Διεθνή
Τουρκία: Κίνδυνος νέου προσφυγικού από τη στροφή Ερντογάν
Η καθίζηση των ποσοστών της κυβερνητικής συμμαχίας AKP-MHP αναγκάζει τον Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν να προετοιμάσει το έδαφος για την επιστροφή στην πατρίδα τους πολλών Σύρων προσφύγων που τα τελευταία χρόνια έχουν εγκατασταθεί στην Τουρκία.
Στην ομιλία του την περασμένη Τρίτη ο κ. Ερντογάν δήλωσε ότι «προετοιμάζουμε την εθελοντική και περήφανη επιστροφή των Σύρων αδελφών μας στη χώρα τους». Ενώ ο κυβερνητικός εταίρος του Ντεβλέτ Μπαχτσελί ζήτησε να απαγορευθεί η είσοδος στην Τουρκία όσων προσφύγων επισκεφθούν τη Συρία κατά τη διάρκεια της θρησκευτικής γιορτής των μουσουλμάνων (σ.σ. Μπαϊράμι) στις αρχές Μαΐου. «Πρέπει να σκεφτούμε τη δημογραφική θέση μας και το μέλλον της χώρας μας», δήλωσε χαρακτηριστικά!
Γεγονός που έρχεται σε πλήρη αντίθεση με τις θέσεις που εξέφραζε ο Τούρκος πρόεδρος μέχρι και πριν από λίγες εβδομάδες. Ο κ. Ερντογάν τον περασμένο Μάρτιο δήλωσε πως η Αγκυρα «δεν θα διώξει από τη χώρα κανέναν πρόσφυγα» και είχε απαντήσει στις πιέσεις των κομμάτων της αντιπολίτευσης που κατηγορούσαν τον πρόεδρο της Τουρκίας για το άνοιγμα των συνόρων και την υποδοχή των προσφύγων.
Ο πρόεδρος της Τουρκίας χαρακτήριζε «αδέλφια» τους Σύρους πρόσφυγες και στις 15 Μαρτίου είχε δηλώσει ότι «θα συνεχίσουμε να τους φιλοξενούμε, δεν θα τους απομακρύνουμε από τη χώρα».
Ηδη εκατοντάδες χιλιάδες Σύροι έχουν πάρει την τουρκική ιθαγένεια. Ομως τις τελευταίες ημέρες υπάρχουν αναφορές «παγώματος» αυτής της διαδικασίας, ενώ απορρίπτονται και πολλές αιτήσεις ανανέωσης αδειών παραμονής!
Πολιτικοί αναλυτές εκτιμούν πως αυτή η «στροφή» της τουρκικής κυβέρνησης μπορεί να προκαλέσει ένα νέο προσφυγικό κύμα προς την Ελλάδα, καθώς πολλοί Σύροι οι οποίοι δεν θα θέλουν να επιστρέψουν στη χώρα τους και δεν θα έχουν τη δυνατότητα να παραμείνουν στην Τουρκία, ίσως επιχειρήσουν να περάσουν στην Ευρώπη.
Κάποιοι από αυτούς έχουν αντιταχθεί στο καθεστώς του Μπασάρ Αλ Ασαντ, ενώ κάποιοι άλλοι δεν επιθυμούν να πάνε στη Συρία, της οποίας μεγάλο μέρος των υποδομών έχει ισοπεδωθεί.
Η εφημερίδα Cumhuriyet υποστηρίζει ότι ο κ. Ερντογάν υποχρεώθηκε να ταυτιστεί με τις απόψεις του προέδρου του Ρεπουμπλικανικού Λαϊκού Κόμματος Κεμάλ Κιλιτσντάρογλου, ο οποίος είχε κατηγορήσει την κυβέρνηση ότι «γέμισε τη χώρα με Σύρους πρόσφυγες». Εκτιμήσεις έμπειρων πολιτικών αναλυτών αναφέρουν πως με την παρουσία 5 εκατομμυρίων Σύρων προσφύγων, ο πληθυσμός των οποίων αυξάνεται καθώς γεννούν περισσότερα παιδιά από τους Τούρκους, η ήττα της κυβέρνησης στις εκλογές θεωρούνταν σίγουρη.
Τα οικονομικά προβλήματα που αντιμετωπίζει η Τουρκία, η αυξημένη ανεργία και η αύξηση της εγκληματικότητας δημιούργησαν μεγάλες αντιδράσεις στους ψηφοφόρους της Κωνσταντινούπολης, όπως και στους κατοίκους των πόλεων που βρίσκονται κοντά στα σύνορα με τη Συρία.
