπτεμβρίου αντάρτες της ομάδας Οδυσσέας Ανδρούτσος με αρχηγό τον δάσκαλο Κερδυλιώτη Θανάση Γκένιο (Λασάνη) και υπαρχηγό τον Περικλή Σταματόπουλο προχώρησαν στον αφοπλισμό των σταθμών της γερμανικής χωροφυλακής στα χωριά Ευκαρπία και Μαυροθάλασσα και στις 27 Σεπτεμβρίου 1941 στον αφοπλισμό του σταθμού της χωροφυλακής στη Δάφνη, στην περιοχή της Νιγρίτας.

Τα γεγονότα που οδήγησαν στη σφαγή

Μετά τις επιθέσεις των ανταρτών στους σταθμούς της χωροφυλακής των παραπάνω χωριών η γερμανική πλευρά εστίασε την προσοχή της στην ευρύτερη περιοχή. Έγιναν έρευνες στην περιοχή και ανακρίθηκαν κάτοικοι, στους οποίους επισημάνθηκε ότι η συνέχιση της παροχής βοήθειας στους αντάρτες θα είχε πολύ αρνητικές συνέπειες για τους ίδιους και για τα χωριά τους. Παρόλα αυτά οι πληροφορίες που συνέλεξαν οι κατοχικές δυνάμεις δεν ήταν σημαντικές ώστε να μπορέσουν να εντοπίσουν τους αντάρτες και αυτούς που τους βοηθούσαν.

Έτσι σε μια σύσκεψη που έγινε στην υπηρεσία αντικατασκοπίας στη Θεσσαλονίκη στα τέλη Σεπτεμβρίου αποφασίστηκε η οργάνωση ενός δικτύου πληροφοριοδοτών (γερμανικά: Vertrauensleute ή V-Mann ελληνικά: Άνθρωποι εμπιστοσύνης) στην περιοχή μέσω του οποίου θα έπαιρναν οι Γερμανοί πληροφορίες για τις κινήσεις των ανταρτών, για το που έκρυβαν τον οπλισμό τους και για το πως γινόταν η τροφοδοσία τους.

Στις αρχές Οκτωβρίου ο Δημήτριος Κίκηρας, ένας κάτοικος του Κάτω Κερδυλίου, έλαβε από τους αντάρτες χρήματα και ένα ζώο προκειμένου να αγοράσει και να μεταφέρει σ’ αυτούς τρόφιμα. Ο Κίκηρας όμως καταχράστηκε τα χρήματα και τότε ένας από τους αρχηγούς των ανταρτών, ο Μιχάλης Μπογατσόπουλος, τον απείλησε προκειμένου να τους δώσει τα τρόφιμα που έπρεπε να είχε αγοράσει ή να επιστρέψει τα χρήματα. Για να βρει τα χρήματα ο Κίκηρας προσπάθησε να ληστέψει, στις 10 Οκτωβρίου του 1941, τον καλόγερο Γρηγόριο Καρακαλινό, από το μοναστήρι του Αγίου Δημητρίου λίγο έξω από το Άνω Κερδύλιο αλλά τελικά σκότωσε το βοηθό του καλόγερου, τραυματίστηκε ο ίδιος και διέφυγε. Την επομένη και αφού ο καλόγερος κατήγγειλε το γεγονός, ο Κίκηρας συνελήφθη στο σπίτι ενός γιατρού στην Ευκαρπία. Κατά την ανάκριση έδωσε ονόματα των ανταρτών που καταγόταν από το Ανω και Κάτω Κερδύλιο καθώς και τα ονόματα όσων τους τροφοδοτούσαν.

Στις 12 Οκτωβρίου 1941 το 382ο Σύνταγμα Πεζικού της Βέρμαχτ ερεύνησε τα δυο χωριά, συγκέντρωσε και ανέκρινε τους κατοίκους και αναζήτησε όσους είχε κατονομάσει ο Κίκηρας χωρίς όμως να τους βρει. Κατά τη διάρκεια των ερευνών εκτέλεσε ένα άτομο στο Κάτω Κερδύλιο, πυρπόλησε ορισμένα σπίτια ανταρτών και συνέλαβε μερικά άτομα. Στους συγκεντρωμένους κατοίκους δηλώθηκε ότι θα πρέπει να απέχουν από οποιαδήποτε βοήθεια προς τους αντάρτες γιατί αλλιώς θα έκαιγαν όλα ανεξαιρέτως τα σπίτια των χωριών και θα εκτελέσουν όλους τους άνδρες κατοίκους.

