Ακολουθήστε μας

Ιστορία - Πολιτισμός

Μικρασιατική Εκστρατεία– Τα αναπάντητα ερωτήματα της καταστροφής: Αλλαξαν την πορεία και την κατάληξη της εκστρατείας οι εκλογές του 1920;

Δημοσιεύτηκε στις

Στις 28 Ιουλίου/10 Αυγούστου 1920 οι νικήτριες δυνάμεις του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου και η ηττημένη Οθωμανική Αυτοκρατορία υπέγραφαν στη Γαλλία τη Συνθήκη των Σεβρών, που διαμοίραζε τα εδάφη τής πρώην αυτοκρατορίας. Με τη συνθήκη περιέρχονταν στην Ελλάδα το μεγαλύτερο μέρος της Ανατολικής Θράκης, η ευρύτερη περιοχή της Σμύρνης, η Ιμβρος και η Τένεδος, καθώς και η Λήμνος, η Λέσβος, η Χίος, η Ικαρία, η Σαμοθράκη και η Σάμος.

Ως επικεφαλής της ελληνικής αντιπροσωπείας και πρωθυπουργός, ο Ελευθέριος Βενιζέλος είχε καταφέρει να σχηματίσει την «Ελλάδα των δύο ηπείρων και των πέντε θαλασσών», σύμφωνα με την έκφραση της εποχής – τουλάχιστον σε διπλωματικό επίπεδο. Ποιος όμως θα επέβαλλε στο πεδίο την εύθραυστη Συνθήκη των Σεβρών; Την ίδια απορία είχε τότε και ο Ουίνστον Τσώρτσιλ από τη θέση του υπουργού Πολέμου της Μεγάλης Βρετανίας: «Επιτέλους ειρήνη με την Τουρκία. Και για την επικύρωσή της, πόλεμος με την Τουρκία. Παρ’ όλα αυτά, όσον αφορά τις μεγάλες συμμαχικές δυνάμεις, ο πόλεμος θα δινόταν μέσω πληρεξουσίου. Και οι πόλεμοι που δίνονται από τα μεγάλα έθνη μέσω πληρεξουσίου αποβαίνουν πολύ επικίνδυνοι για τον πληρεξούσιο» (Τζάιλς Μίλτον, «Χαμένος Παράδεισος», Μίνωας, 2022, σ. 212). Στο έδαφος της Μικράς Ασίας συνεχίζονταν οι επιχειρήσεις του ελληνικού στρατού απέναντι στις δυνάμεις του Μουσταφά Κεμάλ, αλλά τα προβλήματα και τα αδιέξοδα της εκστρατείας είχαν αρχίσει να γίνονται φανερά.

Ο Βενιζέλος πίστευε ότι οι διπλωματικές επιτυχίες του θα ήταν και το εισιτήριό του για τη νίκη στις εκλογές της 1ης Νοεμβρίου του 1920. Το ίδιο πίστευαν το επιτελείο του και οι ξένοι σύμμαχοι. Για πρώτη φορά θα ψήφιζε η Ανατολική Θράκη, ενώ με ειδικά ψηφοδέλτια θα ψήφιζε επίσης ο στρατός στον τόπο υπηρεσίας του. Ωστόσο, κανείς δεν είχε υπολογίσει σωστά τις πολιτικές διεργασίες στο εκλογικό σώμα.

Επιπλέον, ο αιφνίδιος θάνατος του βασιλιά Αλέξανδρου (12 Οκτωβρίου) από δάγκωμα πιθήκου δημιούργησε ένα κλίμα «επιστροφής» του βασιλιά Κωνσταντίνου στις τάξεις των αντιβενιζελικών –και όχι μόνο– και μετέτρεψε τις εκλογές του Νοεμβρίου σε άτυπο δημοψήφισμα για τη μοναρχία.

Οι Φιλελεύθεροι υπέστησαν συντριπτική ήττα και ο ίδιος ο Βενιζέλος δεν εκλέχθηκε καν βουλευτής, με αποτέλεσμα να αυτοεξοριστεί στο Παρίσι. Κυβέρνηση σχημάτισε ο Δημήτριος Ράλλης και στις 22 Νοεμβρίου διενεργήθηκε δημοψήφισμα με το οποίο επανήλθε ο Κωνσταντίνος στον θρόνο, προκαλώντας την αντίδραση των συμμαχικών δυνάμεων.

Οι εκλογές του 1920 και η πολιτική αλλαγή που προκάλεσαν προβληματίζει ακόμη και σήμερα τους ιστορικούς. Επηρέασαν ή όχι την πορεία και την κατάληξη της Μικρασιατικής Εκστρατείας; Τρεις ιστορικοί απαντούν αναλυτικά σε ένα από τα πιο κρίσιμα ερωτήματα για τα γεγονότα εκείνης της περιόδου.

Η απεμπλοκή από τη Μικρά Ασία ήταν αδύνατη

1922-ta-anapantita-erotimata-tis-katastrofis-allaxan-tin-poreia-kai-tin-katalixi-tis-ekstrateias-oi-ekloges-toy-19200

Από τον Σωτήρη Ριζά

Επικρατεί η άποψη ότι το αποτέλεσµα των εκλογών της 1ης Νοεμβρίου 1920 ήταν καταστροφικό για την εξέλιξη της Μικρασιατικής Εκστρατείας. Οπως υποστηρίζεται, η επάνοδος του Κωνσταντίνου στον θρόνο, μετά τη νίκη των αντιβενιζελικών, είχε ως συνέπεια τη διακοπή της συνεργασίας της Αθήνας με τους Συμμάχους της Entente, με αποτέλεσμα η Ελλάδα να αναλάβει μόνη το βάρος της εφαρμογής των όρων της Συνθήκης των Σεβρών.

Μια πρώτη ανάγνωση φαίνεται να δικαιώνει την άποψη αυτή. Η Βρετανία, η Γαλλία και η Ιταλία αρνήθηκαν να αναγνωρίσουν τον βασιλιά. Οι δύο τελευταίες μάλιστα υποστήριξαν την αναθεώρηση της Συνθήκης των Σεβρών, λαμβάνοντας υπόψη τις απαιτήσεις των Τούρκων εθνικιστών.

Μια πιο προσεκτική προσέγγιση όμως οδηγεί στο συμπέρασμα ότι η επικράτηση των αντιβενιζελικών δεν ήταν αποφασιστικής σημασίας για τις εξελίξεις. Το Λονδίνο, παρά το γεγονός ότι δεν αναγνώρισε τον βασιλιά, διατήρησε μια λειτουργική σχέση με τις αντιβενιζελικές κυβερνήσεις. Επίσης ενθάρρυνε διακριτικά, αλλά επίμονα την Αθήνα κατά την περίοδο 1920-22 στην τήρηση των δεσμεύσεων που είχε αναλάβει η Ελλάδα με τη Συνθήκη των Σεβρών. Η γαλλική κυβέρνηση, από την πλευρά της, είχε θέσει έμμεσα ήδη πριν από τις εκλογές του 1920 θέμα αναθεώρησης της συνθήκης καθώς είχε προτείνει στο Λονδίνο την ανάληψη «αποστολής ειρήνευσης» προς τον Μουσταφά Κεμάλ. Η βρετανική πλευρά είχε απορρίψει την πρόταση, αλλά η απόκλιση Βρετανίας και Γαλλίας ήταν προφανής. Η γαλλική πολιτική διαμορφωνόταν υπό το πρίσμα του αγγλο-γαλλικού ανταγωνισμού και της αντίληψης ότι η εδραίωση της ελληνικής θέσης στη Μικρά Ασία θα ευνοούσε τα βρετανικά συμφέροντα καθώς η Ελλάδα θεωρείτο προσδεδεμένη στη βρετανική στρατηγική. Η ιταλική θέση, τέλος, είχε ήδη αποτυπωθεί στη συνδιάσκεψη του Σαν Ρέμο, τον Απρίλιο του 1920, όταν συμφωνήθηκαν οι όροι της Συνθήκης των Σεβρών. Η ιταλική ηγεσία είχε καταστήσει σαφές στον Ελευθέριο Βενιζέλο ότι η Ελλάδα θα έπρεπε να επιβάλει μόνη της τους όρους της συνθήκης η οποία επρόκειτο να υπογραφεί. Ως προς το ζήτημα της οικονομικής ενίσχυσης της ελληνικής προσπάθειας, παρά τη σχετική συμφωνία του 1918, είχε αποδοθεί μικρό μόνο μέρος των πολεμικών πιστώσεων εκ μέρους της Βρετανίας και τίποτε εκ μέρους της Γαλλίας. Δεν υπήρχε δηλαδή αξιόλογη ροή συμμαχικής βοήθειας ήδη πριν από τη διεξαγωγή των εκλογών.

