Ακολουθήστε μας

Διεθνή

«Έμφραγμα» στην εφοδιαστική αλυσίδα λόγω Σαγκάης – Καθυστερήσεις σε προϊόντα και στην Ελλάδα

Δημοσιεύτηκε στις

To lockdown που έχει επιβληθεί στην Κίνα λόγω της πανδημίας και ειδικά στη Σαγκάη, το μεγαλύτερο λιμάνι της χώρας, διογκώνει τα προβλήματα στην παγκόσμια εφοδιαστική αλυσίδα.

Νέα αναταραχή στην εφοδιαστική αλυσίδα προκαλούν τα πρόσφατα lockdowns στην Κίνα –κυρίως αυτό στη Σαγκάη–, με τις επιχειρήσεις πλέον και στην Ελλάδα να μοιάζουν σαν να βρίσκονται ανάμεσα σε συμπληγάδες πέτρες.

Πριν καλά καλά ομαλοποιηθεί η κατάσταση από τις διαταραχές στην εφοδιαστική αλυσίδα που ξεκίνησαν πέρυσι και οφείλονταν στην απότομη επανεκκίνηση της οικονομίας παγκοσμίως, και ενώ από τα τέλη Φεβρουαρίου η κρίση στην Ουκρανία έχει προκαλέσει νέα προβλήματα, τώρα επανέρχονται στο προσκήνιο οι καθυστερήσεις στις παραδόσεις παραγγελιών από την Κίνα.

Σύμφωνα με τον πρόεδρο του Εμπορικού και Βιομηχανικού Επιμελητηρίου Πειραιά (ΕΒΕΠ) κ. Βασίλη Κορκίδη, οι καθυστερήσεις στις παραδόσεις των παραγγελιών φθάνουν ήδη έως και τις 14 ημέρες, χωρίς βεβαίως να αποκλείεται το ενδεχόμενο να επιδεινωθεί η κατάσταση εάν διαρκέσουν για μεγάλο χρονικό διάστημα τα πολύ αυστηρά περιοριστικά μέτρα στην Κίνα. Τα μεγαλύτερα προβλήματα από πλευράς καθυστερήσεων εντοπίζονται, σύμφωνα με παράγοντες της αγοράς που μίλησαν στην «Κ», στον κλάδο ένδυσης – υπόδησης, καθώς και στον ξενοδοχειακό εξοπλισμό. Αν και για την ώρα δεν τίθεται θέμα ελλείψεων, δεν αποκλείουν να συμβεί κάτι τέτοιο εάν διαρκέσει για πολύ ακόμη το lockdown στη Σαγκάη, με δεδομένο μάλιστα ότι –εξαιτίας των προηγούμενων διαταραχών αλλά και των πολύ μεγάλων ανατιμήσεων που είχαν καταγραφεί ήδη από πέρυσι– τα αποθέματα των περισσότερων επιχειρήσεων είναι χαμηλότερα. Λόγω, δε, της επικείμενης έναρξης της τουριστικής περιόδου, οι καθυστερήσεις στις παραδόσεις παραγγελιών ξενοδοχειακού εξοπλισμού μπορούν να προκαλέσουν αρκετά προβλήματα.

Στη μία εβδομάδα περιορίζονται για την ώρα οι καθυστερήσεις στις παραδόσεις ηλεκτρικών και ηλεκτρονικών συσκευών από μεγάλους προμηθευτές. Σύμφωνα, όμως, με υψηλόβαθμο στέλεχος πολύ μεγάλης αλυσίδας του κλάδου, το οποίο μίλησε στην «Κ», οι καθυστερήσεις στις παραδόσεις από μικρότερους προμηθευτές είναι μεγαλύτερες και τα προβλήματα οξύτερα.

Για την ώρα δεν τίθεται θέμα ελλείψεων, όμως δεν αποκλείεται να συμβεί κάτι τέτοιο εάν διαρκέσει για πολύ ακόμη το lockdown στη Σαγκάη.

Η διακοπή λειτουργίας μονάδων γνωστών αυτοκινητοβιομηχανιών που βρίσκονται στη Σαγκάη και στις άλλες κινεζικές πόλεις της ευρύτερης περιοχής όπου έχει επιβληθεί lockdown αναμένεται να επιδεινώσει περαιτέρω το πρόβλημα, που ήδη υπάρχει με τις παραδόσεις καινούργιων αυτοκινήτων. Και αυτό διότι η κατάσταση που προϋπήρχε και οδηγούσε σε καθυστερήσεις 4-12 μηνών στις παραδόσεις παραγγελιών καινούργιων αυτοκινήτων, αντί να βελτιώνεται, χειροτερεύει εκ νέου.

