Ακολουθήστε μας

Διεθνή

Μέχρι πότε η Τουρκία θα μπορεί να πατά σε δύο «βάρκες»;

Δημοσιεύτηκε στις

Πού θα οδηγήσει η απόπειρα της Άγκυρας για γεωπολιτική εξισορρόπηση μεταξύ Δύσης και Ρωσίας;

 Νικολέττα Κουρούσιη   

Ο πόλεμος, που μαίνεται από τα τέλη Φεβρουαρίου στην Oυκρανία, έχει επηρεάσει μέσα σε σύντομο χρονικό διάστημα τα γεωπολιτικά και οικονομικά δεδομένα στην Ευρώπη και τον κόσμο. Στο νέο διεθνές περιβάλλον, ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η στάση της τουρκικής διπλωματίας και οι προκλήσεις που αναδύονται για την χώρα.  

Η απόπειρα της Άγκυρας για γεωπολιτική εξισορρόπηση μεταξύ Δύσης και Ρωσίας, μέσω της προσπάθειας να ταχθεί υπέρ του Κιέβου, χωρίς να τάσσεται απροκάλυπτα κατά της Μόσχας, μέχρι στιγμής λειτουργεί υπέρ της.  Εντούτοις, η επιδίωξη του Τούρκου Πρόεδρου για μια πιο «ανεξάρτητη» Τουρκία στη διεθνή σκακιέρα,  φαντάζει δύσκολα υλοποιήσιμη μέσα σε ένα διεθνές περιβάλλον, το οποίο γίνεται ολοένα και πιο ασταθές.

Τα τελευταία χρόνια, η Τουρκία διεκδικεί την πρωτοκαθεδρία ως περιφερειακή δύναμη στην Ανατολική Μεσόγειο και την ευρύτερη Μέση Ανατολή, μέσω επιλογών, οι οποίες υπογραμμίζουν τον ρόλο της ως μια αναθεωρητική δύναμη, που ενεργεί με γνώμονα το κρατικό συμφέρον της.  Στην παρούσα συγκυρία, η γεωστρατηγική θέση της χώρας, με τον έλεγχο στα Στενά του Βοσπόρου και των Δαρδανελίων, την καθιστά αναμφίβολα στρατηγικό παίκτη στη Μαύρη Θάλασσα και επομένως και στην εισβολή, ενώ οι στενές επαφές της τόσο με τη Ρωσία όσο και με την Ουκρανία υπογραμμίζουν τη σημασία της για την ασφάλεια στην ευρύτερη περιοχή, συγκροτώντας ένα σύνολο παραγόντων, που αναβαθμίζουν τον ρόλο της εντός της Βορειοατλαντικής Συμμαχίας.

Μέσα στο παρόν σκηνικό, η Άγκυρα επέλεξε να πορευτεί ως «επιτήδειος ουδέτερος» των διεθνών σχέσεων και μάλιστα χωρίς επιπτώσεις μέχρι στιγμής, αφού από τη μια προμηθεύει με μη επανδρωμένα αεροσκάφη (drones) το Κίεβο και παρά το γεγονός ότι είναι μέλος του ΝΑΤΟ και υποψήφια προς ένταξη στην Ευρωπαϊκή Ενωση, δεν υιοθετεί τις κυρώσεις των ευρωατλαντικών θεσμών εναντίον της Μόσχας, ενώ δεν διστάζει να προσκαλεί Ρώσους ολιγάρχες στην Τουρκία για επενδύσεις και για τουρισμό.

Χαρακτηριστικές ήταν οι δηλώσεις του Ταγίπ Ερντογάν, ο οποίος δικαιολόγησε την απόφασή για μη επιβολή κυρώσεων, αναφέροντας ότι «δεν μπορούμε να αφήσουμε τους πολίτες μας να παγώσουν» και ότι η χώρα του χρειάζεται το ρωσικό φυσικό αέριο, ενώ την ίδια ώρα φρόντισε να τονίσει ότι θα μιλήσει με τους προέδρους της Ουκρανίας και της Ρωσίας, υπογραμμίζοντας τον  ρόλο -«κλειδί», που θέλει να διαδραματίσει η χώρα στη διένεξη.

«Πιστεύω ότι η Άγκυρα επιθυμεί να εμφανιστεί πιο μετριοπαθής σε σχέση με την διεκδικητική στάση της τα προηγούμενα χρόνια. Εκτιμώ ότι ο πόλεμος στην Ουκρανία είναι αυτός που έχει φέρει την Τουρκία σε μια πιο δύσκολη θέση, ούτως ώστε να μην είναι πια βιώσιμη μια στάση, η οποία προκαλεί άγχος στους νατοϊκούς της εταίρους, συμπεριλαμβανομένης της Ελλάδας και των ΗΠΑ», σχολίασε στην DW για τη στάση της Τουρκίας, ο Ίαν Λέσερ, Αντιπρόεδρος και Εκτελεστικός Διευθυντής του Ιδρύματος German Marshall Fund of The United States.

Η κρίση ως… ευκαιρία

Πριν από τη ρωσική εισβολή, η Άγκυρα προέτασσε τον διάλογο ως μέσο επίλυσης στην ρωσοουκρανική διένεξη. Ως μέλος του ΝΑΤΟ εξόπλιζε το Κίεβο με οπλισμένα drones, για να ενισχύσει την ασφάλειά του, ενώ την ίδια ώρα επιδείκνυε την προτίμηση της στη διπλωματία έναντι της στρατιωτικής κλιμάκωσης ως διέξοδο από την κρίση. Εφόσον η στρατιωτική κλιμάκωση δεν έγινε κατορθωτό να αποφευχθεί, η Άγκυρα εξακολούθησε να επιδιώκει την πτυχή του διαλόγου, προσπαθώντας να μεσολαβήσει μεταξύ των δύο πλευρών για επίλυση της διένεξης.