Η εκλογική αναμέτρηση συνέπεσε όμως με μια κρίσιμη καμπή του μικρασιατικού ζητήματος, καθώς τον Αύγουστο και τον Σεπτέμβριο του 1920 συνειδητοποιήθηκε ότι οι όροι της Συνθήκης των Σεβρών έπρεπε να επιβληθούν διά των όπλων. Τον Ιούνιο – Ιούλιο του 1920 ο ελληνικός στρατός είχε πραγματοποιήσει μια εντυπωσιακή προέλαση προς το Ουσάκ και την Προύσα, πέραν δηλαδή των ορίων της ζώνης που παραχωρήθηκαν στην ελληνική διοίκηση. Παράλληλα όμως γινόταν αντιληπτό ότι η εντυπωσιακή αυτή προέλαση δεν είχε εξασφαλίσει τη συμμόρφωση των Τούρκων εθνικιστών οι οποίοι υποχωρούσαν προς τα βάθη της Ανατολίας. Συνέπεια αυτού ήταν ο σχεδιασμός του αρχιστρατήγου Λεωνίδα Παρασκευόπουλου και του Επιτελείου, στο τέλος Αυγούστου του 1920, για προέλαση προς τον Σαγγάριο και την Αγκυρα, προκειμένου να καμφθεί η τουρκική αντίσταση. Το στρατηγικό πρόβλημα που ανέκυπτε και η κλίμακα της απαιτούμενης εκστρατείας δεν διέφευγε ασφαλώς της προσοχής του Βενιζέλου, ο οποίος απευθύνθηκε στον Βρετανό πρωθυπουργό Λόιντ Τζορτζ, στις 5 Οκτωβρίου 1920, ζητώντας τη βρετανική συνδρομή, οικονομική, υλική αλλά και σε έμψυχο δυναμικό.

Το διάβημα του Βενιζέλου δεν έτυχε απάντησης. Η βρετανική κυβέρνηση ενθάρρυνε, όπως προαναφέρθηκε, τους διαδόχους του να συνεχίσουν τη Μικρασιατική Εκστρατεία χωρίς εντούτοις να ενισχύσουν οικονομικά και με υλικά μέσα την προσπάθεια αυτή. Ο αντιβενιζελισμός, με ιθύνοντα νου τον Δημήτριο Γούναρη, είχε εγκαταλείψει τον Μάιο του 1920 τις επιφυλάξεις για την εμπλοκή στη Μικρά Ασία, με την ελπίδα ότι η συνέχιση της εκστρατείας θα σήμαινε τη βρετανική ανοχή έναντι της μέλλουσας αντιβενιζελικής κυβέρνησης. Επρόκειτο για εκδήλωση του «τραύματος» του αντιβενιζελισμού από την επέμβαση της Entente το 1917 που προκάλεσε την έξωση του Κωνσταντίνου. Οι αντιβενιζελικές κυβερνήσεις ανέλαβαν ευρείες επιχειρήσεις εντός του 1921, πρώτα στο Αφιόν Καραχισάρ και το Εσκή Σεχήρ και εν συνεχεία στον Σαγγάριο, αλλά δεν πέτυχαν το στρατηγικό πλήγμα που επιδιωκόταν. Ο Βενιζέλος επέκρινε στο σημείο αυτό τους διαδόχους του διότι ανέλαβαν την επιχείρηση αυτή χωρίς συμμαχική βοήθεια, κάτι που ο ίδιος θεωρούσε προϋπόθεση για την επιτυχία της προσπάθειάς του το 1919-20.

Το θεμελιώδες ζήτημα όμως δεν ήταν η ικανότητα ή η αντίληψη του Γούναρη ή του Βενιζέλου. Με την απόβαση στη Σμύρνη και την υπογραφή της Συνθήκης των Σεβρών το 1919-20 η Ελλάδα ανέλαβε ένα εγχείρημα που υπερέβαινε τις οικονομικές, στρατιωτικές και διπλωματικές της δυνατότητες. Υπερτιμήθηκε, τόσο από τον Βενιζέλο όσο και από τον Γούναρη, η ικανότητα της Βρετανίας να επηρεάσει καθοριστικά τις εξελίξεις, και υποτιμήθηκε η δυνατότητα των ηττημένων στον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο Τούρκων να αντιδράσουν καθώς η στρατιωτική αδυναμία τους είχε θεωρηθεί οριστική. Το εγχείρημα αυτό σήμαινε τον εγκιβωτισμό της ελληνικής πολιτικής στη λογική και το πλαίσιο της στρατιωτικής αναμέτρησης, καθώς όλοι συμφωνούσαν ότι ήταν ανέφικτη η άμυνα στα όρια της ζώνης της Σμύρνης που καθόριζε η Συνθήκη των Σεβρών. Η απεμπλοκή από τη Μικρά Ασία ήταν αδύνατη τόσο για τον Βενιζέλο όσο και για τον Γούναρη. Οσο διπλωματικό ταλέντο και αν διέθετε ο Βενιζέλος, δεν ήταν δυνατόν η Αθήνα να αποδεσμευτεί από τη Συνθήκη των Σεβρών ή να εγκαταλείψει τους ελληνικούς πληθυσμούς το 1921. Οι εκλογές του 1920 λίγο επέδρασαν στην πραγματικότητα αυτή.

* Ο κ. Σωτήρης Ριζάς είναι διευθυντής ερευνών στο Κέντρο Ερευνας Ιστορίας Νεώτερου Ελληνισμού της Ακαδημίας Αθηνών.

1922-ta-anapantita-erotimata-tis-katastrofis-allaxan-tin-poreia-kai-tin-katalixi-tis-ekstrateias-oi-ekloges-toy-19201
Υποστηρικτής του Δημ. Γούναρη, ηγετικής μορφής της Ηνωμένης Αντιπολίτευσης, πουλάει αφίσες με το πορτρέτο του. Φωτ. από την εφημερίδα Excelsior. (ΕΘΝΙΚΟ ΙΔΡΥΜΑ ΕΡΕΥΝΩΝ ΚΑΙ ΜΕΛΕΤΩΝ «ΕΛΕΥΘΕΡΙΟΣ Κ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ», ΧΑΝΙΑ)
1922-ta-anapantita-erotimata-tis-katastrofis-allaxan-tin-poreia-kai-tin-katalixi-tis-ekstrateias-oi-ekloges-toy-19202
Ο Ελευθέριος Βενιζέλος αναχωρεί για το εξωτερικό μετά την εκλογική ήττα του Νοεμβρίου 1920. Φωτ. από την εφημερίδα Excelsior. (ΕΘΝΙΚΟ ΙΔΡΥΜΑ ΕΡΕΥΝΩΝ ΚΑΙ ΜΕΛΕΤΩΝ «ΕΛΕΥΘΕΡΙΟΣ Κ. ΒΕΝΙΖΕΛΟΣ», ΧΑΝΙΑ)

Ο διεθνής αντίκτυπος της ήττας του Βενιζέλου

1922-ta-anapantita-erotimata-tis-katastrofis-allaxan-tin-poreia-kai-tin-katalixi-tis-ekstrateias-oi-ekloges-toy-19203

Του Νικόλαου Παπαδάκη

Η βεβαιότητα για άνετη επικράτηση του Βενιζέλου στις εκλογές του 1920 ήταν διάχυτη μεταξύ των ανταποκριτών των μεγάλων ευρωπαϊκών εφημερίδων στην Αθήνα. Ενδεικτικά, οι λονδρέζικες Times και Daily Telegraph και η παρισινή Le Temps προεξοφλούσαν θρίαμβο του Βενιζέλου, επικαλούμενες και τους επίσημους συμμαχικούς κύκλους και τους πρεσβευτές στην Αθήνα.

Το εκλογικό αποτέλεσμα διέψευσε όλες τις προβλέψεις. Στην Ευρώπη, την αρχική έκπληξη για το αποτέλεσμα διαδέχθηκε η οργή. Οι ηγεσίες των συμμαχικών χωρών αντέδρασαν με τελεσίγραφα.

Οι Times, τρεις μόλις μέρες μετά τις εκλογές, σε μακροσκελέστατο άρθρο τόνιζαν: «Δεν μπορούμε να θυμηθούμε από την εποχή του Αριστείδη πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα λαϊκής αγνωμοσύνης ή λαϊκής αφροσύνης». Και προειδοποιούσαν ότι Αγγλία και Γαλλία θα αρνούνταν την ελάχιστη βοήθεια ή υποστήριξη «στον Γερμανό πράκτορα στον θρόνο των Αθηνών, ή σε έναν λαό που είναι ικανός να υποβάλλει εαυτόν στη διοίκησή του […] Οι Σύμμαχοι δεν θέλουν να έχουν καμία σχέση με τον Κωνσταντίνο ή με τους αμετανόητους οπαδούς του». Η ίδια εφημερίδα, σε ανταπόκριση από την Κωνσταντινούπολη, αναφερόταν στον έξαλλο ενθουσιασμό που είχε προκαλέσει στους Τούρκους η πτώση του Βενιζέλου. Οι εκλογές χαρακτηρίζονταν μοιραίες από τους Times και τη Manchester Guardian, η οποία μάλιστα σημείωνε ότι «η απόρριψη του σωτήρα της χώρας ήταν μία πράξη τρέλας και αγνωμοσύνης». Σε αντίστοιχο ύφος κινούνταν στις ΗΠΑ η αρθρογραφία των New York Times.

Ανάλογα δημοσιεύματα στον γαλλικό Τύπο ξέσπασαν σαν χιονοστιβάδα. Για τη Figaro οι υποστηρικτές του Κωνσταντίνου που είχαν ανέλθει στην εξουσία ήταν στην ουσία πράκτορες του Κάιζερ. Η Le Temps υπενθύμιζε ότι οι σύμμαχοι δεν έδωσαν τη Θράκη, την ευρωπαϊκή ακτή των Δαρδανελλίων και την περιοχή της Σμύρνης στην Ελλάδα: «Ολα αυτά τα έδωσαν στον Βενιζέλο διότι αυτόν εμπιστεύονταν». Η εφημερίδα προειδοποιούσε ότι τώρα πια η Γαλλία ήταν υποχρεωμένη να εστιάσει στην Τουρκία σαν το κλειδί για τη λύση του προβλήματος του ρωσικού επεκτατισμού. Στο ίδιο μήκος κύματος κινήθηκε και η Excelsior.

