Διεθνή
Bloomberg Opinion: Ο ενεργειακός πόλεμος της Δύσης με τη Ρωσία απαιτεί θυσίες
Η Ρωσία και οι δυτικές χώρες έχουν ήδη εισέλθει σε έναν ενεργειακό πόλεμο
Του Liam Denning
Παρόλο που η Ρωσία και οι δυτικές χώρες αποφεύγουν έναν πόλεμο με πραγματικά πυρά για την Ουκρανία, έχουν ήδη εισέλθει σε έναν ενεργειακό πόλεμο. Οι αρχικές αψιμαχίες έχουν τη μορφή επιλεκτικών διακοπών ενεργειακών ροών και επιβολής κυρώσεων στη ρωσική προσφορά. Ωστόσο, υπάρχει ένα διακριτό χάσμα μεταξύ της ρητορικής του πολέμου και της realpolitik της ενεργειακής διπλωματίας – ένα χάσμα που η Ρωσία θα εκμεταλλευτεί και που η Δύση πρέπει να βρει έναν τρόπο να κλείσει.
Σε ένα πρόσφατο άρθρο-ανάλυσή του στους New York Times, ο πρόεδρος των ΗΠΑ Τζο Μπάιντεν έγραφε ότι το να είμαστε στο πλάι της Ουκρανίας και να κάνουμε τη Ρωσία να πληρώσει “βαρύ τίμημα” είναι ζωτικό εθνικό συμφέρον των Αμερικανών, εν μέρει επειδή εάν δεν το κάνουμε:
“… θα θέσoυμε σε κίνδυνο την επιβίωση των υπόλοιπων ειρηνικών δημοκρατιών. Και θα μπορούσε κάτι τέτοιο να σηματοδοτήσει το τέλος μιας διεθνούς τάξης πραγμάτων βασισμένης σε κανόνες και να ανοίξει την πόρτα στην επιθετικότητα αλλού, με καταστροφικές συνέπειες σε όλο τον κόσμο”.
Ο καγκελάριος της Γερμανίας Όλαφ Σολτς, σε ομιλία του τον περασμένο μήνα για τον εορτασμό του τέλους του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, συνέδεσε ρητά τον σημερινό πόλεμο με εκείνη την σύγκρουση, λέγοντας ότι “δεν πρέπει να υπάρξει μια ειρήνη του νικητή υπαγορευμένη από τη Ρωσία”. Ο πρωθυπουργός της Πολωνίας Mateusz Morawiecki προειδοποιεί ότι οι Ευρωπαίοι ηγέτες “έχουν ξεχάσει το μάθημα που έδωσε η συμφωνία του Μονάχου του 1938”. Με λίγα λόγια, πρόκειται για υπαρξιακό ζήτημα για τη Δύση.
Ανάγκη ο ενεργειακός “στραγγαλισμός” της Ρωσίας
Οι ΗΠΑ και η Ευρώπη έχουν παράσχει ζωτικής σημασίας στρατιωτική και ανθρωπιστική βοήθεια στην Ουκρανία. Χωρίς όμως μια άμεση δυτική στρατιωτική επέμβαση, μια ήττα της Ρωσίας σημαίνει στραγγαλισμό των πόρων της. Κι αυτό σημαίνει να αντιμετωπίσουμε την εξάρτηση του κόσμου από τους ενεργειακούς πόρους της Ρωσίας, ειδικά το πετρέλαιο και το φυσικό αέριό της. Ως έχει η κατάσταση, παρά τις μέχρι σήμερα κυρώσεις, οι υψηλότερες τιμές των βασικών εμπορευμάτων σημαίνουν ότι η πολεμική μηχανή της Ρωσίας κερδίζει περισσότερα χρήματα σε σχέση με πέρυσι.
Ο Μπάιντεν ξεκινούσε την ανάλυσή του λέγοντας ότι “η εισβολή για την οποία ο Βλάντιμιρ Πούτιν πίστευε ότι θα διαρκούσε λίγες ημέρες έχει τώρα εισέλθει στον τέταρτο μήνα της”. Θα μπορούσε να είχε αντικαταστήσει τις λέξεις “Βλαντιμίρ Πούτιν” με ένα “όλοι” και να ήταν εξίσου ακριβής. Η Ουκρανία αναμενόταν να καταρρεύσει και μάλιστα γρήγορα. Προφανώς, οι ΗΠΑ και η Ευρώπη θα είχαν απαντήσει με σκληρά λόγια, περισσότερες κυρώσεις και ενίσχυση της άμυνας της ανατολικής πτέρυγας του ΝΑΤΟ. Αμφιβάλλω, ωστόσο, ότι θα είχαν επιβάλει κυρώσεις στη ρωσική ενέργεια με ουσιαστικό τρόπο, λόγω των επιφυλάξεων στις οποίες αναφέρθηκε ο Σολτς:
“Δεν θα κάνουμε τίποτα που θα μπορούσε να προκαλέσει μεγαλύτερη ζημιά σε εμάς και στους εταίρους μας απ’ ό,τι στη Ρωσία”.
