Διεθνή
Ποια είναι η ωμή πραγματικότητα στα ελληνοτουρκικά
Η Τουρκία με τις προκλήσεις και τις παραβιάσεις, θέτει το γενικό πλαίσιο της παραμονής της στη Δύση
Κώστας Λάβδας
Το παρόν κείμενο έχει ως στόχο την διασαφήνιση ορισμένων δεδομένων και προοπτικών για τα ελληνοτουρκικά, δεδομένων και προοπτικών που φαίνεται να οδηγούνται σε σύγχυση μέσα στην παραζάλη του πολέμου στην Ουκρανία και των δυσάρεστων ενδείξεων περαιτέρω κλιμάκωσης.
Έχοντας ανέκαθεν επιμείνει στην ανάγκη διάκρισης μεταξύ μακροχρόνιας τάσης και παροδικών μεταπτώσεων στη στρατηγική της Άγκυρας απέναντι στην Ελλάδα, διαβάζω με έκπληξη κείμενα που αναφέρονται σε μια ακόμη «μεταστροφή» της τουρκικής συμπεριφοράς. Ως εάν η επίσκεψη του Έλληνα πρωθυπουργού, απολύτως κατανοητή στο πλαίσιο της ευρωατλαντικής συμμαχίας τη συγκεκριμένη συγκυρία του ουκρανικού, θα σήμαινε κάτι για τη στρατηγική της γείτονος. Για να είχε συμβεί κάτι τέτοιο, θα έπρεπε να είχε προηγηθεί συστηματική δουλειά με σοβαρές ενδείξεις για απτά αποτελέσματα.
Αρχίζει δυστυχώς να διαφαίνεται ένα επαναλαμβανόμενο μοτίβο. Ας θυμηθούμε το 2017. Η πρώτη επίσημη επίσκεψη προέδρου της Τουρκίας στην Ελλάδα ύστερα από 65 χρόνια, έγινε σε μια συγκυρία στην οποία η κυβέρνηση Ερντογάν είχε αρχίσει να απομονώνεται στο Δυτικό στρατόπεδο. Η τότε κυβέρνηση στην Αθήνα της έδωσε ένα χρήσιμο διπλωματικό βήμα. Η επίσκεψη είχε εξελιχθεί άσχημα, με αναθεωρητικές αναφορές στη Συνθήκη της Λωζάνης, διαξιφισμούς και την επίσκεψη Ερντογάν στην μουσουλμανική μειονότητα της Θράκης, μειονότητα την οποία η Άγκυρα καπηλεύεται ως τουρκική. Η Ελλάδα δεν κέρδισε κάτι από εκείνη την επίσκεψη, μάλλον έχασε. Άλλωστε, εκτός του Αιγαίου και της Κύπρου, θα πρέπει να μας προβληματίζει συστηματικά και το μέλλον της Θράκης, όπου τείνουμε να αποδεχτούμε τον εκτουρκισμό των διαφορετικών μειονοτήτων, των Πομάκων, των Αλεβιτών και των Ρομά. Η Αθήνα θα πρέπει να ενθαρρύνει τον πλουραλισμό και, συνακόλουθα, την εξασθένιση του ρόλου του Τουρκικού προξενείου. Σε κάθε περίπτωση, οι σχέσεις μετά το 2017 πήραν την κατιούσα, με αποκορύφωμα την οξύτατη κρίση και παρολίγον πολεμική αναμέτρηση του 2020.
Ας επιστρέψουμε στο 2022. Η Τουρκία, όπως άλλωστε αναμενόταν, έσπευσε μετά τη συνάντηση να υπενθυμίσει (με μαζικές παραβιάσεις και υπερπτήσεις) το γενικό πλαίσιο των όρων παραμονής της στη Δύση. Θεωρώντας ότι η ουκρανική τραγωδία την αναβαθμίζει, η Άγκυρα επιχειρεί να ξεκαθαρίσει ότι η επαναπροσέγγιση με τη Δύση δεν συνεπάγεται άμβλυνση των επιμέρους διεκδικήσεων και των απόψεών της. Σε αυτό το εκρηκτικό πλαίσιο, η Τουρκία επιδιώκει να εκμεταλλευτεί την συγκυρία για να προωθήσει τον ρόλο της στο ενεργειακό – αναμένουμε τις λεπτομέρειες στις οποίες άλλωστε θα κριθεί – ενώ εμμένει στις επικίνδυνες αναθεωρητικές απόψεις της σε Αιγαίο και Ανατολική Μεσόγειο.
Δεν είναι μόνο η συνεπής αποφυγή επιβολής κυρώσεων στη Ρωσία, η συνεχιζόμενη διελκυστίνδα με τους S-400 κλπ. Τόσο με τις μαζικές παραβιάσεις και υπερπτήσεις στο Αιγαίο όσο και με τις δηλώσεις κατά του προέδρου Biden για τη γενοκτονία των Αρμενίων, η Τουρκία επιχειρεί να καταστήσει σαφείς τους όρους παραμονής της στη Δύση σε αυτή την απολύτως κρίσιμη συγκυρία με το ουκρανικό.
Δυστυχώς οι όροι αυτοί περιλαμβάνουν τις απαράδεκτες και εξαιρετικά επικίνδυνες διεκδικήσεις εις βάρος της Ελλάδας. Σήμερα, το «στρατηγικό βάθος» της Τουρκίας και οι «πολλαπλές περιφερειακές ταυτότητές» της που προσπαθούσε να αναδείξει ο Νταβούτογλου, εκφράζονται πια με τρόπο ταυτόχρονα πιο εξειδικευμένο αλλά και πιο επικίνδυνο.
Στη θέση του υπερ-φιλόδοξου παγκόσμιου ρόλου στο οικονομικό πλαίσιο του G-20 και πιο πέρα, ο Ερντογάν εστιάζεται σε ένα αμεσότερα μιλιταριστικό παιχνίδι, αναβαπτίζοντας τις παραδόσεις του κεμαλικού μιλιταρισμού σε ένα νέο πλαίσιο οθωμανικής προβολής της ισχύος της χώρας ως προστάτιδας των καταπιεσμένων μουσουλμάνων.
Η Άγκυρα αμφισβητεί συνολικά τη Συνθήκη της Λωζάνης. Ακόμη και η ημέρα που καθορίστηκε για την τελετή αλλαγής του χαρακτήρα της Αγίας Σοφίας, η 24η Ιουλίου, επελέγη για να θυμίσει την ημέρα υπογραφής της Συνθήκης της Λωζάννης το 1923.
