Ακολουθήστε μας

Διεθνή

Η κουρδική παράμετρος στη ΝΑΤΟϊκή – ενεργειακή εξίσωση

Δημοσιεύτηκε στις

Η Τουρκία επικαλείται το “κουρδικό” για να εκβιάζει τους πάντες

Δρ Λάμπρος Γ. Καούλλας

Το χαρτί του «κουρδικού άλλοθι» που παίζει η Τουρκία στα παζάρια των υπό διαμόρφωση νέων αρχιτεκτονικών ασφάλειας και ενέργειας σε Σκανδιναβία & Μέση Ανατολή, με φόντο την Ουκρανία

Εν μέσω των καταιγιστικών εξελίξεων στην υπό αναδιαμόρφωση διεθνή τάξη πραγμάτων, λόγω του ρωσο-ουκρανικού πολέμου, βρίσκεται και πάλι η Τουρκία. Αφορμή η -μέχρι στιγμής- ένστασή της στο να συγκατατεθεί στην ένταξη της Σουηδίας και της Φινλανδίας στο ΝΑΤΟ.

Η Τουρκία χρησιμοποιεί το χαρτί του Κουρδικού για να δικαιολογήσει την αντίθεσή της στην αίτηση ένταξης των δύο σκανδιναβικών χωρών στη Βορειοατλαντική Συμμαχία, λόγω ανησυχίας από τη Ρωσία. Με αυτόν τον τρόπο, τα προβλήματα σε Συρία και Ουκρανία έρχονται να «δέσουν», αφού οι κουρδικές οργανώσεις που βρίσκονται στις σκανδιναβικές χώρες και που η Τουρκία χαρακτηρίζει «τρομοκρατικές» (όπως το PKK και το YPG), είναι αυτές που έπαιξαν σημαίνοντα ρόλο στην καταπολέμηση της ISIS.

Τουρκικές απαιτήσεις από Σουηδία – Φινλανδία

Εδώ και χρόνια οι σκανδιναβικές χώρες αποτελούν καταφύγιο Κούρδων προσφύγων, ιδιαίτερα αυτών που προέρχονται από την Τουρκία και του Ιράν, οι οποία διέφευγαν από τους πολέμους, τις διώξεις και την καταπίεση.

Στην επιχειρηματολογία του κατά της ένταξης των δύο χωρών στο ΝΑΤΟ (που υπέβαλαν αίτηση λόγω της ρωσικής εισβολής στην Ουκρανία και πλέον νιώθουν ότι απειλούνται και οι ίδιες), ο Τούρκος Πρόεδρος Recep Tayyip Erdogan απεκάλεσε τη Σουηδία «μια πραγματική φωλιά τρομοκρατών». Εφόσον το ΝΑΤΟ δέχεται νέα μέλη μόνο με ομόφωνη απόφαση όλων των υφιστάμενων κρατών-μελών, αυτό δίνει στην Τουρκία ένα ισχυρό χαρτί παζαρέματος.

Σύμφωνα με αναφορά του «Bloomberg» (18/05/2022), αν και η Σουηδία ήταν από τις πρώτες χώρες που χαρακτήρισαν τον PKK ως «τρομοκρατική οργάνωση» το 1984, ο Erdogan κατηγορεί τους Σουηδούς αξιωματούχους για συναντήσεις με Κούρδους πολιτικούς, για παράδειγμα τη συνάντηση της ΥΠΕΞ Ann Linde με τον Elham Ahmad, του συριακού PYD, πολιτικής πτέρυγας του YPG. Στην εκλογή της Πρωθυπουργού Magdalena Andersson το 2021 βοήθησε η κουρδικής καταγωγής βουλευτής Amineh Kakabaveh, με αντάλλαγμα την αυξημένη συνεργασία μεταξύ των Σοσιαλδημοκρατών και του PYD. Το Συριακό Δημοκρατικό Συμβούλιο (SDC), που αποτελεί την πολιτική έκφανση των περιοχών της βόρειας Συρίας οι οποίες ελέγχονται από τους Κούρδους, αναγνωρίζεται από τη Σουηδία, αλλά η Τουρκία αναφέρει πως «κυριαρχείται από τρομοκράτες».

Η Τουρκία ζητά από τη Σουηδία να εκδώσει υπόπτους που καταζητούνται με κατηγορίες για τρομοκρατία, κάτι που η χώρα αρνείται μέχρι στιγμής να πράξει. Απαιτεί, επίσης, από τις δύο χώρες να καταδικάσουν δημόσια το PKK και όσες οργανώσεις αναφέρει πως συνδέονται με αυτό. Τούρκοι αξιωματούχοι που επικαλείται το «Bloomberg» αναφέρουν πως ένα άλλο αίτημα της Τουρκίας είναι να τερματιστεί ο περιορισμός στις εξαγωγές όπλων που επέβαλαν οι δύο χώρες στα τέλη του 2019, μαζί με άλλες χώρες της ΕΕ, όταν η τελευταία εισέβαλε στη Συρία.

Το ερώτημα που τίθεται τώρα είναι εάν η Σουηδία θα ικανοποιήσει τα τουρκικά αιτήματα. Η χώρα οδεύει σε εκλογές τον Σεπτέμβριο και οποιαδήποτε κίνηση που θα φανεί ως δουλική στον Erdogan μπορεί να έχει αρνητική επίδραση στους ψηφοφόρους. Το «Bloomberg» εκτιμά ότι η κυβέρνηση Andersson θα αντισταθεί στις απαιτήσεις της Άγκυρας και θα προσπαθήσει να πείσει άλλους συμμάχους της να πιέσουν την Τουρκία.

Η Φινλανδία, από την άλλη, «φαίνεται να έχει βρεθεί εν μέσω διασταυρούμενων πυρών», σύμφωνα με το «Bloomberg», αφού μόνο 15.000 Κούρδοι κατοικούν στη χώρα, έχει απαγορεύσει το PKK και η απαγόρευση εξαγωγής όπλων στην Τουρκία ήταν περισσότερο συμβολική, αφού η εξαγωγές ήταν μικρές. Ο Φινλανδός ΥΠΕΞ Pekka Haavisto χαρακτήρισε τη στάση της Τουρκίας μια δοκιμή αν πραγματικά υπάρχει «πολιτική ανοιχτών θυρών» στο ΝΑΤΟ και υπογράμμισε ότι «αντιδημοκρατικές πρακτικές, όπως η καταπίεση και ο εκβιασμός» δεν χωρούν «σε μια συμμαχία δημοκρατικών χωρών».

Αυτό που διαφεύγει της σύντομης ανάλυσης του «Bloomberg» είναι ότι η Τουρκία οφείλει να κολλήσει πάση θυσία και την Φινλανδία στο περί «Κούρδων τρομοκρατών» αφήγημά της, διότι πίσω από την επίκληση του εν λόγω επιχειρήματος μάλλον κρύβει και την προσπάθειά της να μη διαταράξει τις σχέσεις της με τη Ρωσία, η οποία επίσης αντιτίθεται στην ένταξη στο ΝΑΤΟ μιας χώρας με την οποία μοιράζεται 1.340 χιλιόμετρα χερσαίων συνόρων…

Δεν είναι τυχαίο που μια από τις οργανώσεις Τούρκων αντιφρονούντων που εδρεύει στη Στοκχόλμη, το «Nordic Monitor», αναρωτήθηκε πρόσφατα (20/05/2022) γιατί η Τουρκία κατηγορεί τη Σουηδία για σχέσεις με συριακές κουρδικές οργανώσεις, αλλά δεν πράττει το ίδιο για τη Ρωσία, επικαλούμενο τη συνάντηση υψηλού επιπέδου το 2020 στη Μόσχα μεταξύ του Ρώσου ΥΠΕΞ Sergey Lavrov και αντιπροσώπων της κουρδικής διοίκησης της Ροτζάβα.