Το φιλοκουρδικό HDP σε όλες τις δημοσκοπήσεις έχει ποσοστό 12% και η υποστήριξη η οποία θα δώσει ενδέχεται να καθορίσει τον μελλοντικό πρόεδρο.
«Οι δημοσκοπήσεις δείχνουν ξεκάθαρα πως οι Τούρκοι πολίτες αντιδρούν περισσότερο στα ζητήματα της οικονομίας, της δικαιοσύνης και του προσφυγικού. Η κυβέρνηση διαπίστωσε πως αυτό οδηγεί σε κύμα αντιδράσεων και γι’ αυτό αλλάζει πολιτική», αναφέρει ο πρόεδρος εταιρείας δημοσκοπήσεων Μεχμέτ Αλί Κουλάτ.
Ο πολιτικός αναλυτής της εφημερίδας Birgun Ιμπραήμ Βαρλί σε άρθρο του ισχυρίζεται πως «η κυβέρνηση του AKP χρησιμοποίησε τους πρόσφυγες ως εργαλείο της νεο-οθωμανικής πολιτικής και είχε ελπίδες για την ανατροπή του καθεστώτος της Συρίας. Τους χρησιμοποίησε και ως εργαλείο παζαρέματος με την Ευρώπη. Η Αγκυρα έλαβε 6 δισεκατομμύρια και προσπάθησε να πάρει την απαλλαγή της βίζας για Τούρκους πολίτες. Παράλληλα, τους εκμεταλλεύθηκε και ως φθηνό εργατικό δυναμικό».
Σύμφωνα με τα επίσημα στοιχεία της Διεύθυνσης Μετανάστευσης της Τουρκίας, στη χώρα ζουν 3,7 εκατομμύρια Σύροι πρόσφυγες. Ωστόσο τουρκικά μέσα ενημέρωσης τονίζουν πως υπάρχουν εκατοντάδες χιλιάδες άλλοι που ζουν δίχως άδεια παραμονής και γι’ αυτό υπολογίζουν πως ο πληθυσμός των Σύρων φτάνει τα 4 εκατομμύρια.
Τα επίσημα στοιχεία αναφέρουν ότι 540.000 Σύροι ζουν στην Κωνσταντινούπολη, ενώ 462.000 στην πόλη Γκαζίαντεπ. Ενα εκατομμύριο είναι τα παιδιά Σύρων προσφύγων, τα οποία είναι κάτω των 10 ετών και δεν έχουν δει ποτέ τη χώρα τους!
Ο κ. Κιλιτσντάρογλου σε ομιλία του στο Κοινοβούλιο ανέφερε ότι «η κυβέρνηση κάποτε έλεγε πως θα φτάσουν στο τέμενος Εμεβί (στη Δαμασκό) και θα προσευχηθούν εκεί με τους νικητές. Ξαφνικά συνέβη το αντίθετο και είδαν πως στην Τουρκία ήρθαν 3,8 εκατομμύρια Σύροι. Στις 15 Μαρτίου, ο πρόεδρος δήλωσε πως δεν θα τους διώξει ποτέ! Ομως είδε τις δημοσκοπήσεις, διαπίστωσε πως πολλοί θέλουν την απομάκρυνση των προσφύγων και εντός ολίγων ημερών άλλαξε πολιτική. Μα πώς “τα γυρίζεις έτσι;”».
Ενας επιπλέον παράγοντας που θα παίξει σημαντικό ρόλο στις προεδρικές εκλογές του 2023 είναι η στάση των Κούρδων της Τουρκίας και το μέλλον του φιλοκουρδικού κόμματος HDP. «Στις εκλογές ρόλο-κλειδί έχουν οι Κούρδοι», αναφέρει σε άρθρο του στην εφημερίδα Oksihen ο έμπειρος δημοσκόπος και πολιτικός αναλυτής Μπεκίρ Αγιρντίρ και τονίζει πως «θα παίξουν τον καθοριστικό ρόλο».