Μετά από μια ταραχώδη περίοδο στην περιοχή της Ανατολικής Μεσογείου και εν μέσω μιας βαθιάς οικονομικής κρίσης, η Άγκυρα επιχειρεί να παρουσιάσει την εικόνα μιας χώρας, η οποία δίνει προτεραιότητα στον διάλογο. Εμφανίζεται  ως «μεσολαβήτρια» στην κρίση, που έχει ξεσπάσει και ως μια αναγκαία νατοϊκή σύμμαχος, η οποία μπορεί να φέρει τις δύο αντιμαχόμενες πλευρές στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων, ενώ, μέσω της πραγματοποίησης των συνομιλιών στο τουρκικό έδαφος, επιχειρεί να καταδείξει ότι αποτελεί μέρος της λύσης και όχι του προβλήματος.

Φαίνεται, λοιπόν, ότι ο Τούρκος Πρόεδρος αντιμετωπίζει την κρίση ως ευκαιρία, προκειμένου να καταδείξει ότι η χώρα του διαθέτει τη στρατηγική αξία, που ο ίδιος έχει πολλάκις υποστηρίξει.  Άλλωστε, μπορεί η τελευταία συνάντηση των υπουργών Εξωτερικών της Ρωσίας και της Ουκρανίας στην Κωνσταντινούπολη να μην είχε το επιθυμητό αποτέλεσμα, εντούτοις έδωσε ώθηση στο διεθνές κύρος της χώρας. Και στο πλαίσιο αυτό, δεν πέρασαν απαρατήρητες κάποιες ενέργειες του Τούρκου Προέδρου, οι οποίες έχουν σημασία στο πεδίο της ήπιας ισχύος, όπως η αποστολή κυβερνητικού αεροσκάφους για μεταφορά της ουκρανικής αντιπροσωπείας στην Ουκρανία.

Στο σημείο αυτό, αξίζει να σημειωθεί ότι ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν αναφορές των διεθνών μέσων ενημέρωσης για τη στάση της Τουρκίας. «Για το δυτικό στρατόπεδο, ο ρόλος που θα διαδραματίσει η Τουρκία στην επίλυση της ουκρανικής κρίσης είναι κρίσιμος», αναφέρει η γαλλικη «Le Monde». «Η Τουρκία έχει επενδύσει πολλά στην ικανότητά της να διαμεσολαβήσει για την ειρήνη, διότι θα είναι μία από τους μεγάλους νικητές, εάν καταστεί εφικτό να επιτευχθεί η ειρήνη μεταξύ των δύο παικτών» σχολίασε στο «Al Jazeera» ο Paul Benjamin Osterlund.

Από την άλλη, πιο δηκτικός απέναντι στην Άγκυρα παρουσιάστηκε ο Βρετανικός Economist, ο οποίος σε άρθρο του υπενθύμισε ότι βδομάδες μετά την εισβολή της Ρωσίας στην Ουκρανία, δυο σούπερ γιοτ, που άνηκαν στον Roman Abramovich, τον Ρώσο ολιγάρχη, στον οποίο επέβαλε κυρώσεις η Βρετανία, ελλιμενίστηκαν στα τουρκικά λιμάνια, ενώ έχουν εμφανιστεί επίσης σκάφη, που συνδέονται με άλλους δύο ολιγάρχες, τον Andrey Molchanov και τον Maxim Shubarev, καθώς και τον πρώην πρόεδρο της Ρωσίας, Dmitry Medvedev.  

Σχολιάζοντας τη στάση της Τουρκίας, θίγει ιδιαίτερα  το γεγονός ότι «η κριτική του Προέδρου Eρντογάν για τις ρωσικές φρικαλεότητες ήταν ήπια». «Tο πιο ανησυχητικό», σημειώνει, «υπάρχουν ενδείξεις ότι η Τουρκία μπορεί να παρακάμπτει τις κυρώσεις κατά της Ρωσίας», σχολιάζει και υπογραμμίζει ότι «ο κ. Ερντογάν φαίνεται αποφασισμένος να μην επιτρέψει σε τίποτα, συμπεριλαμβανομένων των εγκλημάτων πολέμου, να διαταράξει τη σχέση του με τον κ. Πούτιν». Υποστηρίζει ακόμη ότι «η απογοήτευση με τον οπορτουνισμό του κ. Eρντογάν αυξάνεται στις δυτικές πρωτεύουσες, αφού πολλοί πιστεύουν ότι η Τουρκία χρησιμοποιεί τις άκαρπες ειρηνευτικές συνομιλίες ως δικαιολογία».

«Επιδιώκει την ανάδυσή της ως αυτόνομης δύναμης»

Μια ενδιαφέρουσα προσέγγιση για τις τουρκικές επιδιώξεις από τη διαμεσολάβηση στον ρωσοουκρανικό πόλεμο δημοσιεύθηκε στο «Foreign Policy». Σε άρθρο με τίτλο «Ο ουκρανικός πόλεμος είναι η ευκαιρία του Ερντογάν», ο αναλυτής του Council οn Foreign Relations, Steven Cook, υποστηρίζει ότι η Αγκυρα «δεν θέλει να της ανατεθεί, για άλλη μια φορά, ο ρόλος του φρουρού στη νοτιοανατολική πλευρά του ΝΑΤΟ, αλλά επιθυμεί να αναδυθεί ως αυτόνομη δύναμη».

«Η ευκαιρία για την Τουρκία στην παρούσα κρίση είναι προϊόν μιας πιο «ακατάστατης» πραγματικότητας, που συνδέεται με μια σειρά παραγόντων, όπως η αντίληψη του προέδρου Ερντογάν και του κυβερνώντος κόμματός του για την Τουρκία ως αυτόνομη δύναμη, η απειλή της κουρδικής αυτονομιστικής στάσης στο εσωτερικό της Τουρκίας και της Συρίας, αλλά και οι απογοητεύσεις, που έχουν μετατραπεί σε μνησικακία κατά εκείνων που υποτίθεται ότι είναι οι σημαντικότεροι σύμμαχοι της Τουρκίας, οι ΗΠΑ και η Ευρώπη», γράφει χαρακτηριστικά. 

