Διεθνή
Παράθυρο ευκαιρίας για την Τουρκία στο Αιγαίο ο πόλεμος του Πούτιν
O ρόλος του ρωσο-ουκρανικού πολέμου
Κώστας Λάβδας
Ενώ η Τουρκία διαμορφώνει συνθήκες πολεμικής αναμέτρησης με την Ελλάδα, πολλοί αδυνατούν να αντιληφθούν τον ρόλο του ρωσο-ουκρανικού πολέμου στη διευκόλυνση της διαμόρφωσης αυτών των συνθηκών.
Όσο η πολεμική φάση της ρωσο-ουκρανικής σύγκρουσης παραμένει σε εξέλιξη, η Άγκυρα βλέπει ενδιαφέρουσες δυνατότητες στην ασάφεια που δημιουργεί η παραζάλη του πολέμου στην Ουκρανία και οι σκοτεινές ενδείξεις περαιτέρω κλιμάκωσης. Για την Τουρκία, ο ρωσο-ουκρανικός πόλεμος αποτελεί παράθυρο ευκαιρίας για την παγίωση του συνολικού «πακέτου Τουρκία» στη Δύση. Η Τουρκία κλιμακώνει στο πλαίσιο της ανάδειξης των όρων παραμονής της στη Δύση σε αυτή την κρίσιμη συγκυρία: άρση κυρώσεων, επανέναρξη εξοπλισμών, ρόλος στη Συρία, καταδίωξη αντικαθεστωτικών, επιβεβαίωση της εμμονής στη «Γαλάζια πατρίδα» και των αντίστοιχων διεκδικήσεων, όλα αυτά αποτελούν όψεις του «πακέτου Τουρκία» το οποίο η Δύση καλείται να αποδεχτεί στο σύνολό του.
Σε αυτό το πλαίσιο, μια ευθεία σύγκρουση με την Ελλάδα αποτελεί για την Τουρκία δεύτερη επιλογή σε σχέση με την παγίωση των διεκδικήσεων χωρίς σύγκρουση αλλά προτιμητέα επιλογή σε σχέση με την απώλεια της ευκαιρίας. Από την άλλη πλευρά, για το ΝΑΤΟ, ένας ενδο-ΝΑΤΟϊκός πόλεμος μέσα στον ρωσο-ουκρανικό πόλεμο θα σημάνει ένα άμεσο, υπαρξιακό δίλημμα: δυναμική παρέμβαση ή τήρηση ίσων αποστάσεων; Και οι δυο επιλογές (όπως και οι παραλλαγές τους) έχουν κόστος για το ΝΑΤΟ στην παρούσα συγκυρία. Σε κάθε όμως περίπτωση, το ΝΑΤΟ δεν είναι αυτή τη στιγμή έτοιμο να απαντήσει σε αυτό το δίλημμα. Αυτό πρέπει να γίνει αντιληπτό.
Στο μεταξύ, η Άγκυρα – και όχι μόνον ο Ερντογάν – διαμορφώνει συνθήκες πολέμου με την Ελλάδα: εκ νέου επίκληση παλαιότερων αιτιάσεων για υπόθαλψη τρομοκρατίας, στήριξη από την αντιπολίτευση των διεκδικήσεων ως προς τα νησιά του ανατολικού Αιγαίου, δημιουργία σύγχυσης στη διεθνή κοινή γνώμη αναφορικά με τις παραβιάσεις και τις υπερπτήσεις, κ.λπ.
Δυο αφελείς εμμονές δημιούργησαν περαιτέρω σύγχυση μετά την 24η Φεβρουαρίου. Η πρώτη: η καταδίκη της ρωσικής εισβολής συνεπάγεται την απόκρουση και των άλλων αναθεωρητικών εγχειρημάτων. Ανάξιο σοβαρού αντιλόγου διότι, πρώτον, προϋποθέτει συναίνεση μεταξύ των κρίσιμων δρώντων ως προς το τι πράγματι συνιστά, κάθε φορά, αναθεωρητισμό και, δεύτερον, στον πλανήτη τα κλισέ περισσεύουν όπως και τα προσχήματα: οι αναθεωρητικοί δρώντες είναι πολλοί, οι διεθνείς αντιδράσεις λίγες και συγκεκριμένες.
Η δεύτερη αφελής εμμονή επίσης οδηγεί σε παραπλανητικά συμπεράσματα. Διότι στην πραγματικότητα, η Τουρκία είναι επικίνδυνη όταν είναι ισχυρή ή/και όταν διαπιστώνει την ύπαρξη ευκαιριών, όχι όταν «στριμώχνεται». Τα φληναφήματα περί «στριμώγματος», «εκνευρισμού» και τα σχετικά έχουν πλημμυρίσει τον δημόσιο λόγο αλλά δεν έχουν καμία σχέση με την πραγματικότητα. Ο τουρκικός αναθεωρητισμός εξέφρασε τη νέα αυτοπεποίθηση του τουρκικού κατεστημένου στα χρόνια της τουρκικής οικονομικής ανόδου και γεωπολιτικού επαναπροσδιορισμού, μετά το τέλος του Ψυχρού Πολέμου.
Οι περισσότεροι Έλληνες ιθύνοντες αντιμετώπισαν την πρόκληση «Τουρκία» μέσα από μια περιπτωσιολογία που, εστιάζοντας μυωπικά στην εναλλαγή ψυχρών και θερμών φάσεων, βραχυκύκλωσε τις όποιες δυνατότητες διαμόρφωσης μιας συστηματικής εθνικής στρατηγικής απέναντι στην γείτονα.
Στην εγχώρια δημοσιότητα, έφτασε να είναι δείγμα κοσμοπολιτισμού και προόδου η υιοθέτηση ενός υποδείγματος αντιμετώπισης της Τουρκίας που συστηματικά υποβάθμιζε τα αυταρχικά, επιθετικά και μιλιταριστικά στοιχεία, υπερτονίζοντας – μέσω και των δικτύων όσμωσης σε πολλά επίπεδα – τα όποια συνεργατικά δεδομένα, από το εμπόριο μέχρι τις τέχνες και τα πανεπιστήμια.
Ευτυχώς η σταδιακή ενίσχυση της αποτρεπτικής ικανότητας τα τελευταία χρόνια και η περαιτέρω αναζήτηση συμμαχιών βελτιώνουν, βήμα, βήμα, τους όρους για την Ελλάδα. Αλλά η βελτίωση πραγματοποιείται σε συνθήκες εκρηκτικές.
