Ακολουθήστε μας

Διεθνή

Επίδειξη ιστορικής αμνησίας το ξέπλυμα της Τουρκίας στο Κυπριακό

Δημοσιεύτηκε στις

Πού είναι η ελληνική διπλωματία, όταν η κατοχική Τουρκία αναγορεύεται σε εγγυήτρια δύναμη στην Ουκρανία

Γράφει η Κρινιώ Καλογερίδου

Κι ενώ εμείς βαυκαλιζόμαστε κυβερνητικά με την εικόνα του φιλο-αμερικανικού εαυτού μας που δεν ορρωδεί προ των αρνητικών επιπτώσεων που θα έχει για τα εθνικά μας συμφέροντα το μένος μας για τη Ρωσία, η Τουρκία αναδεικνύεται προσφιλής συνοδοιπόρος της Δύσης σε ρόλο ειρηνοποιού στην ουκρανική κρίση.

Το ψέμα έχει κοντά ποδάρια, όπως και οι δικαιολογίες των Δυτικών εταίρων και των συμμάχων μας, οι οποίοι δίνουν τα ρέστα τους για την… πολύφερνη νύφη εξ Ανατολών σε βαθμό που να δικαιολογούν ακόμα και την άρνησή της να συνυπογράψει τις κυρώσεις κατά της Ρωσίας μετά την εισβολή της στην Ουκρανία.

Κι αυτό, φυσικά, δεν οφείλεται σε θαύμα, αλλά στην έγκαιρη διπλωματική κινητοποίηση της Τουρκίας (παραμονές της ρωσικής εισβολής), την ώρα που εμείς καθεύδαμε υπό μανδραγόρα επαναπαυμένοι στις δάφνες που εισπράττουν πρόσκαιρα οι βασιλικότεροι του βασιλέως… Μπάιντεν Έλληνες.

Όπως αποδείχθηκε τελικά, οι κινήσεις της γείτονος (τις οποίες βιάστηκαν πολλοί στην Αθήνα να χαρακτηρίσουν ”δημόσιες σχέσεις” για εσωτερική κατανάλωση οι οποίες εξυπηρετούσαν ταυτόχρονα την προσπάθειά της να δικαιολογήσει τον ρόλο της ως ”επιτήδειου ουδέτερου” μεταξύ Αμερικής και Ρωσίας) δεν ήταν καθόλου τυχαίες, αφού — πέραν της μεταστροφής της εικόνας της στη διεθνή κοινή γνώμη — στόχευαν στα ενεργειακά και την αλλαγή του κλίματος υπέρ της στο Κυπριακό.

Με δεδομένο αυτό, εμφανίζεται ως λογικό το παράλογο. Και το παράλογο είναι ότι η Τουρκία — από εκεί που εκπροσωπούσε τον απόλυτο ταραξία της Ανατολικής Μεσογείου — βρέθηκε ξαφνικά (μετά από αίτημα της Ουκρανίας το οποίο κατέθεσε ο ΥΠΕΞ της Ντμίτρο Κοτλέμπα στον Τούρκο ομόλογό του Μεβλούτ Τσαβούσογλου) — να παίζει τον ρόλο του εγγυητή της ασφάλειάς της.

Όλα φυσικά γίνονται ”στο πλαίσιο μιας ειρηνευτικής συμφωνίας της με τη Ρωσία”, όπως μετέδωσε στις 17 Μαρτίου το Reuters σε ανταπόκρισή του απ’ την ουκρανική πόλη Λβιβ. Κάτι που επιβεβαίωσε ο Ταγίπ Ερντογάν (σύμφωνα με το δίκτυο NTV) λέγοντας μεταξύ άλλων:

– […] Στο θέμα της παροχής εγγυήσεων ασφαλείας, μπορούμε να είμαστε μια απ’ τις εγγυήτριες χώρες που εξασφαλίζουν την ασφάλεια της Ουκρανίας. Είμαστε έτοιμοι γι’ αυτό επί της αρχής, αλλά φυσικά χρειάζεται να καθοριστούν οι λεπτομέρειες…

Τι τραγική ειρωνεία να αναλαμβάνει ρόλο εγγυητή ο τρις εισβολέας σε ξένο έδαφος (Κύπρος-Συρία-Ιράκ) Τούρκος !!! Και το εξωφρενικό είναι ότι βάλαμε κι εμείς το χεράκι μας γι’ αυτό πότε δια της ”άψογης στάσης” μας στο Κυπριακό και πότε δια του ξεπλύματος της Τουρκίας από το στίγμα του κατακτητή της μισής Κύπρου το ’74 χάρη στην μυστική διπλωματία του πρωθυπουργού μας.

Του πρωθυπουργού ο οποίος — αντί να υπενθυμίσει στη Δύση (με αφορμή τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία) το ποινικό μητρώο της Τουρκίας ως εισβολέα — έσπευσε να επισκεφθεί την Κωνσταντινούπολη (13/3/’22) χωρίς να αφήσει αιχμή για τον Αττίλα.

Φευ! Η επίδειξη της ιστορικής αμνησίας μας, σε συνδυασμό με την αδυναμία της διεθνούς κοινότητας να σταματήσει τη ρωσική επίθεση στην Ουκρανία, λειτούργησαν ως μηχανής Θεός για τον Ταγίπ Ερντογάν που ξέρει να εκμεταλλεύεται στο έπακρο τις αδυναμίες του αντιπάλου.