Τα ναύλα για τη μεταφορά εμπορευματοκιβωτίων δεν έχουν επηρεασθεί ακόμη, όμως κανείς δεν μπορεί να αποκλείσει ένα τέτοιο ενδεχόμενο. Βεβαίως, αν και είχε ξεκινήσει μια αργή αποκλιμάκωσή τους, παραμένουν σε εξαιρετικά υψηλά επίπεδα σε σύγκριση με πέρυσι, η οποία τώρα δεν αποκλείεται να ανακοπεί. Σύμφωνα με τα τελευταία στοιχεία του εξειδικευμένου οίκου Drewry’s, ο σύνθετος παγκόσμιος δείκτης εμπορευματοκιβωτίων (World Container Index) διαμορφώθηκε στις 7 Απριλίου στα 8.041,50 δολάρια για το κοντέινερ 40 ποδών, καταγράφοντας μείωση σε σύγκριση με πριν από μία εβδομάδα. Η τιμή αυτή, ωστόσο, είναι υψηλότερη κατά 64% σε σύγκριση με πριν από ένα χρόνο. Επιπλέον καταγράφηκε μια μικρή αύξηση, της τάξης του 2%, μέσα σε μία εβδομάδα στα ναύλα που αφορούν τη μεταφορά εμπορευματοκιβωτίων από τη Σαγκάη στη Γένοβα, εξέλιξη που δεν αποκλείεται να προμηνύει περαιτέρω αυξήσεις.

Το χειρότερο, βεβαίως, είναι ότι η νέα αυτή διαταραχή στην εφοδιαστική αλυσίδα έρχεται να προστεθεί στα άλλα πολύ μεγάλα προβλήματα που έχουν προκληθεί στη λειτουργία των επιχειρήσεων, παραγωγικών και εμπορικών, από την αύξηση του ενεργειακού κόστους και του κόστους πρώτων υλών, απόρροια των γεωπολιτικών εξελίξεων.

Ελλείψεις σε κινητά τηλέφωνα και υπολογιστές λόγω προβλημάτων στη Σαγκάη

Εχοντας στραμμένη την προσοχή του στο δράμα της Ουκρανίας και του συνεχιζόμενου πολέμου, ο δυτικός κόσμος κινδυνεύει να ξεχάσει την πανδημία και να αιφνιδιαστεί από μια πρωτοφανή έλλειψη των iPhone και των υπολογιστών της Apple, παρενέργεια του νέου κύματος παραλλαγών της «Ομικρον» που πλήττει την Κίνα. Τη χαριστική βολή στην παραγωγή και αποστολή των εξαρτημάτων αυτών των προϊόντων υψηλής τεχνολογίας αναμένεται να δώσουν τα lockdowns στη Σαγκάη και την Κουνσχάν, δύο πόλεις της ανατολικής Κίνας που αποτελούν κέντρο προμηθευτών των μεγάλων εταιρειών τεχνολογίας. Ιδιαιτέρως η Σαγκάη, η πόλη με το μεγαλύτερο λιμάνι στον κόσμο, την αντίστοιχη διακίνηση αγαθών και τα 25 εκατ. κατοίκους, παραμένει σχεδόν ολοκληρωτικά αποκλεισμένη από την αρχή του μήνα.

emfragma-stin-efodiastiki-alysida-logo-sagkais-kathysteriseis-se-proionta-kai-stin-ellada0
Η πλειονότητα των προμηθευτών της Apple στην Κίνα έχει διακόψει τη λειτουργία της, οδηγώντας σε πρωτοφανείς ελλείψεις σε iPhone και iPad. Φωτ. Reuters.

Τώρα το νέο κύμα της πανδημίας αναγκάζει τουλάχιστον 30 ταϊβανέζικες εταιρείες τεχνολογίας να αναστείλουν τη λειτουργία τους στο πλαίσιο του lockdown, αλλά ανάμεσά τους συγκαταλέγεται και η Pegatron, που κατασκευάζει εξαρτήματα για τα iPhone και τους υπολογιστές της Apple. Η αναστολή λειτουργίας της Pegatron αποτελεί το τελευταίο πλήγμα στον κολοσσό του λογισμικού, καθώς τους τελευταίους μήνες έχουν προηγηθεί ανάλογες κινήσεις άλλων προμηθευτών της, καθοριστικών στη γραμμή συναρμολόγησης των προϊόντων της. Τον περασμένο μήνα ένας άλλος σημαντικός προμηθευτής της, η Foxconn, ανέστειλε τη λειτουργία του στο κέντρο τεχνολογίας της Σεντζέν, της πόλης που τα τελευταία χρόνια αποκαλείται συχνά Silicon Valley της Κίνας. Χθες ανέστειλε τη λειτουργία της και η Quanta Computer, παρασκευάστρια των Macbook στη Σαγκάη, ενώ από τις αρχές του μήνα έχει διακόψει την παραγωγή η Luxhare Precision Industry, επίσης προμηθεύτρια της Apple στην Κουνσχάν.