Ο Cook υποστηρίζει ότι η Τουρκία επιδιώκει να παίξει ρόλο ανάλογο με αυτόν που διαδραμάτισε στη Μέση Ανατολή την περίοδο 2005-2011, όταν «εμφανίστηκε ως εποικοδομητικός μεσάζων αναφορικά με την αντιμετώπιση διαφόρων θεμάτων, που υπήρχαν στην περιοχή». Υπογραμμίζει ακόμη ότι τόσο λόγω της σχέσης μεταξύ του Τούρκου και του Ρώσου Προέδρου, αλλά και της συμμετοχής της Τουρκίας στο ΝΑΤΟ, η δεύτερη μπορεί να αποτελέσει κανάλι επικοινωνίας της Ουάσιγκτον και των Βρυξελλών με τη Mόσχα.

H Άγκυρα μπορεί σύντομα να βρεθεί αντιμέτωπη με ένα…«reality check»

Την ίδια ώρα, ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η πτυχή των  προκλήσεων, που αναφύονται για την Άγκυρα, όπως αναλύονται από τον Galip Dalay στο think tank Chatham House, o οποίος, σχολιάζοντας την επίδραση του Ουκρανικού ζητήματος στο διεθνές μέλλον της Τουρκίας, υποστηρίζει ότι η Άγκυρα μπορεί σύντομα να βρεθεί αντιμέτωπη με ένα…«reality check». 

Καταρχάς, σημειώνεται ότι η παρούσα σύγκρουση έρχεται κατά τη διάρκεια μιας βαθύτερης οικονομικής ύφεσης στην Τουρκία και δεδομένου ότι η χώρα είναι ήδη υπερβολικά εκτεθειμένη οικονομικά στη Ρωσία, είναι απίθανο να ενταχθεί ενεργά στις διεθνείς οικονομικές κυρώσεις.

Σύμφωνα με το πρακτορείο Reuters, οι Ρώσοι αντιπροσώπευαν το 19% των ξένων επισκεπτών στην Τουρκία το 2021, με 4,7 εκατομμύρια άτομα, ενώ η Ουκρανία ήταν η τρίτη μεγαλύτερη πηγή τουριστών με 8,3% με 2 εκατομμύρια άτομα. Η Ρωσία αποτελεί τον δεύτερο μεγαλύτερο  προμηθευτή ενέργειας για την Τουρκία μετά το Αζερμπαϊτζάν, ενώ Ρωσία και η Ουκρανία αντιπροσωπεύουν σχεδόν το 80% των εισαγωγών σιτηρών της Τουρκίας.

Ωστόσο, όπως υποστηρίζει ο Dalay, δεδομένης της συστημικής φύσης των κυρώσεων, η Άγκυρα ενδέχεται να αναγκαστεί να συμμορφωθεί και να εφαρμόσει παθητικά ορισμένες από αυτές – ειδικά αυτές που σχετίζονται με το τραπεζικό σύστημα.  

Παράλληλα, σημειώνει ότι αν η εισβολή μετατραπεί σε ένα παρατεταμένο πόλεμο φθοράς για τη Ρωσία και η παρούσα διεθνής αποφασιστικότητα στην αντιμετώπιση της Ρωσίας συνεχιστεί, τότε η Άγκυρα είναι πιθανό να ενισχύσει την αντιρωσική ρητορική της κατά της εισβολής και να συνεχίσει την παροχή στρατιωτικού εξοπλισμού στο Κίεβο. 

Eπισημαίνει ακόμη ότι η πλήρης κυριαρχία της Μόσχας στη Μαύρη Θάλασσα είναι δυσοίωνη για την Τουρκία, που αποτελεί επίσης μια δύναμη στη Μαύρη Θάλασσα, αφού η εμπλοκή της Ρωσίας στην Ουκρανία θα περιόριζε τη δύναμή της σε ζώνες συγκρούσεων, όπου συμμετέχουν και οι δύο χώρες, ιδίως στη Μέση Ανατολή, εξηγώντας ότι η Τουρκία είναι γεωπολιτικά υπερεκτεθειμένη στη Ρωσία.

Tονίζει ακόμη ότι μπορεί Άγκυρα και Μόσχα να εμπλέκονται και να ανταγωνίζονται και εδώ και καιρό σε διαφορετικές περιοχές σύγκρουσης, όπως η Συρία, η Λιβύη και το Ναγκόρνο-Καραμπάχ, υπάρχει όμως διαφορά μεταξύ της Μέσης Ανατολής, της Βόρειας Αφρικής και του μετασοβιετικού χώρου.  Και αυτό, εφόσον η ρητορική του Βλαντιμίρ Πούτιν, ο οποίος αμφισβητεί την ουκρανική ανεξαρτησία, καθιστά σαφές ότι θεωρεί τον μετασοβιετικό χώρο ως ζώνη κυριαρχίας της Ρωσίας και ως εκ τούτου είναι πιθανό να είναι πιο ευαίσθητος και λιγότερο ανεκτικός απέναντι στην πολιτική της Τουρκίας για την Ουκρανία, εάν αυτή θεωρηθεί απροκάλυπτα εχθρική. Ενώ, λοιπόν, η τουρκική και ρωσική εμπλοκή στη Μέση Ανατολή έχει μειώσει σχετικά τη δυτική επιρροή στην περιοχή, εντούτοις στον μετασοβιετικό χώρο η Μόσχα βλέπει την Άγκυρα να καταπατά τη δική της επιρροή. 

Ο Dalay υποστηρίζει ότι, καθώς και οι δύο δυνάμεις είναι πιθανό να αυξήσουν την αλληλεπίδρασή τους στον μετασοβιετικό χώρο, η ανταγωνιστική –ενδεχομένως εχθρική– φύση των σχέσεων Άγκυρας-Μόσχας θα γίνει πιο έντονη. 