«Κουρδικό άλλοθι» & τουρκικές επιχειρήσεις παραπληροφόρησης

Η πολιτική επικοινωνιακή μηχανή της Τουρκίας τέθηκε σε πλήρη εφαρμογή. Για παράδειγμα, το κρατικό, αγγλόφωνο «TRT World» (19/05/2022), σε δημοσίευμα με τίτλο «Turkiye’s evidence shows Sweden supplies weapons to PKK terror outfit», παραθέτει πληροφορίες και φωτογραφίες για «τον ρόλο της Σουηδίας και της Φινλανδίας στην υπόθαλψη αντιτουρκικής τρομοκρατίας», επικαλούμενο αναφορά του Πρακτορείου «Anadolu» του 2021. Συγκεκριμένα, κατηγορούνται πως μεταξύ 2017-2021 στοχοποιήθηκαν τουρκικές δυνάμεις στη Συρία με 40 σουηδικά αντιαρματικά AT-4 και πως οι χώρες φιλοξενούν αντιπροσωπίες κουρδικών οργανώσεων, κουρδικά εκπαιδευτικά ιδρύματα, καθώς και οπαδούς του Fethullah Gulen.

Αξίζει πάντως να σημειωθεί πως δυτικά Μέσα διαφόρων πολιτικών αποχρώσεων στηλίτευσαν τη στάση της Τουρκίας για το θέμα. Το «Politico» (20/05/2022) ανέδειξε την εξής δήλωση της Σουηδής ΥΠΕΞ στο Twitter (@AnnLinde, 20/04/2022): «Λόγω της ευρέως διαδεδομένης παραπληροφόρησης για τη Σουηδία και το PKK, θα θέλαμε να υπενθυμίσουμε ότι η σουηδική κυβέρνηση του Olof Palme ήταν η πρώτη μετά την Τουρκία που κατέταξε το PKK ως τρομοκρατική οργάνωση, ήδη από το 1984. Η ΕΕ ακολούθησε το 2002, όταν η Anna Lindh ήταν ΥΠΕΞ της Σουηδίας. Αυτή η θέση παραμένει αμετάβλητη».

Τουρκία & ΝΑΤΟ

Την ίδια μέρα, το «Newsweek» (20/05/2022) αναρωτήθηκε «μπορεί η Τουρκία να αποβληθεί από το ΝΑΤΟ λόγω του αποκλεισμού Φινλανδίας και Σουηδίας;». Το περιοδικό σημειώνει πως δεν είναι η πρώτη φορά που η ιδέα έξωσης της Τουρκίας από τη Βορειοατλαντική Συμμαχία μπαίνει στον δημόσιο διάλογο και πως αυτό έγινε ξανά το 2016, με την καταστολή της αντιπολίτευσης μετά το αποτυχημένο πραξικόπημα, καθώς και το 2019, με την τουρκική εισβολή στη βορειοανατολική Συρία και την ανθρωπιστική κρίση που ακολούθησε. Εκείνη την περίοδο, ο Ρεπουμπλικάνος Γερουσιαστής Lindsey Graham υποστήριξε πως έπρεπε να ανασταλεί η συμμετοχή της Τουρκίας στο ΝΑΤΟ, αν ο στρατός της επιτίθετο στις κουρδικές δυνάμεις που βοηθούσαν τις ΗΠΑ να καταστρέψουν την ISIS. Το «Newsweek» αναφέρει πως δεν υπάρχει προς το παρόν τέτοια επιλογή και το καλύτερο που μπορεί να γίνει είναι η ομόφωνη απόφαση των υπόλοιπων κρατών-μελών να συνεργαστούν με άλλο κράτος-μέλος, αν το τελευταίο δεν διασφαλίζει την ελευθερία του λαού του, τη δημοκρατία και το κράτος δικαίου. Ο Αμερικανός ιστορικός και Καθηγητής Πολιτικών Επιστημών του Πανεπιστημίου του Μίσιγκαν, Ronald Grigor Suny, ανέφερε στο «Newsweek» πως το ΝΑΤΟ μάλλον δεν θα ήθελε να αποξενώσει έναν τέτοιο «στρατηγικό σύμμαχο»: «Η Τουρκία έπαιξε έναν εκπληκτικά δυνατό ρόλο καθ’ όλη τη διάρκεια του Ψυχρού Πολέμου και επί του παρόντος λόγω της γεωγραφικής της θέσης. Η θέση της στην Κωνσταντινούπολη, κατά μήκος των στενών της Ανατολίας, νότια της Ρωσίας και βόρεια της Μέσης Ανατολής, την έχει κάνει έναν πολύ πιο σημαντικό εταίρο από πολλά άλλα κράτη που έχουν μεγαλύτερο πληθυσμό ή μεγαλύτερη σημασία με άλλους τρόπους». Ο Suny θεωρεί πως ο Erdogan το γνωρίζει πολύ καλά αυτό, οπότε θα παίξει αυτό το χαρτί για να αποκομίσει οφέλη από τυχόν συμμετοχή της Φινλανδίας και της Σουηδίας.

Από την άλλη, το «FOX News» (20/05/2022), αναφέρει πως η ρωσική επιρροή στην Άγκυρα «μπορεί να είναι ένας από τους λόγους πίσω από τη δήλωση του Recep Tayyip Erdogan σχετικά με τα δύο νορδικά έθνη, και όχι μόνο οι τουρκικές καταγγελίες εναντίον τους ως ένα είδος καταφυγίου Κούρδων προσφύγων, τους οποίους θεωρεί τρομοκράτες». Το «FOX» κατηγορεί την Τουρκία πως δεν επέβαλε κυρώσεις στη Ρωσία για την εισβολή στην Ουκρανία, για φιλοξενία χρήματος Ρώσων ολιγαρχών και πως «σήκωσε τη μύτη της στις ΗΠΑ» όταν αγόρασε τους πυραύλους S-400, που οδήγησαν στις αμερικανικές κυρώσεις του 2020.

Μιλώντας στο «FOX» ο Marshall Billingslea, ερευνητής στο Hudson Institute, πρώην Βοηθός Γενικός Γραμματέας του ΝΑΤΟ για αμυντικές επενδύσεις, με προϋπηρεσία στο Πεντάγωνο επί διακυβέρνησης George W. Bush και στην καταπολέμηση της χρηματοδότησης της τρομοκρατίας επί Donald Trump, ανέφερε: «Είναι σημαντικό να καταλάβουμε ότι η Τουρκία παίζει σήμερα το ίδιο παιχνίδι που έπαιζε πάντα στην περιοχή, με το να λαμβάνει θέσεις που ωφελούν τα δικά της συμφέροντα και που έρχονται σε αντίθεση με αυτά του ΝΑΤΟ». Ο Billingslea πρόσθεσε πως η Άγκυρα είναι ένας «ανεξάρτητος δρων και έλαβε θέσεις που είχαν οφέλη για τους Ρώσους», δίνοντας το παράδειγμα της ρωσικής εισβολής στη Γεωργία το 2008, όταν η Τουρκία έκλεισε την πρόσβαση στη Μαύρη Θάλασσα, με αποτέλεσμα τα πλοία του αμερικανικού πολεμικού ναυτικού να μην μπορούν να βοηθήσουν τη χώρα. Από την άλλη, η ανεξάρτητη στάση της τής επιτρέπει να παραδίδει drones στην Ουκρανία, απόδειξη ότι οι Τούρκοι εργάζονται «για να ωφελήσουν τα δικά τους συμφέροντα».

