Ακολουθήστε μας

Διεθνή

Ο Τόνι Μπλερ στην «Κ»: Η Ουκρανία θα αναδυθεί με ευρωπαϊκή προοπτική

Δημοσιεύτηκε στις

Ο πρώην Βρετανός πρωθυπουργός απαντάει στο ερώτημα για το αν η δημοκρατία απειλείται και αν ο καπιταλισμός πρέπει να διορθώσει τις μεγάλες ανισότητες και διαστροφές που έχουν προκύψει

Μία συζήτηση με τον Τόνι Μπλερ είναι πάντοτε ενδιαφέρουσα καθώς πρόκειται για έναν από τους λίγους παλαίμαχους Δυτικούς πολιτικούς που έχουν άποψη, κινούνται δραστήρια και συνεχίζουν να είναι παγκόσμιοι «παίκτες». Ο Μπλερ μιλάει για τις εντυπώσεις που απεκόμισε από τον Πούτιν όταν τον συνάντησε για πρώτη φορά αλλά και το πώς άλλαξε στην πορεία. Διατυπώνει τις εκτιμήσεις του για την Ουκρανία και τον νέο ψυχρό πόλεμο που μοιάζει να ανοίγεται μπροστά μας.

Ο πρώην Βρετανός πρωθυπουργός απαντάει στο ερώτημα για το αν η δημοκρατία απειλείται και αν ο καπιταλισμός πρέπει να διορθώσει τις μεγάλες ανισότητες και διαστροφές που έχουν προκύψει. Οι απαντήσεις του δείχνουν άλλωστε γιατί δύο δεκαετίες μετά την αποχώρησή του από την πολιτική ο Μπλερ συνεχίζει να είναι ένα από τα πιο ανοικτά και ζωντανά μυαλά της εποχής μας. Η συζήτηση έγινε στο πλαίσιο του Φόρουμ των Δελφών.

– Hσασταν ίσως ο πρώτος Δυτικός ηγέτης που συνάντησε τον Βλαντιμίρ Πούτιν, πριν από καιρό. Θα μπορούσατε να θυμηθείτε τις πρώτες σας εντυπώσεις και να περιγράψετε επίσης την εξέλιξή του;

– Γνώρισα τον Πούτιν σε αυτό που θα αποκαλούσα δύο ενσαρκώσεις. Και η ανησυχία μου σήμερα είναι ότι γινόμαστε μάρτυρες μιας τρίτης.

Η πρώτη, ήταν ο ηγέτης που γνώρισα λίγο πριν αναλάβει τα καθήκοντά του. Επέμενε η συνάντηση να γίνει στην Αγία Πετρούπολη, για να έχει πιο δυτικό προσανατολισμό. Ο ίδιος ήταν επικεντρωμένος στη μεταρρύθμιση της ρωσικής οικονομίας. Hθελε να έχει καλές σχέσεις με τη Δύση. Και πράγματι, σε αντίθεση με τα όσα είπε πρόσφατα, προσπαθήσαμε να επιτύχουμε αυτές τις καλές σχέσεις. Μην ξεχνάτε ότι το G7 ήταν G8 επί των ημερών μου. Και προσπαθήσαμε να φέρουμε τη Ρωσία στον διάλογο με το ΝΑΤΟ. Αυτή ήταν η πρώτη ενσάρκωση.

Η δεύτερη, ήταν προς το τέλος της θητείας μου, όταν είχε αρχίσει να καταργεί τα συστήματα ελέγχου και ισορροπίας εντός της ρωσικής δημοκρατίας και προφανώς είχε περιβάλει τον εαυτό του με μια ομάδα ανθρώπων υπό πολύ αυστηρό έλεγχο. Οπότε είχε γίνει μια πιο δικτατορική φιγούρα. Oμως, αν και ήταν αρκετά σκληρός, έκανε και τους δικούς του υπολογισμούς.

Αυτό που με ανησυχεί είναι ότι υπάρχει μια τρίτη ενσάρκωση. Και δεν μπορώ να φανταστώ τον Πούτιν εκείνης της περιόδου να κάνει έναν τόσο λάθος υπολογισμό. Το να κάνεις τέτοια λάθος εκτίμηση σημαίνει ότι έχεις περιβάλει τον εαυτό σου από μια μικρή ομάδα ανθρώπων που δεν θα σου πουν τίποτα που δεν θέλεις να ακούσεις. Και ένα από τα πιο σημαντικά γνωρίσματα της ηγετικής ικανότητας είναι να κατανοείς ότι πρέπει να έχεις γύρω σου μια ομάδα που θα είναι έτοιμη να προκαλέσει, να αμφισβητήσει και με την οποία θα μπορείς να κάνεις μια σωστή συζήτηση. Αυτό, σαφώς, δεν ισχύει στην προκειμένη περίπτωση. Το να πιστεύεις ότι θα μπεις στην Ουκρανία, και οι Ουκρανοί δεν θα πολεμήσουν για να υπερασπιστούν τα εδάφη τους, είναι μια εξαιρετικά λανθασμένη εκτίμηση.

Το Ινστιτούτο μου έχει ένα πρόγραμμα στην Ουκρανία, οπότε βρίσκομαι εκεί σχεδόν κάθε χρόνο από τότε που αποχώρησα από το πρωθυπουργικό αξίωμα. Οποιος γνωρίζει τη νεότερη γενιά των Ουκρανών ή τους νεότερους υπουργούς στην ουκρανική κυβέρνηση, καταλαβαίνει πως ήταν σίγουρο ότι θα πολεμούσαν. Δεν υπήρχε ποτέ περίπτωση να παραδοθούν αμαχητί. Αυτές ήταν λοιπόν οι εμπειρίες που είχα όταν ήμουν στο αξίωμα, και αυτή είναι η ανησυχία μου.

Το να κάνεις λάθος εκτίμηση (όπως ο Πούτιν στο Ουκρανικό) σημαίνει ότι έχεις περιβάλει τον εαυτό σου από μια μικρή ομάδα ανθρώπων που δεν θα σου πουν τίποτα που δεν θέλεις να ακούσεις.

– Αν γυρίζατε τον χρόνο πίσω και επανεξετάζατε όλη αυτή την περίοδο, πιστεύετε ότι υπήρχε κάτι που η Δύση θα μπορούσε να είχε κάνει καλύτερα όσον αφορά την αντιμετώπιση του Πούτιν; Είτε να τον φέρει πιο κοντά στην Ευρώπη είτε να είναι πιο σκληρή απέναντί του;

– Το σκέφτομαι πολύ αυτό, και αυτό το ερώτημα πρέπει να εξεταστεί με αυτοκριτική διάθεση. Δεν είχαμε συνειδητοποιήσει πλήρως πόσο είχε αποστασιοποιηθεί από τη Δύση, πόσο εχθρικός είχε γίνει. Οταν μιλούσα μαζί του, του έλεγα, «νομίζεις ότι θέλουμε να σε προσεγγίσουμε εχθρικά. Βασικά, η στάση της Δύσης απέναντι στη Ρωσία είναι “ας τα βρούμε”. Εχουμε κι άλλα πράγματα να κάνουμε. Εχουμε οικονομίες να τακτοποιήσουμε. Εχουμε προβλήματα στα συστήματα Υγείας μας, στην Παιδεία μας. Θέλουμε να προχωρήσουμε με όλα αυτά. Και πολεμάμε επίσης κατά της τρομοκρατίας». Οπότε, νομίζω ότι είναι σημαντικό να πούμε ότι αυτή η ιδέα ότι η Δύση ήταν, κατά κάποιον τρόπο, εγγενώς εχθρική ή ότι ξεκινούσε με μια εχθρική στάση, δεν ίσχυε σίγουρα, τουλάχιστον όσο ήμουν εκεί. Αντιθέτως. Υπήρχε τεράστια απογοήτευση για το γεγονός ότι δεν μπορούσαμε να έχουμε μια σωστή σχέση συνεργασίας.

Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο, τα τελευταία χρόνια, πάντα λέω, όταν με ρωτούν για τη Ρωσία, ότι αν και μπορώ να σας κάνω μια πολύ ξεκάθαρη ανάλυση για οποιαδήποτε χώρα στον πλανήτη, όσον αφορά τη Ρωσία, δεν ξέρω ποτέ αν πρέπει να ανησυχώ απλώς ή να ανησυχώ πολύ. Και σήμερα, προφανώς, ανησυχώ πολύ. Ομως ακόμα και τώρα δεν μπορώ να το καταλάβω εντελώς. Αλλά όπως και να ‘χει, αυτό που συνέβη είναι κάτι τρομερό, είναι μια απίστευτη τραγωδία. Νομίζω όμως ότι αυτό που θα επακολουθήσει είναι ότι μακροπρόθεσμα η θέση του Πούτιν θα αποδυναμωθεί, ενδεχομένως μοιραία. Και δεν έχω καμία απολύτως αμφιβολία ότι, μακροπρόθεσμα, η Ουκρανία θα αναδυθεί ως μια ισχυρή ανεξάρτητη χώρα, με ευρωπαϊκή προοπτική.