«Οι γκρίζες ζώνες έχουν φτάσει στο τέλος τους»

Σχολιάζοντας ότι η στάση της Τουρκία έχει αγγίξει σε μεγάλο βαθμό τα όρια της παλαιάς πολιτικής γεωπολιτικής εξισορρόπησης μεταξύ Ρωσίας και Δύσης, τονίζει ότι η Άγκυρα ακολουθεί μια στρατηγική, η οποία άνηκε σε μια εποχή, όπου οι σχέσεις Ρωσίας-Δύσης συζητούνταν στο πλαίσιο του ανταγωνισμού και όχι της σύγκρουσης.

«Η εισβολή στην Ουκρανία, ιδιαίτερα εάν είναι παρατεταμένη, απαιτεί επιλογές, ειδικά καθώς η Τουρκία είναι μέλος του ΝΑΤΟ» υπογραμμίζει ο Dalay, προσθέτοντας ότι οι γκρίζες ζώνες έχουν φτάσει στο τέλος τους και φέροντας ως ένα τέλειο παράδειγμα της νέας εποχής την ακύρωση του Nordstream II από τη Γερμανία.  

Τονίζει ότι oı προσπάθειες για στρατηγική εξισορρόπηση θα ήταν πλέον δυνητικά πολύ δαπανηρές για την Άγκυρα και ότι η εισβολή καταδεικνύει την ανάγκη μεγαλύτερης σαφήνειας σχετικά με τη θέση της Τουρκίας σε οποιαδήποτε νέα ευρωπαϊκή αρχιτεκτονική ασφάλειας.

Η εισβολή του Πούτιν έχει «σκοτώσει» κάθε προοπτική στο ορατό μέλλον, ώστε η Ρωσία να είναι περισσότερο εταίρος παρά εχθρός στην ευρωπαϊκή τάξη ασφαλείας. «Αυτό», επομένως, όπως υποστηρίζει ο Dalay, «καθιστά ακόμη πιο πιεστικό τον καθορισμό του ρόλου της Τουρκίας ως μέλος του ΝΑΤΟ στη νέα αρχιτεκτονική, γιατί δεν αφορά μόνο τη θέση της Τουρκίας στην ευρωπαϊκή τάξη ασφαλείας, αλλά και το μέλλον της στις διεθνείς σχέσεις».

Καταληκτικά, σημειώνεται ότι από την Εποχή των Αυτοκρατόρων μέχρι σήμερα οι σχέσεις Τουρκίας-Δύσης διαμορφώθηκαν σε μεγάλο βαθμό από τις συστημικές εξελίξεις και τους γεωπολιτικούς συσχετισμούς, με την τρέχουσα κρίση να αποτελεί μια άλλη στιγμή καμπής, η οποία φαίνεται ότι θα αναδιαμορφώσει βαθιά το μέλλον της θέσης της Τουρκίας στον κόσμο.

Φιλελεύθερος

Ο Σταύρος Καλεντερίδης, ξεκίνησε τις σπουδές του στην Αθήνα, σπουδάζοντας Πολιτική Επιστήμη στο Εθνικό Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών. Έπειτα από τέσσερα χρόνια συμμετοχής στα φοιτητικά όργανα συνδιοίκησης της σχολής του και σε διάφορες οργανώσεις νέων, αποφάσισε να συνεχίσει τις σπουδές του στο εξωτερικό. Στη Βοστόνη των Η.Π.Α. ολοκλήρωσε δύο μεταπτυχιακά προγράμματα, στις Διεθνείς Σχέσεις (Αμερικανική εξωτερική πολιτική) και στην Επικοινωνία (Πολιτική Επικοινωνία), ενώ παράλληλα εργάστηκε στο Ελληνικό Προξενείο της Βοστόνης, στη σχολή του ως βοηθός έρευνας και σε δύο πολιτικές καμπάνιες Αμερικανών πολιτικών (Δημοκρατικών – Ρεπουμπλικάνων). Μετά από τρία χρόνια στις Η.Π.Α., άκουσε το κάλεσμα της πατρίδας του και επέστρεψε πίσω με μεγάλο πόθο για προσφορά στην Ελλάδα. Υπήρξε ιδρυτικό μέλος δύο κοινωφελών οργανισμών, του δέλτα – πολιτική επανάσταση (πολιτικός οργανισμός) και της Λεοντίδας (ίδρυμα προώθησης θεμάτων ιστορίας, πολιτισμού και δημοκρατίας). Σήμερα ζει και εργάζεται στην Αθήνα, ασχολείται με διάφορα εγχειρήματα πολιτικής διπλωματίας και δημοκρατίας, γράφει πολιτικά άρθρα, σχολιάζει την επικαιρότητα και συνεχίζει την προσωπική του μελέτη στην ιστορία και την πολιτική φιλοσοφία.

Συνέχεια ανάγνωσης

Διεθνή

Προειδοποίηση της Ελβετίας: Το υψηλό ευρωπαϊκό χρέος θα μπορούσε να πυροδοτήσει μια κρίση του ευρώ

Τα αυξανόμενα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη και πέραν αυτής εγκυμονούν κινδύνους για την οικονομική σταθερότητα και θα μπορούσαν να πυροδοτήσουν μια κρίση του ευρώ, δήλωσε την Παρασκευή η Ελβετίδα υπουργός Οικονομικών, Κάριν Κέλερ-Σούτερ.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Τα αυξανόμενα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη και πέραν αυτής εγκυμονούν κινδύνους για την οικονομική σταθερότητα και θα μπορούσαν να πυροδοτήσουν μια κρίση του ευρώ, δήλωσε την Παρασκευή η Ελβετίδα υπουργός Οικονομικών, Κάριν Κέλερ-Σούτερ.

