Διεθνή
Η «απέραντη απειλή» της Τουρκίας και οι πολλοί κρίκοι της αλυσίδας του πολέμου
Η Τουρκική απειλή διαρκεί δεκαετίες και διαρκώς κλιμακώνεται
γράφει ο Π. Ήφαιστος
Η Τουρκική απειλή δεν είναι κεραυνός εν αιθρία. Διαρκεί επί δεκαετίες και διαρκώς κλιμακώνεται. Παρατηρείται ότι σε κάθε φάση η κλιμάκωση επιταχύνεται ανάλογα με το κατά πόσο οι στρατηγικές εξελίξεις δημιουργούν παράθυρα ευκαιρίας που θα ωθήσουν την Ελλάδα σε κατευναστικές στάσεις και υποχωρητικές δηλώσεις οι οποίες δημιουργούν τις προϋποθέσεις ούτως ώστε εάν η Άγκυρα αποφασίσει να επιτεθεί να εκπληρώσει το μείζον των αναθεωρητικών αξιώσεων που θέτει επί δεκαετίες. Συντομογραφικά θα εξηγήσουμε ότι ο πόλεμος είναι πολύ σοβαρή υπόθεση για να διατυπώνονται γνώμες, να γίνονται άλματα συλλογισμών και να επιχειρούνται προβλέψεις.
Ποιες είναι όμως οι Τουρκικές αναθεωρητικές αξιώσεις και τι σημαίνει «απέραντη απειλή»;
Ακριβώς, στην στρατηγική ανάλυση μια απειλή θεωρείται απέραντη όταν ταυτόχρονα με την κλιμάκωση των αναθεωρητικών σκοπών τα σύνορα αυτών των σκοπών είναι θολά και αβέβαιο ως προς το πως θα τερματιστεί μια πολεμική σύρραξη και τι σκοπεύει να θέσει υπό τον έλεγχό του ο επιτιθέμενος.
Επί δεκαετίες με πλήθος κειμένων η Άγκυρα αρνείται καθολικά τις πρόνοιες του δικαίου της θάλασσας και των διεθνών Συνθηκών, ενώ αδίστακτα αξιώνει αλλαγή των οριοθετήσεων της διεθνούς τάξης που προβλέπει το διεθνές δίκαιο στην Κύπρο, το Αιγαίο και την Θράκη.
Το εάν θα ελέγξει πλήρως την Κύπρο ή θα την καταλάβει όλη δεν είναι σαφές. Γιατί εξάλλου επί δεκαετίες και παράνομα διατηρεί ένα τόσο ισχυρό στρατιωτικό σώμα στο νησί και κτίζει την μια βάση μετά την άλλη; Τι εννοούσε ο μέντορας του Ενρτογάν πρώην πρωθυπουργός Νταβούτογλου όταν έλεγε ότι η Κύπρος είναι τόσο μεγάλης γεωπολιτικής σημασίας ούτως ώστε η Τουρκία την θέλει υπό τον έλεγχό της ακόμη και αν δεν υπήρχε ένας Τουρκοκύπριος στο νησί;
Πόσα νησιά με αυθαίρετες και ψευδείς ερμηνείες επιδιώκει να ελέγξει ή να καταλάβει σε περίπτωση σύγκρουσης; Τα αδιευκρίνιστα 200 νησιά, νησίδες και βράχους που δήλωνε η Τσιλέρ πριν πολλές δεκαετίες ή όσα οι χάρτες της «Γαλάζιας Πατρίδας» εγκλωβίζουν στα πεδία της Τουρκικής Επικράτειας στις θολά οριοθετημένες από την Άγκυρα περιοχές του Αιγαίου Δυτικά των ακτών της Τουρκίας;
Ποιες είναι οι ακριβείς επιδιώξεις στην Θράκη όταν η Τουρκία οικειοποιείται την μουσουλμανική μειονότητα και που θα σταματήσει εάν αρχίσει μια πολεμική σύρραξη και καταφέρει να καταλάβει εδάφη;
Η επί δεκαετίες «ουδετεροποίηση» των περιοχών του Αιγαίου που η Ελλάδα όπως έχει κάθε δικαίωμα εάν εκπληρώσει τις πρόνοιες του διεθνούς δικαίου σχεδόν διπλασιάζει την Επικράτειά της –και συχνές δηλώσεις οίκοι που υποδηλώνουν διάθεση καζαν-καζαν/μοιρασιάς και κατά καιρούς και άλλων κατευναστικών θέσεων– οδήγησε στις θαλάσσιες οριοθετήσεις της Τουρκίας με την Λιβύη με τρόπο που παραβλέπει την ύπαρξη ακόμη και της Κρήτης.
Ιδιαίτερα μετά τον πόλεμο της Ουκρανίας οι αναθεωρητικές αξιώσεις καθίστανται ολοένα πιο θολές και για αυτό με όρους στρατηγικής ανάλυσης η «απεραντοσύνη της Τουρκικής απειλής» εξελίσσεται επικίνδυνα.
