Ακολουθήστε μας

Διεθνή

Το δύσκολο σταυροδρόμι για την ΕΕ – Το δυσβάσταχτο κόστος της ενεργειακής απεξάρτησης από τη Ρωσία

Δημοσιεύτηκε στις

Η ενεργειακή κρίση βουλιάζει την παγκόσμια οικονομία και οδηγεί σε απελπισία του πολίτες κυρίως της ΕΕ

Νίκος Μελέτης

Η ανατροπή στο παγκόσμιο σύστημα και στη Διεθνή Τάξη που επέφερε η ρωσική εισβολή στην Ουκρανία και η σοκαριστική προσπάθεια επιβολής του ρωσικού αναθεωρητισμού ακόμη και με την απειλή χρήσης των πυρηνικών, φέρνει την ΕΕ μπροστά το μεγάλο δίλημμα: θα συνεχίσει να συμβάλει με τις εισαγωγές ρωσικού φυσικού αερίου και πετρελαίου στη χρηματοδότηση του ρωσικού αναθεωρητισμού που δεν διστάζει να απειλήσει ακόμη και την ίδια την Ευρώπη ή θα επιλέξει την αναζήτηση εναλλακτικών πηγών ενέργειας στερώντας τον Β. Πούτιν από το ισχυρότερο «όπλο» που έχει στα χέρια του; Και πόσο βεβαίως είναι εφικτή η σταδιακή και πλήρης απεξάρτηση από τη Ρωσία μέχρι το 2030 και με τι κόστος;

Ήδη η ενεργειακή κρίση που βουλιάζει την παγκόσμια οικονομία και οδηγεί σε απελπισία του πολίτες κυρίως της ΕΕ από την έκρηξη του πληθωρισμού, την υπερβολική αύξηση της τιμής του ηλεκτρικού και του αερίου αλλά και με την απειλή έλλειψης βασικών διατροφικών προϊόντων, δίνει μια εικόνα από το μέλλον αυτής της «σύγκρουσης».

Καμία επιλογή δεν θα είναι εύκολη για την Ευρώπη, αν και πλέον έχει διαμορφωθεί ευρεία συναίνεση στην κατεύθυνση απεξάρτησης από τη Μόσχα. Η ΕΕ δεν μπορεί πλέον να εγκαταλείπει την Ασφάλεια της στα χέρια μιας αναθεωρητικής και επιθετικής Ρωσίας…

Οι χώρες της ΕΕ καταβάλλουν καθημερινά στη Ρωσία για αγορά ενέργειας το ποσό των 800 εκατομμυρίων ευρώ, ενώ από την έναρξη της ρωσικής εισβολής έχουν πληρωθεί σχεδόν 20 δισεκατομμύρια ευρώ για εισαγωγές φυσικού αερίου.

Η Ρωσία παρέχει το 40% του αερίου και του άνθρακα και το 25% του πετρελαίου στην Ευρώπη και θα είναι ένα εξαιρετικά δύσκολο εγχείρημα να εξασφαλισθούν ποσότητες φυσικού αερίου που θα αντικαταστήσουν τα 150 bcm που εισάγει ετησίως η Ε.Ε. από τη Ρωσία, πολύ περισσότερο μάλιστα όταν το ρωσικό αέριο είναι πιο φθηνό από τις υπόλοιπες επιλογές.

Όπως αποκαλύπτει δημοσίευμα των Financial Times οι ευρωπαϊκές χώρες διαμορφώνουν σχέδια έκτακτης ανάγκης για τις ελλείψεις φυσικού αερίου δίνοντας προτεραιότητα στον εφοδιασμό των νοικοκυριών και μειώνοντας την παραγωγή σε ενεργοβόρους τομείς. Μια ενδεχόμενη αναστολή εξαγωγών ρωσικού φυσικού αερίου, θα εμποδίσει την Ευρώπη να γεμίσει τις αποθηκευτικές δεξαμενές μέχρι τον χειμώνα και όπως εκτιμά το Bruegel θα υποχρεώσει την Ευρώπη να μειώσει τη χρήση ενέργειας κατά 10-15%

Το 2021, το 34% του εφοδιασμού της ΕΕ με φυσικό αέριο εισήχθη από τη Ρωσία, κυρίως με αγωγό. Οι χώρες της Ανατολικής, Βορειοανατολικής και Κεντρικής Ευρώπης εξαρτώνται ιδιαίτερα από τη Ρωσία προσφορά. Οι χώρες της Δυτικής Ευρώπης αναζητούν και άλλες πηγές. Η Νορβηγία είναι βασικός προμηθευτής αερίου μέσω αγωγού και το Κατάρ και οι ΗΠΑ παρέχουν στην Ευρώπη LNG.

Το μεγάλο στοίχημα είναι η αναζήτηση λύσεων καθώς η Κομισιόν έχει θέσει στόχο να αντικαταστήσει μέχρι το τέλος του έτους κατά τα 2/3 το εισαγόμενο φυσικό αέριο που για το 2021 έφθασε τα 155 bcm. Ένα εγχείρημα κάθε άλλο παρά εύκολο.