– Πιστεύετε ότι μπορεί να γίνει πραξικόπημα στο Κρεμλίνο;

– Δεν ξέρω. Θα πρέπει να συμβουλευτεί κανείς το Μαντείο εδώ. (γέλια). Δεν έχω πραγματικά ιδέα. Παρεμπιπτόντως, υπάρχουν πολύ λίγοι άνθρωποι, και δεν είμαι ένας εξ αυτών, με την πείρα να κρίνουν αυτόν τον στενό κύκλο και το τι μπορεί να συμβεί. Αν και αυτό που είναι ξεκάθαρο, κατά τη γνώμη μου, είναι ότι υπάρχει μια μειοψηφία Ρώσων που έχει πρόσβαση στον έξω κόσμο, που είναι συνδεδεμένη στο Διαδίκτυο, που θα σοκαριστεί. Οι Ρώσοι που γνωρίζω, εκτός Ρωσίας, είναι συντετριμμένοι, επειδή θα παραλύσει, σε βάθος χρόνου, η ρωσική οικονομία και θα φέρει τη χώρα σε δύσκολη κατάσταση για το διάστημα που ο Πούτιν θα είναι εκεί. Οπότε τι όφελος υπάρχει για τη Ρωσία; Ούτε αυτό μπορώ να το δω.

– Eνα απρόβλεπτο αποτέλεσμα όλων αυτών των γεγονότων ήταν η σύγκλιση των ΗΠΑ με την Ευρώπη. Πιστεύετε ότι είναι συγκυριακό; Υπάρχει περίπτωση να διαρκέσει περισσότερο; Προβλέπετε μια κοινή αμυντική προσπάθεια;

– Νομίζω ότι είναι μια μεγάλη στιγμή. Μια κομβική στιγμή. Και έτσι η απάντησή μου θα ήταν ναι, πιθανότατα, διότι νομίζω ότι η Αμερική θα το δει αυτό στο πλαίσιο, όχι μόνο της Ρωσίας αλλά και της Κίνας, του τρόπου με τον οποίο εξελίσσεται ο κόσμος και θα συνειδητοποιήσει ότι αυτή η Διατλαντική Συμμαχία που γεννήθηκε σε διαφορετικές εποχές και διαφορετικές συνθήκες, έχει ανανεωμένη σημασία σήμερα. Το πιστεύω αυτό. Και νομίζω ότι ο πρόεδρος Μπάιντεν τα κατάφερε πολύ καλά στο να ενώσει τη Δύση. Πιστεύω επίσης ότι αυτό θα αναγεννήσει και την Ευρώπη σε μεγάλο βαθμό, διότι κάτι που θα προκύψει, είναι ότι οι δημοκρατίες θα ξαναβρούν την πίστη στο ίδιο τους το σύστημα. Και νομίζω ότι αυτό είναι σημαντικό και το βλέπω να συμβαίνει.

Η συνταγή για έναν πολιτικό είναι να μη διαβάζει τα σόσιαλ μίντια

– Πόσο ανησυχείτε για τις δυνάμεις του λαϊκισμού; Φαίνεται ότι εξακολουθούν να υπάρχουν. Ο στασιμοπληθωρισμός και η άνοδος των τιμών, φυσικά, δεν βοηθούν. Τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης δεν βοηθούν. Ανησυχείτε γι’ αυτό; 

– Ναι, ανησυχώ. Είναι όμως σημαντικό να ορίσουμε τι είναι λαϊκισμός. Γιατί δεν μπορούμε να ορίσουμε τον λαϊκισμό ως δημοφιλία. Οι περισσότεροι πολιτικοί θέλουν να είναι δημοφιλείς. Δεν είναι πολιτικό έγκλημα αυτό. Εγώ ορίζω τον λαϊκισμό, ως το να παίρνεις το παράπονο και να το εκμεταλλεύεσαι αντί να το αντιμετωπίζεις. Αυτή είναι για μένα η ουσία του λαϊκισμού. Με άλλα λόγια, αν πάρεις ένα πραγματικό πρόβλημα, ας πούμε τη μετανάστευση, η επιθυμία τους είναι να καπηλευτούν το αρνητικό συναίσθημα κατά των μεταναστών, να το χρησιμοποιήσουν ως μέσο συγκέντρωσης υποστήριξης για να διχάσουν μια χώρα. Ενώ η σωστή πολιτική είναι να αντιμετωπίσεις το συγκεκριμένο ζήτημα και να προσπαθήσεις να βρεις μια λύση. Eτσι, δίνεις τη λύση αντί να εκμεταλλεύεσαι την οργή. Αυτή νομίζω ότι είναι η διαφορά. 

Αυτός ο λαϊκισμός υπάρχει στην Ευρώπη. Υπήρξε στο Ηνωμένο Βασίλειο. Εγώ πάντοτε, από την προοδευτική πλευρά της πολιτικής, το βλέπω αυτό με αυτοκριτική. Ο δεξιός λαϊκισμός είναι αυτός που θριαμβεύει. Η Αριστερά έχει τον δικό της λαϊκισμό, όπως στο Ηνωμένο Βασίλειο που έχουμε το Εργατικό Κόμμα με λαϊκιστή ηγέτη, και τον Τζέρεμι Κόρμπιν. Αλλά αν υπάρχει λαϊκισμός της Δεξιάς έναντι λαϊκισμού της Αριστεράς, σίγουρα στο σύστημά μας η Δεξιά πάντα κερδίζει. Ωστόσο, ο λαϊκισμός της Δεξιάς αποκτά δύναμη όταν η Αριστερά επιδιώκει επίσης τον λαϊκισμό. Διάβασα ένα ενδιαφέρον βιβλίο, πριν από λίγο καιρό, με τίτλο «1931», το οποίο αναφέρεται κυρίως στην κρίση χρέους στη Γερμανία πριν από τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Αυτό που ήταν πολύ ενδιαφέρον ήταν ότι σχεδόν ακούσια το βιβλίο ανέδειξε τον βαθμό στον οποίο η άνοδος των ναζί τροφοδοτήθηκε από ορισμένες δραστηριότητες της άκρας Αριστεράς, με το κέντρο να συμπιέζεται. Εξακολουθώ να υποστηρίζω ότι ο κεντρώος χώρος στην πολιτική είναι ο πιο κατάλληλος – ο κεντροαριστερός ή ο κεντροδεξιός. Η ειρωνεία για τη δυτική πολιτική είναι ότι οι λύσεις του 21ου αιώνα είναι κατά βάση πρακτικές, ωστόσο ο 21ος αιώνας τον τελευταίο καιρό έχει δανειστεί πολλές ιδεολογίες από τον 20ό αιώνα και είναι σχεδόν πάντα καταστροφικές.
 
– Ωστόσο, τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης καθιστούν τον διάλογο αυτό πολύ δύσκολο, επειδή το Κέντρο, η κοινή λογική, είναι πολύ δύσκολο να υπερασπιστεί τον εαυτό του έναντι των άκρων. Πώς το αντιμετωπίζετε αυτό;

– Το Twitter δεν υπήρχε όταν ήμουν πρωθυπουργός και δεν είχα ποτέ κινητό τηλέφωνο. Τώρα κοιτάζω πίσω και σκέφτομαι, ένας Θεός ξέρει τι ανοησίες θα υπήρχαν εκεί μέσα. (γέλια). Τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης. Πρέπει να έχεις τη δύναμη ως ηγέτης να καταλάβεις τι είναι και τι δεν είναι. Είναι κατά βάση μια έκρηξη συναισθημάτων. Ενα από τα πρώτα μαθήματα που μαθαίνεις στην πολιτική είναι ότι όσοι φωνάζουν πιο δυνατά δεν είναι αυτοί που αξίζει να ακουστούν περισσότερο. Είναι ένα πολύ σημαντικό πολιτικό μάθημα. Εγώ δεν θα μπορούσα να γράψω στο Twitter αυτά που γράφουν κάποιοι. Ισως είναι η βρετανική επιφυλακτικότητα που μου λέει «όχι, αυτό είναι πολύ αγενές». Αλλά αυτοί οι άνθρωποι το κάνουν. Ωστόσο, ως πολιτικός ηγέτης πρέπει να προσέξεις να μην το παρερμηνεύσεις αυτό ως το σύνολο της κοινής γνώμης. Υπάρχει μια ειρωνεία σχετικά με τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, η οποία είναι ότι πιέζουν τους πολιτικούς και τους θέτουν εκτός ισορροπίας. Αλλά αυτό που πρέπει πάντα να καταλαβαίνουν είναι ότι το κοινό δεν είναι ηλίθιο και πως αντιλαμβάνεται ότι είναι σημαντικό να υπάρχει ηγεσία. Και έτσι, κατά κάποιον τρόπο, οι πολιτικοί που σέβονται –παρεμπιπτόντως, νομίζω ότι αυτό είναι μέρος της απήχησης του Τραμπ στην Αμερική– τους αρέσουν οι πολιτικοί που δεν ακολουθούν κάθε ρεύμα κοινής γνώμης. Σε έναν βαθμό τουλάχιστον, είναι μεν κυματοθραύστες, αλλά δεν μετατοπίζουν τον βράχο. Επομένως, οι άνθρωποι εξακολουθούν να χρειάζονται ηγέτες. Οπότε, τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, από πολλές απόψεις, είναι μια πληγή στη σύγχρονη πολιτική, αλλά είναι και ένα γεγονός. Και πρέπει να είσαι αρκετά δυνατός για να τα αντέξεις. Η καλύτερη συνταγή για έναν πολιτικό είναι να μην τα διαβάζει.