Η εμπιστοσύνη στο πρόσωπο του Βενιζέλου εδραζόταν στους ισχυρούς δεσμούς που είχε σφυρηλατήσει με τη δυτική συμμαχία σε ώρες δύσκολες για την Ευρώπη και την Ελλάδα. Ο Τσώρτσιλ χαρακτήρισε τον Βενιζέλο «πραγματικό ήρωα του πολέμου», προσθέτοντας ότι «για χάρη του οι σύμμαχοι θα μπορούσαν να υπομείνουν πολλά, αλλά για την Ελλάδα του Κωνσταντίνου τίποτα». Τη γενικευμένη διαπίστωση για το διεθνές κύρος του Βενιζέλου αποτυπώνει στα απομνημονεύματά του και ο Αμερικανός υπουργός Εξωτερικών Robert Lansing: «Χωρίς την προσωπική επιρροή του, η επέκταση της ελληνικής κυριαρχίας δεν θα ήταν τόσο μεγάλη. Ο,τι ζητούσε δόθηκε επειδή αυτός το ζητούσε».

Ο Κωνσταντίνος Σβολόπουλος, στο βιβλίο του «Η απόφαση για την επέκταση της ελληνικής κυριαρχίας στη Μικρά Ασία», αποδεικνύει ότι μέχρι τη λήξη της πρωθυπουργικής του θητείας δεν είχε σημειωθεί οποιαδήποτε υπαναχώρηση έναντι των αρχικών κοινών προβλέψεων.

Σε κάθε περίπτωση, ο Βενιζέλος διέθετε το στρατηγικό αντίβαρο της Βρετανίας, όπου η πολιτική του Λόιντ Τζορτζ είχε πλήρως επιβληθεί και ταυτόχρονα με τα βρετανικά συμφέροντα στα Στενά εξυπηρετούσε και τις ελληνικές επιδιώξεις στη Μικρά Ασία.

Σε άρθρο στην «Καθημερινή», λίγο πριν από τον θάνατό του, ο Νίκος Πετσάλης-Διομήδης αξιοποιεί έκδοση της Τουρκικής Ιστορικής Εταιρείας του 2000, σύμφωνα με την οποία οι Συνθήκες των Σεβρών συνιστούσαν «έναν τρομερό θρίαμβο για την Ελλάδα, αν είχαν πλήρως εφαρμοσθεί θα είχε αναδειχθεί στην κυριότερη δύναμη της Ανατολικής Μεσογείου, όπως είχαν σχεδιάσει ο Λόιντ Τζορτζ και ο Βενιζέλος».

Αλλά και στο πεδίο των επιχειρήσεων στη Μικρά Ασία και στην Ανατολική Θράκη, μέχρι τον Οκτώβριο του 1920, ο βιογράφος του Κεμάλ, Αρμστρογκ, γράφει ότι «οι κεμαλικές δυνάμεις δεν μπορούσαν να προβάλουν αντίσταση στους Ελληνες, που βρίσκονταν σε καλή κατάσταση. […] Νικημένοι και απωθημένοι κατά τέτοιον επονείδιστο τρόπο, οι Τούρκοι είχαν αποθαρρυνθεί πλήρως».

Για την ίδια περίοδο, ο Ισμέτ Ινονού είχε πει το 1972 στον Σπύρο Μαρκεζίνη: «Οι Τούρκοι πολεμούσαν κατά των Γάλλων εις την Κιλικίαν, εμμέσως δε κατά των Αγγλων, τους οποίους διησθάνοντο πάντα όπισθεν των Ελλήνων […] ούτε με τους Μπολσεβίκους είχε τότε πραγματοποιηθεί οριστική συμφωνία. Εσωτερικώς το κύρος του Κεμάλ ήτο ασθενές και η ηγεσία του ζωηρώς ημφεσβητείτο».

Οσο διπλωματικό ταλέντο και αν διέθετε ο Βενιζέλος, δεν ήταν δυνατόν η Αθήνα να αποδεσμευτεί από τη Συνθήκη των Σεβρών ή να εγκαταλείψει τους ελληνικούς πληθυσμούς το 1921.

Η πτώση του Βενιζέλου άλλαξε δραματικά τη διεθνή θέση της Ελλάδας. Ο πόλεμος στη Μικρά Ασία από συμμαχοτουρκικός γινόταν πλέον ελληνοτουρκικός, τον οποίο η Ελλάδα ήταν υποχρεωμένη να διεξαγάγει μόνη της, χωρίς καμία στρατιωτική και οικονομική βοήθεια από τους συμμάχους. Σύμφωνα με τον Τσόρτσιλ ήταν μονόδρομος η σύναψη ειρήνης με την Τουρκία.

Οι αντιβενιζελικές κυβερνήσεις όμως προτίμησαν να συνεχίσουν έναν πόλεμο που, όπως γράφει ο Μαρκεζίνης, δεν πίστευαν και τον υποτιμούσαν, την ώρα που ο Κεμάλ κέρδιζε διεθνή αναγνώριση.

Χωρίς κανένα διεθνές έρεισμα, δεν επιχείρησαν τουλάχιστον να ισχυροποιηθούν στο εσωτερικό μέτωπο. Με εκκαθαρίσεις κατέστρεψαν τη συνοχή του στρατού και μετέδωσαν στο μέτωπο πνεύμα διαιρέσεως και κομματικών αντεκδικήσεων. Αρνήθηκαν τις υπηρεσίες του Βενιζέλου στις συμμαχικές πρωτεύουσες και απέρριψαν συμμαχικές πρωτοβουλίες, που πιθανότατα θα εξασφάλιζαν την Ανατολική Θράκη.

Ο Τσώρτσιλ σχολίασε την ουτοπική επιλογή της συνέχισης της εκστρατείας: «Η ιδέα ότι έπρεπε να εγκαταλείψουν ό,τι είχε κερδηθεί από τον Βενιζέλο ήταν ανυπόφορη για την υπερηφάνεια τους και βλαπτική για τη δημοτικότητά τους».

Από το 1912 έως το 1920 ο Βενιζέλος έναν μόνο πόλεμο είχε σχεδιάσει, τον συμμαχικό. Οι διάδοχοί του, αφού απομόνωσαν την Ελλάδα από τις συμμαχικές δυνάμεις, εξαπέλυσαν έναν αδιέξοδο πόλεμο στα βάθη της Μικράς Ασίας. Αγνόησαν την υποθήκη του Μπίσμαρκ: σε ένα συνδυασμό πέντε παικτών, φρόνιμο είναι να είσαι πάντοτε με το μέρος των τριών. Ατυχώς για την Ελλάδα, στον πόλεμο αυτόν δεν είχαν ούτε έναν συμπαίκτη. Η καταστροφή ήταν αναπόφευκτη.

* Ο κ. Νικόλαος Παπαδάκης είναι γενικός διευθυντής του Εθνικού Ιδρύματος Ερευνών και Μελετών «Ελευθέριος Κ. Βενιζέλος».

Η νέα πολιτική ηγεσία ήταν ανεπαρκής και επιπόλαιη

1922-ta-anapantita-erotimata-tis-katastrofis-allaxan-tin-poreia-kai-tin-katalixi-tis-ekstrateias-oi-ekloges-toy-19204

Του Γιώργου Θ. Μαυρογορδάτου 

Ασφαλώς άλλαξαν την εξέλιξη και την κατάληξη της Μικρασιατικής Εκστρατείας οι εκλογές του 1920. Μετέτρεψαν την πιθανότατη τελική αποτυχία της σε πλήρη στρατιωτική κατάρρευση και εθνική καταστροφή. Κι αυτό επειδή έφεραν στην εξουσία μία πολιτική ηγεσία που όχι μόνο εξαρχής δεν είχε πιστέψει στην εκστρατεία, αλλά και τη διαχειρίστηκε στη συνέχεια με ασύλληπτη ανεπάρκεια, επιπολαιότητα, ανευθυνότητα, ακόμη και ιδιοτέλεια.

«Δεν είναι πολιτική μας. Δεν ήτο ποτέ πολιτική μας. Ο Βενιζέλος μάς έφερεν εκεί. Τον πόλεμον τον εύρομεν». Eτσι απάντησε ο Δημήτριος Γούναρης στην κριτική του Ιωάννη Μεταξά για τη συνέχιση του πολέμου στη Μικρά Ασία, στη διάρκεια της γνωστής εμπιστευτικής συζήτησης στις 29 Μαρτίου 1921. Αμέσως όμως πρόσθεσε: «Πολιτικήν δεν δυνάμεθα να αλλάξωμεν, είμεθα υποχρεωμένοι να εξακολουθήσωμεν τον πόλεμον μέχρι τέλους, έστω και αν κινδυνεύσωμεν να καταστραφώμεν. Aλλως οι Aγγλοι θα παύσουν να μας θεωρούν ως σοβαρόν Eθνος…».