Στο «FOX» μίλησε επίσης ο Theodore Karasik, συνεργάτης του Jamestown Foundation για θέματα Ρωσίας και Μέσης Ανατολής, που είπε πως η Τουρκία θέλει «να αποφύγει να βρίσκεται μετά στη λίστα με τους στόχους της Ρωσίας». Ο Erdogan ανακοίνωσε πρόσφατα πως θέλει να επιστρέψουν στη Συρία οι πρόσφυγες που διαμένουν στην Τουρκία, και γι’ αυτό χρειάζεται η συνεργασία της Ρωσίας, υπογράμμισε. Ένας άλλος λόγος, είναι τα ζητήματα ναυσιπλοΐας από τα Στενά των Δαρδανελλίων, σε περίπτωση Δυτικών κυρώσεων στα ρωσικά πλοία, και έτσι ίσως χρησιμοποιείται η πίεση σε Σουηδία και Φινλανδία για οφέλη και σε αυτόν τον τομέα.

Σε δικές τους τοποθετήσεις, ο Τούρκος Ταξίαρχος Mehmet Yalinalp, που αποστρατεύτηκε μετά το πραξικόπημα του 2016 ενώ υπηρετούσε στο ΝΑΤΟ στη Γερμανία, και ο Burak Bekdil, πρώην δημοσιογράφος για 29 χρόνια στη «Hurriyet» και που απολύθηκε το 2017, αναφέρουν πως ο Erdogan χρησιμοποιεί το ΝΑΤΟ μόνο προς όφελός του, αλλά δεν πιστεύει ιδεολογικά στη Δύση. Αναφέρεται επίσης πως στον τουρκικό στρατό και άλλους κρατικούς θεσμούς έχουν επικρατήσει υπερεθνικιστικά, αντιδυτικά αισθήματα. Ο Daniel Pipes, Πρόεδρος του Middle East Forum, που εδρεύει στη Φιλαδέλφεια, δήλωσε σε πολύ πιο σκληρή γλώσσα: «Δεν πιστεύω ότι η Τουρκία ανήκει στο ΝΑΤΟ. Το λέω αυτό εδώ και μια δεκαετία. Είναι ώρα να αποβληθεί η Τουρκία από το ΝΑΤΟ. Αφήστε την να πάει στη Ρωσία, αφήστε την να πάει στην Κίνα. Καλά ξεκουμπίδια».

Ιράκ: Επιχείρηση «Claw-Lock» στα μουλωχτά & φυσικό αέριο

Και ενώ τα βλέμματα και το ενδιαφέρον των διεθνών ΜΜΕ και της διπλωματίας βρισκόταν στο Ντονμπάς, το Κίεβο, τη Μαριούπολη και την Οδησσό, η Τουρκία εξαπέλυσε στις 17 Απριλίου 2022 την «Επιχείρηση Claw-Lock» στο Ιρακινό Κουρδιστάν. Η Claw-Lock αποτελεί την πιο πρόσφατη στρατιωτική επιχείρηση κατά στόχων του PKK και συμπίπτει με μια ιρακινή στρατιωτική κίνηση για έλεγχο της περιοχής Σιντζάρ, όπου δραστηριοποιείται η γιαζιντιτική πολιτοφυλακή YBS που πρόσκειται στο PKK.

Σύμφωνα με ανάλυση του Jacob Lees Weiss στο «National Interest» (11/05/2022), η Claw-Lock είναι η τέταρτη σε μια σειρά τουρκικών στρατιωτικών επιχειρήσεων που ξεκίνησαν την άνοιξη του 2019 και έχουν ως στόχο την εξουδετέρωση της δυνατότητας των μαχητών του PKK να εξαπολύουν επιθέσεις από τα σύνορα του Ιράκ στην Τουρκία. Το PKK έχει παρουσία στις ορεινές περιοχές του Ιράκ, κοντά στα συριακά σύνορα με την Σιντζάρ και στα σύνορα με το Ιράν, στα βουνά του Καντίλ. Η πρόσφατη επιχείρηση επικεντρώνεται στην περιοχή Ζαπ, όπου ο τουρκικός στρατός ισχυρίζεται ότι το PKK μπορεί να διεισδύσει στην Τουρκία. Ο τίτλος Claw-Lock της επιχείρησης σχετίζεται με τον δηλωμένο στόχο της Τουρκίας να «κλειδώσει» οριστικά τα τουρκικά σύνορα και να αποτρέψει περαιτέρω πρόσβαση των Κούρδων μαχητών.

Ο Weiss αναλύει το πλέγμα συμμαχιών και αντιθέσεων στην περιοχή, όπου δρουν και έχουν επιρροή και συμφέροντα μεταξύ άλλων το PKK, η Hezbollah, το Ιράν, ο ιρακινός στρατός και άλλοι δρώντες και παραστρατωτικοί σχηματικοί. Η μεγάλη εικόνα που βλέπει ο ίδιος πίσω από την επιχείρηση Claw-Lock, είναι -πέραν της συνοριακής ασφάλειας- και μια μελλοντική συνεργασία της Τουρκίας με την τοπική κυβέρνηση του Nechirvan Barzani του κυβερνώντος Κουρδικού Δημοκρατικού Κόμματος, για αγωγό φυσικού αερίου από το ιρακινό Κουρδιστάν. Με αυτόν τον τρόπο, η Τουρκία θέλει να εκμεταλλευτεί την προσπάθεια της Δύσης για απεξάρτηση από τη ρωσική ενέργεια, λόγω της εισβολής στην Ουκρανία, παρέχοντας η ίδια στην Ευρώπη τις εναλλακτικές πηγές φυσικού αερίου. Μια τουρκική συνεργασία με το KDP κατά του PKK θα μειώσει και τον κίνδυνο επιθέσεων κατά ενός τέτοιου αγωγού, όπως συνέβαινε με τον αγωγό πετρελαίου Κιρκούκ-Τσεϊχάν. Με άλλα λόγια, «μ’ ένα σμπάρο, δυο τρυγόνια».

Από την άλλη, αυτό δεν θα αφήσει ευχαριστημένο το Ιράν, από το οποίο η Τουρκία προμηθεύεται φυσικό αέριο, παρέχοντας σημαντικούς πόρους στην οικονομία του που υποφέρει από κυρώσεις. Το Ιράν βρίσκεται σε αντίθεση με την κυβέρνηση του KDP στο ιρακινό Κουρδιστάν, χρησιμοποιώντας και proxies πολιτοφυλακές κατά του Ερμπίλ. Η επιχειρήση Claw-Lock, καταλήγει ο Weiss, δείχνει ότι «Τουρκία και Ιράν οδεύουν προς ένα παιχνίδι μηδενικού αθροίσματος στο Ιράκ».