Ο Τόνι Μπλερ στην «Κ»: Η Ουκρανία θα αναδυθεί με ευρωπαϊκή προοπτική-1
Του έλεγα «η στάση της Δύσης απέναντι στη Ρωσία είναι “ας τα βρούμε”. Εχουμε και άλλα πράγματα να κάνουμε. Εχουμε οικονομίες να τακτοποιήσουμε», λέει ο Τόνι Μπλερ για τις επαφές του με τον Βλαντιμίρ Πούτιν. (Φωτ. EPA/DMITRY ASTAKHOV)

Κάποτε υπήρχαν πυλώνες εξουσίας. Εννοώ ότι οι άνθρωποι στο Ηνωμένο Βασίλειο ή στις ΗΠΑ παρακολουθούσαν τα ίδια δίκτυα, διάβαζαν τις ίδιες εφημερίδες και ούτω καθεξής. Αυτό δεν ισχύει πια. Πώς προσεγγίζετε όλους αυτούς τους ανθρώπους που αισθάνονται ότι έχουν μείνει πίσω ή ότι το τρένο της παγκοσμιοποίησης είναι πολύ γρήγορο γι’ αυτούς;  Πώς επικοινωνείτε μαζί τους;

Είναι ένα πραγματικά ενδιαφέρον σημείο. Πλέον δεν ζούμε στην εποχή του σεβασμού. Ξέρετε, όταν ο Άττλη ήταν πρωθυπουργός του Ηνωμένου Βασιλείου, το 1945 και στη μεταπολεμική Βρετανία, αν δείτε μερικές από τις συνεντεύξεις του, οι δημοσιογράφοι – εσύ είσαι πολύ ευγενικός Άλεξ, αλλά στις μέρες μας, ξέρεις, οι συνεντεύξεις μπορεί να γίνουν αρκετά σκληρές, και παρεμπιπτόντως, αυτό δεν αποτελεί ενθάρρυνση [γέλια] – οι δημοσιογράφοι στις συνεντεύξεις με τον Άττλη ήταν «πείτε μας τι θα θέλατε να πείτε, πρωθυπουργέ» και μετά, στο τέλος, «σας ευχαριστούμε πολύ. Κάτι άλλο που θα θέλατε να προσθέσετε; Όχι; Ευχαριστούμε» Έτσι ήταν τότε. Τώρα, δεν υπάρχει σεβασμός. Γι’ αυτό το λόγο πρέπει να αλλάξει και η ποιότητα της επικοινωνίας που πρέπει να έχουν οι πολιτικοί με τους πολίτες, διότι είναι σημαντικό μερικές φορές να προκαλούμε τους ανθρώπους και όχι απλώς να προσπαθούμε να καταλάβουμε πού βρίσκονται και να τους ακολουθούμε. Η πολιτική είναι μια ιδιαίτερη δουλειά σήμερα, δεδομένου ότι η ποιότητα αυτού του διαλόγου με το κοινό, στη Δύση, δεν έχει ωριμάσει με τον τρόπο που πρέπει, για να προστατευθεί η Δημοκρατία. Διότι, όπως λέω πάντα, σε οποιοδήποτε άλλο τομέα της ζωής εκτός από την πολιτική, όταν κάποιος έχει σπουδάσει κάτι, σέβεσαι τη γνώμη του επάνω στον τομέα του. Όταν κάποιος έχει αφιερώσει τη ζωή του για να σπουδάσει χειρουργική του εγκεφάλου, λέμε «ναι, αυτός ξέρει καλύτερα από εμένα». Ακόμη και για έναν προπονητή ποδοσφαίρου, κανένας ιδιοκτήτης ποδοσφαιρικού συλλόγου δεν θα έλεγε «εντάξει, έχουμε να διορίσουμε νέο προπονητή. Ποιος είναι ο πιο ενθουσιώδης οπαδός; Εσύ;΄Έλα μπροστά, εσύ θα διοικήσεις τον σύλλογο». Θα το θεωρούσαν γελοίο. Στην πολιτική όμως, όλοι λένε «και τι έγινε αν το σπούδασες αυτό όλη σου τη ζωή; Εγώ ξέρω καλύτερα από εσένα!» Θέλω να πω, αν σκεφτεί κανείς το BREXIT, όπου όλοι οι πρώην πρωθυπουργοί, όλοι, και πολύ διαφορετικοί άνθρωποι, έλεγαν: «σας παρακαλούμε, μην το κάνετε αυτό, είναι λάθος», η απάντηση ήταν: «και τι ξέρεις εσύ;»

Λειτουργεί αντίθετα. Είχαμε την ίδια εμπειρία, ξέρουμε.

Αυτό σημαίνει όμως για τη Δημοκρατία ότι, αν θέλεις να την προστατεύσεις, πρέπει να εμπλέξεις το κοινό σε έναν πολύ πιο δομημένο διάλογο. Και πρέπει να είσαι έτοιμος να πεις, αν θέλετε πραγματική ηγεσία, εμπιστευτείτε τον ηγέτη που σας λέει αυτό που δεν θέλετε να ακούσετε, γιατί, εκτός αν είναι ηλίθιος, ξέρει τι θέλετε να ακούσετε και ίσως υπάρχει λόγος που αποφάσισε να μη σας το πει. Ίσως επειδή πιστεύει σε αυτό που κάνει. Ενώ, εκείνος που έρχεται, όπως κάνουν πολλοί λαϊκιστές, αριστεροί και δεξιοί, και σας λέει: «Έχω μια απλή λύση γι’ αυτό το θέμα. Αφήστε το επάνω μου και όλα καλά, Αυτοί οι ελίτ σας έχουν παραπλανήσει», αυτός είναι που δεν πρέπει να εμπιστεύεστε. Διότι τα προβλήματα του σημερινού κόσμου είναι περίπλοκα και χρειάζονται ανθρώπους που τα μελετάνε, χρειάζονται ανάλυση και χρειάζονται πολιτική βασισμένη σε στοιχεία και όχι στην πρώτη σκέψη που έρχεται στο μυαλό κάποιου προκειμένου να σας ευχαριστήσει.

Για να είναι ισχυρή η Δύση, πρέπει να παραμείνει στην εξουσία

– Θα μπορούσε ο Τσώρτσιλ να επιβιώσει στο σημερινό περιβάλλον;

– Αυτό εξαρτάται από τις συνθήκες, νομίζω. 
 
– Εννοώ ότι οι άνθρωποι θα έλεγαν πως είναι αλκοολικός και δεν ξέρω τι άλλο. 

– Ωστόσο, ο Τσώρτσιλ να γράφει στο Twitter, θα ήταν πολύ ενδιαφέρον (γέλια). Νομίζω ότι θα μπορούσε να είναι πολύ δημιουργικός, για την ακρίβεια. 
 
– Θα ήταν η απάντηση στον Τραμπ, σωστά; 

– Δεν μπορεί κανείς να ξέρει, γιατί είναι μια εντελώς διαφορετική εποχή. Το πρόβλημα σήμερα είναι ότι η δημοκρατία είναι τόσο ισχυρή όσο η ποιότητα των ανθρώπων που την εφαρμόζουν. Και επίσης, νομίζω ότι πρέπει να είμαστε πολύ ειλικρινείς σχετικά με την πρόκληση της δημοκρατίας σήμερα. Η πρόκληση είναι η αποτελεσματικότητα. Μπορείς να φέρεις αποτελέσματα; Σε έναν ταχέως μεταβαλλόμενο κόσμο, πρέπει να κάνεις αλλαγές, αλλά είναι πολύ δύσκολο. Κάθε φορά που προσπαθείς να κάνεις μεταρρυθμίσεις ή αλλαγές, βρίσκεις εμπόδια. Ως εκ τούτου, το πρόβλημα που αντιμετωπίζεις στη δημοκρατία είναι το πώς θα είναι αποτελεσματική και συνεπής σε βάθος χρόνου. Θέλω να πω, συνήθιζαν να με επικρίνουν γι’ αυτό, αλλά πάντα πίστευα ότι κατά κάποιο τρόπο ήταν ένα όφελος για τη χώρα. Η Μάργκαρετ Θάτσερ έκανε πολλές μεταρρυθμίσεις στο Ηνωμένο Βασίλειο, στον ιδιωτικό τομέα. Ανώτατοι φορολογικοί συντελεστές, ιδιωτικοποίηση ορισμένων κρατικών βιομηχανιών, διαφορετικό περιβάλλον για την εργατική νομοθεσία και ούτω καθεξής. Και όταν ήρθα εγώ, άφησα πολύ συνειδητά τους βασικούς πυλώνες αυτού του συστήματος σε ισχύ και θεώρησα ότι η δουλειά μου ήταν η ανοικοδόμηση του δημόσιου τομέα, οι υπηρεσίες Υγείας, η ανεπαρκής Παιδεία και τα μεγάλα προβλήματα στον τομέα του νόμου και της τάξης κ.λπ. Αυτό χάρισε στη χώρα μια αρκετά συνεπή πολιτική για περίπου 30 χρόνια, και αυτό αποτελεί πλεονέκτημα. Μέρος του προβλήματος με τη δημοκρατία –που αποτέλεσε ιδιαίτερο πρόβλημα στις ΗΠΑ– είναι αυτή η μετατόπιση από τη μια πλευρά στην άλλη που κάνει δύσκολο τον μακροπρόθεσμο σχεδιασμό στο εσωτερικό της χώρας και μπερδεύει τους ξένους συμμάχους.
 
