Ακολουθήστε μας

Διεθνή

Η Κύπρος υποτάσσει τα εθνικά της συμφέροντα στα συμφέροντα της Δύσης

Δημοσιεύτηκε στις

«Όταν έχεις τέτοιους φίλους, τι τους θέλεις τους εχθρούς», λέει μια λαϊκή ρήση

Ανδρούλα Γκιούρωφ

Η υποστήριξη της Κύπρου στις αντιρωσικές κυρώσεις, λόγω των γεγονότων στην Ουκρανία, δεν έθεσε μόνο σε κίνδυνο την εθνική οικονομία, αλλά επιδείνωσε σημαντικά τις διμερείς σχέσεις με τη Ρωσία, σημαντικό σύμμαχο της εξωτερικής πολιτικής της Λευκωσίας

«Όταν έχεις τέτοιους φίλους, τι τους θέλεις τους εχθρούς», λέει μια λαϊκή ρήση, η οποία, δυστυχώς, θα επαληθευτεί για πολλοστή φορά στην περίπτωση της Κύπρου αλλά και άλλων χωρών, οι οποίες έσπευσαν ασθμαίνοντας ή υπέκυψαν σε πιέσεις να συνταχθούν με τις κυρώσεις της Ε.Ε. και του ΝΑΤΟ κατά της Ρωσίας. Δεν γίνεται λόγος για απλές μόνο κυρώσεις. Πρόκειται για έναν υβριδικό οικονομικό πόλεμο, που στοχεύει να γονατίσει τη Ρωσία και να την θέσει εκτός της παγκόσμια πολιτικής σκακιέρας, προκειμένου να μην έχει ρόλο και λόγο στα διεθνή δρώμενα, αφήνοντας στις ΗΠΑ τον απόλυτο έλεγχο.

Ωστόσο αυτές οι σαρωτικές κυρώσεις σήμερα έχουν μετατραπεί σε μπούμερανγκ τόσο για τις χώρες τις Ε.Ε. όσο και για τις ΗΠΑ, που βλέπουν τον πληθωρισμό να αυξάνεται στα ύψη και τις συνέπειες να τις πληρώνουν εκατομμύρια πολίτες.

Ξυπόλητοι στ’ αγκάθια

Δυστυχώς, η Κύπρος έχει υποτάξει τα εθνικά της συμφέροντα στα συμφέροντα του ΝΑΤΟ και της Ε.Ε., επεκτείνοντας και κτίζοντας με τις ηγετικές χώρες της συμμαχίας σε στρατιωτικά και στρατηγικά θέματα.

Η υποστήριξη της Κύπρου στις αντιρωσικές κυρώσεις, λόγω των γεγονότων στην Ουκρανία, δεν έθεσε μόνο σε κίνδυνο την εθνική οικονομία, αλλά επιδείνωσε σημαντικά τις διμερείς σχέσεις με τη Ρωσία, σημαντικό σύμμαχο της εξωτερικής πολιτικής της Λευκωσίας.

Παρά την πολυετή υποστήριξη της Μόσχας προς την Κυπριακή Δημοκρατία σε διεθνές επίπεδο στο Κυπριακό, η Λευκωσία συμπεριφέρθηκε με τον πιο αγνώμονα τρόπο. Σύρθηκε και συμμορφώθηκε στις πιέσεις της Ε.Ε. χωρίς να προσμετρήσει τις σαρωτικές συνέπειες για τα δικά της συμφέροντα. Το γεγονός ότι η ελίτ των Βρυξελλών που καθορίζουν την πολιτική, ουδέποτε στήριξαν ουσιαστικά κυρώσεις κατά της Τουρκίας και εμπόδιζαν με τον πιο κυνικό τρόπο να βρεθεί η Τουρκία σε δύσκολη θέση, η Λευκωσία απέφυγε να διεκδικήσει τα αυτονόητα. Δεν έθεσε ούτε όρους, ούτε και ζήτησε ανταλλάγματα. Σύρθηκε και παρασύρθηκε ως αμνός επί σφαγήν υπέρ της αντιρωσικής υστερίας της Δύσης. Οι αρχές του δικαίου, ο σεβασμός των ανθρωπίνων δικαιωμάτων στην περίπτωση της Κύπρου διαγράφονταν κάτω από έναν ορυμαγδό αιτιάσεων και δικαιολογιών εξαιτίας των τεράστιων οικονομικών συμφερόντων χωρών όπως η Γερμανία, η Ισπανία, η Ολλανδία , η Γαλλία κ.ά. με την Τουρκία.

Έτσι η Κύπρος βρέθηκε στη συμπερίληψη των μη φιλικών προς τη Ρωσία χωρών λόγω της υποστήριξης των Δυτικών κυρώσεων και του αντιρωσικού ψηφίσματος που ενέκρινε η Κυπριακή Βουλή στις 24 Φεβρουαρίου.

Καταστροφικές αποφάσεις με τραγικές συνέπειες, που θα τις βρούμε σύντομα μπροστά μας.