Η ελληνική αμηχανία
Μεταξύ των ψευδο-γερακιών που, εδώ και χρόνια, προαναγγέλλουν πόλεμο με την Τουρκία κάθε δεύτερη ημέρα (και διαψευδόμενοι επανέρχονται με την ίδια εμμονή) και των ψευδο-περιστερών που συστηματικά αγνοούν την βαρύτητα κάθε τουρκικής διεκδίκησης (αποδίδοντας μάλιστα στην ελληνική κοινή γνώμη τη δυσκολία «διαπραγματεύσεων» με την αναθεωρητική γείτονα), έχει σχεδόν χαθεί ο χώρος για την ορθολογικά πατριωτική προσέγγιση του προβλήματος. Πέρα από την σταθερή ενίσχυση της αποτρεπτικής ικανότητας της χώρας και την ρεαλιστική και κατά το δυνατόν πλήρη ενημέρωση της κοινής γνώμης μακριά από επικοινωνιακούς πολιτικαντισμούς, τι πρέπει να πράξει η Αθήνα;
Καταρχήν, όπως εξηγώ από χρόνια, η Ελλάδα πρέπει να επιχειρήσει να συνδιαμορφώσει το μελλοντικό πλαίσιο των σχέσεων ΕΕ – Τουρκίας. Όχι συνολικά τη «δυτική» προσέγγιση στην Τουρκία και μάλιστα με δεδομένες τις ειδικές παραμέτρους που καθορίζει η σημερινή, πολεμική φάση με την Ρωσία (ακούστηκε και αυτή η επικίνδυνη αφέλεια τις τελευταίες ημέρες), αλλά συγκεκριμένα τη σχέση με την ΕΕ, όπου η Αθήνα και άποψη οφείλει να έχει και να επηρεάσει πραγματικά δύναται.
Σήμερα, μια στρατηγική «Ελσίνκι 2» δεν είναι πια εφικτή, όσο και αν γοητεύει η απατηλή ασφάλεια των επαναλήψεων. Το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο του Ελσίνκι τον Δεκέμβρη 1999 σήμανε την έναρξη μιας – τελικώς ατελέσφορης για τον ένα ή τον άλλο λόγο – ελληνικής προσπάθειας να χρησιμοποιηθεί θετικά η ενταξιακή πορεία της Τουρκίας ως μέσον πίεσης επί της Άγκυρας ώστε να τροποποιήσει τις θέσεις της στα ειδικότερα ζητήματα που αφορούν την Ελλάδα και την Κύπρο. Ανεξαρτήτως των αιτίων και συνθηκών που μπορούν να ερμηνεύσουν αυτή την έκβαση, σήμερα η ενταξιακή πορεία της Τουρκίας είναι κατ’ ουσίαν όχι απλώς παγωμένη αλλά νεκρή.
Κατά συνέπεια, όπως έγραψα εδώ πριν ενάμιση χρόνο, αυτό για το οποίο αξίζει να προσπαθήσουμε, είναι η προσεκτική συνδιαμόρφωση των συνθηκών για την επίτευξη βιώσιμης ειρήνης με την Τουρκία σε μια γειτονιά του πλανήτη που θα παραμείνει ρευστή και επικίνδυνη. Δεν υπάρχουν εύκολες και γρήγορες «λύσεις».
Ως προς την ΕΕ, το εγχείρημα σήμερα τίθεται σε άλλη βάση (όχι στην ένταξη) και είναι πολύ περισσότερο σύνθετο: θα πρέπει η Τουρκία να πιεστεί για ένα καθεστώς σχέσεων το οποίο να αποτελέσει, ταυτόχρονα, κίνητρο και για συμμόρφωση ως προς τα ειδικότερα θέματα που μας απασχολούν. Με άλλα λόγια, το ζήτημα σήμερα είναι κατά πόσον μια νέα συνολική προσέγγιση της σχέσης ΕΕ-Τουρκίας στο νέο περιβάλλον και με τα νέα δεδομένα μπορεί να περιλαμβάνει και όρους για τα ελληνοτουρκικά και πώς αυτοί οι όροι θα καταστεί δυνατό να τύχουν εφαρμογής.
Πέρα από τη Γαλλία, ήδη στην Αυστρία, την Ιταλία και αλλού διατυπώνονται σαφή επιχειρήματα για την ανάγκη υιοθέτησης εναλλακτικών σεναρίων για τη μελλοντική σχέση ΕΕ – Τουρκίας. Αυτή η προσέγγιση μπορεί να αποτελέσει ενδιαφέρον σημείο εκκίνησης ή, αντίθετα, να λειτουργήσει εντελώς αποπροσανατολιστικά: Η Τουρκία δεν είναι απλώς χώρα με την οποία η ΕΕ επιθυμεί να διαμορφώσει ένα πλαίσιο περαιτέρω εμπορικής και οικονομικής σύμπλευσης. Είναι χώρα η οποία συστηματικά απειλεί το status quo στην περιοχή και διατηρεί σχέσεις έντασης και δυνητικά σύγκρουσης τουλάχιστον με δυο κράτη-μέλη της ΕΕ. Δεν είναι αποδεκτή από την Ελλάδα μια ειδική σχέση που θα επιτρέπει στην Τουρκία – εκτός πια ενταξιακής πορείας και προοπτικής – πρόσβαση στην ευρωπαϊκή αγορά χωρίς να της επιβάλλει (α) στοιχειώδεις υποχρεώσεις για το κράτος δικαίου και τα ανθρώπινα δικαιώματα και (β) πλήρως διασαφηνισμένες υποχρεώσεις για τους όρους καλής γειτονίας και την απόρριψη προσφυγής στη βία ως μέσον επίλυσης διαφορών.
Πριν τη νέα κατάσταση που δημιουργήθηκε εξαιτίας της ρωσικής εισβολής στην Ουκρανία, οι περισσότεροι διεθνείς αναλυτές συνέκλιναν στην άποψη ότι η ΕΕ δεν ήταν πια δυνατό να προσεγγίζει την τουρκική επιθετικότητα μόνον με μέσα ήπιας ισχύος. Η ΕΕ θα όφειλε να προκρίνει ένα συνδυασμό αποφασιστικότητας και ταυτόχρονης υποβοήθησης των τάσεων συνεργασίας.
Η Ελλάδα πρέπει σήμερα να εστιαστεί συστηματικά στην επαναφορά της συζήτησης των σχέσεων ΕΕ – Τουρκίας σε εκείνο, περίπου, το πλαίσιο, ανεξαρτήτως της μίας ή της άλλης εξέλιξης στις σχέσεις ΗΠΑ – Τουρκίας. Για την ΕΕ, η μετεξέλιξη της τελωνειακής ένωσης πρέπει να αποτελέσει κομμάτι αυτής της συνολικής νέας προσέγγισης και όχι οριοθετημένο πεδίο πολιτικής το οποίο – εξ ορισμού – αποτελεί καταρχήν συμφέρουσα για την Άγκυρα διευθέτηση. Στο επίπεδο της συνολικής νέας σχέσης ΕΕ – Τουρκίας, παρότι είναι γνωστές και δεδομένες οι δυσκολίες που σχετίζονται με την υιοθέτηση μέτρων των οποίων η επιβολή είναι αυτόματη, θα πρέπει από την ελληνική πλευρά να υποστηριχθεί σθεναρά μια μορφή αποτελεσματικών και προβλέψιμων μηχανισμών αντίδρασης σε παραβιάσεις των όρων που προαναφέρθηκαν. Η ύπαρξη ενός μηχανισμού επιβολής μέτρων ή/και αναστολής δικαιωμάτων πρόσβασης που θα εμπεριέχει και χαρακτηριστικά αυτόματης ενεργοποίησης θα είναι αναγκαία για κάθε πλαίσιο ειδικής σχέσης στην περίπτωση της Τουρκίας.