– Κατά τη γνώμη σας, βρισκόμαστε σε μια εποχή που πρέπει να επανασχεδιάσουμε την παγκόσμια τάξη, να αντιμετωπίσουμε ορισμένα από τα προβλήματα που οδήγησαν στον λαϊκισμό; Ησασταν καθοριστικός παράγοντας στον Τρίτο δρόμο, μήπως ήρθε η ώρα τώρα για έναν Τέταρτο δρόμο; Και πώς θα μπορούσε να είναι αυτός; 

– Εξακολουθώ να πιστεύω ότι πρόκειται βασικά για τις ίδιες επιλογές και όλα εξαρτώνται από το πώς αναλύει κανείς τον κόσμο σήμερα. Για παράδειγμα, για μένα το σημαντικότερο γεγονός του πραγματικού κόσμου –αφήνοντας στην άκρη τα ζητήματα γύρω από την Ουκρανία– είναι η τεχνολογική επανάσταση. Αυτό είναι το πιο σημαντικό γεγονός σήμερα. Θα μεταμορφώσει τον ιδιωτικό και τον δημόσιο τομέα. Θα μεταμορφώσει το σύστημα υγειονομικής περίθαλψης, το εκπαιδευτικό σύστημα, τα πάντα. Ετσι, η πρόκληση για την πολιτική είναι πώς θα αξιοποιήσει αυτή την επανάσταση, πώς θα τη χρησιμοποιήσει εποικοδομητικά, και πώς θα διασφαλίσει τη μείωση των κοινωνικών διαχωρισμών και όχι τη δημιουργία νέων. Αυτό είναι, για μένα, ένα ζήτημα που εξαρτάται από την αντίληψη, τη σωστή πολιτική, τις σωστές φιλοδοξίες. Δεν βασίζεται σε μια μυστική συζήτηση περασμένου αιώνα τού τύπου «αφορά το κράτος ή την αγορά; Οπότε εξακολουθώ να πιστεύω ότι, υπό την προϋπόθεση ότι ο χώρος του Κέντρου αποτελεί τόπο χάραξης ριζοσπαστικής πολιτικής, και όχι απλώς εξεύρεσης του χαμηλότερου κοινού παρονομαστή μεταξύ Αριστεράς και Δεξιάς, τότε ο χώρος αυτός εξακολουθεί να είναι ο καταλληλότερος. Επίσης, νομίζω ότι θα έχουμε μια σημαντική αναζωπύρωση της υποστήριξης της δημοκρατίας εξαιτίας αυτού που συμβαίνει.

Υπάρχει όμως πολλή συζήτηση για το κατά πόσο η Δημοκρατία μπορεί να παράσχει αυτά που υπόσχεται. Για τον αν το σύστημα του Ντουμπάι ή της Σιγκαπούρης είναι καλύτερο από τη Δημοκρατία της Δύσης;

Γι’ αυτό λέω ότι η πρόκληση είναι η αποτελεσματικότητα. Αν διαβάσει κανείς μεγάλο μέρος της δημόσιας διαβούλευσης για τη Δημοκρατία και πολλές συζητήσεις σε ορισμένα μέσα ενημέρωσης, όλα αφορούν την αξιοπιστία και τη διαφάνεια. Όμως στην πραγματικότητα, το πρόβλημα για τον κόσμο είναι ότι η Δημοκρατία δεν αποδίδει και, ξέρετε, το Ινστιτούτο μου δρα εκτενώς στην Αφρική και βλέπω χώρες να παλεύουν με τα δημοκρατικά συστήματα. Φυσικά, είναι ορθό να υπάρχουν. Όταν αυτές οι χώρες είναι σε θέση να ακολουθήσουν μια συνεπή πολιτική για μια χρονική περίοδο. Η μακροπρόθεσμη στρατηγική είναι δύσκολη και γι’ αυτό είναι απαραίτητο η δυτική πολιτική να επιστρέψει σε αυτό που θα ονομάσω πιο κεντρώο έδαφος. Διότι αν δεν το κάνει, θα καταλήξουμε όπως στις Ηνωμένες Πολιτείες, όπου μοιάζει να έχουμε δύο ομάδες ανθρώπων που βρίσκονται σε πολιτισμικό πόλεμο, που δεν ακούνε ο ένας τον άλλον ή δεν συμπαθούν ιδιαίτερα ο ένας τον άλλον. Αν δεν είσαι προσεκτικός, μπαίνεις σε μια κατάσταση όπου δαιμονοποιείς την αντιπολίτευσή σου και στη συνέχεια, κατά κάποιο τρόπο, υπονομεύεις τη νομιμότητά της, και αυτό είναι πολύ επικίνδυνο. Έχουμε λοιπόν πολλή δουλειά να κάνουμε για τη Δημοκρατία, αλλά ας είμαστε ξεκάθαροι: αν η Ρωσία ήταν μια πραγματική Δημοκρατία, η Ουκρανία δεν θα συνέβαινε.

– Ανησυχείτε για τη Γαλλία; 

– Αφού είμαι Βρετανός (γέλια). Οχι, αγαπιόμαστε πραγματικά.
 
– Κατά βάθος! 

– Κατά βάθος! Προσωπικά, πιστεύω ότι ο πρόεδρος Μακρόν έχει κάνει καλή δουλειά για τη Γαλλία. Εχει κάνει οικονομικές μεταρρυθμίσεις. Χρειαζόμαστε τη Γαλλία να είναι ισχυρή και συνετή. Αυτές οι εκλογές είναι πάντα δύσκολες. Και προφανώς υπάρχουν μεγάλα προβλήματα που πρέπει να κατανοήσουμε, όπως υπάρχουν σε όλες τις χώρες. Αλλά εναπόκειται στον γαλλικό λαό να αποφασίσει. Ομως, προσωπικά, νομίζω ότι έδειξε πολύ θάρρος στην ανάπτυξη μιας εναλλακτικής λύσης για τους Γάλλους…

Εννοώ, τι θα σήμαινε μια νίκη της Λεπέν για την Ευρώπη και τη Δύση;

Και πάλι, είμαι πάντα επιφυλακτικός όταν μια χώρα κάνει την εκλογική της επιλογή, γιατί δεν χρειάζονται ανθρώπους από έξω να τους λένε τι να κάνουν. Αλλά, εάν πάει κανείς και δει την πολιτική, αν διαβάσει, θα δει ότι θα είναι προφανώς μια μεγάλη αλλαγή και πρόκληση.