Μιλώντας στον ελβετικό δημόσιο ραδιοτηλεοπτικό φορέα SRF, στην Μπανγκόκ —στο περιθώριο των ετήσιων συναντήσεων του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου και της Παγκόσμιας Τράπεζας—, η Κέλερ-Σούτερ ανέφερε ότι και οι τιμές της ενέργειας εντείνουν τις ανησυχίες μεταξύ των υπευθύνων χάραξης πολιτικής.

Η Ελβετία διαθέτει ένα από τα χαμηλότερα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη, ωστόσο η Κέλερ-Σούτερ τόνισε ότι, στο τρέχον περιβάλλον, είναι σημαντικό να εξετάζεται η ευρύτερη εικόνα.

«Είμαστε τόσο στενά διασυνδεδεμένοι σε διεθνές επίπεδο, ώστε καθιστάμεθα επίσης ευάλωτοι, για παράδειγμα, στην περίπτωση που προκύψει κρίση χρέους εξαιτίας του δημόσιου χρέους μεγάλων χωρών. Σκέφτομαι συγκεκριμένα τις Ηνωμένες Πολιτείες, αλλά και την Ευρώπη. Υπάρχει η περίπτωση της Γαλλίας — κάτι που θα μπορούσε να οδηγήσει σε κρίση του ευρώ», δήλωσε η Κέλερ-Σούτερ στο δίκτυο SRF.

Το δημόσιο χρέος της Γαλλίας, τα δημοσιονομικά ελλείμματα και η υποτονική οικονομική ανάπτυξη έχουν εντείνει τις ανησυχίες για την κατάσταση των δημόσιων οικονομικών της, καθώς ο πολιτικός κατακερματισμός έχει καταστήσει πιο περίπλοκες τις προσπάθειες δημοσιονομικής εξυγίανσης.

 

Συνέχεια ανάγνωσης

Αναλύσεις

Η Κίνα βρίσκει δρόμο που παρακάμπτει το Πακιστάν – Ο διάδρομος Ουαχάν αλλάζει τις γεωπολιτικές ισορροπίες

Μία νέα οδική αρτηρία μήκους 121 χιλιομέτρων στο βορειοανατολικό Αφγανιστάν δημιουργεί τις προϋποθέσεις για απευθείας χερσαία σύνδεση με την Κίνα, χωρίς διέλευση από το Πακιστάν. Η ολοκλήρωση του δρόμου στον ιστορικό διάδρομο Ουαχάν αποκτά ιδιαίτερη γεωπολιτική σημασία, καθώς το Πεκίνο αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα ασφαλείας με τις επενδύσεις του στο Πακιστάν, ενώ η Καμπούλ επιδιώκει να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Μία σημαντική εξέλιξη στις χερσαίες μεταφορές και στις γεωπολιτικές ισορροπίες της Κεντρικής Ασίας καταγράφεται στο Αφγανιστάν, με την ολοκλήρωση νέου δρόμου στον στρατηγικής σημασίας διάδρομο Ουαχάν.

Σύμφωνα με ανάλυση του Imran Khurshid που δημοσιεύθηκε στις 9 Οκτωβρίου 2026 στο Asia Times, οι αφγανικές αρχές εγκαινίασαν οδική διαδρομή 121 χιλιομέτρων, η οποία εκτείνεται από την περιοχή Μπρογκίλ έως τα σύνορα με την Κίνα, στην επαρχία Μπανταχσάν.

Το έργο κόστισε περίπου 365 εκατομμύρια αφγάνι, ποσό που αντιστοιχεί σε περίπου 5,5 εκατομμύρια δολάρια.

Κατά τις αφγανικές ανακοινώσεις, κατασκευάστηκε από ντόπιους μηχανικούς και εργαζομένους, χωρίς τη συμμετοχή ξένων τεχνικών συμβούλων.

Η νέα διαδρομή φθάνει στα σινοαφγανικά σύνορα. Αυτό, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι λειτουργεί ήδη πλήρης διεθνής εμπορευματικός διάδρομος, καθώς εξακολουθούν να υπάρχουν σημαντικοί τεχνικοί και συνοριακοί περιορισμοί.

Γιατί ο διάδρομος Ουαχάν έχει στρατηγική σημασία

Ο διάδρομος Ουαχάν αποτελεί μια στενή λωρίδα αφγανικού εδάφους ανάμεσα στο Τατζικιστάν, το Πακιστάν και την Κίνα.

Η γεωγραφική του διαμόρφωση συνδέεται με τον ανταγωνισμό της Βρετανικής και της Ρωσικής Αυτοκρατορίας κατά τον 19ο αιώνα.

Η περιοχή διατηρήθηκε ως ζώνη διαχωρισμού των δύο αυτοκρατορικών σφαιρών επιρροής, αποτελώντας ένα από τα χαρακτηριστικότερα γεωγραφικά κατάλοιπα του λεγόμενου «Μεγάλου Παιχνιδιού».

Σήμερα, η ίδια περιοχή αποκτά νέα σημασία, αυτή τη φορά λόγω της προσπάθειας σύνδεσης της Κίνας με το Αφγανιστάν και ευρύτερα με την Κεντρική Ασία.

Ο δρόμος ανοίγει τη δυνατότητα δημιουργίας μιας εναλλακτικής οδού μεταφορών, περιορίζοντας δυνητικά την ανάγκη διέλευσης από το πακιστανικό έδαφος.

Το πρόβλημα της Κίνας με τον οικονομικό διάδρομο CPEC

Το ενδιαφέρον της εξέλιξης εντοπίζεται κυρίως στην προσπάθεια του Πεκίνου να περιορίσει την εξάρτησή του από ευάλωτες υποδομές.

Ο Οικονομικός Διάδρομος Κίνας–Πακιστάν, γνωστός ως CPEC, αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα προγράμματα της κινεζικής πρωτοβουλίας Belt and Road.