Ταυτόχρονα και για να μιλάμε ρεαλιστικά, τόσο στο κεντρικό μέτωπο όσο και στην Κύπρο οι συμμαχίες και οι θεσμοί στους οποίους η Ελλάδα και η Κυπριακή Δημοκρατία συμμετέχουν πόρρω απέχουν από το να εδράζονται ξεκάθαρα στην διεθνή και ευρωπαϊκή νομιμότητα, ενώ συχνά δυτικοί ηγέτες κάνουν θολές και ασαφείς δηλώσεις «υπέρ ειρηνικών διαδικασιών» όταν οι τουρκικές αξιώσεις είναι μονομερείς και παράνομες. Η σημασία αυτής της επισήμανσης είναι ότι εάν έχουμε μεγάλη σύρραξη όπως και στην Κύπρο μετά το 1974 αλλά και σε πλήθος άλλων περιπτώσεων κανείς δεν θα σπεύσει να αποκαταστήσει την διεθνή νομιμότητα αλλά θα καλούν για συνομιλίες.
Αυτά υπογραμμίζοντας, ο Τουρκικός αναθεωρητισμός δεν πρέπει να εξετάζεται με βραχυπρόθεσμους όρους και με αφορμή τις δηλώσεις και ενέργειες κάθε συγκυρίας. Απαιτείται θέαση της μεγάλης και διαχρονικής εικόνας που επιβεβαιώνει τόσο την ύπαρξη κλιμακούμενης τουρκικής απειλής όσο και Μεταψυχροπολεμικών επιλογών για να καταστεί η Τουρκία περιφερειακό ηγεμονικό κράτος.
Εάν στην παρούσα ιστορική φάση η Ελλάδα ενδώσει –δεν αναφερόμαστε στην επί δεκαετίες παράληψη εφαρμογή του δικαίου της θάλασσας, την σχεδόν απαθή στάση μπροστά στο ακραία παράνομο casus belli και των αποφάσεων του ΣΑ του 1974, 1975 και 1983 για τερματισμό των παράνομων τετελεσμένων στην Κύπρο– και εάν δεν κατορθώσει να μεταδώσει σε όλους πανίσχυρα αποτρεπτικά μηνύματα πολύ μεγάλου κόστους, ενδέχεται η Τουρκία να πειστεί ότι οι διεθνείς και περιφερειακές περιστάσεις ευνοούν μια επίθεση, μάλιστα μεγάλης έκτασης.
Χωρίς να γίνεται η παραμικρή πρόβλεψη για επίθεση ή μη επίθεση –μόνο ανάλυση των προϋποθέσεων με πάγιους όρους τυπολογιών της στρατηγικής ανάλυσης μπορεί να κάνει κανείς και πιο ακριβείς εκτιμήσεις είναι υπόθεση των κρατικών επιτελείων– εάν η Τουρκία επιχειρήσει να εκπληρώσει μεγάλο μέρος των «απέραντων απειλών» κύρια μέριμνα θε είναι να ακυρώσει στρατηγικά την Ελλάδα και να αρχίσει η παραχώρηση κυριαρχίας με τρόπο που αλλάζουν αυτά που προβλέπουν οι Συνθήκες και οι Συμβάσεις.
Να μην ξεχνάμε επίσης, ότι το διακύβευμα είναι μείζον και όχι μόνο νομικό αλλά μακροχρόνια και στρατηγικό: Ενώ καθημερινά όλοι ακούνε τις δηλώσεις δυτικών δυνάμεων για την μεγάλη σημασία της Τουρκίας τυχόν έλεγχος του Αιγαίου και της Κύπρου θα εκτινάξει την Τουρκία σε αβάστακτα για την Ελλάδα στρατηγικά ύψη. Παρενθετικά τονίζεται ότι μπορεί στην Ελλάδα αυτό να υποτιμάται αλλά στην Τουρκία βλέπουν όλοι αυτή την πτυχή, εξ ου και η σύγκλιση θέσεων των εσωτερικών πολιτικών δυνάμεων όσον αφορά τις αναθεωρητικές αξιώσεις.
Συναφές επίσης είναι και το ζήτημα του ποιος θα αρχίσει πρώτος εκτεταμένη ένοπλη σύρραξη ή ακόμη και εάν ένας από τους δύο κρίνει ότι απαιτείται ένα πρώτο πλήγμα ακόμη και για αμυντικούς σκοπούς. Το μείζον αυτό ζήτημα ενώ πάντα είναι επί τάπητος όταν κανείς το θίγει απαιτεί μεγάλη προσοχή και υπευθυνότητα. Ενώ στην στρατηγική ανάλυση ένα από τα σημαντικότερα ζητήματα σε κάθε στρατηγική αντιπαράθεση, στην Ελλάδα τέθηκε μόνο την δεκαετία του 1990 από τον αείμνηστο Παναγιώτη Κονδύλη, οπότε και έγιναν μερικές δημόσιες συζητήσεις. Σημειώνεται μόνο ότι αφορά πολλούς παράγοντες όπως τους συσχετισμούς δύναμης, το κατά πόσο η στρατηγική είναι αμυντική-αποτρεπτική ή αντίθετα αναθεωρητική-επιθετική και τα οπλικά συστήματα των αντίπαλων κρατών.
