Διεθνή
Δένδιας: Θα συνεχίσουμε να απαντάμε στην τουρκική προκλητικότητα ψύχραιμα και με γνώμονα το Διεθνές Δίκαιο
Νέο μήνυμα στην Άγκυρα έστειλε ο Νίκος Δένδιας σε κοινές δηλώσεις με τον Ούγγρο ομόλογό του Πίτερ Σίγιαρτο
Θα συνεχίσουμε να απαντάμε στην τουρκική προκλητικότητα «ψύχραιμα και με αποκλειστικό γνώμονα τον σεβασμό στο Διεθνές Δίκαιο και στο Δίκαιο της Θάλασσας», υπογράμμισε ο υπουργός Εξωτερικών Νίκος Δένδιας, σε κοινές δηλώσεις με τον Ούγγρο ομόλογό του Πίτερ Σίγιαρτο, ο οποίος πραγματοποιεί επίσκεψη στην Αθήνα.
Ο κ. Δένδιας τόνισε ότι η Ελλάδα απαντά στο σύνολο των παράνομων και μονομερών τουρκικών αιτιάσεων, αλλά δεν παρασύρεται σε ρητορικές αντιπαραθέσεις.
«Στο επίπεδο της ρητορικής, είμαστε μάρτυρες μιας πρωτοφανούς προσπάθειας αμφισβήτησης της ελληνικής κυριαρχίας, μιας προσπάθειας σπίλωσης της εικόνας της Ελλάδας, αλλά και μιας προσπάθειας αμφισβήτησης, δυστυχώς, και στο πεδίο με υπερπτήσεις και παραβιάσεις του εναερίου χώρου και των ελληνικών χωρικών υδάτων», σημείωσε.
Δεν μπορούμε να επιτρέψουμε σε καμία χώρα να μας προσβάλει με ψευδείς θεωρίες με ψευδείς ειδήσεις, επισήμανε και προσέθεσε χαρακτηριστικά:
«Στο πλαίσιο αυτό περιμένουμε την αλληλεγγύη των εταίρων μας. Ζητάμε από τους εταίρους μας το αυτονόητο, αυτό που εμείς διακηρύξαμε αμέσως μετά την εισβολή της Ρωσίας στην Ουκρανία: τον σεβασμό στο απαραβίαστο των συνόρων, στην κυριαρχία όλων των κρατών, τον σεβασμό στις Διεθνείς Συνθήκες».
Αναφερόμενος στις γεωπολιτικές εξελίξεις, ο υπουργός Εξωτερικών ανέφερε πως η εισβολή στην Ουκρανία και ο συνεχιζόμενος πόλεμος, έχουν τελείως αλλάξει το τοπίο.
Στη συνάντηση με τον Ούγγρο ομόλογό του, συζητήθηκε το ζήτημα της ενεργειακής ασφάλειας στην Ευρώπη, καθώς τόσο η ελληνική όσο και η ουγγρική κοινωνία έχουν επηρεαστεί από την αύξηση των τιμών στην ενέργεια, όπως είπε ο κ. Δένδιας.
Υπενθύμισε πως η κυβέρνηση Μητσοτάκη έχει ήδη λάβει μια σειρά μέτρων προσπαθώντας να ανακουφίσει τους Έλληνες καταναλωτές.
Σημείωσε δε πως «η Ελλάδα καθίσταται πλέον ενεργειακός κόμβος, από τον οποίο μπορεί να μεταφέρεται φυσικό αέριο προς την υπόλοιπη περιοχή, τα Βαλκάνια, τη Νοτιο-Ανατολική Ευρώπη, την Κεντρική Ευρώπη», ενώ στόχος είναι να συνδεθεί το δίκτυο αυτό με την Κεντρική και Ανατολική Ευρώπη.
Ανέφερε πως τόσο οι σταθμοί υγροποιημένου φυσικού αερίου, ο υπάρχων στη Ρεβυθούσα, και ο υπό κατασκευή -έτοιμος να λειτουργήσει σε λίγες εβδομάδες- στην Αλεξανδρούπολη, θα συνεισφέρουν σημαντικά. Σ’ αυτή την κατεύθυνση θα συμβάλλουν επίσης και οι διασυνδετήριοι αγωγοί, όπως ο ΤΑΡ και ο IGB, o οποίος αναμένεται να ξεκινήσει τη λειτουργία του πάρα πολύ σύντομα.