Μέσω του συγκεκριμένου σχεδίου, η Κίνα επιχειρεί να ενισχύσει τις εμπορικές και ενεργειακές συνδέσεις της με τη Νότια Ασία και την Αραβική Θάλασσα.

Ωστόσο, η υλοποίηση των έργων έχει αντιμετωπίσει σοβαρές δυσκολίες.

Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, οργανώσεις αυτονομιστών έχουν πραγματοποιήσει επανειλημμένες επιθέσεις εναντίον κινεζικών συμφερόντων, εγκαταστάσεων και εργαζομένων.

Οι επιθέσεις αυτές έχουν επιβαρύνει την ασφάλεια των υποδομών και έχουν αυξήσει το κόστος προστασίας των κινεζικών επενδύσεων.

Παράλληλα, έχουν διατυπωθεί καταγγελίες για καθυστερήσεις, κακοδιαχείριση και προβλήματα διαφάνειας σε επιμέρους προγράμματα του CPEC.

Η εδαφική διαμάχη με την Ινδία

Μια επιπλέον γεωπολιτική δυσκολία συνδέεται με τη διέλευση του CPEC από το Γκιλγκίτ–Μπαλτιστάν.

Η περιοχή διοικείται από το Πακιστάν, αλλά διεκδικείται από την Ινδία, στο πλαίσιο της ευρύτερης διαμάχης για το Κασμίρ.

Το Νέο Δελχί έχει αντιταχθεί επανειλημμένα σε έργα που διέρχονται από εδάφη τα οποία θεωρεί τμήμα της δικής του επικράτειας.

Αυτό σημαίνει ότι ο οικονομικός διάδρομος Κίνας–Πακιστάν δεν αποτελεί μόνο αναπτυξιακό πρόγραμμα, αλλά συνδέεται με μία από τις πιο ευαίσθητες εδαφικές αντιπαραθέσεις της Ασίας.

Η δημιουργία εναλλακτικών διαδρομών μέσω του Αφγανιστάν θα μπορούσε μακροπρόθεσμα να προσφέρει στο Πεκίνο μεγαλύτερη ευελιξία.

Δεν υπάρχει, πάντως, ένδειξη ότι ο δρόμος του Ουαχάν μπορεί σήμερα να αντικαταστήσει τις μεγάλες μεταφορικές υποδομές του CPEC.

Η Καμπούλ επιχειρεί να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ

Για την κυβέρνηση των Ταλιμπάν, το έργο έχει και μία σαφή πολιτική διάσταση.

Το Αφγανιστάν εξαρτάται σε σημαντικό βαθμό από συνοριακές διαβάσεις και μεταφορικούς άξονες που περνούν από το Πακιστάν.

Οι επανειλημμένες εντάσεις ανάμεσα στις δύο χώρες έχουν προκαλέσει κλείσιμο συνοριακών περασμάτων, διακοπές εμπορικών ροών και επιβάρυνση της αφγανικής οικονομίας.

Μια εναλλακτική χερσαία διέξοδος προς την Κίνα θα μπορούσε, εφόσον αναπτυχθεί και καταστεί λειτουργική, να μειώσει τη δυνατότητα του Πακιστάν να χρησιμοποιεί τη γεωγραφική του θέση ως μέσο πίεσης προς την Καμπούλ.

Η αφγανική πλευρά αντιμετωπίζει το έργο ως σημαντική υποδομή οικονομικής και στρατηγικής αυτονομίας.

Η στάση της Κίνας και της Ρωσίας

Παρά την προοπτική άμεσης σύνδεσης, το Πεκίνο δεν έχει εγκαταλείψει τον οικονομικό διάδρομο CPEC ούτε έχει ανακοινώσει ότι ο Ουαχάν θα τον αντικαταστήσει.

Η Κίνα εξακολουθεί να διατηρεί σημαντικά οικονομικά και στρατηγικά συμφέροντα στο Πακιστάν.

Αντίστοιχα, η Ρωσία ενδιαφέρεται για τη σταθερότητα του Αφγανιστάν και για την ανάπτυξη νέων δικτύων επικοινωνίας στην Κεντρική Ασία.

Η δημιουργία περισσότερων επιλογών διασύνδεσης ενδέχεται να περιορίσει την αποκλειστική σημασία ορισμένων παραδοσιακών μεταφορικών διαδρομών.

Η πραγματική αξία του Ουαχάν θα εξαρτηθεί από τη βελτίωση των οδικών υποδομών, τη λειτουργία συνοριακών και τελωνειακών εγκαταστάσεων, τις καιρικές συνθήκες και τις πολιτικές αποφάσεις της Κίνας.

Το μήνυμα προς το Πακιστάν

Η νέα διαδρομή αναδεικνύει μια σημαντική γεωπολιτική πραγματικότητα: η γεωγραφική θέση ενός κράτους προσφέρει στρατηγικά πλεονεκτήματα, αλλά η αξιοποίησή τους εξαρτάται από την ασφάλεια και την αξιοπιστία των μεταφορικών του δικτύων.

Το Πακιστάν εξακολουθεί να αποτελεί κρίσιμο εταίρο της Κίνας, ιδιαίτερα στο πλαίσιο του CPEC.

Ταυτόχρονα, όμως, η αστάθεια, οι επιθέσεις σε κινεζικά συμφέροντα και οι αντιπαραθέσεις με το Αφγανιστάν δημιουργούν κίνητρα αναζήτησης εναλλακτικών επιλογών.

Ο διάδρομος Ουαχάν δεν έχει ακόμη μετατραπεί σε μεγάλο εμπορικό πέρασμα. Η κατασκευή του δρόμου, ωστόσο, καταδεικνύει ότι το Αφγανιστάν επιχειρεί να αποκτήσει πρόσθετες διεθνείς συνδέσεις και ότι η αποκλειστική εξάρτηση από το Πακιστάν δεν αποτελεί πλέον τη μοναδική γεωγραφική επιλογή.