Αυτό, τουλάχιστον βραχυπρόθεσμα, είναι λίγο πολύ αυτό που θα έκαναν οι σαρωτικές κυρώσεις ενάντια στους ρωσικούς ενεργειακούς πόρους. Ωστόσο, η ανθεκτικότητα της Ουκρανίας και η ρωσική βαρβαρότητα έχουν καταστήσει αναπόφευκτες τις ενεργειακές κυρώσεις. Οι πιο σημαντικές συμφωνήθηκαν από την ΕΕ νωρίτερα αυτό τον μήνα, μετά από πολλές διαφωνίες.
Το φυσικό αέριο έμεινε εκτός – η Ρωσία αντιπροσωπεύει περίπου το ένα τρίτο της προμήθειας της Ευρώπης – και οι κυρώσεις όσον αφορά το πετρέλαιο είναι προσεκτικά “ζυγισμένες”: οι εισαγωγές αργού πετρελαίου με πλοία θα έχουν απαγορευθεί πλήρως σε έξι μήνες από τώρα και εκείνες των προϊόντων διύλισης σε οκτώ μήνες. Ωστόσο το αργό πετρέλαιο το οποίο παραδίδεται μέσω αγωγών – περίπου το ένα πέμπτο των ρωσικών εξαγωγών πετρελαίου στην Ευρώπη – εξαιρείται. Λίγες χώρες, όπως η Βουλγαρία και η Κροατία, λαμβάνουν εξαίρεση για ορισμένα προϊόντα. Οι δυνητικά εκτεταμένες απαγορεύσεις για την παροχή ασφάλισης σε πλοία τα οποία μεταφέρουν ρωσικά βαρέλια δεν ισχύουν πριν από τον Δεκέμβριο του 2022.
Καθώς τα ενεργειακά διαζύγια προχωρούν, πρόκειται περισσότερο για προσπάθεια συνειδητής αποσύνδεσης. Ωστόσο, δεν είναι προς το συμφέρον του Πούτιν να παίξει τον ρόλο του εταίρου με κατανόηση. Υποθέτοντας ότι επιφυλάσσει μια μακρά εκστρατεία φθοράς, ο πρόεδρος της Ρωσίας χρειάζεται η Ευρώπη και οι ΗΠΑ να κουραστούν γρήγορα από αυτόν τον πόλεμο και τις κακουχίες του. Οι υψηλότερες τιμές ενέργειας αποτελούν ήδη πολιτικό βαρίδι για τους ηγέτες των χωρών και στις δύο πλευρές του Ατλαντικού.
Η μονομερής διακοπή του ενεργειακού εφοδιασμού από πλευράς Μόσχας θα ήταν τρέλα, εάν ανησυχεί κανείς πραγματικά για τη μακροπρόθεσμη υγεία της ενεργειακής βιομηχανίας και της οικονομίας της Ρωσίας. Ωστόσο ο Πούτιν παίρνει τώρα στοιχεία της εξωτερικής πολιτικής από τον Μεγάλο Πέτρο – τον πρώτο Ρώσο αυτοκράτορα, αν αυτό σας λέει κάτι – επομένως η οικονομία δεν είναι το κύριο μέλημά του.
Αντίθετα, διχάζει τη Δύση τόσο στο εσωτερικό της όσο και απέναντι στην Ουκρανία με κάθε δυνατό μέσο. Καθώς ο πόλεμος αργεί και ο επόμενος χειμώνας πλησιάζει, ο πειρασμός και η ικανότητα του Πούτιν να ανατρέπει την σχεδιασμένη πορεία κινήσεων της ΕΕ θα ενισχύονται. Η όχι και τόσο μυστηριώδης περικοπή των αποθεμάτων φυσικού αερίου που ελέγχονται από τη Ρωσία στην Ευρώπη του περασμένου έτους και οι επακόλουθες αυξήσεις τιμών παρέχουν ένα πρότυπο προς επέκταση. Πέρα από την ενέργεια, η Ρωσία κραδαίνει επίσης πραγματικές απειλές για άλλες ζωτικής σημασίας εφοδιαστικές αλυσίδες, από τα σιτηρά έως τα βιομηχανικά αέρια.
Εάν αυτός ο αγώνας είναι πραγματικά τόσο υπαρξιακός όσο αναφέρεται σε άρθρα και σε ομιλίες – και πιστεύω ότι είναι – τότε η προσέγγισή μας στην ενεργειακή διάσταση των ζητημάτων πρέπει να είναι ανάλογη. “Υπάρχει ένα τίμημα που πρέπει να πληρωθεί για την τήρηση αυτών των θεμελιωδών αρχών”, όπως το θέτει η Helima Croft, επικεφαλής της παγκόσμιας στρατηγικής εμπορευμάτων της RBC Capital Markets.
Μέτρα πολεμικής οικονομίας
Οι ΗΠΑ και η Ευρώπη εμπλέκονται ανοικτά σε αυτόν τον πόλεμο και έχουν εκτεταμένους πολεμικούς στόχους, ακόμη κι αν δεν πατούν τη σκανδάλη. Και ενώ οι μάχες είναι συγκεντρωμένες σε έναν περιορισμένο τόπο, οι εξαγωγές εμπορευμάτων της Ρωσίας καθιστούν το πρόβλημα τόσο παγκόσμιο που, εάν η Δύση εννοεί σοβαρά όσα λέει, θα μπορούσε να απαιτεί το είδος των μέτρων που σχετίζεται με την πολεμική οικονομία.