Η προσπάθεια βίαιης διπολοποίησης σε έναν πολυκεντρικό κόσμο
Τον Μάρτιο άρχισε να γίνεται σαφής η κατεύθυνση της εξέλιξης του πολέμου: διάψευση των υπέρμετρα φιλόδοξων σχεδίων της Ρωσίας για γρήγορη επιτυχία, συστηματική ενίσχυση από ΗΠΑ και Βρετανία στην καταστρεφόμενη αλλά και ανασυντασσόμενη Ουκρανία για να πολεμήσει μέχρι τέλους, εξαντλώντας τις ρωσικές δυνάμεις και κάμπτοντας την ρωσική εικόνα. Καταστροφή για την Ουκρανία, «αντλία αίματος» για την Ρωσία, άμεση αναζωογόνηση για το ΝΑΤΟ, άπειρα προβλήματα για την Ευρώπη και τις κοινωνίες της.
Τον Μάρτιο, λοιπόν, υποστήριξα εδώ αλλά και σε αγγλόφωνη ανάλυσή μου της 6ης Μαρτίου όπως επίσης και σε συνεντεύξεις σε ελληνικά και ξένα δίκτυα, ότι ο επιθετικός τυχοδιωκτισμός του Πούτιν θα πρέπει να απαντηθεί ενώ παράλληλα οι κυρώσεις και όλα τα μέτρα που λαμβάνονται θα πρέπει να είναι σχεδιασμένα με τρόπο ώστε και τα δύο μέρη να ενθαρρυνθούν με κάθε τρόπο να αναζητήσουν οπωσδήποτε μια κατά το δυνατόν δίκαιη και βιώσιμη ειρήνη. Προτού η σύγκρουση επεκταθεί αλλά και προτού δώσει σε τρίτους το παράθυρο ευκαιρίας για την επιθετική προώθηση δικών τους επιδιώξεων μέσα στην κρίση.
Δυστυχώς, η παράταση του πολέμου που προέκυψε από την εισβολή της Ρωσίας στην Ουκρανία οδηγεί σε μια βίαιη και τεχνητή «διπολοποίηση» έναν ουσιωδώς πολυκεντρικό κόσμο. Όπως έχω εξηγήσει από την αρχή του πολέμου, αυτή η ασυμφωνία και αναντιστοιχία, το mismatch, μεταξύ ενός πλανήτη που είναι πια πολυκεντρικός και των τάσεων βίαιης υιοθέτησης μιας κουλτούρας ψυχροπολεμικού διπολισμού από ένα μέρος, μόνο, του πλανήτη, αποτελεί άμεσο και εξαιρετικά μεγάλο κίνδυνο για την παγκόσμια ειρήνη. Στην πραγματικότητα, αν μιλήσετε για νέο διπολισμό στην Ινδία, τη Νότια Αφρική, τη Νιγηρία ή την Βραζιλία θα σας κοιτάξουν πολύ παράξενα. Ο πλανήτης δεν ταυτίζεται με την «Δύση».
Επείγει η ανάληψη πρωτοβουλιών – όπως το κείμενο της Ιταλίας και οι προσπάθειες γεφύρωσης της Γαλλίας – και η σαφής απόκρουση της λογικής που θέλει να αφήσει τις εξελίξεις να κριθούν, εν πολλοίς, στα πεδία των μαχών. Σήμερα, το Κρεμλίνο που είναι υπεύθυνο για την έναρξη του πολέμου δεν είναι δυνατό να κάνει πίσω από τη νοτιοανατολική Ουκρανία που κατέλαβε χωρίς κάποια επίφαση νίκης και, από την άλλη πλευρά, το Κίεβο έχει ενθαρρυνθεί να πιστεύει ότι μπορεί να κερδίσει αυτόν τον πόλεμο, με τη βοήθεια του ΝΑΤΟ, στο πεδίο της μάχης. Εάν αυτή η λογική επικρατήσει, πόσο θα αιμορραγήσει η Ρωσία προτού ο Πούτιν θεωρήσει ότι έχει στριμωχθεί υπερβολικά; Και ποια θα είναι η αντίδραση του καθεστώτος του Κρεμλίνου σε εκείνο το μελλοντικό σημείο;
Να θυμίσουμε, παρενθετικά, ότι άλλο πράγμα είναι τα στρατηγικά πυρηνικά και άλλο τα τακτικά πυρηνικά – και ως προς την αποτροπή αλλά και ως προς τις πραγματικές πιθανότητες χρήσης τους. Τίποτε δεν αποκλείει το σενάριο περιορισμένης, τοπικής χρήσης τακτικών πυρηνικών από την Ρωσία στο πεδίο, αν πραγματικά το χρειαστεί.
Ο τυχοδιωκτισμός του Πούτιν αποτέλεσε, όπως πολύ εύστοχα το έθεσε ο πρόεδρος Μακρόν, ένα «ιστορικό λάθος» απέναντι στους πάντες, της Ρωσίας συμπεριλαμβανομένης. Αποτέλεσε, επίσης, μέρος των απόνερων που έχει αφήσει η διάλυση της ΕΣΣΔ. Με την Ρωσία να έχει εδαφικά κέρδη στην ανατολική και νότια Ουκρανία, για να περάσουμε σε μια διαπραγμάτευση με σκοπό την ειρήνευση, χρειάζεται όλες οι εμπλεκόμενες πλευρές να πάρουν κάτι και όλες να έχουν κάποιο κόστος. Δεν γίνεται αλλιώς ειρήνευση. Εκτός αν είμαστε διατεθειμένοι να εισέλθουμε σε μια μακρά περίοδο οικονομικής κατάρρευσης και απώλειας ανθρώπινων ζωών, υποδομών και -ίσως- θεσμών.
Ένας πόλεμος μέσα στον πόλεμο
Με αμήχανες ηγεσίες που βασίζονται σε ακόμη περισσότερο αμήχανους συμβούλους, παρατρεχάμενους και δημοσιολογούντες, η ΕΕ και οι κυβερνήσεις των κρατών-μελών της σύρονται σε μια κλιμάκωση που – εάν τελικώς συμπεριλάβει την Κίνα – θα οδηγήσει στο ξεκίνημα μιας διαδικασίας απο-παγκοσμιοποίησης μπροστά στην οποία άλλες εξελίξεις που περιγράφονται από πολλούς ως «αχαρτογράφητα νερά» θα αποτελούν απλές παραλλαγές στη ρουτίνα των διεθνών σχέσεων.
Βέβαια αυτά είναι ψιλά γράμματα για τους θλιβερούς πολέμαρχους του καναπέ που, αντιδρώντας στην εισβολή της 24ης Φεβρουαρίου, μια εισβολή που εκφράζει τόσο την επιθετικότητα του πουτινικού καθεστώτος όσο και τα άλυτα ζητήματα της διάλυσης της Σοβιετικής αυτοκρατορίας, αδυνατούν να αντιληφθούν όχι μόνον την μεγάλη εικόνα αλλά και τις επιμέρους, περιφερειακές επιπτώσεις.