Για το Ισλαμαμπάντ, η εξέλιξη αποτελεί μια νέα στρατηγική παράμετρο που θα πρέπει να συνυπολογίσει στις σχέσεις του με το Πεκίνο και την Καμπούλ.

Συνέχεια ανάγνωσης

Διεθνή

Γερμανία: Το ρωσικό φυσικό αέριο επιστρέφει έμμεσα μέσω των λιπασμάτων, παρά τους ευρωπαϊκούς δασμούς

Δημοσιεύτηκε

στις

Οι εισαγωγές ρωσικών αζωτούχων λιπασμάτων μειώθηκαν κατά 66% το 2025-2026, αλλά παραμένουν 53% υψηλότερες από τα επίπεδα πριν από τον πόλεμο στην Ουκρανία.

Το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία διατηρεί ανταγωνιστικά τα ρωσικά προϊόντα, σύμφωνα με στοιχεία που δημοσίευσε η Berliner Zeitung. Η Γερμανία εξακολουθεί να συνδέεται εμπορικά με το ρωσικό φυσικό αέριο, παρά τις ευρωπαϊκές προσπάθειες περιορισμού της ενεργειακής εξάρτησης από τη Μόσχα.

Αυτή τη φορά, η σύνδεση δεν αφορά αποκλειστικά την άμεση προμήθεια φυσικού αερίου, αλλά τις εισαγωγές λιπασμάτων που παράγονται με τη χρήση ρωσικού αερίου ως πρώτης ύλης και πηγής ενέργειας. Σύμφωνα με δημοσίευμα της γερμανικής εφημερίδας, που βασίζεται σε στοιχεία του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου και του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι εισαγωγές αζώτου μέσω ρωσικών λιπασμάτων μειώθηκαν σημαντικά κατά το 2025-2026. Ωστόσο, εξακολουθούν να βρίσκονται πάνω από τα επίπεδα που καταγράφονταν πριν από τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία.

Τα στοιχεία των εισαγωγών και η σύγκριση με την προπολεμική περίοδο

Το 2025-2026, η Γερμανία εισήγαγε 48.800 τόνους αζώτου μέσω λιπασμάτων ρωσικής προέλευσης. Η ποσότητα αυτή είναι μειωμένη κατά περίπου 66% σε σύγκριση με το προηγούμενο έτος, αλλά παραμένει κατά 53% υψηλότερη από τους 31.800 τόνους που είχαν καταγραφεί το 2020-2021, πριν από τον πόλεμο.

Η εξέλιξη των εισαγωγών δείχνει πόσο έντονη ήταν η αύξηση μετά το 2022. Το 2021-2022 οι εισαγωγές έφτασαν τους 56.800 τόνους αζώτου, ενώ το 2022-2023 εκτοξεύθηκαν στους 185.100 τόνους. Στη συνέχεια καταγράφηκαν 140.200 τόνοι το 2023-2024 και 143.800 τόνοι το 2024-2025, προτού σημειωθεί η μεγάλη υποχώρηση της τελευταίας περιόδου. Τα στοιχεία αφορούν την ποσότητα του αζώτου που περιέχεται στα εισαγόμενα λιπάσματα και όχι το συνολικό βάρος των προϊόντων.

Τα λιπασματικά έτη υπολογίζονται από τον Ιούλιο έως τον Ιούνιο. Η ποσότητα αζώτου που εισήχθη στη Γερμανία μέσω ρωσικής ουρίας μειώθηκε από 71.600 τόνους σε 27.600 τόνους, καταγράφοντας πτώση άνω του 61%. Παρά τη μείωση, η ποσότητα εξακολουθεί να είναι σχεδόν τριπλάσια από τους 9.900 τόνους του 2020-2021. Η συγκεκριμένη εξέλιξη αναδεικνύει το βασικό πρόβλημα της ευρωπαϊκής πολιτικής περιορισμού των εμπορικών δεσμών με τη Ρωσία. Ακόμη και όταν περιορίζονται οι εισαγωγές συγκεκριμένων προϊόντων, οι οικονομικές σχέσεις μπορούν να διατηρούνται μέσω άλλων κατηγοριών αγαθών, ιδιαίτερα όταν αυτά έχουν χαμηλότερο κόστος παραγωγής.

Γιατί οι ρωσικές εισαγωγές παραμένουν ανταγωνιστικές

Καθοριστικός παράγοντας είναι το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία και στην υπόλοιπη Ευρώπη. Η παραγωγή αζωτούχων λιπασμάτων απαιτεί μεγάλες ποσότητες φυσικού αερίου, το οποίο χρησιμοποιείται τόσο ως πρώτη ύλη όσο και ως πηγή ενέργειας. Σύμφωνα με τον Σύνδεσμο Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι ευρωπαϊκοί δασμοί, που τέθηκαν σε ισχύ τον Ιούλιο του 2025, περιόρισαν σημαντικά τις εισαγωγές ρωσικών λιπασμάτων. Ωστόσο, δεν εξάλειψαν το ανταγωνιστικό πλεονέκτημα των ρωσικών προϊόντων. Ο σύνδεσμος επισημαίνει ότι οι υψηλές τιμές ενέργειας δυσκολεύουν τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις να αυξήσουν την εγχώρια παραγωγή και να καλύψουν μεγαλύτερο μέρος των αναγκών της αγοράς. Ως αποτέλεσμα, τα ρωσικά λιπάσματα εξακολουθούν να παραμένουν ελκυστικά, ακόμη και μετά την επιβολή πρόσθετων δασμών.

Παράλληλα, σύμφωνα με τον IVA, είναι πιθανό ορισμένες ποσότητες ρωσικών προϊόντων να φτάνουν στη γερμανική αγορά μέσω άλλων κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το μέγεθος αυτών των έμμεσων εισαγωγών, ωστόσο, δεν μπορεί να προσδιοριστεί με ακρίβεια από τα διαθέσιμα στοιχεία.

