Διεθνή
Υψώνονται φράχτες και τείχη σε όλη τη Μέση Ανατολή
Γιατί περιχαρακώνονται τα κράτη στη Μέση Ανατολή;
Η απειλή της τρομοκρατίας, οι προσφυγικές ροές & η λαθρομετανάστευση σκληραίνουν τα σύνορα παρά τις διαφορετικές ατζέντες αναγνωρισμένων κρατών, αυτόνομων διοικήσεων & παραστρατιωτικών σχηματισμών
Ενώ τα μάτια της διεθνούς κοινότητας βρίσκονται στην Ουκρανία, το παιχνίδι στη Μέση Ανατολή δεν έχει σταματήσει, καθώς η Τουρκία απειλεί πως θα ξεκινήσει μια νέα επιχειρήση στη Συρία κατά των Κούρδων, ενώ έχει ήδη ξεκινήσει αντικουρδικές επιχειρήσεις στο Ιράκ, την ίδια ώρα που το κουρδικό χαρτί παίζεται και σε ό,τι αφορά την αίτηση ένταξης Σουηδίας και Φινλανδίας στο ΝΑΤΟ.
Μια ενδεχόμενη νέα επιχείρηση της Τουρκίας στη Συρία αναμένεται να προκαλέσει νέα αναταραχή στη χώρα αυτή και ενδεχομένως να ενισχυθούν οι μεταναστευτικές και προσφυγικές ροές. Όμως, εδώ και αρκετά χρόνια, σε ολόκληρη τη Μέση Ανατολή, όπως αρχίζει να συμβαίνει σε μεγάλο βαθμό και στην Ανατολική Ευρώπη, ξεκίνησε η ανέγερση φρακτών και τειχών για περιορισμό των ροών, αλλά και της διείσδυσης τρομοκρατών και εγκληματικών στοιχείων.
Ηλεκτροφόρος Φράχτης Ιράκ-Συρίας
Στα τέλη Οκτωβρίου 2021, ο Ιρακινός Στρατός ανακοίνωσε ότι έχει κατασκευάσει στα σύνορα με τη Συρία ηλεκτροφόρο φράχτη μήκους 650 χιλιομέτρων, που περιλαμβάνει συρματοπλέγματα και παρατηρητήρια.
Όπως δήλωσε στο Ιρακινό Πρακτορείο Ειδήσεων (INA, 21/10/2021), ο εκπρόσωπος του Ιρακινού Στρατού, Υποστράτηγος Yahya Rasool, «ο φράχτης ασφαλείας μήκους 650 χιλιομέτρων με τη συριακη πλευρά περιλαμβάνει οχυρώσεις, συμπεριλαμβομένης τάφρου, θερμικών καμερών και συρματοπλέγματος». Πρόσθεσε πως «ο κίνδυνος παραμένει εντός του συριακού εδάφους, ειδικά σε περιοχές στα βορειοδυτικά, όπου υπάρχουν τρομοκρατικές ομάδες».
Ο Y. Rasool τόνισε ότι «τα σύνορα με τις γειτονικές χώρες είναι καλά ασφαλισμένα από συνοριοφύλακες, αλλά μας ενδιαφέρει να θέσουμε υπό έλεγχον ολόκληρη την ιρακινο-συριακή μεθόριο και να αποτρέψουμε τη διείσδυση τρομοκρατών στο Ιράκ». Είπε, επίσης, πως οι Ένοπλες Δυνάμεις της χώρας έχουν ξεκινήσει μια μεγάλη προσπάθεια συλλογής πληροφοριών, παράλληλα με την επιχείρηση που ξεκίνησε η Ιρακινή Εθνική Υπηρεσία Πληροφοριών (INIS) κατά τρομοκρατών, των χρηματοδοτών τους και οργανωμένου εγκλήματος.
Σημειώνεται ότι η INIS είναι η υπηρεσία πληροφοριών του Ιράκ που διαδέχτηκε την ISS ή «Mukhabarat» του Saddam Hussein, η οποία διαλύθηκε το 2003, μετά την αμερικανική εισβολή του Μαρτίου του 2003. Η διάλυση της ISS έγινε με Διάταγμα του Αμερικανού Πρέσβη L. Paul Bremer, πρώτου διοικητή της Προσωρινής Συμμαχικής Αρχής, δηλαδή της μεταβατικής κατοχικής κυβέρνησης. Το Διάταγμα «CPA Order Number 2: Dissolution of Entities» της 23ης Μαΐου 2003 διέλυσε μεγάλο μέρος του οικοδομήματος ασφαλείας του Ιράκ, συμπεριλαμβανομένων των Ενόπλων Δυνάμεων, ορισμένων Σωμάτων Ασφαλείας και Παραστρατιωτικών Σχηματισμών πιστών στο κόμμα Ba’ath, καθώς και των Υπηρεσιών Πληροφοριών. Η απόφαση του L.P. Bremer, που φαίνεται να έγινε χωρίς προηγούμενη συνεννόηση με το State Department και το ΥΠΑΜ, θεωρείται από πολλούς ως ένας από τους λόγους που οδήγησαν στο χάος που ακολούθησε και λειτούργησαν αποτρεπτικά στη γρήγορη ανοικοδόμηση της χώρας (New York Times, 17/03/2008).
