Διεθνή
Η Κύπρος στα «μέτρα συναγερμού» της Ελλάδας και το τουρκικό μοντέλο του 1974 στο Αιγαίο
Τα τρία τραπέζια πόκερ του Ερντογάν, η επίσκεψη Τσαβούσογλου και η ισλαμοποίηση των κατεχομένων
Γιάννος Χαραλαμπίδης
Οι ευθύνες της Λευκωσίας και γιατί αδυνατεί να εκμεταλλευθεί τα οφέλη από την αποτρεπτική αναβάθμιση της Ελλάδας και η μεταφορά τμήματος του στόλου από τη Σαλαμίνα στην Κρήτη
Ενώ ο Τούρκος Υπουργός Εξωτερικών Μεβλούτ Τσαβούσογλου επισκέπτεται σήμερα τα κατεχόμενα για να προωθήσει μέσα από διάφορες «νομοθετικές ρυθμίσεις» μια μορφή ισλαμοποίησης, την εμβάθυνση της υφιστάμενης οικονομικής προσάρτησης και του ελέγχου των πηγών πλούτου από τον τουρκικό στρατό, στο Αιγαίο κλιμακώνεται η ρητορική του πολέμου, που μυρίζει μπαρούτι. Αλλά η Κύπρος συνεχίζει να είναι η αχίλλειος πτέρνα του Ελληνισμού, παρότι, μετά από πολύ καιρό, είναι ενταγμένη στα λεγόμενα “μέτρα συναγερμού” των Ελληνικών Ενόπλων Δυνάμεων σε περίπτωση κρίσης. Αυτό, όμως, το γεγονός δεν σημαίνει ότι επιλύει το πρόβλημα της ασφάλειάς μας. Όπως διπλωματικές και στρατιωτικές πηγές αναφέρουν, “η Κύπρος συνεχίζει να είναι αθωράκιστη και ανέτοιμη σε ψυχολογικό, πολιτικό και στρατιωτικό επίπεδο, για να μπορεί ν’ αντιμετωπίσει μία κρίση που θα χτυπήσει την πόρτα της κυρίως επί του εδάφους (δηλαδή στη γραμμή αντιπαράταξης”. Η πραγματικότητα αυτή είναι συνάρτηση της, επί σειράν ετών, εξευμενιστικής πολιτικής, που αποτυπώνεται για κάποιους στην αντίληψη της ανοχύρωτης πολιτείας.
Ο έλεγχος του πλούτου της Κύπρου υπό την ασφάλεια της Τουρκίας
Τα επίχειρα της ανοχύρωτης πολιτείας
Η συνοχή του ΝΑΤΟ και o εκβιασμός του Ερντογάν μέσω Αιγαίου
Η στρατηγική της Τουρκίας και η διπλωματική και νομική απάντηση της Ελλάδας
Οι ευθύνες της Λευκωσίας
Όταν γίνεται λόγος για «μέτρα συναγερμού» εννοούμε ότι σε περίπτωση που υπάρξει κλιμάκωση της κρίσης στο Αιγαίο και ειδικότερα στην περιοχή της Κρήτης και της Ρόδου, καθώς και αλλού, οι Ελληνικές Ένοπλες Δυνάμεις λαμβάνουν υπόψη και την περίπτωση της Κύπρου, κυρίως με τμήματα που εδρεύουν στην Κρήτη. Μία, μάλιστα, από τις αλλαγές που γίνεται είναι η άμεση μεταφορά μέρους του ελληνικού στόλου από τον ναύσταθμο της Σαλαμίνας στην Κρήτη, ώστε να κινείται ταχύτερα και να αυξάνει η Ελλάδα την αποτρεπτική της ικανότητα στην ευρύτερη περιοχή, προβάλλοντας έτσι την αποτρεπτική της ισχύ στην περιοχή του τουρκολιβυκού μνημονίου. Και αν αυτό αποφασιστεί, προς την περιοχή της Κύπρου.
Το Υπουργείο Άμυνας της Κυπριακής Δημοκρατίας σε πρώτη φάση και σε δεύτερη η Εθνική Φρουρά δεν έχουν εκμεταλλευτεί επαρκώς τις αλλαγές που συμβαίνουν στις Ένοπλες Δυνάμεις της Ελλάδος. Τι σημαίνει αυτό; Ότι λόγω των καλών σχέσεων που διαθέτει η Κυπριακή Δημοκρατία με τη Γαλλία θα έπρεπε να εμπλακεί και αυτή στη συμφωνία για τα εξοπλιστικά προγράμματα, τα οποία έχει ήδη παραγγείλει η Ελλάδα. Ταυτοχρόνως, η Κύπρος δεν εκμεταλλεύεται το ελληνικό ναυτικό για να αποκτήσουν τα στελέχη του στο πλαίσιο ασκήσεων την ανάλογη εμπειρία και ετοιμότητα σε περίπτωση κρίσης, διότι, εκτός των άλλων, δεν διαθέτει ανάλογα μέσα, παρά το γεγονός ότι η Κυπριακή Δημοκρατία είναι 11 φορές μεγαλύτερη στη θάλασσα απ’ ό,τι στην ξηρά, εάν λάβει κάποιος υπόψη την έκταση της Κυπριακής ΑΟΖ.
Όπως εξελίσσεται το επιχειρησιακό και αποτρεπτικό σκηνικό, το βάρος της ευθύνης για τα τραγικά ελλείμματα ασφάλειας της Κύπρου -που γνωρίζουν οι Τούρκοι- βαραίνει πλέον πολύ περισσότερο την ίδια παρά την Ελλάδα, η οποία δηλώνει πολύ μεγαλύτερη ετοιμότητα απ’ ό,τι στο παρελθόν. Τουλάχιστον, αυτή είναι η αντίληψη των Ενόπλων Δυνάμεων.