Ολες αυτές οι βιομηχανίες παράγουν εξαρτήματα τόσο των κινητών τηλεφώνων όσο και των υπολογιστών, συχνά απολύτως κρίσιμα για το τελικό προϊόν. Είναι γεγονός ότι η πολιτική της λεγόμενης μηδενικής ανοχής στον κορωνοϊό που έχει υιοθετήσει το Πεκίνο έχει ήδη περιορίσει τις προμήθειες καθοριστικών εξαρτημάτων υψηλής τεχνολογίας. Ανάμεσα στα είδη που παρουσιάζουν ανεπάρκεια συγκαταλέγονται και οι κονσόλες ηλεκτρονικών παιχνιδιών, οι ηλεκτρονικοί υπολογιστές και τα ηλεκτροκίνητα οχήματα. Πέραν του πλήγματος που επιφέρει στην κινεζική οικονομία αυτή η μείωση των εξαγωγών από την Κίνα προς τον υπόλοιπο κόσμο, παράλληλα επιδεινώνει το έμφραγμα στην παγκόσμια εφοδιαστική αλυσίδα. Δυσχεραίνει, επίσης, το έργο των μεγάλων διεθνών μεταφορικών εταιρειών που αντιμετωπίζουν ανεπάρκεια εμπορευματοκιβωτίων και μεταφορικών πλοίων, με τη συνεπακόλουθη εκτόξευση του κόστους των ναύλων.

Ορισμένες βιομηχανίες ηλεκτρονικών αδυνατούν ήδη να εξασφαλίσουν τις κεντρικές μονάδες επεξεργαστών υπολογιστών, μονάδες μπαταριών και πάνελ, καθώς και κεραμικούς πυκνωτές για τους server των υπολογιστών.

Ανάμεσά τους η κινεζική βιομηχανία ηλεκτροκίνητων οχημάτων Nio που έχει από το περασμένο Σαββατοκύριακο ανακοινώσει ότι θα διακόψει τις παραδόσεις, καθώς έχουν αναστείλει την παραγωγή τους οι προμηθευτές της τόσο στη Σαγκάη όσο και σε άλλες κινεζικές πόλεις. Υπενθυμίζεται ότι και η μονάδα της Tesla στη Σαγκάη έχει διακόψει τη λειτουργία της από τις 28 Μαρτίου. Επίσης η WUS, ηγετική βιομηχανία στην παραγωγή δικτύων, ανέφερε πως δύο θυγατρικές της στην Κουνσχάν έχουν αναστείλει τη λειτουργία τους, ενώ ανακοίνωσε ότι για ακόμη μία εβδομάδα δεν θα λειτουργήσει η Wise Pioneer, που προμηθεύει μηχανολογικό εξοπλισμό για την κατασκευή ηλεκτρονικών προϊόντων, όπως οι επίπεδες οθόνες τηλεοράσεων και οι φακοί.

Εν ολίγοις αναμένεται να πληγούν οι βιομηχανίες τεχνολογίας κάθε είδους, ενώ ο αποκλεισμός της Σαγκάης αρχίζει να προκαλεί γενικότερη ανησυχία για τις επιπτώσεις που θα επιφέρει στην εφοδιαστική αλυσίδα, με πιθανές συνέπειες στην προσφορά όχι μόνο ηλεκτρονικών ειδών, αλλά ευρύτατου φάσματος προϊόντων, ακόμη και φαρμάκων. Σύμφωνα με τον Τζούλιαν Εβανς Πρίτσαρντ, επικεφαλής των οικονομολόγων της Capital Economics, μέχρι στιγμής είναι περιορισμένες οι επιπτώσεις του lockdown της Σαγκάης στην εφοδιαστική αλυσίδα. Οπως επισημαίνει ο ίδιος, ο λόγος είναι ότι ορισμένες βιομηχανίες εξακολουθούν να λειτουργούν με τους εργαζομένους να παραμένουν μέσα στο εργοστάσιο, ώστε να ελαχιστοποιήσουν τον κίνδυνο μετάδοσης του ιού.

Μιλώντας, πάντως, στο αραβικό δίκτυο Al Jazeera, ο Μπρους Πανγκ, επικεφαλής του τομέα μακροοικονομικών ερευνών στην China Renaissance Securities, τόνισε πως «το επιθετικό αυτό κύμα της πανδημίας που πλήττει την Κίνα μπορεί να προκαλέσει καθυστερήσεις και αυξήσεις των τιμών, που θα καθηλώσουν την ανάκαμψη και θα επιταχύνουν περαιτέρω τον πληθωρισμό σε παγκόσμιο επίπεδο». Δεν λείπουν, πάντως, οι κακοί οιωνοί, καθώς στις 7 Απριλίου εμπειρογνώμονες της ισπανικής τράπεζας και επενδυτικής BBVA στο Χονγκ Κονγκ κατέγραψαν κατάρρευση της κίνησης φορτίων στο λιμάνι της Σαγκάης και διαρκή αύξηση των οχημάτων που παραμένουν σε ουρά έξω από αυτό.