Και ως προς τις σχέσεις Ελλάδας – ΗΠΑ; Εδώ υπάρχει – σε επιστέγασμα των εξαιρετικών διμερών σχέσεων που υπήρχαν ανέκαθεν και ενισχύθηκαν πολύ περισσότερο τα τελευταία χρόνια – μια δυνητικά κρίσιμη επιπρόσθετη εξέλιξη. Η ομιλία του κ. Μητσοτάκη σε ειδική συνεδρίαση του Κογκρέσου, η οποία για να πραγματοποιηθεί σημαίνει ότι έχει συμφωνηθεί και από τους Δημοκρατικούς και από τους Ρεπουμπλικάνους και στη Βουλή και στη Γερουσία, θα είναι μια ιστορική στιγμή για τις ελληνοαμερικανικές σχέσεις.
Σε αυτή την ιστορική στιγμή, στο Κογκρέσο αλλά και – κυρίως – στις επιμέρους συνομιλίες του, ο Έλληνας πρωθυπουργός θα πρέπει να καταστήσει σαφή τη σοβαρότητα της κατάστασης με τις τουρκικές διεκδικήσεις όχι μόνο για την Ελλάδα αλλά για την Ανατολική Μεσόγειο και τη συνοχή του ΝΑΤΟ. Θα πρέπει, μεταξύ άλλων, να γίνει σαφές ότι εάν η Τουρκία επιχειρήσει να χτυπήσει ελληνικά νησιά, πράγμα καθόλου απίθανο, η Ελλάδα θα απαντήσει άμεσα και συνολικά. Και – φυσικά – θα θεωρήσει ότι μια, μέχρι στιγμής, πλήρης συμμαχική κάλυψη υφίσταται για την Αθήνα: η συμφωνία αμοιβαίας αμυντικής συνδρομής με τη Γαλλία. Άλλωστε η Ευρώπη θα πρέπει να προσπαθήσει να ξαναβρεί το βηματισμό της, εντός του ευρωατλαντικού πλαισίου αλλά με διακριτή φωνή, πριν μια νέα περίοδος Τραμπ μας υπενθυμίσει πιθανόν και πάλι τα δυσβάστακτα κόστη της ευρωπαϊκής ανυπαρξίας.
Συμπέρασμα
Στην πορεία ανάδειξής της όχι μόνον ως χερσαίας αλλά και ως θαλάσσιας δύναμης, η Τουρκία θα εξακολουθήσει να πιέζει την Ελλάδα και την Κύπρο, ενώ οι εθνικιστικές – μιλιταριστικές τάσεις στο εσωτερικό της θα εξακολουθήσουν να προσδίδουν ένα βαθμό συνοχής σε ένα κοινωνικό σώμα με φυγόκεντρες δυνάμεις. Όσο η σύγκρουση Δύσης – Ρωσίας δεν φτάνει σε άμεση πολεμική ρήξη (πράγμα που έχουμε κάθε λόγο να απευχόμαστε) η Άγκυρα θα εξακολουθήσει να διαδραματίζει έναν ειδικό ρόλο με ό,τι αυτό συνεπάγεται για τις πραγματικές ή προσχηματικές ανοχές απέναντί της.
Στην Άγκυρα, η επίκληση της «γαλάζιας πατρίδας» σημαίνει την προσπάθεια της Τουρκίας να γίνει θαλάσσια δύναμη αλλά με όρους και προθέσεις κατάκτησης ζωτικού χώρου. Σε αυτή τη βάση, την οποία έχουμε αναλύσει στο παρελθόν, η κυβέρνηση Ερντογάν αλλά και η κεμαλική αξιωματική αντιπολίτευση, δηλώνουν ότι αν η Ελλάδα δεν αλλάξει στάση ως προς την «στρατικοποίηση», θα τεθεί υπό αμφισβήτηση η ελληνική κυριαρχία των νησιών του ανατολικού Αιγαίου.
Με άλλα λόγια, η Τουρκία επιχειρεί να «γκριζάρει» όχι πια περιοχές και βραχονησίδες αλλά μεγάλα ελληνικά νησιά. Με στόχο να αφεθούν τα νησιά του ανατολικού Αιγαίου χωρίς άμυνα ώστε στην κατάλληλη συγκυρία, μετά από κάποια επεισόδια που θα προκληθούν με την κατάλληλη προβοκάτσια, η τουρκική αποβατική δύναμη απέναντι να επιχειρήσει την κατάληψη ενός νησιού. Και να ακολουθήσει μια διαπραγμάτευση με την Ελλάδα σε μειονεκτική θέση.
Ως προς την Ελλάδα, η Τουρκία χτίζει συστηματικά και μετά (σε περιόδους μεγάλης κρίσης όπως η σημερινή με το Ουκρανικό) επιχειρεί να πραγματοποιήσει κέρδη. Ούτε μένει στα λόγια: το τουρκολιβυκό μνημόνιο υφίσταται, η κατοχή την Κύπρο υφίσταται, το γκριζάρισμα με τα Ίμια υφίσταται.
Η Ελλάδα δεν μπορεί να σηκώσει το κόστος της επαναπροσέγγισης της Τουρκίας με τη Δύση. Για καταρχήν βελτίωση των σχέσεων, η Τουρκία οφείλει σε κάτι να υποχωρήσει. Όπως έχω εξηγήσει κατ’επανάληψη, αυτό που στρατηγικά έχει λόγο να επιθυμεί η Ελλάδα για τις σχέσεις με την Τουρκία είναι μια βιώσιμη ειρήνη που δεν υποκρύπτει φινλανδοποίηση. Βάσει αυτού του πλαισίου θα πρέπει να αποτιμώνται εξελίξεις και πρωτοβουλίες. Κάθε αποκλιμάκωση είναι προφανώς καλοδεχούμενη, αλλά η επίτευξη ισορροπίας δυνάμεων απέναντι σε μια γείτονα με αναθεωρητικές τάσεις και η στιβαρή προώθηση των ελληνικών θέσεων αποτελούν προϋπόθεση για διάλογο και –εάν οι εξελισσόμενες συνθήκες ευνοήσουν– για βιώσιμη ειρήνη στο μέλλον. Προς το παρόν, φίλοι και σύμμαχοι θα πρέπει να αντιληφθούν ότι η τουρκική στρατηγική απέναντι στην Ελλάδα μπορεί πραγματικά να οδηγήσει στην κατάρρευση της νοτιοανατολικής πτέρυγας του ΝΑΤΟ. Η Ελλάδα προφανώς το απεύχεται αλλά η Τουρκία ενδέχεται να το καταστήσει αναπόφευκτο.