Πριν από την κρίση…
Στη Λευκωσία όμως δεν φαίνεται να υπάρχει ανάλογος στρατηγικός προβληματισμός, διότι συνεχίζει το κομματικό σύστημα να υιοθετεί την πολιτική του εξευμενισμού, αγνοώντας την περιφερειακή και παγκόσμια πραγματικότητα και δη την τουρκική απειλή. Εάν Αθήνα και Λευκωσία θέλουν να καλύψουν τα κενά, θα πρέπει να βρουν τους τρόπους πριν από την κρίση. Μετά θα είναι αργά…
Καθολική αποδοχή των θέσεων Ερντογάν
Είναι, μάλιστα, πρόδηλον ότι η πολιτική της Γαλάζιας Πατρίδας και η αναθεωρητική στρατηγική της Άγκυρας, που οδηγεί στη Νέα Οθωμανική Αυτοκρατορία και τμήμα της οποίας αποτυπώνεται στην κατοχή της Κύπρου αλλά και στην αμφισβήτηση της κυριαρχίας των νησιών του Αιγαίου, δεν είναι σημαία μόνο του Ταγίπ Ερντογάν αλλά και της αντιπολίτευσης. Δηλαδή των Κεμαλιστών και των συμμάχων τους. Όπως υποστηρίζει ο Κιλιτσντάρογλου, ο Ερντογάν δεν μπορεί να αρκείται στέλνοντας και αποσύροντας τα πολεμικά πλοία της Τουρκίας από το Αιγαίο χωρίς να προχωρήσει στο επόμενο βήμα, που αν το πραγματοποιήσει, θα έχει την απόλυτη στήριξη των Κεμαλιστών. Συνεπώς: 1) Έχουμε μία Τουρκία πλήρως ευθυγραμμισμένη με την Αναθεωρητική Πολιτική. 2) Ακόμη και αν πέσει ο Ερντογάν από την εξουσία, η επεκτατική πολιτική της Άγκυρας θα συνεχιστεί. Αυτό φαίνεται ότι γίνεται αντιληπτό από την Ελλάδα, εξ ου και οι μεγάλες αγορές εξοπλιστικών συστημάτων για τα επόμενα χρόνια προκειμένου να αισθάνεται πιο ασφαλής. Αντιθέτως, η Λευκωσία συνεχίζει να ζει την ψευδαίσθηση ότι εάν έχουμε νέα τουρκική ηγεσία υπάρχουν δυνατότητες και πιθανότητες αλλαγής της πολιτικής της. Ως εκ τούτου, συνεχίζει μέσω των ΜΟΕ και άλλων εξευμενιστικών κινήσεων, που δεν μπορούν να αποδίδουν αλλά αντίθετα τροφοδοτούν την τουρκική επιθετικότητα, να ζει στις δικές της ψευδαισθήσεις και να καθιστά εαυτήν εύκολη βορά στην τουρκική Αναθεωρητική Πολιτική και αχίλλειο πτέρνα στην περίπτωση κρίσης μεταξύ Ελλάδας – Τουρκίας.
Μεταβλητές της κρίσης
Είναι υπαρκτός ο κίνδυνος της μεταφοράς του πολέμου από τα λόγια στις πράξεις. Γι’ αυτό και η Ελλάδα, σε μια κίνηση αποτροπής, έχει δεσμεύσει από τώρα μέχρι τον Σεπτέμβριο περιοχές μεταξύ Κρήτης και Ρόδου. Διότι εκεί ενδέχεται η Τουρκία να στείλει πολεμικά πλοία και τρυπάνι στο επόμενο διάστημα – δηλαδή στη ζώνη του λεγόμενου τουρκολιβυκού μνημονίου. Εάν θα γίνει κρίση ή όχι εξαρτάται από την επιτιθέμενη, δηλαδή από την Άγκυρα, επί τη βάσει μιας σειράς μεταβλητών, στις οποίες περιλαμβάνονται, μεταξύ άλλων, και οι εξής:
- Εάν ο Ερντογάν είναι σίγουρος ότι θα κερδίσει την κρίση. Διότι δεν πρόκειται να εμπλακεί σε μία κρίση την οποία θα χάσει και μαζί την εξουσία, οπότε θα καταλήξει στη φυλακή. Χωρίς καν να διεκδικήσει την επανεκλογή του, το 2023. Ο Ερντογάν δεν θα εμπλακεί σε κρίση για να ηττηθεί, αλλά για να νικήσει ή για να μπορεί να εμφανίσει την κρίση ως νίκη.
- Οι ΗΠΑ δεν επιθυμούν εκ των πραγμάτων κρίση ή κλιμάκωσή της και πόλεμο μεταξύ Ελλάδας-Τουρκίας, διότι θα τιναχθεί στον αέρα η νοτιοανατολική πτέρυγα του ΝΑΤΟ σε μία περίοδο κατά την οποία, λόγω του πολέμου στην Ουκρανία, επιβάλλεται η συνοχή της Συμμαχίας. Ο Ερντογάν γνωρίζει την αμερικανική αντίληψη και θέλει να την χρησιμοποιήσει στην εξής εκβιαστική λογική: Εάν θα κατεβάσω τους τόνους θα πρέπει να πάρω ανταλλάγματα, τα οποία απεικονίζονται στην αγορά των F-16, για να μην αλλάξει στο επόμενο διάστημα δραματικά το ισοζύγιο δυνάμεων στον αέρα λόγω της αγοράς από πλευράς της Ελλάδας των γαλλικών Ραφάλ. Έχουμε, δηλαδή, τον Τούρκο Πρόεδρο να παίζει πόκερ με ανοιχτά, μάλιστα, χαρτιά σε διάφορα τραπέζια. Το πρώτο αφορά στο βέτο, το οποίο εγείρει επί της ένταξης της Σουηδίας και της Φινλανδίας στο ΝΑΤΟ. Το δεύτερο επικεντρώνεται στο τρίγωνο των σχέσεων Τουρκίας, Ρωσίας και ΗΠΑ, στην εξής βάση: Της πολιτικής του εκκρεμούς. Δηλαδή, εάν η Αμερική δεν μου κάνει τα χατίρια, τότε έχω την ευχέρεια να στρέφομαι προς τη Ρωσία. Μία πολιτική πρακτική την οποία έχουμε δει στο θέμα της αγοράς των S-400 και τώρα στον άξονα του σιταριού. Στη συνεργασία δηλαδή μεταξύ Ρωσίας και Τουρκίας για την ασφαλή διακίνηση με τα πλοία από τη Μαύρη Θάλασσα που βρίσκονται ήδη παγιδευμένα κυρίως στην Οδησσό της Ουκρανίας. Το τρίτο πεδίο είναι αυτό του Αιγαίου, όπου ακόμη και αν ο Ερντογάν εισπράξει οποιαδήποτε ανταλλάγματα στο θέμα των F-16 ή αλλού για να χαμηλώσει τους τόνους, μια τέτοια εξέλιξη ουδόλως θα τερματίσει τη διαχρονική αναθεωρητική τουρκική πολιτική που εκδηλώνεται από το Αιγαίο ώς την Κύπρο και επιβάλλει ακριβώς μιαν αποτρεπτική απάντηση από πλευράς Ελλάδας και Κύπρου. Η ίδια λοιπόν η Τουρκία με την επεκτατική της πολιτική αποδεικνύει πόσο σημαντική είναι η στρατηγική του Δόγματος του Ενιαίου Αμυντικού Χώρου, το οποίο, δυστυχώς, εγκαταλείφθηκε τροφοδοτώντας την τουρκική απειλή.