Καθημερινή

Ο Σταύρος Καλεντερίδης, ξεκίνησε τις σπουδές του στην Αθήνα, σπουδάζοντας Πολιτική Επιστήμη στο Εθνικό Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών. Έπειτα από τέσσερα χρόνια συμμετοχής στα φοιτητικά όργανα συνδιοίκησης της σχολής του και σε διάφορες οργανώσεις νέων, αποφάσισε να συνεχίσει τις σπουδές του στο εξωτερικό. Στη Βοστόνη των Η.Π.Α. ολοκλήρωσε δύο μεταπτυχιακά προγράμματα, στις Διεθνείς Σχέσεις (Αμερικανική εξωτερική πολιτική) και στην Επικοινωνία (Πολιτική Επικοινωνία), ενώ παράλληλα εργάστηκε στο Ελληνικό Προξενείο της Βοστόνης, στη σχολή του ως βοηθός έρευνας και σε δύο πολιτικές καμπάνιες Αμερικανών πολιτικών (Δημοκρατικών – Ρεπουμπλικάνων). Μετά από τρία χρόνια στις Η.Π.Α., άκουσε το κάλεσμα της πατρίδας του και επέστρεψε πίσω με μεγάλο πόθο για προσφορά στην Ελλάδα. Υπήρξε ιδρυτικό μέλος δύο κοινωφελών οργανισμών, του δέλτα – πολιτική επανάσταση (πολιτικός οργανισμός) και της Λεοντίδας (ίδρυμα προώθησης θεμάτων ιστορίας, πολιτισμού και δημοκρατίας). Σήμερα ζει και εργάζεται στην Αθήνα, ασχολείται με διάφορα εγχειρήματα πολιτικής διπλωματίας και δημοκρατίας, γράφει πολιτικά άρθρα, σχολιάζει την επικαιρότητα και συνεχίζει την προσωπική του μελέτη στην ιστορία και την πολιτική φιλοσοφία.

Συνέχεια ανάγνωσης

Διεθνή

Προειδοποίηση της Ελβετίας: Το υψηλό ευρωπαϊκό χρέος θα μπορούσε να πυροδοτήσει μια κρίση του ευρώ

Τα αυξανόμενα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη και πέραν αυτής εγκυμονούν κινδύνους για την οικονομική σταθερότητα και θα μπορούσαν να πυροδοτήσουν μια κρίση του ευρώ, δήλωσε την Παρασκευή η Ελβετίδα υπουργός Οικονομικών, Κάριν Κέλερ-Σούτερ.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Τα αυξανόμενα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη και πέραν αυτής εγκυμονούν κινδύνους για την οικονομική σταθερότητα και θα μπορούσαν να πυροδοτήσουν μια κρίση του ευρώ, δήλωσε την Παρασκευή η Ελβετίδα υπουργός Οικονομικών, Κάριν Κέλερ-Σούτερ.

Μιλώντας στον ελβετικό δημόσιο ραδιοτηλεοπτικό φορέα SRF, στην Μπανγκόκ —στο περιθώριο των ετήσιων συναντήσεων του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου και της Παγκόσμιας Τράπεζας—, η Κέλερ-Σούτερ ανέφερε ότι και οι τιμές της ενέργειας εντείνουν τις ανησυχίες μεταξύ των υπευθύνων χάραξης πολιτικής.

Η Ελβετία διαθέτει ένα από τα χαμηλότερα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη, ωστόσο η Κέλερ-Σούτερ τόνισε ότι, στο τρέχον περιβάλλον, είναι σημαντικό να εξετάζεται η ευρύτερη εικόνα.

«Είμαστε τόσο στενά διασυνδεδεμένοι σε διεθνές επίπεδο, ώστε καθιστάμεθα επίσης ευάλωτοι, για παράδειγμα, στην περίπτωση που προκύψει κρίση χρέους εξαιτίας του δημόσιου χρέους μεγάλων χωρών. Σκέφτομαι συγκεκριμένα τις Ηνωμένες Πολιτείες, αλλά και την Ευρώπη. Υπάρχει η περίπτωση της Γαλλίας — κάτι που θα μπορούσε να οδηγήσει σε κρίση του ευρώ», δήλωσε η Κέλερ-Σούτερ στο δίκτυο SRF.

Το δημόσιο χρέος της Γαλλίας, τα δημοσιονομικά ελλείμματα και η υποτονική οικονομική ανάπτυξη έχουν εντείνει τις ανησυχίες για την κατάσταση των δημόσιων οικονομικών της, καθώς ο πολιτικός κατακερματισμός έχει καταστήσει πιο περίπλοκες τις προσπάθειες δημοσιονομικής εξυγίανσης.

 

Συνέχεια ανάγνωσης

Αναλύσεις

Η Κίνα βρίσκει δρόμο που παρακάμπτει το Πακιστάν – Ο διάδρομος Ουαχάν αλλάζει τις γεωπολιτικές ισορροπίες

Μία νέα οδική αρτηρία μήκους 121 χιλιομέτρων στο βορειοανατολικό Αφγανιστάν δημιουργεί τις προϋποθέσεις για απευθείας χερσαία σύνδεση με την Κίνα, χωρίς διέλευση από το Πακιστάν. Η ολοκλήρωση του δρόμου στον ιστορικό διάδρομο Ουαχάν αποκτά ιδιαίτερη γεωπολιτική σημασία, καθώς το Πεκίνο αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα ασφαλείας με τις επενδύσεις του στο Πακιστάν, ενώ η Καμπούλ επιδιώκει να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Μία σημαντική εξέλιξη στις χερσαίες μεταφορές και στις γεωπολιτικές ισορροπίες της Κεντρικής Ασίας καταγράφεται στο Αφγανιστάν, με την ολοκλήρωση νέου δρόμου στον στρατηγικής σημασίας διάδρομο Ουαχάν.