Με αυτήν τη στάση της η Κύπρος αναγκάζει την Ρωσία να επιστρέψει τα πυρά και να λάβει αποφασιστικά βήματα. Ποια είναι αυτά; Δεν πρέπει να είσαι μάντης για να προβλέψεις τα κακά που έρχονται. Όπως η επανεξέταση της προσέγγισής της για την επίλυση του Κυπριακού και τις συνομιλίες με την ούτω καλούμενη «τδβκ». Ειδικότερα στο ζήτημα της χρήσης του παράνομου αεροδρομίου Ερτζιάν στην κατεχόμενη Τύμπου, με τον άμεσο κίνδυνο να «διχοτομηθεί» και ο εναέριος χώρος της Κυπριακής Δημοκρατίας.

Το επόμενο βήμα θα μπορούσε να είναι η αναγνώριση του ψευδοκράτους ως απάντηση σε μια πιθανή αναγνώριση από την Τουρκία του ρωσικού καθεστώτος της Κριμαίας. Μια τέτοια εξέλιξη θα «θάψει» τις προοπτικές επανένωσης του νησιού.

Η Άγκυρα θα γίνει ο κύριος ωφελούμενος από την πραγματική ρήξη της Μόσχας με τη Λευκωσία, η οποία θα μετατραπεί σε εναλλακτικό προμηθευτή αγροτικών προϊόντων για την Ευρώπη.

Η μεσολάβηση στις διαπραγματεύσεις Ρωσίας-Ουκρανίας θα είναι επίσης προς όφελος της τουρκικής ηγεσίας ενόψει των γενικών εκλογών του 2023.

Ξεμείναμε από συμμάχους

Όταν η Ε.Ε. και οι ΗΠΑ όχι μόνο δεν υποστηρίζουν την Κυπριακή Δημοκρατία έμπρακτα και ουσιαστικά στο Κυπριακό αλλά αντίθετα στρέφονται και πάλι προς τη ΝΑΤΟϊκή τους σύμμαχο Τουρκία επανακαθορίζοντας τα συμφέροντα τους, η Κύπρος χάνει ό,τι είχε κτίσει εδώ και δεκαετίες. Τη στήριξη παραδοσιακών συμμάχων όπως η Ρωσία. Η στάση της Υφυπουργού Εξωτερικών των ΗΠΑ Βικτώρια Νούλαντ είναι πέρα από ενδεικτική και αποκαλύπτει την έλλειψη πολιτικής διορατικότητας της Λευκωσίας. Τόσο σε επίπεδο Κυβέρνησης όσο και της Βουλής. Έτσι η Κύπρος ξεμένει από συμμάχους καθότι υπέκυψε στις πιέσεις της Δύσης και υπέταξε τα εθνικά της συμφέροντα στα συμφέροντα του ΝΑΤΟ και της Ε.Ε.

Δεν θα αργήσει η μέρα που θα διαπιστώσουμε πως θα βρίσκουμε πόρτες κλειστές. Και τότε οι στίχοι του εθνικού μας ποιητή Διονύσιου Σολωμού θα επαληθευτούν γι’ ακόμα μια φορά τραγικά και τελεσίδικα: «…Μοναχή τον δρόμο επήρες εξανάλθες μοναχή, δεν είναι εύκολες οι θύρες αν η χρεία τες κουρταλή…».

Με άλλα λόγια, οι πόρτες δεν θα ανοίγουν εύκολα, όταν θα τις κτυπάει η ανάγκη και η παράκληση για βοήθεια.

«Αν δεν είστε εδώ για εμάς, δεν θα είμαστε εκεί για εσάς»

Τι θα μπορούσε να κάνει η Λευκωσία ή τι μπορεί ακόμα να κάνει προτού είναι αργά όταν θα βάζουν οι λεγόμενοι σύμμαχοι την ταφόπετρα στο Κυπριακό;

Αρχικά (όπως έγραφα σε προηγούμενα άρθρα) δεν θα έπρεπε να ταυτιστεί υπέρ των κυρώσεων επισημαίνοντας την απραξία και υποκρισία της Ε.Ε. στην περίπτωση των κυρώσεων που ζητούσε για χρόνια αλλά δεν εφαρμόζονταν κατά της Τουρκίας.

Οι δηλώσεις του ΥΠΕΞ Ι. Κασουλίδη ότι δεν μπορούσαμε να κάνουμε διαφορετικά μαρτυρούν την πλήρη υποταγή μας στις οδηγίες της Ε.Ε., η οποία δεν έπραξε ως όφειλε να πράξει υπέρ της Κύπρου, μιας χώρας μέλους της.

Δεν είναι αργά ωστόσο για τη Λευκωσία να αναθεωρήσει τη στάση της και να επικαλεστεί τα εθνικά της συμφέροντα, τα οποία αφορούν την επιβίωση του κυπριακού κράτους.

Να προτάξει μιαν απάντηση που έδωσαν και άλλες χώρες προς τη Δύση: «Εάν δεν είστε εδώ για εμάς, δεν θα είμαστε εκεί για εσάς». Αντί να κλαψουρίζουμε και να κατηγορούμε την Τουρκία, ας συμπεριφερθούμε πατριωτικά θέτοντας υπεράνω όλων τα εθνικά μας συμφέροντα. Ιδιαίτερα τώρα εξαιτίας του μεγάλου «έρωτα» που αναπτύσσουν ΗΠΑ και Ε.Ε. με την Τουρκία, η οποία όχι μόνο δεν επέβαλε κυρώσεις κατά της Ρωσίας, αλλά άνοιξε τις πόρτες της σε ρωσικές επενδύσεις και όχι μόνο. Τα εκατομμύρια των Ρώσων τουριστών που θα έρχονταν σε Κύπρο και Ελλάδα θα εισρέουν τώρα στην Τουρκία, η οποία εκμεταλλεύεται κάθε κατάσταση και επιχειρεί να αναδειχθεί ως περιφερειακή δύναμη.