Μ’ αυτά και μ’ αυτά δεν αποκλείεται προσεχώς να δούμε να διαφοροποιείται επί το θετικότερο όχι μόνο η οικονομική κατάσταση της Τουρκίας (λόγω άρσης της αφερεγγυότητάς της χάρη στον ρόλο του διαμεσολαβητή που παίζει στο Ουκρανικό), αλλά και η τεταμένη ως τώρα σχέση της Τουρκίας με την Ενωμένη Ευρώπη.

– Αναμένουμε από την ΕΕ να ανοίξει γρήγορα τα κεφάλαια των ενταξιακών διαπραγματεύσεων και να ξεκινήσει διαπραγματεύσεις για την τελωνειακή ένωση, χωρίς να ενδώσει σε κυνικούς υπολογισμούς, είπε προ ημερών ο Ταγίπ Ερντογάν με αφορμή τη συνάντησή του στην Άγκυρα με τον Ολλανδό πρωθυπουργό Μαρκ Ρούτε.

Και είναι ηλίου φαεινότερο ότι η μεσολαβητική πρωτοβουλία που έχει αναλάβει ο Τούρκος Πρόεδρος με αφορμή την τουρκική εισβολή στην Ουκρανία τού έδωσε περίσσιο αέρα, γιατί κέρδισε κάτι παραπάνω από πόντους η χώρα του.

Βγήκε οριστικά από τη γωνιά του ενόχου και θρονιάστηκε στο επίκεντρο της διεθνούς σκηνής διατηρώντας φιλικές σχέσεις με τους άμεσα ή έμμεσα εμπλεκόμενους στο Ουκρανικό ζήτημα: Την εισβολέα Ρωσία, την αμυνόμενη Ουκρανία και την Αμερική!..

Την Αμερική η οποία, όπως εύστοχα δήλωσε σε συνέντευξή του στον ”επιτελικό συγγραφέα” Isaac Chotiner του περιοδικού ”The New Yorker” ο Αμερικανός καθηγητής Διεθνών Σχέσεων στο Πανεπιστήμιο του Σικάγου Τζον Μερσχάιμερ, ”μετατρέπει χώρες σε φιλελεύθερες φιλο-αμερικανικές δημοκρατίες”.

Και κοντά σ’ αυτό το αμάρτημά της, η Αμερική επαναλαμβάνει ένα ιστορικό λάθος της, που είναι ιδιαίτερα επιβαρυντικό για εμάς. Το λάθος να στηρίζει μια άπιστη σύμμαχο-εισβολέα, η οποία κατέχει εδώ και 48 χρόνια το 40% του εδάφους της Κύπρου, χώρας εταίρου των ΗΠΑ.

Και είναι άπιστη η Τουρκία όχι με βάση τις παλιές αμαρτίες της, αλλά τις καινούριες. Με βάση το αδιαμφισβήτητο γεγονός ότι εξαπατά εν ψυχρώ τους ”Μεγάλους” της δυτικής συμμαχίας, αφού κρατά για τους αφελείς τον ρόλο του ”επιτήδειου ουδέτερου” την ίδια στιγμή που στηρίζει τα δυτικά συμφέροντα σε βάρος του ΝΑΤΟ και των ΗΠΑ.

Γεγονός που επιτείνει τους ήδη υπάρχοντες τριγμούς στην Βορειοατλαντική Συμμαχία λόγω των αυθαιρεσιών και προκλήσεών της σε Αιγαίο και Ανατολική Μεσόγειο, σε βαθμό που να εγκυμονεί κινδύνους για διάλυση του νοτίου τμήματος του ΝΑΤΟ…

Αλλά αυτά δεν τα βλέπει η Αμερική στην οποία δώσαμε τη γη και το ύδωρ μας σε βάσεις. Ούτε βλέπει ότι οι δημεύσεις περιουσιών των Ρώσων ολιγαρχών δεν αγγίζουν αυτούς που σπεύδουν στην Τουρκία για να σώσουν το χρήμα τους μετά την επιβολή κυρώσεων λόγω της ρωσικής εισβολής στην Ουκρανία.

Και δεν τους αγγίζουν γιατί οι Αμερικανοί θέλουν να στηρίξουν δια της πλαγίας την μονίμως παραπαίουσα και ανακάμπτουσα τουρκική οικονομία. Κάτι που αποδεικνύει ότι σε κάθε περίπτωση, είτε σε αυτήν του Ιράν είτε της Ουκρανίας, η Τουρκία έχει καταφέρει να σπάσει τις επιβληθείσες κυρώσεις απ’ την Αμερική σε βάρος των Ρώσων ολιγαρχών τους οποίους δέχεται αβασάνιστα στο έδαφός της γνωρίζοντας την αδυναμία που της έχουν το ΝΑΤΟ και οι ΗΠΑ.

Κατά τα άλλα, οι ταμίες του Ερντογάν κάνουν χρυσές δουλειές εξασφαλίζοντας σε χρυσό τα ”βρώμικα” δισεκατομμύρια των Ρώσων, ενώ — στον αντίποδα — οι δικοί μας μαζεύουν χρήματα από περικοπές και απολύσεις νοσοκομειακών και δίνουν αγώνα για να ανταποκριθεί η Ελλάδα στις δανειακές της υποχρεώσεις.

