Ακολουθήστε μας

Διεθνή

Η γεωπολιτική συναντά τη γεωοικονομία στην Ουκρανία

Δημοσιεύτηκε στις

Η γεωπολιτική παραμένει μια διαρκής μεταβλητή στις χρηματαγορές και ειδικά στις τιμές πετρελαίου και τροφίμων.

Οι διεθνείς χρηματαγορές ταλαντεύονται έντονα από τις αρχές Σεπτεμβρίου 2021, όταν και ξεκίνησε η γεωπολιτική αντιπαράθεση μεταξύ Δύσης και Ρωσίας με επίκεντρο την Ουκρανία, όπως επίσης και η γεωοικονομική αντιπαράθεσή τους για τη μη έγκριση του αμφιλεγόμενου υποθαλάσσιου αγωγού φυσικού αερίου Nord Stream 2. Πρόκειται για τον αγωγό που θα μετέφερε αέριο από τη Ρωσία (Σιβηρία) στη Γερμανία μέσω της Βαλτικής Θάλασσας. Η αντιπαράθεση προκάλεσε τον περιορισμό στη ροή φυσικού αερίου προς την Ευρώπη από την Gazprom ως μοχλό πίεσης.

Η γεωπολιτική παραμένει μια διαρκής μεταβλητή στις χρηματαγορές και ειδικά στις τιμές πετρελαίου και τροφίμων.

Υπάρχουν αρκετά τρανταχτά ιστορικά γεγονότα που το αποδεικνύουν, όπως το εμπάργκο πετρελαίου από τα αραβικά κράτη το 1973 μετά τον πόλεμο του Γιομ Κιπούρ στο Ισραήλ, η αμερικανική εισβολή στο Ιράκ το 1991, η 11η Σεπτεμβρίου 2001, η δεύτερη εισβολή στο Ιράκ το 2003, ο εμφύλιος στη Λιβύη για την ανατροπή του δικτάτορα Καντάφι το 2011, οι συρράξεις σε Κριμαία και Ντονμπάς στην Ουκρανία το 2014-15 και οι διαρκείς περιφερειακές εντάσεις σε Καύκασο, Βόρεια Αφρική και Περσικό Κόλπο.

Η παγκόσμια οικονομία και οι τιμές των εμπορευμάτων επηρεάστηκαν επίσης από μια σειρά από διπλωματικούς και εμπορικούς πολέμους την τελευταία πενταετία. Σημαντικότεροι είναι οι εμπορικοί πόλεμοι με δασμούς και κυρώσεις που εξαπέλυσε ο πρώην Πρόεδρος των ΗΠΑ, Ντόναλντ Τραμπ, εναντίον κυρίως της Κίνας το 2017 και κατά δεύτερον εναντίον παραδοσιακών συμμάχων των ΗΠΑ και του ΝΑΤΟ, όπως η Ευρωπαϊκή Ένωση, το Ηνωμένο Βασίλειο, ο Καναδάς και το Μεξικό, σε συνάρτηση με την ταυτόχρονη αποχώρηση των ΗΠΑ από την πυρηνική συμφωνία με το Ιράν το 2018.

Πλήγμα στην οικονομία της Ρωσίας από τις κυρώσεις

Το αποκορύφωμα της γεωπολιτικής διένεξης της Ρωσίας με τη Δύση ήταν η εισβολή στην Ουκρανία στις 24 Φεβρουαρίου, μετά από διαταγή του Ρώσου Προέδρου. Ο Βλαντίμιρ Πούτιν την αποκάλεσε «ειδική στρατιωτική επιχείρηση» για να απαλλάξει την Ουκρανία από τους επικίνδυνους εθνικιστές, για να αποτρέψει την είσοδο της χώρας στο ΝΑΤΟ και για να διορθώσει τα ιστορικά λάθη των προηγούμενων Σοβιετικών ηγετών που παραχώρησαν «ρωσικά» εδάφη στην Ουκρανία.

Ακολουθώντας τα τραγικά γεγονότα της εισβολής, οι δυτικές χώρες, με πρωτοστάτη τις ΗΠΑ και κατά δεύτερον την Ευρωπαϊκή Ένωση, επέβαλαν αυστηρές οικονομικές κυρώσεις στη Ρωσία και στους ολιγάρχες της, σε μια προσπάθεια να αναγκάσουν τον Πρόεδρο Πούτιν να σταματήσει την εισβολή.

Οι μεγάλες εταιρείες πετρελαίου και φυσικού αερίου της χώρας, όπως οι Rosneft και Gazprom, έχουν δεχτεί μεγάλο πλήγμα, καθώς έχουν αποκλειστεί σε μεγάλο βαθμό από το παγκόσμιο χρηματοπιστωτικό σύστημα, ενώ έχουν αποχωρήσει και οι στρατηγικοί συνέταιροί τους από τις κοινοπραξίες εκμετάλλευσης κοιτασμάτων στη Ρωσία, όπως οι δυτικές Shell, Exxon Mobil, Chevron και BP, στερώντας τεχνολογική και εφοδιαστική υποστήριξη.

Παρόμοια είναι η εικόνα και στη βιομηχανία των μετάλλων, με την Αυστραλία να προχωρά σε απαγορευτικό εξαγωγών βωξίτη και αλουμίνας, βασικών υλικών για την παραγωγή του αλουμινίου.

Στόχος των κυρώσεων είναι ο στενός φίλος και χρηματοδότης του Προέδρου Πούτιν, ο επονομαζόμενος «βασιλιάς του αλουμινίου» Όλεγκ Ντεριπάσκα. Η εταιρεία του, Rusal Aluminum, συμμετέχει σε κοινοπραξία με τον αυστραλιανό γίγαντα Rio Tinto και οι κυρώσεις είναι μια κίνηση που περιορίζει τη δυνατότητα της Ρωσίας για παραγωγή αλουμινίου, το οποίο είναι αναγκαίο για πολεμικά αεροπλάνα, ελικόπτερα και στρατιωτικά οχήματα.

Οι ρωσικές κυρώσεις, το πρόσφατο πραξικόπημα στην αφρικανική Γουινέα, η οποία είναι η 2η παγκοσμίως σε παραγωγή βωξίτη, και η μεγάλη ζήτηση για αλουμίνιο από την Κίνα και τις αυτοκινητοβιομηχανίες εκτόξευσαν την τιμή του αλουμινίου κοντά στα υψηλά των $4.000/lb, σχεδόν διπλάσια από τις αρχές του 2021.