Δεν πέτυχε η απομόνωση της Ρωσίας

Όταν οι Δυτικοί λένε ότι η διεθνής κοινότητα καταδικάζει τη Ρωσία, γνωρίζουν πολύ καλά πως δεν συμβαίνει κάτι τέτοιο. Διεθνής κοινότητα δεν είναι οι χώρες της Ε.Ε., των ΗΠΑ, του Καναδά και της Αυστραλίας, αλλά η συντριπτική πλειοψηφία των χωρών ολόκληρου του πλανήτη.

Η Ινδία, η Κίνα, χώρες της Μέσης Ανατολής, η Αφρική και η Λατινική Αμερική, ακόμη και κράτη-σύμμαχοι – ή και πελάτες – των ΗΠΑ, αποφεύγουν να επιβάλουν κυρώσεις στη Ρωσία ή ακόμη και να την επικρίνουν. Η Σαουδική Αραβία και τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα, παρά τους χαλαρούς δεσμούς τους με τη Ρωσία, εκτίμησαν ότι το κόστος της σύμπλευσης με τη Δύση θα υπερέβαινε τα κέρδη. Στη Μέση Ανατολή, μόνο το Ισραήλ και η Λιβύη ψήφισαν υπέρ της αποπομπής της Ρωσίας από το Συμβούλιο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων. Η αποχή των χωρών του Κόλπου ήταν η μεγαλύτερη απογοήτευση για τους Δυτικούς.

«Δυτική υποκρισία»

Στις χώρες της Μέσης Ανατολής, η ανησυχία της Δύσης για την εθνική κυριαρχία της Ουκρανίας αντιμετωπίζεται ως υποκριτική, εξαιτίας της αμερικανικής εισβολής στο Ιράκ και των βομβαρδισμών της Λιβύης υπό την ηγεσία του ΝΑΤΟ το 2011, που κατέληξαν στην ανατροπή και τον φρικιαστικό θάνατο του ηγέτη της Μουαμάρ Καντάφι.

Στα τέλη Μαρτίου, ο Ρώσος ΥΠΕΞ, Σεργκέι Λαβρόφ, δήλωνε ότι συγκεκριμένες χώρες «δεν θα αποδεχτούν ποτέ ένα παγκόσμιο χωριό υπό τις διαταγές του Αμερικανού σερίφη». Παραπέμποντας στην Αργεντινή, τη Βραζιλία και το Μεξικό μεταξύ άλλων κρατών, πρόσθεσε: «Αυτά τα κράτη δεν θέλουν να βρεθούν σε μια θέση που ο θείος Σαμ θα τους λέει τι να κάνουν κι εκείνα θα απαντούν, μάλιστα κύριε». Στις 5 Απριλίου, η Ρωσία πρόσθεσε την Αργεντινή στη λίστα των 52 «φιλικών κρατών», με τις οποίες θα ξεκινήσουν εκ νέου απευθείας αεροπορικές συνδέσεις.

Σχεδόν οι μισές αφρικανικές χώρες – 25 εκ των 54 – επέλεξαν την αποχή ή την απουσία από την πρώτη ψηφοφορία του ΟΗΕ κατά της Ρωσίας. Η Νότια Αφρική, άλλη μια σημαντική δημοκρατία που αγνόησε τις εκκλήσεις της Δύσης για ενότητα, φέρεται επίσης να επιδιώκει σύναψη συμφωνίας για προμήθεια φυσικού αερίου από τη Gazprom, αξίας $2 δισ. σε ετήσια βάση.

Στις 11 Απριλίου, όταν ο Υπουργός Εξωτερικών της Ινδίας ερωτήθηκε γιατί η χώρα του δεν κινείται προς τη μείωση κάθε εξάρτησης από τη Ρωσία, ο Σουμπραχμανιάμ Τζαϊσανκάρ ευχαρίστησε σαρκαστικά τους δημοσιογράφους για «τις συμβουλές τους» και απάντησε: «Πιστέψτε με, έχω μιαν αξιοπρεπή εικόνα για το ποια είναι τα συμφέροντά μας και ξέρω πώς να τα προστατεύσω και να τα προάγω».

Δυστυχώς, η Κύπρος αδυνατεί να προστατεύσει τα συμφέροντά της και επιλέγει να υποταχθεί «στο παγκόσμιο χωριό υπό τις διαταγές του Αμερικανού σερίφη…», θυσιάζοντας τα εθνικά της συμφέροντα.