Δίνουν αγώνα για να συγκρατήσουν τις τιμές σε τρόφιμα και ενέργεια, που αναμένεται να εκτοξευθούν στο Θεό αν γίνει πραγματικότητα η απειλή του Πούτιν να κλείσει την κάνουλα παροχής ενέργειας.

Κάτι που, σε συνδυασμό με το ενδεχόμενο κλιμάκωσης της προκλητικότητας της Τουρκίας, μας κάνει ήδη να νιώθουμε ανασφαλείς στη σκέψη του τι θα επακολουθήσει αν στη θέση του επιτιθέμενου βρεθεί αυτή και στη θέση του αμυνόμενου ένα ή περισσότερα τμήματα της Επικράτειάς μας.

Κάτι που τρομάζει τους Έλληνες, όπως και η περίπτωση να παρασυρθούμε (προς εξυπηρέτηση τρίτων) σε στρατιωτική εμπλοκή στην Ουκρανία με τους Ρώσους απέναντι. Ενδεχόμενο που δεν μπορεί να αποκλειστεί με τον αέρα που δώσαμε στους Αμερικανούς οι οποίοι χαράσσουν απ’ τα παρασκήνια την Εξωτερική πολιτική μας.

Κι αυτό θα πρέπει να μας αφυπνίσει, για να είμαστε προετοιμασμένοι με βάση το σκηνικό που διαμορφώνεται μέσα και έξω απ’ την Ουκρανία. Να είμαστε προετοιμασμένοι να εισπράξουμε τα επίχειρα των άκρως επιθετικών δηλώσεων του πρωθυπουργού και του ΑΝΥΠΕΞ μας, οι οποίοι κατέστησαν εχθρά της Ρωσίας την Ελλάδα.

”Κερασάκι στην τούρτα” — θα μου πείτε — μέσα στα τόσα που μας έχει μαζεμένα ο Πούτιν, με αρχικό αυτό της αμερικανικής βάσης στην Αλεξανδρούπολη και τελευταίο την κυνική αποκάλυψη του Μιλτιάδη Βαρβιτσιώτη ότι οι κυρώσεις κατά της Ρωσίας ”αποσκοπούν στην ανατροπή του καθεστώτος του Πούτιν”!..

Κατά τα άλλα, ούτε λόγος να γίνεται για την Τουρκία που αμφισβητεί ανοιχτά και αναθεωρητικά την ελληνικότητα του μισού Αιγαίου. Ούτε λόγος να γίνεται για την εθνοκτόνα κατευναστική πολιτική που ακολουθούμε στην Εξωτερική πολιτική με ευλάβεια θρησκευτική.

Ούτε λόγος να γίνεται για την επιρρεπή στάση μας σε οβιδιακές κυβιστήσεις έναντι των επιθυμιών των ξένων. Ούτε λόγος να γίνεται για την πύκνωση των μεταναστευτικών εστιών στην πατρίδα μας, έστω κι αν ο Τούρκος που ανακινεί τις ροές θέτει σε λειτουργία σχέδιο ισλαμοποίησης της Ελλάδας καλώντας τους μετανάστες να την κυριεύσουν (βλ. γεγονότα στον Έβρο την Άνοιξη του ’20)…

Ούτε λόγος να γίνεται για συντήρηση και διαιώνιση των αξιών και ιδανικών μας στην Ελλάδα της αψυχολόγητης ξενομανίας που κλείνει αντί να ανοίγει σχολεία και διαμορφώνει με ξένα πρότυπα τη λειτουργία τους.

Με δεδομένα αυτά, είναι απόλυτα δικαιολογημένο το γεγονός ότι ξεθωριάζει, χρόνο με τον χρόνο, η αγάπη των νεότερων γενεών για την πατρίδα, το πάθος για ελευθερία και η διάθεση για εθελοθυσία και αυταπάρνηση με στόχο την προάσπισή της.

Ξεθωριάζει η ορθόδοξη πίστη και η εθνική μας παράδοση και συνείδηση, υποβαθμίζεται και κακοποιείται η ελληνική γλώσσα. Εξαρθρώνεται συνειδητά ή ασυνείδητα η ελληνορθόδοξη παιδεία και περιθωριοποιούνται οι άνθρωποι της πνευματικής κουλτούρας που δεν υποτάσσουν την ανεξαρτησίας τους σε κομματικούς μηχανισμούς.