Οι Financial Times περιγράφουν το δύσκολο περιβάλλον που διαμορφώνεται και τις δυσκολίες που υπάρχουν για την αντικατάσταση του ρωσικού φυσικού αερίου. Σύμφωνα με τους FT οι εναλλακτικές λύσεις είναι οι εξής:

  • αύξηση των εισαγωγών LNG που θα μπορούσε να αντικαταστήσει 50 bcm ρωσικών εισαγωγών.
  • 10 bcm θα μπορούσαν να αντικατασταθούν από εισαγωγές από χώρες όπως η Νορβηγία και η Αλγερία.
  • 3,5bcm θα μπορούσαν να προέλθουν από παραγωγή βιομεθανίου (από σπατάλη τροφίμων και κοπριά)
  • 14 bcm θα μπορούσαν να εξοικονομηθούν στην οικιστική κατανάλωση αν ολοι οι καταναλωτές κατεβάσουν κατά 1C τον θερμοστάτη τους.
  • 2,5 bcm θα εξοικονομήσει η προώθηση των ηλιακών συλλεκτών οροφής
  • 1,5bcm θα μπορούσε να εξοικονομήσει ο διπλασιασμός του αριθμού αντλιών θερμότητας.
  • 20bcm θα μπορούσαν να αντληθούν από τις ΑΠΕ.

Όμως και σε ό,τι αφορά το LNG τα προβλήματα είναι πολλά. Το παγκόσμιο εμπόριο LNG το 2021 έφθασε τα 515 bcm από τα οποία η Ε.Ε. εισήγαγε περίπου 77 bcm αυτής της προσφοράς και ο στόχος της ΕΕ τώρα είναι η αύξηση αυτής της ποσότητας κατά 50 bcm.

Όμως και η προσφορά πρόσθετων ποσοτήτων LNG είναι δύσκολη αλλά υπάρχουν και σοβαρά προβλήματα σε υποδομές, καθώς οι περισσότεροι τερματικοί σταθμοί είναι στην Ισπανία και την Πορτογαλία από όπου όμως δεν υπάρχει επάρκεια αγωγών προς τη Γαλλία για την ανακατανομή του σε άλλες χώρες της Ευρώπης.

Η Βρετανία και η Τουρκία εισήγαγαν πάνω από 30 bcm LNG το 2021, και θα μπορούσαν να αποτελέσουν σημαντικό μέρος των σχεδίων της ΕΕ δρομολογώντας προμήθειες στην Ευρώπη. Οι χώρες της Βόρειας, Κεντρικής και Ανατολικής Ευρώπης εξαρτώνται περισσότερο από το ρωσικό φυσικό αέριο, η Γερμανία, η οποία δεν διαθέτει κανένα τερματικό, ενώ η Ελλάδα, οι Κάτω Χώρες, η Ιταλία, η Γαλλία και η Εσθονία έχουν προτείνει την κατασκευή ή την επέκταση υποδομών για την εισαγωγή LNG.

Ακόμη και το σχέδιο της ενοικίασης πλωτών μονάδων αποθήκευσης και επανεριοποίησης (Floating Storage Regasification Unit -FSRU)
αντιμετωπίζει προβλήματα καθώς είναι επιλογές που απαιτούν χρόνο.

Οι παγκόσμιες προμήθειες είναι ένας ακόμη πονοκέφαλος καθώς αναμένεται να υπάρξει αύξηση κατά 21,5 bcm το 2022 και πιθανόν να φθάσει στα 43 bcm, εκτιμά το Ινστιτούτο Ενεργειακών Μελετών της Οξφόρδης. Η Ευρώπη θα αναζητήσει πρόσθετες ποσότητες από το Κατάρ, τις ΗΠΑ (που έχουν δεσμευθεί για αύξηση της προσφοράς προς την Ευρώπη κατά 15bcm), την Αίγυπτο και τη Δυτική Αφρική. Αλλά θα πρέπει να αντιμετωπίσει τον ανταγωνισμό των Ασιατών που είναι πρόθυμοι να πληρώσουν ακόμη πιο ψηλές τιμές.

Το σχέδιο της ΕΕ περιλαμβάνει επίσης ενίσχυση των εισαγωγών φυσικού αερίου μέσω αγωγών κατά 10 bcm από το Αζερμπαϊτζάν, την Αλγερία και τη Νορβηγία – τον δεύτερο μεγαλύτερο προμηθευτή φυσικού αερίου της Ευρώπης μετά τη Ρωσία. Αν και η Αλγερία έχει σοβαρά προβλήματα στις υποδομές της που αμφισβητούν την ικανότητα αύξησης των εξαγωγών προς Ιταλία και Ισπανία.

Η αποθήκευση φυσικού αερίου είναι ένα ακόμη στοίχημα και ο αρχικός στόχος για κάλυψη μέχρι τον Οκτώβριο του 90% έχει περιορισθεί πια στο 80% μέχρι τον Νοέμβριο. Το 2022 ξεκίνησε με κακές προϋποθέσεις και χαμηλά ποσοστά αποθήκευσης καθώς δεν υπήρχαν ισχυροί άνεμοι, υπήρξαν διακοπές σε πυρηνικούς σταθμούς της Γαλλίας και επειδή η ΕΕ δεν είχε φροντίσει να υπογράψει μακροπρόθεσμες συμβάσεις προμήθειας.