«Καμπανάκι» για τη Δύση

Κάτι που μου έχει κάνει εντύπωση είναι ότι, όταν κάνατε τον Συνασπισμό για Ιράκ, είχατε στο πλευρό σας μια τεράστια πλειοψηφία χωρών και εθνών. Τώρα, στην Ουκρανία, μόνο η βιομηχανική Δύση, βασικά, ακολουθεί τη γραμμή προς τη Ρωσία. Επίσης έχουμε καταστάσεις όπως ότι οι Σαουδάραβες δεν ανταποκρίνονται στα τηλεφωνήματα του Προέδρου Μπάιντεν. Αυτό είναι κάτι καινούργιο. Σας ανησυχεί αυτό; Δείχνει μια παρακμή της Δύσης και της επιρροής της;

Και πάλι, είναι ένα καμπανάκι για τη Δύση. Νομίζω ότι πρέπει να καταλάβουμε ότι αν θέλουμε να προστατεύσουμε τον τρόπο ζωής μας και τις αξίες μας, πρέπει να βγούμε εκεί έξω με μια στρατηγική. Αυτό που λείπει από τη Δύση, κατά την άποψή μου, είναι αυτό που ονομάζω στρατηγική. Δηλαδή, η μακροπρόθεσμη σκέψη, όπου λες «πώς θα οικοδομήσω υποστήριξη για τις αξίες μας και θα προστατεύσω τα συμφέροντά μας;» Διότι αυτά τα δύο είναι συνδεδεμένα. Στη Μέση Ανατολή, για παράδειγμα, υπάρχει λόγος για τον οποίο οι χώρες αυτές είναι διστακτικές. Επειδή βλέπουν ένα τεράστιο πρόβλημα με το Ιράν και πιστεύουν ότι η Δύση αδημονεί περισσότερο να κάνει μια πυρηνική συμφωνία με το Ιράν, παρά να προστατεύσει τα συμφέροντά τους. Αν είστε στη Σαουδική Αραβία ή στα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα, κι ‘έχετε δεχθεί πυραύλους από τους Χούτι εναντίον του άμαχου πληθυσμού σας, θα ανησυχήσετε γι’ αυτό. Αν ήσαστε στην Ινδία, περίπου οι μισές από τις αμυντικές πωλήσεις προέρχονται από τη Ρωσία. Έτσι, η άποψή μου είναι ότι, μέρος αυτού που πρέπει να κάνει η Δύση, δεν είναι μόνο να παρουσιάσει τις αξίες της, αλλά και να υπερασπιστεί σωστά τα συμφέροντά της. Αν πάρετε την Αφρική, η Κίνα βρίσκεται παντού στην Αφρική. Η Ρωσία δραστηριοποιείται επίσης στην Αφρική σήμερα. Ο λόγος γι’ αυτό είναι πολύ απλός. Είσαι Αφρικανός πρόεδρος και θέλεις να κατασκευαστεί ένας δρόμος μεταξύ του Α και του Β, ο οποίος είναι σημαντικός για τις υποδομές της χώρας σου, μιλάς με τη Δύση γι’ αυτό. Δύο χρόνια αργότερα, εξακολουθείς να είσαι κολλημένος σε κάτι επιτροπές και σε συζητήσεις. Απευθύνεσαι στην Κίνα; Λέει, εντάξει. Και την επόμενη μέρα, κάποιος είναι εκεί με ένα φτυάρι και σκάβει. Αυτή είναι η διαφορά. Γι’ αυτό λοιπόν λέω ότι η Δύση πρέπει να βάλει τον εαυτό της σε τάξη. Μακροπρόθεσμη στρατηγική. Κοιτάξτε τι συμβαίνει αυτή τη στιγμή στο Σαχέλ, όπου αυτές οι χώρες κινδυνεύουν με κατάρρευση. Το αφήσαμε στη Γαλλία, δεν είναι δυνατόν να τα καταφέρουν όλα μόνοι τους. Και τώρα έχουν ουσιαστικά αποσύρει τις δυνάμεις τους. Είμαστε ανόητοι αν δεν καταλαβαίνουμε ότι έχουμε μακροπρόθεσμα σαφές συμφέρον να προστατεύσουμε τους εαυτούς μας από αυτό που διαφορετικά θα είναι ένα κύμα μετανάστευσης και εξτρεμισμού. Έτσι, η άποψή μου για τη Δύση είναι ότι πρέπει να αναγνωρίσει ποια είναι τα προβλήματα της Δημοκρατίας, γύρω από την αποτελεσματικότητα, και να τα επιλύσει. Πρέπει να συνειδητοποιήσει ότι βρίσκεται σε έναν νέο κόσμο σήμερα, και η Κίνα ειδικότερα αλλάζει ολόκληρη τη γεωπολιτική του κόσμου. Και πρέπει να έχει μια μακροπρόθεσμη στρατηγική που να οικοδομεί δύναμη, και να το κάνει αυτό με απόλυτα ξεκάθαρο τρόπο. Να μην προσπαθεί να λειτουργήσει σαν η διακυβέρνηση να είναι μια ΜΚΟ. Γιατί δεν είναι.

– Μιας και με προκαλέσατε και ξέρω ότι σας το έχουν ρωτήσει αυτό εκατομμύρια φορές. Ο πόλεμος στο Ιράκ. Πιστεύετε ότι εσείς και η δυτική ηγεσία σπαταλήσατε τότε ένα πολύτιμο κεφάλαιο χωρίς λόγο; 

– Οταν κανείς κοιτάζει τώρα την 11η Σεπτεμβρίου και τη μετά εποχή, είναι εύκολο να λειτουργήσει με τη σκέψη του σήμερα. Αλλά τότε πιστεύαμε πραγματικά ότι βρισκόμασταν μπροστά σε έναν εντελώς νέο κόσμο και έπρεπε να αναλάβουμε πολύ δυναμική δράση. Και, τόσο σε σχέση με το Ιράκ όσο και με το Αφγανιστάν, θα μπορούσε κανείς να διαφωνήσει εντελώς με την αρχική απόφαση να εμπλακούμε εκεί. Αλλά μόλις φτάσαμε εκεί, και αφού εξασφαλίσαμε μια θέση εκεί, κατά την άποψή μου, θα έπρεπε να την είχαμε κρατήσει. Και έτσι, τόσο στο Ιράκ, αλλά κυρίως στο Αφγανιστάν, θα μπορούσαμε να είχαμε συνεχίσει την πορεία μας και να είχαμε βοηθήσει αυτή τη χώρα για μεγάλο χρονικό διάστημα, και πιστεύω ότι θα ήταν προς το συμφέρον μας να το κάνουμε. Και εδώ είναι το πρόβλημα, αν το αντιπαραβάλλετε με αυτό που έκανε ο Πούτιν στη Συρία. Παρενέβη, λοιπόν, όχι για να δώσει στον λαό μια δημοκρατική επιλογή, αλλά για να καταστείλει τη δημοκρατία και να υποστηρίξει τον δικτάτορα. Διατήρησε τη συγκεκριμένη θέση επί 11 χρόνια, χωρίς να υπολογίζει τη δέσμευση και το κόστος αυτής. Και τώρα είναι ο πιο ισχυρός παίκτης στην πολιτική της Συρίας. Οπότε, φυσικά, θα συνεχίζεται η κουβέντα για το Ιράκ, για το Αφγανιστάν, για το μετά την 11η Σεπτεμβρίου, για το τι κάναμε. Αλλά η άποψή μου είναι πολύ απλή. Εντέλει, αν η Δύση θέλει να είναι ισχυρή, πρέπει να παραμείνει στην εξουσία. Και αυτό σημαίνει ότι, ακόμη και αν διαφωνεί κανείς με τις αρχικές αποφάσεις, μόλις βρεθεί εκεί και περάσει τα δύσκολα, πρέπει να παραμείνει για να διασφαλίσει ότι θα είναι σε θέση να βοηθήσει αυτές τις χώρες, αλλά και να διατηρήσει τη θέση του ισχυρή.

– Επιτρέψτε μου να το θέσω αλλιώς. Αν ξέρατε τότε αυτά που ξέρετε τώρα, θα παίρνατε την ίδια απόφαση;

– Είναι αδύνατο να απαντηθεί αυτό το ερώτημα, διότι θα έπρεπε να λάβει κανείς την απόφαση με βάση τις πληροφορίες που έχει στη διάθεσή του. Ωστόσο, πάντα λέω σε όλους πως πιστεύω ότι ο κόσμος είναι καλύτερος χωρίς τον Σαντάμ. Ξέρω ότι οι άνθρωποι θα πουν «καλά, αλλά δεν βλέπεις όλα τα προβλήματα που αντιμετώπισε το Ιράκ μετά από αυτό.» Όμως οι καλύτερες μαρτυρίες προέρχονται από τους Ιρακινούς. Γνωρίζω την ιρακινή ηγεσία σήμερα και αξίζει να τους θέσουμε το ερώτημα αυτό, γιατί νομίζω ότι θα λάβουμε μια αναπάντεχη απάντηση.

– Η τελευταία ερώτηση στην οποία δεν μπορώ να αντισταθώ. Τι συμβαίνει με το βρετανικό κατεστημένο; Γιατί δεν είναι σε θέση να παράγει καλούς πρωθυπουργούς; Είναι πρόβλημα εσωτερικό ή είναι πρόβλημα δομής; 

– Πότε νομίζετε ότι σταμάτησαν να το κάνουν αυτό; (Γέλια) Το μόνο που ξέρω είναι αυτό: αυτό που έμαθα για τη ζωή μετά την πολιτική, είναι ότι είναι πολύ πιο εύκολο να δίνεις συμβουλές παρά να κάνεις τη δουλειά. Οπότε το προσεγγίζω με έναν κάποιο βαθμό ταπεινότητας, καθώς πιθανότατα κάθε γενιά πιστεύει ότι η επόμενη δεν είναι αρκετά καλή. Αλλά θα σας αφήσω με αυτή τη σκέψη: νομίζω ότι η βρετανική πολιτική, έχοντας περάσει μια πολύ δύσκολη περίοδο, έχει βρει περισσότερο κοινό τόπο, και το Εργατικό Κόμμα, ας πούμε, είναι σε πολύ καλύτερη κατάσταση απ’ ό,τι ήταν. Και ειλικρινά πιστεύω, παρόλο που διαφώνησα με πάθος με το Brexit, ότι η Βρετανία παραμένει μια ισχυρή χώρα. Οι καλύτερες μέρες μας, αν το θέλουμε, βρίσκονται μπροστά μας. Αν έχουμε τη σωστή ηγεσία και το σωστό σχέδιο για το μέλλον, θα εξακολουθήσουμε να είμαστε ένας βασικός παίκτης και ένας καλός και ισχυρός σύμμαχος, όχι μόνο για την Ελλάδα.