«Κατάργηση» συνθηκών, κυριαρχία και αυτοάμυνα..
Η τουρκική επεκτατική πολιτική στο Αιγαίο στηρίζεται πάνω στη λογική του κυπριακού προβλήματος και της αποστρατιωτικοποίησης των νησιών για να συνεχίσει η Τουρκία να κερδίζει εκβιάζοντας, διά της σκιάς της ισχύος της. Ειδικώς το 1974, η Άγκυρα έθετε ως προϋπόθεση για να μην πραγματοποιήσει εισβολή την αποχώρηση των ελληνικών στρατευμάτων από την Κύπρο. Στόχος ήταν να εισβάλει στρατιωτικά στην Κύπρο και να διώξει τον ελληνικό στρατό για να αποκτήσει το πλεονέκτημα ισχύος και να προχωρήσει εν συνεχεία σε συνομιλίες επιβάλλοντας τους στρατηγούς της σχεδιασμούς μέσα από μία διχοτομική λύση, την οποία άλλοτε ονομάζει ομοσπονδία και άλλοτε συνομοσπονδία ή δύο κράτη. Κάτι ανάλογο επιδιώκει σήμερα στο Αιγαίο, αρχικώς με τη σκιά της ισχύος της, απειλώντας, ταυτοχρόνως, ακόμη και με εισβολή όπως το 1974, την οποία προσπαθεί από τώρα να εμφανίσει: 1. Ως αποτέλεσμα της στρατιωτικοποίησης των νησιών, που σημαίνει κατά την Άγκυρα κατάργηση των σχετικών Συνθηκών. 2. Ως νόμιμη άμυνα, ότι δηλαδή η Ελλάδα είναι σε επιθετική διάταξη και η Τουρκία έχει δικαίωμα αυτοάμυνας.
Ποια είναι, λοιπόν, η στρατηγική της Τουρκίας; Πρώτον, η αμφισβήτηση των συνθηκών στην εξής βάση: Εφόσον, σύμφωνα με τις Συνθήκες, τα νησιά παραδόθηκαν στην Ελλάδα υπό την προϋπόθεση ότι θα είναι αποστρατιωτικοποιημένα και εφόσον στρατιωτικοποιήθηκαν, η Αθήνα είναι αυτή που καταργεί τις συνθήκες. Και εφόσον κατά τον τουρκικό ισχυρισμό καταργούνται οι συνθήκες, εγείρεται θέμα της κυριαρχίας των νησιών, τα οποία η Τουρκία διεκδικεί. Εάν το κλειδί είναι η αποστρατιωτικοποίηση, τότε υπάρχει απάντηση. Η παρουσία Ελληνικού Στρατού στα νησιά είναι απάντηση στην τουρκική απειλή, που προκαλείται από την παρουσία της Στρατιάς του Αιγαίου, η οποία μάλιστα είναι εκτός ΝΑΤΟ. Και, ως εκ τούτου, δικαιολογείται η Αθήνα να επικαλείται το άρθρο 51 του Χάρτη των Ηνωμένων Εθνών περί αυτοάμυνας, επί τη βάσει μάλιστα του οποίου είναι οικοδομημένο και το Δίκαιο της Ανάγκης στη λογική του οποίου λειτουργεί και η Εθνική Φρουρά ως δύναμη, σήμερα, που εκφράζει την όποια αποτροπή λόγω της τουρκικής κατοχής. Υπό αυτές τις συνθήκες, πώς είναι δυνατόν η Τουρκία να αναφέρεται στην αποστρατιωτικοποίηση των νησιών του Αιγαίου, όταν την ίδια στιγμή κατέχει την Κύπρο διαθέτοντας επί του εδάφους της 40.000 στρατού, παράνομα; Η αποστρατιωτικοποίηση των νησιών του Αιγαίου θα θέτει την Ελλάδα υπό τη μόνιμη ομηρία και απειλή της «Στρατιάς του Αιγαίου», μετατρέποντάς την σε οιονεί προτεκτοράτο της Τουρκίας στην πρακτική της φινλανδοποίησης. Ενώ δηλαδή η ίδια η Φινλανδία με αίτημα ένταξής της στο ΝΑΤΟ επιδιώκει να τερματίσει την εξάρτησή της από τη Μόσχα επειδή αισθάνεται πλέον να κλιμακώνεται η ρωσική απειλή, η Τουρκία θέλει να γεννήσει ένα νέο μοντέλο φινλανδοποίησης στο Αιγαίο αφού το εφαρμόζει ήδη στην Κύπρο, η οποία παραμένει αθωράκιστη και αχίλλειος πτέρνα του Ελληνισμού.