Συζητήθηκε ακόμη η επισιτιστική κρίση που έχει δημιουργήσει η σύρραξη, ιδιαίτερα σε χώρες της αμέσου γειτονίας μας, όπως η Αίγυπτος.
Αναφέρθηκε ακόμη στην Ευρωπαϊκή προοπτική των Δυτικών Βαλκανίων, όπου, όπως τόνισε, οι θέσεις Ελλάδας και Ουγγαρίας συγκλίνουν ιδιαίτερα.
«Είμαστε πεπεισμένοι ότι πρέπει να δοθεί ένα σαφές μήνυμα στήριξης στην περιοχή, ιδιαίτερα στην παρούσα συγκυρία, όπου το ενδιαφέρον έχει στραφεί σε άλλες χώρες που επιθυμούν να καταστούν επίσημα υποψήφιες προς ένταξη στην ΕΕ».
«Δεν πρέπει να λησμονούμε τα Δυτικά Βαλκάνια, τα οποία έχουν καταβάλει και συνεχίζουν να καταβάλλουν, προσπάθειες για να αποτελέσουν μέλος της ευρωπαϊκής μας οικογένειας», σημείωσε και πρσέθεσε πως δεν πρέπει να δημιουργήσουμε κενό σ’ αυτή την περιοχή. «Αν αφήσουμε αυτό το κενό θα το εκμεταλλευτούν άλλες δυνάμεις φυγόκεντρες, οι οποίες προσβλέπουν σε ένα διαφορετικό μέλλον για την περιοχή μας».
Τέλος, αναφερόμενος στο μεταναστευτικό, ευχαρίστησε τον ομόλογό του για την συνεισφορά της Ουγγαρίας στην Frontex, η οποία έχει αναπτυχθεί στα ελληνικά σύνορα που είναι και ευρωπαϊκά σύνορα.
«Δυστυχώς βλέπουμε μια μεγέθυνση της προσπάθειας εργαλειοποίησης του μεταναστευτικού και μια ρητορική όξυνση προς αυτή την κατεύθυνση», υπογράμμισε ο κ. Δένδιας.
Ούγγρος ΥΠΕΞ: Απαραίτητος ο σεβασμός στην κυριαρχία και την εδαφική ακεραιότητα των κρατών
Την ανάγκη «να υπάρχει σεβασμός στην κυριαρχία και την εδαφική ακεραιότητα των κρατών», υπογράμμισε από την πλευρά του ο υπουργός Εξωτερικών της Ουγγαρίας Πίτερ Σίγιαρτο, στέλνοντας μήνυμα στήριξης στις θέσεις της Ελλάδας.
«Η Ευρώπη βρίσκεται αντιμέτωπη με δυσκολίες και προκλήσεις ασφαλείας, που τονίζουν την ανάγκη στην Ευρώπη να υπάρχει σεβασμός στην κυριαρχία και την εδαφική ακεραιότητα των κρατών», σημείωσε.
Επισήμανε πως τόσο η Ελλάδα όσο και η Ουγγαρία ενδιαφέρονται «να επικρατήσει η ειρήνη το συντομότερο δυνατόν», ενώ υπογράμμισε πως δύο ζητήματα παγκοσμίου εμβελείας προκύπτουν από τον πόλεμο, λόγω της επισιτιστικής ανασφάλειας, δημιουργούνται νέες μεταναστευτικές ροές, αλλά και η ενεργειακή κρίση.
«Και οι δύο αυτές κρίσεις αποδεικνύουν ότι ο ρόλος της Ελλάδας είναι καίριας σημασίας και προσβλέπουμε στο άμεσο μέλλον στενή συνεργασία των δύο χωρών», σημείωσε.
Όπως τόνισε λόγω του ότι δεν μπορούν να αυξηθούν οι εξαγωγές του σιταριού από Ρωσία και Ουκρανία θα υπάρξει σοβαρή πείνα σε πολλές περιοχές του πλανήτη, ενώ αυτές οι περιοχές αναμένεται να παράξουν νέα κύματα μεταναστών και προσφύγων.
Σημείωσε πως η Ευρώπη πρέπει να προλάβει νέα μεγάλα μεταναστευτικά κύματα και αν τα προβλήματα προμήθειας σίτου οξυνθούν θα πρέπει να διαφυλάξει τα σύνορά της.
«Ελλάδα και Ουγγαρία μέχρι στιγμής έχουν προστατεύσει τα ευρωπαϊκά σύνορα και αυτό θα κάνουν και στο μέλλον», υπογράμμισε.