Καθημερινή

Ο Σταύρος Καλεντερίδης, ξεκίνησε τις σπουδές του στην Αθήνα, σπουδάζοντας Πολιτική Επιστήμη στο Εθνικό Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών. Έπειτα από τέσσερα χρόνια συμμετοχής στα φοιτητικά όργανα συνδιοίκησης της σχολής του και σε διάφορες οργανώσεις νέων, αποφάσισε να συνεχίσει τις σπουδές του στο εξωτερικό. Στη Βοστόνη των Η.Π.Α. ολοκλήρωσε δύο μεταπτυχιακά προγράμματα, στις Διεθνείς Σχέσεις (Αμερικανική εξωτερική πολιτική) και στην Επικοινωνία (Πολιτική Επικοινωνία), ενώ παράλληλα εργάστηκε στο Ελληνικό Προξενείο της Βοστόνης, στη σχολή του ως βοηθός έρευνας και σε δύο πολιτικές καμπάνιες Αμερικανών πολιτικών (Δημοκρατικών – Ρεπουμπλικάνων). Μετά από τρία χρόνια στις Η.Π.Α., άκουσε το κάλεσμα της πατρίδας του και επέστρεψε πίσω με μεγάλο πόθο για προσφορά στην Ελλάδα. Υπήρξε ιδρυτικό μέλος δύο κοινωφελών οργανισμών, του δέλτα – πολιτική επανάσταση (πολιτικός οργανισμός) και της Λεοντίδας (ίδρυμα προώθησης θεμάτων ιστορίας, πολιτισμού και δημοκρατίας). Σήμερα ζει και εργάζεται στην Αθήνα, ασχολείται με διάφορα εγχειρήματα πολιτικής διπλωματίας και δημοκρατίας, γράφει πολιτικά άρθρα, σχολιάζει την επικαιρότητα και συνεχίζει την προσωπική του μελέτη στην ιστορία και την πολιτική φιλοσοφία.

Συνέχεια ανάγνωσης

Διεθνή

Προειδοποίηση της Ελβετίας: Το υψηλό ευρωπαϊκό χρέος θα μπορούσε να πυροδοτήσει μια κρίση του ευρώ

Τα αυξανόμενα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη και πέραν αυτής εγκυμονούν κινδύνους για την οικονομική σταθερότητα και θα μπορούσαν να πυροδοτήσουν μια κρίση του ευρώ, δήλωσε την Παρασκευή η Ελβετίδα υπουργός Οικονομικών, Κάριν Κέλερ-Σούτερ.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Τα αυξανόμενα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη και πέραν αυτής εγκυμονούν κινδύνους για την οικονομική σταθερότητα και θα μπορούσαν να πυροδοτήσουν μια κρίση του ευρώ, δήλωσε την Παρασκευή η Ελβετίδα υπουργός Οικονομικών, Κάριν Κέλερ-Σούτερ.

Μιλώντας στον ελβετικό δημόσιο ραδιοτηλεοπτικό φορέα SRF, στην Μπανγκόκ —στο περιθώριο των ετήσιων συναντήσεων του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου και της Παγκόσμιας Τράπεζας—, η Κέλερ-Σούτερ ανέφερε ότι και οι τιμές της ενέργειας εντείνουν τις ανησυχίες μεταξύ των υπευθύνων χάραξης πολιτικής.

Η Ελβετία διαθέτει ένα από τα χαμηλότερα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη, ωστόσο η Κέλερ-Σούτερ τόνισε ότι, στο τρέχον περιβάλλον, είναι σημαντικό να εξετάζεται η ευρύτερη εικόνα.

«Είμαστε τόσο στενά διασυνδεδεμένοι σε διεθνές επίπεδο, ώστε καθιστάμεθα επίσης ευάλωτοι, για παράδειγμα, στην περίπτωση που προκύψει κρίση χρέους εξαιτίας του δημόσιου χρέους μεγάλων χωρών. Σκέφτομαι συγκεκριμένα τις Ηνωμένες Πολιτείες, αλλά και την Ευρώπη. Υπάρχει η περίπτωση της Γαλλίας — κάτι που θα μπορούσε να οδηγήσει σε κρίση του ευρώ», δήλωσε η Κέλερ-Σούτερ στο δίκτυο SRF.

Το δημόσιο χρέος της Γαλλίας, τα δημοσιονομικά ελλείμματα και η υποτονική οικονομική ανάπτυξη έχουν εντείνει τις ανησυχίες για την κατάσταση των δημόσιων οικονομικών της, καθώς ο πολιτικός κατακερματισμός έχει καταστήσει πιο περίπλοκες τις προσπάθειες δημοσιονομικής εξυγίανσης.

 

Συνέχεια ανάγνωσης

Αναλύσεις

Η Κίνα βρίσκει δρόμο που παρακάμπτει το Πακιστάν – Ο διάδρομος Ουαχάν αλλάζει τις γεωπολιτικές ισορροπίες

Μία νέα οδική αρτηρία μήκους 121 χιλιομέτρων στο βορειοανατολικό Αφγανιστάν δημιουργεί τις προϋποθέσεις για απευθείας χερσαία σύνδεση με την Κίνα, χωρίς διέλευση από το Πακιστάν. Η ολοκλήρωση του δρόμου στον ιστορικό διάδρομο Ουαχάν αποκτά ιδιαίτερη γεωπολιτική σημασία, καθώς το Πεκίνο αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα ασφαλείας με τις επενδύσεις του στο Πακιστάν, ενώ η Καμπούλ επιδιώκει να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Μία σημαντική εξέλιξη στις χερσαίες μεταφορές και στις γεωπολιτικές ισορροπίες της Κεντρικής Ασίας καταγράφεται στο Αφγανιστάν, με την ολοκλήρωση νέου δρόμου στον στρατηγικής σημασίας διάδρομο Ουαχάν.

Σύμφωνα με ανάλυση του Imran Khurshid που δημοσιεύθηκε στις 9 Οκτωβρίου 2026 στο Asia Times, οι αφγανικές αρχές εγκαινίασαν οδική διαδρομή 121 χιλιομέτρων, η οποία εκτείνεται από την περιοχή Μπρογκίλ έως τα σύνορα με την Κίνα, στην επαρχία Μπανταχσάν.

Το έργο κόστισε περίπου 365 εκατομμύρια αφγάνι, ποσό που αντιστοιχεί σε περίπου 5,5 εκατομμύρια δολάρια.

Κατά τις αφγανικές ανακοινώσεις, κατασκευάστηκε από ντόπιους μηχανικούς και εργαζομένους, χωρίς τη συμμετοχή ξένων τεχνικών συμβούλων.

Η νέα διαδρομή φθάνει στα σινοαφγανικά σύνορα. Αυτό, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι λειτουργεί ήδη πλήρης διεθνής εμπορευματικός διάδρομος, καθώς εξακολουθούν να υπάρχουν σημαντικοί τεχνικοί και συνοριακοί περιορισμοί.

Γιατί ο διάδρομος Ουαχάν έχει στρατηγική σημασία

Ο διάδρομος Ουαχάν αποτελεί μια στενή λωρίδα αφγανικού εδάφους ανάμεσα στο Τατζικιστάν, το Πακιστάν και την Κίνα.

Η γεωγραφική του διαμόρφωση συνδέεται με τον ανταγωνισμό της Βρετανικής και της Ρωσικής Αυτοκρατορίας κατά τον 19ο αιώνα.

Η περιοχή διατηρήθηκε ως ζώνη διαχωρισμού των δύο αυτοκρατορικών σφαιρών επιρροής, αποτελώντας ένα από τα χαρακτηριστικότερα γεωγραφικά κατάλοιπα του λεγόμενου «Μεγάλου Παιχνιδιού».

Σήμερα, η ίδια περιοχή αποκτά νέα σημασία, αυτή τη φορά λόγω της προσπάθειας σύνδεσης της Κίνας με το Αφγανιστάν και ευρύτερα με την Κεντρική Ασία.

Ο δρόμος ανοίγει τη δυνατότητα δημιουργίας μιας εναλλακτικής οδού μεταφορών, περιορίζοντας δυνητικά την ανάγκη διέλευσης από το πακιστανικό έδαφος.