Και πέραν όλων αυτών, προωθούνται σε θέσεις-κλειδιά χάραξης της στρατηγικής και εθνικής ασφάλειας της χώρας μας οι ”άριστοι” προπαγανδιστές της απεμπόλησης των δικαιωμάτων μας στο Αιγαίο οι οποίοι χαράσσουν στα παρασκήνια την Εξωτερική μας πολιτική κλείνοντας το γόνυ στη σύγχρονη λαίλαπα της υποτέλειας…

 

Κρινιώ Καλογερίδου (Βούλα Ηλιάδου, συγγραφέας)

Ο Σταύρος Καλεντερίδης, ξεκίνησε τις σπουδές του στην Αθήνα, σπουδάζοντας Πολιτική Επιστήμη στο Εθνικό Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών. Έπειτα από τέσσερα χρόνια συμμετοχής στα φοιτητικά όργανα συνδιοίκησης της σχολής του και σε διάφορες οργανώσεις νέων, αποφάσισε να συνεχίσει τις σπουδές του στο εξωτερικό. Στη Βοστόνη των Η.Π.Α. ολοκλήρωσε δύο μεταπτυχιακά προγράμματα, στις Διεθνείς Σχέσεις (Αμερικανική εξωτερική πολιτική) και στην Επικοινωνία (Πολιτική Επικοινωνία), ενώ παράλληλα εργάστηκε στο Ελληνικό Προξενείο της Βοστόνης, στη σχολή του ως βοηθός έρευνας και σε δύο πολιτικές καμπάνιες Αμερικανών πολιτικών (Δημοκρατικών – Ρεπουμπλικάνων). Μετά από τρία χρόνια στις Η.Π.Α., άκουσε το κάλεσμα της πατρίδας του και επέστρεψε πίσω με μεγάλο πόθο για προσφορά στην Ελλάδα. Υπήρξε ιδρυτικό μέλος δύο κοινωφελών οργανισμών, του δέλτα – πολιτική επανάσταση (πολιτικός οργανισμός) και της Λεοντίδας (ίδρυμα προώθησης θεμάτων ιστορίας, πολιτισμού και δημοκρατίας). Σήμερα ζει και εργάζεται στην Αθήνα, ασχολείται με διάφορα εγχειρήματα πολιτικής διπλωματίας και δημοκρατίας, γράφει πολιτικά άρθρα, σχολιάζει την επικαιρότητα και συνεχίζει την προσωπική του μελέτη στην ιστορία και την πολιτική φιλοσοφία.

Συνέχεια ανάγνωσης

Διεθνή

Προειδοποίηση της Ελβετίας: Το υψηλό ευρωπαϊκό χρέος θα μπορούσε να πυροδοτήσει μια κρίση του ευρώ

Τα αυξανόμενα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη και πέραν αυτής εγκυμονούν κινδύνους για την οικονομική σταθερότητα και θα μπορούσαν να πυροδοτήσουν μια κρίση του ευρώ, δήλωσε την Παρασκευή η Ελβετίδα υπουργός Οικονομικών, Κάριν Κέλερ-Σούτερ.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Τα αυξανόμενα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη και πέραν αυτής εγκυμονούν κινδύνους για την οικονομική σταθερότητα και θα μπορούσαν να πυροδοτήσουν μια κρίση του ευρώ, δήλωσε την Παρασκευή η Ελβετίδα υπουργός Οικονομικών, Κάριν Κέλερ-Σούτερ.

Μιλώντας στον ελβετικό δημόσιο ραδιοτηλεοπτικό φορέα SRF, στην Μπανγκόκ —στο περιθώριο των ετήσιων συναντήσεων του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου και της Παγκόσμιας Τράπεζας—, η Κέλερ-Σούτερ ανέφερε ότι και οι τιμές της ενέργειας εντείνουν τις ανησυχίες μεταξύ των υπευθύνων χάραξης πολιτικής.

Η Ελβετία διαθέτει ένα από τα χαμηλότερα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη, ωστόσο η Κέλερ-Σούτερ τόνισε ότι, στο τρέχον περιβάλλον, είναι σημαντικό να εξετάζεται η ευρύτερη εικόνα.

«Είμαστε τόσο στενά διασυνδεδεμένοι σε διεθνές επίπεδο, ώστε καθιστάμεθα επίσης ευάλωτοι, για παράδειγμα, στην περίπτωση που προκύψει κρίση χρέους εξαιτίας του δημόσιου χρέους μεγάλων χωρών. Σκέφτομαι συγκεκριμένα τις Ηνωμένες Πολιτείες, αλλά και την Ευρώπη. Υπάρχει η περίπτωση της Γαλλίας — κάτι που θα μπορούσε να οδηγήσει σε κρίση του ευρώ», δήλωσε η Κέλερ-Σούτερ στο δίκτυο SRF.

Το δημόσιο χρέος της Γαλλίας, τα δημοσιονομικά ελλείμματα και η υποτονική οικονομική ανάπτυξη έχουν εντείνει τις ανησυχίες για την κατάσταση των δημόσιων οικονομικών της, καθώς ο πολιτικός κατακερματισμός έχει καταστήσει πιο περίπλοκες τις προσπάθειες δημοσιονομικής εξυγίανσης.

 

Συνέχεια ανάγνωσης

Αναλύσεις

Η Κίνα βρίσκει δρόμο που παρακάμπτει το Πακιστάν – Ο διάδρομος Ουαχάν αλλάζει τις γεωπολιτικές ισορροπίες

Μία νέα οδική αρτηρία μήκους 121 χιλιομέτρων στο βορειοανατολικό Αφγανιστάν δημιουργεί τις προϋποθέσεις για απευθείας χερσαία σύνδεση με την Κίνα, χωρίς διέλευση από το Πακιστάν. Η ολοκλήρωση του δρόμου στον ιστορικό διάδρομο Ουαχάν αποκτά ιδιαίτερη γεωπολιτική σημασία, καθώς το Πεκίνο αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα ασφαλείας με τις επενδύσεις του στο Πακιστάν, ενώ η Καμπούλ επιδιώκει να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Μία σημαντική εξέλιξη στις χερσαίες μεταφορές και στις γεωπολιτικές ισορροπίες της Κεντρικής Ασίας καταγράφεται στο Αφγανιστάν, με την ολοκλήρωση νέου δρόμου στον στρατηγικής σημασίας διάδρομο Ουαχάν.