Αυτά δεν εξηγήθηκαν ποτέ δημόσια – ούτε προεκλογικά, ούτε μετεκλογικά. Οι εκλογές του 1920 αναμφίβολα άλλαξαν την πορεία της εκστρατείας, χωρίς όμως να αποτελεί η συνέχισή της εμφανές αντικείμενο του προεκλογικού αγώνα. Γι’ αυτό και είναι λάθος να συζητούν μερικοί αν το «Οίκαδε» ήταν προεκλογικό σύνθημα, μπερδεύοντας τις χρονολογίες. Oχι, το «Οίκαδε» ήταν τίτλος κύριου άρθρου της εφημερίδας «Καθημερινή» στις 14 Αυγούστου 1922. Οι Αντιβενιζελικοί υπόσχονταν το 1920 αποστράτευση πιο διακριτικά, ιδίως στις τοπικές περιοδείες και ομιλίες υποψηφίων. Αλλά το ζήτημα της αποστράτευσης είχε τεθεί και από την ίδια την κυβέρνηση Βενιζέλου, που την είχε μάλιστα ξεκινήσει. Aλλωστε, είχε παρουσιάσει παραπλανητικά τη Συνθήκη των Σεβρών σαν συνθήκη ειρήνης που τερμάτιζε τον πόλεμο.

Για τους Αντιβενιζελικούς, πρωταρχικός στόχος του προεκλογικού αγώνα ήταν η απαλλαγή από την «τυραννία» του Βενιζέλου. Αλλά ο απροσδόκητος θάνατος του βασιλέα Αλεξάνδρου άλλαξε μονομιάς την πολιτική δυναμική σε βάρος των Φιλελευθέρων, μετατρέποντας ουσιαστικά τις εκλογές σε άτυπο δημοψήφισμα υπέρ της επιστροφής του Κωνσταντίνου. Μάταια προειδοποιούσε ο Βενιζέλος ότι μετά την επιστροφή του η Ελλάδα θα έπαυε να θεωρείται φίλη και σύμμαχος των νικητών του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου.

Αυτή ήταν η πρώτη και πιο άμεση συνέπεια του εκλογικού αποτελέσματος για την εξέλιξη της Μικρασιατικής Εκστρατείας. Με κοινή διακοίνωση οι τρεις Δυνάμεις της Αντάντ (Μεγάλη Βρετανία, Γαλλία και Ιταλία) προειδοποίησαν ότι ενδεχόμενη επάνοδος του Κωνσταντίνου θα προκαλούσε χειροτέρευση των σχέσεών τους με την Ελλάδα και απαλλαγή τους από κάθε δέσμευση απέναντί της, καθώς και τη διακοπή κάθε οικονομικής βοήθειας.

Ωστόσο, οι Αντιβενιζελικοί αγνόησαν τις προειδοποιήσεις. Οργάνωσαν ένα αχρείαστο και αχρείαστα νοθευμένο δημοψήφισμα για να μεταθέσουν στον ίδιο τον λαό την ευθύνη της επανόδου του Κωνσταντίνου. Ηταν όμως βαριά άρρωστος. Μετά την πανηγυρική προσωπική του δικαίωση στις εκλογές και στο δημοψήφισμα, ήταν η ιδανική στιγμή να παραιτηθεί. Δεν χρειαζόταν να αναφερθεί καθόλου στις προειδοποιήσεις των Μεγάλων Δυνάμεων. Αρκούσε να επικαλεστεί αποκλειστικά και μόνο σοβαρότατους λόγους υγείας – έστω κι αν τους είχαν αποκρύψει οι υποστηρικτές του.

Ομως οι Αντιβενιζελικοί ούτε το διανοήθηκαν. Αντίθετα, συνέχισαν να υποστηρίζουν αλλά και να χρησιμοποιούν τον άρρωστο Κωνσταντίνο. Θέλησαν μάλιστα να εκμεταλλευθούν το γόητρό του ως νικηφόρου Στρατηλάτη, δημιουργώντας την πλαστή εντύπωση ότι τάχα αναλάμβανε ξανά «αρχιστράτηγος», όπως στους Βαλκανικούς Πολέμους.

Οταν ο Μεταξάς διαμαρτυρήθηκε ότι ο Κωνσταντίνος δεν ήταν πλέον σε θέση να ασκήσει διοίκηση, ο Γούναρης απάντησε κυνικά ότι «ο Βασιλεύς πρέπει να τεθή επί κεφαλής, εν ανάγκη πρέπει και να θυσιασθή ο Βασιλεύς υπέρ του Εθνους!». Δεν υπήρχε αληθινή αφοσίωση στο πρόσωπό του.

Για τους Αντιβενιζελικούς και προπαντός για τον Γούναρη, καθοριστικός παράγοντας υπήρξε η κομπλεξική στάση τους απέναντι στον Βενιζέλο. Ηθελαν να αποδείξουν σε όλους (ιδίως στη Μεγάλη Βρετανία) ότι θα τα καταφέρουν εξίσου καλά ή και καλύτερα από τον Βενιζέλο. Αντίστροφα, τους κατείχε ο φόβος ότι τυχόν απαγκίστρωση από τη Μικρά Ασία θα επέφερε την πτώση τους και την επιστροφή του μισητού εχθρού.

Μιλώντας για τον κίνδυνο να επανέλθει ο Βενιζέλος αν αυτοί αποτύχουν, ο Γούναρης έφτασε στο σημείο να επικαλεστεί τα εντελώς ατομικά τους συμφέροντα: «Εμέ προσωπικώς τι με μέλει; Ενας άνθρωπος είμαι. Δεν έχω παρά να πάρω τον δρόμον μου οπουδήποτε. Αλίμονον σε σας που έχετε δεσμούς και περιουσίαν». Ο Γούναρης εννοούσε ότι δεν είχε οικογένεια («δεσμούς») όπως οι άλλοι που ήσαν παρόντες. Μπροστά σε τόσο απροκάλυπτη επίκληση της ατομικής ιδιοτέλειας, ξέσπασε ο Μεταξάς: «Εις το κάτω-κάτω, εάν μόνον διά του Βενιζέλου θα ήτο δυνατόν να σωθή η Ελλάς, ας έλθη ο Βενιζέλος. Πρέπει να υπάγη ο τόπος μας εις τον διάβολον, διά να μη έλθη ο Βενιζέλος;».

Αποκλείστηκε έτσι από τον Γούναρη κάθε επαφή με τον Βενιζέλο, μολονότι αυτός ήταν πρόθυμος να συνεργαστεί με τους αντιπάλους του στο διπλωματικό πεδίο. Αποκλείστηκε επίσης η σύμπραξη του Μεταξά, μολονότι αυτός ήταν πρόθυμος να αναλάβει το υπουργείο Στρατιωτικών. Ο Γούναρης προτιμούσε στη θέση αυτή τον ανίδεο Νικόλαο Θεοτόκη, όπως προτίμησε ως αρχιστράτηγο τον αστοιχείωτο και ακατάλληλο Αναστάσιο Παπούλα.

Οι Αντιβενιζελικοί απέκρουαν τις διπλωματικές λύσεις όσο το γόητρο και το ηθικό του ελληνικού στρατού ήσαν ακμαία και τις αποδέχτηκαν μόνο όταν είχαν πλέον καταρρακωθεί και τα δύο μετά την αιματηρή αποτυχία της άσκοπης εξόρμησης προς την Αγκυρα που οι ίδιοι αποφάσισαν. Υστερα άφησαν για σχεδόν ένα χρόνο τη Στρατιά Μικράς Ασίας στην ίδια ευάλωτη διάταξη. Βαυκαλίζονταν με την ιδέα ότι η κατοχή περίπου 100.000 τετραγωνικών χιλιομέτρων αποτελούσε ισχυρό διαπραγματευτικό όπλο… Εξασφάλισαν έτσι την άμεση κατάρρευση του μετώπου μόλις εκδηλώθηκε η απόλυτα προβλέψιμη τελική τουρκική επίθεση.

* Ο κ. Γιώργος Θ. Μαυρογορδάτος είναι τ. καθηγητής του Πανεπιστημίου Αθηνών.

Πηγή: Καθημερινή

Ο Σταύρος Καλεντερίδης, ξεκίνησε τις σπουδές του στην Αθήνα, σπουδάζοντας Πολιτική Επιστήμη στο Εθνικό Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών. Έπειτα από τέσσερα χρόνια συμμετοχής στα φοιτητικά όργανα συνδιοίκησης της σχολής του και σε διάφορες οργανώσεις νέων, αποφάσισε να συνεχίσει τις σπουδές του στο εξωτερικό. Στη Βοστόνη των Η.Π.Α. ολοκλήρωσε δύο μεταπτυχιακά προγράμματα, στις Διεθνείς Σχέσεις (Αμερικανική εξωτερική πολιτική) και στην Επικοινωνία (Πολιτική Επικοινωνία), ενώ παράλληλα εργάστηκε στο Ελληνικό Προξενείο της Βοστόνης, στη σχολή του ως βοηθός έρευνας και σε δύο πολιτικές καμπάνιες Αμερικανών πολιτικών (Δημοκρατικών – Ρεπουμπλικάνων). Μετά από τρία χρόνια στις Η.Π.Α., άκουσε το κάλεσμα της πατρίδας του και επέστρεψε πίσω με μεγάλο πόθο για προσφορά στην Ελλάδα. Υπήρξε ιδρυτικό μέλος δύο κοινωφελών οργανισμών, του δέλτα – πολιτική επανάσταση (πολιτικός οργανισμός) και της Λεοντίδας (ίδρυμα προώθησης θεμάτων ιστορίας, πολιτισμού και δημοκρατίας). Σήμερα ζει και εργάζεται στην Αθήνα, ασχολείται με διάφορα εγχειρήματα πολιτικής διπλωματίας και δημοκρατίας, γράφει πολιτικά άρθρα, σχολιάζει την επικαιρότητα και συνεχίζει την προσωπική του μελέτη στην ιστορία και την πολιτική φιλοσοφία.