Είναι χαρακτηριστικό ότι προ της εισβολής η Gazprom η οποία είχε τον έλεγχο του 1/3 των αποθηκευτικών εγκαταστάσεων αερίου στη Γερμανία, την Αυστρία και την Ολλανδία και είχε αφήσει σε πολύ χαμηλά επίπεδα τις αποθηκευμένες ποσότητες με αποτέλεσμα οι χώρες να είναι ακόμη πιο ευάλωτες στον ενεργειακό εκβιασμό της Μόσχας.

Η κατανάλωση άνθρακα επανέρχεται και η επαναλειτουργία μονάδων σε όλη την Ευρώπη θα μπορούσε να προσφέρει 12 bcm φυσικού αερίου. Αλλά αυτή η επιλογή είναι προσωρινή καθώς ο στόχος της ΕΕ για μείωση των εκπομπών κατά 55% έως το 2030 παραμένει αμετάβλητος.

Οι ΑΠΕ επίσης δεν μπορούν να διαδραματίσουν σημαντικό ρόλο καθώς όπως επισημαίνουν οι FT κάθε τέτοια επένδυση απαιτεί σημαντικό χρόνο και λόγω των γραφειοκρατικών εμποδίων.

Η Βρετανία αποφάσισε την κατασκευή νέων πυρηνικών αντιδραστήρων, αλλά φέτος η συντήρηση των γαλλικών αντιδραστήρων θα μειώσει την παραγωγή στη Γαλλία ενώ η Γερμανία είναι δεσμευμένη να κλείσει μέχρι τον Δεκέμβριο τους πυρηνικούς αντιδραστήρες της.

Από την άλλη πλευρά βεβαίως υπάρχει η αντίληψη ότι υπάρχουν τρόποι να περιορισθεί η εξαγωγική δραστηριότητα της Μόσχας ακόμη κι αν αναζητήσει νέους αγοραστές για την Ενέργεια της. Και ορισμένοι αναλυτές θεωρούν ότι μπορεί έστω και με κόστος να αποκαθηλωθεί η Ρωσία από τον «θρόνο» του μεγαλύτερου παραγωγού ενέργειας, κάτι που θα οδηγήσει σε σοβαρή υπονόμευση και του ηγεμονικού ρόλου που θέλει να διατηρήσει έναντι της Ευρώπης.

Ακόμη κι αν επιχειρήσει η Ρωσία να στραφεί στις αγορές της Ασίας υπάρχουν δυνατότητες παρέμβασης της Δύσης όπως αναφέρει σε άρθρο του project-syndicate ο Σάιμον Τζόνσον πρώην επικεφαλής οικονομολόγος του ΔΝΤ και καθηγητής του ΜΙΤ:

Οι ΗΠΑ, η ΕΕ, η Βρετανία και η Νορβηγία μπορούν να επιβάλουν (όπως στο Ιράν) κυρώσεις που απαγορεύουν την ασφάλιση των τάνκερ που μεταφέρουν ρωσικό πετρέλαιο και έτσι οι μεγάλες ναυτιλιακές εταιρίες θα υποχρεωθούν να αποχωρήσουν από τη ρωσική αγορά και θα αποθαρρυνθούν και μικρές εταιρίες που ίσως αναζητήσουν ευκαιρίες λόγω των κυρώσεων σε πλοιοκτήτες, καπετάνιους και πληρώματα…

Ο ρωσικός στόλος τάνκερ είναι μικρός (με δυνατότητα μεταφοράς σχεδόν 1 εκ βαρελιών την ημέρα) και τα εμπόδια θα είναι πολλά καθώς η μεταφορά του πετρελαίου θα πρέπει να γίνει από το Μουρμάνσκ, τη Βαλτική Θάλασσα ή τη Μαύρη Θάλασσα μέχρι τους μακρινούς προορισμούς της Ασίας.

Ακόμη κι αν σιγήσουν τα ρωσικά όπλα στην Ουκρανία, η μεγάλη μάχη και η μεγάλη αντιπαράθεση Δύσης – Ρωσίας μόλις έχει αρχίσει στο πεδίο της ενέργειας, που θα δοκιμάσει τις αντοχές των δυτικών κοινωνιών και θα κρίνει και τις αυτοκρατορικές επιδιώξεις αλλά και την ίδια της επιβίωση του ρωσικού καθεστώτος.

Πηγές:

https://ig.ft.com/europes-race-to-replace-russian-gas/,

www.project-syndicate.org

Αναδημοσίευση από το liberal.gr

Ο Σταύρος Καλεντερίδης, ξεκίνησε τις σπουδές του στην Αθήνα, σπουδάζοντας Πολιτική Επιστήμη στο Εθνικό Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών. Έπειτα από τέσσερα χρόνια συμμετοχής στα φοιτητικά όργανα συνδιοίκησης της σχολής του και σε διάφορες οργανώσεις νέων, αποφάσισε να συνεχίσει τις σπουδές του στο εξωτερικό. Στη Βοστόνη των Η.Π.Α. ολοκλήρωσε δύο μεταπτυχιακά προγράμματα, στις Διεθνείς Σχέσεις (Αμερικανική εξωτερική πολιτική) και στην Επικοινωνία (Πολιτική Επικοινωνία), ενώ παράλληλα εργάστηκε στο Ελληνικό Προξενείο της Βοστόνης, στη σχολή του ως βοηθός έρευνας και σε δύο πολιτικές καμπάνιες Αμερικανών πολιτικών (Δημοκρατικών – Ρεπουμπλικάνων). Μετά από τρία χρόνια στις Η.Π.Α., άκουσε το κάλεσμα της πατρίδας του και επέστρεψε πίσω με μεγάλο πόθο για προσφορά στην Ελλάδα. Υπήρξε ιδρυτικό μέλος δύο κοινωφελών οργανισμών, του δέλτα – πολιτική επανάσταση (πολιτικός οργανισμός) και της Λεοντίδας (ίδρυμα προώθησης θεμάτων ιστορίας, πολιτισμού και δημοκρατίας). Σήμερα ζει και εργάζεται στην Αθήνα, ασχολείται με διάφορα εγχειρήματα πολιτικής διπλωματίας και δημοκρατίας, γράφει πολιτικά άρθρα, σχολιάζει την επικαιρότητα και συνεχίζει την προσωπική του μελέτη στην ιστορία και την πολιτική φιλοσοφία.

Συνέχεια ανάγνωσης

Διεθνή

Προειδοποίηση της Ελβετίας: Το υψηλό ευρωπαϊκό χρέος θα μπορούσε να πυροδοτήσει μια κρίση του ευρώ

Τα αυξανόμενα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη και πέραν αυτής εγκυμονούν κινδύνους για την οικονομική σταθερότητα και θα μπορούσαν να πυροδοτήσουν μια κρίση του ευρώ, δήλωσε την Παρασκευή η Ελβετίδα υπουργός Οικονομικών, Κάριν Κέλερ-Σούτερ.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Τα αυξανόμενα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη και πέραν αυτής εγκυμονούν κινδύνους για την οικονομική σταθερότητα και θα μπορούσαν να πυροδοτήσουν μια κρίση του ευρώ, δήλωσε την Παρασκευή η Ελβετίδα υπουργός Οικονομικών, Κάριν Κέλερ-Σούτερ.

Μιλώντας στον ελβετικό δημόσιο ραδιοτηλεοπτικό φορέα SRF, στην Μπανγκόκ —στο περιθώριο των ετήσιων συναντήσεων του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου και της Παγκόσμιας Τράπεζας—, η Κέλερ-Σούτερ ανέφερε ότι και οι τιμές της ενέργειας εντείνουν τις ανησυχίες μεταξύ των υπευθύνων χάραξης πολιτικής.

Η Ελβετία διαθέτει ένα από τα χαμηλότερα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη, ωστόσο η Κέλερ-Σούτερ τόνισε ότι, στο τρέχον περιβάλλον, είναι σημαντικό να εξετάζεται η ευρύτερη εικόνα.

«Είμαστε τόσο στενά διασυνδεδεμένοι σε διεθνές επίπεδο, ώστε καθιστάμεθα επίσης ευάλωτοι, για παράδειγμα, στην περίπτωση που προκύψει κρίση χρέους εξαιτίας του δημόσιου χρέους μεγάλων χωρών. Σκέφτομαι συγκεκριμένα τις Ηνωμένες Πολιτείες, αλλά και την Ευρώπη. Υπάρχει η περίπτωση της Γαλλίας — κάτι που θα μπορούσε να οδηγήσει σε κρίση του ευρώ», δήλωσε η Κέλερ-Σούτερ στο δίκτυο SRF.

Το δημόσιο χρέος της Γαλλίας, τα δημοσιονομικά ελλείμματα και η υποτονική οικονομική ανάπτυξη έχουν εντείνει τις ανησυχίες για την κατάσταση των δημόσιων οικονομικών της, καθώς ο πολιτικός κατακερματισμός έχει καταστήσει πιο περίπλοκες τις προσπάθειες δημοσιονομικής εξυγίανσης.

 

Συνέχεια ανάγνωσης

Αναλύσεις

Η Κίνα βρίσκει δρόμο που παρακάμπτει το Πακιστάν – Ο διάδρομος Ουαχάν αλλάζει τις γεωπολιτικές ισορροπίες

Μία νέα οδική αρτηρία μήκους 121 χιλιομέτρων στο βορειοανατολικό Αφγανιστάν δημιουργεί τις προϋποθέσεις για απευθείας χερσαία σύνδεση με την Κίνα, χωρίς διέλευση από το Πακιστάν. Η ολοκλήρωση του δρόμου στον ιστορικό διάδρομο Ουαχάν αποκτά ιδιαίτερη γεωπολιτική σημασία, καθώς το Πεκίνο αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα ασφαλείας με τις επενδύσεις του στο Πακιστάν, ενώ η Καμπούλ επιδιώκει να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Μία σημαντική εξέλιξη στις χερσαίες μεταφορές και στις γεωπολιτικές ισορροπίες της Κεντρικής Ασίας καταγράφεται στο Αφγανιστάν, με την ολοκλήρωση νέου δρόμου στον στρατηγικής σημασίας διάδρομο Ουαχάν.