Ισλαμοποίηση και συνομοσπονδία ψευδοκράτους και κατεχομένων
Ο Τούρκος Υπουργός Εξωτερικών Μεβλούτ Τσαβούσογλου πραγματοποιεί σήμερα παράνομη επίσκεψη στην Κύπρο με κεντρικό θέμα, όπως μεταδίδεται, το οικονομικό πρωτόκολλο, που η χώρα του υπέγραψε με το ψευδοκράτος και επικεντρώνεται στα εξής:
- Ενίσχυση τρόπων για την εισβολή τουρκικών κεφαλαίων στα κατεχόμενα σε μια προσπάθεια εμβάθυνσης της εν εξελίξει προσάρτησης στη βάση της αύξησης των εμπορικών συναλλαγών και της εξάπλωσης της λίρας για να προκύψει καλύτερη αποτελεσματικότητα και παραγωγικότητα. Οι επενδύσεις συνδέουν το κεφάλαιο με την όποια λύση, την οποία η Άγκυρα εντάσσει στη λογική των δυο κρατών.
- Ενίσχυση της ισλαμοποίησης. Στο πρωτόκολλο γίνεται αναφορά «σε ενίσχυση των δεσμών σε όλους τους τομείς που πηγάζουν από τις κοινές ιστορικές, πολιτιστικές, γλωσσικές, θρησκευτικές και πνευματικές αξίες και επίτευξη βιώσιμης οικονομικής και κοινωνικής ανάπτυξης μεταξύ των δύο ΄χωρών΄». Οι διατάξεις αυτές συνδέονται με περιορισμούς, για παράδειγμα, πρόσβασης στο διαδίκτυο ή άλλων κοινωνικών και συνδικαλιστικών δράσεων που στρέφονται εναντίον της τουρκικής παράδοσης και ταυτότητας, των οποίων αναπόσπαστο τμήμα είναι το Ισλάμ.
- Αύξηση και νομιμοποίηση νέων εποίκων, αφού θα γίνει διευκόλυνση των πολιτογραφήσεων. Συνεπώς έχουμε μιαν άλλης μορφής τουρκοποίηση, ισλαμοποίηση, εκτός της δημογραφικής αλλαγής. Διότι οι νέοι κουβαλητοί είναι επιλεγμένοι ισλαμιστές για να υπηρετήσουν την κοινωνική, πολιτιστική και θρησκευτική κουλτούρα που θέλει να επιβάλει ο Ερντογάν, περιορίζοντας έτσι τον ρόλο των Τουρκοκυπρίων στα κατεχόμενα.
- Διασφάλιση από μέρους της Τουρκίας της εκμετάλλευσης των υπόγειων και υπέργειων πόρων στη βάση μιας στρατηγικής, την οποία το πρωτόκολλο συνδέει με θέματα εξωτερικής πολιτικής και άμυνας. Δηλαδή φυσικό αέριο, νερό κ.λπ τίθενται υπό τον έλεγχο του τουρκικού στρατού.
Συνεπώς οδηγούνται τα πράγματα σε μια μορφή συνομοσπονδίας μεταξύ Τουρκίας και ψευδοκράτους. Αυτά είναι τα αποτελέσματα του εξευμενισμού και των ΜΟΕ, καθώς και της αδυναμίας όπως συνδεθεί το Κυπριακό ως ζήτημα εισβολής και κατοχής με την κρίση και τον πόλεμο στην Ουκρανία για να προκληθεί κόστος στην Τουρκία ως κατοχική δύναμη. Αντιθέτως, τα ΜΟΕ κάλυψαν την εισβολή και κατοχή κάτω από τη δικοινοτική διάσταση του προβλήματος.
ΝΑΤΟ, ΕΕ και αποτροπή…
Επειδή γίνεται λόγος για τη στάση των συμμάχων, είτε αυτές είναι οι ΗΠΑ είτε η ΕΕ, ας είμαστε προσγειωμένοι. Σε μια κρίση, εάν εσύ ο ίδιος δεν είσαι αυτόνομα έτοιμος να αντιμετωπίσεις τον κίνδυνο, δεν θα σπεύσουν άλλοι για το χατίρι σου να συγκρουστούν με την Τουρκία. Ας δοκιμάσουμε λοιπόν τους συμμάχους μας και δη τους Ευρωπαίους Εταίρους μας αλλά και εκείνους στο ΝΑΤΟ. Δηλαδή: Πρώτο, στη Σύνοδο του ΝΑΤΟ, γιατί η Συμμαχία να μη διατυπώσει θέση για τον σεβασμό των συνόρων και της κυριαρχίας των κρατών μελών και για τη μη χρήση βίας; Θα το θέσει η Ελλάδα; Δεύτερο, στη Σύνοδο της ΕΕ, γιατί να μην τεθεί στα συμπεράσματα ότι θα προκύψει η άμεση ενεργοποίηση του άρθρου 42,7 των Συνθηκών στην περίπτωση κατά την οποία κράτος μέλος δεχθεί επίθεση από τρίτο κράτος όπως είναι η Τουρκία; Με άλλα λόγια, εάν η Άγκυρα επιτεθεί στην Ελλάδα και την Κύπρο, θα βρει μπροστά της όλα τα κράτη τής ΕΕ, ακόμη και στρατιωτικά… Μπορούν οι ηγεσίες μας ή όχι;
*Δρ των Διεθνών Σχέσεων
Σημερινή
Διεθνή
Προειδοποίηση της Ελβετίας: Το υψηλό ευρωπαϊκό χρέος θα μπορούσε να πυροδοτήσει μια κρίση του ευρώ
Τα αυξανόμενα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη και πέραν αυτής εγκυμονούν κινδύνους για την οικονομική σταθερότητα και θα μπορούσαν να πυροδοτήσουν μια κρίση του ευρώ, δήλωσε την Παρασκευή η Ελβετίδα υπουργός Οικονομικών, Κάριν Κέλερ-Σούτερ.