Συνέχεια ανάγνωσης

Ιστορία - Πολιτισμός

17 Οκτωβρίου 1941: Η σφαγή στα Άνω και Κάτω Κερδύλλια

Στις 17/10/1941 οι Γερμανοί κατακτητές παίρνουν σκληρά μέτρα για να χτυπήσουν στη γέννησή τους τις πρώτες ένοπλες αντιστασιακές ομάδες. Κύκλωσαν τα χωριά Ανω και Κάτω Κερδύλλια της Επαρχίας Νιγρίτας του Νομού Σερρών, συγκέντρωσαν όλους τους κατοίκους, ξεχώρισαν τους άρρενες από 15 έως 60 χρόνων, συνολικά 222 άτομα, τους έβαλαν να σκάψουν ομαδικό τάφο και τους εκτέλεσαν μπροστά στους δικούς τους. Στη συνέχεια, έκαψαν όλα τα σπίτια των δύο χωριών.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Στις 17/10/1941 οι Γερμανοί κατακτητές παίρνουν σκληρά μέτρα για να χτυπήσουν στη γέννησή τους τις πρώτες ένοπλες αντιστασιακές ομάδες. Κύκλωσαν τα χωριά Ανω και Κάτω Κερδύλλια της Επαρχίας Νιγρίτας του Νομού Σερρών, συγκέντρωσαν όλους τους κατοίκους, ξεχώρισαν τους άρρενες από 15 έως 60 χρόνων, συνολικά 222 άτομα, τους έβαλαν να σκάψουν ομαδικό τάφο και τους εκτέλεσαν μπροστά στους δικούς τους. Στη συνέχεια, έκαψαν όλα τα σπίτια των δύο χωριών.

ΤΟ ΧΡΟΝΙΚΟ ΤΟΥ ΕΓΚΛΗΜΑΤΟΣ

Τα χωριά Άνω και Κάτω Κερδύλια βρίσκονται χτισμένα σε ορεινή περιοχή του νομού Σερρών, κοντά στις ακτές του Στρυμονικού Κόλπου και την Αμφίπολη.

Λίγους μήνες μετά την κατάληψη της Ελλάδας από τα γερμανικά στρατεύματα ιδρύθηκε στην Κεντρική Μακεδονία, κυρίως με πρωτοβουλία του Γραφείου του Κομμουνιστικού Κόμματος Ελλάδας για την περιοχή της Μακεδονίας και της Θράκης, η οργάνωση Ελευθερία. Ακολούθησε στα μέσα του καλοκαιριού του 1941 η δημιουργία της αντάρτικης ομάδας Οδυσσέας Ανδρούτσος στην περιοχή της Νιγρίτας και της αντάρτικης ομάδας Αθανάσιος Διάκος στα ορεινά του νομού Κιλκίς. Στις αρχές Σεπτεμβρίου αντάρτες της ομάδας Οδυσσέας Ανδρούτσος με αρχηγό τον δάσκαλο Κερδυλιώτη Θανάση Γκένιο (Λασάνη) και υπαρχηγό τον Περικλή Σταματόπουλο προχώρησαν στον αφοπλισμό των σταθμών της γερμανικής χωροφυλακής στα χωριά Ευκαρπία και Μαυροθάλασσα και στις 27 Σεπτεμβρίου 1941 στον αφοπλισμό του σταθμού της χωροφυλακής στη Δάφνη, στην περιοχή της Νιγρίτας.

Τα γεγονότα που οδήγησαν στη σφαγή

Μετά τις επιθέσεις των ανταρτών στους σταθμούς της χωροφυλακής των παραπάνω χωριών η γερμανική πλευρά εστίασε την προσοχή της στην ευρύτερη περιοχή. Έγιναν έρευνες στην περιοχή και ανακρίθηκαν κάτοικοι, στους οποίους επισημάνθηκε ότι η συνέχιση της παροχής βοήθειας στους αντάρτες θα είχε πολύ αρνητικές συνέπειες για τους ίδιους και για τα χωριά τους. Παρόλα αυτά οι πληροφορίες που συνέλεξαν οι κατοχικές δυνάμεις δεν ήταν σημαντικές ώστε να μπορέσουν να εντοπίσουν τους αντάρτες και αυτούς που τους βοηθούσαν.

Έτσι σε μια σύσκεψη που έγινε στην υπηρεσία αντικατασκοπίας στη Θεσσαλονίκη στα τέλη Σεπτεμβρίου αποφασίστηκε η οργάνωση ενός δικτύου πληροφοριοδοτών (γερμανικά: Vertrauensleute ή V-Mann ελληνικά: Άνθρωποι εμπιστοσύνης) στην περιοχή μέσω του οποίου θα έπαιρναν οι Γερμανοί πληροφορίες για τις κινήσεις των ανταρτών, για το που έκρυβαν τον οπλισμό τους και για το πως γινόταν η τροφοδοσία τους.

Στις αρχές Οκτωβρίου ο Δημήτριος Κίκηρας, ένας κάτοικος του Κάτω Κερδυλίου, έλαβε από τους αντάρτες χρήματα και ένα ζώο προκειμένου να αγοράσει και να μεταφέρει σ’ αυτούς τρόφιμα. Ο Κίκηρας όμως καταχράστηκε τα χρήματα και τότε ένας από τους αρχηγούς των ανταρτών, ο Μιχάλης Μπογατσόπουλος, τον απείλησε προκειμένου να τους δώσει τα τρόφιμα που έπρεπε να είχε αγοράσει ή να επιστρέψει τα χρήματα. Για να βρει τα χρήματα ο Κίκηρας προσπάθησε να ληστέψει, στις 10 Οκτωβρίου του 1941, τον καλόγερο Γρηγόριο Καρακαλινό, από το μοναστήρι του Αγίου Δημητρίου λίγο έξω από το Άνω Κερδύλιο αλλά τελικά σκότωσε το βοηθό του καλόγερου, τραυματίστηκε ο ίδιος και διέφυγε. Την επομένη και αφού ο καλόγερος κατήγγειλε το γεγονός, ο Κίκηρας συνελήφθη στο σπίτι ενός γιατρού στην Ευκαρπία. Κατά την ανάκριση έδωσε ονόματα των ανταρτών που καταγόταν από το Ανω και Κάτω Κερδύλιο καθώς και τα ονόματα όσων τους τροφοδοτούσαν.

Στις 12 Οκτωβρίου 1941 το 382ο Σύνταγμα Πεζικού της Βέρμαχτ ερεύνησε τα δυο χωριά, συγκέντρωσε και ανέκρινε τους κατοίκους και αναζήτησε όσους είχε κατονομάσει ο Κίκηρας χωρίς όμως να τους βρει. Κατά τη διάρκεια των ερευνών εκτέλεσε ένα άτομο στο Κάτω Κερδύλιο, πυρπόλησε ορισμένα σπίτια ανταρτών και συνέλαβε μερικά άτομα. Στους συγκεντρωμένους κατοίκους δηλώθηκε ότι θα πρέπει να απέχουν από οποιαδήποτε βοήθεια προς τους αντάρτες γιατί αλλιώς θα έκαιγαν όλα ανεξαιρέτως τα σπίτια των χωριών και θα εκτελέσουν όλους τους άνδρες κατοίκους.

Οι κάτοικοι φοβήθηκαν και δημιούργησαν μια επιτροπή που αποτελούταν από τον πρόεδρο του Άνω Κερδυλίου, το γραμματέα και τον κοινοτικό σύμβουλο και η οποία στις 16 Οκτωβρίου 1941 πήγε στη Θεσσαλονίκη και υπέβαλε αίτηση στη Γενική Διοικηση για να διαβιβαστεί στη συνέχεια στις γερμανικές αρχές. Στην αίτηση αυτή η επιτροπή επικροτούσε τις τελευταίες γερμανικές επιχειρήσεις και ζητούσε την αποστολή στην περιοχή δύναμης της ελληνικής χωροφυλακής ή και γερμανικής μονάδας “ίνα ούτω εξοντώσωμεν τους ληστοσυμμορίτας και ησυχάση η επαρχία μας”.

Στις 16 Οκτωβρίου 1941 το 382ο Σύνταγμα Πεζικού της Βέρμαχτ έκανε επιδρομή στα χωριά Ζερβοχώρι, Δάφνη και Σιτοχώρι και κατέστρεψε 20 σπίτια και 2 αχυρώνες. Στο συνοικισμό Ορέσκεια Δάφνης προχώρησε στην εκτέλεση δύο ανθρώπων για κατοχή όπλων. Στο Σιτοχώρι εκτέλεσε άλλους δύο “διότι καθ΄ομολογία των συμμετέσχον εις το γνωστόν κίνημα της Νιγρίτης αλλά μετανοήσαντες επέστρεψαν εις το χωρίον των”.

Χρονικό της τραγωδίας

Ξημερώματα της 17 Οκτωβρίου 1941, δύο λόχοι του 220ου Τάγματος Σκαπανέων της Βέρμαχτ με δύναμη 250 ανδρών υπο τις διαταγές των λοχαγών Βέντλερ (Wendler) και Σράινερ Σράινερ ξεκίνησαν από τον Σταυρό Θεσσαλονίκης για τα Κερδύλια έχοντας μαζί τους κρατούμενους Κερδυλιώτες. Φτάνοντας κοντά στα χωριά άφησαν τα αυτοκίνητα, άρχισαν να ανεβαίνουν από τρία σημεία και περικύκλωσαν τα Άνω Κερδύλια από την θέση Στρόβολο και τα Κάτω Κερδύλια από την θέση Λειβάδια. Η χρονική στιγμή εκδήλωσης της επιχείρησης και το γεγονός ότι άφησαν τα αυτοκίνητα μακριά από τα χωριά δείχνει οι Γερμανοί στρατιώτες ήθελαν να αιφνιδιάσουν τους κατοίκους. Και πραγματικά σχεδόν το σύνολο των κατοίκων των δύο χωριών συνελήφθη. Κανείς δεν προσπάθησε να αποδράσει επειδή οι κάτοικοι, καθώς δεν υπήρχε ανάλογο προηγούμενο, δεν πήραν στα σοβαρά τις γερμανικές απειλές.