* Αστυνομικές Σπουδές, Ανοικτό Πανεπιστήμιο Κύπρου

(δημοσιεύθηκε στη «Σημερινή της Κυριακής», 22/05/2022, στήλη «Άμυνας & Ασφάλειας Αφηγήματα»)

Ο Σταύρος Καλεντερίδης, ξεκίνησε τις σπουδές του στην Αθήνα, σπουδάζοντας Πολιτική Επιστήμη στο Εθνικό Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών. Έπειτα από τέσσερα χρόνια συμμετοχής στα φοιτητικά όργανα συνδιοίκησης της σχολής του και σε διάφορες οργανώσεις νέων, αποφάσισε να συνεχίσει τις σπουδές του στο εξωτερικό. Στη Βοστόνη των Η.Π.Α. ολοκλήρωσε δύο μεταπτυχιακά προγράμματα, στις Διεθνείς Σχέσεις (Αμερικανική εξωτερική πολιτική) και στην Επικοινωνία (Πολιτική Επικοινωνία), ενώ παράλληλα εργάστηκε στο Ελληνικό Προξενείο της Βοστόνης, στη σχολή του ως βοηθός έρευνας και σε δύο πολιτικές καμπάνιες Αμερικανών πολιτικών (Δημοκρατικών – Ρεπουμπλικάνων). Μετά από τρία χρόνια στις Η.Π.Α., άκουσε το κάλεσμα της πατρίδας του και επέστρεψε πίσω με μεγάλο πόθο για προσφορά στην Ελλάδα. Υπήρξε ιδρυτικό μέλος δύο κοινωφελών οργανισμών, του δέλτα – πολιτική επανάσταση (πολιτικός οργανισμός) και της Λεοντίδας (ίδρυμα προώθησης θεμάτων ιστορίας, πολιτισμού και δημοκρατίας). Σήμερα ζει και εργάζεται στην Αθήνα, ασχολείται με διάφορα εγχειρήματα πολιτικής διπλωματίας και δημοκρατίας, γράφει πολιτικά άρθρα, σχολιάζει την επικαιρότητα και συνεχίζει την προσωπική του μελέτη στην ιστορία και την πολιτική φιλοσοφία.

Συνέχεια ανάγνωσης

Αναλύσεις

Η Κίνα βρίσκει δρόμο που παρακάμπτει το Πακιστάν – Ο διάδρομος Ουαχάν αλλάζει τις γεωπολιτικές ισορροπίες

Μία νέα οδική αρτηρία μήκους 121 χιλιομέτρων στο βορειοανατολικό Αφγανιστάν δημιουργεί τις προϋποθέσεις για απευθείας χερσαία σύνδεση με την Κίνα, χωρίς διέλευση από το Πακιστάν. Η ολοκλήρωση του δρόμου στον ιστορικό διάδρομο Ουαχάν αποκτά ιδιαίτερη γεωπολιτική σημασία, καθώς το Πεκίνο αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα ασφαλείας με τις επενδύσεις του στο Πακιστάν, ενώ η Καμπούλ επιδιώκει να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Μία σημαντική εξέλιξη στις χερσαίες μεταφορές και στις γεωπολιτικές ισορροπίες της Κεντρικής Ασίας καταγράφεται στο Αφγανιστάν, με την ολοκλήρωση νέου δρόμου στον στρατηγικής σημασίας διάδρομο Ουαχάν.

Σύμφωνα με ανάλυση του Imran Khurshid που δημοσιεύθηκε στις 9 Οκτωβρίου 2026 στο Asia Times, οι αφγανικές αρχές εγκαινίασαν οδική διαδρομή 121 χιλιομέτρων, η οποία εκτείνεται από την περιοχή Μπρογκίλ έως τα σύνορα με την Κίνα, στην επαρχία Μπανταχσάν.

Το έργο κόστισε περίπου 365 εκατομμύρια αφγάνι, ποσό που αντιστοιχεί σε περίπου 5,5 εκατομμύρια δολάρια.

Κατά τις αφγανικές ανακοινώσεις, κατασκευάστηκε από ντόπιους μηχανικούς και εργαζομένους, χωρίς τη συμμετοχή ξένων τεχνικών συμβούλων.

Η νέα διαδρομή φθάνει στα σινοαφγανικά σύνορα. Αυτό, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι λειτουργεί ήδη πλήρης διεθνής εμπορευματικός διάδρομος, καθώς εξακολουθούν να υπάρχουν σημαντικοί τεχνικοί και συνοριακοί περιορισμοί.

Γιατί ο διάδρομος Ουαχάν έχει στρατηγική σημασία

Ο διάδρομος Ουαχάν αποτελεί μια στενή λωρίδα αφγανικού εδάφους ανάμεσα στο Τατζικιστάν, το Πακιστάν και την Κίνα.

Η γεωγραφική του διαμόρφωση συνδέεται με τον ανταγωνισμό της Βρετανικής και της Ρωσικής Αυτοκρατορίας κατά τον 19ο αιώνα.

Η περιοχή διατηρήθηκε ως ζώνη διαχωρισμού των δύο αυτοκρατορικών σφαιρών επιρροής, αποτελώντας ένα από τα χαρακτηριστικότερα γεωγραφικά κατάλοιπα του λεγόμενου «Μεγάλου Παιχνιδιού».

Σήμερα, η ίδια περιοχή αποκτά νέα σημασία, αυτή τη φορά λόγω της προσπάθειας σύνδεσης της Κίνας με το Αφγανιστάν και ευρύτερα με την Κεντρική Ασία.

Ο δρόμος ανοίγει τη δυνατότητα δημιουργίας μιας εναλλακτικής οδού μεταφορών, περιορίζοντας δυνητικά την ανάγκη διέλευσης από το πακιστανικό έδαφος.

Το πρόβλημα της Κίνας με τον οικονομικό διάδρομο CPEC

Το ενδιαφέρον της εξέλιξης εντοπίζεται κυρίως στην προσπάθεια του Πεκίνου να περιορίσει την εξάρτησή του από ευάλωτες υποδομές.

Ο Οικονομικός Διάδρομος Κίνας–Πακιστάν, γνωστός ως CPEC, αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα προγράμματα της κινεζικής πρωτοβουλίας Belt and Road.

Μέσω του συγκεκριμένου σχεδίου, η Κίνα επιχειρεί να ενισχύσει τις εμπορικές και ενεργειακές συνδέσεις της με τη Νότια Ασία και την Αραβική Θάλασσα.

Ωστόσο, η υλοποίηση των έργων έχει αντιμετωπίσει σοβαρές δυσκολίες.

Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, οργανώσεις αυτονομιστών έχουν πραγματοποιήσει επανειλημμένες επιθέσεις εναντίον κινεζικών συμφερόντων, εγκαταστάσεων και εργαζομένων.

Οι επιθέσεις αυτές έχουν επιβαρύνει την ασφάλεια των υποδομών και έχουν αυξήσει το κόστος προστασίας των κινεζικών επενδύσεων.

Παράλληλα, έχουν διατυπωθεί καταγγελίες για καθυστερήσεις, κακοδιαχείριση και προβλήματα διαφάνειας σε επιμέρους προγράμματα του CPEC.

Η εδαφική διαμάχη με την Ινδία

Μια επιπλέον γεωπολιτική δυσκολία συνδέεται με τη διέλευση του CPEC από το Γκιλγκίτ–Μπαλτιστάν.

Η περιοχή διοικείται από το Πακιστάν, αλλά διεκδικείται από την Ινδία, στο πλαίσιο της ευρύτερης διαμάχης για το Κασμίρ.