Τα αυξανόμενα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη και πέραν αυτής εγκυμονούν κινδύνους για την οικονομική σταθερότητα και θα μπορούσαν να πυροδοτήσουν μια κρίση του ευρώ, δήλωσε την Παρασκευή η Ελβετίδα υπουργός Οικονομικών, Κάριν Κέλερ-Σούτερ.
Μιλώντας στον ελβετικό δημόσιο ραδιοτηλεοπτικό φορέα SRF, στην Μπανγκόκ —στο περιθώριο των ετήσιων συναντήσεων του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου και της Παγκόσμιας Τράπεζας—, η Κέλερ-Σούτερ ανέφερε ότι και οι τιμές της ενέργειας εντείνουν τις ανησυχίες μεταξύ των υπευθύνων χάραξης πολιτικής.
Η Ελβετία διαθέτει ένα από τα χαμηλότερα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη, ωστόσο η Κέλερ-Σούτερ τόνισε ότι, στο τρέχον περιβάλλον, είναι σημαντικό να εξετάζεται η ευρύτερη εικόνα.
«Είμαστε τόσο στενά διασυνδεδεμένοι σε διεθνές επίπεδο, ώστε καθιστάμεθα επίσης ευάλωτοι, για παράδειγμα, στην περίπτωση που προκύψει κρίση χρέους εξαιτίας του δημόσιου χρέους μεγάλων χωρών. Σκέφτομαι συγκεκριμένα τις Ηνωμένες Πολιτείες, αλλά και την Ευρώπη. Υπάρχει η περίπτωση της Γαλλίας — κάτι που θα μπορούσε να οδηγήσει σε κρίση του ευρώ», δήλωσε η Κέλερ-Σούτερ στο δίκτυο SRF.
Το δημόσιο χρέος της Γαλλίας, τα δημοσιονομικά ελλείμματα και η υποτονική οικονομική ανάπτυξη έχουν εντείνει τις ανησυχίες για την κατάσταση των δημόσιων οικονομικών της, καθώς ο πολιτικός κατακερματισμός έχει καταστήσει πιο περίπλοκες τις προσπάθειες δημοσιονομικής εξυγίανσης.
Αναλύσεις
Η Κίνα βρίσκει δρόμο που παρακάμπτει το Πακιστάν – Ο διάδρομος Ουαχάν αλλάζει τις γεωπολιτικές ισορροπίες
Μία νέα οδική αρτηρία μήκους 121 χιλιομέτρων στο βορειοανατολικό Αφγανιστάν δημιουργεί τις προϋποθέσεις για απευθείας χερσαία σύνδεση με την Κίνα, χωρίς διέλευση από το Πακιστάν. Η ολοκλήρωση του δρόμου στον ιστορικό διάδρομο Ουαχάν αποκτά ιδιαίτερη γεωπολιτική σημασία, καθώς το Πεκίνο αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα ασφαλείας με τις επενδύσεις του στο Πακιστάν, ενώ η Καμπούλ επιδιώκει να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ.
Μία σημαντική εξέλιξη στις χερσαίες μεταφορές και στις γεωπολιτικές ισορροπίες της Κεντρικής Ασίας καταγράφεται στο Αφγανιστάν, με την ολοκλήρωση νέου δρόμου στον στρατηγικής σημασίας διάδρομο Ουαχάν.
Σύμφωνα με ανάλυση του Imran Khurshid που δημοσιεύθηκε στις 9 Οκτωβρίου 2026 στο Asia Times, οι αφγανικές αρχές εγκαινίασαν οδική διαδρομή 121 χιλιομέτρων, η οποία εκτείνεται από την περιοχή Μπρογκίλ έως τα σύνορα με την Κίνα, στην επαρχία Μπανταχσάν.
Το έργο κόστισε περίπου 365 εκατομμύρια αφγάνι, ποσό που αντιστοιχεί σε περίπου 5,5 εκατομμύρια δολάρια.
Κατά τις αφγανικές ανακοινώσεις, κατασκευάστηκε από ντόπιους μηχανικούς και εργαζομένους, χωρίς τη συμμετοχή ξένων τεχνικών συμβούλων.
Η νέα διαδρομή φθάνει στα σινοαφγανικά σύνορα. Αυτό, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι λειτουργεί ήδη πλήρης διεθνής εμπορευματικός διάδρομος, καθώς εξακολουθούν να υπάρχουν σημαντικοί τεχνικοί και συνοριακοί περιορισμοί.
Γιατί ο διάδρομος Ουαχάν έχει στρατηγική σημασία
Ο διάδρομος Ουαχάν αποτελεί μια στενή λωρίδα αφγανικού εδάφους ανάμεσα στο Τατζικιστάν, το Πακιστάν και την Κίνα.
Η γεωγραφική του διαμόρφωση συνδέεται με τον ανταγωνισμό της Βρετανικής και της Ρωσικής Αυτοκρατορίας κατά τον 19ο αιώνα.
Η περιοχή διατηρήθηκε ως ζώνη διαχωρισμού των δύο αυτοκρατορικών σφαιρών επιρροής, αποτελώντας ένα από τα χαρακτηριστικότερα γεωγραφικά κατάλοιπα του λεγόμενου «Μεγάλου Παιχνιδιού».
Σήμερα, η ίδια περιοχή αποκτά νέα σημασία, αυτή τη φορά λόγω της προσπάθειας σύνδεσης της Κίνας με το Αφγανιστάν και ευρύτερα με την Κεντρική Ασία.
Ο δρόμος ανοίγει τη δυνατότητα δημιουργίας μιας εναλλακτικής οδού μεταφορών, περιορίζοντας δυνητικά την ανάγκη διέλευσης από το πακιστανικό έδαφος.