Οι στρατιώτες της Βέρμαχτ συγκέντρωσαν τους αρρένες κατοίκους μεταξύ 16 και 60 χρόνων στις θέσεις Αλώνια και Κούτρες. Οι γυναίκες και τα παιδιά αρχικά συγκεντρώθηκαν στα σχολεία και στη συνέχεια, αφού είχαν απομακρυνθεί οι άντρες, τους επετράπηκε να πάρουν μαζί τους όσα πράγματα μπορούσαν και να φύγουν προς το Καστρί και την Ευκαρπία ενώ κλείδωσαν σε κοινοτικό κατάστημα 23 υπερήλικες, οι οποίοι αργότερα κινδύνεψαν από την πυρπόληση του χωριού .

Στις 09.00 το πρωί δόθηκε το σήμα με μια φωτοβολίδα, και οι Γερμανοί στρατιώτες άρχισαν να εκτελούν άρρενες κατοίκους ηλικίας από 16 μέχρι 60 ετών. Από την εκτέλεση εξαιρέθηκαν στο Άνω Κερδύλιο δεκαεπτά άτομα άνω των εξήντα ετών, μεταξύ των οποίων ο ιερέας, ο δάσκαλος και ο δασοφύλακας και στο Κάτω Κερδύλιο δέκα γέροντες. Οι άνθρωποι αυτοί χρησιμοποιήθηκαν μετά το τέλος των εκτελέσεων για την ταφή των νεκρών.

Τα κτίρια των χωριών κάηκαν εκτός από τις εκκλησίες και μετά την καταστροφή, οι κάτοικοι κατέφυγαν στα χωριά Καστρί και Ευκαρπία.

Ο αριθμός των θυμάτων

Σύμφωνα με τις μεταπολεμικές λίστες εκτελεσθέντων ο αριθμός των νεκρών ανήλθε σε 214 άτομα. Οι εκθέσεις των τότε αστυνομικών αρχών και της Γενικής Διοίκησης Μακεδονίας έκαναν λόγω για 211-212 εκτελεσθέντες ενώ οι γερμανικές αρχές κατοχής για 207. Στην έκθεση που συνέταξε μεταπολεμικά το Ελληνικό Εθνικό Γραφείο Εγκλημάτων Πολέμου αναφέρεται ότι οι νεκροί ήταν 222. Τέλος ο Γιάννης Παπασυμεών στο βιβλίο του για την καταστροφή των Κερδυλίων δημοσιεύει κατάσταση 230 ατόμων, μεταξύ των οποίων και ετεροδημότες, που συντάχθηκε μεταπολεμικά από την κοινότητα των Νέων Κερδυλίων.

Μετά την καταστροφή

Η επίσημη ανακοίνωση από την γερμανική διοίκηση της Θεσσαλονίκης που εκδόθηκε στις 2 Νοεμβρίου 1941, αναφέρει:

«Εις τα βουνά δυτικώς του Στρυμόνος δρα από εβδομάδων μία κομμουνιστική συμμορία απαρτιζόμενη από κατοίκους των πέριξ χωρίων και επιδιδόμενη εις την ληστείαν των πλουσίων χωρικών της περιοχής όπως προσποριστεί χρηματικά μέσα, τη σύλληψιν Ελλήνων αστυνομικών προς αφαίρεση των όπλων των και δι’ αυτών τον φόνον Γερμανών στρατιωτών… Περί τα τέλη Σεπτεμβρίου εδολοφονήθησαν εις θέσιν Λαχανά 2 Γερμανοί στρατιώται και προ ημερών εγένετο απόπειρα εναντίον του γερμανικού στρατού, με αποτέλεσμα το φόνο δύο Γερμανών ναυτών και τον βαρύ τραυματισμόν ενός άλλου εις Καλόκαστρον. Εν συνεχεία διά των παρά του γερμανικού στρατού ληφθέντων μέτρων κατεστράφησαν παρ’ αυτού τα χωριά Ανω και Κάτω Κερδύλλια, οι κάτοικοι των οποίων αποδεδειγμένως ανήκον εις την εν λόγω συμμορία τροφοδοτούντες και υποστηρίζοντες ταύτην παντοιοτρόπως»..

Τα χωριά δεν ξανακατοικήθηκαν και οι εναπομείναντες κάτοικοι έκτισαν αργότερα το 1955 τον σύγχρονο οικισμό των Νέων Κερδυλίων. Η σφαγή των Κερδυλίων αναγνωρίστηκε από το Ελληνικό Κράτος το 1998 με το Προεδρικό Διάταγμα 393/7-12-1998 και η κοινότητα Νέων Κερδυλίων ως μαρτυρική. Το ολοκαύτωμα των Κερδυλίων θεωρείται η πρώτη ομαδική εκτέλεση αμάχων από τα στρατεύματα κατοχής στην Βόρεια Ελλάδα κατά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο.

Συνέχεια ανάγνωσης

Ιστορία - Πολιτισμός

Arolsen Archives: Το αρχείο που αναζητά τα ίχνη εκατομμυρίων θυμάτων του ναζισμού

Δημοσιεύτηκε

στις

Στη γερμανική πόλη Μπαντ Άρολσεν φυλάσσεται μία από τις σημαντικότερες συλλογές τεκμηρίων για τα θύματα των ναζιστικών διώξεων.

Περισσότερα από 30 εκατομμύρια έγγραφα, κατάλογοι κρατουμένων και στοιχεία καταναγκαστικής εργασίας βοηθούν στην ανασύνθεση προσωπικών ιστοριών που κινδύνεψαν να χαθούν οριστικά. Με την ψηφιοποίηση και τη χρήση νέων τεχνολογιών, το αρχείο επιχειρεί να διατηρήσει ζωντανή τη μνήμη και να δώσει απαντήσεις σε οικογένειες που εξακολουθούν να αναζητούν την τύχη των συγγενών τους. Πίσω από κάθε όνομα σε έναν κατάλογο κρατουμένων, πίσω από κάθε φθαρμένο έγγραφο και κάθε χειρόγραφη καταχώριση μπορεί να κρύβεται μια ανθρώπινη ιστορία που δεν έχει ακόμη ολοκληρωθεί.

Για χιλιάδες οικογένειες, η αναζήτηση πληροφοριών για συγγενείς που διώχθηκαν, φυλακίστηκαν ή εξαφανίστηκαν κατά τη ναζιστική περίοδο παραμένει μια ανοιχτή υπόθεση, ακόμη και οκτώ δεκαετίες μετά το τέλος του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου. Στη Γερμανία, τα Arolsen Archives, το Διεθνές Κέντρο για τις Ναζιστικές Διώξεις, αποτελούν έναν από τους σημαντικότερους θεσμούς για τη διερεύνηση αυτών των υποθέσεων. Η συλλογή τους περιλαμβάνει περισσότερα από 30 εκατομμύρια ιστορικά έγγραφα, με πληροφορίες για περίπου 17,5 εκατομμύρια ανθρώπους που υπήρξαν θύματα ή επιζώντες του ναζιστικού καθεστώτος.

Το έργο του αρχείου δεν περιορίζεται στη φύλαξη ιστορικών τεκμηρίων. Στόχος είναι να διατηρηθούν τα πρωτότυπα, να οργανωθούν οι πληροφορίες που περιέχουν και να γίνουν προσβάσιμες σε συγγενείς θυμάτων, ερευνητές και πολίτες από όλο τον κόσμο. Έτσι, τα έγγραφα της ναζιστικής περιόδου μετατρέπονται σε ένα εργαλείο αναζήτησης της ιστορικής αλήθειας και αποκατάστασης της μνήμης.

Από τα αρχεία των διώξεων στην αναζήτηση της ανθρώπινης μοίρας

Τα Arolsen Archives ιδρύθηκαν το 1948, με την ονομασία International Tracing Service, σε μια εποχή κατά την οποία εκατομμύρια άνθρωποι προσπαθούσαν να εντοπίσουν συγγενείς τους που είχαν χαθεί στη διάρκεια του πολέμου. Η αρχική αποστολή ήταν να βοηθήσουν στον εντοπισμό αγνοουμένων και στη διευκρίνιση της τύχης ανθρώπων που είχαν υποστεί ναζιστικές διώξεις. Με την πάροδο των δεκαετιών, η συλλογή εξελίχθηκε σε ένα διεθνές αρχείο ιστορικής τεκμηρίωσης. Τα έγγραφα αφορούν κρατουμένους σε στρατόπεδα συγκέντρωσης, γκέτο και φυλακές της Γκεστάπο, ανθρώπους που οδηγήθηκαν σε καταναγκαστική εργασία, αλλά και επιζώντες που βρέθηκαν υπό τη φροντίδα συμμαχικών οργανώσεων μετά το 1945. Περιλαμβάνονται επίσης στοιχεία για τους εκτοπισμένους πληθυσμούς και τη μετανάστευση κατά τα πρώτα μεταπολεμικά χρόνια.