* Ο Κώστας Α. Λάβδας είναι Καθηγητής στο Πάντειο Πανεπιστήμιο και έχει διατελέσει, μεταξύ άλλων, Senior Research Fellow στη London School of Economics και κάτοχος της Έδρας Ελληνικών και Ευρωπαϊκών Σπουδών «Κωνσταντίνος Καραμανλής» στη Fletcher School of Law and Diplomacy του Πανεπιστημίου Tufts στις ΗΠΑ
liberal.gr
Αναλύσεις
Η Κίνα βρίσκει δρόμο που παρακάμπτει το Πακιστάν – Ο διάδρομος Ουαχάν αλλάζει τις γεωπολιτικές ισορροπίες
Μία νέα οδική αρτηρία μήκους 121 χιλιομέτρων στο βορειοανατολικό Αφγανιστάν δημιουργεί τις προϋποθέσεις για απευθείας χερσαία σύνδεση με την Κίνα, χωρίς διέλευση από το Πακιστάν. Η ολοκλήρωση του δρόμου στον ιστορικό διάδρομο Ουαχάν αποκτά ιδιαίτερη γεωπολιτική σημασία, καθώς το Πεκίνο αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα ασφαλείας με τις επενδύσεις του στο Πακιστάν, ενώ η Καμπούλ επιδιώκει να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ.
Μία σημαντική εξέλιξη στις χερσαίες μεταφορές και στις γεωπολιτικές ισορροπίες της Κεντρικής Ασίας καταγράφεται στο Αφγανιστάν, με την ολοκλήρωση νέου δρόμου στον στρατηγικής σημασίας διάδρομο Ουαχάν.
Σύμφωνα με ανάλυση του Imran Khurshid που δημοσιεύθηκε στις 9 Οκτωβρίου 2026 στο Asia Times, οι αφγανικές αρχές εγκαινίασαν οδική διαδρομή 121 χιλιομέτρων, η οποία εκτείνεται από την περιοχή Μπρογκίλ έως τα σύνορα με την Κίνα, στην επαρχία Μπανταχσάν.
Το έργο κόστισε περίπου 365 εκατομμύρια αφγάνι, ποσό που αντιστοιχεί σε περίπου 5,5 εκατομμύρια δολάρια.
Κατά τις αφγανικές ανακοινώσεις, κατασκευάστηκε από ντόπιους μηχανικούς και εργαζομένους, χωρίς τη συμμετοχή ξένων τεχνικών συμβούλων.
Η νέα διαδρομή φθάνει στα σινοαφγανικά σύνορα. Αυτό, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι λειτουργεί ήδη πλήρης διεθνής εμπορευματικός διάδρομος, καθώς εξακολουθούν να υπάρχουν σημαντικοί τεχνικοί και συνοριακοί περιορισμοί.
Γιατί ο διάδρομος Ουαχάν έχει στρατηγική σημασία
Ο διάδρομος Ουαχάν αποτελεί μια στενή λωρίδα αφγανικού εδάφους ανάμεσα στο Τατζικιστάν, το Πακιστάν και την Κίνα.
Η γεωγραφική του διαμόρφωση συνδέεται με τον ανταγωνισμό της Βρετανικής και της Ρωσικής Αυτοκρατορίας κατά τον 19ο αιώνα.
Η περιοχή διατηρήθηκε ως ζώνη διαχωρισμού των δύο αυτοκρατορικών σφαιρών επιρροής, αποτελώντας ένα από τα χαρακτηριστικότερα γεωγραφικά κατάλοιπα του λεγόμενου «Μεγάλου Παιχνιδιού».
Σήμερα, η ίδια περιοχή αποκτά νέα σημασία, αυτή τη φορά λόγω της προσπάθειας σύνδεσης της Κίνας με το Αφγανιστάν και ευρύτερα με την Κεντρική Ασία.
Ο δρόμος ανοίγει τη δυνατότητα δημιουργίας μιας εναλλακτικής οδού μεταφορών, περιορίζοντας δυνητικά την ανάγκη διέλευσης από το πακιστανικό έδαφος.
Το πρόβλημα της Κίνας με τον οικονομικό διάδρομο CPEC
Το ενδιαφέρον της εξέλιξης εντοπίζεται κυρίως στην προσπάθεια του Πεκίνου να περιορίσει την εξάρτησή του από ευάλωτες υποδομές.
Ο Οικονομικός Διάδρομος Κίνας–Πακιστάν, γνωστός ως CPEC, αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα προγράμματα της κινεζικής πρωτοβουλίας Belt and Road.
Μέσω του συγκεκριμένου σχεδίου, η Κίνα επιχειρεί να ενισχύσει τις εμπορικές και ενεργειακές συνδέσεις της με τη Νότια Ασία και την Αραβική Θάλασσα.
Ωστόσο, η υλοποίηση των έργων έχει αντιμετωπίσει σοβαρές δυσκολίες.
Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, οργανώσεις αυτονομιστών έχουν πραγματοποιήσει επανειλημμένες επιθέσεις εναντίον κινεζικών συμφερόντων, εγκαταστάσεων και εργαζομένων.
Οι επιθέσεις αυτές έχουν επιβαρύνει την ασφάλεια των υποδομών και έχουν αυξήσει το κόστος προστασίας των κινεζικών επενδύσεων.
Παράλληλα, έχουν διατυπωθεί καταγγελίες για καθυστερήσεις, κακοδιαχείριση και προβλήματα διαφάνειας σε επιμέρους προγράμματα του CPEC.
Η εδαφική διαμάχη με την Ινδία
Μια επιπλέον γεωπολιτική δυσκολία συνδέεται με τη διέλευση του CPEC από το Γκιλγκίτ–Μπαλτιστάν.
Η περιοχή διοικείται από το Πακιστάν, αλλά διεκδικείται από την Ινδία, στο πλαίσιο της ευρύτερης διαμάχης για το Κασμίρ.
Το Νέο Δελχί έχει αντιταχθεί επανειλημμένα σε έργα που διέρχονται από εδάφη τα οποία θεωρεί τμήμα της δικής του επικράτειας.
Αυτό σημαίνει ότι ο οικονομικός διάδρομος Κίνας–Πακιστάν δεν αποτελεί μόνο αναπτυξιακό πρόγραμμα, αλλά συνδέεται με μία από τις πιο ευαίσθητες εδαφικές αντιπαραθέσεις της Ασίας.
Η δημιουργία εναλλακτικών διαδρομών μέσω του Αφγανιστάν θα μπορούσε μακροπρόθεσμα να προσφέρει στο Πεκίνο μεγαλύτερη ευελιξία.
Δεν υπάρχει, πάντως, ένδειξη ότι ο δρόμος του Ουαχάν μπορεί σήμερα να αντικαταστήσει τις μεγάλες μεταφορικές υποδομές του CPEC.
Η Καμπούλ επιχειρεί να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ
Για την κυβέρνηση των Ταλιμπάν, το έργο έχει και μία σαφή πολιτική διάσταση.
Το Αφγανιστάν εξαρτάται σε σημαντικό βαθμό από συνοριακές διαβάσεις και μεταφορικούς άξονες που περνούν από το Πακιστάν.