Το πρόβλημα της Κίνας με τον οικονομικό διάδρομο CPEC
Το ενδιαφέρον της εξέλιξης εντοπίζεται κυρίως στην προσπάθεια του Πεκίνου να περιορίσει την εξάρτησή του από ευάλωτες υποδομές.
Ο Οικονομικός Διάδρομος Κίνας–Πακιστάν, γνωστός ως CPEC, αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα προγράμματα της κινεζικής πρωτοβουλίας Belt and Road.
Μέσω του συγκεκριμένου σχεδίου, η Κίνα επιχειρεί να ενισχύσει τις εμπορικές και ενεργειακές συνδέσεις της με τη Νότια Ασία και την Αραβική Θάλασσα.
Ωστόσο, η υλοποίηση των έργων έχει αντιμετωπίσει σοβαρές δυσκολίες.
Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, οργανώσεις αυτονομιστών έχουν πραγματοποιήσει επανειλημμένες επιθέσεις εναντίον κινεζικών συμφερόντων, εγκαταστάσεων και εργαζομένων.
Οι επιθέσεις αυτές έχουν επιβαρύνει την ασφάλεια των υποδομών και έχουν αυξήσει το κόστος προστασίας των κινεζικών επενδύσεων.
Παράλληλα, έχουν διατυπωθεί καταγγελίες για καθυστερήσεις, κακοδιαχείριση και προβλήματα διαφάνειας σε επιμέρους προγράμματα του CPEC.
Η εδαφική διαμάχη με την Ινδία
Μια επιπλέον γεωπολιτική δυσκολία συνδέεται με τη διέλευση του CPEC από το Γκιλγκίτ–Μπαλτιστάν.
Η περιοχή διοικείται από το Πακιστάν, αλλά διεκδικείται από την Ινδία, στο πλαίσιο της ευρύτερης διαμάχης για το Κασμίρ.
Το Νέο Δελχί έχει αντιταχθεί επανειλημμένα σε έργα που διέρχονται από εδάφη τα οποία θεωρεί τμήμα της δικής του επικράτειας.
Αυτό σημαίνει ότι ο οικονομικός διάδρομος Κίνας–Πακιστάν δεν αποτελεί μόνο αναπτυξιακό πρόγραμμα, αλλά συνδέεται με μία από τις πιο ευαίσθητες εδαφικές αντιπαραθέσεις της Ασίας.
Η δημιουργία εναλλακτικών διαδρομών μέσω του Αφγανιστάν θα μπορούσε μακροπρόθεσμα να προσφέρει στο Πεκίνο μεγαλύτερη ευελιξία.
Δεν υπάρχει, πάντως, ένδειξη ότι ο δρόμος του Ουαχάν μπορεί σήμερα να αντικαταστήσει τις μεγάλες μεταφορικές υποδομές του CPEC.
Η Καμπούλ επιχειρεί να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ
Για την κυβέρνηση των Ταλιμπάν, το έργο έχει και μία σαφή πολιτική διάσταση.
Το Αφγανιστάν εξαρτάται σε σημαντικό βαθμό από συνοριακές διαβάσεις και μεταφορικούς άξονες που περνούν από το Πακιστάν.
Οι επανειλημμένες εντάσεις ανάμεσα στις δύο χώρες έχουν προκαλέσει κλείσιμο συνοριακών περασμάτων, διακοπές εμπορικών ροών και επιβάρυνση της αφγανικής οικονομίας.
Μια εναλλακτική χερσαία διέξοδος προς την Κίνα θα μπορούσε, εφόσον αναπτυχθεί και καταστεί λειτουργική, να μειώσει τη δυνατότητα του Πακιστάν να χρησιμοποιεί τη γεωγραφική του θέση ως μέσο πίεσης προς την Καμπούλ.
Η αφγανική πλευρά αντιμετωπίζει το έργο ως σημαντική υποδομή οικονομικής και στρατηγικής αυτονομίας.
Η στάση της Κίνας και της Ρωσίας
Παρά την προοπτική άμεσης σύνδεσης, το Πεκίνο δεν έχει εγκαταλείψει τον οικονομικό διάδρομο CPEC ούτε έχει ανακοινώσει ότι ο Ουαχάν θα τον αντικαταστήσει.
Η Κίνα εξακολουθεί να διατηρεί σημαντικά οικονομικά και στρατηγικά συμφέροντα στο Πακιστάν.
Αντίστοιχα, η Ρωσία ενδιαφέρεται για τη σταθερότητα του Αφγανιστάν και για την ανάπτυξη νέων δικτύων επικοινωνίας στην Κεντρική Ασία.
Η δημιουργία περισσότερων επιλογών διασύνδεσης ενδέχεται να περιορίσει την αποκλειστική σημασία ορισμένων παραδοσιακών μεταφορικών διαδρομών.
Η πραγματική αξία του Ουαχάν θα εξαρτηθεί από τη βελτίωση των οδικών υποδομών, τη λειτουργία συνοριακών και τελωνειακών εγκαταστάσεων, τις καιρικές συνθήκες και τις πολιτικές αποφάσεις της Κίνας.
Το μήνυμα προς το Πακιστάν
Η νέα διαδρομή αναδεικνύει μια σημαντική γεωπολιτική πραγματικότητα: η γεωγραφική θέση ενός κράτους προσφέρει στρατηγικά πλεονεκτήματα, αλλά η αξιοποίησή τους εξαρτάται από την ασφάλεια και την αξιοπιστία των μεταφορικών του δικτύων.
Το Πακιστάν εξακολουθεί να αποτελεί κρίσιμο εταίρο της Κίνας, ιδιαίτερα στο πλαίσιο του CPEC.
Ταυτόχρονα, όμως, η αστάθεια, οι επιθέσεις σε κινεζικά συμφέροντα και οι αντιπαραθέσεις με το Αφγανιστάν δημιουργούν κίνητρα αναζήτησης εναλλακτικών επιλογών.