Οι δυτικές κυρώσεις, που πλήττουν ήδη την Ευρώπη, επηρεάζουν ένα ευρύτατο φάσμα δραστηριοτήτων και στρωμάτων στην καθημερινότητα της Ρωσίας. Αλλά μέχρι στιγμής δεν υπάρχουν ενδείξεις ούτε ότι η επιφυλακτικότητα και η αμηχανία μορφοποιούνται σε οργανωμένη αντίδραση μεγάλης κλίμακας ούτε ότι εξελίσσεται μια διάσπαση στο εσωτερικό του Κρεμλίνου. Φυσικά, ενδέχεται να υπάρχουν κινήσεις τις οποίες αγνοούμε.
Όμως γενικά, η επιστημονική βιβλιογραφία για τις κυρώσεις σε αυταρχικά καθεστώτα δείχνει ότι οι επιπτώσεις συχνά οδηγούν σε (α) εντατικοποίηση της καταπίεσης στο εσωτερικό και (β) περιχαράκωση μιας ομάδας που με τον έναν ή τον άλλον τρόπο απολαμβάνει ειδική προστασία απέναντι στις επιπτώσεις των κυρώσεων.
Κάποιοι ολιγάρχες εξέφρασαν δυσφορία αλλά μόνο με προσεκτικές τοποθετήσεις υπέρ της ειρήνης. Σε κάθε περίπτωση, το είδος των οικονομικών σχέσεων με το εξωτερικό αποτελεί καθοριστική συνθήκη. Στην περίπτωση της Ρωσίας, όσο οι εξαγωγές φυσικού αερίου και πετρελαίου συνεχίζονται, το καθεστώς θα έχει δυνατότητες διαχείρισης των επιπτώσεων από τις κυρώσεις, ενώ η προπαγάνδα στο εσωτερικό της Ρωσίας θα εξακολουθήσει να διαμορφώνεται σε ένα αυταρχικό περιβάλλον ελέγχου των ΜΜΕ και των δικτύων.
Σε αυτό το περιβάλλον, η προπαγάνδα αποτελεί αφενός μέσον νομιμοποίησης του καθεστώτος και αφετέρου εργαλείο ήπιας ισχύος, με την έννοια ότι το Κρεμλίνο προσπαθεί να παρουσιάζει και προς τα έξω ότι στηρίζεται σε ένα σχετικά αρραγές και ισχυρό εσωτερικό μέτωπο. Αυτό διαδραματίζει ρόλους και ως προς τους αντιπάλους της Ρωσίας και ως προς τους φίλους της. Όταν η εντύπωση του μετώπου αμφισβητηθεί, η καταπίεση αυξάνεται.
Αλλά για τη Δύση το ουσιαστικότερο ζήτημα ανάγεται στην ακριβή στόχευση των κυρώσεων και – αντίστοιχα – την ανάγκη επεξεργασίας σταδίων και όρων σταδιακής αποκλιμάκωσης. Αυτό δεν αφορά μόνο την Ρωσία (ή την Κίνα ή αύριο την Ινδία), αφορά ολόκληρο τον πλανήτη και σίγουρα την Ευρώπη. Όσοι άφρονες επιμένουν ότι στις στοχεύσεις εντάσσεται και μια υπόρρητη έμφαση στην πτώση του καθεστώτος στο Κρεμλίνο, συνομολογούν ότι οι κυρώσεις θα συνεχιστούν επ’ αόριστον. Στην Ελλάδα η κατηγορία αυτή περιλαμβάνει και ορισμένους που στα ελληνοτουρκικά εμφανίζονται πάντοτε ως Περιστερές αλλά ξαφνικά για το Ουκρανικό μεταμορφώθηκαν σε Γεράκια. Όμως σε λίγο θα είναι πολύ αργά για δάκρυα.
Από τις αρχές Μαρτίου εξήγησα ότι χρειάζεται έμφαση στις στρατηγικές αποκλιμάκωσης με προσεκτική ενθάρρυνση των δυο μερών ώστε το μοίρασμα του κόστους από τον πόλεμο να γίνει με τρόπο που οι κυβερνήσεις στο Κίεβο και την Μόσχα να μπορέσουν να το σηκώσουν. Η πολεμική διάσταση που προέκυψε από την ρωσική εισβολή στην Ουκρανία δεν συνεπάγεται απαραίτητα μια γενικότερη σύγκρουση πάνω στη δομική, μακρόχρονη μετάβαση μακριά από πετρέλαιο και φυσικό αέριο. Εάν ένας τέτοιος, γενικευμένος εφιάλτης τελικά προκύψει, θα είναι αποτέλεσμα (α) συνειδητών στρατηγικών κλιμάκωσης από κάποιους και (β) πλήθους μη ηθελημένων συνεπειών των επιμέρους δράσεων και επιλογών.
Στο μεταξύ, εν μέσω των περισσότερο ή λιγότερο εφιαλτικών σεναρίων που θα φέρει η τυχόν συνέχιση του ρωσο-ουκρανικού πολέμου, η Τουρκία θα εξακολουθεί να παγιώσει το νέο της όραμα: μια μεγάλη, επεκτατική χερσαία και γαλάζια πατρίδα με μια ευρύτερη, ουδετεροποιημένη περίμετρο.
*Ο Κώστας Α. Λάβδας είναι Καθηγητής στο Πάντειο Πανεπιστήμιο και έχει εργαστεί σε πανεπιστήμια και ερευνητικά κέντρα στην Ευρώπη και τις ΗΠΑ. Βιβλία και επιστημονικά άρθρα του έχουν δημοσιευτεί στα ελληνικά, τα αγγλικά και τα γερμανικά.
liberal.gr
Αναλύσεις
Η Κίνα βρίσκει δρόμο που παρακάμπτει το Πακιστάν – Ο διάδρομος Ουαχάν αλλάζει τις γεωπολιτικές ισορροπίες
Μία νέα οδική αρτηρία μήκους 121 χιλιομέτρων στο βορειοανατολικό Αφγανιστάν δημιουργεί τις προϋποθέσεις για απευθείας χερσαία σύνδεση με την Κίνα, χωρίς διέλευση από το Πακιστάν. Η ολοκλήρωση του δρόμου στον ιστορικό διάδρομο Ουαχάν αποκτά ιδιαίτερη γεωπολιτική σημασία, καθώς το Πεκίνο αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα ασφαλείας με τις επενδύσεις του στο Πακιστάν, ενώ η Καμπούλ επιδιώκει να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ.
Μία σημαντική εξέλιξη στις χερσαίες μεταφορές και στις γεωπολιτικές ισορροπίες της Κεντρικής Ασίας καταγράφεται στο Αφγανιστάν, με την ολοκλήρωση νέου δρόμου στον στρατηγικής σημασίας διάδρομο Ουαχάν.