Σύμφωνα με ανάλυση του Imran Khurshid που δημοσιεύθηκε στις 9 Οκτωβρίου 2026 στο Asia Times, οι αφγανικές αρχές εγκαινίασαν οδική διαδρομή 121 χιλιομέτρων, η οποία εκτείνεται από την περιοχή Μπρογκίλ έως τα σύνορα με την Κίνα, στην επαρχία Μπανταχσάν.

Το έργο κόστισε περίπου 365 εκατομμύρια αφγάνι, ποσό που αντιστοιχεί σε περίπου 5,5 εκατομμύρια δολάρια.

Κατά τις αφγανικές ανακοινώσεις, κατασκευάστηκε από ντόπιους μηχανικούς και εργαζομένους, χωρίς τη συμμετοχή ξένων τεχνικών συμβούλων.

Η νέα διαδρομή φθάνει στα σινοαφγανικά σύνορα. Αυτό, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι λειτουργεί ήδη πλήρης διεθνής εμπορευματικός διάδρομος, καθώς εξακολουθούν να υπάρχουν σημαντικοί τεχνικοί και συνοριακοί περιορισμοί.

Γιατί ο διάδρομος Ουαχάν έχει στρατηγική σημασία

Ο διάδρομος Ουαχάν αποτελεί μια στενή λωρίδα αφγανικού εδάφους ανάμεσα στο Τατζικιστάν, το Πακιστάν και την Κίνα.

Η γεωγραφική του διαμόρφωση συνδέεται με τον ανταγωνισμό της Βρετανικής και της Ρωσικής Αυτοκρατορίας κατά τον 19ο αιώνα.

Η περιοχή διατηρήθηκε ως ζώνη διαχωρισμού των δύο αυτοκρατορικών σφαιρών επιρροής, αποτελώντας ένα από τα χαρακτηριστικότερα γεωγραφικά κατάλοιπα του λεγόμενου «Μεγάλου Παιχνιδιού».

Σήμερα, η ίδια περιοχή αποκτά νέα σημασία, αυτή τη φορά λόγω της προσπάθειας σύνδεσης της Κίνας με το Αφγανιστάν και ευρύτερα με την Κεντρική Ασία.

Ο δρόμος ανοίγει τη δυνατότητα δημιουργίας μιας εναλλακτικής οδού μεταφορών, περιορίζοντας δυνητικά την ανάγκη διέλευσης από το πακιστανικό έδαφος.

Το πρόβλημα της Κίνας με τον οικονομικό διάδρομο CPEC

Το ενδιαφέρον της εξέλιξης εντοπίζεται κυρίως στην προσπάθεια του Πεκίνου να περιορίσει την εξάρτησή του από ευάλωτες υποδομές.

Ο Οικονομικός Διάδρομος Κίνας–Πακιστάν, γνωστός ως CPEC, αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα προγράμματα της κινεζικής πρωτοβουλίας Belt and Road.

Μέσω του συγκεκριμένου σχεδίου, η Κίνα επιχειρεί να ενισχύσει τις εμπορικές και ενεργειακές συνδέσεις της με τη Νότια Ασία και την Αραβική Θάλασσα.

Ωστόσο, η υλοποίηση των έργων έχει αντιμετωπίσει σοβαρές δυσκολίες.

Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, οργανώσεις αυτονομιστών έχουν πραγματοποιήσει επανειλημμένες επιθέσεις εναντίον κινεζικών συμφερόντων, εγκαταστάσεων και εργαζομένων.

Οι επιθέσεις αυτές έχουν επιβαρύνει την ασφάλεια των υποδομών και έχουν αυξήσει το κόστος προστασίας των κινεζικών επενδύσεων.

Παράλληλα, έχουν διατυπωθεί καταγγελίες για καθυστερήσεις, κακοδιαχείριση και προβλήματα διαφάνειας σε επιμέρους προγράμματα του CPEC.

Η εδαφική διαμάχη με την Ινδία

Μια επιπλέον γεωπολιτική δυσκολία συνδέεται με τη διέλευση του CPEC από το Γκιλγκίτ–Μπαλτιστάν.

Η περιοχή διοικείται από το Πακιστάν, αλλά διεκδικείται από την Ινδία, στο πλαίσιο της ευρύτερης διαμάχης για το Κασμίρ.

Το Νέο Δελχί έχει αντιταχθεί επανειλημμένα σε έργα που διέρχονται από εδάφη τα οποία θεωρεί τμήμα της δικής του επικράτειας.

Αυτό σημαίνει ότι ο οικονομικός διάδρομος Κίνας–Πακιστάν δεν αποτελεί μόνο αναπτυξιακό πρόγραμμα, αλλά συνδέεται με μία από τις πιο ευαίσθητες εδαφικές αντιπαραθέσεις της Ασίας.

Η δημιουργία εναλλακτικών διαδρομών μέσω του Αφγανιστάν θα μπορούσε μακροπρόθεσμα να προσφέρει στο Πεκίνο μεγαλύτερη ευελιξία.

Δεν υπάρχει, πάντως, ένδειξη ότι ο δρόμος του Ουαχάν μπορεί σήμερα να αντικαταστήσει τις μεγάλες μεταφορικές υποδομές του CPEC.