Οι κατάλογοι, τα δελτία κρατουμένων, οι καταγραφές μεταγωγών και τα διοικητικά έγγραφα μπορούν να προσφέρουν πολύτιμες πληροφορίες για την πορεία ενός ανθρώπου μέσα στο σύστημα διώξεων. Ένα όνομα, μια ημερομηνία ή ένας αριθμός μητρώου ενδέχεται να αποτελέσει το στοιχείο που θα συνδέσει διαφορετικά έγγραφα και θα επιτρέψει την ανασύνθεση ενός μέρους της ζωής του. Ωστόσο, το αρχείο δεν είναι πλήρες. Πολλά έγγραφα καταστράφηκαν από τους ίδιους τους Ναζί ή χάθηκαν κατά τη διάρκεια του πολέμου. Επιπλέον, εκατομμύρια άνθρωποι δολοφονήθηκαν χωρίς να καταγραφούν ποτέ τα ονόματά τους. Για τον λόγο αυτό, η απουσία ενός προσώπου από τις διαθέσιμες συλλογές δεν σημαίνει ότι δεν υπήρξε ή ότι δεν υπέστη διώξεις.

Η ψηφιοποίηση αλλάζει τον τρόπο αναζήτησης

Για πολλά χρόνια, η αξιοποίηση του αρχείου απαιτούσε εκτεταμένη χειρωνακτική εργασία. Οι ερευνητές έπρεπε να εξετάζουν φακέλους, να διαβάζουν χειρόγραφες σημειώσεις και να αντιπαραβάλλουν πληροφορίες που βρίσκονταν σε διαφορετικά έγγραφα. Η ψηφιοποίηση αλλάζει σταδιακά αυτή τη διαδικασία. Τα Arolsen Archives αναπτύσσουν ένα ηλεκτρονικό αρχείο μέσω του οποίου οι χρήστες μπορούν να αναζητούν ονόματα και ιστορικά θέματα, να εντοπίζουν ψηφιοποιημένα τεκμήρια και να εξετάζουν το περιεχόμενό τους από απόσταση. Η διαδικασία, ωστόσο, δεν τελειώνει με τη σάρωση ενός εγγράφου. Για να μπορεί να αναζητηθεί αποτελεσματικά, πρέπει να καταχωριστούν τα στοιχεία του, να συνδεθούν τα ονόματα με τις αντίστοιχες εγγραφές και να οργανωθούν οι πληροφορίες που περιέχει.

Σε αυτό το στάδιο αξιοποιούνται τεχνολογίες οπτικής αναγνώρισης χαρακτήρων (OCR), καθώς και εργαλεία που βοηθούν στην ομαδοποίηση και τη διασύνδεση δεδομένων. Η τεχνητή νοημοσύνη μπορεί να διευκολύνει την ανάγνωση καταλόγων και την αντιπαραβολή πληροφοριών από διαφορετικά έγγραφα, ώστε να εντοπίζονται πιθανές συνδέσεις ανάμεσα σε πρόσωπα, τόπους και γεγονότα. Η τεχνολογία, όμως, δεν υποκαθιστά την ιστορική έρευνα. Τα παλιά έγγραφα περιέχουν δυσανάγνωστα χειρόγραφα, διαφορετικές γραφές ονομάτων, συντομογραφίες και λάθη καταγραφής. Για τον λόγο αυτό, η αυτοματοποιημένη αναγνώριση χρειάζεται έλεγχο και αξιολόγηση, ιδιαίτερα όταν αφορά στοιχεία που μπορούν να επηρεάσουν την ανασύνθεση της μοίρας ενός θύματος.

Όταν ένα όνομα οδηγεί σε μια οικογενειακή ιστορία

Η σημασία των Arolsen Archives γίνεται ιδιαίτερα εμφανής μέσα από τις αναζητήσεις συγγενών. Για ανθρώπους που προσπαθούν να μάθουν τι συνέβη σε έναν παππού, μια γιαγιά ή έναν άλλο συγγενή που εξαφανίστηκε κατά τη ναζιστική περίοδο, ακόμη και ένα μικρό εύρημα μπορεί να έχει μεγάλη συναισθηματική και ιστορική αξία. Η αναζήτηση μπορεί να οδηγήσει σε πληροφορίες για την κράτηση ενός προσώπου, τη μεταφορά του σε στρατόπεδο, την καταναγκαστική εργασία ή την παρουσία του σε μεταπολεμικό καταυλισμό εκτοπισμένων. Σε άλλες περιπτώσεις, τα έγγραφα προσφέρουν μόνο αποσπασματικές ενδείξεις, οι οποίες χρειάζεται να διασταυρωθούν με άλλες πηγές.

Το ηλεκτρονικό αρχείο είναι ελεύθερα προσβάσιμο και μπορεί να χρησιμοποιηθεί τόσο για προσωπικές αναζητήσεις όσο και για επιστημονικούς, εκπαιδευτικούς και δημοσιογραφικούς σκοπούς. Όταν η διαδικτυακή έρευνα δεν αποδίδει αποτελέσματα, οι ενδιαφερόμενοι μπορούν να απευθυνθούν στην υπηρεσία αναζήτησης του οργανισμού. Η προσπάθεια αυτή έχει ιδιαίτερη σημασία σε μια εποχή κατά την οποία οι επιζώντες του ναζισμού λιγοστεύουν. Καθώς οι προσωπικές μαρτυρίες χάνονται σταδιακά, τα τεκμήρια αποκτούν ακόμη μεγαλύτερη βαρύτητα για την ιστορική έρευνα και τη διατήρηση της μνήμης.

#everynamecounts: Η μνήμη ως συλλογική προσπάθεια

Η ψηφιοποίηση δεν στηρίζεται αποκλειστικά στους εργαζομένους του αρχείου. Σημαντικό ρόλο έχουν και οι εθελοντές που συμμετέχουν στην πρωτοβουλία #everynamecounts. Μέσω της δράσης αυτής, πολίτες βοηθούν στην καταχώριση πληροφοριών από ιστορικά έγγραφα, ώστε τα ονόματα και τα σχετικά στοιχεία να γίνουν ευκολότερα αναζητήσιμα. Η συμμετοχή τους συμβάλλει στην προσπάθεια να συνδεθούν οι ψηφιοποιημένες σελίδες με συγκεκριμένα πρόσωπα και να διευκολυνθούν οι μελλοντικές αναζητήσεις.

Πρόκειται για μια μορφή συμμετοχικής ιστορικής μνήμης, στην οποία η τεχνολογία συνδυάζεται με την ανθρώπινη εργασία. Η καταχώριση ενός ονόματος δεν αποτελεί απλώς μια τεχνική διαδικασία: είναι ένας τρόπος να αναγνωριστεί η ύπαρξη ενός ανθρώπου και να διατηρηθεί η ιστορία του μέσα σε ένα ευρύτερο αρχείο συλλογικής εμπειρίας. Παράλληλα, η πρωτοβουλία #StolenMemory επικεντρώνεται στην αναζήτηση συγγενών πρώην κρατουμένων στους οποίους είχαν αφαιρεθεί προσωπικά αντικείμενα κατά τη σύλληψή τους. Τα αντικείμενα αυτά, όταν είναι δυνατόν να επιστραφούν στις οικογένειες, λειτουργούν ως απτοί σύνδεσμοι με ανθρώπους των οποίων η ιστορία συχνά έχει διασωθεί μόνο μέσα από έγγραφα.

Παρά την πρόοδο της ψηφιοποίησης, η προστασία των πρωτότυπων εγγράφων παραμένει βασική προτεραιότητα. Πολλά από αυτά χρησιμοποιήθηκαν επί δεκαετίες για τη διεκπεραίωση αιτημάτων εντοπισμού αγνοουμένων. Το συχνό ξεφύλλισμα, η αντιγραφή και η μεταφορά τους έχουν αφήσει σημάδια φθοράς. Οι εργασίες συντήρησης περιλαμβάνουν την κατάλληλη συσκευασία, την αντιμετώπιση της όξινης φθοράς του χαρτιού και την καταγραφή της κατάστασης κάθε τεκμηρίου. Η ψηφιακή πρόσβαση περιορίζει την ανάγκη συνεχούς χειρισμού των πρωτοτύπων, χωρίς όμως να καταργεί την ανάγκη διατήρησής τους.

Η σημασία της συλλογής έχει αναγνωριστεί και διεθνώς: από το 2013, τα Arolsen Archives περιλαμβάνονται στο πρόγραμμα «Μνήμη του Κόσμου» της UNESCO, το οποίο αποσκοπεί στην προστασία και ανάδειξη σημαντικών τεκμηρίων της παγκόσμιας ιστορίας.

Ένα αρχείο για το παρελθόν και τις επόμενες γενιές

Η δουλειά των Arolsen Archives δείχνει ότι η ιστορική μνήμη δεν διατηρείται μόνο μέσα από μνημεία, επετείους και δημόσιες τελετές. Διατηρείται και μέσα από την επίμονη εργασία της καταγραφής, της διασταύρωσης και της προστασίας των τεκμηρίων. Κάθε έγγραφο μπορεί να αποτελέσει μια μαρτυρία για το πώς οργανώθηκαν οι διώξεις, πώς λειτούργησε ο μηχανισμός καταναγκαστικής εργασίας και ποιες συνέπειες είχε ο ναζισμός για εκατομμύρια ανθρώπους. Ταυτόχρονα, μπορεί να προσφέρει σε μια οικογένεια μια πληροφορία που αναζητούσε επί δεκαετίες.