Ο διάδρομος Ουαχάν δεν έχει ακόμη μετατραπεί σε μεγάλο εμπορικό πέρασμα. Η κατασκευή του δρόμου, ωστόσο, καταδεικνύει ότι το Αφγανιστάν επιχειρεί να αποκτήσει πρόσθετες διεθνείς συνδέσεις και ότι η αποκλειστική εξάρτηση από το Πακιστάν δεν αποτελεί πλέον τη μοναδική γεωγραφική επιλογή.
Για το Ισλαμαμπάντ, η εξέλιξη αποτελεί μια νέα στρατηγική παράμετρο που θα πρέπει να συνυπολογίσει στις σχέσεις του με το Πεκίνο και την Καμπούλ.
Διεθνή
Γερμανία: Το ρωσικό φυσικό αέριο επιστρέφει έμμεσα μέσω των λιπασμάτων, παρά τους ευρωπαϊκούς δασμούς
Οι εισαγωγές ρωσικών αζωτούχων λιπασμάτων μειώθηκαν κατά 66% το 2025-2026, αλλά παραμένουν 53% υψηλότερες από τα επίπεδα πριν από τον πόλεμο στην Ουκρανία.
Το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία διατηρεί ανταγωνιστικά τα ρωσικά προϊόντα, σύμφωνα με στοιχεία που δημοσίευσε η Berliner Zeitung. Η Γερμανία εξακολουθεί να συνδέεται εμπορικά με το ρωσικό φυσικό αέριο, παρά τις ευρωπαϊκές προσπάθειες περιορισμού της ενεργειακής εξάρτησης από τη Μόσχα.
Αυτή τη φορά, η σύνδεση δεν αφορά αποκλειστικά την άμεση προμήθεια φυσικού αερίου, αλλά τις εισαγωγές λιπασμάτων που παράγονται με τη χρήση ρωσικού αερίου ως πρώτης ύλης και πηγής ενέργειας. Σύμφωνα με δημοσίευμα της γερμανικής εφημερίδας, που βασίζεται σε στοιχεία του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου και του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι εισαγωγές αζώτου μέσω ρωσικών λιπασμάτων μειώθηκαν σημαντικά κατά το 2025-2026. Ωστόσο, εξακολουθούν να βρίσκονται πάνω από τα επίπεδα που καταγράφονταν πριν από τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία.
Τα στοιχεία των εισαγωγών και η σύγκριση με την προπολεμική περίοδο
Το 2025-2026, η Γερμανία εισήγαγε 48.800 τόνους αζώτου μέσω λιπασμάτων ρωσικής προέλευσης. Η ποσότητα αυτή είναι μειωμένη κατά περίπου 66% σε σύγκριση με το προηγούμενο έτος, αλλά παραμένει κατά 53% υψηλότερη από τους 31.800 τόνους που είχαν καταγραφεί το 2020-2021, πριν από τον πόλεμο.
Η εξέλιξη των εισαγωγών δείχνει πόσο έντονη ήταν η αύξηση μετά το 2022. Το 2021-2022 οι εισαγωγές έφτασαν τους 56.800 τόνους αζώτου, ενώ το 2022-2023 εκτοξεύθηκαν στους 185.100 τόνους. Στη συνέχεια καταγράφηκαν 140.200 τόνοι το 2023-2024 και 143.800 τόνοι το 2024-2025, προτού σημειωθεί η μεγάλη υποχώρηση της τελευταίας περιόδου. Τα στοιχεία αφορούν την ποσότητα του αζώτου που περιέχεται στα εισαγόμενα λιπάσματα και όχι το συνολικό βάρος των προϊόντων.
Τα λιπασματικά έτη υπολογίζονται από τον Ιούλιο έως τον Ιούνιο. Η ποσότητα αζώτου που εισήχθη στη Γερμανία μέσω ρωσικής ουρίας μειώθηκε από 71.600 τόνους σε 27.600 τόνους, καταγράφοντας πτώση άνω του 61%. Παρά τη μείωση, η ποσότητα εξακολουθεί να είναι σχεδόν τριπλάσια από τους 9.900 τόνους του 2020-2021. Η συγκεκριμένη εξέλιξη αναδεικνύει το βασικό πρόβλημα της ευρωπαϊκής πολιτικής περιορισμού των εμπορικών δεσμών με τη Ρωσία. Ακόμη και όταν περιορίζονται οι εισαγωγές συγκεκριμένων προϊόντων, οι οικονομικές σχέσεις μπορούν να διατηρούνται μέσω άλλων κατηγοριών αγαθών, ιδιαίτερα όταν αυτά έχουν χαμηλότερο κόστος παραγωγής.
Γιατί οι ρωσικές εισαγωγές παραμένουν ανταγωνιστικές
Καθοριστικός παράγοντας είναι το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία και στην υπόλοιπη Ευρώπη. Η παραγωγή αζωτούχων λιπασμάτων απαιτεί μεγάλες ποσότητες φυσικού αερίου, το οποίο χρησιμοποιείται τόσο ως πρώτη ύλη όσο και ως πηγή ενέργειας. Σύμφωνα με τον Σύνδεσμο Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι ευρωπαϊκοί δασμοί, που τέθηκαν σε ισχύ τον Ιούλιο του 2025, περιόρισαν σημαντικά τις εισαγωγές ρωσικών λιπασμάτων. Ωστόσο, δεν εξάλειψαν το ανταγωνιστικό πλεονέκτημα των ρωσικών προϊόντων. Ο σύνδεσμος επισημαίνει ότι οι υψηλές τιμές ενέργειας δυσκολεύουν τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις να αυξήσουν την εγχώρια παραγωγή και να καλύψουν μεγαλύτερο μέρος των αναγκών της αγοράς. Ως αποτέλεσμα, τα ρωσικά λιπάσματα εξακολουθούν να παραμένουν ελκυστικά, ακόμη και μετά την επιβολή πρόσθετων δασμών.