Σύμφωνα με ανάλυση του Imran Khurshid που δημοσιεύθηκε στις 9 Οκτωβρίου 2026 στο Asia Times, οι αφγανικές αρχές εγκαινίασαν οδική διαδρομή 121 χιλιομέτρων, η οποία εκτείνεται από την περιοχή Μπρογκίλ έως τα σύνορα με την Κίνα, στην επαρχία Μπανταχσάν.

Το έργο κόστισε περίπου 365 εκατομμύρια αφγάνι, ποσό που αντιστοιχεί σε περίπου 5,5 εκατομμύρια δολάρια.

Κατά τις αφγανικές ανακοινώσεις, κατασκευάστηκε από ντόπιους μηχανικούς και εργαζομένους, χωρίς τη συμμετοχή ξένων τεχνικών συμβούλων.

Η νέα διαδρομή φθάνει στα σινοαφγανικά σύνορα. Αυτό, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι λειτουργεί ήδη πλήρης διεθνής εμπορευματικός διάδρομος, καθώς εξακολουθούν να υπάρχουν σημαντικοί τεχνικοί και συνοριακοί περιορισμοί.

Γιατί ο διάδρομος Ουαχάν έχει στρατηγική σημασία

Ο διάδρομος Ουαχάν αποτελεί μια στενή λωρίδα αφγανικού εδάφους ανάμεσα στο Τατζικιστάν, το Πακιστάν και την Κίνα.

Η γεωγραφική του διαμόρφωση συνδέεται με τον ανταγωνισμό της Βρετανικής και της Ρωσικής Αυτοκρατορίας κατά τον 19ο αιώνα.

Η περιοχή διατηρήθηκε ως ζώνη διαχωρισμού των δύο αυτοκρατορικών σφαιρών επιρροής, αποτελώντας ένα από τα χαρακτηριστικότερα γεωγραφικά κατάλοιπα του λεγόμενου «Μεγάλου Παιχνιδιού».

Σήμερα, η ίδια περιοχή αποκτά νέα σημασία, αυτή τη φορά λόγω της προσπάθειας σύνδεσης της Κίνας με το Αφγανιστάν και ευρύτερα με την Κεντρική Ασία.

Ο δρόμος ανοίγει τη δυνατότητα δημιουργίας μιας εναλλακτικής οδού μεταφορών, περιορίζοντας δυνητικά την ανάγκη διέλευσης από το πακιστανικό έδαφος.

Το πρόβλημα της Κίνας με τον οικονομικό διάδρομο CPEC

Το ενδιαφέρον της εξέλιξης εντοπίζεται κυρίως στην προσπάθεια του Πεκίνου να περιορίσει την εξάρτησή του από ευάλωτες υποδομές.

Ο Οικονομικός Διάδρομος Κίνας–Πακιστάν, γνωστός ως CPEC, αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα προγράμματα της κινεζικής πρωτοβουλίας Belt and Road.

Μέσω του συγκεκριμένου σχεδίου, η Κίνα επιχειρεί να ενισχύσει τις εμπορικές και ενεργειακές συνδέσεις της με τη Νότια Ασία και την Αραβική Θάλασσα.

Ωστόσο, η υλοποίηση των έργων έχει αντιμετωπίσει σοβαρές δυσκολίες.

Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, οργανώσεις αυτονομιστών έχουν πραγματοποιήσει επανειλημμένες επιθέσεις εναντίον κινεζικών συμφερόντων, εγκαταστάσεων και εργαζομένων.

Οι επιθέσεις αυτές έχουν επιβαρύνει την ασφάλεια των υποδομών και έχουν αυξήσει το κόστος προστασίας των κινεζικών επενδύσεων.

Παράλληλα, έχουν διατυπωθεί καταγγελίες για καθυστερήσεις, κακοδιαχείριση και προβλήματα διαφάνειας σε επιμέρους προγράμματα του CPEC.

Η εδαφική διαμάχη με την Ινδία

Μια επιπλέον γεωπολιτική δυσκολία συνδέεται με τη διέλευση του CPEC από το Γκιλγκίτ–Μπαλτιστάν.

Η περιοχή διοικείται από το Πακιστάν, αλλά διεκδικείται από την Ινδία, στο πλαίσιο της ευρύτερης διαμάχης για το Κασμίρ.

Το Νέο Δελχί έχει αντιταχθεί επανειλημμένα σε έργα που διέρχονται από εδάφη τα οποία θεωρεί τμήμα της δικής του επικράτειας.

Αυτό σημαίνει ότι ο οικονομικός διάδρομος Κίνας–Πακιστάν δεν αποτελεί μόνο αναπτυξιακό πρόγραμμα, αλλά συνδέεται με μία από τις πιο ευαίσθητες εδαφικές αντιπαραθέσεις της Ασίας.