Το Νέο Δελχί έχει αντιταχθεί επανειλημμένα σε έργα που διέρχονται από εδάφη τα οποία θεωρεί τμήμα της δικής του επικράτειας.

Αυτό σημαίνει ότι ο οικονομικός διάδρομος Κίνας–Πακιστάν δεν αποτελεί μόνο αναπτυξιακό πρόγραμμα, αλλά συνδέεται με μία από τις πιο ευαίσθητες εδαφικές αντιπαραθέσεις της Ασίας.

Η δημιουργία εναλλακτικών διαδρομών μέσω του Αφγανιστάν θα μπορούσε μακροπρόθεσμα να προσφέρει στο Πεκίνο μεγαλύτερη ευελιξία.

Δεν υπάρχει, πάντως, ένδειξη ότι ο δρόμος του Ουαχάν μπορεί σήμερα να αντικαταστήσει τις μεγάλες μεταφορικές υποδομές του CPEC.

Η Καμπούλ επιχειρεί να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ

Για την κυβέρνηση των Ταλιμπάν, το έργο έχει και μία σαφή πολιτική διάσταση.

Το Αφγανιστάν εξαρτάται σε σημαντικό βαθμό από συνοριακές διαβάσεις και μεταφορικούς άξονες που περνούν από το Πακιστάν.

Οι επανειλημμένες εντάσεις ανάμεσα στις δύο χώρες έχουν προκαλέσει κλείσιμο συνοριακών περασμάτων, διακοπές εμπορικών ροών και επιβάρυνση της αφγανικής οικονομίας.

Μια εναλλακτική χερσαία διέξοδος προς την Κίνα θα μπορούσε, εφόσον αναπτυχθεί και καταστεί λειτουργική, να μειώσει τη δυνατότητα του Πακιστάν να χρησιμοποιεί τη γεωγραφική του θέση ως μέσο πίεσης προς την Καμπούλ.

Η αφγανική πλευρά αντιμετωπίζει το έργο ως σημαντική υποδομή οικονομικής και στρατηγικής αυτονομίας.

Η στάση της Κίνας και της Ρωσίας

Παρά την προοπτική άμεσης σύνδεσης, το Πεκίνο δεν έχει εγκαταλείψει τον οικονομικό διάδρομο CPEC ούτε έχει ανακοινώσει ότι ο Ουαχάν θα τον αντικαταστήσει.

Η Κίνα εξακολουθεί να διατηρεί σημαντικά οικονομικά και στρατηγικά συμφέροντα στο Πακιστάν.

Αντίστοιχα, η Ρωσία ενδιαφέρεται για τη σταθερότητα του Αφγανιστάν και για την ανάπτυξη νέων δικτύων επικοινωνίας στην Κεντρική Ασία.

Η δημιουργία περισσότερων επιλογών διασύνδεσης ενδέχεται να περιορίσει την αποκλειστική σημασία ορισμένων παραδοσιακών μεταφορικών διαδρομών.

Η πραγματική αξία του Ουαχάν θα εξαρτηθεί από τη βελτίωση των οδικών υποδομών, τη λειτουργία συνοριακών και τελωνειακών εγκαταστάσεων, τις καιρικές συνθήκες και τις πολιτικές αποφάσεις της Κίνας.

Το μήνυμα προς το Πακιστάν

Η νέα διαδρομή αναδεικνύει μια σημαντική γεωπολιτική πραγματικότητα: η γεωγραφική θέση ενός κράτους προσφέρει στρατηγικά πλεονεκτήματα, αλλά η αξιοποίησή τους εξαρτάται από την ασφάλεια και την αξιοπιστία των μεταφορικών του δικτύων.

Το Πακιστάν εξακολουθεί να αποτελεί κρίσιμο εταίρο της Κίνας, ιδιαίτερα στο πλαίσιο του CPEC.

Ταυτόχρονα, όμως, η αστάθεια, οι επιθέσεις σε κινεζικά συμφέροντα και οι αντιπαραθέσεις με το Αφγανιστάν δημιουργούν κίνητρα αναζήτησης εναλλακτικών επιλογών.

Ο διάδρομος Ουαχάν δεν έχει ακόμη μετατραπεί σε μεγάλο εμπορικό πέρασμα. Η κατασκευή του δρόμου, ωστόσο, καταδεικνύει ότι το Αφγανιστάν επιχειρεί να αποκτήσει πρόσθετες διεθνείς συνδέσεις και ότι η αποκλειστική εξάρτηση από το Πακιστάν δεν αποτελεί πλέον τη μοναδική γεωγραφική επιλογή.

Για το Ισλαμαμπάντ, η εξέλιξη αποτελεί μια νέα στρατηγική παράμετρο που θα πρέπει να συνυπολογίσει στις σχέσεις του με το Πεκίνο και την Καμπούλ.

Συνέχεια ανάγνωσης

Διεθνή

Γερμανία: Το ρωσικό φυσικό αέριο επιστρέφει έμμεσα μέσω των λιπασμάτων, παρά τους ευρωπαϊκούς δασμούς

Δημοσιεύτηκε

στις

Οι εισαγωγές ρωσικών αζωτούχων λιπασμάτων μειώθηκαν κατά 66% το 2025-2026, αλλά παραμένουν 53% υψηλότερες από τα επίπεδα πριν από τον πόλεμο στην Ουκρανία.

Το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία διατηρεί ανταγωνιστικά τα ρωσικά προϊόντα, σύμφωνα με στοιχεία που δημοσίευσε η Berliner Zeitung. Η Γερμανία εξακολουθεί να συνδέεται εμπορικά με το ρωσικό φυσικό αέριο, παρά τις ευρωπαϊκές προσπάθειες περιορισμού της ενεργειακής εξάρτησης από τη Μόσχα.

Αυτή τη φορά, η σύνδεση δεν αφορά αποκλειστικά την άμεση προμήθεια φυσικού αερίου, αλλά τις εισαγωγές λιπασμάτων που παράγονται με τη χρήση ρωσικού αερίου ως πρώτης ύλης και πηγής ενέργειας. Σύμφωνα με δημοσίευμα της γερμανικής εφημερίδας, που βασίζεται σε στοιχεία του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου και του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι εισαγωγές αζώτου μέσω ρωσικών λιπασμάτων μειώθηκαν σημαντικά κατά το 2025-2026. Ωστόσο, εξακολουθούν να βρίσκονται πάνω από τα επίπεδα που καταγράφονταν πριν από τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία.

Τα στοιχεία των εισαγωγών και η σύγκριση με την προπολεμική περίοδο

Το 2025-2026, η Γερμανία εισήγαγε 48.800 τόνους αζώτου μέσω λιπασμάτων ρωσικής προέλευσης. Η ποσότητα αυτή είναι μειωμένη κατά περίπου 66% σε σύγκριση με το προηγούμενο έτος, αλλά παραμένει κατά 53% υψηλότερη από τους 31.800 τόνους που είχαν καταγραφεί το 2020-2021, πριν από τον πόλεμο.

Η εξέλιξη των εισαγωγών δείχνει πόσο έντονη ήταν η αύξηση μετά το 2022. Το 2021-2022 οι εισαγωγές έφτασαν τους 56.800 τόνους αζώτου, ενώ το 2022-2023 εκτοξεύθηκαν στους 185.100 τόνους. Στη συνέχεια καταγράφηκαν 140.200 τόνοι το 2023-2024 και 143.800 τόνοι το 2024-2025, προτού σημειωθεί η μεγάλη υποχώρηση της τελευταίας περιόδου. Τα στοιχεία αφορούν την ποσότητα του αζώτου που περιέχεται στα εισαγόμενα λιπάσματα και όχι το συνολικό βάρος των προϊόντων.