Το πρόβλημα της Κίνας με τον οικονομικό διάδρομο CPEC

Το ενδιαφέρον της εξέλιξης εντοπίζεται κυρίως στην προσπάθεια του Πεκίνου να περιορίσει την εξάρτησή του από ευάλωτες υποδομές.

Ο Οικονομικός Διάδρομος Κίνας–Πακιστάν, γνωστός ως CPEC, αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα προγράμματα της κινεζικής πρωτοβουλίας Belt and Road.

Μέσω του συγκεκριμένου σχεδίου, η Κίνα επιχειρεί να ενισχύσει τις εμπορικές και ενεργειακές συνδέσεις της με τη Νότια Ασία και την Αραβική Θάλασσα.

Ωστόσο, η υλοποίηση των έργων έχει αντιμετωπίσει σοβαρές δυσκολίες.

Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, οργανώσεις αυτονομιστών έχουν πραγματοποιήσει επανειλημμένες επιθέσεις εναντίον κινεζικών συμφερόντων, εγκαταστάσεων και εργαζομένων.

Οι επιθέσεις αυτές έχουν επιβαρύνει την ασφάλεια των υποδομών και έχουν αυξήσει το κόστος προστασίας των κινεζικών επενδύσεων.

Παράλληλα, έχουν διατυπωθεί καταγγελίες για καθυστερήσεις, κακοδιαχείριση και προβλήματα διαφάνειας σε επιμέρους προγράμματα του CPEC.

Η εδαφική διαμάχη με την Ινδία

Μια επιπλέον γεωπολιτική δυσκολία συνδέεται με τη διέλευση του CPEC από το Γκιλγκίτ–Μπαλτιστάν.

Η περιοχή διοικείται από το Πακιστάν, αλλά διεκδικείται από την Ινδία, στο πλαίσιο της ευρύτερης διαμάχης για το Κασμίρ.

Το Νέο Δελχί έχει αντιταχθεί επανειλημμένα σε έργα που διέρχονται από εδάφη τα οποία θεωρεί τμήμα της δικής του επικράτειας.

Αυτό σημαίνει ότι ο οικονομικός διάδρομος Κίνας–Πακιστάν δεν αποτελεί μόνο αναπτυξιακό πρόγραμμα, αλλά συνδέεται με μία από τις πιο ευαίσθητες εδαφικές αντιπαραθέσεις της Ασίας.

Η δημιουργία εναλλακτικών διαδρομών μέσω του Αφγανιστάν θα μπορούσε μακροπρόθεσμα να προσφέρει στο Πεκίνο μεγαλύτερη ευελιξία.

Δεν υπάρχει, πάντως, ένδειξη ότι ο δρόμος του Ουαχάν μπορεί σήμερα να αντικαταστήσει τις μεγάλες μεταφορικές υποδομές του CPEC.

Η Καμπούλ επιχειρεί να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ

Για την κυβέρνηση των Ταλιμπάν, το έργο έχει και μία σαφή πολιτική διάσταση.

Το Αφγανιστάν εξαρτάται σε σημαντικό βαθμό από συνοριακές διαβάσεις και μεταφορικούς άξονες που περνούν από το Πακιστάν.

Οι επανειλημμένες εντάσεις ανάμεσα στις δύο χώρες έχουν προκαλέσει κλείσιμο συνοριακών περασμάτων, διακοπές εμπορικών ροών και επιβάρυνση της αφγανικής οικονομίας.

Μια εναλλακτική χερσαία διέξοδος προς την Κίνα θα μπορούσε, εφόσον αναπτυχθεί και καταστεί λειτουργική, να μειώσει τη δυνατότητα του Πακιστάν να χρησιμοποιεί τη γεωγραφική του θέση ως μέσο πίεσης προς την Καμπούλ.

Η αφγανική πλευρά αντιμετωπίζει το έργο ως σημαντική υποδομή οικονομικής και στρατηγικής αυτονομίας.

Η στάση της Κίνας και της Ρωσίας

Παρά την προοπτική άμεσης σύνδεσης, το Πεκίνο δεν έχει εγκαταλείψει τον οικονομικό διάδρομο CPEC ούτε έχει ανακοινώσει ότι ο Ουαχάν θα τον αντικαταστήσει.

Η Κίνα εξακολουθεί να διατηρεί σημαντικά οικονομικά και στρατηγικά συμφέροντα στο Πακιστάν.

Αντίστοιχα, η Ρωσία ενδιαφέρεται για τη σταθερότητα του Αφγανιστάν και για την ανάπτυξη νέων δικτύων επικοινωνίας στην Κεντρική Ασία.

Η δημιουργία περισσότερων επιλογών διασύνδεσης ενδέχεται να περιορίσει την αποκλειστική σημασία ορισμένων παραδοσιακών μεταφορικών διαδρομών.

Η πραγματική αξία του Ουαχάν θα εξαρτηθεί από τη βελτίωση των οδικών υποδομών, τη λειτουργία συνοριακών και τελωνειακών εγκαταστάσεων, τις καιρικές συνθήκες και τις πολιτικές αποφάσεις της Κίνας.

Το μήνυμα προς το Πακιστάν

Η νέα διαδρομή αναδεικνύει μια σημαντική γεωπολιτική πραγματικότητα: η γεωγραφική θέση ενός κράτους προσφέρει στρατηγικά πλεονεκτήματα, αλλά η αξιοποίησή τους εξαρτάται από την ασφάλεια και την αξιοπιστία των μεταφορικών του δικτύων.

Το Πακιστάν εξακολουθεί να αποτελεί κρίσιμο εταίρο της Κίνας, ιδιαίτερα στο πλαίσιο του CPEC.

Ταυτόχρονα, όμως, η αστάθεια, οι επιθέσεις σε κινεζικά συμφέροντα και οι αντιπαραθέσεις με το Αφγανιστάν δημιουργούν κίνητρα αναζήτησης εναλλακτικών επιλογών.

Ο διάδρομος Ουαχάν δεν έχει ακόμη μετατραπεί σε μεγάλο εμπορικό πέρασμα. Η κατασκευή του δρόμου, ωστόσο, καταδεικνύει ότι το Αφγανιστάν επιχειρεί να αποκτήσει πρόσθετες διεθνείς συνδέσεις και ότι η αποκλειστική εξάρτηση από το Πακιστάν δεν αποτελεί πλέον τη μοναδική γεωγραφική επιλογή.

Για το Ισλαμαμπάντ, η εξέλιξη αποτελεί μια νέα στρατηγική παράμετρο που θα πρέπει να συνυπολογίσει στις σχέσεις του με το Πεκίνο και την Καμπούλ.

Συνέχεια ανάγνωσης

Διεθνή

Γερμανία: Το ρωσικό φυσικό αέριο επιστρέφει έμμεσα μέσω των λιπασμάτων, παρά τους ευρωπαϊκούς δασμούς

Δημοσιεύτηκε

στις

Οι εισαγωγές ρωσικών αζωτούχων λιπασμάτων μειώθηκαν κατά 66% το 2025-2026, αλλά παραμένουν 53% υψηλότερες από τα επίπεδα πριν από τον πόλεμο στην Ουκρανία.

Το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία διατηρεί ανταγωνιστικά τα ρωσικά προϊόντα, σύμφωνα με στοιχεία που δημοσίευσε η Berliner Zeitung. Η Γερμανία εξακολουθεί να συνδέεται εμπορικά με το ρωσικό φυσικό αέριο, παρά τις ευρωπαϊκές προσπάθειες περιορισμού της ενεργειακής εξάρτησης από τη Μόσχα.

Αυτή τη φορά, η σύνδεση δεν αφορά αποκλειστικά την άμεση προμήθεια φυσικού αερίου, αλλά τις εισαγωγές λιπασμάτων που παράγονται με τη χρήση ρωσικού αερίου ως πρώτης ύλης και πηγής ενέργειας. Σύμφωνα με δημοσίευμα της γερμανικής εφημερίδας, που βασίζεται σε στοιχεία του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου και του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι εισαγωγές αζώτου μέσω ρωσικών λιπασμάτων μειώθηκαν σημαντικά κατά το 2025-2026. Ωστόσο, εξακολουθούν να βρίσκονται πάνω από τα επίπεδα που καταγράφονταν πριν από τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία.

Τα στοιχεία των εισαγωγών και η σύγκριση με την προπολεμική περίοδο

Το 2025-2026, η Γερμανία εισήγαγε 48.800 τόνους αζώτου μέσω λιπασμάτων ρωσικής προέλευσης. Η ποσότητα αυτή είναι μειωμένη κατά περίπου 66% σε σύγκριση με το προηγούμενο έτος, αλλά παραμένει κατά 53% υψηλότερη από τους 31.800 τόνους που είχαν καταγραφεί το 2020-2021, πριν από τον πόλεμο.