Οι επανειλημμένες εντάσεις ανάμεσα στις δύο χώρες έχουν προκαλέσει κλείσιμο συνοριακών περασμάτων, διακοπές εμπορικών ροών και επιβάρυνση της αφγανικής οικονομίας.
Μια εναλλακτική χερσαία διέξοδος προς την Κίνα θα μπορούσε, εφόσον αναπτυχθεί και καταστεί λειτουργική, να μειώσει τη δυνατότητα του Πακιστάν να χρησιμοποιεί τη γεωγραφική του θέση ως μέσο πίεσης προς την Καμπούλ.
Η αφγανική πλευρά αντιμετωπίζει το έργο ως σημαντική υποδομή οικονομικής και στρατηγικής αυτονομίας.
Η στάση της Κίνας και της Ρωσίας
Παρά την προοπτική άμεσης σύνδεσης, το Πεκίνο δεν έχει εγκαταλείψει τον οικονομικό διάδρομο CPEC ούτε έχει ανακοινώσει ότι ο Ουαχάν θα τον αντικαταστήσει.
Η Κίνα εξακολουθεί να διατηρεί σημαντικά οικονομικά και στρατηγικά συμφέροντα στο Πακιστάν.
Αντίστοιχα, η Ρωσία ενδιαφέρεται για τη σταθερότητα του Αφγανιστάν και για την ανάπτυξη νέων δικτύων επικοινωνίας στην Κεντρική Ασία.
Η δημιουργία περισσότερων επιλογών διασύνδεσης ενδέχεται να περιορίσει την αποκλειστική σημασία ορισμένων παραδοσιακών μεταφορικών διαδρομών.
Η πραγματική αξία του Ουαχάν θα εξαρτηθεί από τη βελτίωση των οδικών υποδομών, τη λειτουργία συνοριακών και τελωνειακών εγκαταστάσεων, τις καιρικές συνθήκες και τις πολιτικές αποφάσεις της Κίνας.
Το μήνυμα προς το Πακιστάν
Η νέα διαδρομή αναδεικνύει μια σημαντική γεωπολιτική πραγματικότητα: η γεωγραφική θέση ενός κράτους προσφέρει στρατηγικά πλεονεκτήματα, αλλά η αξιοποίησή τους εξαρτάται από την ασφάλεια και την αξιοπιστία των μεταφορικών του δικτύων.
Το Πακιστάν εξακολουθεί να αποτελεί κρίσιμο εταίρο της Κίνας, ιδιαίτερα στο πλαίσιο του CPEC.
Ταυτόχρονα, όμως, η αστάθεια, οι επιθέσεις σε κινεζικά συμφέροντα και οι αντιπαραθέσεις με το Αφγανιστάν δημιουργούν κίνητρα αναζήτησης εναλλακτικών επιλογών.
Ο διάδρομος Ουαχάν δεν έχει ακόμη μετατραπεί σε μεγάλο εμπορικό πέρασμα. Η κατασκευή του δρόμου, ωστόσο, καταδεικνύει ότι το Αφγανιστάν επιχειρεί να αποκτήσει πρόσθετες διεθνείς συνδέσεις και ότι η αποκλειστική εξάρτηση από το Πακιστάν δεν αποτελεί πλέον τη μοναδική γεωγραφική επιλογή.
Για το Ισλαμαμπάντ, η εξέλιξη αποτελεί μια νέα στρατηγική παράμετρο που θα πρέπει να συνυπολογίσει στις σχέσεις του με το Πεκίνο και την Καμπούλ.
Διεθνή
Γερμανία: Το ρωσικό φυσικό αέριο επιστρέφει έμμεσα μέσω των λιπασμάτων, παρά τους ευρωπαϊκούς δασμούς
Οι εισαγωγές ρωσικών αζωτούχων λιπασμάτων μειώθηκαν κατά 66% το 2025-2026, αλλά παραμένουν 53% υψηλότερες από τα επίπεδα πριν από τον πόλεμο στην Ουκρανία.
Το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία διατηρεί ανταγωνιστικά τα ρωσικά προϊόντα, σύμφωνα με στοιχεία που δημοσίευσε η Berliner Zeitung. Η Γερμανία εξακολουθεί να συνδέεται εμπορικά με το ρωσικό φυσικό αέριο, παρά τις ευρωπαϊκές προσπάθειες περιορισμού της ενεργειακής εξάρτησης από τη Μόσχα.
Αυτή τη φορά, η σύνδεση δεν αφορά αποκλειστικά την άμεση προμήθεια φυσικού αερίου, αλλά τις εισαγωγές λιπασμάτων που παράγονται με τη χρήση ρωσικού αερίου ως πρώτης ύλης και πηγής ενέργειας. Σύμφωνα με δημοσίευμα της γερμανικής εφημερίδας, που βασίζεται σε στοιχεία του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου και του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι εισαγωγές αζώτου μέσω ρωσικών λιπασμάτων μειώθηκαν σημαντικά κατά το 2025-2026. Ωστόσο, εξακολουθούν να βρίσκονται πάνω από τα επίπεδα που καταγράφονταν πριν από τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία.
Τα στοιχεία των εισαγωγών και η σύγκριση με την προπολεμική περίοδο
Το 2025-2026, η Γερμανία εισήγαγε 48.800 τόνους αζώτου μέσω λιπασμάτων ρωσικής προέλευσης. Η ποσότητα αυτή είναι μειωμένη κατά περίπου 66% σε σύγκριση με το προηγούμενο έτος, αλλά παραμένει κατά 53% υψηλότερη από τους 31.800 τόνους που είχαν καταγραφεί το 2020-2021, πριν από τον πόλεμο.
Η εξέλιξη των εισαγωγών δείχνει πόσο έντονη ήταν η αύξηση μετά το 2022. Το 2021-2022 οι εισαγωγές έφτασαν τους 56.800 τόνους αζώτου, ενώ το 2022-2023 εκτοξεύθηκαν στους 185.100 τόνους. Στη συνέχεια καταγράφηκαν 140.200 τόνοι το 2023-2024 και 143.800 τόνοι το 2024-2025, προτού σημειωθεί η μεγάλη υποχώρηση της τελευταίας περιόδου. Τα στοιχεία αφορούν την ποσότητα του αζώτου που περιέχεται στα εισαγόμενα λιπάσματα και όχι το συνολικό βάρος των προϊόντων.
Τα λιπασματικά έτη υπολογίζονται από τον Ιούλιο έως τον Ιούνιο. Η ποσότητα αζώτου που εισήχθη στη Γερμανία μέσω ρωσικής ουρίας μειώθηκε από 71.600 τόνους σε 27.600 τόνους, καταγράφοντας πτώση άνω του 61%. Παρά τη μείωση, η ποσότητα εξακολουθεί να είναι σχεδόν τριπλάσια από τους 9.900 τόνους του 2020-2021. Η συγκεκριμένη εξέλιξη αναδεικνύει το βασικό πρόβλημα της ευρωπαϊκής πολιτικής περιορισμού των εμπορικών δεσμών με τη Ρωσία. Ακόμη και όταν περιορίζονται οι εισαγωγές συγκεκριμένων προϊόντων, οι οικονομικές σχέσεις μπορούν να διατηρούνται μέσω άλλων κατηγοριών αγαθών, ιδιαίτερα όταν αυτά έχουν χαμηλότερο κόστος παραγωγής.