Η Καμπούλ επιχειρεί να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ

Για την κυβέρνηση των Ταλιμπάν, το έργο έχει και μία σαφή πολιτική διάσταση.

Το Αφγανιστάν εξαρτάται σε σημαντικό βαθμό από συνοριακές διαβάσεις και μεταφορικούς άξονες που περνούν από το Πακιστάν.

Οι επανειλημμένες εντάσεις ανάμεσα στις δύο χώρες έχουν προκαλέσει κλείσιμο συνοριακών περασμάτων, διακοπές εμπορικών ροών και επιβάρυνση της αφγανικής οικονομίας.

Μια εναλλακτική χερσαία διέξοδος προς την Κίνα θα μπορούσε, εφόσον αναπτυχθεί και καταστεί λειτουργική, να μειώσει τη δυνατότητα του Πακιστάν να χρησιμοποιεί τη γεωγραφική του θέση ως μέσο πίεσης προς την Καμπούλ.

Η αφγανική πλευρά αντιμετωπίζει το έργο ως σημαντική υποδομή οικονομικής και στρατηγικής αυτονομίας.

Η στάση της Κίνας και της Ρωσίας

Παρά την προοπτική άμεσης σύνδεσης, το Πεκίνο δεν έχει εγκαταλείψει τον οικονομικό διάδρομο CPEC ούτε έχει ανακοινώσει ότι ο Ουαχάν θα τον αντικαταστήσει.

Η Κίνα εξακολουθεί να διατηρεί σημαντικά οικονομικά και στρατηγικά συμφέροντα στο Πακιστάν.

Αντίστοιχα, η Ρωσία ενδιαφέρεται για τη σταθερότητα του Αφγανιστάν και για την ανάπτυξη νέων δικτύων επικοινωνίας στην Κεντρική Ασία.

Η δημιουργία περισσότερων επιλογών διασύνδεσης ενδέχεται να περιορίσει την αποκλειστική σημασία ορισμένων παραδοσιακών μεταφορικών διαδρομών.

Η πραγματική αξία του Ουαχάν θα εξαρτηθεί από τη βελτίωση των οδικών υποδομών, τη λειτουργία συνοριακών και τελωνειακών εγκαταστάσεων, τις καιρικές συνθήκες και τις πολιτικές αποφάσεις της Κίνας.

Το μήνυμα προς το Πακιστάν

Η νέα διαδρομή αναδεικνύει μια σημαντική γεωπολιτική πραγματικότητα: η γεωγραφική θέση ενός κράτους προσφέρει στρατηγικά πλεονεκτήματα, αλλά η αξιοποίησή τους εξαρτάται από την ασφάλεια και την αξιοπιστία των μεταφορικών του δικτύων.

Το Πακιστάν εξακολουθεί να αποτελεί κρίσιμο εταίρο της Κίνας, ιδιαίτερα στο πλαίσιο του CPEC.

Ταυτόχρονα, όμως, η αστάθεια, οι επιθέσεις σε κινεζικά συμφέροντα και οι αντιπαραθέσεις με το Αφγανιστάν δημιουργούν κίνητρα αναζήτησης εναλλακτικών επιλογών.

Ο διάδρομος Ουαχάν δεν έχει ακόμη μετατραπεί σε μεγάλο εμπορικό πέρασμα. Η κατασκευή του δρόμου, ωστόσο, καταδεικνύει ότι το Αφγανιστάν επιχειρεί να αποκτήσει πρόσθετες διεθνείς συνδέσεις και ότι η αποκλειστική εξάρτηση από το Πακιστάν δεν αποτελεί πλέον τη μοναδική γεωγραφική επιλογή.

Για το Ισλαμαμπάντ, η εξέλιξη αποτελεί μια νέα στρατηγική παράμετρο που θα πρέπει να συνυπολογίσει στις σχέσεις του με το Πεκίνο και την Καμπούλ.

Συνέχεια ανάγνωσης

Διεθνή

Γερμανία: Το ρωσικό φυσικό αέριο επιστρέφει έμμεσα μέσω των λιπασμάτων, παρά τους ευρωπαϊκούς δασμούς

Δημοσιεύτηκε

στις

Οι εισαγωγές ρωσικών αζωτούχων λιπασμάτων μειώθηκαν κατά 66% το 2025-2026, αλλά παραμένουν 53% υψηλότερες από τα επίπεδα πριν από τον πόλεμο στην Ουκρανία.

Το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία διατηρεί ανταγωνιστικά τα ρωσικά προϊόντα, σύμφωνα με στοιχεία που δημοσίευσε η Berliner Zeitung. Η Γερμανία εξακολουθεί να συνδέεται εμπορικά με το ρωσικό φυσικό αέριο, παρά τις ευρωπαϊκές προσπάθειες περιορισμού της ενεργειακής εξάρτησης από τη Μόσχα.