Σημερινή

Ο Σταύρος Καλεντερίδης, ξεκίνησε τις σπουδές του στην Αθήνα, σπουδάζοντας Πολιτική Επιστήμη στο Εθνικό Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών. Έπειτα από τέσσερα χρόνια συμμετοχής στα φοιτητικά όργανα συνδιοίκησης της σχολής του και σε διάφορες οργανώσεις νέων, αποφάσισε να συνεχίσει τις σπουδές του στο εξωτερικό. Στη Βοστόνη των Η.Π.Α. ολοκλήρωσε δύο μεταπτυχιακά προγράμματα, στις Διεθνείς Σχέσεις (Αμερικανική εξωτερική πολιτική) και στην Επικοινωνία (Πολιτική Επικοινωνία), ενώ παράλληλα εργάστηκε στο Ελληνικό Προξενείο της Βοστόνης, στη σχολή του ως βοηθός έρευνας και σε δύο πολιτικές καμπάνιες Αμερικανών πολιτικών (Δημοκρατικών – Ρεπουμπλικάνων). Μετά από τρία χρόνια στις Η.Π.Α., άκουσε το κάλεσμα της πατρίδας του και επέστρεψε πίσω με μεγάλο πόθο για προσφορά στην Ελλάδα. Υπήρξε ιδρυτικό μέλος δύο κοινωφελών οργανισμών, του δέλτα – πολιτική επανάσταση (πολιτικός οργανισμός) και της Λεοντίδας (ίδρυμα προώθησης θεμάτων ιστορίας, πολιτισμού και δημοκρατίας). Σήμερα ζει και εργάζεται στην Αθήνα, ασχολείται με διάφορα εγχειρήματα πολιτικής διπλωματίας και δημοκρατίας, γράφει πολιτικά άρθρα, σχολιάζει την επικαιρότητα και συνεχίζει την προσωπική του μελέτη στην ιστορία και την πολιτική φιλοσοφία.

Συνέχεια ανάγνωσης

Διεθνή

Προειδοποίηση της Ελβετίας: Το υψηλό ευρωπαϊκό χρέος θα μπορούσε να πυροδοτήσει μια κρίση του ευρώ

Τα αυξανόμενα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη και πέραν αυτής εγκυμονούν κινδύνους για την οικονομική σταθερότητα και θα μπορούσαν να πυροδοτήσουν μια κρίση του ευρώ, δήλωσε την Παρασκευή η Ελβετίδα υπουργός Οικονομικών, Κάριν Κέλερ-Σούτερ.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Τα αυξανόμενα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη και πέραν αυτής εγκυμονούν κινδύνους για την οικονομική σταθερότητα και θα μπορούσαν να πυροδοτήσουν μια κρίση του ευρώ, δήλωσε την Παρασκευή η Ελβετίδα υπουργός Οικονομικών, Κάριν Κέλερ-Σούτερ.

Μιλώντας στον ελβετικό δημόσιο ραδιοτηλεοπτικό φορέα SRF, στην Μπανγκόκ —στο περιθώριο των ετήσιων συναντήσεων του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου και της Παγκόσμιας Τράπεζας—, η Κέλερ-Σούτερ ανέφερε ότι και οι τιμές της ενέργειας εντείνουν τις ανησυχίες μεταξύ των υπευθύνων χάραξης πολιτικής.

Η Ελβετία διαθέτει ένα από τα χαμηλότερα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη, ωστόσο η Κέλερ-Σούτερ τόνισε ότι, στο τρέχον περιβάλλον, είναι σημαντικό να εξετάζεται η ευρύτερη εικόνα.

«Είμαστε τόσο στενά διασυνδεδεμένοι σε διεθνές επίπεδο, ώστε καθιστάμεθα επίσης ευάλωτοι, για παράδειγμα, στην περίπτωση που προκύψει κρίση χρέους εξαιτίας του δημόσιου χρέους μεγάλων χωρών. Σκέφτομαι συγκεκριμένα τις Ηνωμένες Πολιτείες, αλλά και την Ευρώπη. Υπάρχει η περίπτωση της Γαλλίας — κάτι που θα μπορούσε να οδηγήσει σε κρίση του ευρώ», δήλωσε η Κέλερ-Σούτερ στο δίκτυο SRF.

Το δημόσιο χρέος της Γαλλίας, τα δημοσιονομικά ελλείμματα και η υποτονική οικονομική ανάπτυξη έχουν εντείνει τις ανησυχίες για την κατάσταση των δημόσιων οικονομικών της, καθώς ο πολιτικός κατακερματισμός έχει καταστήσει πιο περίπλοκες τις προσπάθειες δημοσιονομικής εξυγίανσης.

 

Συνέχεια ανάγνωσης

Αναλύσεις

Η Κίνα βρίσκει δρόμο που παρακάμπτει το Πακιστάν – Ο διάδρομος Ουαχάν αλλάζει τις γεωπολιτικές ισορροπίες

Μία νέα οδική αρτηρία μήκους 121 χιλιομέτρων στο βορειοανατολικό Αφγανιστάν δημιουργεί τις προϋποθέσεις για απευθείας χερσαία σύνδεση με την Κίνα, χωρίς διέλευση από το Πακιστάν. Η ολοκλήρωση του δρόμου στον ιστορικό διάδρομο Ουαχάν αποκτά ιδιαίτερη γεωπολιτική σημασία, καθώς το Πεκίνο αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα ασφαλείας με τις επενδύσεις του στο Πακιστάν, ενώ η Καμπούλ επιδιώκει να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Μία σημαντική εξέλιξη στις χερσαίες μεταφορές και στις γεωπολιτικές ισορροπίες της Κεντρικής Ασίας καταγράφεται στο Αφγανιστάν, με την ολοκλήρωση νέου δρόμου στον στρατηγικής σημασίας διάδρομο Ουαχάν.