Γιατί οι ρωσικές εισαγωγές παραμένουν ανταγωνιστικές
Καθοριστικός παράγοντας είναι το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία και στην υπόλοιπη Ευρώπη. Η παραγωγή αζωτούχων λιπασμάτων απαιτεί μεγάλες ποσότητες φυσικού αερίου, το οποίο χρησιμοποιείται τόσο ως πρώτη ύλη όσο και ως πηγή ενέργειας. Σύμφωνα με τον Σύνδεσμο Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι ευρωπαϊκοί δασμοί, που τέθηκαν σε ισχύ τον Ιούλιο του 2025, περιόρισαν σημαντικά τις εισαγωγές ρωσικών λιπασμάτων. Ωστόσο, δεν εξάλειψαν το ανταγωνιστικό πλεονέκτημα των ρωσικών προϊόντων. Ο σύνδεσμος επισημαίνει ότι οι υψηλές τιμές ενέργειας δυσκολεύουν τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις να αυξήσουν την εγχώρια παραγωγή και να καλύψουν μεγαλύτερο μέρος των αναγκών της αγοράς. Ως αποτέλεσμα, τα ρωσικά λιπάσματα εξακολουθούν να παραμένουν ελκυστικά, ακόμη και μετά την επιβολή πρόσθετων δασμών.
Παράλληλα, σύμφωνα με τον IVA, είναι πιθανό ορισμένες ποσότητες ρωσικών προϊόντων να φτάνουν στη γερμανική αγορά μέσω άλλων κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το μέγεθος αυτών των έμμεσων εισαγωγών, ωστόσο, δεν μπορεί να προσδιοριστεί με ακρίβεια από τα διαθέσιμα στοιχεία.
Δεν αποδίδονται οι αυξήσεις των τιμών αποκλειστικά στους δασμούς
Το ζήτημα έχει άμεση σημασία για τους Γερμανούς αγρότες, καθώς το κόστος των λιπασμάτων επηρεάζει την παραγωγή και, τελικά, την οικονομική βιωσιμότητα των καλλιεργειών. Ο IVA υποστηρίζει ότι η μείωση των ρωσικών εισαγωγών δεν έχει προκαλέσει μέχρι στιγμής σαφή αύξηση των τιμών εξαιτίας των δασμών. Σύμφωνα με τον σύνδεσμο, η εγχώρια παραγωγική δυναμικότητα και οι εισαγωγές από άλλες χώρες, μεταξύ των οποίων η Αίγυπτος, επαρκούν για την κάλυψη των αναγκών της αγοράς. Την ίδια στιγμή, ο σύνδεσμος αποδίδει τις υψηλές τιμές των λιπασμάτων το 2026 στις διεθνείς ενεργειακές αναταράξεις, στον πόλεμο με το Ιράν και στην κρίση γύρω από τα Στενά του Ορμούζ, παράγοντες που επηρεάζουν το κόστος μεταφοράς και τις παγκόσμιες τιμές ενέργειας και λιπασμάτων.
Οι εκτιμήσεις αυτές αποτελούν τις θέσεις του κλαδικού συνδέσμου και δεν συνιστούν από μόνες τους ανεξάρτητη αξιολόγηση όλων των παραγόντων που διαμορφώνουν τις τιμές.
Νέες πιέσεις για περιορισμό των ρωσικών εισαγωγών
Με αφορμή τα στοιχεία, ο IVA ζητά να εξεταστεί η επιβολή πρόσθετων δασμών στις εισαγωγές καλιούχων λιπασμάτων από τη Ρωσία και τη Λευκορωσία. Το κάλιο αποτελεί βασικό θρεπτικό στοιχείο για τις καλλιέργειες και αντιπροσωπεύει μια ακόμη κατηγορία προϊόντων στην οποία η ευρωπαϊκή αγορά διατηρεί εμπορικές σχέσεις με τις δύο χώρες.
Ο σύνδεσμος εκτιμά ότι η ευρωπαϊκή βιομηχανία μπορεί να καλύψει τις ανάγκες της γεωργίας χωρίς να εξαρτάται από τις συγκεκριμένες εισαγωγές και υποστηρίζει ότι πρόσθετοι δασμοί δεν θα πρέπει να οδηγήσουν αναγκαστικά σε αυξήσεις τιμών. Η συζήτηση, ωστόσο, αποτυπώνει το ευρύτερο δίλημμα της ευρωπαϊκής οικονομικής πολιτικής. Η μείωση της εξάρτησης από τη Ρωσία απαιτεί όχι μόνο εμπορικούς περιορισμούς, αλλά και ανταγωνιστική εγχώρια παραγωγή, προσιτό ενεργειακό κόστος και εναλλακτικές πηγές προμήθειας.
Τα δεδομένα της γερμανικής αγοράς δείχνουν ότι οι δασμοί μπορούν να περιορίσουν σημαντικά τις εισαγωγές, χωρίς όμως να εξαλείψουν αυτομάτως τις οικονομικές σχέσεις που στηρίζονται σε διαφορές κόστους παραγωγής. Για τη Γερμανία και την Ευρωπαϊκή Ένωση, η πρόκληση παραμένει η εξισορρόπηση τριών στόχων: της ενεργειακής και οικονομικής ασφάλειας, της στήριξης της εγχώριας βιομηχανίας και της διατήρησης προσιτού κόστους για τον αγροτικό τομέα.
Με πληροφορίες του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA) και του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου.
Αναλύσεις
Πακιστάν: Μειώθηκαν οι τρομοκρατικές επιθέσεις, αλλά αυξάνονται οι απειλές – Αντάρτικες οργανώσεις αναπτύσσουν νέες τακτικές και στρατολογούν γυναίκες
Η νέα έκθεση του Pakistan Institute for Conflict and Security Studies (PICSS) αποκαλύπτει ένα αντιφατικό περιβάλλον ασφαλείας: Λιγότερες επιθέσεις και θύματα, αλλά αναδιοργάνωση ένοπλων ομάδων, χρήση drones, εσωτερικές συγκρούσεις και αυξανόμενη αστάθεια στο Μπαλουχιστάν. Η πολιτική κρίση επιβαρύνει την προσπάθεια αντιμετώπισης της τρομοκρατίας.
Μια εξαιρετικά σύνθετη εικόνα για την ασφάλεια στο Πακιστάν αποτυπώνει η νέα εβδομαδιαία ανάλυση του Pakistan Institute for Conflict and Security Studies (PICSS), η οποία δημοσιεύθηκε στις 10 Οκτωβρίου 2026. Παρά τη μείωση των επιθέσεων από ένοπλες οργανώσεις κατά την πρώτη εβδομάδα του μήνα, οι εξελίξεις στο εσωτερικό των εξτρεμιστικών και αυτονομιστικών ομάδων δημιουργούν σοβαρά ερωτήματα για την πραγματική αποτελεσματικότητα των επιχειρήσεων ασφαλείας.