Αναφέρεται επίσης και το γεγονός ότι οι σύγχρονες τεχνολογίες ιδιαίτερα σε περιπτώσεις συχνών εμπλοκών καθιστούν τουλάχιστον δύσκολο να βεβαιωθεί πότε έγινε μεγάλη εμπλοκή, ποιος έπληξε πρώτος και εκτεταμένα και πως εξελίχθηκε τυχόν κλιμάκωση. Σίγουρο είναι ότι ένα αμυνόμενο κράτος απαιτείται να είναι έτοιμο για όλα ενώ μερικές τουρκικές δηλώσεις είναι εξαιρετικά ανησυχητικές.
Πόσο επικίνδυνη είναι η Τουρκική απειλή στην φάση που διανύουμε και πόσο μεγάλος είναι ο κίνδυνος μιας εκτεταμένης πολεμικής σύγκρουσης και πόσο πιθανό είναι η Ελλάδα να δεχθεί ένα πρώτο τουρκικό πλήγμα; Το ζήτημα της κλιμάκωσης μιας σύγκρουσης και της εκτέλεσης ενός πρώτου πλήγματος έχει αναλυθεί εκτενώς σε αγγλικά και Ελληνικά κείμενα* και εδώ θα περιοριστούμε να πούμε μονολεκτικά τα εξής, που και πάλι τονίζεται ότι δεν τίθεται ζήτημα ακόμη και της παραμικρής πρόβλεψης. Δύο μεταβλητές είναι κύριες και σημαντικές. Οι εκατέρωθεν ικανότητες των αντιπάλων και η μπλόφα.
Στην στρατηγική θεωρία η μπλόφα είναι μια πολύ σημαντική έννοια. Είναι βασικά η διαφορά μεταξύ απειλής και ικανότητας να την εκπληρώσει εάν υπάρξει σύρραξη. Ικανότητα εκπλήρωσης 100% σημαίνει μηδενικές ανάγκες για μπλόφα και αυτό σπάνια ισχύει. Μεγάλη μπλόφα έχουμε όταν γίνεται πιστευτό ότι σε περίπτωση σύγκρουσης η άλλη πλευρά θα έχει μεγάλο κόστος. Όσο περισσότερο μπλοφάρει ο απειλών και γίνεται πιστευτός από τον αμυνόμενο τόσο περισσότερο κερδίζει χωρίς μάχη –και ταυτόχρονα κερδίζει πόρους για δυνάμεις που δεν χρειάστηκαν–, τρομάζοντας (τον αμυνόμενο) και κινητοποιώντας άλλους με συμφέροντα που διακυβεύονται από μια σύρραξη.
Συναφές ζήτημα είναι ο όρος «σχετικό συμφέρον». Σε μια διένεξη, πως ιεραρχείται το εθνικό συμφέρον από τους εμπλεκόμενους; Εδώ βέβαια μας αφορούν οι εκατέρωθεν ιεραρχήσεις από την Ελλάδα και Τουρκία όσον αφορά την Θράκη, το Αιγαίο και την Κύπρο. Οι ιεραρχήσεις σχετίζονται με πολλά ζητήματα όπως για παράδειγμα γεωπολιτική σημασία, οικονομικοί πόροι, εσωτερικές καθεστωτικές και πολιτικές ισορροπίες και κυρίως κατά πόσο αυτό που διακυβεύεται είναι συμφέρον δυνάμεως ή ζωτικό συμφέρον.
Στην προκειμένη περίπτωση ενώ για την Ελλάδα είναι ζωτικό συμφέρον επειδή αφορά την Επικράτεια που προβλέπουν οι Συνθήκες και το ένα δέκατο του Ελληνισμού στην Κύπρο, για την Τουρκία είναι συμφέρον δυνάμεως επειδή εντάσσεται σε μια λογική αύξησης της ισχύος της για να καταστεί ηγεμονικό κράτος όπως εξάλλου ρητά δηλώνεται.
Τονίζεται και υπογραμμίζεται, πάντως, ότι στην στρατηγική ανάλυση θεωρείται δεδομένο ότι το αμυνόμενο κράτος που έχει ζωτικό συμφέρον –ενώ ο αντίπαλος έχει συμφέρον δυνάμεως– στην αναμέτρηση μέσων και θελήσεων διαθέτει αποτρεπτικό πλεονέκτημα. Το οποίο όμως απαιτείται να αξιοποιήσει δεόντως με παραστάσεις, δηλώσεις, ενέργειες και διπλωματία. Πρέπει, πάντως, να μεταδίδονται οι σωστές παραστάσεις και όχι κατευναστικές παραστάσεις. Ακλόνητες και αξιόπιστες αποτρεπτικές παραστάσεις.
Καταληκτικά, ο πόλεμος δεν είναι μόνο πολεμική σύρραξη και απαιτείται μεγάλη προσοχή στις θέσεις και στις διατυπώσεις.
1) Είναι η σημαντικότερη διαμορφωτική δύναμη της ιστορίας και ενώ μόνο παράφρονες θα τον ήθελαν δεν πρέπει να υποτιμάται ότι πάντα ένα κράτος που δέχεται απειλές πρέπει να είναι ικανό και πανέτοιμο να αμυνθεί.
2) Βασικά οι ποιοτικές βαθμίδες όσων μιλούν για την διεθνή πολιτική κρίνονται ανάλογα με το τι λένε για τον πόλεμο.