Τα σύνορα Ιράκ-Συρίας αποτελούν πηγή ανησυχίας για την κυβέρνηση της Βαγδάτης εδώ και πολλά χρόνια, λόγω της εισόδου τρομοκρατών της ISIS στη χώρα. Την ίδια περίοδο που ανακοινώθηκε η ολοκλήρωση του φράχτη, το ΥΠΑΜ της χώρας είχε ανακοινώσει πως απέτρεψε τρομοκρατική επίθεση κατά σχηματισμού οχημάτων επιμελητείας και υλικοτεχνικής υποστήριξης στην περιοχή της Βαβυλώνας, νοτίως της Βαγδάτης.
Το 2017, το Ιράκ κήρυξε τη νίκη επί της ISIS ανακτώντας όλα τα εδάφη που είχε υπό τον έλεγχό της η τρομοκρατική οργάνωση από το καλοκαίρι του 2014, που αναλογούσε σε περίπου στο ένα τρίτο του εδάφους της χώρας. Η οργάνωση, ωστόσο, φαίνεται πως διατηρεί εν υπνώσει πυρήνες (“sleeper cells”) σε μεγάλες περιοχές του Ιράκ και κατά καιρούς εξαπολύει σποραδικές επιθέσεις (Middle East Monitor, 21/10/2021).
Πέραν των τρομοκρατών, στόχος του ηλεκτροφόρου φράχτη είναι η παρεμπόδιση εισόδου λαθρεμπόρων. Η ανέγερσή του ξεκίνησε από το 2018 και εντασσόταν στην ευρύτερη στρατηγική του Ιράκ για αναχαίτιση της ISIS, συνεργαζόμενο τόσο με τις υποστηριζόμενες από τις ΗΠΑ κουρδικές δυνάμεις της SDF, όσο και με την κυβέρνηση της Συρίας, που στηρίζεται από τη Ρωσία και το Ιράν. Η Ιρακινή Δύναμη Συνοριοφυλακής (Iraqi Border Guard Force) περιπολεί τον φράχτη, γίνεται χρήση drones και πολλές φορές επιτρέπεται σε μαχητές των Ιρακινών Λαϊκών Δυνάμεων Κινητοποίησης (Iraqi Popular Mobilization Forces), που έχουν απορροφήσει μια σειρά πολιτοφυλακών και παραστρατιωτικών σχηματισμών, να περνούν τα σύνορα προς Συρία για επιχειρήσεις κατά της ISIS (Newsweek, 07/02/2018). Εκτιμάται ότι ο φράχτης, που ξεκίνησε στο τρίγωνο Ιορδανίας-Συρίας-Ιράκ, θα επεκταθεί για να καλύψει όλα τα σύνορα της χώρας.
Τείχος στη Νινευή: Το πολιτικό τρίγωνο Ροτζάβα, Claw-Lock & YBS
Ένας μέρος των συνόρων όμως θα μετατραπεί σε τσιμεντένιο τείχος, για ενίσχυση της αποτροπής του. Το ιρακινό τείχος είναι στα σύνορα με τη συριακή επαρχία της Αλ-Χασακά, η οποία αυτήν τη στιγμή κυβερνάται από την αυτοανακηρυχθείσα το 2012 «Αυτόνομη Διοίκηση της Βόρειας και Ανατολικής Συρίας» (Autonomous Administration of North & East Syria). Το καθεστώς της AANES, που δεν αναγνωρίζεται από την κυβέρνηση της Συρίας ή οποιαδήποτε άλλη κυβέρνηση, εκτός από την τοπική βουλή της Καταλωνίας, είναι ουσιαστικά η κουρδική Ροτζάβα υπό τον έλεγχο των Συριακών Δημοκρατικών Δυνάμεων (Syrian Democratic Forces). Στις SDF συμμετέχουν οι κουρδικοί σχηματισμοί YPG, YPJ και YAT (καθώς και κάποιες μικρότερες ασσυριακές και χριστιανικές πολιτοφυλακές), τους οποίους η Τουρκία χαρακτηρίζει «τρομοκρατικούς».