Η δημιουργία εναλλακτικών διαδρομών μέσω του Αφγανιστάν θα μπορούσε μακροπρόθεσμα να προσφέρει στο Πεκίνο μεγαλύτερη ευελιξία.

Δεν υπάρχει, πάντως, ένδειξη ότι ο δρόμος του Ουαχάν μπορεί σήμερα να αντικαταστήσει τις μεγάλες μεταφορικές υποδομές του CPEC.

Η Καμπούλ επιχειρεί να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ

Για την κυβέρνηση των Ταλιμπάν, το έργο έχει και μία σαφή πολιτική διάσταση.

Το Αφγανιστάν εξαρτάται σε σημαντικό βαθμό από συνοριακές διαβάσεις και μεταφορικούς άξονες που περνούν από το Πακιστάν.

Οι επανειλημμένες εντάσεις ανάμεσα στις δύο χώρες έχουν προκαλέσει κλείσιμο συνοριακών περασμάτων, διακοπές εμπορικών ροών και επιβάρυνση της αφγανικής οικονομίας.

Μια εναλλακτική χερσαία διέξοδος προς την Κίνα θα μπορούσε, εφόσον αναπτυχθεί και καταστεί λειτουργική, να μειώσει τη δυνατότητα του Πακιστάν να χρησιμοποιεί τη γεωγραφική του θέση ως μέσο πίεσης προς την Καμπούλ.

Η αφγανική πλευρά αντιμετωπίζει το έργο ως σημαντική υποδομή οικονομικής και στρατηγικής αυτονομίας.

Η στάση της Κίνας και της Ρωσίας

Παρά την προοπτική άμεσης σύνδεσης, το Πεκίνο δεν έχει εγκαταλείψει τον οικονομικό διάδρομο CPEC ούτε έχει ανακοινώσει ότι ο Ουαχάν θα τον αντικαταστήσει.

Η Κίνα εξακολουθεί να διατηρεί σημαντικά οικονομικά και στρατηγικά συμφέροντα στο Πακιστάν.

Αντίστοιχα, η Ρωσία ενδιαφέρεται για τη σταθερότητα του Αφγανιστάν και για την ανάπτυξη νέων δικτύων επικοινωνίας στην Κεντρική Ασία.

Η δημιουργία περισσότερων επιλογών διασύνδεσης ενδέχεται να περιορίσει την αποκλειστική σημασία ορισμένων παραδοσιακών μεταφορικών διαδρομών.

Η πραγματική αξία του Ουαχάν θα εξαρτηθεί από τη βελτίωση των οδικών υποδομών, τη λειτουργία συνοριακών και τελωνειακών εγκαταστάσεων, τις καιρικές συνθήκες και τις πολιτικές αποφάσεις της Κίνας.

Το μήνυμα προς το Πακιστάν

Η νέα διαδρομή αναδεικνύει μια σημαντική γεωπολιτική πραγματικότητα: η γεωγραφική θέση ενός κράτους προσφέρει στρατηγικά πλεονεκτήματα, αλλά η αξιοποίησή τους εξαρτάται από την ασφάλεια και την αξιοπιστία των μεταφορικών του δικτύων.

Το Πακιστάν εξακολουθεί να αποτελεί κρίσιμο εταίρο της Κίνας, ιδιαίτερα στο πλαίσιο του CPEC.

Ταυτόχρονα, όμως, η αστάθεια, οι επιθέσεις σε κινεζικά συμφέροντα και οι αντιπαραθέσεις με το Αφγανιστάν δημιουργούν κίνητρα αναζήτησης εναλλακτικών επιλογών.

Ο διάδρομος Ουαχάν δεν έχει ακόμη μετατραπεί σε μεγάλο εμπορικό πέρασμα. Η κατασκευή του δρόμου, ωστόσο, καταδεικνύει ότι το Αφγανιστάν επιχειρεί να αποκτήσει πρόσθετες διεθνείς συνδέσεις και ότι η αποκλειστική εξάρτηση από το Πακιστάν δεν αποτελεί πλέον τη μοναδική γεωγραφική επιλογή.

Για το Ισλαμαμπάντ, η εξέλιξη αποτελεί μια νέα στρατηγική παράμετρο που θα πρέπει να συνυπολογίσει στις σχέσεις του με το Πεκίνο και την Καμπούλ.

Συνέχεια ανάγνωσης

Διεθνή

Γερμανία: Το ρωσικό φυσικό αέριο επιστρέφει έμμεσα μέσω των λιπασμάτων, παρά τους ευρωπαϊκούς δασμούς

Δημοσιεύτηκε

στις

Οι εισαγωγές ρωσικών αζωτούχων λιπασμάτων μειώθηκαν κατά 66% το 2025-2026, αλλά παραμένουν 53% υψηλότερες από τα επίπεδα πριν από τον πόλεμο στην Ουκρανία.

Το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία διατηρεί ανταγωνιστικά τα ρωσικά προϊόντα, σύμφωνα με στοιχεία που δημοσίευσε η Berliner Zeitung. Η Γερμανία εξακολουθεί να συνδέεται εμπορικά με το ρωσικό φυσικό αέριο, παρά τις ευρωπαϊκές προσπάθειες περιορισμού της ενεργειακής εξάρτησης από τη Μόσχα.