Όσον αφορά την ενεργειακή ασφάλεια, ανέφερε χαρακτηριστικά πως η Ουγγαρία «ποτέ δε στήριξε και δε θα στηρίξει οποιαδήποτε ιδέα ακόμη και αν αυτή έρχεται από άλλους, ακόμα και αν έρχεται από τις Βρυξέλλες, εφόσον αυτή θέτει σε κίνδυνο την ενεργειακή ασφάλεια της Ουγγαρίας».
«Χρειαζόμαστε ποσότητες αργού πετρελαίου από τη Ρωσία. Δεν είναι δυνατό να φτάσουμε στο σημείο να λέμε ότι δεν μπορούμε να προμηθευτούμε αργό πετρέλαιο από τη Ρωσία», ανέφερε. Από την άλλη, προσέθεσε, οφείλουμε να έχουμε όσο το δυνατόν περισσότερες πηγές και διαδρομές, όμως «κάτι τέτοιο προϋποθέτει πολλά χρήματα και πολύ χρόνο».
Υπάρχουν δυο σενάρια για τη διοφοροποίηση των πηγών σε φυσικό αέριο: η Ανατολική Μεσόγειος και Αζερμπαϊτζάν και τα δύο μπορούν να φτάσουν μέσω της Ελλάδας στην Κεντρική Ευρώπη, κάτι που προϋποθέτει υποδομές, επισήμανε.
«Ευελπιστούμε ότι στο μέλλον θα υπάρχει και άμεση σύνδεση, θα υπάρχει ο νότιος διάδρομος. Όμως μέχρι να συμβεί αυτό θα πρέπει να έχουμε υπόψη μας ότι δεν υπάρχουν εναλλακτικές στο ρωσικό αέριο».
Τέλος, υπογράμμισε πως η Ελλάδα μπορεί πάντα να βασίζεται στην Ουγγαρία, η οποία στηρίζει την υποψηφιότητα της χώρας μας ως μη μόνιμο μέλος στο Συμβούλιο Ασφαλείας του ΟΗΕ.
Καθημερινή
Διεθνή
Προειδοποίηση της Ελβετίας: Το υψηλό ευρωπαϊκό χρέος θα μπορούσε να πυροδοτήσει μια κρίση του ευρώ
Τα αυξανόμενα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη και πέραν αυτής εγκυμονούν κινδύνους για την οικονομική σταθερότητα και θα μπορούσαν να πυροδοτήσουν μια κρίση του ευρώ, δήλωσε την Παρασκευή η Ελβετίδα υπουργός Οικονομικών, Κάριν Κέλερ-Σούτερ.
Τα αυξανόμενα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη και πέραν αυτής εγκυμονούν κινδύνους για την οικονομική σταθερότητα και θα μπορούσαν να πυροδοτήσουν μια κρίση του ευρώ, δήλωσε την Παρασκευή η Ελβετίδα υπουργός Οικονομικών, Κάριν Κέλερ-Σούτερ.
Μιλώντας στον ελβετικό δημόσιο ραδιοτηλεοπτικό φορέα SRF, στην Μπανγκόκ —στο περιθώριο των ετήσιων συναντήσεων του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου και της Παγκόσμιας Τράπεζας—, η Κέλερ-Σούτερ ανέφερε ότι και οι τιμές της ενέργειας εντείνουν τις ανησυχίες μεταξύ των υπευθύνων χάραξης πολιτικής.
Η Ελβετία διαθέτει ένα από τα χαμηλότερα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη, ωστόσο η Κέλερ-Σούτερ τόνισε ότι, στο τρέχον περιβάλλον, είναι σημαντικό να εξετάζεται η ευρύτερη εικόνα.
«Είμαστε τόσο στενά διασυνδεδεμένοι σε διεθνές επίπεδο, ώστε καθιστάμεθα επίσης ευάλωτοι, για παράδειγμα, στην περίπτωση που προκύψει κρίση χρέους εξαιτίας του δημόσιου χρέους μεγάλων χωρών. Σκέφτομαι συγκεκριμένα τις Ηνωμένες Πολιτείες, αλλά και την Ευρώπη. Υπάρχει η περίπτωση της Γαλλίας — κάτι που θα μπορούσε να οδηγήσει σε κρίση του ευρώ», δήλωσε η Κέλερ-Σούτερ στο δίκτυο SRF.