Σύμφωνα με ανάλυση του Imran Khurshid που δημοσιεύθηκε στις 9 Οκτωβρίου 2026 στο Asia Times, οι αφγανικές αρχές εγκαινίασαν οδική διαδρομή 121 χιλιομέτρων, η οποία εκτείνεται από την περιοχή Μπρογκίλ έως τα σύνορα με την Κίνα, στην επαρχία Μπανταχσάν.

Το έργο κόστισε περίπου 365 εκατομμύρια αφγάνι, ποσό που αντιστοιχεί σε περίπου 5,5 εκατομμύρια δολάρια.

Κατά τις αφγανικές ανακοινώσεις, κατασκευάστηκε από ντόπιους μηχανικούς και εργαζομένους, χωρίς τη συμμετοχή ξένων τεχνικών συμβούλων.

Η νέα διαδρομή φθάνει στα σινοαφγανικά σύνορα. Αυτό, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι λειτουργεί ήδη πλήρης διεθνής εμπορευματικός διάδρομος, καθώς εξακολουθούν να υπάρχουν σημαντικοί τεχνικοί και συνοριακοί περιορισμοί.

Γιατί ο διάδρομος Ουαχάν έχει στρατηγική σημασία

Ο διάδρομος Ουαχάν αποτελεί μια στενή λωρίδα αφγανικού εδάφους ανάμεσα στο Τατζικιστάν, το Πακιστάν και την Κίνα.

Η γεωγραφική του διαμόρφωση συνδέεται με τον ανταγωνισμό της Βρετανικής και της Ρωσικής Αυτοκρατορίας κατά τον 19ο αιώνα.

Η περιοχή διατηρήθηκε ως ζώνη διαχωρισμού των δύο αυτοκρατορικών σφαιρών επιρροής, αποτελώντας ένα από τα χαρακτηριστικότερα γεωγραφικά κατάλοιπα του λεγόμενου «Μεγάλου Παιχνιδιού».

Σήμερα, η ίδια περιοχή αποκτά νέα σημασία, αυτή τη φορά λόγω της προσπάθειας σύνδεσης της Κίνας με το Αφγανιστάν και ευρύτερα με την Κεντρική Ασία.

Ο δρόμος ανοίγει τη δυνατότητα δημιουργίας μιας εναλλακτικής οδού μεταφορών, περιορίζοντας δυνητικά την ανάγκη διέλευσης από το πακιστανικό έδαφος.

Το πρόβλημα της Κίνας με τον οικονομικό διάδρομο CPEC

Το ενδιαφέρον της εξέλιξης εντοπίζεται κυρίως στην προσπάθεια του Πεκίνου να περιορίσει την εξάρτησή του από ευάλωτες υποδομές.

Ο Οικονομικός Διάδρομος Κίνας–Πακιστάν, γνωστός ως CPEC, αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα προγράμματα της κινεζικής πρωτοβουλίας Belt and Road.

Μέσω του συγκεκριμένου σχεδίου, η Κίνα επιχειρεί να ενισχύσει τις εμπορικές και ενεργειακές συνδέσεις της με τη Νότια Ασία και την Αραβική Θάλασσα.

Ωστόσο, η υλοποίηση των έργων έχει αντιμετωπίσει σοβαρές δυσκολίες.

Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, οργανώσεις αυτονομιστών έχουν πραγματοποιήσει επανειλημμένες επιθέσεις εναντίον κινεζικών συμφερόντων, εγκαταστάσεων και εργαζομένων.

Οι επιθέσεις αυτές έχουν επιβαρύνει την ασφάλεια των υποδομών και έχουν αυξήσει το κόστος προστασίας των κινεζικών επενδύσεων.

Παράλληλα, έχουν διατυπωθεί καταγγελίες για καθυστερήσεις, κακοδιαχείριση και προβλήματα διαφάνειας σε επιμέρους προγράμματα του CPEC.

Η εδαφική διαμάχη με την Ινδία

Μια επιπλέον γεωπολιτική δυσκολία συνδέεται με τη διέλευση του CPEC από το Γκιλγκίτ–Μπαλτιστάν.

Η περιοχή διοικείται από το Πακιστάν, αλλά διεκδικείται από την Ινδία, στο πλαίσιο της ευρύτερης διαμάχης για το Κασμίρ.

Το Νέο Δελχί έχει αντιταχθεί επανειλημμένα σε έργα που διέρχονται από εδάφη τα οποία θεωρεί τμήμα της δικής του επικράτειας.

Αυτό σημαίνει ότι ο οικονομικός διάδρομος Κίνας–Πακιστάν δεν αποτελεί μόνο αναπτυξιακό πρόγραμμα, αλλά συνδέεται με μία από τις πιο ευαίσθητες εδαφικές αντιπαραθέσεις της Ασίας.

Η δημιουργία εναλλακτικών διαδρομών μέσω του Αφγανιστάν θα μπορούσε μακροπρόθεσμα να προσφέρει στο Πεκίνο μεγαλύτερη ευελιξία.