Στις προεδρικές εκλογές θα ψηφίσουν 62 εκατομμύρια Τούρκοι πολίτες και τα 12 εκατομμύρια, δηλαδή το 20%, είναι κουρδικής καταγωγής. Σύμφωνα με τον κ. Αγιρντίρ, το φιλοκουρδικό κόμμα HDP σε όλες τις δημοσκοπήσεις έχει ένα πάγιο ποσοστό 12% και η υποστήριξη η οποία θα δώσει ενδέχεται να καθορίσει τον μελλοντικό πρόεδρο της χώρας. Ο ίδιος υπενθυμίζει πως ο πρόεδρος του HDP Σελαχατίν Ντεμιρτάς παραμένει φυλακισμένος, όπως έχουν καθαιρεθεί από τα καθήκοντά τους εκατοντάδες εκλεγμένοι δήμαρχοι του HDP και έχουν φυλακιστεί, γεγονός που απομακρύνει τους Κούρδους ψηφοφόρους από την κυβερνητική συμμαχία AKP-MHP. «To ΑΚP έχει χάσει την εμπιστοσύνη των Κούρδων που κάποτε το ψήφιζαν και σήμερα αν κάνει κάποιο άνοιγμα σε αυτούς, δύσκολα θα το πιστέψουν», αναφέρει.
«Διαπιστώνουμε πως η κυβέρνηση δεν βλέπει τις αλλαγές στην κοινωνία των Κούρδων και δύσκολα θα υποχωρήσει από τις πολιτικές της ασφάλειας της χώρας. Ισως κλείσουν και το ΗDP. Ομως οι Κούρδοι θα ψηφίσουν σύμφωνα με τις ανάγκες τους, όπως την αναγνώριση και τον σεβασμό στην εθνική ταυτότητά τους. Αν απαγορευθεί το HDP, ίσως μποϊκοτάρουν και τις εκλογές. Το σίγουρο είναι πως η ένστασή τους στην παρούσα κατάσταση θα είναι καθοριστικός παράγοντας στις εκλογές».
Εμπειροι δημοσιογράφοι της Τουρκίας υποστηρίζουν πως στις δημοτικές εκλογές του 2019 στην Κωνσταντινούπολη η νίκη έκπληξη του Εκρέμ Ιμάμογλου ήρθε και με την υποστήριξη των Κούρδων που ζουν στην Κωνσταντινούπολη.
Σήμερα, οι περισσότερες δημοσκοπήσεις δείχνουν πως το ποσοστό της κυβερνητικής συμμαχίας AKP-MHP βρίσκεται στα επίπεδα του 38%-40% και της συμμαχίας των έξι κομμάτων της αντιπολίτευσης, που επίσημα δεν συμμετέχει το φιλοκουρδικό ΗDP, βρίσκεται στο 45%-47%. Για την εκλογή του προέδρου το αναγκαίο ποσοστό είναι το 50,1%.
Καθημερινή
Διεθνή
Προειδοποίηση της Ελβετίας: Το υψηλό ευρωπαϊκό χρέος θα μπορούσε να πυροδοτήσει μια κρίση του ευρώ
Τα αυξανόμενα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη και πέραν αυτής εγκυμονούν κινδύνους για την οικονομική σταθερότητα και θα μπορούσαν να πυροδοτήσουν μια κρίση του ευρώ, δήλωσε την Παρασκευή η Ελβετίδα υπουργός Οικονομικών, Κάριν Κέλερ-Σούτερ.
Τα αυξανόμενα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη και πέραν αυτής εγκυμονούν κινδύνους για την οικονομική σταθερότητα και θα μπορούσαν να πυροδοτήσουν μια κρίση του ευρώ, δήλωσε την Παρασκευή η Ελβετίδα υπουργός Οικονομικών, Κάριν Κέλερ-Σούτερ.
Μιλώντας στον ελβετικό δημόσιο ραδιοτηλεοπτικό φορέα SRF, στην Μπανγκόκ —στο περιθώριο των ετήσιων συναντήσεων του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου και της Παγκόσμιας Τράπεζας—, η Κέλερ-Σούτερ ανέφερε ότι και οι τιμές της ενέργειας εντείνουν τις ανησυχίες μεταξύ των υπευθύνων χάραξης πολιτικής.
Η Ελβετία διαθέτει ένα από τα χαμηλότερα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη, ωστόσο η Κέλερ-Σούτερ τόνισε ότι, στο τρέχον περιβάλλον, είναι σημαντικό να εξετάζεται η ευρύτερη εικόνα.
«Είμαστε τόσο στενά διασυνδεδεμένοι σε διεθνές επίπεδο, ώστε καθιστάμεθα επίσης ευάλωτοι, για παράδειγμα, στην περίπτωση που προκύψει κρίση χρέους εξαιτίας του δημόσιου χρέους μεγάλων χωρών. Σκέφτομαι συγκεκριμένα τις Ηνωμένες Πολιτείες, αλλά και την Ευρώπη. Υπάρχει η περίπτωση της Γαλλίας — κάτι που θα μπορούσε να οδηγήσει σε κρίση του ευρώ», δήλωσε η Κέλερ-Σούτερ στο δίκτυο SRF.