Το δημόσιο χρέος της Γαλλίας, τα δημοσιονομικά ελλείμματα και η υποτονική οικονομική ανάπτυξη έχουν εντείνει τις ανησυχίες για την κατάσταση των δημόσιων οικονομικών της, καθώς ο πολιτικός κατακερματισμός έχει καταστήσει πιο περίπλοκες τις προσπάθειες δημοσιονομικής εξυγίανσης.
Αναλύσεις
Η Κίνα βρίσκει δρόμο που παρακάμπτει το Πακιστάν – Ο διάδρομος Ουαχάν αλλάζει τις γεωπολιτικές ισορροπίες
Μία νέα οδική αρτηρία μήκους 121 χιλιομέτρων στο βορειοανατολικό Αφγανιστάν δημιουργεί τις προϋποθέσεις για απευθείας χερσαία σύνδεση με την Κίνα, χωρίς διέλευση από το Πακιστάν. Η ολοκλήρωση του δρόμου στον ιστορικό διάδρομο Ουαχάν αποκτά ιδιαίτερη γεωπολιτική σημασία, καθώς το Πεκίνο αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα ασφαλείας με τις επενδύσεις του στο Πακιστάν, ενώ η Καμπούλ επιδιώκει να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ.
Μία σημαντική εξέλιξη στις χερσαίες μεταφορές και στις γεωπολιτικές ισορροπίες της Κεντρικής Ασίας καταγράφεται στο Αφγανιστάν, με την ολοκλήρωση νέου δρόμου στον στρατηγικής σημασίας διάδρομο Ουαχάν.
Σύμφωνα με ανάλυση του Imran Khurshid που δημοσιεύθηκε στις 9 Οκτωβρίου 2026 στο Asia Times, οι αφγανικές αρχές εγκαινίασαν οδική διαδρομή 121 χιλιομέτρων, η οποία εκτείνεται από την περιοχή Μπρογκίλ έως τα σύνορα με την Κίνα, στην επαρχία Μπανταχσάν.
Το έργο κόστισε περίπου 365 εκατομμύρια αφγάνι, ποσό που αντιστοιχεί σε περίπου 5,5 εκατομμύρια δολάρια.
Κατά τις αφγανικές ανακοινώσεις, κατασκευάστηκε από ντόπιους μηχανικούς και εργαζομένους, χωρίς τη συμμετοχή ξένων τεχνικών συμβούλων.
Η νέα διαδρομή φθάνει στα σινοαφγανικά σύνορα. Αυτό, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι λειτουργεί ήδη πλήρης διεθνής εμπορευματικός διάδρομος, καθώς εξακολουθούν να υπάρχουν σημαντικοί τεχνικοί και συνοριακοί περιορισμοί.
Γιατί ο διάδρομος Ουαχάν έχει στρατηγική σημασία
Ο διάδρομος Ουαχάν αποτελεί μια στενή λωρίδα αφγανικού εδάφους ανάμεσα στο Τατζικιστάν, το Πακιστάν και την Κίνα.
Η γεωγραφική του διαμόρφωση συνδέεται με τον ανταγωνισμό της Βρετανικής και της Ρωσικής Αυτοκρατορίας κατά τον 19ο αιώνα.
Η περιοχή διατηρήθηκε ως ζώνη διαχωρισμού των δύο αυτοκρατορικών σφαιρών επιρροής, αποτελώντας ένα από τα χαρακτηριστικότερα γεωγραφικά κατάλοιπα του λεγόμενου «Μεγάλου Παιχνιδιού».
Σήμερα, η ίδια περιοχή αποκτά νέα σημασία, αυτή τη φορά λόγω της προσπάθειας σύνδεσης της Κίνας με το Αφγανιστάν και ευρύτερα με την Κεντρική Ασία.
Ο δρόμος ανοίγει τη δυνατότητα δημιουργίας μιας εναλλακτικής οδού μεταφορών, περιορίζοντας δυνητικά την ανάγκη διέλευσης από το πακιστανικό έδαφος.
Το πρόβλημα της Κίνας με τον οικονομικό διάδρομο CPEC
Το ενδιαφέρον της εξέλιξης εντοπίζεται κυρίως στην προσπάθεια του Πεκίνου να περιορίσει την εξάρτησή του από ευάλωτες υποδομές.
Ο Οικονομικός Διάδρομος Κίνας–Πακιστάν, γνωστός ως CPEC, αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα προγράμματα της κινεζικής πρωτοβουλίας Belt and Road.