Οι κάτοικοι φοβήθηκαν και δημιούργησαν μια επιτροπή που αποτελούταν από τον πρόεδρο του Άνω Κερδυλίου, το γραμματέα και τον κοινοτικό σύμβουλο και η οποία στις 16 Οκτωβρίου 1941 πήγε στη Θεσσαλονίκη και υπέβαλε αίτηση στη Γενική Διοικηση για να διαβιβαστεί στη συνέχεια στις γερμανικές αρχές. Στην αίτηση αυτή η επιτροπή επικροτούσε τις τελευταίες γερμανικές επιχειρήσεις και ζητούσε την αποστολή στην περιοχή δύναμης της ελληνικής χωροφυλακής ή και γερμανικής μονάδας “ίνα ούτω εξοντώσωμεν τους ληστοσυμμορίτας και ησυχάση η επαρχία μας”.

Στις 16 Οκτωβρίου 1941 το 382ο Σύνταγμα Πεζικού της Βέρμαχτ έκανε επιδρομή στα χωριά Ζερβοχώρι, Δάφνη και Σιτοχώρι και κατέστρεψε 20 σπίτια και 2 αχυρώνες. Στο συνοικισμό Ορέσκεια Δάφνης προχώρησε στην εκτέλεση δύο ανθρώπων για κατοχή όπλων. Στο Σιτοχώρι εκτέλεσε άλλους δύο “διότι καθ΄ομολογία των συμμετέσχον εις το γνωστόν κίνημα της Νιγρίτης αλλά μετανοήσαντες επέστρεψαν εις το χωρίον των”.

Χρονικό της τραγωδίας

Ξημερώματα της 17 Οκτωβρίου 1941, δύο λόχοι του 220ου Τάγματος Σκαπανέων της Βέρμαχτ με δύναμη 250 ανδρών υπο τις διαταγές των λοχαγών Βέντλερ (Wendler) και Σράινερ Σράινερ ξεκίνησαν από τον Σταυρό Θεσσαλονίκης για τα Κερδύλια έχοντας μαζί τους κρατούμενους Κερδυλιώτες. Φτάνοντας κοντά στα χωριά άφησαν τα αυτοκίνητα, άρχισαν να ανεβαίνουν από τρία σημεία και περικύκλωσαν τα Άνω Κερδύλια από την θέση Στρόβολο και τα Κάτω Κερδύλια από την θέση Λειβάδια. Η χρονική στιγμή εκδήλωσης της επιχείρησης και το γεγονός ότι άφησαν τα αυτοκίνητα μακριά από τα χωριά δείχνει οι Γερμανοί στρατιώτες ήθελαν να αιφνιδιάσουν τους κατοίκους. Και πραγματικά σχεδόν το σύνολο των κατοίκων των δύο χωριών συνελήφθη. Κανείς δεν προσπάθησε να αποδράσει επειδή οι κάτοικοι, καθώς δεν υπήρχε ανάλογο προηγούμενο, δεν πήραν στα σοβαρά τις γερμανικές απειλές.

Οι στρατιώτες της Βέρμαχτ συγκέντρωσαν τους αρρένες κατοίκους μεταξύ 16 και 60 χρόνων στις θέσεις Αλώνια και Κούτρες. Οι γυναίκες και τα παιδιά αρχικά συγκεντρώθηκαν στα σχολεία και στη συνέχεια, αφού είχαν απομακρυνθεί οι άντρες, τους επετράπηκε να πάρουν μαζί τους όσα πράγματα μπορούσαν και να φύγουν προς το Καστρί και την Ευκαρπία ενώ κλείδωσαν σε κοινοτικό κατάστημα 23 υπερήλικες, οι οποίοι αργότερα κινδύνεψαν από την πυρπόληση του χωριού .

Στις 09.00 το πρωί δόθηκε το σήμα με μια φωτοβολίδα, και οι Γερμανοί στρατιώτες άρχισαν να εκτελούν άρρενες κατοίκους ηλικίας από 16 μέχρι 60 ετών. Από την εκτέλεση εξαιρέθηκαν στο Άνω Κερδύλιο δεκαεπτά άτομα άνω των εξήντα ετών, μεταξύ των οποίων ο ιερέας, ο δάσκαλος και ο δασοφύλακας και στο Κάτω Κερδύλιο δέκα γέροντες. Οι άνθρωποι αυτοί χρησιμοποιήθηκαν μετά το τέλος των εκτελέσεων για την ταφή των νεκρών.