Ράλι στα εμπορεύματα

Το αποτέλεσμα των κυρώσεων, των στρατιωτικών επιχειρήσεων και του κλεισίματος σημαντικών εξαγωγικών λιμανιών σε Μαριούπολη, Οδησσό και Νοβοροσίσκ, στη Μαύρη Θάλασσα, ήταν η εκτίναξη στις τιμές των εμπορευμάτων (commodities) που παράγουν Ρωσία και Ουκρανία. Οι δύο χώρες έχουν σημαντικά μερίδια στις παγκόσμιες αγορές σε πετρέλαιο, φυσικό αέριο, άνθρακα, σιδηρομετάλλευμα, χρυσό, ουράνιο, σιτηρά, νικέλιο, παλλάδιο, χαλκό και αλουμίνιο. Τα τεκταινόμενα προκάλεσαν μεγάλη πτώση και στα νομίσματα των δύο χωρών.

Ο δείκτης εμπορευμάτων Bloomberg Commodity Index κέρδισε 10% από την αρχή της ρωσικής εισβολής, σχεδόν 25% από τις αρχές του 2022 και πέραν του 35% από την αρχή της κρίσης στην Ουκρανία τον Οκτώβριο του 2021.

Εντυπωσιακή ήταν η άνοδος του παλλαδίου, ενός σημαντικού μετάλλου για τους καταλύτες στα αυτοκίνητα. Η Ρωσία εξάγει σχεδόν το 50% των παγκόσμιων αναγκών. Το παλλάδιο τύγχανε διαπραγμάτευσης στα $1.500/ουγγιά στις 15 Δεκεμβρίου 2021, με την τιμή του να καταγράφει μια τρελή άνοδο πέραν των 130% στα $3.500/ουγγιά στις 7 Μαρτίου 2022, λόγω των κυρώσεων στη Ρωσία.

Το νέο σοκ του πετρελαίου: Άνοδος μέχρι τα $140 το βαρέλι

Οι επενδυτές και όλος ο πλανήτης παρακολούθησαν με κομμένη την ανάσα και με μια σχετική αμηχανία τις τιμές του πετρελαίου τύπου Brent να σκαρφαλώνουν ενδοσυνεδριακά στα υψηλότερα επίπεδα από το 2008. Είχαν αγγίξει τα $140/βαρέλι τα ξημερώματα της Καθαράς Δευτέρας, 7 Μαρτίου 2022, ενώ οι τιμές του αμερικανικού αργού WTI ανέβηκαν μέχρι τα $132/βαρέλι, μετά τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία.

Ακολούθως, οι τιμές του πετρελαίου διορθώθηκαν απότομα κατά 30%, καταφέρνοντας όμως να διατηρηθούν πάνω από το επίπεδο των $100, εν μέσω απειλών για εμπάργκο στο ρωσικό πετρέλαιο, το οποίο θα είχε αρνητικές επιπτώσεις στην ενεργειακή ισορροπία της Ευρώπης, η οποία εξαρτάται κατά 25% από τις ρωσικές εισαγωγές.

Η Ρωσία είναι ο δεύτερος μεγαλύτερος εξαγωγέας πετρελαίου στον κόσμο με 5 εκατομμύρια βαρέλια ημερησίως (bpd) σε εξαγωγές αργού (crude oil) και επιπλέον 3 εκατομμύρια bpd εξαγωγές διυλισμένων προϊόντων πετρελαίου (distillate fuels), όπως βενζίνη, κηροζίνη, diesel, mazut, νάφθα και πετροχημικά.

Οι ενεργειακοί αναλυτές πιστεύουν ότι η παγκόσμια αγορά θα στερηθεί 2 με 3 εκατ. βαρέλια ρωσικού πετρελαίου την ημέρα από το σύνολο των 8 εκατ. που εξάγει η χώρα. Αυτό λόγω των κυρώσεων και της στροφής των αγοραστών (ευρωπαϊκά διυλιστήρια κυρίως) προς άλλες χώρες-προμηθευτές, όπως η Σαουδική Αραβία και τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα.

Οι ΗΠΑ ήταν η πρώτη χώρα στην παραγωγή πετρελαίου το 2021 με 11,5 εκατ. βαρέλια την ημέρα, ακολουθούν Ρωσία και Σαουδική Αραβία με 11 εκατ., ενώ ο Καναδάς, το Ιράκ και τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα παράγουν κοντά στα 4 εκατ. βαρέλια, από το σύνολο των 100 εκατ. βαρελιών της ημερήσιας παγκόσμιας παραγωγής. Από αυτή την παραγωγή το 70% καταλήγει σε αγοραστές στην Ασία.

Αυτές οι εξελίξεις από το μέτωπο της Ρωσίας ήρθαν στο χειρότερο χρονικό σημείο για την πετρελαϊκή αγορά, καθώς ήδη βρισκόταν σε μια ανισορροπία ζήτησης/προσφοράς που είχε ανεβάσει τις τιμές κοντά στα $90/βαρέλι πριν από την εισβολή.

Δυστυχώς, οι τιμές πετρελαίου θα παραμείνουν πιεσμένες και με μεγάλη μεταβλητότητα για το επόμενο διάστημα ως αποτέλεσμα των λόγων που παρατίθενται πιο κάτω:

1. Η παγκόσμια προσφορά πετρελαίου ήταν ήδη ανεπαρκής για να καλύψει τη μεγάλη ζήτηση για πετρελαϊκά προϊόντα μετά την ανάκαμψη της παγκόσμιας οικονομίας από την πανδημία.

2. Η απροθυμία του ΟΠΕΚ να αυξήσει την παραγωγή του πέρα από τη συμφωνημένη σταδιακή αύξηση των 400.000 βαρελιών την ημέρα κάθε μήνα.

3. Η περιορισμένη πιθανότητα επίτευξης συμφωνίας για το πυρηνικό πρόγραμμα του Ιράν, που θα μπορούσε να αυξήσει την προσφορά κατά 1 εκατ. βαρέλια την ημέρα σύντομα και να αντισταθμίσει κατά το ήμισυ την απώλεια του ρωσικού πετρελαίου.

4.  Οι ελλιπείς έως και μηδενικές επενδύσεις για έρευνα και εξόρυξη νέων κοιτασμάτων πετρελαίου και φυσικού αερίου λόγω των δράσεων για μετάβαση στην πράσινη ενέργεια.

5.  Η ζημιά στην παγκόσμια εφοδιαστική αλυσίδα λόγω της πανδημίας και των lockdowns που εκτόξευσαν το κόστος μεταφοράς και ναύλων.