Μέσω του συγκεκριμένου σχεδίου, η Κίνα επιχειρεί να ενισχύσει τις εμπορικές και ενεργειακές συνδέσεις της με τη Νότια Ασία και την Αραβική Θάλασσα.
Ωστόσο, η υλοποίηση των έργων έχει αντιμετωπίσει σοβαρές δυσκολίες.
Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, οργανώσεις αυτονομιστών έχουν πραγματοποιήσει επανειλημμένες επιθέσεις εναντίον κινεζικών συμφερόντων, εγκαταστάσεων και εργαζομένων.
Οι επιθέσεις αυτές έχουν επιβαρύνει την ασφάλεια των υποδομών και έχουν αυξήσει το κόστος προστασίας των κινεζικών επενδύσεων.
Παράλληλα, έχουν διατυπωθεί καταγγελίες για καθυστερήσεις, κακοδιαχείριση και προβλήματα διαφάνειας σε επιμέρους προγράμματα του CPEC.
Η εδαφική διαμάχη με την Ινδία
Μια επιπλέον γεωπολιτική δυσκολία συνδέεται με τη διέλευση του CPEC από το Γκιλγκίτ–Μπαλτιστάν.
Η περιοχή διοικείται από το Πακιστάν, αλλά διεκδικείται από την Ινδία, στο πλαίσιο της ευρύτερης διαμάχης για το Κασμίρ.
Το Νέο Δελχί έχει αντιταχθεί επανειλημμένα σε έργα που διέρχονται από εδάφη τα οποία θεωρεί τμήμα της δικής του επικράτειας.
Αυτό σημαίνει ότι ο οικονομικός διάδρομος Κίνας–Πακιστάν δεν αποτελεί μόνο αναπτυξιακό πρόγραμμα, αλλά συνδέεται με μία από τις πιο ευαίσθητες εδαφικές αντιπαραθέσεις της Ασίας.
Η δημιουργία εναλλακτικών διαδρομών μέσω του Αφγανιστάν θα μπορούσε μακροπρόθεσμα να προσφέρει στο Πεκίνο μεγαλύτερη ευελιξία.
Δεν υπάρχει, πάντως, ένδειξη ότι ο δρόμος του Ουαχάν μπορεί σήμερα να αντικαταστήσει τις μεγάλες μεταφορικές υποδομές του CPEC.
Η Καμπούλ επιχειρεί να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ
Για την κυβέρνηση των Ταλιμπάν, το έργο έχει και μία σαφή πολιτική διάσταση.
Το Αφγανιστάν εξαρτάται σε σημαντικό βαθμό από συνοριακές διαβάσεις και μεταφορικούς άξονες που περνούν από το Πακιστάν.
Οι επανειλημμένες εντάσεις ανάμεσα στις δύο χώρες έχουν προκαλέσει κλείσιμο συνοριακών περασμάτων, διακοπές εμπορικών ροών και επιβάρυνση της αφγανικής οικονομίας.
Μια εναλλακτική χερσαία διέξοδος προς την Κίνα θα μπορούσε, εφόσον αναπτυχθεί και καταστεί λειτουργική, να μειώσει τη δυνατότητα του Πακιστάν να χρησιμοποιεί τη γεωγραφική του θέση ως μέσο πίεσης προς την Καμπούλ.
Η αφγανική πλευρά αντιμετωπίζει το έργο ως σημαντική υποδομή οικονομικής και στρατηγικής αυτονομίας.
Η στάση της Κίνας και της Ρωσίας
Παρά την προοπτική άμεσης σύνδεσης, το Πεκίνο δεν έχει εγκαταλείψει τον οικονομικό διάδρομο CPEC ούτε έχει ανακοινώσει ότι ο Ουαχάν θα τον αντικαταστήσει.
Η Κίνα εξακολουθεί να διατηρεί σημαντικά οικονομικά και στρατηγικά συμφέροντα στο Πακιστάν.
Αντίστοιχα, η Ρωσία ενδιαφέρεται για τη σταθερότητα του Αφγανιστάν και για την ανάπτυξη νέων δικτύων επικοινωνίας στην Κεντρική Ασία.
Η δημιουργία περισσότερων επιλογών διασύνδεσης ενδέχεται να περιορίσει την αποκλειστική σημασία ορισμένων παραδοσιακών μεταφορικών διαδρομών.