Κάτι τέτοιο συνεπάγεται ισχυρή κρατική παρέμβαση. Έχουμε ήδη δει σημάδια ότι ο Μπάιντεν κινείται με αυτόν τον τρόπο, με τη διπλωματική του ώθηση να κατευθύνει περισσότερο υγροποιημένο φυσικό αέριο προς την Ευρώπη και τη σχεδόν βέβαιη υποχώρησή του από την κριτική προς το Ριάντ προκειμένου να φέρει περισσότερα βαρέλια αργού του OPEC στην αγορά. Η χρήση του νόμου για την αμυντική παραγωγή προκειμένου να ενθαρρύνει την εγχώρια παραγωγή κρίσιμων ορυκτών και να ξεκολλήσει τις εισαγωγές ηλιακών πάνελ στις ΗΠΑ, αν και δεν συνδέονται άμεσα με την κρίση στην Ουκρανία, υποδηλώνουν επίσης την προθυμία του να παρέμβει πιο δυναμικά.
Όλα αυτά θα πρέπει να περιλαμβάνουν κάτι περισσότερο από απλές προσπάθειες για την επιτάχυνση της ενεργειακής μετάβασης, η οποία είναι ένα από τα ασφαλέστερα μακροπρόθεσμα στρατηγικά ενεργειακά όπλα κατά της Ρωσίας που διαθέτουν οι ΗΠΑ. Πρέπει επίσης να περιλαμβάνει την ενθάρρυνση μεγαλύτερης παραγωγής πετρελαίου, φυσικού αερίου και άλλων καυσίμων στο εσωτερικό ή σε φιλικές χώρες, ώστε να εκτοπιστεί όσο το δυνατόν περισσότερη ρωσική παραγωγή.
Η εξισορρόπηση αυτής της βραχυπρόθεσμης ανάγκης με τους στόχους απαλλαγής από τις εκπομπές άνθρακα είναι δύσκολη, επειδή απαιτεί από τις εταιρείες να επενδύσουν σήμερα σε περιουσιακά στοιχεία που μπορεί να μην χρησιμοποιηθούν πλήρως στο μέλλον. Οι κεφαλαιαγορές δεν θα το δεχτούν αυτό χωρίς το κράτος να αναλάβει μέρος του κινδύνου. Μια τέτοια παρέμβαση θα απογοήτευε τους περιβαλλοντιστές, ωστόσο θα μπορούσε να δομηθεί έτσι ώστε να ενθαρρύνει πηγές ενέργειας μικρότερου κύκλου όπως ο σχιστόλιθος ή να συνοδεύεται από προϋποθέσεις για επαναχρησιμοποίηση των υποδομών που θα δημιουργηθούν για σκοπούς συμβατούς με την ενεργειακή μετάβαση σε μια πορεία χρόνου.
Θυσίες και συμβιβασμοί
Τίποτα από αυτά δεν μπορεί να συμβεί, ωστόσο, αν δεν αναγνωριστεί ανοιχτά ότι η έκτακτη ανάγκη στις αγορές ενέργειας απαιτεί θυσίες και συμβιβασμούς.
Οι προοδευτικοί θα κληθούν να “καταπιούν” μέτρα για την υποστήριξη των γεωτρήσεων. Οι συντηρητικοί θα κληθούν να αποδεχθούν όρους οι οποίοι σχετίζονται με το κλίμα. Και η θυσία μπορεί επίσης να επεκταθεί στην πλευρά της ζήτησης. Οι υψηλότερες τιμές ασκούν ήδη πίεση, ωστόσο οι ενισχυμένες κυρώσεις και οι πραγματικές περικοπές της ρωσικής προσφοράς μπορεί τελικά να απαιτήσουν περιορισμό της ζήτησης ή νέες ντιρεκτίβες για τον περιορισμό της, τουλάχιστον όσον αφορά την Ευρώπη.
Αυτό είναι φυσικά το τελευταίο πράγμα που θέλει να ακούει οποιοσδήποτε πρόεδρος των ΗΠΑ ο οποίος θέλει να αποκρούει τις συγκρίσεις με τον Τζίμι Κάρτερ. Ωστόσο, όταν έχετε καταστήσει την αντιπαράθεση μεταξύ δημοκρατιών και απολυταρχιών καθοριστική αρχή της προεδρίας σας και τώρα έχετε εμπλακεί σε μια πραγματική σύγκρουση για να υπερασπιστείτε μια δημοκρατία από μια μεγάλη απολυταρχία, τέτοια ενδεχόμενα πρέπει να λαμβάνονται υπ’ όψη.