Τα λιπασματικά έτη υπολογίζονται από τον Ιούλιο έως τον Ιούνιο. Η ποσότητα αζώτου που εισήχθη στη Γερμανία μέσω ρωσικής ουρίας μειώθηκε από 71.600 τόνους σε 27.600 τόνους, καταγράφοντας πτώση άνω του 61%. Παρά τη μείωση, η ποσότητα εξακολουθεί να είναι σχεδόν τριπλάσια από τους 9.900 τόνους του 2020-2021. Η συγκεκριμένη εξέλιξη αναδεικνύει το βασικό πρόβλημα της ευρωπαϊκής πολιτικής περιορισμού των εμπορικών δεσμών με τη Ρωσία. Ακόμη και όταν περιορίζονται οι εισαγωγές συγκεκριμένων προϊόντων, οι οικονομικές σχέσεις μπορούν να διατηρούνται μέσω άλλων κατηγοριών αγαθών, ιδιαίτερα όταν αυτά έχουν χαμηλότερο κόστος παραγωγής.

Γιατί οι ρωσικές εισαγωγές παραμένουν ανταγωνιστικές

Καθοριστικός παράγοντας είναι το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία και στην υπόλοιπη Ευρώπη. Η παραγωγή αζωτούχων λιπασμάτων απαιτεί μεγάλες ποσότητες φυσικού αερίου, το οποίο χρησιμοποιείται τόσο ως πρώτη ύλη όσο και ως πηγή ενέργειας. Σύμφωνα με τον Σύνδεσμο Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι ευρωπαϊκοί δασμοί, που τέθηκαν σε ισχύ τον Ιούλιο του 2025, περιόρισαν σημαντικά τις εισαγωγές ρωσικών λιπασμάτων. Ωστόσο, δεν εξάλειψαν το ανταγωνιστικό πλεονέκτημα των ρωσικών προϊόντων. Ο σύνδεσμος επισημαίνει ότι οι υψηλές τιμές ενέργειας δυσκολεύουν τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις να αυξήσουν την εγχώρια παραγωγή και να καλύψουν μεγαλύτερο μέρος των αναγκών της αγοράς. Ως αποτέλεσμα, τα ρωσικά λιπάσματα εξακολουθούν να παραμένουν ελκυστικά, ακόμη και μετά την επιβολή πρόσθετων δασμών.

Παράλληλα, σύμφωνα με τον IVA, είναι πιθανό ορισμένες ποσότητες ρωσικών προϊόντων να φτάνουν στη γερμανική αγορά μέσω άλλων κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το μέγεθος αυτών των έμμεσων εισαγωγών, ωστόσο, δεν μπορεί να προσδιοριστεί με ακρίβεια από τα διαθέσιμα στοιχεία.

Δεν αποδίδονται οι αυξήσεις των τιμών αποκλειστικά στους δασμούς

Το ζήτημα έχει άμεση σημασία για τους Γερμανούς αγρότες, καθώς το κόστος των λιπασμάτων επηρεάζει την παραγωγή και, τελικά, την οικονομική βιωσιμότητα των καλλιεργειών. Ο IVA υποστηρίζει ότι η μείωση των ρωσικών εισαγωγών δεν έχει προκαλέσει μέχρι στιγμής σαφή αύξηση των τιμών εξαιτίας των δασμών. Σύμφωνα με τον σύνδεσμο, η εγχώρια παραγωγική δυναμικότητα και οι εισαγωγές από άλλες χώρες, μεταξύ των οποίων η Αίγυπτος, επαρκούν για την κάλυψη των αναγκών της αγοράς. Την ίδια στιγμή, ο σύνδεσμος αποδίδει τις υψηλές τιμές των λιπασμάτων το 2026 στις διεθνείς ενεργειακές αναταράξεις, στον πόλεμο με το Ιράν και στην κρίση γύρω από τα Στενά του Ορμούζ, παράγοντες που επηρεάζουν το κόστος μεταφοράς και τις παγκόσμιες τιμές ενέργειας και λιπασμάτων.

Οι εκτιμήσεις αυτές αποτελούν τις θέσεις του κλαδικού συνδέσμου και δεν συνιστούν από μόνες τους ανεξάρτητη αξιολόγηση όλων των παραγόντων που διαμορφώνουν τις τιμές.

Νέες πιέσεις για περιορισμό των ρωσικών εισαγωγών

Με αφορμή τα στοιχεία, ο IVA ζητά να εξεταστεί η επιβολή πρόσθετων δασμών στις εισαγωγές καλιούχων λιπασμάτων από τη Ρωσία και τη Λευκορωσία. Το κάλιο αποτελεί βασικό θρεπτικό στοιχείο για τις καλλιέργειες και αντιπροσωπεύει μια ακόμη κατηγορία προϊόντων στην οποία η ευρωπαϊκή αγορά διατηρεί εμπορικές σχέσεις με τις δύο χώρες.

Ο σύνδεσμος εκτιμά ότι η ευρωπαϊκή βιομηχανία μπορεί να καλύψει τις ανάγκες της γεωργίας χωρίς να εξαρτάται από τις συγκεκριμένες εισαγωγές και υποστηρίζει ότι πρόσθετοι δασμοί δεν θα πρέπει να οδηγήσουν αναγκαστικά σε αυξήσεις τιμών. Η συζήτηση, ωστόσο, αποτυπώνει το ευρύτερο δίλημμα της ευρωπαϊκής οικονομικής πολιτικής. Η μείωση της εξάρτησης από τη Ρωσία απαιτεί όχι μόνο εμπορικούς περιορισμούς, αλλά και ανταγωνιστική εγχώρια παραγωγή, προσιτό ενεργειακό κόστος και εναλλακτικές πηγές προμήθειας.

Τα δεδομένα της γερμανικής αγοράς δείχνουν ότι οι δασμοί μπορούν να περιορίσουν σημαντικά τις εισαγωγές, χωρίς όμως να εξαλείψουν αυτομάτως τις οικονομικές σχέσεις που στηρίζονται σε διαφορές κόστους παραγωγής. Για τη Γερμανία και την Ευρωπαϊκή Ένωση, η πρόκληση παραμένει η εξισορρόπηση τριών στόχων: της ενεργειακής και οικονομικής ασφάλειας, της στήριξης της εγχώριας βιομηχανίας και της διατήρησης προσιτού κόστους για τον αγροτικό τομέα.

Με πληροφορίες του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA) και του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου.