Τα κτίρια των χωριών κάηκαν εκτός από τις εκκλησίες και μετά την καταστροφή, οι κάτοικοι κατέφυγαν στα χωριά Καστρί και Ευκαρπία.

Ο αριθμός των θυμάτων

Σύμφωνα με τις μεταπολεμικές λίστες εκτελεσθέντων ο αριθμός των νεκρών ανήλθε σε 214 άτομα. Οι εκθέσεις των τότε αστυνομικών αρχών και της Γενικής Διοίκησης Μακεδονίας έκαναν λόγω για 211-212 εκτελεσθέντες ενώ οι γερμανικές αρχές κατοχής για 207. Στην έκθεση που συνέταξε μεταπολεμικά το Ελληνικό Εθνικό Γραφείο Εγκλημάτων Πολέμου αναφέρεται ότι οι νεκροί ήταν 222. Τέλος ο Γιάννης Παπασυμεών στο βιβλίο του για την καταστροφή των Κερδυλίων δημοσιεύει κατάσταση 230 ατόμων, μεταξύ των οποίων και ετεροδημότες, που συντάχθηκε μεταπολεμικά από την κοινότητα των Νέων Κερδυλίων.

Μετά την καταστροφή

Η επίσημη ανακοίνωση από την γερμανική διοίκηση της Θεσσαλονίκης που εκδόθηκε στις 2 Νοεμβρίου 1941, αναφέρει:

«Εις τα βουνά δυτικώς του Στρυμόνος δρα από εβδομάδων μία κομμουνιστική συμμορία απαρτιζόμενη από κατοίκους των πέριξ χωρίων και επιδιδόμενη εις την ληστείαν των πλουσίων χωρικών της περιοχής όπως προσποριστεί χρηματικά μέσα, τη σύλληψιν Ελλήνων αστυνομικών προς αφαίρεση των όπλων των και δι’ αυτών τον φόνον Γερμανών στρατιωτών… Περί τα τέλη Σεπτεμβρίου εδολοφονήθησαν εις θέσιν Λαχανά 2 Γερμανοί στρατιώται και προ ημερών εγένετο απόπειρα εναντίον του γερμανικού στρατού, με αποτέλεσμα το φόνο δύο Γερμανών ναυτών και τον βαρύ τραυματισμόν ενός άλλου εις Καλόκαστρον. Εν συνεχεία διά των παρά του γερμανικού στρατού ληφθέντων μέτρων κατεστράφησαν παρ’ αυτού τα χωριά Ανω και Κάτω Κερδύλλια, οι κάτοικοι των οποίων αποδεδειγμένως ανήκον εις την εν λόγω συμμορία τροφοδοτούντες και υποστηρίζοντες ταύτην παντοιοτρόπως»..

Τα χωριά δεν ξανακατοικήθηκαν και οι εναπομείναντες κάτοικοι έκτισαν αργότερα το 1955 τον σύγχρονο οικισμό των Νέων Κερδυλίων. Η σφαγή των Κερδυλίων αναγνωρίστηκε από το Ελληνικό Κράτος το 1998 με το Προεδρικό Διάταγμα 393/7-12-1998 και η κοινότητα Νέων Κερδυλίων ως μαρτυρική. Το ολοκαύτωμα των Κερδυλίων θεωρείται η πρώτη ομαδική εκτέλεση αμάχων από τα στρατεύματα κατοχής στην Βόρεια Ελλάδα κατά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο.

Συνέχεια ανάγνωσης

Ιστορία - Πολιτισμός

Arolsen Archives: Το αρχείο που αναζητά τα ίχνη εκατομμυρίων θυμάτων του ναζισμού

Δημοσιεύτηκε

στις

Στη γερμανική πόλη Μπαντ Άρολσεν φυλάσσεται μία από τις σημαντικότερες συλλογές τεκμηρίων για τα θύματα των ναζιστικών διώξεων.

Περισσότερα από 30 εκατομμύρια έγγραφα, κατάλογοι κρατουμένων και στοιχεία καταναγκαστικής εργασίας βοηθούν στην ανασύνθεση προσωπικών ιστοριών που κινδύνεψαν να χαθούν οριστικά. Με την ψηφιοποίηση και τη χρήση νέων τεχνολογιών, το αρχείο επιχειρεί να διατηρήσει ζωντανή τη μνήμη και να δώσει απαντήσεις σε οικογένειες που εξακολουθούν να αναζητούν την τύχη των συγγενών τους. Πίσω από κάθε όνομα σε έναν κατάλογο κρατουμένων, πίσω από κάθε φθαρμένο έγγραφο και κάθε χειρόγραφη καταχώριση μπορεί να κρύβεται μια ανθρώπινη ιστορία που δεν έχει ακόμη ολοκληρωθεί.