Η έκθεση με τίτλο «Pakistan’s Security Paradox: Militant Attacks Decline as Militant Groups Signal New Developments» καταγράφει υποχώρηση των επιθέσεων, αλλά παράλληλα εντοπίζει ενδείξεις οργανωτικής αναδιάρθρωσης, νέων επιχειρησιακών μεθόδων και εντατικοποίησης της προπαγανδιστικής δραστηριότητας.
Μείωση 18% στις επιθέσεις – Παραμένει σοβαρή η απειλή
Σύμφωνα με το PICSS, από τις 2 έως τις 8 Οκτωβρίου καταγράφηκαν συνολικά 46 επιθέσεις ενόπλων οργανώσεων στο Πακιστάν, έναντι 56 την αμέσως προηγούμενη εβδομάδα.
Η μείωση ανέρχεται στο 18%, ενώ αισθητή είναι και η υποχώρηση του αριθμού των θυμάτων.
Οι νεκροί μειώθηκαν από 52 σε 42 και οι τραυματίες από 53 σε 23.
Ωστόσο, η εικόνα δεν είναι ομοιόμορφη σε ολόκληρη τη χώρα.
Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, όπου δραστηριοποιούνται ιδιαίτερα ενεργές αυτονομιστικές οργανώσεις, οι απώλειες αυξήθηκαν παρά τη μείωση του αριθμού των επιθέσεων.
Το στοιχείο αυτό δημιουργεί προβληματισμό για το κατά πόσον οι ένοπλες ομάδες μεταβάλλουν τις τακτικές τους, πραγματοποιώντας λιγότερες αλλά δυνητικά πιο φονικές επιχειρήσεις.
Οι Πακιστανοί Ταλιμπάν αλλάζουν τακτική – Drones και ελεύθεροι σκοπευτές
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν οι εξελίξεις στο εσωτερικό της Tehrik-i-Taliban Pakistan (TTP), της οργάνωσης που είναι γνωστή ως Πακιστανοί Ταλιμπάν.
Σύμφωνα με την ανάλυση, η TTP επέβαλε περιορισμούς στη χρήση των μέσων κοινωνικής δικτύωσης από τα μέλη της.
Η συγκεκριμένη απόφαση αποκτά σημασία σε μια περίοδο κατά την οποία οι ένοπλες οργανώσεις χρησιμοποιούν τις ψηφιακές πλατφόρμες τόσο για προπαγάνδα όσο και για την προβολή των επιχειρησιακών τους δυνατοτήτων.
Την ίδια στιγμή, η TTP δημοσιοποίησε οπτικό υλικό στο οποίο υποστηρίζει ότι καταγράφονται επιθέσεις με τετρακόπτερα μη επανδρωμένα αεροσκάφη και ενέργειες ελεύθερων σκοπευτών.
Οι ισχυρισμοί αυτοί δεν συνιστούν ανεξάρτητη επιβεβαίωση της αποτελεσματικότητας ή της έκτασης χρήσης των συγκεκριμένων μέσων.
Παρ’ όλα αυτά, η προβολή τέτοιων επιχειρήσεων εντάσσεται σε μια ευρύτερη προσπάθεια των οργανώσεων να παρουσιάσουν εικόνα τεχνολογικής προσαρμογής και να ενισχύσουν την επιρροή τους.
Εσωτερικές συγκρούσεις στις ένοπλες οργανώσεις
Την ίδια περίοδο, η Jamaat-ul-Ahrar, οργάνωση που έχει συνδεθεί με το δίκτυο των Πακιστανών Ταλιμπάν, ανακοίνωσε ότι πραγματοποίησε 122 επιθέσεις κατά τη διάρκεια του Σεπτεμβρίου.
Πρόκειται για αριθμό που προέρχεται από τους ισχυρισμούς της ίδιας της οργάνωσης και δεν πρέπει να συγχέεται με τα ανεξάρτητα καταγεγραμμένα περιστατικά του PICSS.
Παράλληλα, αναφέρθηκαν αιματηρές συγκρούσεις ανάμεσα σε μαχητές της Jamaat-ul-Ahrar και αντίπαλης φράξιας της TTP στην περιοχή Ορακζάι.
Οι πληροφορίες αυτές αναδεικνύουν ένα επιπλέον πρόβλημα για την ασφάλεια του Πακιστάν: τον κατακερματισμό του περιβάλλοντος των ενόπλων οργανώσεων.
Οι εσωτερικές συγκρούσεις ενδέχεται να αποδυναμώνουν προσωρινά ορισμένα δίκτυα, αλλά μπορούν επίσης να προκαλέσουν νέες αντιπαραθέσεις, ανακατατάξεις και αποσχίσεις.
Μπαλουχιστάν: Ένοπλη γυναικεία μονάδα και κλιμάκωση της προπαγάνδας
Σημαντικές εξελίξεις καταγράφονται και στο Μπαλουχιστάν, την επαρχία του νοτιοδυτικού Πακιστάν που συνορεύει με το Ιράν και το Αφγανιστάν και έχει στρατηγική σημασία λόγω των φυσικών πόρων και της πρόσβασής της στην Αραβική Θάλασσα.
Το Balochistan Liberation Front (BLF), μία από τις οργανώσεις που επιδιώκουν την ανεξαρτησία του Μπαλουχιστάν, δημοσιοποίησε υλικό για τη συγκρότηση νέου γυναικείου ένοπλου σχηματισμού.
Η συγκεκριμένη κίνηση προβάλλεται από την οργάνωση ως οργανωτική εξέλιξη. Δεν υπάρχουν, ωστόσο, επαρκή ανεξάρτητα στοιχεία στο δημόσιο απόσπασμα της έκθεσης για τον αριθμό των μελών ή τις πραγματικές επιχειρησιακές δυνατότητες της νέας μονάδας.
Παράλληλα, ο Balochistan Liberation Army (BLA), άλλη σημαντική αυτονομιστική ένοπλη οργάνωση, απέρριψε κατηγορίες περί συνεργασίας με την TTP.
Ο BLA δημοσιοποίησε επίσης οπτικό υλικό από επιχειρήσεις που ισχυρίζεται ότι πραγματοποίησαν μέλη του.
Άλλες οργανώσεις των Μπαλούχων προχώρησαν σε ανάλογες κινήσεις, προβάλλοντας τη δράση τους και διατυπώνοντας ισχυρισμούς για δραστηριότητες συλλογής πληροφοριών.
Οι εξελίξεις καταδεικνύουν ότι η σύγκρουση στο Μπαλουχιστάν δεν περιορίζεται στις ένοπλες επιθέσεις, αλλά περιλαμβάνει και έναν παράλληλο αγώνα επιρροής, επικοινωνίας και πολιτικής νομιμοποίησης.