Το δημόσιο χρέος της Γαλλίας, τα δημοσιονομικά ελλείμματα και η υποτονική οικονομική ανάπτυξη έχουν εντείνει τις ανησυχίες για την κατάσταση των δημόσιων οικονομικών της, καθώς ο πολιτικός κατακερματισμός έχει καταστήσει πιο περίπλοκες τις προσπάθειες δημοσιονομικής εξυγίανσης.
Αναλύσεις
Η Κίνα βρίσκει δρόμο που παρακάμπτει το Πακιστάν – Ο διάδρομος Ουαχάν αλλάζει τις γεωπολιτικές ισορροπίες
Μία νέα οδική αρτηρία μήκους 121 χιλιομέτρων στο βορειοανατολικό Αφγανιστάν δημιουργεί τις προϋποθέσεις για απευθείας χερσαία σύνδεση με την Κίνα, χωρίς διέλευση από το Πακιστάν. Η ολοκλήρωση του δρόμου στον ιστορικό διάδρομο Ουαχάν αποκτά ιδιαίτερη γεωπολιτική σημασία, καθώς το Πεκίνο αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα ασφαλείας με τις επενδύσεις του στο Πακιστάν, ενώ η Καμπούλ επιδιώκει να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ.
Μία σημαντική εξέλιξη στις χερσαίες μεταφορές και στις γεωπολιτικές ισορροπίες της Κεντρικής Ασίας καταγράφεται στο Αφγανιστάν, με την ολοκλήρωση νέου δρόμου στον στρατηγικής σημασίας διάδρομο Ουαχάν.
Σύμφωνα με ανάλυση του Imran Khurshid που δημοσιεύθηκε στις 9 Οκτωβρίου 2026 στο Asia Times, οι αφγανικές αρχές εγκαινίασαν οδική διαδρομή 121 χιλιομέτρων, η οποία εκτείνεται από την περιοχή Μπρογκίλ έως τα σύνορα με την Κίνα, στην επαρχία Μπανταχσάν.
Το έργο κόστισε περίπου 365 εκατομμύρια αφγάνι, ποσό που αντιστοιχεί σε περίπου 5,5 εκατομμύρια δολάρια.
Κατά τις αφγανικές ανακοινώσεις, κατασκευάστηκε από ντόπιους μηχανικούς και εργαζομένους, χωρίς τη συμμετοχή ξένων τεχνικών συμβούλων.
Η νέα διαδρομή φθάνει στα σινοαφγανικά σύνορα. Αυτό, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι λειτουργεί ήδη πλήρης διεθνής εμπορευματικός διάδρομος, καθώς εξακολουθούν να υπάρχουν σημαντικοί τεχνικοί και συνοριακοί περιορισμοί.
Γιατί ο διάδρομος Ουαχάν έχει στρατηγική σημασία
Ο διάδρομος Ουαχάν αποτελεί μια στενή λωρίδα αφγανικού εδάφους ανάμεσα στο Τατζικιστάν, το Πακιστάν και την Κίνα.
Η γεωγραφική του διαμόρφωση συνδέεται με τον ανταγωνισμό της Βρετανικής και της Ρωσικής Αυτοκρατορίας κατά τον 19ο αιώνα.
Η περιοχή διατηρήθηκε ως ζώνη διαχωρισμού των δύο αυτοκρατορικών σφαιρών επιρροής, αποτελώντας ένα από τα χαρακτηριστικότερα γεωγραφικά κατάλοιπα του λεγόμενου «Μεγάλου Παιχνιδιού».
Σήμερα, η ίδια περιοχή αποκτά νέα σημασία, αυτή τη φορά λόγω της προσπάθειας σύνδεσης της Κίνας με το Αφγανιστάν και ευρύτερα με την Κεντρική Ασία.
Ο δρόμος ανοίγει τη δυνατότητα δημιουργίας μιας εναλλακτικής οδού μεταφορών, περιορίζοντας δυνητικά την ανάγκη διέλευσης από το πακιστανικό έδαφος.
Το πρόβλημα της Κίνας με τον οικονομικό διάδρομο CPEC
Το ενδιαφέρον της εξέλιξης εντοπίζεται κυρίως στην προσπάθεια του Πεκίνου να περιορίσει την εξάρτησή του από ευάλωτες υποδομές.