Σύμφωνα με ανάλυση του Imran Khurshid που δημοσιεύθηκε στις 9 Οκτωβρίου 2026 στο Asia Times, οι αφγανικές αρχές εγκαινίασαν οδική διαδρομή 121 χιλιομέτρων, η οποία εκτείνεται από την περιοχή Μπρογκίλ έως τα σύνορα με την Κίνα, στην επαρχία Μπανταχσάν.

Το έργο κόστισε περίπου 365 εκατομμύρια αφγάνι, ποσό που αντιστοιχεί σε περίπου 5,5 εκατομμύρια δολάρια.

Κατά τις αφγανικές ανακοινώσεις, κατασκευάστηκε από ντόπιους μηχανικούς και εργαζομένους, χωρίς τη συμμετοχή ξένων τεχνικών συμβούλων.

Η νέα διαδρομή φθάνει στα σινοαφγανικά σύνορα. Αυτό, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι λειτουργεί ήδη πλήρης διεθνής εμπορευματικός διάδρομος, καθώς εξακολουθούν να υπάρχουν σημαντικοί τεχνικοί και συνοριακοί περιορισμοί.

Γιατί ο διάδρομος Ουαχάν έχει στρατηγική σημασία

Ο διάδρομος Ουαχάν αποτελεί μια στενή λωρίδα αφγανικού εδάφους ανάμεσα στο Τατζικιστάν, το Πακιστάν και την Κίνα.

Η γεωγραφική του διαμόρφωση συνδέεται με τον ανταγωνισμό της Βρετανικής και της Ρωσικής Αυτοκρατορίας κατά τον 19ο αιώνα.

Η περιοχή διατηρήθηκε ως ζώνη διαχωρισμού των δύο αυτοκρατορικών σφαιρών επιρροής, αποτελώντας ένα από τα χαρακτηριστικότερα γεωγραφικά κατάλοιπα του λεγόμενου «Μεγάλου Παιχνιδιού».

Σήμερα, η ίδια περιοχή αποκτά νέα σημασία, αυτή τη φορά λόγω της προσπάθειας σύνδεσης της Κίνας με το Αφγανιστάν και ευρύτερα με την Κεντρική Ασία.

Ο δρόμος ανοίγει τη δυνατότητα δημιουργίας μιας εναλλακτικής οδού μεταφορών, περιορίζοντας δυνητικά την ανάγκη διέλευσης από το πακιστανικό έδαφος.

Το πρόβλημα της Κίνας με τον οικονομικό διάδρομο CPEC

Το ενδιαφέρον της εξέλιξης εντοπίζεται κυρίως στην προσπάθεια του Πεκίνου να περιορίσει την εξάρτησή του από ευάλωτες υποδομές.

Ο Οικονομικός Διάδρομος Κίνας–Πακιστάν, γνωστός ως CPEC, αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα προγράμματα της κινεζικής πρωτοβουλίας Belt and Road.

Μέσω του συγκεκριμένου σχεδίου, η Κίνα επιχειρεί να ενισχύσει τις εμπορικές και ενεργειακές συνδέσεις της με τη Νότια Ασία και την Αραβική Θάλασσα.

Ωστόσο, η υλοποίηση των έργων έχει αντιμετωπίσει σοβαρές δυσκολίες.

Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, οργανώσεις αυτονομιστών έχουν πραγματοποιήσει επανειλημμένες επιθέσεις εναντίον κινεζικών συμφερόντων, εγκαταστάσεων και εργαζομένων.

Οι επιθέσεις αυτές έχουν επιβαρύνει την ασφάλεια των υποδομών και έχουν αυξήσει το κόστος προστασίας των κινεζικών επενδύσεων.

Παράλληλα, έχουν διατυπωθεί καταγγελίες για καθυστερήσεις, κακοδιαχείριση και προβλήματα διαφάνειας σε επιμέρους προγράμματα του CPEC.

Η εδαφική διαμάχη με την Ινδία

Μια επιπλέον γεωπολιτική δυσκολία συνδέεται με τη διέλευση του CPEC από το Γκιλγκίτ–Μπαλτιστάν.

Η περιοχή διοικείται από το Πακιστάν, αλλά διεκδικείται από την Ινδία, στο πλαίσιο της ευρύτερης διαμάχης για το Κασμίρ.

Το Νέο Δελχί έχει αντιταχθεί επανειλημμένα σε έργα που διέρχονται από εδάφη τα οποία θεωρεί τμήμα της δικής του επικράτειας.

Αυτό σημαίνει ότι ο οικονομικός διάδρομος Κίνας–Πακιστάν δεν αποτελεί μόνο αναπτυξιακό πρόγραμμα, αλλά συνδέεται με μία από τις πιο ευαίσθητες εδαφικές αντιπαραθέσεις της Ασίας.

Η δημιουργία εναλλακτικών διαδρομών μέσω του Αφγανιστάν θα μπορούσε μακροπρόθεσμα να προσφέρει στο Πεκίνο μεγαλύτερη ευελιξία.

Δεν υπάρχει, πάντως, ένδειξη ότι ο δρόμος του Ουαχάν μπορεί σήμερα να αντικαταστήσει τις μεγάλες μεταφορικές υποδομές του CPEC.