Το «πρώτο στάδιο» του τείχους έχει μήκος 12 χιλιόμετρα και ύψος 3,5 μέτρα και κατασκευάστηκε στην επαρχία Νινευή, στην περιοχή της Σιντζάρ, στο βορειοδυτικό Ιράκ (AFP, 27/03/2022). Σύμφωνα με τους Ιρακινούς αξιωματούχους, στόχος παραμένει η αποτροπή της εισόδους τρομοκρατών της ISIS εντός της χώρας, ενώ δεν έχει διευκρινιστεί μέχρι στιγμής η έκταση του τείχους. Η ίδια πηγή αναφέρει πως τον Ιανουάριο, στη συριακή επαρχία που ελέγχεται από τους Κούρδους, μαχητές της ISIS επιτέθηκαν σε φυλακή για να απελευθερώσουν τζιχαντιστές συντρόφους τους, πυροδοτώντας συγκρούσεις που κράτησαν για μέρες και άφησαν πίσω τους εκατοντάδες νεκρούς. Εκτιμάται πως πολλοί από αυτούς τους κρατουμένους διέφυγαν είτε προς Τουρκία είτε τουρκοκρατούμενες περιοχές της Συρίας. Παρά την εξαγγελθείσα νίκη του Ιράκ επί της ISIS, παραμένει μια χαμηλού επιπέδου εξέγερση, η οποία φουντώνει από καιρού εις καιρόν, ιδιαίτερα στις αγροτικές και ορεινές περιοχές μεταξύ του κουρδικού Ιράκ και των βόρειων προαστίων της πρωτεύουσας.
Σύμφωνα με μιαν άλλη προσέγγιση, πίσω από την ανέγερση του τείχους στη Σιντζάρ υπάρχουν άλλες σκοπιμότητες, που έχουν να κάνουν με την τουρκική επιχείρηση «Claw-Lock» στην ίδια περιοχή, που ξεκίνησε στις 17 Απριλίου 2022 (βλ. «Σημερινή», 22/05/2022). Όπως γράφει ο Fehim Tastekin στο «Al-Monitor» (03/05/2022), η ανέγερση του τείχους στη Σιντζάρ από τη μια φαίνεται να βολεύει την Τουρκία διότι αποκόπτει την επικοινωνία μεταξύ των Κούρδων από την κάθε πλευρά των συνόρων, από την άλλη το Ιράκ ασκεί αποτελεσματικότερο έλεγχο στην περιοχή αφού ελέγχεται από τη γιαζιντιτική πολιτοφυλακή YBS (που συνεργάζεται με τους Κούρδους της YPG) και η οποία δεν έχει απόλυτη εμπιστοσύνη στις δυνάμεις ISF, περιλαμβανομένων των κουρδικών Peshmerga του Ιράκ. Ο φράχτης δυσχεραίνει την πρόσβαση σε «ανθρωπιστικούς διαδρόμους», όπως το ανεπίσημο «Highway 47» προς Συρία, το οποίο οι Γιαζιντίτες μπορούν να χρησιμοποιούν για να διαφύγουν από τις επιθέσεις της ISIS.
Όπως αναφέρει σε ανάλυσή του στο United States Institute of Peace (12/04/2021), o Osama Gharizi, ειδικός για θέματα που αφορούν το Ιράκ, η επαρχία αποτελείται από 14 περιοχές και είναι διαφιλονικούμενη μεταξύ της κεντρικής κυβέρνησης του Ιράκ και της Αυτόνομης Κυβέρνησης του Κουρδιστάν στο Ιράκ (Kurdish Regional Government). Μεταξύ των ομάδων που επιζητούν τον πολιτικό έλεγχο της περιοχής είναι οι Λαϊκές Δυνάμεις Κινητοποίησης, το Κουρδικό Εργατικό Κόμμα (PKK), οι Peshmerga της KRG και οι κυβερνητικές δυνάμεις της Βαγδάτης.