Δεν υπάρχει, πάντως, ένδειξη ότι ο δρόμος του Ουαχάν μπορεί σήμερα να αντικαταστήσει τις μεγάλες μεταφορικές υποδομές του CPEC.

Η Καμπούλ επιχειρεί να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ

Για την κυβέρνηση των Ταλιμπάν, το έργο έχει και μία σαφή πολιτική διάσταση.

Το Αφγανιστάν εξαρτάται σε σημαντικό βαθμό από συνοριακές διαβάσεις και μεταφορικούς άξονες που περνούν από το Πακιστάν.

Οι επανειλημμένες εντάσεις ανάμεσα στις δύο χώρες έχουν προκαλέσει κλείσιμο συνοριακών περασμάτων, διακοπές εμπορικών ροών και επιβάρυνση της αφγανικής οικονομίας.

Μια εναλλακτική χερσαία διέξοδος προς την Κίνα θα μπορούσε, εφόσον αναπτυχθεί και καταστεί λειτουργική, να μειώσει τη δυνατότητα του Πακιστάν να χρησιμοποιεί τη γεωγραφική του θέση ως μέσο πίεσης προς την Καμπούλ.

Η αφγανική πλευρά αντιμετωπίζει το έργο ως σημαντική υποδομή οικονομικής και στρατηγικής αυτονομίας.

Η στάση της Κίνας και της Ρωσίας

Παρά την προοπτική άμεσης σύνδεσης, το Πεκίνο δεν έχει εγκαταλείψει τον οικονομικό διάδρομο CPEC ούτε έχει ανακοινώσει ότι ο Ουαχάν θα τον αντικαταστήσει.

Η Κίνα εξακολουθεί να διατηρεί σημαντικά οικονομικά και στρατηγικά συμφέροντα στο Πακιστάν.

Αντίστοιχα, η Ρωσία ενδιαφέρεται για τη σταθερότητα του Αφγανιστάν και για την ανάπτυξη νέων δικτύων επικοινωνίας στην Κεντρική Ασία.

Η δημιουργία περισσότερων επιλογών διασύνδεσης ενδέχεται να περιορίσει την αποκλειστική σημασία ορισμένων παραδοσιακών μεταφορικών διαδρομών.

Η πραγματική αξία του Ουαχάν θα εξαρτηθεί από τη βελτίωση των οδικών υποδομών, τη λειτουργία συνοριακών και τελωνειακών εγκαταστάσεων, τις καιρικές συνθήκες και τις πολιτικές αποφάσεις της Κίνας.

Το μήνυμα προς το Πακιστάν

Η νέα διαδρομή αναδεικνύει μια σημαντική γεωπολιτική πραγματικότητα: η γεωγραφική θέση ενός κράτους προσφέρει στρατηγικά πλεονεκτήματα, αλλά η αξιοποίησή τους εξαρτάται από την ασφάλεια και την αξιοπιστία των μεταφορικών του δικτύων.

Το Πακιστάν εξακολουθεί να αποτελεί κρίσιμο εταίρο της Κίνας, ιδιαίτερα στο πλαίσιο του CPEC.

Ταυτόχρονα, όμως, η αστάθεια, οι επιθέσεις σε κινεζικά συμφέροντα και οι αντιπαραθέσεις με το Αφγανιστάν δημιουργούν κίνητρα αναζήτησης εναλλακτικών επιλογών.

Ο διάδρομος Ουαχάν δεν έχει ακόμη μετατραπεί σε μεγάλο εμπορικό πέρασμα. Η κατασκευή του δρόμου, ωστόσο, καταδεικνύει ότι το Αφγανιστάν επιχειρεί να αποκτήσει πρόσθετες διεθνείς συνδέσεις και ότι η αποκλειστική εξάρτηση από το Πακιστάν δεν αποτελεί πλέον τη μοναδική γεωγραφική επιλογή.

Για το Ισλαμαμπάντ, η εξέλιξη αποτελεί μια νέα στρατηγική παράμετρο που θα πρέπει να συνυπολογίσει στις σχέσεις του με το Πεκίνο και την Καμπούλ.

Συνέχεια ανάγνωσης

Διεθνή

Γερμανία: Το ρωσικό φυσικό αέριο επιστρέφει έμμεσα μέσω των λιπασμάτων, παρά τους ευρωπαϊκούς δασμούς

Δημοσιεύτηκε

στις

Οι εισαγωγές ρωσικών αζωτούχων λιπασμάτων μειώθηκαν κατά 66% το 2025-2026, αλλά παραμένουν 53% υψηλότερες από τα επίπεδα πριν από τον πόλεμο στην Ουκρανία.

Το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία διατηρεί ανταγωνιστικά τα ρωσικά προϊόντα, σύμφωνα με στοιχεία που δημοσίευσε η Berliner Zeitung. Η Γερμανία εξακολουθεί να συνδέεται εμπορικά με το ρωσικό φυσικό αέριο, παρά τις ευρωπαϊκές προσπάθειες περιορισμού της ενεργειακής εξάρτησης από τη Μόσχα.