Η Καμπούλ επιχειρεί να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ

Για την κυβέρνηση των Ταλιμπάν, το έργο έχει και μία σαφή πολιτική διάσταση.

Το Αφγανιστάν εξαρτάται σε σημαντικό βαθμό από συνοριακές διαβάσεις και μεταφορικούς άξονες που περνούν από το Πακιστάν.

Οι επανειλημμένες εντάσεις ανάμεσα στις δύο χώρες έχουν προκαλέσει κλείσιμο συνοριακών περασμάτων, διακοπές εμπορικών ροών και επιβάρυνση της αφγανικής οικονομίας.

Μια εναλλακτική χερσαία διέξοδος προς την Κίνα θα μπορούσε, εφόσον αναπτυχθεί και καταστεί λειτουργική, να μειώσει τη δυνατότητα του Πακιστάν να χρησιμοποιεί τη γεωγραφική του θέση ως μέσο πίεσης προς την Καμπούλ.

Η αφγανική πλευρά αντιμετωπίζει το έργο ως σημαντική υποδομή οικονομικής και στρατηγικής αυτονομίας.

Η στάση της Κίνας και της Ρωσίας

Παρά την προοπτική άμεσης σύνδεσης, το Πεκίνο δεν έχει εγκαταλείψει τον οικονομικό διάδρομο CPEC ούτε έχει ανακοινώσει ότι ο Ουαχάν θα τον αντικαταστήσει.

Η Κίνα εξακολουθεί να διατηρεί σημαντικά οικονομικά και στρατηγικά συμφέροντα στο Πακιστάν.

Αντίστοιχα, η Ρωσία ενδιαφέρεται για τη σταθερότητα του Αφγανιστάν και για την ανάπτυξη νέων δικτύων επικοινωνίας στην Κεντρική Ασία.

Η δημιουργία περισσότερων επιλογών διασύνδεσης ενδέχεται να περιορίσει την αποκλειστική σημασία ορισμένων παραδοσιακών μεταφορικών διαδρομών.

Η πραγματική αξία του Ουαχάν θα εξαρτηθεί από τη βελτίωση των οδικών υποδομών, τη λειτουργία συνοριακών και τελωνειακών εγκαταστάσεων, τις καιρικές συνθήκες και τις πολιτικές αποφάσεις της Κίνας.

Το μήνυμα προς το Πακιστάν

Η νέα διαδρομή αναδεικνύει μια σημαντική γεωπολιτική πραγματικότητα: η γεωγραφική θέση ενός κράτους προσφέρει στρατηγικά πλεονεκτήματα, αλλά η αξιοποίησή τους εξαρτάται από την ασφάλεια και την αξιοπιστία των μεταφορικών του δικτύων.

Το Πακιστάν εξακολουθεί να αποτελεί κρίσιμο εταίρο της Κίνας, ιδιαίτερα στο πλαίσιο του CPEC.

Ταυτόχρονα, όμως, η αστάθεια, οι επιθέσεις σε κινεζικά συμφέροντα και οι αντιπαραθέσεις με το Αφγανιστάν δημιουργούν κίνητρα αναζήτησης εναλλακτικών επιλογών.

Ο διάδρομος Ουαχάν δεν έχει ακόμη μετατραπεί σε μεγάλο εμπορικό πέρασμα. Η κατασκευή του δρόμου, ωστόσο, καταδεικνύει ότι το Αφγανιστάν επιχειρεί να αποκτήσει πρόσθετες διεθνείς συνδέσεις και ότι η αποκλειστική εξάρτηση από το Πακιστάν δεν αποτελεί πλέον τη μοναδική γεωγραφική επιλογή.

Για το Ισλαμαμπάντ, η εξέλιξη αποτελεί μια νέα στρατηγική παράμετρο που θα πρέπει να συνυπολογίσει στις σχέσεις του με το Πεκίνο και την Καμπούλ.

Συνέχεια ανάγνωσης

Διεθνή

Γερμανία: Το ρωσικό φυσικό αέριο επιστρέφει έμμεσα μέσω των λιπασμάτων, παρά τους ευρωπαϊκούς δασμούς

Δημοσιεύτηκε

στις

Οι εισαγωγές ρωσικών αζωτούχων λιπασμάτων μειώθηκαν κατά 66% το 2025-2026, αλλά παραμένουν 53% υψηλότερες από τα επίπεδα πριν από τον πόλεμο στην Ουκρανία.

Το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία διατηρεί ανταγωνιστικά τα ρωσικά προϊόντα, σύμφωνα με στοιχεία που δημοσίευσε η Berliner Zeitung. Η Γερμανία εξακολουθεί να συνδέεται εμπορικά με το ρωσικό φυσικό αέριο, παρά τις ευρωπαϊκές προσπάθειες περιορισμού της ενεργειακής εξάρτησης από τη Μόσχα.