Αυτή τη φορά, η σύνδεση δεν αφορά αποκλειστικά την άμεση προμήθεια φυσικού αερίου, αλλά τις εισαγωγές λιπασμάτων που παράγονται με τη χρήση ρωσικού αερίου ως πρώτης ύλης και πηγής ενέργειας. Σύμφωνα με δημοσίευμα της γερμανικής εφημερίδας, που βασίζεται σε στοιχεία του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου και του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι εισαγωγές αζώτου μέσω ρωσικών λιπασμάτων μειώθηκαν σημαντικά κατά το 2025-2026. Ωστόσο, εξακολουθούν να βρίσκονται πάνω από τα επίπεδα που καταγράφονταν πριν από τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία.

Τα στοιχεία των εισαγωγών και η σύγκριση με την προπολεμική περίοδο

Το 2025-2026, η Γερμανία εισήγαγε 48.800 τόνους αζώτου μέσω λιπασμάτων ρωσικής προέλευσης. Η ποσότητα αυτή είναι μειωμένη κατά περίπου 66% σε σύγκριση με το προηγούμενο έτος, αλλά παραμένει κατά 53% υψηλότερη από τους 31.800 τόνους που είχαν καταγραφεί το 2020-2021, πριν από τον πόλεμο.

Η εξέλιξη των εισαγωγών δείχνει πόσο έντονη ήταν η αύξηση μετά το 2022. Το 2021-2022 οι εισαγωγές έφτασαν τους 56.800 τόνους αζώτου, ενώ το 2022-2023 εκτοξεύθηκαν στους 185.100 τόνους. Στη συνέχεια καταγράφηκαν 140.200 τόνοι το 2023-2024 και 143.800 τόνοι το 2024-2025, προτού σημειωθεί η μεγάλη υποχώρηση της τελευταίας περιόδου. Τα στοιχεία αφορούν την ποσότητα του αζώτου που περιέχεται στα εισαγόμενα λιπάσματα και όχι το συνολικό βάρος των προϊόντων.

Τα λιπασματικά έτη υπολογίζονται από τον Ιούλιο έως τον Ιούνιο. Η ποσότητα αζώτου που εισήχθη στη Γερμανία μέσω ρωσικής ουρίας μειώθηκε από 71.600 τόνους σε 27.600 τόνους, καταγράφοντας πτώση άνω του 61%. Παρά τη μείωση, η ποσότητα εξακολουθεί να είναι σχεδόν τριπλάσια από τους 9.900 τόνους του 2020-2021. Η συγκεκριμένη εξέλιξη αναδεικνύει το βασικό πρόβλημα της ευρωπαϊκής πολιτικής περιορισμού των εμπορικών δεσμών με τη Ρωσία. Ακόμη και όταν περιορίζονται οι εισαγωγές συγκεκριμένων προϊόντων, οι οικονομικές σχέσεις μπορούν να διατηρούνται μέσω άλλων κατηγοριών αγαθών, ιδιαίτερα όταν αυτά έχουν χαμηλότερο κόστος παραγωγής.

Γιατί οι ρωσικές εισαγωγές παραμένουν ανταγωνιστικές

Καθοριστικός παράγοντας είναι το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία και στην υπόλοιπη Ευρώπη. Η παραγωγή αζωτούχων λιπασμάτων απαιτεί μεγάλες ποσότητες φυσικού αερίου, το οποίο χρησιμοποιείται τόσο ως πρώτη ύλη όσο και ως πηγή ενέργειας. Σύμφωνα με τον Σύνδεσμο Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι ευρωπαϊκοί δασμοί, που τέθηκαν σε ισχύ τον Ιούλιο του 2025, περιόρισαν σημαντικά τις εισαγωγές ρωσικών λιπασμάτων. Ωστόσο, δεν εξάλειψαν το ανταγωνιστικό πλεονέκτημα των ρωσικών προϊόντων. Ο σύνδεσμος επισημαίνει ότι οι υψηλές τιμές ενέργειας δυσκολεύουν τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις να αυξήσουν την εγχώρια παραγωγή και να καλύψουν μεγαλύτερο μέρος των αναγκών της αγοράς. Ως αποτέλεσμα, τα ρωσικά λιπάσματα εξακολουθούν να παραμένουν ελκυστικά, ακόμη και μετά την επιβολή πρόσθετων δασμών.

Παράλληλα, σύμφωνα με τον IVA, είναι πιθανό ορισμένες ποσότητες ρωσικών προϊόντων να φτάνουν στη γερμανική αγορά μέσω άλλων κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το μέγεθος αυτών των έμμεσων εισαγωγών, ωστόσο, δεν μπορεί να προσδιοριστεί με ακρίβεια από τα διαθέσιμα στοιχεία.

Δεν αποδίδονται οι αυξήσεις των τιμών αποκλειστικά στους δασμούς

Το ζήτημα έχει άμεση σημασία για τους Γερμανούς αγρότες, καθώς το κόστος των λιπασμάτων επηρεάζει την παραγωγή και, τελικά, την οικονομική βιωσιμότητα των καλλιεργειών. Ο IVA υποστηρίζει ότι η μείωση των ρωσικών εισαγωγών δεν έχει προκαλέσει μέχρι στιγμής σαφή αύξηση των τιμών εξαιτίας των δασμών. Σύμφωνα με τον σύνδεσμο, η εγχώρια παραγωγική δυναμικότητα και οι εισαγωγές από άλλες χώρες, μεταξύ των οποίων η Αίγυπτος, επαρκούν για την κάλυψη των αναγκών της αγοράς. Την ίδια στιγμή, ο σύνδεσμος αποδίδει τις υψηλές τιμές των λιπασμάτων το 2026 στις διεθνείς ενεργειακές αναταράξεις, στον πόλεμο με το Ιράν και στην κρίση γύρω από τα Στενά του Ορμούζ, παράγοντες που επηρεάζουν το κόστος μεταφοράς και τις παγκόσμιες τιμές ενέργειας και λιπασμάτων.