Φράχτες & τείχη σε όλη τη Μέση Ανατολή
Τα τελευταία χρόνια, όλο και περισσότεροι φράχτες και τείχη υψώνονται στη Μέση Ανατολή. Η Σαουδική Αραβία από το 2015 κτίζει φράχτη, μήκους 900 χιλιομέτρων, για να καλύψει το εύρος το συνόρων της με το Ιράκ, με στόχο να ανακόψει την είσοδο σε ισλαμιστές της ISIS. Από σχετικά δημοσιεύματα της εποχής, φαίνεται πως το μοντέλο που υιοθετεί τώρα το Ιράκ μοιάζει πολύ με αυτό που έχτισε η Σαουδική Αραβία στα δικά τους κοινά σύνορα, που περιλαμβάνει πολλαπλά εμπόδια. Η συζήτηση για έναν τέτοιο φράχτη ξεκίνησε από το 2006, όταν φούντωνε ο ιρακινός εμφύλιος πόλεμος, αλλά η κατασκευή ξεκίνησε τον Σεπτέμβριο του 2014, όταν η ιρακινή παραμεθόριος περιοχή ήταν υπό τον έλεγχο της ISIS και είχαν διενεργηθεί επιθέσεις κατά σαουδαραβικού συνοριακού φυλακίου (Telegraph, 14/01/2015). Η Σαουδική Αραβία ανήγειρε επίσης φράχτη σε αρκετά σημεία των συνόρων της με την Υεμένη στον νότο.
Παρά τις φωνασκίες της κατά της ανέγερσης ελληνικού φράχτη στον Έβρο, για αντιμετώπιση της εργαλειοποιημένης λαθρομετανάστευσης, η ίδια η Τουρκία ξεκίνησε από τον Ιούλιο του 2021 την ανέγερση τσιμεντένιου τείχους στα σύνορά της με το Ιράν. Στόχος του φράχτη είναι η απαγόρευση των μεταναστευτικών ροών και λαθρεμπορίας όπως αυτές που προέρχονται μέσω Ιράν από το Ιράκ και το Αφγανιστάν, αλλά και η αποτροπή της δράσης των Κούρδων μαχητών που βρίσκονται στη Ιράν. Ο τοίχος θα έχει μήκος 295 χιλιόμετρα, ύψος 3 μέτρα και περιλαμβάνει και το σκάψιμο τάφρου και αναμένεται να ολοκληρωθεί μέσα στο 2023 (Πρώτο Θέμα, 28/07/2021· Hurriyet, 26/04/2022). Πέραν των περιπολιών από στρατό, χωροφυλακή και αστυνομία, έχουν ανεγερθεί 103 παρατηρητήρια, γίνεται χρήση «drone killers» και «drone jammers» και υπάρχουν θερμικές κάμερες και συστήματα ραδιοεντοπισμού. Η Τουρκία καλεί Ευρωπαίους δημοσιογράφους σε περιοχές των συνορών, όπως το Βαν, για να τους δείξει πως «το πρόβλημα ασφαλείας της Ευρώπης δεν ξεκινά με την Ελλάδα και τη Βουλγαρία, ξεκινά εδώ», δικαιολογώντας επικοινωνιακά την πολιτική της (Politico, 03/01/2022).
Ιρακινές Δυνάμεις Ασφαλείας & Ιρακινή Ομοσπονδιακή Αστυνομία
Σύμφωνα με τη σχετική πληροφόρηση που υπάρχει στην ιστοσελίδα του Διεθνούς Συνασπισμού κατά του Ισλαμικού Κράτους (Global Coalition to Defeat Daesh/ISIS, globalcoalition.org, 29/04/2022), οι Ιρακινές Δυνάμεις Ασφαλείας (ISF, Iraqi Security Forces, όπως χαρακτηρίζονται από τις ΗΠΑ τα στρατιωτικά και αστυνομικά σώματα της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας του Ιράκ που δημιουργήθηκαν μετά το 2003), έχουν εκπαιδευτεί και εποπτεύουν τον φράχτη στα σύνορα με τη Συρία για αποτροπή διείσδυσης μαχητών της ISIS. Η τάφρος που δημιουργήθηκε είναι 3 μέτρα βάθος και 3 μέτρα πλάτος, απροσπέλαστη από ανθρώπους, οχήματα, ακόμη και ζώα. Έχουν δημιουργηθεί οχυρωματικά έργα από άμμο και τσιμεντένια παρατηρητήρια, ενισχυμένα φυσικά από τις κάμερες. Για πρώτη φορά οι στρατιώτες έχουν κυάλια νυκτός.
Η Ιρακινή Ομοσπονδιακή Αστυνομία (Iraqi Federal Police) υπάγεται στο Υπουργείο Εσωτερικών και έχει χαρακτηριστικά Χωροφυλακής, με τα στελέχη της να έχουν λάβει στρατιωτική εκπαίδευση. Η Ομοσπονδιακή Αστυνομία καλύπτει το κενό μεταξύ τοπικών αστυνομικών αρχών και του στρατού. Σύμφωνα με την ιστοσελίδα της globalcoalition.org (13/05/2022), η IFP αναζητεί «εν υπνώσει πυρήνες» της ISIS εντός της ιρακινής επικράτειας, συμπεριλαμβανομένων και συμμοριών που σχετίζονται με αυτήν και εμπλέκονται σε λαθρεμπόριο ναρκωτικών, εμπορία προσώπων και άλλες εγκληματικές ενέργειες που αποφέρουν οικονομικό όφελος στην τρομοκρατική οργάνωση.