Ο Jason Bordoff, ιδρυτικό μέλος του Δ.Σ. του Columbia Center on Global Energy Policy, έγραψε πρόσφατα ένα εξαίσιο άρθρο στο Foreign Affairs σχετικά με το “πώς οι κυβερνήσεις θα μεταμορφώσουν τις αγορές ενέργειας”, καθώς επιδιώκουν να εξισορροπήσουν τους κλιματικούς στόχους με την ασφάλεια. Όταν τον ρώτησα για την απόσταση μεταξύ της σκληρής γλώσσας του πολέμου και της πιο προσεκτικής εφαρμογής της ενεργειακής πολιτικής, σημείωσε μια παρόμοια δυναμική όσον αφορά την κλιματική αλλαγή: “Αν πιστεύαμε πραγματικά ότι ήταν υπαρξιακή, θα σκεφτόμασταν διαφορετικά για το τι θα ήμασταν έτοιμοι να θυσιάσουμε για χάρη της αντιμετώπισής της”.
Όπως και με την αντιμετώπιση της κλιματικής αλλαγής, παρόλο που η πλειονότητα των πολιτών στη Δύση υποστηρίζει την Ουκρανία, παραμένει ασαφές πόσο προσωπικό κόστος, συμπεριλαμβανομένων των αλλαγών στη συμπεριφορά, είναι διατεθειμένοι να δεχθούν για να την στηρίξουν. Ο Πούτιν στοιχηματίζει ότι η υποστήριξή τους θα αποδειχθεί εφήμερη. Εξίσου ασαφές, ωστόσο, είναι εάν αυτή η υπόθεσή του θα τον δελεάσει σε ένα είδος δραματικής κλιμάκωσης που θα σκληρύνει την αποφασιστικότητά τους.
BloombergOpinion, capital.gr
Διεθνή
Προειδοποίηση της Ελβετίας: Το υψηλό ευρωπαϊκό χρέος θα μπορούσε να πυροδοτήσει μια κρίση του ευρώ
Τα αυξανόμενα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη και πέραν αυτής εγκυμονούν κινδύνους για την οικονομική σταθερότητα και θα μπορούσαν να πυροδοτήσουν μια κρίση του ευρώ, δήλωσε την Παρασκευή η Ελβετίδα υπουργός Οικονομικών, Κάριν Κέλερ-Σούτερ.
Τα αυξανόμενα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη και πέραν αυτής εγκυμονούν κινδύνους για την οικονομική σταθερότητα και θα μπορούσαν να πυροδοτήσουν μια κρίση του ευρώ, δήλωσε την Παρασκευή η Ελβετίδα υπουργός Οικονομικών, Κάριν Κέλερ-Σούτερ.
Μιλώντας στον ελβετικό δημόσιο ραδιοτηλεοπτικό φορέα SRF, στην Μπανγκόκ —στο περιθώριο των ετήσιων συναντήσεων του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου και της Παγκόσμιας Τράπεζας—, η Κέλερ-Σούτερ ανέφερε ότι και οι τιμές της ενέργειας εντείνουν τις ανησυχίες μεταξύ των υπευθύνων χάραξης πολιτικής.
Η Ελβετία διαθέτει ένα από τα χαμηλότερα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη, ωστόσο η Κέλερ-Σούτερ τόνισε ότι, στο τρέχον περιβάλλον, είναι σημαντικό να εξετάζεται η ευρύτερη εικόνα.
«Είμαστε τόσο στενά διασυνδεδεμένοι σε διεθνές επίπεδο, ώστε καθιστάμεθα επίσης ευάλωτοι, για παράδειγμα, στην περίπτωση που προκύψει κρίση χρέους εξαιτίας του δημόσιου χρέους μεγάλων χωρών. Σκέφτομαι συγκεκριμένα τις Ηνωμένες Πολιτείες, αλλά και την Ευρώπη. Υπάρχει η περίπτωση της Γαλλίας — κάτι που θα μπορούσε να οδηγήσει σε κρίση του ευρώ», δήλωσε η Κέλερ-Σούτερ στο δίκτυο SRF.
Το δημόσιο χρέος της Γαλλίας, τα δημοσιονομικά ελλείμματα και η υποτονική οικονομική ανάπτυξη έχουν εντείνει τις ανησυχίες για την κατάσταση των δημόσιων οικονομικών της, καθώς ο πολιτικός κατακερματισμός έχει καταστήσει πιο περίπλοκες τις προσπάθειες δημοσιονομικής εξυγίανσης.
Αναλύσεις
Η Κίνα βρίσκει δρόμο που παρακάμπτει το Πακιστάν – Ο διάδρομος Ουαχάν αλλάζει τις γεωπολιτικές ισορροπίες
Μία νέα οδική αρτηρία μήκους 121 χιλιομέτρων στο βορειοανατολικό Αφγανιστάν δημιουργεί τις προϋποθέσεις για απευθείας χερσαία σύνδεση με την Κίνα, χωρίς διέλευση από το Πακιστάν. Η ολοκλήρωση του δρόμου στον ιστορικό διάδρομο Ουαχάν αποκτά ιδιαίτερη γεωπολιτική σημασία, καθώς το Πεκίνο αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα ασφαλείας με τις επενδύσεις του στο Πακιστάν, ενώ η Καμπούλ επιδιώκει να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ.