Συνέχεια ανάγνωσης

Αναλύσεις

Πακιστάν: Μειώθηκαν οι τρομοκρατικές επιθέσεις, αλλά αυξάνονται οι απειλές – Αντάρτικες οργανώσεις αναπτύσσουν νέες τακτικές και στρατολογούν γυναίκες

Η νέα έκθεση του Pakistan Institute for Conflict and Security Studies (PICSS) αποκαλύπτει ένα αντιφατικό περιβάλλον ασφαλείας: Λιγότερες επιθέσεις και θύματα, αλλά αναδιοργάνωση ένοπλων ομάδων, χρήση drones, εσωτερικές συγκρούσεις και αυξανόμενη αστάθεια στο Μπαλουχιστάν. Η πολιτική κρίση επιβαρύνει την προσπάθεια αντιμετώπισης της τρομοκρατίας.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Μια εξαιρετικά σύνθετη εικόνα για την ασφάλεια στο Πακιστάν αποτυπώνει η νέα εβδομαδιαία ανάλυση του Pakistan Institute for Conflict and Security Studies (PICSS), η οποία δημοσιεύθηκε στις 10 Οκτωβρίου 2026. Παρά τη μείωση των επιθέσεων από ένοπλες οργανώσεις κατά την πρώτη εβδομάδα του μήνα, οι εξελίξεις στο εσωτερικό των εξτρεμιστικών και αυτονομιστικών ομάδων δημιουργούν σοβαρά ερωτήματα για την πραγματική αποτελεσματικότητα των επιχειρήσεων ασφαλείας.

Η έκθεση με τίτλο «Pakistan’s Security Paradox: Militant Attacks Decline as Militant Groups Signal New Developments» καταγράφει υποχώρηση των επιθέσεων, αλλά παράλληλα εντοπίζει ενδείξεις οργανωτικής αναδιάρθρωσης, νέων επιχειρησιακών μεθόδων και εντατικοποίησης της προπαγανδιστικής δραστηριότητας.

Μείωση 18% στις επιθέσεις – Παραμένει σοβαρή η απειλή

Σύμφωνα με το PICSS, από τις 2 έως τις 8 Οκτωβρίου καταγράφηκαν συνολικά 46 επιθέσεις ενόπλων οργανώσεων στο Πακιστάν, έναντι 56 την αμέσως προηγούμενη εβδομάδα.

Η μείωση ανέρχεται στο 18%, ενώ αισθητή είναι και η υποχώρηση του αριθμού των θυμάτων.

Οι νεκροί μειώθηκαν από 52 σε 42 και οι τραυματίες από 53 σε 23.

Ωστόσο, η εικόνα δεν είναι ομοιόμορφη σε ολόκληρη τη χώρα.

Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, όπου δραστηριοποιούνται ιδιαίτερα ενεργές αυτονομιστικές οργανώσεις, οι απώλειες αυξήθηκαν παρά τη μείωση του αριθμού των επιθέσεων.

Το στοιχείο αυτό δημιουργεί προβληματισμό για το κατά πόσον οι ένοπλες ομάδες μεταβάλλουν τις τακτικές τους, πραγματοποιώντας λιγότερες αλλά δυνητικά πιο φονικές επιχειρήσεις.

Οι Πακιστανοί Ταλιμπάν αλλάζουν τακτική – Drones και ελεύθεροι σκοπευτές

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν οι εξελίξεις στο εσωτερικό της Tehrik-i-Taliban Pakistan (TTP), της οργάνωσης που είναι γνωστή ως Πακιστανοί Ταλιμπάν.

Σύμφωνα με την ανάλυση, η TTP επέβαλε περιορισμούς στη χρήση των μέσων κοινωνικής δικτύωσης από τα μέλη της.

Η συγκεκριμένη απόφαση αποκτά σημασία σε μια περίοδο κατά την οποία οι ένοπλες οργανώσεις χρησιμοποιούν τις ψηφιακές πλατφόρμες τόσο για προπαγάνδα όσο και για την προβολή των επιχειρησιακών τους δυνατοτήτων.

Την ίδια στιγμή, η TTP δημοσιοποίησε οπτικό υλικό στο οποίο υποστηρίζει ότι καταγράφονται επιθέσεις με τετρακόπτερα μη επανδρωμένα αεροσκάφη και ενέργειες ελεύθερων σκοπευτών.

Οι ισχυρισμοί αυτοί δεν συνιστούν ανεξάρτητη επιβεβαίωση της αποτελεσματικότητας ή της έκτασης χρήσης των συγκεκριμένων μέσων.

Παρ’ όλα αυτά, η προβολή τέτοιων επιχειρήσεων εντάσσεται σε μια ευρύτερη προσπάθεια των οργανώσεων να παρουσιάσουν εικόνα τεχνολογικής προσαρμογής και να ενισχύσουν την επιρροή τους.

Εσωτερικές συγκρούσεις στις ένοπλες οργανώσεις

Την ίδια περίοδο, η Jamaat-ul-Ahrar, οργάνωση που έχει συνδεθεί με το δίκτυο των Πακιστανών Ταλιμπάν, ανακοίνωσε ότι πραγματοποίησε 122 επιθέσεις κατά τη διάρκεια του Σεπτεμβρίου.

Πρόκειται για αριθμό που προέρχεται από τους ισχυρισμούς της ίδιας της οργάνωσης και δεν πρέπει να συγχέεται με τα ανεξάρτητα καταγεγραμμένα περιστατικά του PICSS.

Παράλληλα, αναφέρθηκαν αιματηρές συγκρούσεις ανάμεσα σε μαχητές της Jamaat-ul-Ahrar και αντίπαλης φράξιας της TTP στην περιοχή Ορακζάι.

Οι πληροφορίες αυτές αναδεικνύουν ένα επιπλέον πρόβλημα για την ασφάλεια του Πακιστάν: τον κατακερματισμό του περιβάλλοντος των ενόπλων οργανώσεων.

Οι εσωτερικές συγκρούσεις ενδέχεται να αποδυναμώνουν προσωρινά ορισμένα δίκτυα, αλλά μπορούν επίσης να προκαλέσουν νέες αντιπαραθέσεις, ανακατατάξεις και αποσχίσεις.

Μπαλουχιστάν: Ένοπλη γυναικεία μονάδα και κλιμάκωση της προπαγάνδας

Σημαντικές εξελίξεις καταγράφονται και στο Μπαλουχιστάν, την επαρχία του νοτιοδυτικού Πακιστάν που συνορεύει με το Ιράν και το Αφγανιστάν και έχει στρατηγική σημασία λόγω των φυσικών πόρων και της πρόσβασής της στην Αραβική Θάλασσα.

Το Balochistan Liberation Front (BLF), μία από τις οργανώσεις που επιδιώκουν την ανεξαρτησία του Μπαλουχιστάν, δημοσιοποίησε υλικό για τη συγκρότηση νέου γυναικείου ένοπλου σχηματισμού.

Η συγκεκριμένη κίνηση προβάλλεται από την οργάνωση ως οργανωτική εξέλιξη. Δεν υπάρχουν, ωστόσο, επαρκή ανεξάρτητα στοιχεία στο δημόσιο απόσπασμα της έκθεσης για τον αριθμό των μελών ή τις πραγματικές επιχειρησιακές δυνατότητες της νέας μονάδας.

Παράλληλα, ο Balochistan Liberation Army (BLA), άλλη σημαντική αυτονομιστική ένοπλη οργάνωση, απέρριψε κατηγορίες περί συνεργασίας με την TTP.

Ο BLA δημοσιοποίησε επίσης οπτικό υλικό από επιχειρήσεις που ισχυρίζεται ότι πραγματοποίησαν μέλη του.

Άλλες οργανώσεις των Μπαλούχων προχώρησαν σε ανάλογες κινήσεις, προβάλλοντας τη δράση τους και διατυπώνοντας ισχυρισμούς για δραστηριότητες συλλογής πληροφοριών.

Οι εξελίξεις καταδεικνύουν ότι η σύγκρουση στο Μπαλουχιστάν δεν περιορίζεται στις ένοπλες επιθέσεις, αλλά περιλαμβάνει και έναν παράλληλο αγώνα επιρροής, επικοινωνίας και πολιτικής νομιμοποίησης.