Στην αποστολή της IFP περιλαμβάνεται η καταπολέμηση του οργανωμένου εγκλήματος, του κυβερνοεγκλήματος, η προστασία σημαντικών γεωγραφκών τομέων, κρίσιμων υποδομών και κατοικημένων περιοχών. Η IFP, όπως και οι υπόλοιπες ISF, έχουν λάβει εκπαίδευση και υλικοτεχνική στήριξη από τον Διεθνή Συνασπισμό.
Για την ιστορία, η Κύπρος συμμετέχει στον Διεθνή Συνασπισμό κατά του Ισλαμικού Κράτους, που ιδρύθηκε το 2014 και ανάμεσα στα 84 μέλη του περιλαμβάνονται κράτη και διεθνείς οργανισμοί. Στην πιο πρόσφατη συνάντησή του στο Μαρακές του Μαρόκο, στις 11 Μαΐου 2022, με βασικό αντικείμενο τον συντονισμό των διεθνών προσπαθειών για καταπολέμηση της τρομοκρατίας, εκπροσωπήθηκε και η Κύπρος από τον ΥΠΕΞ Ιωάννη Κασουλίδη.
* Αστυνομικές Σπουδές, Ανοικτό Πανεπιστήμιο Κύπρου
(δημοσιεύθηκε στη «Σημερινή της Κυριακής», 19/06/2022, στήλη «Άμυνας & Ασφάλειας Αφηγήματα»)
Διεθνή
Προειδοποίηση της Ελβετίας: Το υψηλό ευρωπαϊκό χρέος θα μπορούσε να πυροδοτήσει μια κρίση του ευρώ
Τα αυξανόμενα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη και πέραν αυτής εγκυμονούν κινδύνους για την οικονομική σταθερότητα και θα μπορούσαν να πυροδοτήσουν μια κρίση του ευρώ, δήλωσε την Παρασκευή η Ελβετίδα υπουργός Οικονομικών, Κάριν Κέλερ-Σούτερ.
Τα αυξανόμενα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη και πέραν αυτής εγκυμονούν κινδύνους για την οικονομική σταθερότητα και θα μπορούσαν να πυροδοτήσουν μια κρίση του ευρώ, δήλωσε την Παρασκευή η Ελβετίδα υπουργός Οικονομικών, Κάριν Κέλερ-Σούτερ.
Μιλώντας στον ελβετικό δημόσιο ραδιοτηλεοπτικό φορέα SRF, στην Μπανγκόκ —στο περιθώριο των ετήσιων συναντήσεων του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου και της Παγκόσμιας Τράπεζας—, η Κέλερ-Σούτερ ανέφερε ότι και οι τιμές της ενέργειας εντείνουν τις ανησυχίες μεταξύ των υπευθύνων χάραξης πολιτικής.
Η Ελβετία διαθέτει ένα από τα χαμηλότερα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη, ωστόσο η Κέλερ-Σούτερ τόνισε ότι, στο τρέχον περιβάλλον, είναι σημαντικό να εξετάζεται η ευρύτερη εικόνα.
«Είμαστε τόσο στενά διασυνδεδεμένοι σε διεθνές επίπεδο, ώστε καθιστάμεθα επίσης ευάλωτοι, για παράδειγμα, στην περίπτωση που προκύψει κρίση χρέους εξαιτίας του δημόσιου χρέους μεγάλων χωρών. Σκέφτομαι συγκεκριμένα τις Ηνωμένες Πολιτείες, αλλά και την Ευρώπη. Υπάρχει η περίπτωση της Γαλλίας — κάτι που θα μπορούσε να οδηγήσει σε κρίση του ευρώ», δήλωσε η Κέλερ-Σούτερ στο δίκτυο SRF.
Το δημόσιο χρέος της Γαλλίας, τα δημοσιονομικά ελλείμματα και η υποτονική οικονομική ανάπτυξη έχουν εντείνει τις ανησυχίες για την κατάσταση των δημόσιων οικονομικών της, καθώς ο πολιτικός κατακερματισμός έχει καταστήσει πιο περίπλοκες τις προσπάθειες δημοσιονομικής εξυγίανσης.