Για χιλιάδες οικογένειες, η αναζήτηση πληροφοριών για συγγενείς που διώχθηκαν, φυλακίστηκαν ή εξαφανίστηκαν κατά τη ναζιστική περίοδο παραμένει μια ανοιχτή υπόθεση, ακόμη και οκτώ δεκαετίες μετά το τέλος του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου. Στη Γερμανία, τα Arolsen Archives, το Διεθνές Κέντρο για τις Ναζιστικές Διώξεις, αποτελούν έναν από τους σημαντικότερους θεσμούς για τη διερεύνηση αυτών των υποθέσεων. Η συλλογή τους περιλαμβάνει περισσότερα από 30 εκατομμύρια ιστορικά έγγραφα, με πληροφορίες για περίπου 17,5 εκατομμύρια ανθρώπους που υπήρξαν θύματα ή επιζώντες του ναζιστικού καθεστώτος.

Το έργο του αρχείου δεν περιορίζεται στη φύλαξη ιστορικών τεκμηρίων. Στόχος είναι να διατηρηθούν τα πρωτότυπα, να οργανωθούν οι πληροφορίες που περιέχουν και να γίνουν προσβάσιμες σε συγγενείς θυμάτων, ερευνητές και πολίτες από όλο τον κόσμο. Έτσι, τα έγγραφα της ναζιστικής περιόδου μετατρέπονται σε ένα εργαλείο αναζήτησης της ιστορικής αλήθειας και αποκατάστασης της μνήμης.

Από τα αρχεία των διώξεων στην αναζήτηση της ανθρώπινης μοίρας

Τα Arolsen Archives ιδρύθηκαν το 1948, με την ονομασία International Tracing Service, σε μια εποχή κατά την οποία εκατομμύρια άνθρωποι προσπαθούσαν να εντοπίσουν συγγενείς τους που είχαν χαθεί στη διάρκεια του πολέμου. Η αρχική αποστολή ήταν να βοηθήσουν στον εντοπισμό αγνοουμένων και στη διευκρίνιση της τύχης ανθρώπων που είχαν υποστεί ναζιστικές διώξεις. Με την πάροδο των δεκαετιών, η συλλογή εξελίχθηκε σε ένα διεθνές αρχείο ιστορικής τεκμηρίωσης. Τα έγγραφα αφορούν κρατουμένους σε στρατόπεδα συγκέντρωσης, γκέτο και φυλακές της Γκεστάπο, ανθρώπους που οδηγήθηκαν σε καταναγκαστική εργασία, αλλά και επιζώντες που βρέθηκαν υπό τη φροντίδα συμμαχικών οργανώσεων μετά το 1945. Περιλαμβάνονται επίσης στοιχεία για τους εκτοπισμένους πληθυσμούς και τη μετανάστευση κατά τα πρώτα μεταπολεμικά χρόνια.

Οι κατάλογοι, τα δελτία κρατουμένων, οι καταγραφές μεταγωγών και τα διοικητικά έγγραφα μπορούν να προσφέρουν πολύτιμες πληροφορίες για την πορεία ενός ανθρώπου μέσα στο σύστημα διώξεων. Ένα όνομα, μια ημερομηνία ή ένας αριθμός μητρώου ενδέχεται να αποτελέσει το στοιχείο που θα συνδέσει διαφορετικά έγγραφα και θα επιτρέψει την ανασύνθεση ενός μέρους της ζωής του. Ωστόσο, το αρχείο δεν είναι πλήρες. Πολλά έγγραφα καταστράφηκαν από τους ίδιους τους Ναζί ή χάθηκαν κατά τη διάρκεια του πολέμου. Επιπλέον, εκατομμύρια άνθρωποι δολοφονήθηκαν χωρίς να καταγραφούν ποτέ τα ονόματά τους. Για τον λόγο αυτό, η απουσία ενός προσώπου από τις διαθέσιμες συλλογές δεν σημαίνει ότι δεν υπήρξε ή ότι δεν υπέστη διώξεις.