3) Ο πόλεμος είναι μια μεγάλη αλυσίδα με πολλούς κρίκους εκ των οποίων η ένοπλη σύρραξη (με τον οποία εκφοβίζουν οι δειλοί, οι άσχετοι και ανεύθυνοι συν και όσοι «υποβάλλουν κατευνασμούς») είναι μόνο ο τελευταίο κρίκος. Εξ ου και η ανάγκη το αμυνόμενο κράτος να διαθέτει αξιόπιστη εθνική στρατηγική και να εκπληρώνει τις πρόνοιες του διεθνούς δικαίου για την Επικράτειά του. Βασικά, η ιστορική πείρα διδάσκει ότι έχουμε ένοπλη σύρραξη εάν το αμυνόμενο κράτος κατευνάζει, οπότε το αποτέλεσμα είναι ήττα χωρίς ένοπλη εμπλοκή ή ένοπλη σύρραξη ή πιθανότατα αμφότερα.
4) Απαιτείται στρατηγική κουλτούρα για σοβαρό και υπεύθυνο διάλογο. Όπως και για άλλα κράτη, η στρατηγική κουλτούρα αποτροπής είναι μείζον ζήτημα εθνικής ασφάλειας.
* Τα ζητήματα αυτά έχουν αναλυθεί υπό το πρίσμα της στρατηγικής ανάλυσης σε πολλά Αγγλικά και Ελληνικά κείμενα. Για τα θέματα αξιοπιστίας, ορισμού της απειλής, ικανότητας/μπλόφας, σχετικού συμφέροντος / συμφέροντος δυνάμεως και πολλά άλλα εξετάστηκαν στο «Αποτρεπτική Στρατηγική και Ελληνική Εξωτερική Πολιτική» (Β μέρος του «Ελληνική αποτρεπτική στρατηγική», 1991) που επανεκδίδεται επαυξημένο. Ως προς αυτά πάντως, δεν αλλάζει κάτι καθότι πρόκειται για πάγιες τυπολογίες της στρατηγικής ανάλυσης.

Πηγή: huffingtonpost.gr
Διεθνή
Προειδοποίηση της Ελβετίας: Το υψηλό ευρωπαϊκό χρέος θα μπορούσε να πυροδοτήσει μια κρίση του ευρώ
Τα αυξανόμενα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη και πέραν αυτής εγκυμονούν κινδύνους για την οικονομική σταθερότητα και θα μπορούσαν να πυροδοτήσουν μια κρίση του ευρώ, δήλωσε την Παρασκευή η Ελβετίδα υπουργός Οικονομικών, Κάριν Κέλερ-Σούτερ.
Τα αυξανόμενα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη και πέραν αυτής εγκυμονούν κινδύνους για την οικονομική σταθερότητα και θα μπορούσαν να πυροδοτήσουν μια κρίση του ευρώ, δήλωσε την Παρασκευή η Ελβετίδα υπουργός Οικονομικών, Κάριν Κέλερ-Σούτερ.
Μιλώντας στον ελβετικό δημόσιο ραδιοτηλεοπτικό φορέα SRF, στην Μπανγκόκ —στο περιθώριο των ετήσιων συναντήσεων του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου και της Παγκόσμιας Τράπεζας—, η Κέλερ-Σούτερ ανέφερε ότι και οι τιμές της ενέργειας εντείνουν τις ανησυχίες μεταξύ των υπευθύνων χάραξης πολιτικής.
Η Ελβετία διαθέτει ένα από τα χαμηλότερα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη, ωστόσο η Κέλερ-Σούτερ τόνισε ότι, στο τρέχον περιβάλλον, είναι σημαντικό να εξετάζεται η ευρύτερη εικόνα.
«Είμαστε τόσο στενά διασυνδεδεμένοι σε διεθνές επίπεδο, ώστε καθιστάμεθα επίσης ευάλωτοι, για παράδειγμα, στην περίπτωση που προκύψει κρίση χρέους εξαιτίας του δημόσιου χρέους μεγάλων χωρών. Σκέφτομαι συγκεκριμένα τις Ηνωμένες Πολιτείες, αλλά και την Ευρώπη. Υπάρχει η περίπτωση της Γαλλίας — κάτι που θα μπορούσε να οδηγήσει σε κρίση του ευρώ», δήλωσε η Κέλερ-Σούτερ στο δίκτυο SRF.
Το δημόσιο χρέος της Γαλλίας, τα δημοσιονομικά ελλείμματα και η υποτονική οικονομική ανάπτυξη έχουν εντείνει τις ανησυχίες για την κατάσταση των δημόσιων οικονομικών της, καθώς ο πολιτικός κατακερματισμός έχει καταστήσει πιο περίπλοκες τις προσπάθειες δημοσιονομικής εξυγίανσης.
Αναλύσεις
Η Κίνα βρίσκει δρόμο που παρακάμπτει το Πακιστάν – Ο διάδρομος Ουαχάν αλλάζει τις γεωπολιτικές ισορροπίες
Μία νέα οδική αρτηρία μήκους 121 χιλιομέτρων στο βορειοανατολικό Αφγανιστάν δημιουργεί τις προϋποθέσεις για απευθείας χερσαία σύνδεση με την Κίνα, χωρίς διέλευση από το Πακιστάν. Η ολοκλήρωση του δρόμου στον ιστορικό διάδρομο Ουαχάν αποκτά ιδιαίτερη γεωπολιτική σημασία, καθώς το Πεκίνο αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα ασφαλείας με τις επενδύσεις του στο Πακιστάν, ενώ η Καμπούλ επιδιώκει να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ.