Αυτή τη φορά, η σύνδεση δεν αφορά αποκλειστικά την άμεση προμήθεια φυσικού αερίου, αλλά τις εισαγωγές λιπασμάτων που παράγονται με τη χρήση ρωσικού αερίου ως πρώτης ύλης και πηγής ενέργειας. Σύμφωνα με δημοσίευμα της γερμανικής εφημερίδας, που βασίζεται σε στοιχεία του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου και του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι εισαγωγές αζώτου μέσω ρωσικών λιπασμάτων μειώθηκαν σημαντικά κατά το 2025-2026. Ωστόσο, εξακολουθούν να βρίσκονται πάνω από τα επίπεδα που καταγράφονταν πριν από τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία.

Τα στοιχεία των εισαγωγών και η σύγκριση με την προπολεμική περίοδο

Το 2025-2026, η Γερμανία εισήγαγε 48.800 τόνους αζώτου μέσω λιπασμάτων ρωσικής προέλευσης. Η ποσότητα αυτή είναι μειωμένη κατά περίπου 66% σε σύγκριση με το προηγούμενο έτος, αλλά παραμένει κατά 53% υψηλότερη από τους 31.800 τόνους που είχαν καταγραφεί το 2020-2021, πριν από τον πόλεμο.

Η εξέλιξη των εισαγωγών δείχνει πόσο έντονη ήταν η αύξηση μετά το 2022. Το 2021-2022 οι εισαγωγές έφτασαν τους 56.800 τόνους αζώτου, ενώ το 2022-2023 εκτοξεύθηκαν στους 185.100 τόνους. Στη συνέχεια καταγράφηκαν 140.200 τόνοι το 2023-2024 και 143.800 τόνοι το 2024-2025, προτού σημειωθεί η μεγάλη υποχώρηση της τελευταίας περιόδου. Τα στοιχεία αφορούν την ποσότητα του αζώτου που περιέχεται στα εισαγόμενα λιπάσματα και όχι το συνολικό βάρος των προϊόντων.

Τα λιπασματικά έτη υπολογίζονται από τον Ιούλιο έως τον Ιούνιο. Η ποσότητα αζώτου που εισήχθη στη Γερμανία μέσω ρωσικής ουρίας μειώθηκε από 71.600 τόνους σε 27.600 τόνους, καταγράφοντας πτώση άνω του 61%. Παρά τη μείωση, η ποσότητα εξακολουθεί να είναι σχεδόν τριπλάσια από τους 9.900 τόνους του 2020-2021. Η συγκεκριμένη εξέλιξη αναδεικνύει το βασικό πρόβλημα της ευρωπαϊκής πολιτικής περιορισμού των εμπορικών δεσμών με τη Ρωσία. Ακόμη και όταν περιορίζονται οι εισαγωγές συγκεκριμένων προϊόντων, οι οικονομικές σχέσεις μπορούν να διατηρούνται μέσω άλλων κατηγοριών αγαθών, ιδιαίτερα όταν αυτά έχουν χαμηλότερο κόστος παραγωγής.

Γιατί οι ρωσικές εισαγωγές παραμένουν ανταγωνιστικές

Καθοριστικός παράγοντας είναι το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία και στην υπόλοιπη Ευρώπη. Η παραγωγή αζωτούχων λιπασμάτων απαιτεί μεγάλες ποσότητες φυσικού αερίου, το οποίο χρησιμοποιείται τόσο ως πρώτη ύλη όσο και ως πηγή ενέργειας. Σύμφωνα με τον Σύνδεσμο Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι ευρωπαϊκοί δασμοί, που τέθηκαν σε ισχύ τον Ιούλιο του 2025, περιόρισαν σημαντικά τις εισαγωγές ρωσικών λιπασμάτων. Ωστόσο, δεν εξάλειψαν το ανταγωνιστικό πλεονέκτημα των ρωσικών προϊόντων. Ο σύνδεσμος επισημαίνει ότι οι υψηλές τιμές ενέργειας δυσκολεύουν τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις να αυξήσουν την εγχώρια παραγωγή και να καλύψουν μεγαλύτερο μέρος των αναγκών της αγοράς. Ως αποτέλεσμα, τα ρωσικά λιπάσματα εξακολουθούν να παραμένουν ελκυστικά, ακόμη και μετά την επιβολή πρόσθετων δασμών.

Παράλληλα, σύμφωνα με τον IVA, είναι πιθανό ορισμένες ποσότητες ρωσικών προϊόντων να φτάνουν στη γερμανική αγορά μέσω άλλων κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το μέγεθος αυτών των έμμεσων εισαγωγών, ωστόσο, δεν μπορεί να προσδιοριστεί με ακρίβεια από τα διαθέσιμα στοιχεία.