Η ψηφιοποίηση αλλάζει τον τρόπο αναζήτησης

Για πολλά χρόνια, η αξιοποίηση του αρχείου απαιτούσε εκτεταμένη χειρωνακτική εργασία. Οι ερευνητές έπρεπε να εξετάζουν φακέλους, να διαβάζουν χειρόγραφες σημειώσεις και να αντιπαραβάλλουν πληροφορίες που βρίσκονταν σε διαφορετικά έγγραφα. Η ψηφιοποίηση αλλάζει σταδιακά αυτή τη διαδικασία. Τα Arolsen Archives αναπτύσσουν ένα ηλεκτρονικό αρχείο μέσω του οποίου οι χρήστες μπορούν να αναζητούν ονόματα και ιστορικά θέματα, να εντοπίζουν ψηφιοποιημένα τεκμήρια και να εξετάζουν το περιεχόμενό τους από απόσταση. Η διαδικασία, ωστόσο, δεν τελειώνει με τη σάρωση ενός εγγράφου. Για να μπορεί να αναζητηθεί αποτελεσματικά, πρέπει να καταχωριστούν τα στοιχεία του, να συνδεθούν τα ονόματα με τις αντίστοιχες εγγραφές και να οργανωθούν οι πληροφορίες που περιέχει.

Σε αυτό το στάδιο αξιοποιούνται τεχνολογίες οπτικής αναγνώρισης χαρακτήρων (OCR), καθώς και εργαλεία που βοηθούν στην ομαδοποίηση και τη διασύνδεση δεδομένων. Η τεχνητή νοημοσύνη μπορεί να διευκολύνει την ανάγνωση καταλόγων και την αντιπαραβολή πληροφοριών από διαφορετικά έγγραφα, ώστε να εντοπίζονται πιθανές συνδέσεις ανάμεσα σε πρόσωπα, τόπους και γεγονότα. Η τεχνολογία, όμως, δεν υποκαθιστά την ιστορική έρευνα. Τα παλιά έγγραφα περιέχουν δυσανάγνωστα χειρόγραφα, διαφορετικές γραφές ονομάτων, συντομογραφίες και λάθη καταγραφής. Για τον λόγο αυτό, η αυτοματοποιημένη αναγνώριση χρειάζεται έλεγχο και αξιολόγηση, ιδιαίτερα όταν αφορά στοιχεία που μπορούν να επηρεάσουν την ανασύνθεση της μοίρας ενός θύματος.

Όταν ένα όνομα οδηγεί σε μια οικογενειακή ιστορία

Η σημασία των Arolsen Archives γίνεται ιδιαίτερα εμφανής μέσα από τις αναζητήσεις συγγενών. Για ανθρώπους που προσπαθούν να μάθουν τι συνέβη σε έναν παππού, μια γιαγιά ή έναν άλλο συγγενή που εξαφανίστηκε κατά τη ναζιστική περίοδο, ακόμη και ένα μικρό εύρημα μπορεί να έχει μεγάλη συναισθηματική και ιστορική αξία. Η αναζήτηση μπορεί να οδηγήσει σε πληροφορίες για την κράτηση ενός προσώπου, τη μεταφορά του σε στρατόπεδο, την καταναγκαστική εργασία ή την παρουσία του σε μεταπολεμικό καταυλισμό εκτοπισμένων. Σε άλλες περιπτώσεις, τα έγγραφα προσφέρουν μόνο αποσπασματικές ενδείξεις, οι οποίες χρειάζεται να διασταυρωθούν με άλλες πηγές.

Το ηλεκτρονικό αρχείο είναι ελεύθερα προσβάσιμο και μπορεί να χρησιμοποιηθεί τόσο για προσωπικές αναζητήσεις όσο και για επιστημονικούς, εκπαιδευτικούς και δημοσιογραφικούς σκοπούς. Όταν η διαδικτυακή έρευνα δεν αποδίδει αποτελέσματα, οι ενδιαφερόμενοι μπορούν να απευθυνθούν στην υπηρεσία αναζήτησης του οργανισμού. Η προσπάθεια αυτή έχει ιδιαίτερη σημασία σε μια εποχή κατά την οποία οι επιζώντες του ναζισμού λιγοστεύουν. Καθώς οι προσωπικές μαρτυρίες χάνονται σταδιακά, τα τεκμήρια αποκτούν ακόμη μεγαλύτερη βαρύτητα για την ιστορική έρευνα και τη διατήρηση της μνήμης.