6. Τα χαμηλά επίπεδα-ρεκόρ των αποθηκευτικών χώρων σε αργό πετρέλαιο, βενζίνη και diesel.

7.  Οι συχνές διαταραχές στην παραγωγή πετρελαίου από χώρες που μαστίζονται από εμφυλίους πολέμους, οικονομικά προβλήματα ή διεθνή εμπάργκο, όπως είναι το Ιράκ, η Λιβύη, η Νιγηρία, η Ανγκόλα, η Βενεζουέλα και το Ιράν.

8.  Οι συχνές γεωπολιτικές εντάσεις και τα ανοιχτά μέτωπα σε Αζερμπαϊτζάν, Αφγανιστάν, Υεμένη και Στενά του Ορμούζ στον Περσικό Κόλπο, καθώς και η πειρατεία στη Σομαλία, που ανεβάζουν το κόστος των ασφαλίστρων και προσθέτουν ένα γεωπολιτικό premium στις τιμές της ενέργειας.

Ιλιγγιώδεις διακυμάνσεις στις τιμές του ευρωπαϊκού φυσικού αερίου

Μεγάλα σκαμπανεβάσματα παρατηρήθηκαν και στις τιμές του ευρωπαϊκού φυσικού αερίου «Dutch TTF» στον κόμβο του Άμστερνταμ στην Ολλανδία. Κινήθηκαν έντονα ανοδικά κατά 400%, μέσα σε λίγους μόνο μήνες, και έφτασαν στο υψηλότερο επίπεδο όλων των εποχών, στα €345/MWh (ανά μεγαβατώρα) στις 7 Μαρτίου 2022.

Ακολούθως, οι τιμές διορθώθηκαν απότομα κατά 70% κοντά στα €100/MWh μέσα σε μόλις 10 συνεδριάσεις. Αιτίες της πτώσης ήταν οι πρώτες ενδείξεις προόδου στις συνομιλίες Ρωσίας και Ουκρανίας, η κανονική ροή ρωσικού φυσικού αερίου προς την Ευρώπη παρά τον πόλεμο, οι εισαγωγές LNG από τις ΗΠΑ και η πρόθεση της Νορβηγίας να αυξήσει την παραγωγή και την παροχή φυσικού αερίου τους επόμενους μήνες για να μετριαστεί η έλλειψη προσφοράς στην Ευρώπη.

Η Ρωσία καλύπτει περίπου το 40% των αναγκών της Ευρώπης σε φυσικό αέριο, η Νορβηγία το 25%, η Αλγερία το 10%, ενώ το υπόλοιπο καλύπτεται από μεγάλες ροές υγροποιημένου φυσικού αερίου (LNG) κυρίως από τις ΗΠΑ και σε δεύτερο χρόνο από Αυστραλία και Κατάρ.

Οι αμερικανικές εξαγωγές LNG στην Ευρώπη κατάφεραν να αναδειχτούν έστω και προσωρινά σε «σανίδα σωτηρίας» και να «ζεστάνουν» τη Γηραιά Ήπειρο κατά τους χειμερινούς μήνες που μας πέρασαν. Η Ευρώπη ταλαιπωρήθηκε από τις μειωμένες ροές φυσικού αερίου από τη Ρωσία, οι οποίες προκάλεσαν μια πρωτόγνωρη ενεργειακή κρίση, με υψηλές τιμές ηλεκτρισμού και αγαθών για τα νοικοκυριά. Όλα αυτά οδήγησαν τον πληθωρισμό πέραν του 5% στην Ευρωζώνη.

Τιμές-ρεκόρ σε σιτηρά και λιπάσματα

Η ρωσική εισβολή έχει προκαλέσει τη μεγαλύτερη μείωση προσφοράς σιτηρών από τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, καθώς Ρωσία και Ουκρανία μαζί παράγουν το 30% του σιταριού παγκόσμια, ενώ εξάγουν το 25% των παγκόσμιων αναγκών για ανθρώπινη διατροφή και ζωοτροφή.

Οι τιμές των κυριότερων σιτηρών (σιτάρι, κριθάρι, καλαμπόκι), της σόγιας και του ηλιελαίου έχουν κερδίσει πέραν του 40% από την ημέρα της ρωσικής εισβολής, ενώ έχουν σχεδόν διπλασιαστεί από τον Οκτώβριο του 2021, οπότε και είχαν αρχίσει οι πρώτες ρωσικές στρατιωτικές ασκήσεις στα σύνορα της Ουκρανίας.

Επιπρόσθετες ανησυχίες στην αγροτική και γεωργική κοινότητα προκαλούν και οι κυρώσεις στις εξαγωγές λιπασμάτων από Ρωσία και Λευκορωσία, οι οποίες εκτίναξαν τις τιμές τους σε απαγορευτικά για τους παραγωγούς πολυετή υψηλά.

Ρωσία και Λευκορωσία αντιπροσωπεύουν πέραν του 20% της παγκόσμιας παραγωγής λιπασμάτων. Είναι σημαντικοί παραγωγοί ποτάσας και φωσφορικών και αζωτούχων λιπασμάτων, που είναι τα κύρια θρεπτικά συστατικά για τις καλλιέργειες, καθώς βοηθούν στην αύξηση του όγκου της παραγωγής αλλά και στην ενδυνάμωση του καλλιεργήσιμου εδάφους με θρεπτικά συστατικά. Οι μειωμένες εξαγωγές λιπασμάτων θα επιβαρύνουν την ήδη ταλαιπωρημένη από την πανδημία του COVID-19 αλυσίδα εφοδιασμού τροφίμων, αυξάνοντας το κόστος παραγωγής των αγροτών. Μοιραία η αύξηση αυτή θα οδηγήσει σε ακόμη υψηλότερες τιμές των τροφίμων και σε μεγαλύτερες πληθωριστικές πιέσεις για νοικοκυριά και επιχειρήσεις.

Παγκόσμια επισιτιστική κρίση προ των πυλών;

Υπάρχει μια διάχυτη ανησυχία ότι μια παρατεταμένη σύγκρουση στην Ουκρανία θα διατηρήσει τις τιμές των σιτηρών σε επίπεδα-ρεκόρ για μεγαλύτερο χρονικό διάστημα, κάτι το οποίο με τη σειρά του πιθανόν να δημιουργήσει μια νέα επισιτιστική κρίση, κυρίως στους πληθυσμούς που ζουν κάτω από το όριο της φτώχειας σε χώρες της Μέσης Ανατολής και της Βόρειας Αφρικής. Χώρες με μεγάλο πληθυσμό, όπως οι Αίγυπτος, Τουρκία, Σομαλία, Σουδάν, Υεμένη, Λίβανος, Κονγκό, Τυνησία και Λιβύη, εισάγουν πέραν του 50% των συνολικών τους αναγκών σε σιτηρά από τους σιτοβολώνες της Μαύρης Θάλασσας, και ειδικά από τα πλούσια σε πρωτεΐνες σιτηρά της Ουκρανίας και της Ρωσίας.