Αναλύσεις
Η Κίνα βρίσκει δρόμο που παρακάμπτει το Πακιστάν – Ο διάδρομος Ουαχάν αλλάζει τις γεωπολιτικές ισορροπίες
Μία νέα οδική αρτηρία μήκους 121 χιλιομέτρων στο βορειοανατολικό Αφγανιστάν δημιουργεί τις προϋποθέσεις για απευθείας χερσαία σύνδεση με την Κίνα, χωρίς διέλευση από το Πακιστάν. Η ολοκλήρωση του δρόμου στον ιστορικό διάδρομο Ουαχάν αποκτά ιδιαίτερη γεωπολιτική σημασία, καθώς το Πεκίνο αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα ασφαλείας με τις επενδύσεις του στο Πακιστάν, ενώ η Καμπούλ επιδιώκει να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ.
Μία σημαντική εξέλιξη στις χερσαίες μεταφορές και στις γεωπολιτικές ισορροπίες της Κεντρικής Ασίας καταγράφεται στο Αφγανιστάν, με την ολοκλήρωση νέου δρόμου στον στρατηγικής σημασίας διάδρομο Ουαχάν.
Σύμφωνα με ανάλυση του Imran Khurshid που δημοσιεύθηκε στις 9 Οκτωβρίου 2026 στο Asia Times, οι αφγανικές αρχές εγκαινίασαν οδική διαδρομή 121 χιλιομέτρων, η οποία εκτείνεται από την περιοχή Μπρογκίλ έως τα σύνορα με την Κίνα, στην επαρχία Μπανταχσάν.
Το έργο κόστισε περίπου 365 εκατομμύρια αφγάνι, ποσό που αντιστοιχεί σε περίπου 5,5 εκατομμύρια δολάρια.
Κατά τις αφγανικές ανακοινώσεις, κατασκευάστηκε από ντόπιους μηχανικούς και εργαζομένους, χωρίς τη συμμετοχή ξένων τεχνικών συμβούλων.
Η νέα διαδρομή φθάνει στα σινοαφγανικά σύνορα. Αυτό, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι λειτουργεί ήδη πλήρης διεθνής εμπορευματικός διάδρομος, καθώς εξακολουθούν να υπάρχουν σημαντικοί τεχνικοί και συνοριακοί περιορισμοί.
Γιατί ο διάδρομος Ουαχάν έχει στρατηγική σημασία
Ο διάδρομος Ουαχάν αποτελεί μια στενή λωρίδα αφγανικού εδάφους ανάμεσα στο Τατζικιστάν, το Πακιστάν και την Κίνα.
Η γεωγραφική του διαμόρφωση συνδέεται με τον ανταγωνισμό της Βρετανικής και της Ρωσικής Αυτοκρατορίας κατά τον 19ο αιώνα.
Η περιοχή διατηρήθηκε ως ζώνη διαχωρισμού των δύο αυτοκρατορικών σφαιρών επιρροής, αποτελώντας ένα από τα χαρακτηριστικότερα γεωγραφικά κατάλοιπα του λεγόμενου «Μεγάλου Παιχνιδιού».
Σήμερα, η ίδια περιοχή αποκτά νέα σημασία, αυτή τη φορά λόγω της προσπάθειας σύνδεσης της Κίνας με το Αφγανιστάν και ευρύτερα με την Κεντρική Ασία.
Ο δρόμος ανοίγει τη δυνατότητα δημιουργίας μιας εναλλακτικής οδού μεταφορών, περιορίζοντας δυνητικά την ανάγκη διέλευσης από το πακιστανικό έδαφος.
Το πρόβλημα της Κίνας με τον οικονομικό διάδρομο CPEC
Το ενδιαφέρον της εξέλιξης εντοπίζεται κυρίως στην προσπάθεια του Πεκίνου να περιορίσει την εξάρτησή του από ευάλωτες υποδομές.
Ο Οικονομικός Διάδρομος Κίνας–Πακιστάν, γνωστός ως CPEC, αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα προγράμματα της κινεζικής πρωτοβουλίας Belt and Road.
Μέσω του συγκεκριμένου σχεδίου, η Κίνα επιχειρεί να ενισχύσει τις εμπορικές και ενεργειακές συνδέσεις της με τη Νότια Ασία και την Αραβική Θάλασσα.
Ωστόσο, η υλοποίηση των έργων έχει αντιμετωπίσει σοβαρές δυσκολίες.
Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, οργανώσεις αυτονομιστών έχουν πραγματοποιήσει επανειλημμένες επιθέσεις εναντίον κινεζικών συμφερόντων, εγκαταστάσεων και εργαζομένων.
Οι επιθέσεις αυτές έχουν επιβαρύνει την ασφάλεια των υποδομών και έχουν αυξήσει το κόστος προστασίας των κινεζικών επενδύσεων.