Αυτή τη φορά, η σύνδεση δεν αφορά αποκλειστικά την άμεση προμήθεια φυσικού αερίου, αλλά τις εισαγωγές λιπασμάτων που παράγονται με τη χρήση ρωσικού αερίου ως πρώτης ύλης και πηγής ενέργειας. Σύμφωνα με δημοσίευμα της γερμανικής εφημερίδας, που βασίζεται σε στοιχεία του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου και του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι εισαγωγές αζώτου μέσω ρωσικών λιπασμάτων μειώθηκαν σημαντικά κατά το 2025-2026. Ωστόσο, εξακολουθούν να βρίσκονται πάνω από τα επίπεδα που καταγράφονταν πριν από τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία.

Τα στοιχεία των εισαγωγών και η σύγκριση με την προπολεμική περίοδο

Το 2025-2026, η Γερμανία εισήγαγε 48.800 τόνους αζώτου μέσω λιπασμάτων ρωσικής προέλευσης. Η ποσότητα αυτή είναι μειωμένη κατά περίπου 66% σε σύγκριση με το προηγούμενο έτος, αλλά παραμένει κατά 53% υψηλότερη από τους 31.800 τόνους που είχαν καταγραφεί το 2020-2021, πριν από τον πόλεμο.

Η εξέλιξη των εισαγωγών δείχνει πόσο έντονη ήταν η αύξηση μετά το 2022. Το 2021-2022 οι εισαγωγές έφτασαν τους 56.800 τόνους αζώτου, ενώ το 2022-2023 εκτοξεύθηκαν στους 185.100 τόνους. Στη συνέχεια καταγράφηκαν 140.200 τόνοι το 2023-2024 και 143.800 τόνοι το 2024-2025, προτού σημειωθεί η μεγάλη υποχώρηση της τελευταίας περιόδου. Τα στοιχεία αφορούν την ποσότητα του αζώτου που περιέχεται στα εισαγόμενα λιπάσματα και όχι το συνολικό βάρος των προϊόντων.

Τα λιπασματικά έτη υπολογίζονται από τον Ιούλιο έως τον Ιούνιο. Η ποσότητα αζώτου που εισήχθη στη Γερμανία μέσω ρωσικής ουρίας μειώθηκε από 71.600 τόνους σε 27.600 τόνους, καταγράφοντας πτώση άνω του 61%. Παρά τη μείωση, η ποσότητα εξακολουθεί να είναι σχεδόν τριπλάσια από τους 9.900 τόνους του 2020-2021. Η συγκεκριμένη εξέλιξη αναδεικνύει το βασικό πρόβλημα της ευρωπαϊκής πολιτικής περιορισμού των εμπορικών δεσμών με τη Ρωσία. Ακόμη και όταν περιορίζονται οι εισαγωγές συγκεκριμένων προϊόντων, οι οικονομικές σχέσεις μπορούν να διατηρούνται μέσω άλλων κατηγοριών αγαθών, ιδιαίτερα όταν αυτά έχουν χαμηλότερο κόστος παραγωγής.

Γιατί οι ρωσικές εισαγωγές παραμένουν ανταγωνιστικές

Καθοριστικός παράγοντας είναι το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία και στην υπόλοιπη Ευρώπη. Η παραγωγή αζωτούχων λιπασμάτων απαιτεί μεγάλες ποσότητες φυσικού αερίου, το οποίο χρησιμοποιείται τόσο ως πρώτη ύλη όσο και ως πηγή ενέργειας. Σύμφωνα με τον Σύνδεσμο Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι ευρωπαϊκοί δασμοί, που τέθηκαν σε ισχύ τον Ιούλιο του 2025, περιόρισαν σημαντικά τις εισαγωγές ρωσικών λιπασμάτων. Ωστόσο, δεν εξάλειψαν το ανταγωνιστικό πλεονέκτημα των ρωσικών προϊόντων. Ο σύνδεσμος επισημαίνει ότι οι υψηλές τιμές ενέργειας δυσκολεύουν τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις να αυξήσουν την εγχώρια παραγωγή και να καλύψουν μεγαλύτερο μέρος των αναγκών της αγοράς. Ως αποτέλεσμα, τα ρωσικά λιπάσματα εξακολουθούν να παραμένουν ελκυστικά, ακόμη και μετά την επιβολή πρόσθετων δασμών.

Παράλληλα, σύμφωνα με τον IVA, είναι πιθανό ορισμένες ποσότητες ρωσικών προϊόντων να φτάνουν στη γερμανική αγορά μέσω άλλων κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το μέγεθος αυτών των έμμεσων εισαγωγών, ωστόσο, δεν μπορεί να προσδιοριστεί με ακρίβεια από τα διαθέσιμα στοιχεία.

Δεν αποδίδονται οι αυξήσεις των τιμών αποκλειστικά στους δασμούς

Το ζήτημα έχει άμεση σημασία για τους Γερμανούς αγρότες, καθώς το κόστος των λιπασμάτων επηρεάζει την παραγωγή και, τελικά, την οικονομική βιωσιμότητα των καλλιεργειών. Ο IVA υποστηρίζει ότι η μείωση των ρωσικών εισαγωγών δεν έχει προκαλέσει μέχρι στιγμής σαφή αύξηση των τιμών εξαιτίας των δασμών. Σύμφωνα με τον σύνδεσμο, η εγχώρια παραγωγική δυναμικότητα και οι εισαγωγές από άλλες χώρες, μεταξύ των οποίων η Αίγυπτος, επαρκούν για την κάλυψη των αναγκών της αγοράς. Την ίδια στιγμή, ο σύνδεσμος αποδίδει τις υψηλές τιμές των λιπασμάτων το 2026 στις διεθνείς ενεργειακές αναταράξεις, στον πόλεμο με το Ιράν και στην κρίση γύρω από τα Στενά του Ορμούζ, παράγοντες που επηρεάζουν το κόστος μεταφοράς και τις παγκόσμιες τιμές ενέργειας και λιπασμάτων.