Δεν αποδίδονται οι αυξήσεις των τιμών αποκλειστικά στους δασμούς

Το ζήτημα έχει άμεση σημασία για τους Γερμανούς αγρότες, καθώς το κόστος των λιπασμάτων επηρεάζει την παραγωγή και, τελικά, την οικονομική βιωσιμότητα των καλλιεργειών. Ο IVA υποστηρίζει ότι η μείωση των ρωσικών εισαγωγών δεν έχει προκαλέσει μέχρι στιγμής σαφή αύξηση των τιμών εξαιτίας των δασμών. Σύμφωνα με τον σύνδεσμο, η εγχώρια παραγωγική δυναμικότητα και οι εισαγωγές από άλλες χώρες, μεταξύ των οποίων η Αίγυπτος, επαρκούν για την κάλυψη των αναγκών της αγοράς. Την ίδια στιγμή, ο σύνδεσμος αποδίδει τις υψηλές τιμές των λιπασμάτων το 2026 στις διεθνείς ενεργειακές αναταράξεις, στον πόλεμο με το Ιράν και στην κρίση γύρω από τα Στενά του Ορμούζ, παράγοντες που επηρεάζουν το κόστος μεταφοράς και τις παγκόσμιες τιμές ενέργειας και λιπασμάτων.

Οι εκτιμήσεις αυτές αποτελούν τις θέσεις του κλαδικού συνδέσμου και δεν συνιστούν από μόνες τους ανεξάρτητη αξιολόγηση όλων των παραγόντων που διαμορφώνουν τις τιμές.

Νέες πιέσεις για περιορισμό των ρωσικών εισαγωγών

Με αφορμή τα στοιχεία, ο IVA ζητά να εξεταστεί η επιβολή πρόσθετων δασμών στις εισαγωγές καλιούχων λιπασμάτων από τη Ρωσία και τη Λευκορωσία. Το κάλιο αποτελεί βασικό θρεπτικό στοιχείο για τις καλλιέργειες και αντιπροσωπεύει μια ακόμη κατηγορία προϊόντων στην οποία η ευρωπαϊκή αγορά διατηρεί εμπορικές σχέσεις με τις δύο χώρες.

Ο σύνδεσμος εκτιμά ότι η ευρωπαϊκή βιομηχανία μπορεί να καλύψει τις ανάγκες της γεωργίας χωρίς να εξαρτάται από τις συγκεκριμένες εισαγωγές και υποστηρίζει ότι πρόσθετοι δασμοί δεν θα πρέπει να οδηγήσουν αναγκαστικά σε αυξήσεις τιμών. Η συζήτηση, ωστόσο, αποτυπώνει το ευρύτερο δίλημμα της ευρωπαϊκής οικονομικής πολιτικής. Η μείωση της εξάρτησης από τη Ρωσία απαιτεί όχι μόνο εμπορικούς περιορισμούς, αλλά και ανταγωνιστική εγχώρια παραγωγή, προσιτό ενεργειακό κόστος και εναλλακτικές πηγές προμήθειας.

Τα δεδομένα της γερμανικής αγοράς δείχνουν ότι οι δασμοί μπορούν να περιορίσουν σημαντικά τις εισαγωγές, χωρίς όμως να εξαλείψουν αυτομάτως τις οικονομικές σχέσεις που στηρίζονται σε διαφορές κόστους παραγωγής. Για τη Γερμανία και την Ευρωπαϊκή Ένωση, η πρόκληση παραμένει η εξισορρόπηση τριών στόχων: της ενεργειακής και οικονομικής ασφάλειας, της στήριξης της εγχώριας βιομηχανίας και της διατήρησης προσιτού κόστους για τον αγροτικό τομέα.

Με πληροφορίες του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA) και του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου.

Συνέχεια ανάγνωσης

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ

Αναλύσεις2 λεπτά πριν

Η «σύγκρουση» στην κορυφή της ΕΕ και «Made in Europe» στην Τουρκία

Όταν όμως και σήμερα, πολιτειακοί αξιωματούχοι (Κυβέρνησης και Βουλής) σε Κύπρο κι Ελλάδα προωθούν την «θετική ατζέντα» προς την Τουρκία,...

Αναλύσεις32 λεπτά πριν

Ινδικά πολεμικά πλοία στην Κύπρο; Οι πληροφορίες και το νέο αμυντικό σκηνικό

Πληροφορίες για παρεμβάσεις Ισραήλ και Εμιράτων απέναντι στις πιέσεις της Άγκυρας παρουσίασε το «Direct News». Στο επίκεντρο οι συζητήσεις για...

Γενικά θέματα1 ώρα πριν

Θρίλερ στα βάθη της Τουρκίας με 58χρονο Έλληνα μοναχό από το Νέο Μυλότοπο Γιαννιτσών! Αγνοείται από τον Ιούλιο

Ο 58χρονος μοναχός έφυγε από το Νέο Μυλότοπο Γιαννιτσών, με προορισμό την Τουρκία, αποφασισμένος να φτάσει στον Πόντο και την...

Αναλύσεις2 ώρες πριν

Καλεντερίδης: Η Ουκρανία στο έλεος του «διακόπτη» – Το μάθημα για την ελληνική άμυνα

Οι περιορισμοί στις δορυφορικές υπηρεσίες, η πίεση του Τραμπ στον Ζελένσκι και η ανάγκη για εγχώρια αμυντική παραγωγή στο επίκεντρο...

Αναλύσεις2 ώρες πριν

Ποιος είναι σκληρότερος; Η Προεκλογική μάχη Νετανιάχου – Άιζενκοτ

Ο Γκάντι Άιζενκοτ, κορυφαίος Ισραηλινός πολιτικός που ελπίζει να ανατρέψει τον Πρωθυπουργό Μπενιαμίν Νετανιάχου στις εκλογές στα τέλη αυτού του...

Δημοφιλή