Μία σημαντική εξέλιξη στις χερσαίες μεταφορές και στις γεωπολιτικές ισορροπίες της Κεντρικής Ασίας καταγράφεται στο Αφγανιστάν, με την ολοκλήρωση νέου δρόμου στον στρατηγικής σημασίας διάδρομο Ουαχάν.
Σύμφωνα με ανάλυση του Imran Khurshid που δημοσιεύθηκε στις 9 Οκτωβρίου 2026 στο Asia Times, οι αφγανικές αρχές εγκαινίασαν οδική διαδρομή 121 χιλιομέτρων, η οποία εκτείνεται από την περιοχή Μπρογκίλ έως τα σύνορα με την Κίνα, στην επαρχία Μπανταχσάν.
Το έργο κόστισε περίπου 365 εκατομμύρια αφγάνι, ποσό που αντιστοιχεί σε περίπου 5,5 εκατομμύρια δολάρια.
Κατά τις αφγανικές ανακοινώσεις, κατασκευάστηκε από ντόπιους μηχανικούς και εργαζομένους, χωρίς τη συμμετοχή ξένων τεχνικών συμβούλων.
Η νέα διαδρομή φθάνει στα σινοαφγανικά σύνορα. Αυτό, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι λειτουργεί ήδη πλήρης διεθνής εμπορευματικός διάδρομος, καθώς εξακολουθούν να υπάρχουν σημαντικοί τεχνικοί και συνοριακοί περιορισμοί.
Γιατί ο διάδρομος Ουαχάν έχει στρατηγική σημασία
Ο διάδρομος Ουαχάν αποτελεί μια στενή λωρίδα αφγανικού εδάφους ανάμεσα στο Τατζικιστάν, το Πακιστάν και την Κίνα.
Η γεωγραφική του διαμόρφωση συνδέεται με τον ανταγωνισμό της Βρετανικής και της Ρωσικής Αυτοκρατορίας κατά τον 19ο αιώνα.
Η περιοχή διατηρήθηκε ως ζώνη διαχωρισμού των δύο αυτοκρατορικών σφαιρών επιρροής, αποτελώντας ένα από τα χαρακτηριστικότερα γεωγραφικά κατάλοιπα του λεγόμενου «Μεγάλου Παιχνιδιού».
Σήμερα, η ίδια περιοχή αποκτά νέα σημασία, αυτή τη φορά λόγω της προσπάθειας σύνδεσης της Κίνας με το Αφγανιστάν και ευρύτερα με την Κεντρική Ασία.
Ο δρόμος ανοίγει τη δυνατότητα δημιουργίας μιας εναλλακτικής οδού μεταφορών, περιορίζοντας δυνητικά την ανάγκη διέλευσης από το πακιστανικό έδαφος.
Το πρόβλημα της Κίνας με τον οικονομικό διάδρομο CPEC
Το ενδιαφέρον της εξέλιξης εντοπίζεται κυρίως στην προσπάθεια του Πεκίνου να περιορίσει την εξάρτησή του από ευάλωτες υποδομές.
Ο Οικονομικός Διάδρομος Κίνας–Πακιστάν, γνωστός ως CPEC, αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα προγράμματα της κινεζικής πρωτοβουλίας Belt and Road.
Μέσω του συγκεκριμένου σχεδίου, η Κίνα επιχειρεί να ενισχύσει τις εμπορικές και ενεργειακές συνδέσεις της με τη Νότια Ασία και την Αραβική Θάλασσα.
Ωστόσο, η υλοποίηση των έργων έχει αντιμετωπίσει σοβαρές δυσκολίες.
Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, οργανώσεις αυτονομιστών έχουν πραγματοποιήσει επανειλημμένες επιθέσεις εναντίον κινεζικών συμφερόντων, εγκαταστάσεων και εργαζομένων.
Οι επιθέσεις αυτές έχουν επιβαρύνει την ασφάλεια των υποδομών και έχουν αυξήσει το κόστος προστασίας των κινεζικών επενδύσεων.
Παράλληλα, έχουν διατυπωθεί καταγγελίες για καθυστερήσεις, κακοδιαχείριση και προβλήματα διαφάνειας σε επιμέρους προγράμματα του CPEC.
Η εδαφική διαμάχη με την Ινδία
Μια επιπλέον γεωπολιτική δυσκολία συνδέεται με τη διέλευση του CPEC από το Γκιλγκίτ–Μπαλτιστάν.
Η περιοχή διοικείται από το Πακιστάν, αλλά διεκδικείται από την Ινδία, στο πλαίσιο της ευρύτερης διαμάχης για το Κασμίρ.
Το Νέο Δελχί έχει αντιταχθεί επανειλημμένα σε έργα που διέρχονται από εδάφη τα οποία θεωρεί τμήμα της δικής του επικράτειας.
Αυτό σημαίνει ότι ο οικονομικός διάδρομος Κίνας–Πακιστάν δεν αποτελεί μόνο αναπτυξιακό πρόγραμμα, αλλά συνδέεται με μία από τις πιο ευαίσθητες εδαφικές αντιπαραθέσεις της Ασίας.
Η δημιουργία εναλλακτικών διαδρομών μέσω του Αφγανιστάν θα μπορούσε μακροπρόθεσμα να προσφέρει στο Πεκίνο μεγαλύτερη ευελιξία.