Σύμφωνα με ανάλυση του Imran Khurshid που δημοσιεύθηκε στις 9 Οκτωβρίου 2026 στο Asia Times, οι αφγανικές αρχές εγκαινίασαν οδική διαδρομή 121 χιλιομέτρων, η οποία εκτείνεται από την περιοχή Μπρογκίλ έως τα σύνορα με την Κίνα, στην επαρχία Μπανταχσάν.
Το έργο κόστισε περίπου 365 εκατομμύρια αφγάνι, ποσό που αντιστοιχεί σε περίπου 5,5 εκατομμύρια δολάρια.
Κατά τις αφγανικές ανακοινώσεις, κατασκευάστηκε από ντόπιους μηχανικούς και εργαζομένους, χωρίς τη συμμετοχή ξένων τεχνικών συμβούλων.
Η νέα διαδρομή φθάνει στα σινοαφγανικά σύνορα. Αυτό, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι λειτουργεί ήδη πλήρης διεθνής εμπορευματικός διάδρομος, καθώς εξακολουθούν να υπάρχουν σημαντικοί τεχνικοί και συνοριακοί περιορισμοί.
Γιατί ο διάδρομος Ουαχάν έχει στρατηγική σημασία
Ο διάδρομος Ουαχάν αποτελεί μια στενή λωρίδα αφγανικού εδάφους ανάμεσα στο Τατζικιστάν, το Πακιστάν και την Κίνα.
Η γεωγραφική του διαμόρφωση συνδέεται με τον ανταγωνισμό της Βρετανικής και της Ρωσικής Αυτοκρατορίας κατά τον 19ο αιώνα.
Η περιοχή διατηρήθηκε ως ζώνη διαχωρισμού των δύο αυτοκρατορικών σφαιρών επιρροής, αποτελώντας ένα από τα χαρακτηριστικότερα γεωγραφικά κατάλοιπα του λεγόμενου «Μεγάλου Παιχνιδιού».
Σήμερα, η ίδια περιοχή αποκτά νέα σημασία, αυτή τη φορά λόγω της προσπάθειας σύνδεσης της Κίνας με το Αφγανιστάν και ευρύτερα με την Κεντρική Ασία.
Ο δρόμος ανοίγει τη δυνατότητα δημιουργίας μιας εναλλακτικής οδού μεταφορών, περιορίζοντας δυνητικά την ανάγκη διέλευσης από το πακιστανικό έδαφος.
Το πρόβλημα της Κίνας με τον οικονομικό διάδρομο CPEC
Το ενδιαφέρον της εξέλιξης εντοπίζεται κυρίως στην προσπάθεια του Πεκίνου να περιορίσει την εξάρτησή του από ευάλωτες υποδομές.
Ο Οικονομικός Διάδρομος Κίνας–Πακιστάν, γνωστός ως CPEC, αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα προγράμματα της κινεζικής πρωτοβουλίας Belt and Road.
Μέσω του συγκεκριμένου σχεδίου, η Κίνα επιχειρεί να ενισχύσει τις εμπορικές και ενεργειακές συνδέσεις της με τη Νότια Ασία και την Αραβική Θάλασσα.
Ωστόσο, η υλοποίηση των έργων έχει αντιμετωπίσει σοβαρές δυσκολίες.
Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, οργανώσεις αυτονομιστών έχουν πραγματοποιήσει επανειλημμένες επιθέσεις εναντίον κινεζικών συμφερόντων, εγκαταστάσεων και εργαζομένων.
Οι επιθέσεις αυτές έχουν επιβαρύνει την ασφάλεια των υποδομών και έχουν αυξήσει το κόστος προστασίας των κινεζικών επενδύσεων.
Παράλληλα, έχουν διατυπωθεί καταγγελίες για καθυστερήσεις, κακοδιαχείριση και προβλήματα διαφάνειας σε επιμέρους προγράμματα του CPEC.
Η εδαφική διαμάχη με την Ινδία
Μια επιπλέον γεωπολιτική δυσκολία συνδέεται με τη διέλευση του CPEC από το Γκιλγκίτ–Μπαλτιστάν.
Η περιοχή διοικείται από το Πακιστάν, αλλά διεκδικείται από την Ινδία, στο πλαίσιο της ευρύτερης διαμάχης για το Κασμίρ.
Το Νέο Δελχί έχει αντιταχθεί επανειλημμένα σε έργα που διέρχονται από εδάφη τα οποία θεωρεί τμήμα της δικής του επικράτειας.
Αυτό σημαίνει ότι ο οικονομικός διάδρομος Κίνας–Πακιστάν δεν αποτελεί μόνο αναπτυξιακό πρόγραμμα, αλλά συνδέεται με μία από τις πιο ευαίσθητες εδαφικές αντιπαραθέσεις της Ασίας.
Η δημιουργία εναλλακτικών διαδρομών μέσω του Αφγανιστάν θα μπορούσε μακροπρόθεσμα να προσφέρει στο Πεκίνο μεγαλύτερη ευελιξία.
Δεν υπάρχει, πάντως, ένδειξη ότι ο δρόμος του Ουαχάν μπορεί σήμερα να αντικαταστήσει τις μεγάλες μεταφορικές υποδομές του CPEC.
Η Καμπούλ επιχειρεί να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ
Για την κυβέρνηση των Ταλιμπάν, το έργο έχει και μία σαφή πολιτική διάσταση.
Το Αφγανιστάν εξαρτάται σε σημαντικό βαθμό από συνοριακές διαβάσεις και μεταφορικούς άξονες που περνούν από το Πακιστάν.
Οι επανειλημμένες εντάσεις ανάμεσα στις δύο χώρες έχουν προκαλέσει κλείσιμο συνοριακών περασμάτων, διακοπές εμπορικών ροών και επιβάρυνση της αφγανικής οικονομίας.
Μια εναλλακτική χερσαία διέξοδος προς την Κίνα θα μπορούσε, εφόσον αναπτυχθεί και καταστεί λειτουργική, να μειώσει τη δυνατότητα του Πακιστάν να χρησιμοποιεί τη γεωγραφική του θέση ως μέσο πίεσης προς την Καμπούλ.
Η αφγανική πλευρά αντιμετωπίζει το έργο ως σημαντική υποδομή οικονομικής και στρατηγικής αυτονομίας.
Η στάση της Κίνας και της Ρωσίας
Παρά την προοπτική άμεσης σύνδεσης, το Πεκίνο δεν έχει εγκαταλείψει τον οικονομικό διάδρομο CPEC ούτε έχει ανακοινώσει ότι ο Ουαχάν θα τον αντικαταστήσει.