Η πραγματική αξία του Ουαχάν θα εξαρτηθεί από τη βελτίωση των οδικών υποδομών, τη λειτουργία συνοριακών και τελωνειακών εγκαταστάσεων, τις καιρικές συνθήκες και τις πολιτικές αποφάσεις της Κίνας.
Το μήνυμα προς το Πακιστάν
Η νέα διαδρομή αναδεικνύει μια σημαντική γεωπολιτική πραγματικότητα: η γεωγραφική θέση ενός κράτους προσφέρει στρατηγικά πλεονεκτήματα, αλλά η αξιοποίησή τους εξαρτάται από την ασφάλεια και την αξιοπιστία των μεταφορικών του δικτύων.
Το Πακιστάν εξακολουθεί να αποτελεί κρίσιμο εταίρο της Κίνας, ιδιαίτερα στο πλαίσιο του CPEC.
Ταυτόχρονα, όμως, η αστάθεια, οι επιθέσεις σε κινεζικά συμφέροντα και οι αντιπαραθέσεις με το Αφγανιστάν δημιουργούν κίνητρα αναζήτησης εναλλακτικών επιλογών.
Ο διάδρομος Ουαχάν δεν έχει ακόμη μετατραπεί σε μεγάλο εμπορικό πέρασμα. Η κατασκευή του δρόμου, ωστόσο, καταδεικνύει ότι το Αφγανιστάν επιχειρεί να αποκτήσει πρόσθετες διεθνείς συνδέσεις και ότι η αποκλειστική εξάρτηση από το Πακιστάν δεν αποτελεί πλέον τη μοναδική γεωγραφική επιλογή.
Για το Ισλαμαμπάντ, η εξέλιξη αποτελεί μια νέα στρατηγική παράμετρο που θα πρέπει να συνυπολογίσει στις σχέσεις του με το Πεκίνο και την Καμπούλ.
Διεθνή
Γερμανία: Το ρωσικό φυσικό αέριο επιστρέφει έμμεσα μέσω των λιπασμάτων, παρά τους ευρωπαϊκούς δασμούς
Οι εισαγωγές ρωσικών αζωτούχων λιπασμάτων μειώθηκαν κατά 66% το 2025-2026, αλλά παραμένουν 53% υψηλότερες από τα επίπεδα πριν από τον πόλεμο στην Ουκρανία.
Το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία διατηρεί ανταγωνιστικά τα ρωσικά προϊόντα, σύμφωνα με στοιχεία που δημοσίευσε η Berliner Zeitung. Η Γερμανία εξακολουθεί να συνδέεται εμπορικά με το ρωσικό φυσικό αέριο, παρά τις ευρωπαϊκές προσπάθειες περιορισμού της ενεργειακής εξάρτησης από τη Μόσχα.
Αυτή τη φορά, η σύνδεση δεν αφορά αποκλειστικά την άμεση προμήθεια φυσικού αερίου, αλλά τις εισαγωγές λιπασμάτων που παράγονται με τη χρήση ρωσικού αερίου ως πρώτης ύλης και πηγής ενέργειας. Σύμφωνα με δημοσίευμα της γερμανικής εφημερίδας, που βασίζεται σε στοιχεία του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου και του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι εισαγωγές αζώτου μέσω ρωσικών λιπασμάτων μειώθηκαν σημαντικά κατά το 2025-2026. Ωστόσο, εξακολουθούν να βρίσκονται πάνω από τα επίπεδα που καταγράφονταν πριν από τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία.
Τα στοιχεία των εισαγωγών και η σύγκριση με την προπολεμική περίοδο
Το 2025-2026, η Γερμανία εισήγαγε 48.800 τόνους αζώτου μέσω λιπασμάτων ρωσικής προέλευσης. Η ποσότητα αυτή είναι μειωμένη κατά περίπου 66% σε σύγκριση με το προηγούμενο έτος, αλλά παραμένει κατά 53% υψηλότερη από τους 31.800 τόνους που είχαν καταγραφεί το 2020-2021, πριν από τον πόλεμο.