Δεν αποδίδονται οι αυξήσεις των τιμών αποκλειστικά στους δασμούς

Το ζήτημα έχει άμεση σημασία για τους Γερμανούς αγρότες, καθώς το κόστος των λιπασμάτων επηρεάζει την παραγωγή και, τελικά, την οικονομική βιωσιμότητα των καλλιεργειών. Ο IVA υποστηρίζει ότι η μείωση των ρωσικών εισαγωγών δεν έχει προκαλέσει μέχρι στιγμής σαφή αύξηση των τιμών εξαιτίας των δασμών. Σύμφωνα με τον σύνδεσμο, η εγχώρια παραγωγική δυναμικότητα και οι εισαγωγές από άλλες χώρες, μεταξύ των οποίων η Αίγυπτος, επαρκούν για την κάλυψη των αναγκών της αγοράς. Την ίδια στιγμή, ο σύνδεσμος αποδίδει τις υψηλές τιμές των λιπασμάτων το 2026 στις διεθνείς ενεργειακές αναταράξεις, στον πόλεμο με το Ιράν και στην κρίση γύρω από τα Στενά του Ορμούζ, παράγοντες που επηρεάζουν το κόστος μεταφοράς και τις παγκόσμιες τιμές ενέργειας και λιπασμάτων.

Οι εκτιμήσεις αυτές αποτελούν τις θέσεις του κλαδικού συνδέσμου και δεν συνιστούν από μόνες τους ανεξάρτητη αξιολόγηση όλων των παραγόντων που διαμορφώνουν τις τιμές.

Νέες πιέσεις για περιορισμό των ρωσικών εισαγωγών

Με αφορμή τα στοιχεία, ο IVA ζητά να εξεταστεί η επιβολή πρόσθετων δασμών στις εισαγωγές καλιούχων λιπασμάτων από τη Ρωσία και τη Λευκορωσία. Το κάλιο αποτελεί βασικό θρεπτικό στοιχείο για τις καλλιέργειες και αντιπροσωπεύει μια ακόμη κατηγορία προϊόντων στην οποία η ευρωπαϊκή αγορά διατηρεί εμπορικές σχέσεις με τις δύο χώρες.

Ο σύνδεσμος εκτιμά ότι η ευρωπαϊκή βιομηχανία μπορεί να καλύψει τις ανάγκες της γεωργίας χωρίς να εξαρτάται από τις συγκεκριμένες εισαγωγές και υποστηρίζει ότι πρόσθετοι δασμοί δεν θα πρέπει να οδηγήσουν αναγκαστικά σε αυξήσεις τιμών. Η συζήτηση, ωστόσο, αποτυπώνει το ευρύτερο δίλημμα της ευρωπαϊκής οικονομικής πολιτικής. Η μείωση της εξάρτησης από τη Ρωσία απαιτεί όχι μόνο εμπορικούς περιορισμούς, αλλά και ανταγωνιστική εγχώρια παραγωγή, προσιτό ενεργειακό κόστος και εναλλακτικές πηγές προμήθειας.

Τα δεδομένα της γερμανικής αγοράς δείχνουν ότι οι δασμοί μπορούν να περιορίσουν σημαντικά τις εισαγωγές, χωρίς όμως να εξαλείψουν αυτομάτως τις οικονομικές σχέσεις που στηρίζονται σε διαφορές κόστους παραγωγής. Για τη Γερμανία και την Ευρωπαϊκή Ένωση, η πρόκληση παραμένει η εξισορρόπηση τριών στόχων: της ενεργειακής και οικονομικής ασφάλειας, της στήριξης της εγχώριας βιομηχανίας και της διατήρησης προσιτού κόστους για τον αγροτικό τομέα.

Με πληροφορίες του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA) και του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου.

Συνέχεια ανάγνωσης

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ

Αναλύσεις3 λεπτά πριν

Η «σύγκρουση» στην κορυφή της ΕΕ και «Made in Europe» στην Τουρκία

Όταν όμως και σήμερα, πολιτειακοί αξιωματούχοι (Κυβέρνησης και Βουλής) σε Κύπρο κι Ελλάδα προωθούν την «θετική ατζέντα» προς την Τουρκία,...

Αναλύσεις33 λεπτά πριν

Ινδικά πολεμικά πλοία στην Κύπρο; Οι πληροφορίες και το νέο αμυντικό σκηνικό

Πληροφορίες για παρεμβάσεις Ισραήλ και Εμιράτων απέναντι στις πιέσεις της Άγκυρας παρουσίασε το «Direct News». Στο επίκεντρο οι συζητήσεις για...

Γενικά θέματα1 ώρα πριν

Θρίλερ στα βάθη της Τουρκίας με 58χρονο Έλληνα μοναχό από το Νέο Μυλότοπο Γιαννιτσών! Αγνοείται από τον Ιούλιο

Ο 58χρονος μοναχός έφυγε από το Νέο Μυλότοπο Γιαννιτσών, με προορισμό την Τουρκία, αποφασισμένος να φτάσει στον Πόντο και την...

Αναλύσεις2 ώρες πριν

Καλεντερίδης: Η Ουκρανία στο έλεος του «διακόπτη» – Το μάθημα για την ελληνική άμυνα

Οι περιορισμοί στις δορυφορικές υπηρεσίες, η πίεση του Τραμπ στον Ζελένσκι και η ανάγκη για εγχώρια αμυντική παραγωγή στο επίκεντρο...

Αναλύσεις2 ώρες πριν

Ποιος είναι σκληρότερος; Η Προεκλογική μάχη Νετανιάχου – Άιζενκοτ

Ο Γκάντι Άιζενκοτ, κορυφαίος Ισραηλινός πολιτικός που ελπίζει να ανατρέψει τον Πρωθυπουργό Μπενιαμίν Νετανιάχου στις εκλογές στα τέλη αυτού του...

Δημοφιλή