Η Κίνα εξακολουθεί να διατηρεί σημαντικά οικονομικά και στρατηγικά συμφέροντα στο Πακιστάν.
Αντίστοιχα, η Ρωσία ενδιαφέρεται για τη σταθερότητα του Αφγανιστάν και για την ανάπτυξη νέων δικτύων επικοινωνίας στην Κεντρική Ασία.
Η δημιουργία περισσότερων επιλογών διασύνδεσης ενδέχεται να περιορίσει την αποκλειστική σημασία ορισμένων παραδοσιακών μεταφορικών διαδρομών.
Η πραγματική αξία του Ουαχάν θα εξαρτηθεί από τη βελτίωση των οδικών υποδομών, τη λειτουργία συνοριακών και τελωνειακών εγκαταστάσεων, τις καιρικές συνθήκες και τις πολιτικές αποφάσεις της Κίνας.
Το μήνυμα προς το Πακιστάν
Η νέα διαδρομή αναδεικνύει μια σημαντική γεωπολιτική πραγματικότητα: η γεωγραφική θέση ενός κράτους προσφέρει στρατηγικά πλεονεκτήματα, αλλά η αξιοποίησή τους εξαρτάται από την ασφάλεια και την αξιοπιστία των μεταφορικών του δικτύων.
Το Πακιστάν εξακολουθεί να αποτελεί κρίσιμο εταίρο της Κίνας, ιδιαίτερα στο πλαίσιο του CPEC.
Ταυτόχρονα, όμως, η αστάθεια, οι επιθέσεις σε κινεζικά συμφέροντα και οι αντιπαραθέσεις με το Αφγανιστάν δημιουργούν κίνητρα αναζήτησης εναλλακτικών επιλογών.
Ο διάδρομος Ουαχάν δεν έχει ακόμη μετατραπεί σε μεγάλο εμπορικό πέρασμα. Η κατασκευή του δρόμου, ωστόσο, καταδεικνύει ότι το Αφγανιστάν επιχειρεί να αποκτήσει πρόσθετες διεθνείς συνδέσεις και ότι η αποκλειστική εξάρτηση από το Πακιστάν δεν αποτελεί πλέον τη μοναδική γεωγραφική επιλογή.
Για το Ισλαμαμπάντ, η εξέλιξη αποτελεί μια νέα στρατηγική παράμετρο που θα πρέπει να συνυπολογίσει στις σχέσεις του με το Πεκίνο και την Καμπούλ.
Διεθνή
Γερμανία: Το ρωσικό φυσικό αέριο επιστρέφει έμμεσα μέσω των λιπασμάτων, παρά τους ευρωπαϊκούς δασμούς
Οι εισαγωγές ρωσικών αζωτούχων λιπασμάτων μειώθηκαν κατά 66% το 2025-2026, αλλά παραμένουν 53% υψηλότερες από τα επίπεδα πριν από τον πόλεμο στην Ουκρανία.
Το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία διατηρεί ανταγωνιστικά τα ρωσικά προϊόντα, σύμφωνα με στοιχεία που δημοσίευσε η Berliner Zeitung. Η Γερμανία εξακολουθεί να συνδέεται εμπορικά με το ρωσικό φυσικό αέριο, παρά τις ευρωπαϊκές προσπάθειες περιορισμού της ενεργειακής εξάρτησης από τη Μόσχα.
Αυτή τη φορά, η σύνδεση δεν αφορά αποκλειστικά την άμεση προμήθεια φυσικού αερίου, αλλά τις εισαγωγές λιπασμάτων που παράγονται με τη χρήση ρωσικού αερίου ως πρώτης ύλης και πηγής ενέργειας. Σύμφωνα με δημοσίευμα της γερμανικής εφημερίδας, που βασίζεται σε στοιχεία του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου και του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι εισαγωγές αζώτου μέσω ρωσικών λιπασμάτων μειώθηκαν σημαντικά κατά το 2025-2026. Ωστόσο, εξακολουθούν να βρίσκονται πάνω από τα επίπεδα που καταγράφονταν πριν από τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία.
Τα στοιχεία των εισαγωγών και η σύγκριση με την προπολεμική περίοδο
Το 2025-2026, η Γερμανία εισήγαγε 48.800 τόνους αζώτου μέσω λιπασμάτων ρωσικής προέλευσης. Η ποσότητα αυτή είναι μειωμένη κατά περίπου 66% σε σύγκριση με το προηγούμενο έτος, αλλά παραμένει κατά 53% υψηλότερη από τους 31.800 τόνους που είχαν καταγραφεί το 2020-2021, πριν από τον πόλεμο.
Η εξέλιξη των εισαγωγών δείχνει πόσο έντονη ήταν η αύξηση μετά το 2022. Το 2021-2022 οι εισαγωγές έφτασαν τους 56.800 τόνους αζώτου, ενώ το 2022-2023 εκτοξεύθηκαν στους 185.100 τόνους. Στη συνέχεια καταγράφηκαν 140.200 τόνοι το 2023-2024 και 143.800 τόνοι το 2024-2025, προτού σημειωθεί η μεγάλη υποχώρηση της τελευταίας περιόδου. Τα στοιχεία αφορούν την ποσότητα του αζώτου που περιέχεται στα εισαγόμενα λιπάσματα και όχι το συνολικό βάρος των προϊόντων.
Τα λιπασματικά έτη υπολογίζονται από τον Ιούλιο έως τον Ιούνιο. Η ποσότητα αζώτου που εισήχθη στη Γερμανία μέσω ρωσικής ουρίας μειώθηκε από 71.600 τόνους σε 27.600 τόνους, καταγράφοντας πτώση άνω του 61%. Παρά τη μείωση, η ποσότητα εξακολουθεί να είναι σχεδόν τριπλάσια από τους 9.900 τόνους του 2020-2021. Η συγκεκριμένη εξέλιξη αναδεικνύει το βασικό πρόβλημα της ευρωπαϊκής πολιτικής περιορισμού των εμπορικών δεσμών με τη Ρωσία. Ακόμη και όταν περιορίζονται οι εισαγωγές συγκεκριμένων προϊόντων, οι οικονομικές σχέσεις μπορούν να διατηρούνται μέσω άλλων κατηγοριών αγαθών, ιδιαίτερα όταν αυτά έχουν χαμηλότερο κόστος παραγωγής.