Παράλληλα, έχουν διατυπωθεί καταγγελίες για καθυστερήσεις, κακοδιαχείριση και προβλήματα διαφάνειας σε επιμέρους προγράμματα του CPEC.
Η εδαφική διαμάχη με την Ινδία
Μια επιπλέον γεωπολιτική δυσκολία συνδέεται με τη διέλευση του CPEC από το Γκιλγκίτ–Μπαλτιστάν.
Η περιοχή διοικείται από το Πακιστάν, αλλά διεκδικείται από την Ινδία, στο πλαίσιο της ευρύτερης διαμάχης για το Κασμίρ.
Το Νέο Δελχί έχει αντιταχθεί επανειλημμένα σε έργα που διέρχονται από εδάφη τα οποία θεωρεί τμήμα της δικής του επικράτειας.
Αυτό σημαίνει ότι ο οικονομικός διάδρομος Κίνας–Πακιστάν δεν αποτελεί μόνο αναπτυξιακό πρόγραμμα, αλλά συνδέεται με μία από τις πιο ευαίσθητες εδαφικές αντιπαραθέσεις της Ασίας.
Η δημιουργία εναλλακτικών διαδρομών μέσω του Αφγανιστάν θα μπορούσε μακροπρόθεσμα να προσφέρει στο Πεκίνο μεγαλύτερη ευελιξία.
Δεν υπάρχει, πάντως, ένδειξη ότι ο δρόμος του Ουαχάν μπορεί σήμερα να αντικαταστήσει τις μεγάλες μεταφορικές υποδομές του CPEC.
Η Καμπούλ επιχειρεί να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ
Για την κυβέρνηση των Ταλιμπάν, το έργο έχει και μία σαφή πολιτική διάσταση.
Το Αφγανιστάν εξαρτάται σε σημαντικό βαθμό από συνοριακές διαβάσεις και μεταφορικούς άξονες που περνούν από το Πακιστάν.
Οι επανειλημμένες εντάσεις ανάμεσα στις δύο χώρες έχουν προκαλέσει κλείσιμο συνοριακών περασμάτων, διακοπές εμπορικών ροών και επιβάρυνση της αφγανικής οικονομίας.
Μια εναλλακτική χερσαία διέξοδος προς την Κίνα θα μπορούσε, εφόσον αναπτυχθεί και καταστεί λειτουργική, να μειώσει τη δυνατότητα του Πακιστάν να χρησιμοποιεί τη γεωγραφική του θέση ως μέσο πίεσης προς την Καμπούλ.
Η αφγανική πλευρά αντιμετωπίζει το έργο ως σημαντική υποδομή οικονομικής και στρατηγικής αυτονομίας.
Η στάση της Κίνας και της Ρωσίας
Παρά την προοπτική άμεσης σύνδεσης, το Πεκίνο δεν έχει εγκαταλείψει τον οικονομικό διάδρομο CPEC ούτε έχει ανακοινώσει ότι ο Ουαχάν θα τον αντικαταστήσει.
Η Κίνα εξακολουθεί να διατηρεί σημαντικά οικονομικά και στρατηγικά συμφέροντα στο Πακιστάν.
Αντίστοιχα, η Ρωσία ενδιαφέρεται για τη σταθερότητα του Αφγανιστάν και για την ανάπτυξη νέων δικτύων επικοινωνίας στην Κεντρική Ασία.
Η δημιουργία περισσότερων επιλογών διασύνδεσης ενδέχεται να περιορίσει την αποκλειστική σημασία ορισμένων παραδοσιακών μεταφορικών διαδρομών.
Η πραγματική αξία του Ουαχάν θα εξαρτηθεί από τη βελτίωση των οδικών υποδομών, τη λειτουργία συνοριακών και τελωνειακών εγκαταστάσεων, τις καιρικές συνθήκες και τις πολιτικές αποφάσεις της Κίνας.
Το μήνυμα προς το Πακιστάν
Η νέα διαδρομή αναδεικνύει μια σημαντική γεωπολιτική πραγματικότητα: η γεωγραφική θέση ενός κράτους προσφέρει στρατηγικά πλεονεκτήματα, αλλά η αξιοποίησή τους εξαρτάται από την ασφάλεια και την αξιοπιστία των μεταφορικών του δικτύων.
Το Πακιστάν εξακολουθεί να αποτελεί κρίσιμο εταίρο της Κίνας, ιδιαίτερα στο πλαίσιο του CPEC.
Ταυτόχρονα, όμως, η αστάθεια, οι επιθέσεις σε κινεζικά συμφέροντα και οι αντιπαραθέσεις με το Αφγανιστάν δημιουργούν κίνητρα αναζήτησης εναλλακτικών επιλογών.