Πολιτική κρίση και αντιτρομοκρατία

Πέρα από την ένοπλη βία, η έκθεση του PICSS επισημαίνει ότι η εσωτερική πολιτική αστάθεια δυσχεραίνει τη διαμόρφωση αποτελεσματικής πολιτικής ασφαλείας.

Η κατάρρευση των διαπραγματεύσεων μεταξύ της κυβέρνησης και του Pakistan Tehreek-e-Insaf (PTI), του κόμματος που ίδρυσε ο πρώην πρωθυπουργός Ιμράν Χαν, περιπλέκει τις προσπάθειες συντονισμού στην επαρχία Χάιμπερ Παχτούνχβα.

Η περιοχή αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα μέτωπα της δράσης των Πακιστανών Ταλιμπάν, λόγω της εγγύτητάς της με το Αφγανιστάν και της μακρόχρονης παρουσίας ένοπλων δικτύων.

Οι πολιτικές αντιπαραθέσεις μεταξύ κεντρικής κυβέρνησης και αντιπολίτευσης μπορούν να δυσχεράνουν τον συντονισμό, τη διοικητική συνεργασία και τη διαμόρφωση κοινής στρατηγικής για την αντιμετώπιση της τρομοκρατίας.

Το πρόβλημα αποκτά ιδιαίτερη σημασία όταν συνδυάζεται με την ανάγκη προστασίας παραμεθόριων περιοχών και αντιμετώπισης οργανώσεων με διασυνοριακές διασυνδέσεις.

Αφγανιστάν, Ινδία και περιφερειακές αμυντικές συμφωνίες

Οι προκλήσεις που αντιμετωπίζει το Ισλαμαμπάντ δεν περιορίζονται στο εσωτερικό της χώρας.

Οι σχέσεις με το Αφγανιστάν παραμένουν κρίσιμος παράγοντας ασφαλείας, καθώς το Πακιστάν αποδίδει σε ένοπλα δίκτυα που δρουν από αφγανικό έδαφος σημαντικό μέρος των επιθέσεων εναντίον του.

Την ίδια στιγμή, η αντιπαράθεση με την Ινδία εξακολουθεί να επηρεάζει τον στρατηγικό σχεδιασμό των πακιστανικών ενόπλων δυνάμεων.

Στο περιφερειακό περιβάλλον προστίθενται οι νέες αμυντικές διευθετήσεις και οι προσπάθειες του Πακιστάν να διατηρήσει ή να ενισχύσει τις στρατηγικές του συνεργασίες.

Η συνύπαρξη εσωτερικών απειλών, πολιτικής αβεβαιότητας και εξωτερικών δεσμεύσεων δημιουργεί αυξημένες απαιτήσεις για τον στρατιωτικό μηχανισμό και τις υπηρεσίες ασφαλείας.

Οι αριθμοί δεν λένε ολόκληρη την ιστορία

Η εβδομαδιαία έκθεση του PICSS θέτει ένα ουσιαστικό ερώτημα: αποτελεί η μείωση των τρομοκρατικών επιθέσεων ένδειξη βελτίωσης της ασφάλειας ή πρόκειται για προσωρινή υποχώρηση της βίας, ενώ οι οργανώσεις αναπροσαρμόζουν τις τακτικές και τις δομές τους;

Η απάντηση δεν μπορεί να προκύψει αποκλειστικά από την καταμέτρηση των επιθέσεων.

Η χρήση νέων επιχειρησιακών μέσων, οι εσωτερικές διαμάχες, η συγκρότηση νέων ένοπλων σχηματισμών και η αυξημένη προπαγανδιστική δραστηριότητα συνθέτουν μια εικόνα που απαιτεί διαρκή παρακολούθηση.

Άλλωστε, τα στοιχεία του PICSS για ολόκληρο τον Σεπτέμβριο είχαν καταγράψει 225 επιθέσεις, τον υψηλότερο μηνιαίο αριθμό εδώ και δώδεκα χρόνια, γεγονός που αναδεικνύει τη σοβαρότητα της κατάστασης παρά την πρόσφατη εβδομαδιαία υποχώρηση.

Το Πακιστάν βρίσκεται αντιμέτωπο με μια πολυεπίπεδη κρίση ασφαλείας, στην οποία αλληλεπιδρούν τζιχαντιστικές οργανώσεις, αυτονομιστικά κινήματα, πολιτικές αντιπαραθέσεις και περιφερειακοί ανταγωνισμοί.

Η μείωση της συχνότητας των επιθέσεων αποτελεί θετική ένδειξη σε επίπεδο εβδομαδιαίων στατιστικών. Δεν αρκεί, όμως, από μόνη της για να αποδείξει ότι οι απειλές περιορίζονται σε βάθος χρόνου.

Το κρίσιμο ζήτημα για το Ισλαμαμπάντ δεν είναι μόνο πόσες επιθέσεις καταγράφονται, αλλά κατά πόσον το κράτος μπορεί να αντιμετωπίσει τις οργανώσεις που εξακολουθούν να διαθέτουν δυνατότητα στρατολόγησης, προσαρμογής και πραγματοποίησης νέων επιχειρήσεων.

Συνέχεια ανάγνωσης

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ

GEOPOLITICO5 ώρες πριν

Πόλεμος συμφερόντων για το LNG – Το τουρκικό σχέδιο και η ελληνική απάντηση

Στο Direct News, ο Ανδρέας Μουντζουρούλιας παρουσιάζει τις πληροφορίες του για τον GSI, αναλύει τα τουρκικά δημοσιεύματα για την Γκίλφοϊλ...

Ιστορία - Πολιτισμός6 ώρες πριν

Arolsen Archives: Το αρχείο που αναζητά τα ίχνη εκατομμυρίων θυμάτων του ναζισμού

Στη γερμανική πόλη Μπαντ Άρολσεν φυλάσσεται μία από τις σημαντικότερες συλλογές τεκμηρίων για τα θύματα των ναζιστικών διώξεων. Περισσότερα από...

Αναλύσεις6 ώρες πριν

Πού βρίσκεται η Ελλάδα στον σχεδιασμό του IMEC;

Η επίκληση της ελληνικής κληρονομιάς, η κριτική για τις αμερικανικές τοποθετήσεις στα ελληνοτουρκικά και η ανάγκη μιας εθνικής στρατηγικής που...

GEOPOLITICO6 ώρες πριν

Νέα τουρκική πρόκληση νότια του Καστελλόριζου! NAVTEX της Άγκυρας στην περιοχή που θα περάσει το γαλλικό ερευνητικό για το καλώδιο Ελλάδας–Κύπρου

Η Άγκυρα εξέδωσε NAVTEX για περιοχή νότια του Καστελλόριζου, όπου έχει προγραμματιστεί η πολυεθνική άσκηση «EUNOMIA», αμφισβητώντας τη δικαιοδοσία του...

GEOPOLITICO6 ώρες πριν

EurAsia Review: Ποιοι προστατεύουν τα κυκλώματα λαθρεμπορίου στα σύνορα Ιράν, Πακιστάν και Αφγανιστάν – Ο σκοτεινός ρόλος παραγόντων ασφαλείας

Ένα εκτεταμένο σύστημα παράνομου εμπορίου, διαφθοράς και πολιτικής προστασίας περιγράφει σε ανάλυσή του το EurAsia Review. Από τα καύσιμα και...

Δημοφιλή