Πολιτική κρίση και αντιτρομοκρατία
Πέρα από την ένοπλη βία, η έκθεση του PICSS επισημαίνει ότι η εσωτερική πολιτική αστάθεια δυσχεραίνει τη διαμόρφωση αποτελεσματικής πολιτικής ασφαλείας.
Η κατάρρευση των διαπραγματεύσεων μεταξύ της κυβέρνησης και του Pakistan Tehreek-e-Insaf (PTI), του κόμματος που ίδρυσε ο πρώην πρωθυπουργός Ιμράν Χαν, περιπλέκει τις προσπάθειες συντονισμού στην επαρχία Χάιμπερ Παχτούνχβα.
Η περιοχή αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα μέτωπα της δράσης των Πακιστανών Ταλιμπάν, λόγω της εγγύτητάς της με το Αφγανιστάν και της μακρόχρονης παρουσίας ένοπλων δικτύων.
Οι πολιτικές αντιπαραθέσεις μεταξύ κεντρικής κυβέρνησης και αντιπολίτευσης μπορούν να δυσχεράνουν τον συντονισμό, τη διοικητική συνεργασία και τη διαμόρφωση κοινής στρατηγικής για την αντιμετώπιση της τρομοκρατίας.
Το πρόβλημα αποκτά ιδιαίτερη σημασία όταν συνδυάζεται με την ανάγκη προστασίας παραμεθόριων περιοχών και αντιμετώπισης οργανώσεων με διασυνοριακές διασυνδέσεις.
Αφγανιστάν, Ινδία και περιφερειακές αμυντικές συμφωνίες
Οι προκλήσεις που αντιμετωπίζει το Ισλαμαμπάντ δεν περιορίζονται στο εσωτερικό της χώρας.
Οι σχέσεις με το Αφγανιστάν παραμένουν κρίσιμος παράγοντας ασφαλείας, καθώς το Πακιστάν αποδίδει σε ένοπλα δίκτυα που δρουν από αφγανικό έδαφος σημαντικό μέρος των επιθέσεων εναντίον του.
Την ίδια στιγμή, η αντιπαράθεση με την Ινδία εξακολουθεί να επηρεάζει τον στρατηγικό σχεδιασμό των πακιστανικών ενόπλων δυνάμεων.
Στο περιφερειακό περιβάλλον προστίθενται οι νέες αμυντικές διευθετήσεις και οι προσπάθειες του Πακιστάν να διατηρήσει ή να ενισχύσει τις στρατηγικές του συνεργασίες.
Η συνύπαρξη εσωτερικών απειλών, πολιτικής αβεβαιότητας και εξωτερικών δεσμεύσεων δημιουργεί αυξημένες απαιτήσεις για τον στρατιωτικό μηχανισμό και τις υπηρεσίες ασφαλείας.
Οι αριθμοί δεν λένε ολόκληρη την ιστορία
Η εβδομαδιαία έκθεση του PICSS θέτει ένα ουσιαστικό ερώτημα: αποτελεί η μείωση των τρομοκρατικών επιθέσεων ένδειξη βελτίωσης της ασφάλειας ή πρόκειται για προσωρινή υποχώρηση της βίας, ενώ οι οργανώσεις αναπροσαρμόζουν τις τακτικές και τις δομές τους;
Η απάντηση δεν μπορεί να προκύψει αποκλειστικά από την καταμέτρηση των επιθέσεων.
Η χρήση νέων επιχειρησιακών μέσων, οι εσωτερικές διαμάχες, η συγκρότηση νέων ένοπλων σχηματισμών και η αυξημένη προπαγανδιστική δραστηριότητα συνθέτουν μια εικόνα που απαιτεί διαρκή παρακολούθηση.
Άλλωστε, τα στοιχεία του PICSS για ολόκληρο τον Σεπτέμβριο είχαν καταγράψει 225 επιθέσεις, τον υψηλότερο μηνιαίο αριθμό εδώ και δώδεκα χρόνια, γεγονός που αναδεικνύει τη σοβαρότητα της κατάστασης παρά την πρόσφατη εβδομαδιαία υποχώρηση.
Το Πακιστάν βρίσκεται αντιμέτωπο με μια πολυεπίπεδη κρίση ασφαλείας, στην οποία αλληλεπιδρούν τζιχαντιστικές οργανώσεις, αυτονομιστικά κινήματα, πολιτικές αντιπαραθέσεις και περιφερειακοί ανταγωνισμοί.
Η μείωση της συχνότητας των επιθέσεων αποτελεί θετική ένδειξη σε επίπεδο εβδομαδιαίων στατιστικών. Δεν αρκεί, όμως, από μόνη της για να αποδείξει ότι οι απειλές περιορίζονται σε βάθος χρόνου.
Το κρίσιμο ζήτημα για το Ισλαμαμπάντ δεν είναι μόνο πόσες επιθέσεις καταγράφονται, αλλά κατά πόσον το κράτος μπορεί να αντιμετωπίσει τις οργανώσεις που εξακολουθούν να διαθέτουν δυνατότητα στρατολόγησης, προσαρμογής και πραγματοποίησης νέων επιχειρήσεων.
-
Αναλύσεις4 εβδομάδες πρινΤο τελεσίγραφο Καλίν την ώρα που η Τουρκία προετοιμάζεται για πόλεμο!
-
Άμυνα3 μήνες πρινΡωσσικό ΜΜΕ: Ελληνικό «μπλόκο» στην απαίτηση για Patriot – Πώς γνωρίζει το Κίεβο απόρρητα στοιχεία για τους πυραύλους μας;
-
ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΜΕ ΣΗΜΑΣΙΑ3 μήνες πρινΠακιστανός με καναδική υπηκοότητα ο υπαίτιος της πυρκαγιάς στον Έβρο! Πιθανόν να μετέφερε μετανάστες
-
GEOPOLITICO1 μήνα πρινΤο διέρρευσε ο Παπαχελάς! Έφεραν τον Καλίν στο Μαξίμου – Τί συζήτησε με τον Μητσοτάκη;
-
Αναλύσεις2 μήνες πρινΚαραγκιούλ: «Αν Ελλάδα, Κύπρος και Ισραήλ επιτεθούν στην Τουρκία, ο χάρτης του Αιγαίου θα αλλάξει»
-
ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΜΕ ΣΗΜΑΣΙΑ2 μήνες πρινΞέσπασμα της μητέρας της Μυρτούς για την υπόθεση Τζαβέντ Ασλάμ: «Δεν ξεχνώ ποτέ» – «Δήμαρχος των Πακιστανών ο Δούκας»
-
GEOPOLITICO4 εβδομάδες πρινΤί λέει Τούρκος δημοσιογράφος για Σάββα Καλεντερίδη; «Έκανε πολύ καλά τη δουλειά του για τη χώρα του – Δεν μπορούσε να τον στριμώξει η ΜİΤ»
-
Αναλύσεις3 μήνες πρινΕάν η Τουρκία απορρίψει τη συμφωνία αποχώρησης από την Κύπρο θα απομακρυνθεί δια της βίας