Αυτή τη φορά, η σύνδεση δεν αφορά αποκλειστικά την άμεση προμήθεια φυσικού αερίου, αλλά τις εισαγωγές λιπασμάτων που παράγονται με τη χρήση ρωσικού αερίου ως πρώτης ύλης και πηγής ενέργειας. Σύμφωνα με δημοσίευμα της γερμανικής εφημερίδας, που βασίζεται σε στοιχεία του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου και του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι εισαγωγές αζώτου μέσω ρωσικών λιπασμάτων μειώθηκαν σημαντικά κατά το 2025-2026. Ωστόσο, εξακολουθούν να βρίσκονται πάνω από τα επίπεδα που καταγράφονταν πριν από τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία.

Τα στοιχεία των εισαγωγών και η σύγκριση με την προπολεμική περίοδο

Το 2025-2026, η Γερμανία εισήγαγε 48.800 τόνους αζώτου μέσω λιπασμάτων ρωσικής προέλευσης. Η ποσότητα αυτή είναι μειωμένη κατά περίπου 66% σε σύγκριση με το προηγούμενο έτος, αλλά παραμένει κατά 53% υψηλότερη από τους 31.800 τόνους που είχαν καταγραφεί το 2020-2021, πριν από τον πόλεμο.

Η εξέλιξη των εισαγωγών δείχνει πόσο έντονη ήταν η αύξηση μετά το 2022. Το 2021-2022 οι εισαγωγές έφτασαν τους 56.800 τόνους αζώτου, ενώ το 2022-2023 εκτοξεύθηκαν στους 185.100 τόνους. Στη συνέχεια καταγράφηκαν 140.200 τόνοι το 2023-2024 και 143.800 τόνοι το 2024-2025, προτού σημειωθεί η μεγάλη υποχώρηση της τελευταίας περιόδου. Τα στοιχεία αφορούν την ποσότητα του αζώτου που περιέχεται στα εισαγόμενα λιπάσματα και όχι το συνολικό βάρος των προϊόντων.

Τα λιπασματικά έτη υπολογίζονται από τον Ιούλιο έως τον Ιούνιο. Η ποσότητα αζώτου που εισήχθη στη Γερμανία μέσω ρωσικής ουρίας μειώθηκε από 71.600 τόνους σε 27.600 τόνους, καταγράφοντας πτώση άνω του 61%. Παρά τη μείωση, η ποσότητα εξακολουθεί να είναι σχεδόν τριπλάσια από τους 9.900 τόνους του 2020-2021. Η συγκεκριμένη εξέλιξη αναδεικνύει το βασικό πρόβλημα της ευρωπαϊκής πολιτικής περιορισμού των εμπορικών δεσμών με τη Ρωσία. Ακόμη και όταν περιορίζονται οι εισαγωγές συγκεκριμένων προϊόντων, οι οικονομικές σχέσεις μπορούν να διατηρούνται μέσω άλλων κατηγοριών αγαθών, ιδιαίτερα όταν αυτά έχουν χαμηλότερο κόστος παραγωγής.

Γιατί οι ρωσικές εισαγωγές παραμένουν ανταγωνιστικές

Καθοριστικός παράγοντας είναι το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία και στην υπόλοιπη Ευρώπη. Η παραγωγή αζωτούχων λιπασμάτων απαιτεί μεγάλες ποσότητες φυσικού αερίου, το οποίο χρησιμοποιείται τόσο ως πρώτη ύλη όσο και ως πηγή ενέργειας. Σύμφωνα με τον Σύνδεσμο Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι ευρωπαϊκοί δασμοί, που τέθηκαν σε ισχύ τον Ιούλιο του 2025, περιόρισαν σημαντικά τις εισαγωγές ρωσικών λιπασμάτων. Ωστόσο, δεν εξάλειψαν το ανταγωνιστικό πλεονέκτημα των ρωσικών προϊόντων. Ο σύνδεσμος επισημαίνει ότι οι υψηλές τιμές ενέργειας δυσκολεύουν τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις να αυξήσουν την εγχώρια παραγωγή και να καλύψουν μεγαλύτερο μέρος των αναγκών της αγοράς. Ως αποτέλεσμα, τα ρωσικά λιπάσματα εξακολουθούν να παραμένουν ελκυστικά, ακόμη και μετά την επιβολή πρόσθετων δασμών.

Παράλληλα, σύμφωνα με τον IVA, είναι πιθανό ορισμένες ποσότητες ρωσικών προϊόντων να φτάνουν στη γερμανική αγορά μέσω άλλων κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το μέγεθος αυτών των έμμεσων εισαγωγών, ωστόσο, δεν μπορεί να προσδιοριστεί με ακρίβεια από τα διαθέσιμα στοιχεία.