Οι κυβερνήσεις των εν λόγω χωρών ανησυχούν ότι τα αποθέματα σε σιτάρι λόγω μειωμένων εισαγωγών από τη Μαύρη Θάλασσα δεν θα επαρκούν για να καλύψουν τις διατροφικές ανάγκες εν μέσω του Ραμαζανίου, που άρχισε στις 2 Απριλίου. Για μια περίοδο ενός μηνός, οι μουσουλμάνοι θα νηστεύουν τρώγοντας μόνο ψωμί και λαχανικά.

Οι πολιτικοί αναλυτές φοβούνται επανάληψη των κοινωνικών εξεγέρσεων του 2008 και του 2011, καθώς το ψωμί είναι το κύριο συστατικό στην καθημερινή διατροφή για δεκάδες εκατομμύρια πολίτες αυτών των χωρών. Σε συνδυασμό με το υψηλό κόστος ενέργειας και τροφίμων, η έλλειψη σε σιτηρά θα μπορούσε να προκαλέσει κοινωνικές ταραχές.

Στις αρχές του 2008, το σιτάρι είχε σκαρφαλώσει κοντά στα $8/μπούσελ, ως απότοκο της μειωμένης συγκομιδής ρυζιού σε Ινδία και Βιετνάμ, προκαλώντας βίαιες διαδηλώσεις σε πολλές χώρες της Ασίας, της Αφρικής και της Κεντρικής Αμερικής.

«Αραβική Άνοιξη» εν μέσω έλλειψης σιταριού

Παρόμοιο επισιτιστικό πρόβλημα επαναλήφθηκε το 2011, όταν μια σοβαρή ξηρασία στη Ρωσία το 2010 είχε μειώσει τη σοδειά σιτηρών, ξανανεβάζοντας την τιμή του σιταριού στα επίπεδα των $8/μπούσελ (μετά από μια περίοδο 3 χρόνων ηρεμίας στα $3-4/μπούσελ).

Η νέα κρίση στο ψωμί δημιούργησε τη γνωστή «Αραβική Άνοιξη» στις μουσουλμανικές χώρες της Μέσης Ανατολής και της Βόρειας Αφρικής, αφού προκάλεσε σοβαρές ταραχές, πρώτα στην Τυνησία, μετέπειτα στην Αίγυπτο –με αποτέλεσμα την πτώση του Προέδρου Χόσνι Μουμπάρακ έπειτα από 30 χρόνια στην εξουσία– και εν τέλει στη Συρία, με την έναρξη του δεκαετούς και πολύνεκρου εμφυλίου πολέμου.

 

Déjà vu: Το ουκρανικό σιτάρι αλλάζει για άλλη μια φορά την πορεία

της ιστορίας

Ο διακαής πόθος του Πούτιν να διορθώσει, όπως διατείνεται, τα λάθη της ιστορίας και ειδικά το ιστορικό λάθος να παραμείνουν οι ρωσόφωνες περιοχές (με μεγάλο ελληνικό πληθυσμό) της Κριμαίας, της Οδησσού, της Μαριούπολης, του Χάρκοβου και του Ντόνετσκ στο νέο κράτος της Ουκρανίας μετά τη διάλυση της Σοβιετικής Ένωσης το 1991, εξηγεί την αποφασιστικότητά του να κατακτήσει πάση θυσία αυτές τις περιοχές.

Ο Πούτιν ελπίζει να αποκαταστήσει τον παλιό δρόμο των εξαγωγών ουκρανικού, ρωσικού και μολδαβικού σιταριού, όπως επίσης άνθρακα, σιδηρομεταλλεύματος, φρούτων, λαχανικών και άλλων προϊόντων. Εκεί απ’ όπου τόσο η Ρωσική Αυτοκρατορία (1721-1916) όσο και η Σοβιετική Ένωση (1917-1991) εξήγαγαν το σιτάρι μέσω του κοσμοπολίτικου λιμανιού της Οδησσού στον υπόλοιπο κόσμο, από την Κωνσταντινούπολη μέχρι το Λονδίνο.

Επίσης, μεγάλες εξαγωγές σιταριού γίνονταν διά μέσου του ποταμού Δούναβη με ποταμόπλοια προς τις αναπτυσσόμενες-βιομηχανικές παραδουνάβιες πόλεις της κεντρικής Ευρώπης, όπως επίσης και διά μέσου του ποταμού Δνείπερου μέσω Κιέβου στις βόρειες χώρες της Βαλτικής και της Σκανδιναβίας.

Από την εποχή της Μεγάλης Αικατερίνης της Τσαρίνας (1729-1796) και μετέπειτα, οι Ρώσοι και οι Σοβιετικοί καλλιεργούσαν και εμπορεύονταν το πολύτιμο σιτάρι από τους ατελείωτους σιτοβολώνες που βρίσκονταν κατά μήκος της μεγάλης στέπας (πεδιάδες χωρίς δέντρα, με χαμηλή βλάστηση) που ξεκινούσε από τις εύφορες πεδιάδες του Δούναβη στη Βουλγαρία. Περνούσαν βόρεια από την παλιά Μολδοβλαχία (σημερινή Ρουμανία και Μολδαβία), συνεχίζοντας στα νότια επίπεδα και παραθαλάσσια εδάφη της Ουκρανίας και μετά στις εύφορες πεδιάδες του Αζόφ-Κουμπάν-Κράσνονταρ στα βόρεια του Καυκάσου, όπου κατέληγαν μέσω του Καζακστάν στη Μογγολία.

Η ιστορία λέει ότι οι Ρώσοι, χωρίς τα μεγάλα έσοδα από το σιτάρι και άλλα εμπορεύματα που διακινούνταν διά μέσου αυτών των εμπορικών δρόμων και λιμανιών και χωρίς την έξοδό τους προς την Αζοφική λιμνοθάλασσα και τη Μαύρη Θάλασσα, θα είχαν παραμείνει κάτω από τη σκιά της Σουηδίας και της Πολωνο-Λιθουανικής Κοινοπολιτείας (1569-1795). Η ξυλεία και τα σιτηρά αυτής της κοινοπολιτείας προμήθευαν την Ευρώπη, της οποίας οι στρατοί και το ναυτικό κυριαρχούσαν στη Βαλτική Θάλασσα. Υπήρχε βεβαίως και η επιρροή της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας (1299-1922), που κυριαρχούσε στις περιοχές της Κριμαίας, του Αιγαίου, της Μαύρης Θάλασσας και του Καυκάσου.