Γιατί οι ρωσικές εισαγωγές παραμένουν ανταγωνιστικές
Καθοριστικός παράγοντας είναι το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία και στην υπόλοιπη Ευρώπη. Η παραγωγή αζωτούχων λιπασμάτων απαιτεί μεγάλες ποσότητες φυσικού αερίου, το οποίο χρησιμοποιείται τόσο ως πρώτη ύλη όσο και ως πηγή ενέργειας. Σύμφωνα με τον Σύνδεσμο Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι ευρωπαϊκοί δασμοί, που τέθηκαν σε ισχύ τον Ιούλιο του 2025, περιόρισαν σημαντικά τις εισαγωγές ρωσικών λιπασμάτων. Ωστόσο, δεν εξάλειψαν το ανταγωνιστικό πλεονέκτημα των ρωσικών προϊόντων. Ο σύνδεσμος επισημαίνει ότι οι υψηλές τιμές ενέργειας δυσκολεύουν τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις να αυξήσουν την εγχώρια παραγωγή και να καλύψουν μεγαλύτερο μέρος των αναγκών της αγοράς. Ως αποτέλεσμα, τα ρωσικά λιπάσματα εξακολουθούν να παραμένουν ελκυστικά, ακόμη και μετά την επιβολή πρόσθετων δασμών.
Παράλληλα, σύμφωνα με τον IVA, είναι πιθανό ορισμένες ποσότητες ρωσικών προϊόντων να φτάνουν στη γερμανική αγορά μέσω άλλων κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το μέγεθος αυτών των έμμεσων εισαγωγών, ωστόσο, δεν μπορεί να προσδιοριστεί με ακρίβεια από τα διαθέσιμα στοιχεία.
Δεν αποδίδονται οι αυξήσεις των τιμών αποκλειστικά στους δασμούς
Το ζήτημα έχει άμεση σημασία για τους Γερμανούς αγρότες, καθώς το κόστος των λιπασμάτων επηρεάζει την παραγωγή και, τελικά, την οικονομική βιωσιμότητα των καλλιεργειών. Ο IVA υποστηρίζει ότι η μείωση των ρωσικών εισαγωγών δεν έχει προκαλέσει μέχρι στιγμής σαφή αύξηση των τιμών εξαιτίας των δασμών. Σύμφωνα με τον σύνδεσμο, η εγχώρια παραγωγική δυναμικότητα και οι εισαγωγές από άλλες χώρες, μεταξύ των οποίων η Αίγυπτος, επαρκούν για την κάλυψη των αναγκών της αγοράς. Την ίδια στιγμή, ο σύνδεσμος αποδίδει τις υψηλές τιμές των λιπασμάτων το 2026 στις διεθνείς ενεργειακές αναταράξεις, στον πόλεμο με το Ιράν και στην κρίση γύρω από τα Στενά του Ορμούζ, παράγοντες που επηρεάζουν το κόστος μεταφοράς και τις παγκόσμιες τιμές ενέργειας και λιπασμάτων.
Οι εκτιμήσεις αυτές αποτελούν τις θέσεις του κλαδικού συνδέσμου και δεν συνιστούν από μόνες τους ανεξάρτητη αξιολόγηση όλων των παραγόντων που διαμορφώνουν τις τιμές.
Νέες πιέσεις για περιορισμό των ρωσικών εισαγωγών
Με αφορμή τα στοιχεία, ο IVA ζητά να εξεταστεί η επιβολή πρόσθετων δασμών στις εισαγωγές καλιούχων λιπασμάτων από τη Ρωσία και τη Λευκορωσία. Το κάλιο αποτελεί βασικό θρεπτικό στοιχείο για τις καλλιέργειες και αντιπροσωπεύει μια ακόμη κατηγορία προϊόντων στην οποία η ευρωπαϊκή αγορά διατηρεί εμπορικές σχέσεις με τις δύο χώρες.
Ο σύνδεσμος εκτιμά ότι η ευρωπαϊκή βιομηχανία μπορεί να καλύψει τις ανάγκες της γεωργίας χωρίς να εξαρτάται από τις συγκεκριμένες εισαγωγές και υποστηρίζει ότι πρόσθετοι δασμοί δεν θα πρέπει να οδηγήσουν αναγκαστικά σε αυξήσεις τιμών. Η συζήτηση, ωστόσο, αποτυπώνει το ευρύτερο δίλημμα της ευρωπαϊκής οικονομικής πολιτικής. Η μείωση της εξάρτησης από τη Ρωσία απαιτεί όχι μόνο εμπορικούς περιορισμούς, αλλά και ανταγωνιστική εγχώρια παραγωγή, προσιτό ενεργειακό κόστος και εναλλακτικές πηγές προμήθειας.
Τα δεδομένα της γερμανικής αγοράς δείχνουν ότι οι δασμοί μπορούν να περιορίσουν σημαντικά τις εισαγωγές, χωρίς όμως να εξαλείψουν αυτομάτως τις οικονομικές σχέσεις που στηρίζονται σε διαφορές κόστους παραγωγής. Για τη Γερμανία και την Ευρωπαϊκή Ένωση, η πρόκληση παραμένει η εξισορρόπηση τριών στόχων: της ενεργειακής και οικονομικής ασφάλειας, της στήριξης της εγχώριας βιομηχανίας και της διατήρησης προσιτού κόστους για τον αγροτικό τομέα.
Με πληροφορίες του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA) και του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου.
Αναλύσεις
Πακιστάν: Μειώθηκαν οι τρομοκρατικές επιθέσεις, αλλά αυξάνονται οι απειλές – Αντάρτικες οργανώσεις αναπτύσσουν νέες τακτικές και στρατολογούν γυναίκες
Η νέα έκθεση του Pakistan Institute for Conflict and Security Studies (PICSS) αποκαλύπτει ένα αντιφατικό περιβάλλον ασφαλείας: Λιγότερες επιθέσεις και θύματα, αλλά αναδιοργάνωση ένοπλων ομάδων, χρήση drones, εσωτερικές συγκρούσεις και αυξανόμενη αστάθεια στο Μπαλουχιστάν. Η πολιτική κρίση επιβαρύνει την προσπάθεια αντιμετώπισης της τρομοκρατίας.
Μια εξαιρετικά σύνθετη εικόνα για την ασφάλεια στο Πακιστάν αποτυπώνει η νέα εβδομαδιαία ανάλυση του Pakistan Institute for Conflict and Security Studies (PICSS), η οποία δημοσιεύθηκε στις 10 Οκτωβρίου 2026. Παρά τη μείωση των επιθέσεων από ένοπλες οργανώσεις κατά την πρώτη εβδομάδα του μήνα, οι εξελίξεις στο εσωτερικό των εξτρεμιστικών και αυτονομιστικών ομάδων δημιουργούν σοβαρά ερωτήματα για την πραγματική αποτελεσματικότητα των επιχειρήσεων ασφαλείας.
Η έκθεση με τίτλο «Pakistan’s Security Paradox: Militant Attacks Decline as Militant Groups Signal New Developments» καταγράφει υποχώρηση των επιθέσεων, αλλά παράλληλα εντοπίζει ενδείξεις οργανωτικής αναδιάρθρωσης, νέων επιχειρησιακών μεθόδων και εντατικοποίησης της προπαγανδιστικής δραστηριότητας.