Ο Οικονομικός Διάδρομος Κίνας–Πακιστάν, γνωστός ως CPEC, αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα προγράμματα της κινεζικής πρωτοβουλίας Belt and Road.
Μέσω του συγκεκριμένου σχεδίου, η Κίνα επιχειρεί να ενισχύσει τις εμπορικές και ενεργειακές συνδέσεις της με τη Νότια Ασία και την Αραβική Θάλασσα.
Ωστόσο, η υλοποίηση των έργων έχει αντιμετωπίσει σοβαρές δυσκολίες.
Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, οργανώσεις αυτονομιστών έχουν πραγματοποιήσει επανειλημμένες επιθέσεις εναντίον κινεζικών συμφερόντων, εγκαταστάσεων και εργαζομένων.
Οι επιθέσεις αυτές έχουν επιβαρύνει την ασφάλεια των υποδομών και έχουν αυξήσει το κόστος προστασίας των κινεζικών επενδύσεων.
Παράλληλα, έχουν διατυπωθεί καταγγελίες για καθυστερήσεις, κακοδιαχείριση και προβλήματα διαφάνειας σε επιμέρους προγράμματα του CPEC.
Η εδαφική διαμάχη με την Ινδία
Μια επιπλέον γεωπολιτική δυσκολία συνδέεται με τη διέλευση του CPEC από το Γκιλγκίτ–Μπαλτιστάν.
Η περιοχή διοικείται από το Πακιστάν, αλλά διεκδικείται από την Ινδία, στο πλαίσιο της ευρύτερης διαμάχης για το Κασμίρ.
Το Νέο Δελχί έχει αντιταχθεί επανειλημμένα σε έργα που διέρχονται από εδάφη τα οποία θεωρεί τμήμα της δικής του επικράτειας.
Αυτό σημαίνει ότι ο οικονομικός διάδρομος Κίνας–Πακιστάν δεν αποτελεί μόνο αναπτυξιακό πρόγραμμα, αλλά συνδέεται με μία από τις πιο ευαίσθητες εδαφικές αντιπαραθέσεις της Ασίας.
Η δημιουργία εναλλακτικών διαδρομών μέσω του Αφγανιστάν θα μπορούσε μακροπρόθεσμα να προσφέρει στο Πεκίνο μεγαλύτερη ευελιξία.
Δεν υπάρχει, πάντως, ένδειξη ότι ο δρόμος του Ουαχάν μπορεί σήμερα να αντικαταστήσει τις μεγάλες μεταφορικές υποδομές του CPEC.
Η Καμπούλ επιχειρεί να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ
Για την κυβέρνηση των Ταλιμπάν, το έργο έχει και μία σαφή πολιτική διάσταση.
Το Αφγανιστάν εξαρτάται σε σημαντικό βαθμό από συνοριακές διαβάσεις και μεταφορικούς άξονες που περνούν από το Πακιστάν.
Οι επανειλημμένες εντάσεις ανάμεσα στις δύο χώρες έχουν προκαλέσει κλείσιμο συνοριακών περασμάτων, διακοπές εμπορικών ροών και επιβάρυνση της αφγανικής οικονομίας.
Μια εναλλακτική χερσαία διέξοδος προς την Κίνα θα μπορούσε, εφόσον αναπτυχθεί και καταστεί λειτουργική, να μειώσει τη δυνατότητα του Πακιστάν να χρησιμοποιεί τη γεωγραφική του θέση ως μέσο πίεσης προς την Καμπούλ.
Η αφγανική πλευρά αντιμετωπίζει το έργο ως σημαντική υποδομή οικονομικής και στρατηγικής αυτονομίας.
Η στάση της Κίνας και της Ρωσίας
Παρά την προοπτική άμεσης σύνδεσης, το Πεκίνο δεν έχει εγκαταλείψει τον οικονομικό διάδρομο CPEC ούτε έχει ανακοινώσει ότι ο Ουαχάν θα τον αντικαταστήσει.
Η Κίνα εξακολουθεί να διατηρεί σημαντικά οικονομικά και στρατηγικά συμφέροντα στο Πακιστάν.
Αντίστοιχα, η Ρωσία ενδιαφέρεται για τη σταθερότητα του Αφγανιστάν και για την ανάπτυξη νέων δικτύων επικοινωνίας στην Κεντρική Ασία.