Τέλος, είναι γνωστό ότι η βιομηχανική επανάσταση στην Ευρώπη (1850+) εξαρτάτο τα μέγιστα από τις εισαγωγές εκατομμυρίων τόνων φθηνού ουκρανικού σιταριού από την τότε τσαρική Ρωσία (κυρίως μέσω Ελλήνων καραβοκύρηδων), αναγκαίων για να ταΐσουν τους πεινασμένους εργάτες των εργοστασίων που είχαν μετακινηθεί από την ύπαιθρο στις ραγδαία αναπτυσσόμενες βιομηχανικές μεγαλουπόλεις της Γερμανίας, της Αυστρίας, της Ολλανδίας, του Βελγίου, της Ιταλίας, της Γαλλίας και της Αγγλίας.

 – 
ΠΗΓΗ: Economy Toady – Sigmalive

Είναι ο άγνωστος Χ, αλλά φυσικό πρόσωπο που βοηθάει στην παραγωγή ειδήσεων στο Geopolitico.gr, αλλά και τη δημιουργία βίντεο στο κανάλι του Σάββα Καλεντερίδη. Πολλοί τον χαρακτηρίζουν ως ανθρώπινο αλγόριθμο λόγω του όγκου των δεδομένων και πληροφοριών που αφομοιώνει καθημερινώς. Είναι καταδρομέας με ειδικότητα Χειριστή Ασυρμάτων Μέσων.

Συνέχεια ανάγνωσης

Διεθνή

Προειδοποίηση της Ελβετίας: Το υψηλό ευρωπαϊκό χρέος θα μπορούσε να πυροδοτήσει μια κρίση του ευρώ

Τα αυξανόμενα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη και πέραν αυτής εγκυμονούν κινδύνους για την οικονομική σταθερότητα και θα μπορούσαν να πυροδοτήσουν μια κρίση του ευρώ, δήλωσε την Παρασκευή η Ελβετίδα υπουργός Οικονομικών, Κάριν Κέλερ-Σούτερ.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Τα αυξανόμενα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη και πέραν αυτής εγκυμονούν κινδύνους για την οικονομική σταθερότητα και θα μπορούσαν να πυροδοτήσουν μια κρίση του ευρώ, δήλωσε την Παρασκευή η Ελβετίδα υπουργός Οικονομικών, Κάριν Κέλερ-Σούτερ.

Μιλώντας στον ελβετικό δημόσιο ραδιοτηλεοπτικό φορέα SRF, στην Μπανγκόκ —στο περιθώριο των ετήσιων συναντήσεων του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου και της Παγκόσμιας Τράπεζας—, η Κέλερ-Σούτερ ανέφερε ότι και οι τιμές της ενέργειας εντείνουν τις ανησυχίες μεταξύ των υπευθύνων χάραξης πολιτικής.

Η Ελβετία διαθέτει ένα από τα χαμηλότερα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη, ωστόσο η Κέλερ-Σούτερ τόνισε ότι, στο τρέχον περιβάλλον, είναι σημαντικό να εξετάζεται η ευρύτερη εικόνα.

«Είμαστε τόσο στενά διασυνδεδεμένοι σε διεθνές επίπεδο, ώστε καθιστάμεθα επίσης ευάλωτοι, για παράδειγμα, στην περίπτωση που προκύψει κρίση χρέους εξαιτίας του δημόσιου χρέους μεγάλων χωρών. Σκέφτομαι συγκεκριμένα τις Ηνωμένες Πολιτείες, αλλά και την Ευρώπη. Υπάρχει η περίπτωση της Γαλλίας — κάτι που θα μπορούσε να οδηγήσει σε κρίση του ευρώ», δήλωσε η Κέλερ-Σούτερ στο δίκτυο SRF.

Το δημόσιο χρέος της Γαλλίας, τα δημοσιονομικά ελλείμματα και η υποτονική οικονομική ανάπτυξη έχουν εντείνει τις ανησυχίες για την κατάσταση των δημόσιων οικονομικών της, καθώς ο πολιτικός κατακερματισμός έχει καταστήσει πιο περίπλοκες τις προσπάθειες δημοσιονομικής εξυγίανσης.

 

Συνέχεια ανάγνωσης

Αναλύσεις

Η Κίνα βρίσκει δρόμο που παρακάμπτει το Πακιστάν – Ο διάδρομος Ουαχάν αλλάζει τις γεωπολιτικές ισορροπίες

Μία νέα οδική αρτηρία μήκους 121 χιλιομέτρων στο βορειοανατολικό Αφγανιστάν δημιουργεί τις προϋποθέσεις για απευθείας χερσαία σύνδεση με την Κίνα, χωρίς διέλευση από το Πακιστάν. Η ολοκλήρωση του δρόμου στον ιστορικό διάδρομο Ουαχάν αποκτά ιδιαίτερη γεωπολιτική σημασία, καθώς το Πεκίνο αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα ασφαλείας με τις επενδύσεις του στο Πακιστάν, ενώ η Καμπούλ επιδιώκει να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Μία σημαντική εξέλιξη στις χερσαίες μεταφορές και στις γεωπολιτικές ισορροπίες της Κεντρικής Ασίας καταγράφεται στο Αφγανιστάν, με την ολοκλήρωση νέου δρόμου στον στρατηγικής σημασίας διάδρομο Ουαχάν.

Σύμφωνα με ανάλυση του Imran Khurshid που δημοσιεύθηκε στις 9 Οκτωβρίου 2026 στο Asia Times, οι αφγανικές αρχές εγκαινίασαν οδική διαδρομή 121 χιλιομέτρων, η οποία εκτείνεται από την περιοχή Μπρογκίλ έως τα σύνορα με την Κίνα, στην επαρχία Μπανταχσάν.

Το έργο κόστισε περίπου 365 εκατομμύρια αφγάνι, ποσό που αντιστοιχεί σε περίπου 5,5 εκατομμύρια δολάρια.

Κατά τις αφγανικές ανακοινώσεις, κατασκευάστηκε από ντόπιους μηχανικούς και εργαζομένους, χωρίς τη συμμετοχή ξένων τεχνικών συμβούλων.