Σε μια περίοδο κατά την οποία η παραπληροφόρηση και η διαστρέβλωση ιστορικών γεγονότων εξακολουθούν να αποτελούν πρόκληση, η πρόσβαση στις πρωτογενείς πηγές αποκτά ιδιαίτερη σημασία. Τα αρχεία δεν απαντούν σε κάθε ερώτημα, ούτε μπορούν να αναπληρώσουν τα τεκμήρια που χάθηκαν. Μπορούν, όμως, να διασώσουν όσα εξακολουθούν να υπάρχουν και να επιτρέψουν στις επόμενες γενιές να τα μελετήσουν. Στο Μπαντ Άρολσεν, η αναζήτηση δεν αφορά μόνο το τι συνέβη στο παρελθόν. Αφορά και τη δυνατότητα να μη χαθούν ξανά τα ίχνη ανθρώπων που βρέθηκαν στο επίκεντρο ενός από τα μεγαλύτερα εγκλήματα της ευρωπαϊκής ιστορίας.

Συνέχεια ανάγνωσης

Αναλύσεις

Η ιστορία του Καπετανίδη στον Ισραηλινό Τύπο

Η ζωή, η δημοσιογραφική δράση και η θυσία του Νίκου Καπετανίδη αναδεικνύονται στην Israel Hayom, μέσα από άρθρο του Χρήστου Κωνσταντινίδη, που θέτει στο επίκεντρο τη Γενοκτονία των Ελλήνων του Πόντου και την άρνηση της Τουρκίας να αναμετρηθεί με το ιστορικό της παρελθόν.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Στον ισραηλινό Τύπο φτάνει η ιστορία του Νίκου Καπετανίδη, του Πόντιου δημοσιογράφου που οδηγήθηκε στην αγχόνη στην Αμάσεια, στις 21 Σεπτεμβρίου 1921, επειδή υπερασπίστηκε με την πένα και τη δημόσια στάση του τον Ελληνισμό του Πόντου.

Με άρθρο που δημοσιεύθηκε στις 13 Οκτωβρίου 2026 στην Israel Hayom, ο δημοσιογράφος και διευθυντής σύνταξης του Geopolitico.gr, Χρήστος Κωνσταντινίδης, παρουσιάζει στο διεθνές αναγνωστικό κοινό τη διαδρομή του εκδότη της «Εποχής». Παράλληλα, συνδέει την ιστορική του μαρτυρία με το σημερινό ζήτημα της λογοδοσίας και την επιλεκτική στάση της Άγκυρας απέναντι στα εγκλήματα του παρελθόντος.

Το δημοσίευμα φέρει τον τίτλο «Turkey demands accountability from Israel – but not from itself», δηλαδή «Η Τουρκία απαιτεί λογοδοσία από το Ισραήλ – αλλά όχι από τον εαυτό της».

Η αφετηρία του άρθρου είναι η εκτέλεση του 32χρονου Καπετανίδη. Γεννημένος στη Ριζούντα το 1889 και απόφοιτος του Φροντιστηρίου Τραπεζούντας, ο δημοσιογράφος εξέδωσε το 1918 την εφημερίδα «Εποχή», καταγράφοντας τις διώξεις και τη βία που υφίσταντο οι ελληνικοί πληθυσμοί στην Τραπεζούντα και στα χωριά του Πόντου.

Μέσα από αναφορές στη μαρτυρία του Δημήτρη Ψαθά στη «Γη του Πόντου», ο Κωνσταντινίδης σκιαγραφεί έναν άνθρωπο με ορμή, πατριωτικό φρόνημα και βαθιά πίστη στην ελευθερία. Έναν εκδότη που αντιλαμβανόταν τη δημοσιογραφία ως ευθύνη απέναντι στον λαό του και κατονόμαζε τους υπευθύνους των διωγμών, γνωρίζοντας ότι κάθε φύλλο της εφημερίδας του μπορούσε να χρησιμοποιηθεί εναντίον του.

Ιδιαίτερη θέση στο άρθρο έχει η αντιπαράθεσή του με τον Τοπάλ Οσμάν, τον παραστρατιωτικό αρχηγό που συνδέθηκε με σφαγές, λεηλασίες και εκτοπισμούς Ελλήνων και Αρμενίων. Όπως υπογραμμίζεται, ο Καπετανίδης δεν υποχώρησε μπροστά στις απειλές του, ούτε άλλαξε τη γραμμή της εφημερίδας για να εξασφαλίσει την προσωπική του σωτηρία.

Το δημοσίευμα περιγράφει τα λεγόμενα «Δικαστήρια Ανεξαρτησίας» της Αμάσειας ως μηχανισμό εξόντωσης της ηγεσίας του ποντιακού Ελληνισμού. Κληρικοί, εκπαιδευτικοί, επιχειρηματίες και δημοσιογράφοι βρέθηκαν αντιμέτωποι με διαδικασίες στις οποίες, σύμφωνα με την ανάλυση του αρθρογράφου, η καταδίκη είχε ουσιαστικά προαποφασιστεί.

Απέναντι στους κατηγόρους του, ο Καπετανίδης υπερασπίστηκε ανοιχτά την εθνική του θέση. Όταν κατηγορήθηκε ότι αγωνιζόταν για την ανεξαρτησία του Πόντου, δήλωσε ότι επιδίωκε και την ένωσή του με την Ελλάδα. Το άρθρο αναφέρεται και στην τελευταία του κραυγή πριν από τον απαγχονισμό: «Ζήτω η Ελλάς!»

Κεντρικό σημείο της παρέμβασης αποτελεί η διάσωση του αρχείου της «Εποχής» από τον αδελφό του, Κώστα Καπετανίδη, ο οποίος το μετέφερε στην Ελλάδα. Η ψηφιοποίησή του, επισημαίνει ο Κωνσταντινίδης, δημιουργεί δυνατότητες ευρύτερης μελέτης και διεθνούς αξιοποίησης.

Πρόκειται για τεκμήρια γραμμένα την ώρα που εξελίσσονταν οι διωγμοί. Ο αρθρογράφος προτείνει τη μετάφραση, την επιστημονική επεξεργασία και την παρουσίασή τους σε κοινοβούλια, πανεπιστήμια και διεθνείς οργανισμούς, ως μέρος μιας οργανωμένης προσπάθειας για τη διεθνή αναγνώριση της Γενοκτονίας.

Η σύνδεση με το σήμερα γίνεται μέσα από την κριτική στην Τουρκία, η οποία κατηγορεί το Ισραήλ για γενοκτονία στη Γάζα, ενώ εξακολουθεί να αρνείται τη Γενοκτονία των Ελλήνων του Πόντου. Το άρθρο διευκρινίζει ότι οι καταγγελίες κατά του Ισραήλ πρέπει να κρίνονται με βάση τα αποδεικτικά στοιχεία και το δίκαιο. Θέτει, όμως, ταυτόχρονα το ζήτημα της συνέπειας: ένα κράτος που απαιτεί έλεγχο της συμπεριφοράς άλλων κρατών οφείλει να δέχεται τον έλεγχο και της δικής του ιστορικής διαδρομής.

Μέσα από την ιστορία του Καπετανίδη, η παρέμβαση στην Israel Hayom αναδεικνύει έτσι ένα συγκεκριμένο αίτημα: η διασωθείσα μαρτυρία της «Εποχής» να αποκτήσει τη διεθνή παρουσία που της αναλογεί, μεταφέροντας την ιστορική τεκμηρίωση του ποντιακού Ελληνισμού πέρα από τα ελληνικά σύνορα.

Διαβάστε το άρθρο στην Israel Hayom.

Συνέχεια ανάγνωσης

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ

Αναλύσεις12 λεπτά πριν

Μάικλ Ρούμπιν: Ο Τομ Μπάρακ θα Καταστρέψει την κληρονομιά του Τραμπ;

Ο Μπάρακ έχει αναδιαμορφώσει σχεδόν μόνος του την πολιτική των ΗΠΑ στην Ανατολική Μεσόγειο και τη Μέση Ανατολή προς όφελος...

Απόψεις27 λεπτά πριν

Γεωπολιτική και Προφητεία: Ο γέροντας Σίμων της Λατινικής Αμερικής, οι «τρεις ημέρες σκοταδιού» στην ανθρωπότητα

Η πραγματική εγρήγορση δεν είναι ο φόβος για το αύριο· είναι η υπεύθυνη, η φροντίδα της οικογένειας για τον άνθρωπό...

Αναλύσεις42 λεπτά πριν

Ο Πούτιν χτυπά την οικονομία, ο Τραμπ περιπλέκει το παιχνίδι: Η Ευρώπη μπροστά στη μεγάλη δοκιμασία της Ουκρανίας

Από στρατιωτικής άποψης, η προφανής λύση είναι η παροχή περισσότερων και καλύτερων συστημάτων αεράμυνας. Ωστόσο, αυτά βρίσκονται σε περιορισμένη διαθεσιμότητα...

Αναλύσεις1 ώρα πριν

Γιατί το Πεντάγωνο ανησύχησε τόσο πολύ για τα βομβαρδιστικά B-1 στην Αγγλία

Το περιστατικό συμβολίζει τη σταδιακή υποχώρηση της αμερικανικής επιρροής και την αυξανόμενη αβεβαιότητα στο διεθνές περιβάλλον, όπου αντίπαλοι όπως το...

Άμυνα2 ώρες πριν

Παρέλαση από το μέλλον: Τα υπερσύγχρονα συστήματα «Spyder» και «David’s Sling»

Η φετινή παρέλαση της 28ης Οκτωβρίου δεν θα έχει σχέση με τις προηγούμενες, αναφέρουν από το υπουργείο Εθνικής Αμυνας, καθώς...

Δημοφιλή