Η δημιουργία περισσότερων επιλογών διασύνδεσης ενδέχεται να περιορίσει την αποκλειστική σημασία ορισμένων παραδοσιακών μεταφορικών διαδρομών.
Η πραγματική αξία του Ουαχάν θα εξαρτηθεί από τη βελτίωση των οδικών υποδομών, τη λειτουργία συνοριακών και τελωνειακών εγκαταστάσεων, τις καιρικές συνθήκες και τις πολιτικές αποφάσεις της Κίνας.
Το μήνυμα προς το Πακιστάν
Η νέα διαδρομή αναδεικνύει μια σημαντική γεωπολιτική πραγματικότητα: η γεωγραφική θέση ενός κράτους προσφέρει στρατηγικά πλεονεκτήματα, αλλά η αξιοποίησή τους εξαρτάται από την ασφάλεια και την αξιοπιστία των μεταφορικών του δικτύων.
Το Πακιστάν εξακολουθεί να αποτελεί κρίσιμο εταίρο της Κίνας, ιδιαίτερα στο πλαίσιο του CPEC.
Ταυτόχρονα, όμως, η αστάθεια, οι επιθέσεις σε κινεζικά συμφέροντα και οι αντιπαραθέσεις με το Αφγανιστάν δημιουργούν κίνητρα αναζήτησης εναλλακτικών επιλογών.
Ο διάδρομος Ουαχάν δεν έχει ακόμη μετατραπεί σε μεγάλο εμπορικό πέρασμα. Η κατασκευή του δρόμου, ωστόσο, καταδεικνύει ότι το Αφγανιστάν επιχειρεί να αποκτήσει πρόσθετες διεθνείς συνδέσεις και ότι η αποκλειστική εξάρτηση από το Πακιστάν δεν αποτελεί πλέον τη μοναδική γεωγραφική επιλογή.
Για το Ισλαμαμπάντ, η εξέλιξη αποτελεί μια νέα στρατηγική παράμετρο που θα πρέπει να συνυπολογίσει στις σχέσεις του με το Πεκίνο και την Καμπούλ.
Διεθνή
Γερμανία: Το ρωσικό φυσικό αέριο επιστρέφει έμμεσα μέσω των λιπασμάτων, παρά τους ευρωπαϊκούς δασμούς
Οι εισαγωγές ρωσικών αζωτούχων λιπασμάτων μειώθηκαν κατά 66% το 2025-2026, αλλά παραμένουν 53% υψηλότερες από τα επίπεδα πριν από τον πόλεμο στην Ουκρανία.
Το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία διατηρεί ανταγωνιστικά τα ρωσικά προϊόντα, σύμφωνα με στοιχεία που δημοσίευσε η Berliner Zeitung. Η Γερμανία εξακολουθεί να συνδέεται εμπορικά με το ρωσικό φυσικό αέριο, παρά τις ευρωπαϊκές προσπάθειες περιορισμού της ενεργειακής εξάρτησης από τη Μόσχα.
Αυτή τη φορά, η σύνδεση δεν αφορά αποκλειστικά την άμεση προμήθεια φυσικού αερίου, αλλά τις εισαγωγές λιπασμάτων που παράγονται με τη χρήση ρωσικού αερίου ως πρώτης ύλης και πηγής ενέργειας. Σύμφωνα με δημοσίευμα της γερμανικής εφημερίδας, που βασίζεται σε στοιχεία του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου και του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι εισαγωγές αζώτου μέσω ρωσικών λιπασμάτων μειώθηκαν σημαντικά κατά το 2025-2026. Ωστόσο, εξακολουθούν να βρίσκονται πάνω από τα επίπεδα που καταγράφονταν πριν από τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία.
Τα στοιχεία των εισαγωγών και η σύγκριση με την προπολεμική περίοδο
Το 2025-2026, η Γερμανία εισήγαγε 48.800 τόνους αζώτου μέσω λιπασμάτων ρωσικής προέλευσης. Η ποσότητα αυτή είναι μειωμένη κατά περίπου 66% σε σύγκριση με το προηγούμενο έτος, αλλά παραμένει κατά 53% υψηλότερη από τους 31.800 τόνους που είχαν καταγραφεί το 2020-2021, πριν από τον πόλεμο.