Δεν υπάρχει, πάντως, ένδειξη ότι ο δρόμος του Ουαχάν μπορεί σήμερα να αντικαταστήσει τις μεγάλες μεταφορικές υποδομές του CPEC.
Η Καμπούλ επιχειρεί να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ
Για την κυβέρνηση των Ταλιμπάν, το έργο έχει και μία σαφή πολιτική διάσταση.
Το Αφγανιστάν εξαρτάται σε σημαντικό βαθμό από συνοριακές διαβάσεις και μεταφορικούς άξονες που περνούν από το Πακιστάν.
Οι επανειλημμένες εντάσεις ανάμεσα στις δύο χώρες έχουν προκαλέσει κλείσιμο συνοριακών περασμάτων, διακοπές εμπορικών ροών και επιβάρυνση της αφγανικής οικονομίας.
Μια εναλλακτική χερσαία διέξοδος προς την Κίνα θα μπορούσε, εφόσον αναπτυχθεί και καταστεί λειτουργική, να μειώσει τη δυνατότητα του Πακιστάν να χρησιμοποιεί τη γεωγραφική του θέση ως μέσο πίεσης προς την Καμπούλ.
Η αφγανική πλευρά αντιμετωπίζει το έργο ως σημαντική υποδομή οικονομικής και στρατηγικής αυτονομίας.
Η στάση της Κίνας και της Ρωσίας
Παρά την προοπτική άμεσης σύνδεσης, το Πεκίνο δεν έχει εγκαταλείψει τον οικονομικό διάδρομο CPEC ούτε έχει ανακοινώσει ότι ο Ουαχάν θα τον αντικαταστήσει.
Η Κίνα εξακολουθεί να διατηρεί σημαντικά οικονομικά και στρατηγικά συμφέροντα στο Πακιστάν.
Αντίστοιχα, η Ρωσία ενδιαφέρεται για τη σταθερότητα του Αφγανιστάν και για την ανάπτυξη νέων δικτύων επικοινωνίας στην Κεντρική Ασία.
Η δημιουργία περισσότερων επιλογών διασύνδεσης ενδέχεται να περιορίσει την αποκλειστική σημασία ορισμένων παραδοσιακών μεταφορικών διαδρομών.
Η πραγματική αξία του Ουαχάν θα εξαρτηθεί από τη βελτίωση των οδικών υποδομών, τη λειτουργία συνοριακών και τελωνειακών εγκαταστάσεων, τις καιρικές συνθήκες και τις πολιτικές αποφάσεις της Κίνας.
Το μήνυμα προς το Πακιστάν
Η νέα διαδρομή αναδεικνύει μια σημαντική γεωπολιτική πραγματικότητα: η γεωγραφική θέση ενός κράτους προσφέρει στρατηγικά πλεονεκτήματα, αλλά η αξιοποίησή τους εξαρτάται από την ασφάλεια και την αξιοπιστία των μεταφορικών του δικτύων.
Το Πακιστάν εξακολουθεί να αποτελεί κρίσιμο εταίρο της Κίνας, ιδιαίτερα στο πλαίσιο του CPEC.
Ταυτόχρονα, όμως, η αστάθεια, οι επιθέσεις σε κινεζικά συμφέροντα και οι αντιπαραθέσεις με το Αφγανιστάν δημιουργούν κίνητρα αναζήτησης εναλλακτικών επιλογών.
Ο διάδρομος Ουαχάν δεν έχει ακόμη μετατραπεί σε μεγάλο εμπορικό πέρασμα. Η κατασκευή του δρόμου, ωστόσο, καταδεικνύει ότι το Αφγανιστάν επιχειρεί να αποκτήσει πρόσθετες διεθνείς συνδέσεις και ότι η αποκλειστική εξάρτηση από το Πακιστάν δεν αποτελεί πλέον τη μοναδική γεωγραφική επιλογή.
Για το Ισλαμαμπάντ, η εξέλιξη αποτελεί μια νέα στρατηγική παράμετρο που θα πρέπει να συνυπολογίσει στις σχέσεις του με το Πεκίνο και την Καμπούλ.
Διεθνή
Γερμανία: Το ρωσικό φυσικό αέριο επιστρέφει έμμεσα μέσω των λιπασμάτων, παρά τους ευρωπαϊκούς δασμούς
Οι εισαγωγές ρωσικών αζωτούχων λιπασμάτων μειώθηκαν κατά 66% το 2025-2026, αλλά παραμένουν 53% υψηλότερες από τα επίπεδα πριν από τον πόλεμο στην Ουκρανία.
Το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία διατηρεί ανταγωνιστικά τα ρωσικά προϊόντα, σύμφωνα με στοιχεία που δημοσίευσε η Berliner Zeitung. Η Γερμανία εξακολουθεί να συνδέεται εμπορικά με το ρωσικό φυσικό αέριο, παρά τις ευρωπαϊκές προσπάθειες περιορισμού της ενεργειακής εξάρτησης από τη Μόσχα.