Δεν αποδίδονται οι αυξήσεις των τιμών αποκλειστικά στους δασμούς

Το ζήτημα έχει άμεση σημασία για τους Γερμανούς αγρότες, καθώς το κόστος των λιπασμάτων επηρεάζει την παραγωγή και, τελικά, την οικονομική βιωσιμότητα των καλλιεργειών. Ο IVA υποστηρίζει ότι η μείωση των ρωσικών εισαγωγών δεν έχει προκαλέσει μέχρι στιγμής σαφή αύξηση των τιμών εξαιτίας των δασμών. Σύμφωνα με τον σύνδεσμο, η εγχώρια παραγωγική δυναμικότητα και οι εισαγωγές από άλλες χώρες, μεταξύ των οποίων η Αίγυπτος, επαρκούν για την κάλυψη των αναγκών της αγοράς. Την ίδια στιγμή, ο σύνδεσμος αποδίδει τις υψηλές τιμές των λιπασμάτων το 2026 στις διεθνείς ενεργειακές αναταράξεις, στον πόλεμο με το Ιράν και στην κρίση γύρω από τα Στενά του Ορμούζ, παράγοντες που επηρεάζουν το κόστος μεταφοράς και τις παγκόσμιες τιμές ενέργειας και λιπασμάτων.

Οι εκτιμήσεις αυτές αποτελούν τις θέσεις του κλαδικού συνδέσμου και δεν συνιστούν από μόνες τους ανεξάρτητη αξιολόγηση όλων των παραγόντων που διαμορφώνουν τις τιμές.

Νέες πιέσεις για περιορισμό των ρωσικών εισαγωγών

Με αφορμή τα στοιχεία, ο IVA ζητά να εξεταστεί η επιβολή πρόσθετων δασμών στις εισαγωγές καλιούχων λιπασμάτων από τη Ρωσία και τη Λευκορωσία. Το κάλιο αποτελεί βασικό θρεπτικό στοιχείο για τις καλλιέργειες και αντιπροσωπεύει μια ακόμη κατηγορία προϊόντων στην οποία η ευρωπαϊκή αγορά διατηρεί εμπορικές σχέσεις με τις δύο χώρες.

Ο σύνδεσμος εκτιμά ότι η ευρωπαϊκή βιομηχανία μπορεί να καλύψει τις ανάγκες της γεωργίας χωρίς να εξαρτάται από τις συγκεκριμένες εισαγωγές και υποστηρίζει ότι πρόσθετοι δασμοί δεν θα πρέπει να οδηγήσουν αναγκαστικά σε αυξήσεις τιμών. Η συζήτηση, ωστόσο, αποτυπώνει το ευρύτερο δίλημμα της ευρωπαϊκής οικονομικής πολιτικής. Η μείωση της εξάρτησης από τη Ρωσία απαιτεί όχι μόνο εμπορικούς περιορισμούς, αλλά και ανταγωνιστική εγχώρια παραγωγή, προσιτό ενεργειακό κόστος και εναλλακτικές πηγές προμήθειας.

Τα δεδομένα της γερμανικής αγοράς δείχνουν ότι οι δασμοί μπορούν να περιορίσουν σημαντικά τις εισαγωγές, χωρίς όμως να εξαλείψουν αυτομάτως τις οικονομικές σχέσεις που στηρίζονται σε διαφορές κόστους παραγωγής. Για τη Γερμανία και την Ευρωπαϊκή Ένωση, η πρόκληση παραμένει η εξισορρόπηση τριών στόχων: της ενεργειακής και οικονομικής ασφάλειας, της στήριξης της εγχώριας βιομηχανίας και της διατήρησης προσιτού κόστους για τον αγροτικό τομέα.

Με πληροφορίες του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA) και του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου.

Συνέχεια ανάγνωσης

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ

Αναλύσεις2 λεπτά πριν

Η «σύγκρουση» στην κορυφή της ΕΕ και «Made in Europe» στην Τουρκία

Όταν όμως και σήμερα, πολιτειακοί αξιωματούχοι (Κυβέρνησης και Βουλής) σε Κύπρο κι Ελλάδα προωθούν την «θετική ατζέντα» προς την Τουρκία,...

Αναλύσεις32 λεπτά πριν

Ινδικά πολεμικά πλοία στην Κύπρο; Οι πληροφορίες και το νέο αμυντικό σκηνικό

Πληροφορίες για παρεμβάσεις Ισραήλ και Εμιράτων απέναντι στις πιέσεις της Άγκυρας παρουσίασε το «Direct News». Στο επίκεντρο οι συζητήσεις για...

Γενικά θέματα1 ώρα πριν

Θρίλερ στα βάθη της Τουρκίας με 58χρονο Έλληνα μοναχό από το Νέο Μυλότοπο Γιαννιτσών! Αγνοείται από τον Ιούλιο

Ο 58χρονος μοναχός έφυγε από το Νέο Μυλότοπο Γιαννιτσών, με προορισμό την Τουρκία, αποφασισμένος να φτάσει στον Πόντο και την...

Αναλύσεις2 ώρες πριν

Καλεντερίδης: Η Ουκρανία στο έλεος του «διακόπτη» – Το μάθημα για την ελληνική άμυνα

Οι περιορισμοί στις δορυφορικές υπηρεσίες, η πίεση του Τραμπ στον Ζελένσκι και η ανάγκη για εγχώρια αμυντική παραγωγή στο επίκεντρο...

Αναλύσεις2 ώρες πριν

Ποιος είναι σκληρότερος; Η Προεκλογική μάχη Νετανιάχου – Άιζενκοτ

Ο Γκάντι Άιζενκοτ, κορυφαίος Ισραηλινός πολιτικός που ελπίζει να ανατρέψει τον Πρωθυπουργό Μπενιαμίν Νετανιάχου στις εκλογές στα τέλη αυτού του...

Δημοφιλή