#everynamecounts: Η μνήμη ως συλλογική προσπάθεια

Η ψηφιοποίηση δεν στηρίζεται αποκλειστικά στους εργαζομένους του αρχείου. Σημαντικό ρόλο έχουν και οι εθελοντές που συμμετέχουν στην πρωτοβουλία #everynamecounts. Μέσω της δράσης αυτής, πολίτες βοηθούν στην καταχώριση πληροφοριών από ιστορικά έγγραφα, ώστε τα ονόματα και τα σχετικά στοιχεία να γίνουν ευκολότερα αναζητήσιμα. Η συμμετοχή τους συμβάλλει στην προσπάθεια να συνδεθούν οι ψηφιοποιημένες σελίδες με συγκεκριμένα πρόσωπα και να διευκολυνθούν οι μελλοντικές αναζητήσεις.

Πρόκειται για μια μορφή συμμετοχικής ιστορικής μνήμης, στην οποία η τεχνολογία συνδυάζεται με την ανθρώπινη εργασία. Η καταχώριση ενός ονόματος δεν αποτελεί απλώς μια τεχνική διαδικασία: είναι ένας τρόπος να αναγνωριστεί η ύπαρξη ενός ανθρώπου και να διατηρηθεί η ιστορία του μέσα σε ένα ευρύτερο αρχείο συλλογικής εμπειρίας. Παράλληλα, η πρωτοβουλία #StolenMemory επικεντρώνεται στην αναζήτηση συγγενών πρώην κρατουμένων στους οποίους είχαν αφαιρεθεί προσωπικά αντικείμενα κατά τη σύλληψή τους. Τα αντικείμενα αυτά, όταν είναι δυνατόν να επιστραφούν στις οικογένειες, λειτουργούν ως απτοί σύνδεσμοι με ανθρώπους των οποίων η ιστορία συχνά έχει διασωθεί μόνο μέσα από έγγραφα.

Παρά την πρόοδο της ψηφιοποίησης, η προστασία των πρωτότυπων εγγράφων παραμένει βασική προτεραιότητα. Πολλά από αυτά χρησιμοποιήθηκαν επί δεκαετίες για τη διεκπεραίωση αιτημάτων εντοπισμού αγνοουμένων. Το συχνό ξεφύλλισμα, η αντιγραφή και η μεταφορά τους έχουν αφήσει σημάδια φθοράς. Οι εργασίες συντήρησης περιλαμβάνουν την κατάλληλη συσκευασία, την αντιμετώπιση της όξινης φθοράς του χαρτιού και την καταγραφή της κατάστασης κάθε τεκμηρίου. Η ψηφιακή πρόσβαση περιορίζει την ανάγκη συνεχούς χειρισμού των πρωτοτύπων, χωρίς όμως να καταργεί την ανάγκη διατήρησής τους.

Η σημασία της συλλογής έχει αναγνωριστεί και διεθνώς: από το 2013, τα Arolsen Archives περιλαμβάνονται στο πρόγραμμα «Μνήμη του Κόσμου» της UNESCO, το οποίο αποσκοπεί στην προστασία και ανάδειξη σημαντικών τεκμηρίων της παγκόσμιας ιστορίας.

Ένα αρχείο για το παρελθόν και τις επόμενες γενιές

Η δουλειά των Arolsen Archives δείχνει ότι η ιστορική μνήμη δεν διατηρείται μόνο μέσα από μνημεία, επετείους και δημόσιες τελετές. Διατηρείται και μέσα από την επίμονη εργασία της καταγραφής, της διασταύρωσης και της προστασίας των τεκμηρίων. Κάθε έγγραφο μπορεί να αποτελέσει μια μαρτυρία για το πώς οργανώθηκαν οι διώξεις, πώς λειτούργησε ο μηχανισμός καταναγκαστικής εργασίας και ποιες συνέπειες είχε ο ναζισμός για εκατομμύρια ανθρώπους. Ταυτόχρονα, μπορεί να προσφέρει σε μια οικογένεια μια πληροφορία που αναζητούσε επί δεκαετίες.

Σε μια περίοδο κατά την οποία η παραπληροφόρηση και η διαστρέβλωση ιστορικών γεγονότων εξακολουθούν να αποτελούν πρόκληση, η πρόσβαση στις πρωτογενείς πηγές αποκτά ιδιαίτερη σημασία. Τα αρχεία δεν απαντούν σε κάθε ερώτημα, ούτε μπορούν να αναπληρώσουν τα τεκμήρια που χάθηκαν. Μπορούν, όμως, να διασώσουν όσα εξακολουθούν να υπάρχουν και να επιτρέψουν στις επόμενες γενιές να τα μελετήσουν. Στο Μπαντ Άρολσεν, η αναζήτηση δεν αφορά μόνο το τι συνέβη στο παρελθόν. Αφορά και τη δυνατότητα να μη χαθούν ξανά τα ίχνη ανθρώπων που βρέθηκαν στο επίκεντρο ενός από τα μεγαλύτερα εγκλήματα της ευρωπαϊκής ιστορίας.