Η εξέλιξη των εισαγωγών δείχνει πόσο έντονη ήταν η αύξηση μετά το 2022. Το 2021-2022 οι εισαγωγές έφτασαν τους 56.800 τόνους αζώτου, ενώ το 2022-2023 εκτοξεύθηκαν στους 185.100 τόνους. Στη συνέχεια καταγράφηκαν 140.200 τόνοι το 2023-2024 και 143.800 τόνοι το 2024-2025, προτού σημειωθεί η μεγάλη υποχώρηση της τελευταίας περιόδου. Τα στοιχεία αφορούν την ποσότητα του αζώτου που περιέχεται στα εισαγόμενα λιπάσματα και όχι το συνολικό βάρος των προϊόντων.

Τα λιπασματικά έτη υπολογίζονται από τον Ιούλιο έως τον Ιούνιο. Η ποσότητα αζώτου που εισήχθη στη Γερμανία μέσω ρωσικής ουρίας μειώθηκε από 71.600 τόνους σε 27.600 τόνους, καταγράφοντας πτώση άνω του 61%. Παρά τη μείωση, η ποσότητα εξακολουθεί να είναι σχεδόν τριπλάσια από τους 9.900 τόνους του 2020-2021. Η συγκεκριμένη εξέλιξη αναδεικνύει το βασικό πρόβλημα της ευρωπαϊκής πολιτικής περιορισμού των εμπορικών δεσμών με τη Ρωσία. Ακόμη και όταν περιορίζονται οι εισαγωγές συγκεκριμένων προϊόντων, οι οικονομικές σχέσεις μπορούν να διατηρούνται μέσω άλλων κατηγοριών αγαθών, ιδιαίτερα όταν αυτά έχουν χαμηλότερο κόστος παραγωγής.

Γιατί οι ρωσικές εισαγωγές παραμένουν ανταγωνιστικές

Καθοριστικός παράγοντας είναι το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία και στην υπόλοιπη Ευρώπη. Η παραγωγή αζωτούχων λιπασμάτων απαιτεί μεγάλες ποσότητες φυσικού αερίου, το οποίο χρησιμοποιείται τόσο ως πρώτη ύλη όσο και ως πηγή ενέργειας. Σύμφωνα με τον Σύνδεσμο Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι ευρωπαϊκοί δασμοί, που τέθηκαν σε ισχύ τον Ιούλιο του 2025, περιόρισαν σημαντικά τις εισαγωγές ρωσικών λιπασμάτων. Ωστόσο, δεν εξάλειψαν το ανταγωνιστικό πλεονέκτημα των ρωσικών προϊόντων. Ο σύνδεσμος επισημαίνει ότι οι υψηλές τιμές ενέργειας δυσκολεύουν τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις να αυξήσουν την εγχώρια παραγωγή και να καλύψουν μεγαλύτερο μέρος των αναγκών της αγοράς. Ως αποτέλεσμα, τα ρωσικά λιπάσματα εξακολουθούν να παραμένουν ελκυστικά, ακόμη και μετά την επιβολή πρόσθετων δασμών.

Παράλληλα, σύμφωνα με τον IVA, είναι πιθανό ορισμένες ποσότητες ρωσικών προϊόντων να φτάνουν στη γερμανική αγορά μέσω άλλων κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το μέγεθος αυτών των έμμεσων εισαγωγών, ωστόσο, δεν μπορεί να προσδιοριστεί με ακρίβεια από τα διαθέσιμα στοιχεία.

Δεν αποδίδονται οι αυξήσεις των τιμών αποκλειστικά στους δασμούς

Το ζήτημα έχει άμεση σημασία για τους Γερμανούς αγρότες, καθώς το κόστος των λιπασμάτων επηρεάζει την παραγωγή και, τελικά, την οικονομική βιωσιμότητα των καλλιεργειών. Ο IVA υποστηρίζει ότι η μείωση των ρωσικών εισαγωγών δεν έχει προκαλέσει μέχρι στιγμής σαφή αύξηση των τιμών εξαιτίας των δασμών. Σύμφωνα με τον σύνδεσμο, η εγχώρια παραγωγική δυναμικότητα και οι εισαγωγές από άλλες χώρες, μεταξύ των οποίων η Αίγυπτος, επαρκούν για την κάλυψη των αναγκών της αγοράς. Την ίδια στιγμή, ο σύνδεσμος αποδίδει τις υψηλές τιμές των λιπασμάτων το 2026 στις διεθνείς ενεργειακές αναταράξεις, στον πόλεμο με το Ιράν και στην κρίση γύρω από τα Στενά του Ορμούζ, παράγοντες που επηρεάζουν το κόστος μεταφοράς και τις παγκόσμιες τιμές ενέργειας και λιπασμάτων.

Οι εκτιμήσεις αυτές αποτελούν τις θέσεις του κλαδικού συνδέσμου και δεν συνιστούν από μόνες τους ανεξάρτητη αξιολόγηση όλων των παραγόντων που διαμορφώνουν τις τιμές.

Νέες πιέσεις για περιορισμό των ρωσικών εισαγωγών

Με αφορμή τα στοιχεία, ο IVA ζητά να εξεταστεί η επιβολή πρόσθετων δασμών στις εισαγωγές καλιούχων λιπασμάτων από τη Ρωσία και τη Λευκορωσία. Το κάλιο αποτελεί βασικό θρεπτικό στοιχείο για τις καλλιέργειες και αντιπροσωπεύει μια ακόμη κατηγορία προϊόντων στην οποία η ευρωπαϊκή αγορά διατηρεί εμπορικές σχέσεις με τις δύο χώρες.

Ο σύνδεσμος εκτιμά ότι η ευρωπαϊκή βιομηχανία μπορεί να καλύψει τις ανάγκες της γεωργίας χωρίς να εξαρτάται από τις συγκεκριμένες εισαγωγές και υποστηρίζει ότι πρόσθετοι δασμοί δεν θα πρέπει να οδηγήσουν αναγκαστικά σε αυξήσεις τιμών. Η συζήτηση, ωστόσο, αποτυπώνει το ευρύτερο δίλημμα της ευρωπαϊκής οικονομικής πολιτικής. Η μείωση της εξάρτησης από τη Ρωσία απαιτεί όχι μόνο εμπορικούς περιορισμούς, αλλά και ανταγωνιστική εγχώρια παραγωγή, προσιτό ενεργειακό κόστος και εναλλακτικές πηγές προμήθειας.

Τα δεδομένα της γερμανικής αγοράς δείχνουν ότι οι δασμοί μπορούν να περιορίσουν σημαντικά τις εισαγωγές, χωρίς όμως να εξαλείψουν αυτομάτως τις οικονομικές σχέσεις που στηρίζονται σε διαφορές κόστους παραγωγής. Για τη Γερμανία και την Ευρωπαϊκή Ένωση, η πρόκληση παραμένει η εξισορρόπηση τριών στόχων: της ενεργειακής και οικονομικής ασφάλειας, της στήριξης της εγχώριας βιομηχανίας και της διατήρησης προσιτού κόστους για τον αγροτικό τομέα.

Με πληροφορίες του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA) και του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου.

Συνέχεια ανάγνωσης

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ

Αναλύσεις2 λεπτά πριν

Η «σύγκρουση» στην κορυφή της ΕΕ και «Made in Europe» στην Τουρκία

Όταν όμως και σήμερα, πολιτειακοί αξιωματούχοι (Κυβέρνησης και Βουλής) σε Κύπρο κι Ελλάδα προωθούν την «θετική ατζέντα» προς την Τουρκία,...

Αναλύσεις32 λεπτά πριν

Ινδικά πολεμικά πλοία στην Κύπρο; Οι πληροφορίες και το νέο αμυντικό σκηνικό

Πληροφορίες για παρεμβάσεις Ισραήλ και Εμιράτων απέναντι στις πιέσεις της Άγκυρας παρουσίασε το «Direct News». Στο επίκεντρο οι συζητήσεις για...

Γενικά θέματα1 ώρα πριν

Θρίλερ στα βάθη της Τουρκίας με 58χρονο Έλληνα μοναχό από το Νέο Μυλότοπο Γιαννιτσών! Αγνοείται από τον Ιούλιο

Ο 58χρονος μοναχός έφυγε από το Νέο Μυλότοπο Γιαννιτσών, με προορισμό την Τουρκία, αποφασισμένος να φτάσει στον Πόντο και την...

Αναλύσεις2 ώρες πριν

Καλεντερίδης: Η Ουκρανία στο έλεος του «διακόπτη» – Το μάθημα για την ελληνική άμυνα

Οι περιορισμοί στις δορυφορικές υπηρεσίες, η πίεση του Τραμπ στον Ζελένσκι και η ανάγκη για εγχώρια αμυντική παραγωγή στο επίκεντρο...

Αναλύσεις2 ώρες πριν

Ποιος είναι σκληρότερος; Η Προεκλογική μάχη Νετανιάχου – Άιζενκοτ

Ο Γκάντι Άιζενκοτ, κορυφαίος Ισραηλινός πολιτικός που ελπίζει να ανατρέψει τον Πρωθυπουργό Μπενιαμίν Νετανιάχου στις εκλογές στα τέλη αυτού του...

Δημοφιλή