Μία σημαντική εξέλιξη στις χερσαίες μεταφορές και στις γεωπολιτικές ισορροπίες της Κεντρικής Ασίας καταγράφεται στο Αφγανιστάν, με την ολοκλήρωση νέου δρόμου στον στρατηγικής σημασίας διάδρομο Ουαχάν.
Σύμφωνα με ανάλυση του Imran Khurshid που δημοσιεύθηκε στις 9 Οκτωβρίου 2026 στο Asia Times, οι αφγανικές αρχές εγκαινίασαν οδική διαδρομή 121 χιλιομέτρων, η οποία εκτείνεται από την περιοχή Μπρογκίλ έως τα σύνορα με την Κίνα, στην επαρχία Μπανταχσάν.
Το έργο κόστισε περίπου 365 εκατομμύρια αφγάνι, ποσό που αντιστοιχεί σε περίπου 5,5 εκατομμύρια δολάρια.
Κατά τις αφγανικές ανακοινώσεις, κατασκευάστηκε από ντόπιους μηχανικούς και εργαζομένους, χωρίς τη συμμετοχή ξένων τεχνικών συμβούλων.
Η νέα διαδρομή φθάνει στα σινοαφγανικά σύνορα. Αυτό, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι λειτουργεί ήδη πλήρης διεθνής εμπορευματικός διάδρομος, καθώς εξακολουθούν να υπάρχουν σημαντικοί τεχνικοί και συνοριακοί περιορισμοί.
Γιατί ο διάδρομος Ουαχάν έχει στρατηγική σημασία
Ο διάδρομος Ουαχάν αποτελεί μια στενή λωρίδα αφγανικού εδάφους ανάμεσα στο Τατζικιστάν, το Πακιστάν και την Κίνα.
Η γεωγραφική του διαμόρφωση συνδέεται με τον ανταγωνισμό της Βρετανικής και της Ρωσικής Αυτοκρατορίας κατά τον 19ο αιώνα.
Η περιοχή διατηρήθηκε ως ζώνη διαχωρισμού των δύο αυτοκρατορικών σφαιρών επιρροής, αποτελώντας ένα από τα χαρακτηριστικότερα γεωγραφικά κατάλοιπα του λεγόμενου «Μεγάλου Παιχνιδιού».
Σήμερα, η ίδια περιοχή αποκτά νέα σημασία, αυτή τη φορά λόγω της προσπάθειας σύνδεσης της Κίνας με το Αφγανιστάν και ευρύτερα με την Κεντρική Ασία.
Ο δρόμος ανοίγει τη δυνατότητα δημιουργίας μιας εναλλακτικής οδού μεταφορών, περιορίζοντας δυνητικά την ανάγκη διέλευσης από το πακιστανικό έδαφος.
Το πρόβλημα της Κίνας με τον οικονομικό διάδρομο CPEC
Το ενδιαφέρον της εξέλιξης εντοπίζεται κυρίως στην προσπάθεια του Πεκίνου να περιορίσει την εξάρτησή του από ευάλωτες υποδομές.
Ο Οικονομικός Διάδρομος Κίνας–Πακιστάν, γνωστός ως CPEC, αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα προγράμματα της κινεζικής πρωτοβουλίας Belt and Road.
Μέσω του συγκεκριμένου σχεδίου, η Κίνα επιχειρεί να ενισχύσει τις εμπορικές και ενεργειακές συνδέσεις της με τη Νότια Ασία και την Αραβική Θάλασσα.
Ωστόσο, η υλοποίηση των έργων έχει αντιμετωπίσει σοβαρές δυσκολίες.
Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, οργανώσεις αυτονομιστών έχουν πραγματοποιήσει επανειλημμένες επιθέσεις εναντίον κινεζικών συμφερόντων, εγκαταστάσεων και εργαζομένων.
Οι επιθέσεις αυτές έχουν επιβαρύνει την ασφάλεια των υποδομών και έχουν αυξήσει το κόστος προστασίας των κινεζικών επενδύσεων.
Παράλληλα, έχουν διατυπωθεί καταγγελίες για καθυστερήσεις, κακοδιαχείριση και προβλήματα διαφάνειας σε επιμέρους προγράμματα του CPEC.
Η εδαφική διαμάχη με την Ινδία
Μια επιπλέον γεωπολιτική δυσκολία συνδέεται με τη διέλευση του CPEC από το Γκιλγκίτ–Μπαλτιστάν.
Η περιοχή διοικείται από το Πακιστάν, αλλά διεκδικείται από την Ινδία, στο πλαίσιο της ευρύτερης διαμάχης για το Κασμίρ.
Το Νέο Δελχί έχει αντιταχθεί επανειλημμένα σε έργα που διέρχονται από εδάφη τα οποία θεωρεί τμήμα της δικής του επικράτειας.
Αυτό σημαίνει ότι ο οικονομικός διάδρομος Κίνας–Πακιστάν δεν αποτελεί μόνο αναπτυξιακό πρόγραμμα, αλλά συνδέεται με μία από τις πιο ευαίσθητες εδαφικές αντιπαραθέσεις της Ασίας.