Συνέχεια ανάγνωσης

Αναλύσεις

Η ιστορία του Καπετανίδη στον Ισραηλινό Τύπο

Η ζωή, η δημοσιογραφική δράση και η θυσία του Νίκου Καπετανίδη αναδεικνύονται στην Israel Hayom, μέσα από άρθρο του Χρήστου Κωνσταντινίδη, που θέτει στο επίκεντρο τη Γενοκτονία των Ελλήνων του Πόντου και την άρνηση της Τουρκίας να αναμετρηθεί με το ιστορικό της παρελθόν.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Στον ισραηλινό Τύπο φτάνει η ιστορία του Νίκου Καπετανίδη, του Πόντιου δημοσιογράφου που οδηγήθηκε στην αγχόνη στην Αμάσεια, στις 21 Σεπτεμβρίου 1921, επειδή υπερασπίστηκε με την πένα και τη δημόσια στάση του τον Ελληνισμό του Πόντου.

Με άρθρο που δημοσιεύθηκε στις 13 Οκτωβρίου 2026 στην Israel Hayom, ο δημοσιογράφος και διευθυντής σύνταξης του Geopolitico.gr, Χρήστος Κωνσταντινίδης, παρουσιάζει στο διεθνές αναγνωστικό κοινό τη διαδρομή του εκδότη της «Εποχής». Παράλληλα, συνδέει την ιστορική του μαρτυρία με το σημερινό ζήτημα της λογοδοσίας και την επιλεκτική στάση της Άγκυρας απέναντι στα εγκλήματα του παρελθόντος.

Το δημοσίευμα φέρει τον τίτλο «Turkey demands accountability from Israel – but not from itself», δηλαδή «Η Τουρκία απαιτεί λογοδοσία από το Ισραήλ – αλλά όχι από τον εαυτό της».

Η αφετηρία του άρθρου είναι η εκτέλεση του 32χρονου Καπετανίδη. Γεννημένος στη Ριζούντα το 1889 και απόφοιτος του Φροντιστηρίου Τραπεζούντας, ο δημοσιογράφος εξέδωσε το 1918 την εφημερίδα «Εποχή», καταγράφοντας τις διώξεις και τη βία που υφίσταντο οι ελληνικοί πληθυσμοί στην Τραπεζούντα και στα χωριά του Πόντου.

Μέσα από αναφορές στη μαρτυρία του Δημήτρη Ψαθά στη «Γη του Πόντου», ο Κωνσταντινίδης σκιαγραφεί έναν άνθρωπο με ορμή, πατριωτικό φρόνημα και βαθιά πίστη στην ελευθερία. Έναν εκδότη που αντιλαμβανόταν τη δημοσιογραφία ως ευθύνη απέναντι στον λαό του και κατονόμαζε τους υπευθύνους των διωγμών, γνωρίζοντας ότι κάθε φύλλο της εφημερίδας του μπορούσε να χρησιμοποιηθεί εναντίον του.

Ιδιαίτερη θέση στο άρθρο έχει η αντιπαράθεσή του με τον Τοπάλ Οσμάν, τον παραστρατιωτικό αρχηγό που συνδέθηκε με σφαγές, λεηλασίες και εκτοπισμούς Ελλήνων και Αρμενίων. Όπως υπογραμμίζεται, ο Καπετανίδης δεν υποχώρησε μπροστά στις απειλές του, ούτε άλλαξε τη γραμμή της εφημερίδας για να εξασφαλίσει την προσωπική του σωτηρία.

Το δημοσίευμα περιγράφει τα λεγόμενα «Δικαστήρια Ανεξαρτησίας» της Αμάσειας ως μηχανισμό εξόντωσης της ηγεσίας του ποντιακού Ελληνισμού. Κληρικοί, εκπαιδευτικοί, επιχειρηματίες και δημοσιογράφοι βρέθηκαν αντιμέτωποι με διαδικασίες στις οποίες, σύμφωνα με την ανάλυση του αρθρογράφου, η καταδίκη είχε ουσιαστικά προαποφασιστεί.

Απέναντι στους κατηγόρους του, ο Καπετανίδης υπερασπίστηκε ανοιχτά την εθνική του θέση. Όταν κατηγορήθηκε ότι αγωνιζόταν για την ανεξαρτησία του Πόντου, δήλωσε ότι επιδίωκε και την ένωσή του με την Ελλάδα. Το άρθρο αναφέρεται και στην τελευταία του κραυγή πριν από τον απαγχονισμό: «Ζήτω η Ελλάς!»