Η νέα διαδρομή φθάνει στα σινοαφγανικά σύνορα. Αυτό, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι λειτουργεί ήδη πλήρης διεθνής εμπορευματικός διάδρομος, καθώς εξακολουθούν να υπάρχουν σημαντικοί τεχνικοί και συνοριακοί περιορισμοί.

Γιατί ο διάδρομος Ουαχάν έχει στρατηγική σημασία

Ο διάδρομος Ουαχάν αποτελεί μια στενή λωρίδα αφγανικού εδάφους ανάμεσα στο Τατζικιστάν, το Πακιστάν και την Κίνα.

Η γεωγραφική του διαμόρφωση συνδέεται με τον ανταγωνισμό της Βρετανικής και της Ρωσικής Αυτοκρατορίας κατά τον 19ο αιώνα.

Η περιοχή διατηρήθηκε ως ζώνη διαχωρισμού των δύο αυτοκρατορικών σφαιρών επιρροής, αποτελώντας ένα από τα χαρακτηριστικότερα γεωγραφικά κατάλοιπα του λεγόμενου «Μεγάλου Παιχνιδιού».

Σήμερα, η ίδια περιοχή αποκτά νέα σημασία, αυτή τη φορά λόγω της προσπάθειας σύνδεσης της Κίνας με το Αφγανιστάν και ευρύτερα με την Κεντρική Ασία.

Ο δρόμος ανοίγει τη δυνατότητα δημιουργίας μιας εναλλακτικής οδού μεταφορών, περιορίζοντας δυνητικά την ανάγκη διέλευσης από το πακιστανικό έδαφος.

Το πρόβλημα της Κίνας με τον οικονομικό διάδρομο CPEC

Το ενδιαφέρον της εξέλιξης εντοπίζεται κυρίως στην προσπάθεια του Πεκίνου να περιορίσει την εξάρτησή του από ευάλωτες υποδομές.

Ο Οικονομικός Διάδρομος Κίνας–Πακιστάν, γνωστός ως CPEC, αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα προγράμματα της κινεζικής πρωτοβουλίας Belt and Road.

Μέσω του συγκεκριμένου σχεδίου, η Κίνα επιχειρεί να ενισχύσει τις εμπορικές και ενεργειακές συνδέσεις της με τη Νότια Ασία και την Αραβική Θάλασσα.

Ωστόσο, η υλοποίηση των έργων έχει αντιμετωπίσει σοβαρές δυσκολίες.

Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, οργανώσεις αυτονομιστών έχουν πραγματοποιήσει επανειλημμένες επιθέσεις εναντίον κινεζικών συμφερόντων, εγκαταστάσεων και εργαζομένων.

Οι επιθέσεις αυτές έχουν επιβαρύνει την ασφάλεια των υποδομών και έχουν αυξήσει το κόστος προστασίας των κινεζικών επενδύσεων.

Παράλληλα, έχουν διατυπωθεί καταγγελίες για καθυστερήσεις, κακοδιαχείριση και προβλήματα διαφάνειας σε επιμέρους προγράμματα του CPEC.

Η εδαφική διαμάχη με την Ινδία

Μια επιπλέον γεωπολιτική δυσκολία συνδέεται με τη διέλευση του CPEC από το Γκιλγκίτ–Μπαλτιστάν.

Η περιοχή διοικείται από το Πακιστάν, αλλά διεκδικείται από την Ινδία, στο πλαίσιο της ευρύτερης διαμάχης για το Κασμίρ.

Το Νέο Δελχί έχει αντιταχθεί επανειλημμένα σε έργα που διέρχονται από εδάφη τα οποία θεωρεί τμήμα της δικής του επικράτειας.

Αυτό σημαίνει ότι ο οικονομικός διάδρομος Κίνας–Πακιστάν δεν αποτελεί μόνο αναπτυξιακό πρόγραμμα, αλλά συνδέεται με μία από τις πιο ευαίσθητες εδαφικές αντιπαραθέσεις της Ασίας.

Η δημιουργία εναλλακτικών διαδρομών μέσω του Αφγανιστάν θα μπορούσε μακροπρόθεσμα να προσφέρει στο Πεκίνο μεγαλύτερη ευελιξία.

Δεν υπάρχει, πάντως, ένδειξη ότι ο δρόμος του Ουαχάν μπορεί σήμερα να αντικαταστήσει τις μεγάλες μεταφορικές υποδομές του CPEC.

Η Καμπούλ επιχειρεί να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ

Για την κυβέρνηση των Ταλιμπάν, το έργο έχει και μία σαφή πολιτική διάσταση.

Το Αφγανιστάν εξαρτάται σε σημαντικό βαθμό από συνοριακές διαβάσεις και μεταφορικούς άξονες που περνούν από το Πακιστάν.

Οι επανειλημμένες εντάσεις ανάμεσα στις δύο χώρες έχουν προκαλέσει κλείσιμο συνοριακών περασμάτων, διακοπές εμπορικών ροών και επιβάρυνση της αφγανικής οικονομίας.

Μια εναλλακτική χερσαία διέξοδος προς την Κίνα θα μπορούσε, εφόσον αναπτυχθεί και καταστεί λειτουργική, να μειώσει τη δυνατότητα του Πακιστάν να χρησιμοποιεί τη γεωγραφική του θέση ως μέσο πίεσης προς την Καμπούλ.

Η αφγανική πλευρά αντιμετωπίζει το έργο ως σημαντική υποδομή οικονομικής και στρατηγικής αυτονομίας.

Η στάση της Κίνας και της Ρωσίας

Παρά την προοπτική άμεσης σύνδεσης, το Πεκίνο δεν έχει εγκαταλείψει τον οικονομικό διάδρομο CPEC ούτε έχει ανακοινώσει ότι ο Ουαχάν θα τον αντικαταστήσει.

Η Κίνα εξακολουθεί να διατηρεί σημαντικά οικονομικά και στρατηγικά συμφέροντα στο Πακιστάν.

Αντίστοιχα, η Ρωσία ενδιαφέρεται για τη σταθερότητα του Αφγανιστάν και για την ανάπτυξη νέων δικτύων επικοινωνίας στην Κεντρική Ασία.

Η δημιουργία περισσότερων επιλογών διασύνδεσης ενδέχεται να περιορίσει την αποκλειστική σημασία ορισμένων παραδοσιακών μεταφορικών διαδρομών.

Η πραγματική αξία του Ουαχάν θα εξαρτηθεί από τη βελτίωση των οδικών υποδομών, τη λειτουργία συνοριακών και τελωνειακών εγκαταστάσεων, τις καιρικές συνθήκες και τις πολιτικές αποφάσεις της Κίνας.