Η δημιουργία εναλλακτικών διαδρομών μέσω του Αφγανιστάν θα μπορούσε μακροπρόθεσμα να προσφέρει στο Πεκίνο μεγαλύτερη ευελιξία.
Δεν υπάρχει, πάντως, ένδειξη ότι ο δρόμος του Ουαχάν μπορεί σήμερα να αντικαταστήσει τις μεγάλες μεταφορικές υποδομές του CPEC.
Η Καμπούλ επιχειρεί να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ
Για την κυβέρνηση των Ταλιμπάν, το έργο έχει και μία σαφή πολιτική διάσταση.
Το Αφγανιστάν εξαρτάται σε σημαντικό βαθμό από συνοριακές διαβάσεις και μεταφορικούς άξονες που περνούν από το Πακιστάν.
Οι επανειλημμένες εντάσεις ανάμεσα στις δύο χώρες έχουν προκαλέσει κλείσιμο συνοριακών περασμάτων, διακοπές εμπορικών ροών και επιβάρυνση της αφγανικής οικονομίας.
Μια εναλλακτική χερσαία διέξοδος προς την Κίνα θα μπορούσε, εφόσον αναπτυχθεί και καταστεί λειτουργική, να μειώσει τη δυνατότητα του Πακιστάν να χρησιμοποιεί τη γεωγραφική του θέση ως μέσο πίεσης προς την Καμπούλ.
Η αφγανική πλευρά αντιμετωπίζει το έργο ως σημαντική υποδομή οικονομικής και στρατηγικής αυτονομίας.
Η στάση της Κίνας και της Ρωσίας
Παρά την προοπτική άμεσης σύνδεσης, το Πεκίνο δεν έχει εγκαταλείψει τον οικονομικό διάδρομο CPEC ούτε έχει ανακοινώσει ότι ο Ουαχάν θα τον αντικαταστήσει.
Η Κίνα εξακολουθεί να διατηρεί σημαντικά οικονομικά και στρατηγικά συμφέροντα στο Πακιστάν.
Αντίστοιχα, η Ρωσία ενδιαφέρεται για τη σταθερότητα του Αφγανιστάν και για την ανάπτυξη νέων δικτύων επικοινωνίας στην Κεντρική Ασία.
Η δημιουργία περισσότερων επιλογών διασύνδεσης ενδέχεται να περιορίσει την αποκλειστική σημασία ορισμένων παραδοσιακών μεταφορικών διαδρομών.
Η πραγματική αξία του Ουαχάν θα εξαρτηθεί από τη βελτίωση των οδικών υποδομών, τη λειτουργία συνοριακών και τελωνειακών εγκαταστάσεων, τις καιρικές συνθήκες και τις πολιτικές αποφάσεις της Κίνας.
Το μήνυμα προς το Πακιστάν
Η νέα διαδρομή αναδεικνύει μια σημαντική γεωπολιτική πραγματικότητα: η γεωγραφική θέση ενός κράτους προσφέρει στρατηγικά πλεονεκτήματα, αλλά η αξιοποίησή τους εξαρτάται από την ασφάλεια και την αξιοπιστία των μεταφορικών του δικτύων.
Το Πακιστάν εξακολουθεί να αποτελεί κρίσιμο εταίρο της Κίνας, ιδιαίτερα στο πλαίσιο του CPEC.
Ταυτόχρονα, όμως, η αστάθεια, οι επιθέσεις σε κινεζικά συμφέροντα και οι αντιπαραθέσεις με το Αφγανιστάν δημιουργούν κίνητρα αναζήτησης εναλλακτικών επιλογών.
Ο διάδρομος Ουαχάν δεν έχει ακόμη μετατραπεί σε μεγάλο εμπορικό πέρασμα. Η κατασκευή του δρόμου, ωστόσο, καταδεικνύει ότι το Αφγανιστάν επιχειρεί να αποκτήσει πρόσθετες διεθνείς συνδέσεις και ότι η αποκλειστική εξάρτηση από το Πακιστάν δεν αποτελεί πλέον τη μοναδική γεωγραφική επιλογή.
Για το Ισλαμαμπάντ, η εξέλιξη αποτελεί μια νέα στρατηγική παράμετρο που θα πρέπει να συνυπολογίσει στις σχέσεις του με το Πεκίνο και την Καμπούλ.
Διεθνή
Γερμανία: Το ρωσικό φυσικό αέριο επιστρέφει έμμεσα μέσω των λιπασμάτων, παρά τους ευρωπαϊκούς δασμούς
Οι εισαγωγές ρωσικών αζωτούχων λιπασμάτων μειώθηκαν κατά 66% το 2025-2026, αλλά παραμένουν 53% υψηλότερες από τα επίπεδα πριν από τον πόλεμο στην Ουκρανία.
Το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία διατηρεί ανταγωνιστικά τα ρωσικά προϊόντα, σύμφωνα με στοιχεία που δημοσίευσε η Berliner Zeitung. Η Γερμανία εξακολουθεί να συνδέεται εμπορικά με το ρωσικό φυσικό αέριο, παρά τις ευρωπαϊκές προσπάθειες περιορισμού της ενεργειακής εξάρτησης από τη Μόσχα.