Παράλληλα, σύμφωνα με τον IVA, είναι πιθανό ορισμένες ποσότητες ρωσικών προϊόντων να φτάνουν στη γερμανική αγορά μέσω άλλων κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το μέγεθος αυτών των έμμεσων εισαγωγών, ωστόσο, δεν μπορεί να προσδιοριστεί με ακρίβεια από τα διαθέσιμα στοιχεία.
Δεν αποδίδονται οι αυξήσεις των τιμών αποκλειστικά στους δασμούς
Το ζήτημα έχει άμεση σημασία για τους Γερμανούς αγρότες, καθώς το κόστος των λιπασμάτων επηρεάζει την παραγωγή και, τελικά, την οικονομική βιωσιμότητα των καλλιεργειών. Ο IVA υποστηρίζει ότι η μείωση των ρωσικών εισαγωγών δεν έχει προκαλέσει μέχρι στιγμής σαφή αύξηση των τιμών εξαιτίας των δασμών. Σύμφωνα με τον σύνδεσμο, η εγχώρια παραγωγική δυναμικότητα και οι εισαγωγές από άλλες χώρες, μεταξύ των οποίων η Αίγυπτος, επαρκούν για την κάλυψη των αναγκών της αγοράς. Την ίδια στιγμή, ο σύνδεσμος αποδίδει τις υψηλές τιμές των λιπασμάτων το 2026 στις διεθνείς ενεργειακές αναταράξεις, στον πόλεμο με το Ιράν και στην κρίση γύρω από τα Στενά του Ορμούζ, παράγοντες που επηρεάζουν το κόστος μεταφοράς και τις παγκόσμιες τιμές ενέργειας και λιπασμάτων.
Οι εκτιμήσεις αυτές αποτελούν τις θέσεις του κλαδικού συνδέσμου και δεν συνιστούν από μόνες τους ανεξάρτητη αξιολόγηση όλων των παραγόντων που διαμορφώνουν τις τιμές.
Νέες πιέσεις για περιορισμό των ρωσικών εισαγωγών
Με αφορμή τα στοιχεία, ο IVA ζητά να εξεταστεί η επιβολή πρόσθετων δασμών στις εισαγωγές καλιούχων λιπασμάτων από τη Ρωσία και τη Λευκορωσία. Το κάλιο αποτελεί βασικό θρεπτικό στοιχείο για τις καλλιέργειες και αντιπροσωπεύει μια ακόμη κατηγορία προϊόντων στην οποία η ευρωπαϊκή αγορά διατηρεί εμπορικές σχέσεις με τις δύο χώρες.
Ο σύνδεσμος εκτιμά ότι η ευρωπαϊκή βιομηχανία μπορεί να καλύψει τις ανάγκες της γεωργίας χωρίς να εξαρτάται από τις συγκεκριμένες εισαγωγές και υποστηρίζει ότι πρόσθετοι δασμοί δεν θα πρέπει να οδηγήσουν αναγκαστικά σε αυξήσεις τιμών. Η συζήτηση, ωστόσο, αποτυπώνει το ευρύτερο δίλημμα της ευρωπαϊκής οικονομικής πολιτικής. Η μείωση της εξάρτησης από τη Ρωσία απαιτεί όχι μόνο εμπορικούς περιορισμούς, αλλά και ανταγωνιστική εγχώρια παραγωγή, προσιτό ενεργειακό κόστος και εναλλακτικές πηγές προμήθειας.
Τα δεδομένα της γερμανικής αγοράς δείχνουν ότι οι δασμοί μπορούν να περιορίσουν σημαντικά τις εισαγωγές, χωρίς όμως να εξαλείψουν αυτομάτως τις οικονομικές σχέσεις που στηρίζονται σε διαφορές κόστους παραγωγής. Για τη Γερμανία και την Ευρωπαϊκή Ένωση, η πρόκληση παραμένει η εξισορρόπηση τριών στόχων: της ενεργειακής και οικονομικής ασφάλειας, της στήριξης της εγχώριας βιομηχανίας και της διατήρησης προσιτού κόστους για τον αγροτικό τομέα.
Με πληροφορίες του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA) και του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου.
-
Αναλύσεις1 μήνα πρινΤο τελεσίγραφο Καλίν την ώρα που η Τουρκία προετοιμάζεται για πόλεμο!
-
Άμυνα3 μήνες πρινΡωσσικό ΜΜΕ: Ελληνικό «μπλόκο» στην απαίτηση για Patriot – Πώς γνωρίζει το Κίεβο απόρρητα στοιχεία για τους πυραύλους μας;
-
ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΜΕ ΣΗΜΑΣΙΑ3 μήνες πρινΠακιστανός με καναδική υπηκοότητα ο υπαίτιος της πυρκαγιάς στον Έβρο! Πιθανόν να μετέφερε μετανάστες
-
GEOPOLITICO1 μήνα πρινΤο διέρρευσε ο Παπαχελάς! Έφεραν τον Καλίν στο Μαξίμου – Τί συζήτησε με τον Μητσοτάκη;
-
Αναλύσεις2 μήνες πρινΚαραγκιούλ: «Αν Ελλάδα, Κύπρος και Ισραήλ επιτεθούν στην Τουρκία, ο χάρτης του Αιγαίου θα αλλάξει»
-
ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΜΕ ΣΗΜΑΣΙΑ2 μήνες πρινΞέσπασμα της μητέρας της Μυρτούς για την υπόθεση Τζαβέντ Ασλάμ: «Δεν ξεχνώ ποτέ» – «Δήμαρχος των Πακιστανών ο Δούκας»
-
GEOPOLITICO4 εβδομάδες πρινΤί λέει Τούρκος δημοσιογράφος για Σάββα Καλεντερίδη; «Έκανε πολύ καλά τη δουλειά του για τη χώρα του – Δεν μπορούσε να τον στριμώξει η ΜİΤ»
-
Αναλύσεις3 μήνες πρινΕάν η Τουρκία απορρίψει τη συμφωνία αποχώρησης από την Κύπρο θα απομακρυνθεί δια της βίας