Η εξέλιξη των εισαγωγών δείχνει πόσο έντονη ήταν η αύξηση μετά το 2022. Το 2021-2022 οι εισαγωγές έφτασαν τους 56.800 τόνους αζώτου, ενώ το 2022-2023 εκτοξεύθηκαν στους 185.100 τόνους. Στη συνέχεια καταγράφηκαν 140.200 τόνοι το 2023-2024 και 143.800 τόνοι το 2024-2025, προτού σημειωθεί η μεγάλη υποχώρηση της τελευταίας περιόδου. Τα στοιχεία αφορούν την ποσότητα του αζώτου που περιέχεται στα εισαγόμενα λιπάσματα και όχι το συνολικό βάρος των προϊόντων.
Τα λιπασματικά έτη υπολογίζονται από τον Ιούλιο έως τον Ιούνιο. Η ποσότητα αζώτου που εισήχθη στη Γερμανία μέσω ρωσικής ουρίας μειώθηκε από 71.600 τόνους σε 27.600 τόνους, καταγράφοντας πτώση άνω του 61%. Παρά τη μείωση, η ποσότητα εξακολουθεί να είναι σχεδόν τριπλάσια από τους 9.900 τόνους του 2020-2021. Η συγκεκριμένη εξέλιξη αναδεικνύει το βασικό πρόβλημα της ευρωπαϊκής πολιτικής περιορισμού των εμπορικών δεσμών με τη Ρωσία. Ακόμη και όταν περιορίζονται οι εισαγωγές συγκεκριμένων προϊόντων, οι οικονομικές σχέσεις μπορούν να διατηρούνται μέσω άλλων κατηγοριών αγαθών, ιδιαίτερα όταν αυτά έχουν χαμηλότερο κόστος παραγωγής.
Γιατί οι ρωσικές εισαγωγές παραμένουν ανταγωνιστικές
Καθοριστικός παράγοντας είναι το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία και στην υπόλοιπη Ευρώπη. Η παραγωγή αζωτούχων λιπασμάτων απαιτεί μεγάλες ποσότητες φυσικού αερίου, το οποίο χρησιμοποιείται τόσο ως πρώτη ύλη όσο και ως πηγή ενέργειας. Σύμφωνα με τον Σύνδεσμο Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι ευρωπαϊκοί δασμοί, που τέθηκαν σε ισχύ τον Ιούλιο του 2025, περιόρισαν σημαντικά τις εισαγωγές ρωσικών λιπασμάτων. Ωστόσο, δεν εξάλειψαν το ανταγωνιστικό πλεονέκτημα των ρωσικών προϊόντων. Ο σύνδεσμος επισημαίνει ότι οι υψηλές τιμές ενέργειας δυσκολεύουν τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις να αυξήσουν την εγχώρια παραγωγή και να καλύψουν μεγαλύτερο μέρος των αναγκών της αγοράς. Ως αποτέλεσμα, τα ρωσικά λιπάσματα εξακολουθούν να παραμένουν ελκυστικά, ακόμη και μετά την επιβολή πρόσθετων δασμών.
Παράλληλα, σύμφωνα με τον IVA, είναι πιθανό ορισμένες ποσότητες ρωσικών προϊόντων να φτάνουν στη γερμανική αγορά μέσω άλλων κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το μέγεθος αυτών των έμμεσων εισαγωγών, ωστόσο, δεν μπορεί να προσδιοριστεί με ακρίβεια από τα διαθέσιμα στοιχεία.
Δεν αποδίδονται οι αυξήσεις των τιμών αποκλειστικά στους δασμούς
Το ζήτημα έχει άμεση σημασία για τους Γερμανούς αγρότες, καθώς το κόστος των λιπασμάτων επηρεάζει την παραγωγή και, τελικά, την οικονομική βιωσιμότητα των καλλιεργειών. Ο IVA υποστηρίζει ότι η μείωση των ρωσικών εισαγωγών δεν έχει προκαλέσει μέχρι στιγμής σαφή αύξηση των τιμών εξαιτίας των δασμών. Σύμφωνα με τον σύνδεσμο, η εγχώρια παραγωγική δυναμικότητα και οι εισαγωγές από άλλες χώρες, μεταξύ των οποίων η Αίγυπτος, επαρκούν για την κάλυψη των αναγκών της αγοράς. Την ίδια στιγμή, ο σύνδεσμος αποδίδει τις υψηλές τιμές των λιπασμάτων το 2026 στις διεθνείς ενεργειακές αναταράξεις, στον πόλεμο με το Ιράν και στην κρίση γύρω από τα Στενά του Ορμούζ, παράγοντες που επηρεάζουν το κόστος μεταφοράς και τις παγκόσμιες τιμές ενέργειας και λιπασμάτων.