Αυτή τη φορά, η σύνδεση δεν αφορά αποκλειστικά την άμεση προμήθεια φυσικού αερίου, αλλά τις εισαγωγές λιπασμάτων που παράγονται με τη χρήση ρωσικού αερίου ως πρώτης ύλης και πηγής ενέργειας. Σύμφωνα με δημοσίευμα της γερμανικής εφημερίδας, που βασίζεται σε στοιχεία του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου και του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι εισαγωγές αζώτου μέσω ρωσικών λιπασμάτων μειώθηκαν σημαντικά κατά το 2025-2026. Ωστόσο, εξακολουθούν να βρίσκονται πάνω από τα επίπεδα που καταγράφονταν πριν από τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία.
Τα στοιχεία των εισαγωγών και η σύγκριση με την προπολεμική περίοδο
Το 2025-2026, η Γερμανία εισήγαγε 48.800 τόνους αζώτου μέσω λιπασμάτων ρωσικής προέλευσης. Η ποσότητα αυτή είναι μειωμένη κατά περίπου 66% σε σύγκριση με το προηγούμενο έτος, αλλά παραμένει κατά 53% υψηλότερη από τους 31.800 τόνους που είχαν καταγραφεί το 2020-2021, πριν από τον πόλεμο.
Η εξέλιξη των εισαγωγών δείχνει πόσο έντονη ήταν η αύξηση μετά το 2022. Το 2021-2022 οι εισαγωγές έφτασαν τους 56.800 τόνους αζώτου, ενώ το 2022-2023 εκτοξεύθηκαν στους 185.100 τόνους. Στη συνέχεια καταγράφηκαν 140.200 τόνοι το 2023-2024 και 143.800 τόνοι το 2024-2025, προτού σημειωθεί η μεγάλη υποχώρηση της τελευταίας περιόδου. Τα στοιχεία αφορούν την ποσότητα του αζώτου που περιέχεται στα εισαγόμενα λιπάσματα και όχι το συνολικό βάρος των προϊόντων.
Τα λιπασματικά έτη υπολογίζονται από τον Ιούλιο έως τον Ιούνιο. Η ποσότητα αζώτου που εισήχθη στη Γερμανία μέσω ρωσικής ουρίας μειώθηκε από 71.600 τόνους σε 27.600 τόνους, καταγράφοντας πτώση άνω του 61%. Παρά τη μείωση, η ποσότητα εξακολουθεί να είναι σχεδόν τριπλάσια από τους 9.900 τόνους του 2020-2021. Η συγκεκριμένη εξέλιξη αναδεικνύει το βασικό πρόβλημα της ευρωπαϊκής πολιτικής περιορισμού των εμπορικών δεσμών με τη Ρωσία. Ακόμη και όταν περιορίζονται οι εισαγωγές συγκεκριμένων προϊόντων, οι οικονομικές σχέσεις μπορούν να διατηρούνται μέσω άλλων κατηγοριών αγαθών, ιδιαίτερα όταν αυτά έχουν χαμηλότερο κόστος παραγωγής.
Γιατί οι ρωσικές εισαγωγές παραμένουν ανταγωνιστικές
Καθοριστικός παράγοντας είναι το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία και στην υπόλοιπη Ευρώπη. Η παραγωγή αζωτούχων λιπασμάτων απαιτεί μεγάλες ποσότητες φυσικού αερίου, το οποίο χρησιμοποιείται τόσο ως πρώτη ύλη όσο και ως πηγή ενέργειας. Σύμφωνα με τον Σύνδεσμο Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι ευρωπαϊκοί δασμοί, που τέθηκαν σε ισχύ τον Ιούλιο του 2025, περιόρισαν σημαντικά τις εισαγωγές ρωσικών λιπασμάτων. Ωστόσο, δεν εξάλειψαν το ανταγωνιστικό πλεονέκτημα των ρωσικών προϊόντων. Ο σύνδεσμος επισημαίνει ότι οι υψηλές τιμές ενέργειας δυσκολεύουν τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις να αυξήσουν την εγχώρια παραγωγή και να καλύψουν μεγαλύτερο μέρος των αναγκών της αγοράς. Ως αποτέλεσμα, τα ρωσικά λιπάσματα εξακολουθούν να παραμένουν ελκυστικά, ακόμη και μετά την επιβολή πρόσθετων δασμών.
Παράλληλα, σύμφωνα με τον IVA, είναι πιθανό ορισμένες ποσότητες ρωσικών προϊόντων να φτάνουν στη γερμανική αγορά μέσω άλλων κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το μέγεθος αυτών των έμμεσων εισαγωγών, ωστόσο, δεν μπορεί να προσδιοριστεί με ακρίβεια από τα διαθέσιμα στοιχεία.