Κεντρικό σημείο της παρέμβασης αποτελεί η διάσωση του αρχείου της «Εποχής» από τον αδελφό του, Κώστα Καπετανίδη, ο οποίος το μετέφερε στην Ελλάδα. Η ψηφιοποίησή του, επισημαίνει ο Κωνσταντινίδης, δημιουργεί δυνατότητες ευρύτερης μελέτης και διεθνούς αξιοποίησης.

Πρόκειται για τεκμήρια γραμμένα την ώρα που εξελίσσονταν οι διωγμοί. Ο αρθρογράφος προτείνει τη μετάφραση, την επιστημονική επεξεργασία και την παρουσίασή τους σε κοινοβούλια, πανεπιστήμια και διεθνείς οργανισμούς, ως μέρος μιας οργανωμένης προσπάθειας για τη διεθνή αναγνώριση της Γενοκτονίας.

Η σύνδεση με το σήμερα γίνεται μέσα από την κριτική στην Τουρκία, η οποία κατηγορεί το Ισραήλ για γενοκτονία στη Γάζα, ενώ εξακολουθεί να αρνείται τη Γενοκτονία των Ελλήνων του Πόντου. Το άρθρο διευκρινίζει ότι οι καταγγελίες κατά του Ισραήλ πρέπει να κρίνονται με βάση τα αποδεικτικά στοιχεία και το δίκαιο. Θέτει, όμως, ταυτόχρονα το ζήτημα της συνέπειας: ένα κράτος που απαιτεί έλεγχο της συμπεριφοράς άλλων κρατών οφείλει να δέχεται τον έλεγχο και της δικής του ιστορικής διαδρομής.

Μέσα από την ιστορία του Καπετανίδη, η παρέμβαση στην Israel Hayom αναδεικνύει έτσι ένα συγκεκριμένο αίτημα: η διασωθείσα μαρτυρία της «Εποχής» να αποκτήσει τη διεθνή παρουσία που της αναλογεί, μεταφέροντας την ιστορική τεκμηρίωση του ποντιακού Ελληνισμού πέρα από τα ελληνικά σύνορα.

Διαβάστε το άρθρο στην Israel Hayom.

Συνέχεια ανάγνωσης

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ

Αναλύσεις6 λεπτά πριν

Η «σύγκρουση» στην κορυφή της ΕΕ και «Made in Europe» στην Τουρκία

Όταν όμως και σήμερα, πολιτειακοί αξιωματούχοι (Κυβέρνησης και Βουλής) σε Κύπρο κι Ελλάδα προωθούν την «θετική ατζέντα» προς την Τουρκία,...

Αναλύσεις36 λεπτά πριν

Ινδικά πολεμικά πλοία στην Κύπρο; Οι πληροφορίες και το νέο αμυντικό σκηνικό

Πληροφορίες για παρεμβάσεις Ισραήλ και Εμιράτων απέναντι στις πιέσεις της Άγκυρας παρουσίασε το «Direct News». Στο επίκεντρο οι συζητήσεις για...

Γενικά θέματα1 ώρα πριν

Θρίλερ στα βάθη της Τουρκίας με 58χρονο Έλληνα μοναχό από το Νέο Μυλότοπο Γιαννιτσών! Αγνοείται από τον Ιούλιο

Ο 58χρονος μοναχός έφυγε από το Νέο Μυλότοπο Γιαννιτσών, με προορισμό την Τουρκία, αποφασισμένος να φτάσει στον Πόντο και την...

Αναλύσεις2 ώρες πριν

Καλεντερίδης: Η Ουκρανία στο έλεος του «διακόπτη» – Το μάθημα για την ελληνική άμυνα

Οι περιορισμοί στις δορυφορικές υπηρεσίες, η πίεση του Τραμπ στον Ζελένσκι και η ανάγκη για εγχώρια αμυντική παραγωγή στο επίκεντρο...

Αναλύσεις2 ώρες πριν

Ποιος είναι σκληρότερος; Η Προεκλογική μάχη Νετανιάχου – Άιζενκοτ

Ο Γκάντι Άιζενκοτ, κορυφαίος Ισραηλινός πολιτικός που ελπίζει να ανατρέψει τον Πρωθυπουργό Μπενιαμίν Νετανιάχου στις εκλογές στα τέλη αυτού του...

Δημοφιλή