Μείωση 18% στις επιθέσεις – Παραμένει σοβαρή η απειλή
Σύμφωνα με το PICSS, από τις 2 έως τις 8 Οκτωβρίου καταγράφηκαν συνολικά 46 επιθέσεις ενόπλων οργανώσεων στο Πακιστάν, έναντι 56 την αμέσως προηγούμενη εβδομάδα.
Η μείωση ανέρχεται στο 18%, ενώ αισθητή είναι και η υποχώρηση του αριθμού των θυμάτων.
Οι νεκροί μειώθηκαν από 52 σε 42 και οι τραυματίες από 53 σε 23.
Ωστόσο, η εικόνα δεν είναι ομοιόμορφη σε ολόκληρη τη χώρα.
Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, όπου δραστηριοποιούνται ιδιαίτερα ενεργές αυτονομιστικές οργανώσεις, οι απώλειες αυξήθηκαν παρά τη μείωση του αριθμού των επιθέσεων.
Το στοιχείο αυτό δημιουργεί προβληματισμό για το κατά πόσον οι ένοπλες ομάδες μεταβάλλουν τις τακτικές τους, πραγματοποιώντας λιγότερες αλλά δυνητικά πιο φονικές επιχειρήσεις.
Οι Πακιστανοί Ταλιμπάν αλλάζουν τακτική – Drones και ελεύθεροι σκοπευτές
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν οι εξελίξεις στο εσωτερικό της Tehrik-i-Taliban Pakistan (TTP), της οργάνωσης που είναι γνωστή ως Πακιστανοί Ταλιμπάν.
Σύμφωνα με την ανάλυση, η TTP επέβαλε περιορισμούς στη χρήση των μέσων κοινωνικής δικτύωσης από τα μέλη της.
Η συγκεκριμένη απόφαση αποκτά σημασία σε μια περίοδο κατά την οποία οι ένοπλες οργανώσεις χρησιμοποιούν τις ψηφιακές πλατφόρμες τόσο για προπαγάνδα όσο και για την προβολή των επιχειρησιακών τους δυνατοτήτων.
Την ίδια στιγμή, η TTP δημοσιοποίησε οπτικό υλικό στο οποίο υποστηρίζει ότι καταγράφονται επιθέσεις με τετρακόπτερα μη επανδρωμένα αεροσκάφη και ενέργειες ελεύθερων σκοπευτών.
Οι ισχυρισμοί αυτοί δεν συνιστούν ανεξάρτητη επιβεβαίωση της αποτελεσματικότητας ή της έκτασης χρήσης των συγκεκριμένων μέσων.
Παρ’ όλα αυτά, η προβολή τέτοιων επιχειρήσεων εντάσσεται σε μια ευρύτερη προσπάθεια των οργανώσεων να παρουσιάσουν εικόνα τεχνολογικής προσαρμογής και να ενισχύσουν την επιρροή τους.
Εσωτερικές συγκρούσεις στις ένοπλες οργανώσεις
Την ίδια περίοδο, η Jamaat-ul-Ahrar, οργάνωση που έχει συνδεθεί με το δίκτυο των Πακιστανών Ταλιμπάν, ανακοίνωσε ότι πραγματοποίησε 122 επιθέσεις κατά τη διάρκεια του Σεπτεμβρίου.
Πρόκειται για αριθμό που προέρχεται από τους ισχυρισμούς της ίδιας της οργάνωσης και δεν πρέπει να συγχέεται με τα ανεξάρτητα καταγεγραμμένα περιστατικά του PICSS.
Παράλληλα, αναφέρθηκαν αιματηρές συγκρούσεις ανάμεσα σε μαχητές της Jamaat-ul-Ahrar και αντίπαλης φράξιας της TTP στην περιοχή Ορακζάι.
Οι πληροφορίες αυτές αναδεικνύουν ένα επιπλέον πρόβλημα για την ασφάλεια του Πακιστάν: τον κατακερματισμό του περιβάλλοντος των ενόπλων οργανώσεων.
Οι εσωτερικές συγκρούσεις ενδέχεται να αποδυναμώνουν προσωρινά ορισμένα δίκτυα, αλλά μπορούν επίσης να προκαλέσουν νέες αντιπαραθέσεις, ανακατατάξεις και αποσχίσεις.
Μπαλουχιστάν: Ένοπλη γυναικεία μονάδα και κλιμάκωση της προπαγάνδας
Σημαντικές εξελίξεις καταγράφονται και στο Μπαλουχιστάν, την επαρχία του νοτιοδυτικού Πακιστάν που συνορεύει με το Ιράν και το Αφγανιστάν και έχει στρατηγική σημασία λόγω των φυσικών πόρων και της πρόσβασής της στην Αραβική Θάλασσα.
Το Balochistan Liberation Front (BLF), μία από τις οργανώσεις που επιδιώκουν την ανεξαρτησία του Μπαλουχιστάν, δημοσιοποίησε υλικό για τη συγκρότηση νέου γυναικείου ένοπλου σχηματισμού.
Η συγκεκριμένη κίνηση προβάλλεται από την οργάνωση ως οργανωτική εξέλιξη. Δεν υπάρχουν, ωστόσο, επαρκή ανεξάρτητα στοιχεία στο δημόσιο απόσπασμα της έκθεσης για τον αριθμό των μελών ή τις πραγματικές επιχειρησιακές δυνατότητες της νέας μονάδας.
Παράλληλα, ο Balochistan Liberation Army (BLA), άλλη σημαντική αυτονομιστική ένοπλη οργάνωση, απέρριψε κατηγορίες περί συνεργασίας με την TTP.
Ο BLA δημοσιοποίησε επίσης οπτικό υλικό από επιχειρήσεις που ισχυρίζεται ότι πραγματοποίησαν μέλη του.
Άλλες οργανώσεις των Μπαλούχων προχώρησαν σε ανάλογες κινήσεις, προβάλλοντας τη δράση τους και διατυπώνοντας ισχυρισμούς για δραστηριότητες συλλογής πληροφοριών.
Οι εξελίξεις καταδεικνύουν ότι η σύγκρουση στο Μπαλουχιστάν δεν περιορίζεται στις ένοπλες επιθέσεις, αλλά περιλαμβάνει και έναν παράλληλο αγώνα επιρροής, επικοινωνίας και πολιτικής νομιμοποίησης.
Πολιτική κρίση και αντιτρομοκρατία
Πέρα από την ένοπλη βία, η έκθεση του PICSS επισημαίνει ότι η εσωτερική πολιτική αστάθεια δυσχεραίνει τη διαμόρφωση αποτελεσματικής πολιτικής ασφαλείας.