Το μήνυμα προς το Πακιστάν

Η νέα διαδρομή αναδεικνύει μια σημαντική γεωπολιτική πραγματικότητα: η γεωγραφική θέση ενός κράτους προσφέρει στρατηγικά πλεονεκτήματα, αλλά η αξιοποίησή τους εξαρτάται από την ασφάλεια και την αξιοπιστία των μεταφορικών του δικτύων.

Το Πακιστάν εξακολουθεί να αποτελεί κρίσιμο εταίρο της Κίνας, ιδιαίτερα στο πλαίσιο του CPEC.

Ταυτόχρονα, όμως, η αστάθεια, οι επιθέσεις σε κινεζικά συμφέροντα και οι αντιπαραθέσεις με το Αφγανιστάν δημιουργούν κίνητρα αναζήτησης εναλλακτικών επιλογών.

Ο διάδρομος Ουαχάν δεν έχει ακόμη μετατραπεί σε μεγάλο εμπορικό πέρασμα. Η κατασκευή του δρόμου, ωστόσο, καταδεικνύει ότι το Αφγανιστάν επιχειρεί να αποκτήσει πρόσθετες διεθνείς συνδέσεις και ότι η αποκλειστική εξάρτηση από το Πακιστάν δεν αποτελεί πλέον τη μοναδική γεωγραφική επιλογή.

Για το Ισλαμαμπάντ, η εξέλιξη αποτελεί μια νέα στρατηγική παράμετρο που θα πρέπει να συνυπολογίσει στις σχέσεις του με το Πεκίνο και την Καμπούλ.

Συνέχεια ανάγνωσης

Διεθνή

Γερμανία: Το ρωσικό φυσικό αέριο επιστρέφει έμμεσα μέσω των λιπασμάτων, παρά τους ευρωπαϊκούς δασμούς

Δημοσιεύτηκε

στις

Οι εισαγωγές ρωσικών αζωτούχων λιπασμάτων μειώθηκαν κατά 66% το 2025-2026, αλλά παραμένουν 53% υψηλότερες από τα επίπεδα πριν από τον πόλεμο στην Ουκρανία.

Το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία διατηρεί ανταγωνιστικά τα ρωσικά προϊόντα, σύμφωνα με στοιχεία που δημοσίευσε η Berliner Zeitung. Η Γερμανία εξακολουθεί να συνδέεται εμπορικά με το ρωσικό φυσικό αέριο, παρά τις ευρωπαϊκές προσπάθειες περιορισμού της ενεργειακής εξάρτησης από τη Μόσχα.

Αυτή τη φορά, η σύνδεση δεν αφορά αποκλειστικά την άμεση προμήθεια φυσικού αερίου, αλλά τις εισαγωγές λιπασμάτων που παράγονται με τη χρήση ρωσικού αερίου ως πρώτης ύλης και πηγής ενέργειας. Σύμφωνα με δημοσίευμα της γερμανικής εφημερίδας, που βασίζεται σε στοιχεία του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου και του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι εισαγωγές αζώτου μέσω ρωσικών λιπασμάτων μειώθηκαν σημαντικά κατά το 2025-2026. Ωστόσο, εξακολουθούν να βρίσκονται πάνω από τα επίπεδα που καταγράφονταν πριν από τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία.

Τα στοιχεία των εισαγωγών και η σύγκριση με την προπολεμική περίοδο

Το 2025-2026, η Γερμανία εισήγαγε 48.800 τόνους αζώτου μέσω λιπασμάτων ρωσικής προέλευσης. Η ποσότητα αυτή είναι μειωμένη κατά περίπου 66% σε σύγκριση με το προηγούμενο έτος, αλλά παραμένει κατά 53% υψηλότερη από τους 31.800 τόνους που είχαν καταγραφεί το 2020-2021, πριν από τον πόλεμο.

Η εξέλιξη των εισαγωγών δείχνει πόσο έντονη ήταν η αύξηση μετά το 2022. Το 2021-2022 οι εισαγωγές έφτασαν τους 56.800 τόνους αζώτου, ενώ το 2022-2023 εκτοξεύθηκαν στους 185.100 τόνους. Στη συνέχεια καταγράφηκαν 140.200 τόνοι το 2023-2024 και 143.800 τόνοι το 2024-2025, προτού σημειωθεί η μεγάλη υποχώρηση της τελευταίας περιόδου. Τα στοιχεία αφορούν την ποσότητα του αζώτου που περιέχεται στα εισαγόμενα λιπάσματα και όχι το συνολικό βάρος των προϊόντων.

Τα λιπασματικά έτη υπολογίζονται από τον Ιούλιο έως τον Ιούνιο. Η ποσότητα αζώτου που εισήχθη στη Γερμανία μέσω ρωσικής ουρίας μειώθηκε από 71.600 τόνους σε 27.600 τόνους, καταγράφοντας πτώση άνω του 61%. Παρά τη μείωση, η ποσότητα εξακολουθεί να είναι σχεδόν τριπλάσια από τους 9.900 τόνους του 2020-2021. Η συγκεκριμένη εξέλιξη αναδεικνύει το βασικό πρόβλημα της ευρωπαϊκής πολιτικής περιορισμού των εμπορικών δεσμών με τη Ρωσία. Ακόμη και όταν περιορίζονται οι εισαγωγές συγκεκριμένων προϊόντων, οι οικονομικές σχέσεις μπορούν να διατηρούνται μέσω άλλων κατηγοριών αγαθών, ιδιαίτερα όταν αυτά έχουν χαμηλότερο κόστος παραγωγής.

Γιατί οι ρωσικές εισαγωγές παραμένουν ανταγωνιστικές

Καθοριστικός παράγοντας είναι το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία και στην υπόλοιπη Ευρώπη. Η παραγωγή αζωτούχων λιπασμάτων απαιτεί μεγάλες ποσότητες φυσικού αερίου, το οποίο χρησιμοποιείται τόσο ως πρώτη ύλη όσο και ως πηγή ενέργειας. Σύμφωνα με τον Σύνδεσμο Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι ευρωπαϊκοί δασμοί, που τέθηκαν σε ισχύ τον Ιούλιο του 2025, περιόρισαν σημαντικά τις εισαγωγές ρωσικών λιπασμάτων. Ωστόσο, δεν εξάλειψαν το ανταγωνιστικό πλεονέκτημα των ρωσικών προϊόντων. Ο σύνδεσμος επισημαίνει ότι οι υψηλές τιμές ενέργειας δυσκολεύουν τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις να αυξήσουν την εγχώρια παραγωγή και να καλύψουν μεγαλύτερο μέρος των αναγκών της αγοράς. Ως αποτέλεσμα, τα ρωσικά λιπάσματα εξακολουθούν να παραμένουν ελκυστικά, ακόμη και μετά την επιβολή πρόσθετων δασμών.