Αυτή τη φορά, η σύνδεση δεν αφορά αποκλειστικά την άμεση προμήθεια φυσικού αερίου, αλλά τις εισαγωγές λιπασμάτων που παράγονται με τη χρήση ρωσικού αερίου ως πρώτης ύλης και πηγής ενέργειας. Σύμφωνα με δημοσίευμα της γερμανικής εφημερίδας, που βασίζεται σε στοιχεία του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου και του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι εισαγωγές αζώτου μέσω ρωσικών λιπασμάτων μειώθηκαν σημαντικά κατά το 2025-2026. Ωστόσο, εξακολουθούν να βρίσκονται πάνω από τα επίπεδα που καταγράφονταν πριν από τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία.
Τα στοιχεία των εισαγωγών και η σύγκριση με την προπολεμική περίοδο
Το 2025-2026, η Γερμανία εισήγαγε 48.800 τόνους αζώτου μέσω λιπασμάτων ρωσικής προέλευσης. Η ποσότητα αυτή είναι μειωμένη κατά περίπου 66% σε σύγκριση με το προηγούμενο έτος, αλλά παραμένει κατά 53% υψηλότερη από τους 31.800 τόνους που είχαν καταγραφεί το 2020-2021, πριν από τον πόλεμο.
Η εξέλιξη των εισαγωγών δείχνει πόσο έντονη ήταν η αύξηση μετά το 2022. Το 2021-2022 οι εισαγωγές έφτασαν τους 56.800 τόνους αζώτου, ενώ το 2022-2023 εκτοξεύθηκαν στους 185.100 τόνους. Στη συνέχεια καταγράφηκαν 140.200 τόνοι το 2023-2024 και 143.800 τόνοι το 2024-2025, προτού σημειωθεί η μεγάλη υποχώρηση της τελευταίας περιόδου. Τα στοιχεία αφορούν την ποσότητα του αζώτου που περιέχεται στα εισαγόμενα λιπάσματα και όχι το συνολικό βάρος των προϊόντων.
Τα λιπασματικά έτη υπολογίζονται από τον Ιούλιο έως τον Ιούνιο. Η ποσότητα αζώτου που εισήχθη στη Γερμανία μέσω ρωσικής ουρίας μειώθηκε από 71.600 τόνους σε 27.600 τόνους, καταγράφοντας πτώση άνω του 61%. Παρά τη μείωση, η ποσότητα εξακολουθεί να είναι σχεδόν τριπλάσια από τους 9.900 τόνους του 2020-2021. Η συγκεκριμένη εξέλιξη αναδεικνύει το βασικό πρόβλημα της ευρωπαϊκής πολιτικής περιορισμού των εμπορικών δεσμών με τη Ρωσία. Ακόμη και όταν περιορίζονται οι εισαγωγές συγκεκριμένων προϊόντων, οι οικονομικές σχέσεις μπορούν να διατηρούνται μέσω άλλων κατηγοριών αγαθών, ιδιαίτερα όταν αυτά έχουν χαμηλότερο κόστος παραγωγής.
Γιατί οι ρωσικές εισαγωγές παραμένουν ανταγωνιστικές
Καθοριστικός παράγοντας είναι το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία και στην υπόλοιπη Ευρώπη. Η παραγωγή αζωτούχων λιπασμάτων απαιτεί μεγάλες ποσότητες φυσικού αερίου, το οποίο χρησιμοποιείται τόσο ως πρώτη ύλη όσο και ως πηγή ενέργειας. Σύμφωνα με τον Σύνδεσμο Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι ευρωπαϊκοί δασμοί, που τέθηκαν σε ισχύ τον Ιούλιο του 2025, περιόρισαν σημαντικά τις εισαγωγές ρωσικών λιπασμάτων. Ωστόσο, δεν εξάλειψαν το ανταγωνιστικό πλεονέκτημα των ρωσικών προϊόντων. Ο σύνδεσμος επισημαίνει ότι οι υψηλές τιμές ενέργειας δυσκολεύουν τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις να αυξήσουν την εγχώρια παραγωγή και να καλύψουν μεγαλύτερο μέρος των αναγκών της αγοράς. Ως αποτέλεσμα, τα ρωσικά λιπάσματα εξακολουθούν να παραμένουν ελκυστικά, ακόμη και μετά την επιβολή πρόσθετων δασμών.
Παράλληλα, σύμφωνα με τον IVA, είναι πιθανό ορισμένες ποσότητες ρωσικών προϊόντων να φτάνουν στη γερμανική αγορά μέσω άλλων κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το μέγεθος αυτών των έμμεσων εισαγωγών, ωστόσο, δεν μπορεί να προσδιοριστεί με ακρίβεια από τα διαθέσιμα στοιχεία.