Οι εκτιμήσεις αυτές αποτελούν τις θέσεις του κλαδικού συνδέσμου και δεν συνιστούν από μόνες τους ανεξάρτητη αξιολόγηση όλων των παραγόντων που διαμορφώνουν τις τιμές.

Νέες πιέσεις για περιορισμό των ρωσικών εισαγωγών

Με αφορμή τα στοιχεία, ο IVA ζητά να εξεταστεί η επιβολή πρόσθετων δασμών στις εισαγωγές καλιούχων λιπασμάτων από τη Ρωσία και τη Λευκορωσία. Το κάλιο αποτελεί βασικό θρεπτικό στοιχείο για τις καλλιέργειες και αντιπροσωπεύει μια ακόμη κατηγορία προϊόντων στην οποία η ευρωπαϊκή αγορά διατηρεί εμπορικές σχέσεις με τις δύο χώρες.

Ο σύνδεσμος εκτιμά ότι η ευρωπαϊκή βιομηχανία μπορεί να καλύψει τις ανάγκες της γεωργίας χωρίς να εξαρτάται από τις συγκεκριμένες εισαγωγές και υποστηρίζει ότι πρόσθετοι δασμοί δεν θα πρέπει να οδηγήσουν αναγκαστικά σε αυξήσεις τιμών. Η συζήτηση, ωστόσο, αποτυπώνει το ευρύτερο δίλημμα της ευρωπαϊκής οικονομικής πολιτικής. Η μείωση της εξάρτησης από τη Ρωσία απαιτεί όχι μόνο εμπορικούς περιορισμούς, αλλά και ανταγωνιστική εγχώρια παραγωγή, προσιτό ενεργειακό κόστος και εναλλακτικές πηγές προμήθειας.

Τα δεδομένα της γερμανικής αγοράς δείχνουν ότι οι δασμοί μπορούν να περιορίσουν σημαντικά τις εισαγωγές, χωρίς όμως να εξαλείψουν αυτομάτως τις οικονομικές σχέσεις που στηρίζονται σε διαφορές κόστους παραγωγής. Για τη Γερμανία και την Ευρωπαϊκή Ένωση, η πρόκληση παραμένει η εξισορρόπηση τριών στόχων: της ενεργειακής και οικονομικής ασφάλειας, της στήριξης της εγχώριας βιομηχανίας και της διατήρησης προσιτού κόστους για τον αγροτικό τομέα.

Με πληροφορίες του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA) και του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου.

Συνέχεια ανάγνωσης

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ

Αναλύσεις12 λεπτά πριν

Μάικλ Ρούμπιν: Ο Τομ Μπάρακ θα Καταστρέψει την κληρονομιά του Τραμπ;

Ο Μπάρακ έχει αναδιαμορφώσει σχεδόν μόνος του την πολιτική των ΗΠΑ στην Ανατολική Μεσόγειο και τη Μέση Ανατολή προς όφελος...

Απόψεις27 λεπτά πριν

Γεωπολιτική και Προφητεία: Ο γέροντας Σίμων της Λατινικής Αμερικής, οι «τρεις ημέρες σκοταδιού» στην ανθρωπότητα

Η πραγματική εγρήγορση δεν είναι ο φόβος για το αύριο· είναι η υπεύθυνη, η φροντίδα της οικογένειας για τον άνθρωπό...

Αναλύσεις42 λεπτά πριν

Ο Πούτιν χτυπά την οικονομία, ο Τραμπ περιπλέκει το παιχνίδι: Η Ευρώπη μπροστά στη μεγάλη δοκιμασία της Ουκρανίας

Από στρατιωτικής άποψης, η προφανής λύση είναι η παροχή περισσότερων και καλύτερων συστημάτων αεράμυνας. Ωστόσο, αυτά βρίσκονται σε περιορισμένη διαθεσιμότητα...

Αναλύσεις1 ώρα πριν

Γιατί το Πεντάγωνο ανησύχησε τόσο πολύ για τα βομβαρδιστικά B-1 στην Αγγλία

Το περιστατικό συμβολίζει τη σταδιακή υποχώρηση της αμερικανικής επιρροής και την αυξανόμενη αβεβαιότητα στο διεθνές περιβάλλον, όπου αντίπαλοι όπως το...

Άμυνα2 ώρες πριν

Παρέλαση από το μέλλον: Τα υπερσύγχρονα συστήματα «Spyder» και «David’s Sling»

Η φετινή παρέλαση της 28ης Οκτωβρίου δεν θα έχει σχέση με τις προηγούμενες, αναφέρουν από το υπουργείο Εθνικής Αμυνας, καθώς...

Δημοφιλή