Παράλληλα, σύμφωνα με τον IVA, είναι πιθανό ορισμένες ποσότητες ρωσικών προϊόντων να φτάνουν στη γερμανική αγορά μέσω άλλων κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το μέγεθος αυτών των έμμεσων εισαγωγών, ωστόσο, δεν μπορεί να προσδιοριστεί με ακρίβεια από τα διαθέσιμα στοιχεία.

Δεν αποδίδονται οι αυξήσεις των τιμών αποκλειστικά στους δασμούς

Το ζήτημα έχει άμεση σημασία για τους Γερμανούς αγρότες, καθώς το κόστος των λιπασμάτων επηρεάζει την παραγωγή και, τελικά, την οικονομική βιωσιμότητα των καλλιεργειών. Ο IVA υποστηρίζει ότι η μείωση των ρωσικών εισαγωγών δεν έχει προκαλέσει μέχρι στιγμής σαφή αύξηση των τιμών εξαιτίας των δασμών. Σύμφωνα με τον σύνδεσμο, η εγχώρια παραγωγική δυναμικότητα και οι εισαγωγές από άλλες χώρες, μεταξύ των οποίων η Αίγυπτος, επαρκούν για την κάλυψη των αναγκών της αγοράς. Την ίδια στιγμή, ο σύνδεσμος αποδίδει τις υψηλές τιμές των λιπασμάτων το 2026 στις διεθνείς ενεργειακές αναταράξεις, στον πόλεμο με το Ιράν και στην κρίση γύρω από τα Στενά του Ορμούζ, παράγοντες που επηρεάζουν το κόστος μεταφοράς και τις παγκόσμιες τιμές ενέργειας και λιπασμάτων.

Οι εκτιμήσεις αυτές αποτελούν τις θέσεις του κλαδικού συνδέσμου και δεν συνιστούν από μόνες τους ανεξάρτητη αξιολόγηση όλων των παραγόντων που διαμορφώνουν τις τιμές.

Νέες πιέσεις για περιορισμό των ρωσικών εισαγωγών

Με αφορμή τα στοιχεία, ο IVA ζητά να εξεταστεί η επιβολή πρόσθετων δασμών στις εισαγωγές καλιούχων λιπασμάτων από τη Ρωσία και τη Λευκορωσία. Το κάλιο αποτελεί βασικό θρεπτικό στοιχείο για τις καλλιέργειες και αντιπροσωπεύει μια ακόμη κατηγορία προϊόντων στην οποία η ευρωπαϊκή αγορά διατηρεί εμπορικές σχέσεις με τις δύο χώρες.

Ο σύνδεσμος εκτιμά ότι η ευρωπαϊκή βιομηχανία μπορεί να καλύψει τις ανάγκες της γεωργίας χωρίς να εξαρτάται από τις συγκεκριμένες εισαγωγές και υποστηρίζει ότι πρόσθετοι δασμοί δεν θα πρέπει να οδηγήσουν αναγκαστικά σε αυξήσεις τιμών. Η συζήτηση, ωστόσο, αποτυπώνει το ευρύτερο δίλημμα της ευρωπαϊκής οικονομικής πολιτικής. Η μείωση της εξάρτησης από τη Ρωσία απαιτεί όχι μόνο εμπορικούς περιορισμούς, αλλά και ανταγωνιστική εγχώρια παραγωγή, προσιτό ενεργειακό κόστος και εναλλακτικές πηγές προμήθειας.

Τα δεδομένα της γερμανικής αγοράς δείχνουν ότι οι δασμοί μπορούν να περιορίσουν σημαντικά τις εισαγωγές, χωρίς όμως να εξαλείψουν αυτομάτως τις οικονομικές σχέσεις που στηρίζονται σε διαφορές κόστους παραγωγής. Για τη Γερμανία και την Ευρωπαϊκή Ένωση, η πρόκληση παραμένει η εξισορρόπηση τριών στόχων: της ενεργειακής και οικονομικής ασφάλειας, της στήριξης της εγχώριας βιομηχανίας και της διατήρησης προσιτού κόστους για τον αγροτικό τομέα.

Με πληροφορίες του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA) και του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου.

Συνέχεια ανάγνωσης

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ

Αναλύσεις2 λεπτά πριν

Η «σύγκρουση» στην κορυφή της ΕΕ και «Made in Europe» στην Τουρκία

Όταν όμως και σήμερα, πολιτειακοί αξιωματούχοι (Κυβέρνησης και Βουλής) σε Κύπρο κι Ελλάδα προωθούν την «θετική ατζέντα» προς την Τουρκία,...

Αναλύσεις31 λεπτά πριν

Ινδικά πολεμικά πλοία στην Κύπρο; Οι πληροφορίες και το νέο αμυντικό σκηνικό

Πληροφορίες για παρεμβάσεις Ισραήλ και Εμιράτων απέναντι στις πιέσεις της Άγκυρας παρουσίασε το «Direct News». Στο επίκεντρο οι συζητήσεις για...

Γενικά θέματα1 ώρα πριν

Θρίλερ στα βάθη της Τουρκίας με 58χρονο Έλληνα μοναχό από το Νέο Μυλότοπο Γιαννιτσών! Αγνοείται από τον Ιούλιο

Ο 58χρονος μοναχός έφυγε από το Νέο Μυλότοπο Γιαννιτσών, με προορισμό την Τουρκία, αποφασισμένος να φτάσει στον Πόντο και την...

Αναλύσεις2 ώρες πριν

Καλεντερίδης: Η Ουκρανία στο έλεος του «διακόπτη» – Το μάθημα για την ελληνική άμυνα

Οι περιορισμοί στις δορυφορικές υπηρεσίες, η πίεση του Τραμπ στον Ζελένσκι και η ανάγκη για εγχώρια αμυντική παραγωγή στο επίκεντρο...

Αναλύσεις2 ώρες πριν

Ποιος είναι σκληρότερος; Η Προεκλογική μάχη Νετανιάχου – Άιζενκοτ

Ο Γκάντι Άιζενκοτ, κορυφαίος Ισραηλινός πολιτικός που ελπίζει να ανατρέψει τον Πρωθυπουργό Μπενιαμίν Νετανιάχου στις εκλογές στα τέλη αυτού του...

Δημοφιλή