Η εξέλιξη των εισαγωγών δείχνει πόσο έντονη ήταν η αύξηση μετά το 2022. Το 2021-2022 οι εισαγωγές έφτασαν τους 56.800 τόνους αζώτου, ενώ το 2022-2023 εκτοξεύθηκαν στους 185.100 τόνους. Στη συνέχεια καταγράφηκαν 140.200 τόνοι το 2023-2024 και 143.800 τόνοι το 2024-2025, προτού σημειωθεί η μεγάλη υποχώρηση της τελευταίας περιόδου. Τα στοιχεία αφορούν την ποσότητα του αζώτου που περιέχεται στα εισαγόμενα λιπάσματα και όχι το συνολικό βάρος των προϊόντων.
Τα λιπασματικά έτη υπολογίζονται από τον Ιούλιο έως τον Ιούνιο. Η ποσότητα αζώτου που εισήχθη στη Γερμανία μέσω ρωσικής ουρίας μειώθηκε από 71.600 τόνους σε 27.600 τόνους, καταγράφοντας πτώση άνω του 61%. Παρά τη μείωση, η ποσότητα εξακολουθεί να είναι σχεδόν τριπλάσια από τους 9.900 τόνους του 2020-2021. Η συγκεκριμένη εξέλιξη αναδεικνύει το βασικό πρόβλημα της ευρωπαϊκής πολιτικής περιορισμού των εμπορικών δεσμών με τη Ρωσία. Ακόμη και όταν περιορίζονται οι εισαγωγές συγκεκριμένων προϊόντων, οι οικονομικές σχέσεις μπορούν να διατηρούνται μέσω άλλων κατηγοριών αγαθών, ιδιαίτερα όταν αυτά έχουν χαμηλότερο κόστος παραγωγής.
Γιατί οι ρωσικές εισαγωγές παραμένουν ανταγωνιστικές
Καθοριστικός παράγοντας είναι το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία και στην υπόλοιπη Ευρώπη. Η παραγωγή αζωτούχων λιπασμάτων απαιτεί μεγάλες ποσότητες φυσικού αερίου, το οποίο χρησιμοποιείται τόσο ως πρώτη ύλη όσο και ως πηγή ενέργειας. Σύμφωνα με τον Σύνδεσμο Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι ευρωπαϊκοί δασμοί, που τέθηκαν σε ισχύ τον Ιούλιο του 2025, περιόρισαν σημαντικά τις εισαγωγές ρωσικών λιπασμάτων. Ωστόσο, δεν εξάλειψαν το ανταγωνιστικό πλεονέκτημα των ρωσικών προϊόντων. Ο σύνδεσμος επισημαίνει ότι οι υψηλές τιμές ενέργειας δυσκολεύουν τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις να αυξήσουν την εγχώρια παραγωγή και να καλύψουν μεγαλύτερο μέρος των αναγκών της αγοράς. Ως αποτέλεσμα, τα ρωσικά λιπάσματα εξακολουθούν να παραμένουν ελκυστικά, ακόμη και μετά την επιβολή πρόσθετων δασμών.
Παράλληλα, σύμφωνα με τον IVA, είναι πιθανό ορισμένες ποσότητες ρωσικών προϊόντων να φτάνουν στη γερμανική αγορά μέσω άλλων κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το μέγεθος αυτών των έμμεσων εισαγωγών, ωστόσο, δεν μπορεί να προσδιοριστεί με ακρίβεια από τα διαθέσιμα στοιχεία.
Δεν αποδίδονται οι αυξήσεις των τιμών αποκλειστικά στους δασμούς
Το ζήτημα έχει άμεση σημασία για τους Γερμανούς αγρότες, καθώς το κόστος των λιπασμάτων επηρεάζει την παραγωγή και, τελικά, την οικονομική βιωσιμότητα των καλλιεργειών. Ο IVA υποστηρίζει ότι η μείωση των ρωσικών εισαγωγών δεν έχει προκαλέσει μέχρι στιγμής σαφή αύξηση των τιμών εξαιτίας των δασμών. Σύμφωνα με τον σύνδεσμο, η εγχώρια παραγωγική δυναμικότητα και οι εισαγωγές από άλλες χώρες, μεταξύ των οποίων η Αίγυπτος, επαρκούν για την κάλυψη των αναγκών της αγοράς. Την ίδια στιγμή, ο σύνδεσμος αποδίδει τις υψηλές τιμές των λιπασμάτων το 2026 στις διεθνείς ενεργειακές αναταράξεις, στον πόλεμο με το Ιράν και στην κρίση γύρω από τα Στενά του Ορμούζ, παράγοντες που επηρεάζουν το κόστος μεταφοράς και τις παγκόσμιες τιμές ενέργειας και λιπασμάτων.