Δεν αποδίδονται οι αυξήσεις των τιμών αποκλειστικά στους δασμούς
Το ζήτημα έχει άμεση σημασία για τους Γερμανούς αγρότες, καθώς το κόστος των λιπασμάτων επηρεάζει την παραγωγή και, τελικά, την οικονομική βιωσιμότητα των καλλιεργειών. Ο IVA υποστηρίζει ότι η μείωση των ρωσικών εισαγωγών δεν έχει προκαλέσει μέχρι στιγμής σαφή αύξηση των τιμών εξαιτίας των δασμών. Σύμφωνα με τον σύνδεσμο, η εγχώρια παραγωγική δυναμικότητα και οι εισαγωγές από άλλες χώρες, μεταξύ των οποίων η Αίγυπτος, επαρκούν για την κάλυψη των αναγκών της αγοράς. Την ίδια στιγμή, ο σύνδεσμος αποδίδει τις υψηλές τιμές των λιπασμάτων το 2026 στις διεθνείς ενεργειακές αναταράξεις, στον πόλεμο με το Ιράν και στην κρίση γύρω από τα Στενά του Ορμούζ, παράγοντες που επηρεάζουν το κόστος μεταφοράς και τις παγκόσμιες τιμές ενέργειας και λιπασμάτων.
Οι εκτιμήσεις αυτές αποτελούν τις θέσεις του κλαδικού συνδέσμου και δεν συνιστούν από μόνες τους ανεξάρτητη αξιολόγηση όλων των παραγόντων που διαμορφώνουν τις τιμές.
Νέες πιέσεις για περιορισμό των ρωσικών εισαγωγών
Με αφορμή τα στοιχεία, ο IVA ζητά να εξεταστεί η επιβολή πρόσθετων δασμών στις εισαγωγές καλιούχων λιπασμάτων από τη Ρωσία και τη Λευκορωσία. Το κάλιο αποτελεί βασικό θρεπτικό στοιχείο για τις καλλιέργειες και αντιπροσωπεύει μια ακόμη κατηγορία προϊόντων στην οποία η ευρωπαϊκή αγορά διατηρεί εμπορικές σχέσεις με τις δύο χώρες.
Ο σύνδεσμος εκτιμά ότι η ευρωπαϊκή βιομηχανία μπορεί να καλύψει τις ανάγκες της γεωργίας χωρίς να εξαρτάται από τις συγκεκριμένες εισαγωγές και υποστηρίζει ότι πρόσθετοι δασμοί δεν θα πρέπει να οδηγήσουν αναγκαστικά σε αυξήσεις τιμών. Η συζήτηση, ωστόσο, αποτυπώνει το ευρύτερο δίλημμα της ευρωπαϊκής οικονομικής πολιτικής. Η μείωση της εξάρτησης από τη Ρωσία απαιτεί όχι μόνο εμπορικούς περιορισμούς, αλλά και ανταγωνιστική εγχώρια παραγωγή, προσιτό ενεργειακό κόστος και εναλλακτικές πηγές προμήθειας.
Τα δεδομένα της γερμανικής αγοράς δείχνουν ότι οι δασμοί μπορούν να περιορίσουν σημαντικά τις εισαγωγές, χωρίς όμως να εξαλείψουν αυτομάτως τις οικονομικές σχέσεις που στηρίζονται σε διαφορές κόστους παραγωγής. Για τη Γερμανία και την Ευρωπαϊκή Ένωση, η πρόκληση παραμένει η εξισορρόπηση τριών στόχων: της ενεργειακής και οικονομικής ασφάλειας, της στήριξης της εγχώριας βιομηχανίας και της διατήρησης προσιτού κόστους για τον αγροτικό τομέα.
Με πληροφορίες του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA) και του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου.
-
Αναλύσεις1 μήνα πρινΤο τελεσίγραφο Καλίν την ώρα που η Τουρκία προετοιμάζεται για πόλεμο!
-
Άμυνα3 μήνες πρινΡωσσικό ΜΜΕ: Ελληνικό «μπλόκο» στην απαίτηση για Patriot – Πώς γνωρίζει το Κίεβο απόρρητα στοιχεία για τους πυραύλους μας;
-
ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΜΕ ΣΗΜΑΣΙΑ3 μήνες πρινΠακιστανός με καναδική υπηκοότητα ο υπαίτιος της πυρκαγιάς στον Έβρο! Πιθανόν να μετέφερε μετανάστες
-
GEOPOLITICO1 μήνα πρινΤο διέρρευσε ο Παπαχελάς! Έφεραν τον Καλίν στο Μαξίμου – Τί συζήτησε με τον Μητσοτάκη;
-
Αναλύσεις2 μήνες πρινΚαραγκιούλ: «Αν Ελλάδα, Κύπρος και Ισραήλ επιτεθούν στην Τουρκία, ο χάρτης του Αιγαίου θα αλλάξει»
-
ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΜΕ ΣΗΜΑΣΙΑ2 μήνες πρινΞέσπασμα της μητέρας της Μυρτούς για την υπόθεση Τζαβέντ Ασλάμ: «Δεν ξεχνώ ποτέ» – «Δήμαρχος των Πακιστανών ο Δούκας»
-
GEOPOLITICO4 εβδομάδες πρινΤί λέει Τούρκος δημοσιογράφος για Σάββα Καλεντερίδη; «Έκανε πολύ καλά τη δουλειά του για τη χώρα του – Δεν μπορούσε να τον στριμώξει η ΜİΤ»
-
Αναλύσεις3 μήνες πρινΕάν η Τουρκία απορρίψει τη συμφωνία αποχώρησης από την Κύπρο θα απομακρυνθεί δια της βίας