Δεν αποδίδονται οι αυξήσεις των τιμών αποκλειστικά στους δασμούς
Το ζήτημα έχει άμεση σημασία για τους Γερμανούς αγρότες, καθώς το κόστος των λιπασμάτων επηρεάζει την παραγωγή και, τελικά, την οικονομική βιωσιμότητα των καλλιεργειών. Ο IVA υποστηρίζει ότι η μείωση των ρωσικών εισαγωγών δεν έχει προκαλέσει μέχρι στιγμής σαφή αύξηση των τιμών εξαιτίας των δασμών. Σύμφωνα με τον σύνδεσμο, η εγχώρια παραγωγική δυναμικότητα και οι εισαγωγές από άλλες χώρες, μεταξύ των οποίων η Αίγυπτος, επαρκούν για την κάλυψη των αναγκών της αγοράς. Την ίδια στιγμή, ο σύνδεσμος αποδίδει τις υψηλές τιμές των λιπασμάτων το 2026 στις διεθνείς ενεργειακές αναταράξεις, στον πόλεμο με το Ιράν και στην κρίση γύρω από τα Στενά του Ορμούζ, παράγοντες που επηρεάζουν το κόστος μεταφοράς και τις παγκόσμιες τιμές ενέργειας και λιπασμάτων.
Οι εκτιμήσεις αυτές αποτελούν τις θέσεις του κλαδικού συνδέσμου και δεν συνιστούν από μόνες τους ανεξάρτητη αξιολόγηση όλων των παραγόντων που διαμορφώνουν τις τιμές.
Νέες πιέσεις για περιορισμό των ρωσικών εισαγωγών
Με αφορμή τα στοιχεία, ο IVA ζητά να εξεταστεί η επιβολή πρόσθετων δασμών στις εισαγωγές καλιούχων λιπασμάτων από τη Ρωσία και τη Λευκορωσία. Το κάλιο αποτελεί βασικό θρεπτικό στοιχείο για τις καλλιέργειες και αντιπροσωπεύει μια ακόμη κατηγορία προϊόντων στην οποία η ευρωπαϊκή αγορά διατηρεί εμπορικές σχέσεις με τις δύο χώρες.
Ο σύνδεσμος εκτιμά ότι η ευρωπαϊκή βιομηχανία μπορεί να καλύψει τις ανάγκες της γεωργίας χωρίς να εξαρτάται από τις συγκεκριμένες εισαγωγές και υποστηρίζει ότι πρόσθετοι δασμοί δεν θα πρέπει να οδηγήσουν αναγκαστικά σε αυξήσεις τιμών. Η συζήτηση, ωστόσο, αποτυπώνει το ευρύτερο δίλημμα της ευρωπαϊκής οικονομικής πολιτικής. Η μείωση της εξάρτησης από τη Ρωσία απαιτεί όχι μόνο εμπορικούς περιορισμούς, αλλά και ανταγωνιστική εγχώρια παραγωγή, προσιτό ενεργειακό κόστος και εναλλακτικές πηγές προμήθειας.
Τα δεδομένα της γερμανικής αγοράς δείχνουν ότι οι δασμοί μπορούν να περιορίσουν σημαντικά τις εισαγωγές, χωρίς όμως να εξαλείψουν αυτομάτως τις οικονομικές σχέσεις που στηρίζονται σε διαφορές κόστους παραγωγής. Για τη Γερμανία και την Ευρωπαϊκή Ένωση, η πρόκληση παραμένει η εξισορρόπηση τριών στόχων: της ενεργειακής και οικονομικής ασφάλειας, της στήριξης της εγχώριας βιομηχανίας και της διατήρησης προσιτού κόστους για τον αγροτικό τομέα.
Με πληροφορίες του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA) και του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου.
-
Αναλύσεις1 μήνα πρινΤο τελεσίγραφο Καλίν την ώρα που η Τουρκία προετοιμάζεται για πόλεμο!
-
Άμυνα3 μήνες πρινΡωσσικό ΜΜΕ: Ελληνικό «μπλόκο» στην απαίτηση για Patriot – Πώς γνωρίζει το Κίεβο απόρρητα στοιχεία για τους πυραύλους μας;
-
ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΜΕ ΣΗΜΑΣΙΑ3 μήνες πρινΠακιστανός με καναδική υπηκοότητα ο υπαίτιος της πυρκαγιάς στον Έβρο! Πιθανόν να μετέφερε μετανάστες
-
GEOPOLITICO1 μήνα πρινΤο διέρρευσε ο Παπαχελάς! Έφεραν τον Καλίν στο Μαξίμου – Τί συζήτησε με τον Μητσοτάκη;
-
Αναλύσεις2 μήνες πρινΚαραγκιούλ: «Αν Ελλάδα, Κύπρος και Ισραήλ επιτεθούν στην Τουρκία, ο χάρτης του Αιγαίου θα αλλάξει»
-
ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΜΕ ΣΗΜΑΣΙΑ2 μήνες πρινΞέσπασμα της μητέρας της Μυρτούς για την υπόθεση Τζαβέντ Ασλάμ: «Δεν ξεχνώ ποτέ» – «Δήμαρχος των Πακιστανών ο Δούκας»
-
GEOPOLITICO4 εβδομάδες πρινΤί λέει Τούρκος δημοσιογράφος για Σάββα Καλεντερίδη; «Έκανε πολύ καλά τη δουλειά του για τη χώρα του – Δεν μπορούσε να τον στριμώξει η ΜİΤ»
-
Αναλύσεις3 μήνες πρινΕάν η Τουρκία απορρίψει τη συμφωνία αποχώρησης από την Κύπρο θα απομακρυνθεί δια της βίας