Οι εκτιμήσεις αυτές αποτελούν τις θέσεις του κλαδικού συνδέσμου και δεν συνιστούν από μόνες τους ανεξάρτητη αξιολόγηση όλων των παραγόντων που διαμορφώνουν τις τιμές.
Νέες πιέσεις για περιορισμό των ρωσικών εισαγωγών
Με αφορμή τα στοιχεία, ο IVA ζητά να εξεταστεί η επιβολή πρόσθετων δασμών στις εισαγωγές καλιούχων λιπασμάτων από τη Ρωσία και τη Λευκορωσία. Το κάλιο αποτελεί βασικό θρεπτικό στοιχείο για τις καλλιέργειες και αντιπροσωπεύει μια ακόμη κατηγορία προϊόντων στην οποία η ευρωπαϊκή αγορά διατηρεί εμπορικές σχέσεις με τις δύο χώρες.
Ο σύνδεσμος εκτιμά ότι η ευρωπαϊκή βιομηχανία μπορεί να καλύψει τις ανάγκες της γεωργίας χωρίς να εξαρτάται από τις συγκεκριμένες εισαγωγές και υποστηρίζει ότι πρόσθετοι δασμοί δεν θα πρέπει να οδηγήσουν αναγκαστικά σε αυξήσεις τιμών. Η συζήτηση, ωστόσο, αποτυπώνει το ευρύτερο δίλημμα της ευρωπαϊκής οικονομικής πολιτικής. Η μείωση της εξάρτησης από τη Ρωσία απαιτεί όχι μόνο εμπορικούς περιορισμούς, αλλά και ανταγωνιστική εγχώρια παραγωγή, προσιτό ενεργειακό κόστος και εναλλακτικές πηγές προμήθειας.
Τα δεδομένα της γερμανικής αγοράς δείχνουν ότι οι δασμοί μπορούν να περιορίσουν σημαντικά τις εισαγωγές, χωρίς όμως να εξαλείψουν αυτομάτως τις οικονομικές σχέσεις που στηρίζονται σε διαφορές κόστους παραγωγής. Για τη Γερμανία και την Ευρωπαϊκή Ένωση, η πρόκληση παραμένει η εξισορρόπηση τριών στόχων: της ενεργειακής και οικονομικής ασφάλειας, της στήριξης της εγχώριας βιομηχανίας και της διατήρησης προσιτού κόστους για τον αγροτικό τομέα.
Με πληροφορίες του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA) και του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου.
-
Αναλύσεις1 μήνα πρινΤο τελεσίγραφο Καλίν την ώρα που η Τουρκία προετοιμάζεται για πόλεμο!
-
Άμυνα3 μήνες πρινΡωσσικό ΜΜΕ: Ελληνικό «μπλόκο» στην απαίτηση για Patriot – Πώς γνωρίζει το Κίεβο απόρρητα στοιχεία για τους πυραύλους μας;
-
ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΜΕ ΣΗΜΑΣΙΑ3 μήνες πρινΠακιστανός με καναδική υπηκοότητα ο υπαίτιος της πυρκαγιάς στον Έβρο! Πιθανόν να μετέφερε μετανάστες
-
GEOPOLITICO1 μήνα πρινΤο διέρρευσε ο Παπαχελάς! Έφεραν τον Καλίν στο Μαξίμου – Τί συζήτησε με τον Μητσοτάκη;
-
Αναλύσεις2 μήνες πρινΚαραγκιούλ: «Αν Ελλάδα, Κύπρος και Ισραήλ επιτεθούν στην Τουρκία, ο χάρτης του Αιγαίου θα αλλάξει»
-
ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΜΕ ΣΗΜΑΣΙΑ2 μήνες πρινΞέσπασμα της μητέρας της Μυρτούς για την υπόθεση Τζαβέντ Ασλάμ: «Δεν ξεχνώ ποτέ» – «Δήμαρχος των Πακιστανών ο Δούκας»
-
GEOPOLITICO4 εβδομάδες πρινΤί λέει Τούρκος δημοσιογράφος για Σάββα Καλεντερίδη; «Έκανε πολύ καλά τη δουλειά του για τη χώρα του – Δεν μπορούσε να τον στριμώξει η ΜİΤ»
-
Αναλύσεις3 μήνες πρινΕάν η Τουρκία απορρίψει τη συμφωνία αποχώρησης από την Κύπρο θα απομακρυνθεί δια της βίας