Οι εκτιμήσεις αυτές αποτελούν τις θέσεις του κλαδικού συνδέσμου και δεν συνιστούν από μόνες τους ανεξάρτητη αξιολόγηση όλων των παραγόντων που διαμορφώνουν τις τιμές.
Νέες πιέσεις για περιορισμό των ρωσικών εισαγωγών
Με αφορμή τα στοιχεία, ο IVA ζητά να εξεταστεί η επιβολή πρόσθετων δασμών στις εισαγωγές καλιούχων λιπασμάτων από τη Ρωσία και τη Λευκορωσία. Το κάλιο αποτελεί βασικό θρεπτικό στοιχείο για τις καλλιέργειες και αντιπροσωπεύει μια ακόμη κατηγορία προϊόντων στην οποία η ευρωπαϊκή αγορά διατηρεί εμπορικές σχέσεις με τις δύο χώρες.
Ο σύνδεσμος εκτιμά ότι η ευρωπαϊκή βιομηχανία μπορεί να καλύψει τις ανάγκες της γεωργίας χωρίς να εξαρτάται από τις συγκεκριμένες εισαγωγές και υποστηρίζει ότι πρόσθετοι δασμοί δεν θα πρέπει να οδηγήσουν αναγκαστικά σε αυξήσεις τιμών. Η συζήτηση, ωστόσο, αποτυπώνει το ευρύτερο δίλημμα της ευρωπαϊκής οικονομικής πολιτικής. Η μείωση της εξάρτησης από τη Ρωσία απαιτεί όχι μόνο εμπορικούς περιορισμούς, αλλά και ανταγωνιστική εγχώρια παραγωγή, προσιτό ενεργειακό κόστος και εναλλακτικές πηγές προμήθειας.
Τα δεδομένα της γερμανικής αγοράς δείχνουν ότι οι δασμοί μπορούν να περιορίσουν σημαντικά τις εισαγωγές, χωρίς όμως να εξαλείψουν αυτομάτως τις οικονομικές σχέσεις που στηρίζονται σε διαφορές κόστους παραγωγής. Για τη Γερμανία και την Ευρωπαϊκή Ένωση, η πρόκληση παραμένει η εξισορρόπηση τριών στόχων: της ενεργειακής και οικονομικής ασφάλειας, της στήριξης της εγχώριας βιομηχανίας και της διατήρησης προσιτού κόστους για τον αγροτικό τομέα.
Με πληροφορίες του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA) και του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου.
-
Αναλύσεις1 μήνα πρινΤο τελεσίγραφο Καλίν την ώρα που η Τουρκία προετοιμάζεται για πόλεμο!
-
Άμυνα3 μήνες πρινΡωσσικό ΜΜΕ: Ελληνικό «μπλόκο» στην απαίτηση για Patriot – Πώς γνωρίζει το Κίεβο απόρρητα στοιχεία για τους πυραύλους μας;
-
ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΜΕ ΣΗΜΑΣΙΑ3 μήνες πρινΠακιστανός με καναδική υπηκοότητα ο υπαίτιος της πυρκαγιάς στον Έβρο! Πιθανόν να μετέφερε μετανάστες
-
GEOPOLITICO1 μήνα πρινΤο διέρρευσε ο Παπαχελάς! Έφεραν τον Καλίν στο Μαξίμου – Τί συζήτησε με τον Μητσοτάκη;
-
Αναλύσεις2 μήνες πρινΚαραγκιούλ: «Αν Ελλάδα, Κύπρος και Ισραήλ επιτεθούν στην Τουρκία, ο χάρτης του Αιγαίου θα αλλάξει»
-
ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΜΕ ΣΗΜΑΣΙΑ2 μήνες πρινΞέσπασμα της μητέρας της Μυρτούς για την υπόθεση Τζαβέντ Ασλάμ: «Δεν ξεχνώ ποτέ» – «Δήμαρχος των Πακιστανών ο Δούκας»
-
GEOPOLITICO4 εβδομάδες πρινΤί λέει Τούρκος δημοσιογράφος για Σάββα Καλεντερίδη; «Έκανε πολύ καλά τη δουλειά του για τη χώρα του – Δεν μπορούσε να τον στριμώξει η ΜİΤ»
-
Αναλύσεις3 μήνες πρινΕάν η Τουρκία απορρίψει τη συμφωνία αποχώρησης από την Κύπρο θα απομακρυνθεί δια της βίας