Η κατάρρευση των διαπραγματεύσεων μεταξύ της κυβέρνησης και του Pakistan Tehreek-e-Insaf (PTI), του κόμματος που ίδρυσε ο πρώην πρωθυπουργός Ιμράν Χαν, περιπλέκει τις προσπάθειες συντονισμού στην επαρχία Χάιμπερ Παχτούνχβα.
Η περιοχή αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα μέτωπα της δράσης των Πακιστανών Ταλιμπάν, λόγω της εγγύτητάς της με το Αφγανιστάν και της μακρόχρονης παρουσίας ένοπλων δικτύων.
Οι πολιτικές αντιπαραθέσεις μεταξύ κεντρικής κυβέρνησης και αντιπολίτευσης μπορούν να δυσχεράνουν τον συντονισμό, τη διοικητική συνεργασία και τη διαμόρφωση κοινής στρατηγικής για την αντιμετώπιση της τρομοκρατίας.
Το πρόβλημα αποκτά ιδιαίτερη σημασία όταν συνδυάζεται με την ανάγκη προστασίας παραμεθόριων περιοχών και αντιμετώπισης οργανώσεων με διασυνοριακές διασυνδέσεις.
Αφγανιστάν, Ινδία και περιφερειακές αμυντικές συμφωνίες
Οι προκλήσεις που αντιμετωπίζει το Ισλαμαμπάντ δεν περιορίζονται στο εσωτερικό της χώρας.
Οι σχέσεις με το Αφγανιστάν παραμένουν κρίσιμος παράγοντας ασφαλείας, καθώς το Πακιστάν αποδίδει σε ένοπλα δίκτυα που δρουν από αφγανικό έδαφος σημαντικό μέρος των επιθέσεων εναντίον του.
Την ίδια στιγμή, η αντιπαράθεση με την Ινδία εξακολουθεί να επηρεάζει τον στρατηγικό σχεδιασμό των πακιστανικών ενόπλων δυνάμεων.
Στο περιφερειακό περιβάλλον προστίθενται οι νέες αμυντικές διευθετήσεις και οι προσπάθειες του Πακιστάν να διατηρήσει ή να ενισχύσει τις στρατηγικές του συνεργασίες.
Η συνύπαρξη εσωτερικών απειλών, πολιτικής αβεβαιότητας και εξωτερικών δεσμεύσεων δημιουργεί αυξημένες απαιτήσεις για τον στρατιωτικό μηχανισμό και τις υπηρεσίες ασφαλείας.
Οι αριθμοί δεν λένε ολόκληρη την ιστορία
Η εβδομαδιαία έκθεση του PICSS θέτει ένα ουσιαστικό ερώτημα: αποτελεί η μείωση των τρομοκρατικών επιθέσεων ένδειξη βελτίωσης της ασφάλειας ή πρόκειται για προσωρινή υποχώρηση της βίας, ενώ οι οργανώσεις αναπροσαρμόζουν τις τακτικές και τις δομές τους;
Η απάντηση δεν μπορεί να προκύψει αποκλειστικά από την καταμέτρηση των επιθέσεων.
Η χρήση νέων επιχειρησιακών μέσων, οι εσωτερικές διαμάχες, η συγκρότηση νέων ένοπλων σχηματισμών και η αυξημένη προπαγανδιστική δραστηριότητα συνθέτουν μια εικόνα που απαιτεί διαρκή παρακολούθηση.
Άλλωστε, τα στοιχεία του PICSS για ολόκληρο τον Σεπτέμβριο είχαν καταγράψει 225 επιθέσεις, τον υψηλότερο μηνιαίο αριθμό εδώ και δώδεκα χρόνια, γεγονός που αναδεικνύει τη σοβαρότητα της κατάστασης παρά την πρόσφατη εβδομαδιαία υποχώρηση.
Το Πακιστάν βρίσκεται αντιμέτωπο με μια πολυεπίπεδη κρίση ασφαλείας, στην οποία αλληλεπιδρούν τζιχαντιστικές οργανώσεις, αυτονομιστικά κινήματα, πολιτικές αντιπαραθέσεις και περιφερειακοί ανταγωνισμοί.
Η μείωση της συχνότητας των επιθέσεων αποτελεί θετική ένδειξη σε επίπεδο εβδομαδιαίων στατιστικών. Δεν αρκεί, όμως, από μόνη της για να αποδείξει ότι οι απειλές περιορίζονται σε βάθος χρόνου.
Το κρίσιμο ζήτημα για το Ισλαμαμπάντ δεν είναι μόνο πόσες επιθέσεις καταγράφονται, αλλά κατά πόσον το κράτος μπορεί να αντιμετωπίσει τις οργανώσεις που εξακολουθούν να διαθέτουν δυνατότητα στρατολόγησης, προσαρμογής και πραγματοποίησης νέων επιχειρήσεων.
-
Αναλύσεις4 εβδομάδες πρινΤο τελεσίγραφο Καλίν την ώρα που η Τουρκία προετοιμάζεται για πόλεμο!
-
Άμυνα3 μήνες πρινΡωσσικό ΜΜΕ: Ελληνικό «μπλόκο» στην απαίτηση για Patriot – Πώς γνωρίζει το Κίεβο απόρρητα στοιχεία για τους πυραύλους μας;
-
ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΜΕ ΣΗΜΑΣΙΑ2 μήνες πρινΠακιστανός με καναδική υπηκοότητα ο υπαίτιος της πυρκαγιάς στον Έβρο! Πιθανόν να μετέφερε μετανάστες
-
GEOPOLITICO1 μήνα πρινΤο διέρρευσε ο Παπαχελάς! Έφεραν τον Καλίν στο Μαξίμου – Τί συζήτησε με τον Μητσοτάκη;
-
Αναλύσεις2 μήνες πρινΚαραγκιούλ: «Αν Ελλάδα, Κύπρος και Ισραήλ επιτεθούν στην Τουρκία, ο χάρτης του Αιγαίου θα αλλάξει»
-
ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΜΕ ΣΗΜΑΣΙΑ2 μήνες πρινΞέσπασμα της μητέρας της Μυρτούς για την υπόθεση Τζαβέντ Ασλάμ: «Δεν ξεχνώ ποτέ» – «Δήμαρχος των Πακιστανών ο Δούκας»
-
GEOPOLITICO3 εβδομάδες πρινΤί λέει Τούρκος δημοσιογράφος για Σάββα Καλεντερίδη; «Έκανε πολύ καλά τη δουλειά του για τη χώρα του – Δεν μπορούσε να τον στριμώξει η ΜİΤ»
-
Αναλύσεις3 μήνες πρινΕάν η Τουρκία απορρίψει τη συμφωνία αποχώρησης από την Κύπρο θα απομακρυνθεί δια της βίας