Οι εκτιμήσεις αυτές αποτελούν τις θέσεις του κλαδικού συνδέσμου και δεν συνιστούν από μόνες τους ανεξάρτητη αξιολόγηση όλων των παραγόντων που διαμορφώνουν τις τιμές.

Νέες πιέσεις για περιορισμό των ρωσικών εισαγωγών

Με αφορμή τα στοιχεία, ο IVA ζητά να εξεταστεί η επιβολή πρόσθετων δασμών στις εισαγωγές καλιούχων λιπασμάτων από τη Ρωσία και τη Λευκορωσία. Το κάλιο αποτελεί βασικό θρεπτικό στοιχείο για τις καλλιέργειες και αντιπροσωπεύει μια ακόμη κατηγορία προϊόντων στην οποία η ευρωπαϊκή αγορά διατηρεί εμπορικές σχέσεις με τις δύο χώρες.

Ο σύνδεσμος εκτιμά ότι η ευρωπαϊκή βιομηχανία μπορεί να καλύψει τις ανάγκες της γεωργίας χωρίς να εξαρτάται από τις συγκεκριμένες εισαγωγές και υποστηρίζει ότι πρόσθετοι δασμοί δεν θα πρέπει να οδηγήσουν αναγκαστικά σε αυξήσεις τιμών. Η συζήτηση, ωστόσο, αποτυπώνει το ευρύτερο δίλημμα της ευρωπαϊκής οικονομικής πολιτικής. Η μείωση της εξάρτησης από τη Ρωσία απαιτεί όχι μόνο εμπορικούς περιορισμούς, αλλά και ανταγωνιστική εγχώρια παραγωγή, προσιτό ενεργειακό κόστος και εναλλακτικές πηγές προμήθειας.

Τα δεδομένα της γερμανικής αγοράς δείχνουν ότι οι δασμοί μπορούν να περιορίσουν σημαντικά τις εισαγωγές, χωρίς όμως να εξαλείψουν αυτομάτως τις οικονομικές σχέσεις που στηρίζονται σε διαφορές κόστους παραγωγής. Για τη Γερμανία και την Ευρωπαϊκή Ένωση, η πρόκληση παραμένει η εξισορρόπηση τριών στόχων: της ενεργειακής και οικονομικής ασφάλειας, της στήριξης της εγχώριας βιομηχανίας και της διατήρησης προσιτού κόστους για τον αγροτικό τομέα.

Με πληροφορίες του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA) και του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου.

Συνέχεια ανάγνωσης

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ

Αναλύσεις6 λεπτά πριν

Η «σύγκρουση» στην κορυφή της ΕΕ και «Made in Europe» στην Τουρκία

Όταν όμως και σήμερα, πολιτειακοί αξιωματούχοι (Κυβέρνησης και Βουλής) σε Κύπρο κι Ελλάδα προωθούν την «θετική ατζέντα» προς την Τουρκία,...

Αναλύσεις35 λεπτά πριν

Ινδικά πολεμικά πλοία στην Κύπρο; Οι πληροφορίες και το νέο αμυντικό σκηνικό

Πληροφορίες για παρεμβάσεις Ισραήλ και Εμιράτων απέναντι στις πιέσεις της Άγκυρας παρουσίασε το «Direct News». Στο επίκεντρο οι συζητήσεις για...

Γενικά θέματα1 ώρα πριν

Θρίλερ στα βάθη της Τουρκίας με 58χρονο Έλληνα μοναχό από το Νέο Μυλότοπο Γιαννιτσών! Αγνοείται από τον Ιούλιο

Ο 58χρονος μοναχός έφυγε από το Νέο Μυλότοπο Γιαννιτσών, με προορισμό την Τουρκία, αποφασισμένος να φτάσει στον Πόντο και την...

Αναλύσεις2 ώρες πριν

Καλεντερίδης: Η Ουκρανία στο έλεος του «διακόπτη» – Το μάθημα για την ελληνική άμυνα

Οι περιορισμοί στις δορυφορικές υπηρεσίες, η πίεση του Τραμπ στον Ζελένσκι και η ανάγκη για εγχώρια αμυντική παραγωγή στο επίκεντρο...

Αναλύσεις2 ώρες πριν

Ποιος είναι σκληρότερος; Η Προεκλογική μάχη Νετανιάχου – Άιζενκοτ

Ο Γκάντι Άιζενκοτ, κορυφαίος Ισραηλινός πολιτικός που ελπίζει να ανατρέψει τον Πρωθυπουργό Μπενιαμίν Νετανιάχου στις εκλογές στα τέλη αυτού του...

Δημοφιλή