Ο διάδρομος Ουαχάν δεν έχει ακόμη μετατραπεί σε μεγάλο εμπορικό πέρασμα. Η κατασκευή του δρόμου, ωστόσο, καταδεικνύει ότι το Αφγανιστάν επιχειρεί να αποκτήσει πρόσθετες διεθνείς συνδέσεις και ότι η αποκλειστική εξάρτηση από το Πακιστάν δεν αποτελεί πλέον τη μοναδική γεωγραφική επιλογή.
Για το Ισλαμαμπάντ, η εξέλιξη αποτελεί μια νέα στρατηγική παράμετρο που θα πρέπει να συνυπολογίσει στις σχέσεις του με το Πεκίνο και την Καμπούλ.
Διεθνή
Γερμανία: Το ρωσικό φυσικό αέριο επιστρέφει έμμεσα μέσω των λιπασμάτων, παρά τους ευρωπαϊκούς δασμούς
Οι εισαγωγές ρωσικών αζωτούχων λιπασμάτων μειώθηκαν κατά 66% το 2025-2026, αλλά παραμένουν 53% υψηλότερες από τα επίπεδα πριν από τον πόλεμο στην Ουκρανία.
Το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία διατηρεί ανταγωνιστικά τα ρωσικά προϊόντα, σύμφωνα με στοιχεία που δημοσίευσε η Berliner Zeitung. Η Γερμανία εξακολουθεί να συνδέεται εμπορικά με το ρωσικό φυσικό αέριο, παρά τις ευρωπαϊκές προσπάθειες περιορισμού της ενεργειακής εξάρτησης από τη Μόσχα.
Αυτή τη φορά, η σύνδεση δεν αφορά αποκλειστικά την άμεση προμήθεια φυσικού αερίου, αλλά τις εισαγωγές λιπασμάτων που παράγονται με τη χρήση ρωσικού αερίου ως πρώτης ύλης και πηγής ενέργειας. Σύμφωνα με δημοσίευμα της γερμανικής εφημερίδας, που βασίζεται σε στοιχεία του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου και του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι εισαγωγές αζώτου μέσω ρωσικών λιπασμάτων μειώθηκαν σημαντικά κατά το 2025-2026. Ωστόσο, εξακολουθούν να βρίσκονται πάνω από τα επίπεδα που καταγράφονταν πριν από τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία.
Τα στοιχεία των εισαγωγών και η σύγκριση με την προπολεμική περίοδο
Το 2025-2026, η Γερμανία εισήγαγε 48.800 τόνους αζώτου μέσω λιπασμάτων ρωσικής προέλευσης. Η ποσότητα αυτή είναι μειωμένη κατά περίπου 66% σε σύγκριση με το προηγούμενο έτος, αλλά παραμένει κατά 53% υψηλότερη από τους 31.800 τόνους που είχαν καταγραφεί το 2020-2021, πριν από τον πόλεμο.
Η εξέλιξη των εισαγωγών δείχνει πόσο έντονη ήταν η αύξηση μετά το 2022. Το 2021-2022 οι εισαγωγές έφτασαν τους 56.800 τόνους αζώτου, ενώ το 2022-2023 εκτοξεύθηκαν στους 185.100 τόνους. Στη συνέχεια καταγράφηκαν 140.200 τόνοι το 2023-2024 και 143.800 τόνοι το 2024-2025, προτού σημειωθεί η μεγάλη υποχώρηση της τελευταίας περιόδου. Τα στοιχεία αφορούν την ποσότητα του αζώτου που περιέχεται στα εισαγόμενα λιπάσματα και όχι το συνολικό βάρος των προϊόντων.
Τα λιπασματικά έτη υπολογίζονται από τον Ιούλιο έως τον Ιούνιο. Η ποσότητα αζώτου που εισήχθη στη Γερμανία μέσω ρωσικής ουρίας μειώθηκε από 71.600 τόνους σε 27.600 τόνους, καταγράφοντας πτώση άνω του 61%. Παρά τη μείωση, η ποσότητα εξακολουθεί να είναι σχεδόν τριπλάσια από τους 9.900 τόνους του 2020-2021. Η συγκεκριμένη εξέλιξη αναδεικνύει το βασικό πρόβλημα της ευρωπαϊκής πολιτικής περιορισμού των εμπορικών δεσμών με τη Ρωσία. Ακόμη και όταν περιορίζονται οι εισαγωγές συγκεκριμένων προϊόντων, οι οικονομικές σχέσεις μπορούν να διατηρούνται μέσω άλλων κατηγοριών αγαθών, ιδιαίτερα όταν αυτά έχουν χαμηλότερο κόστος παραγωγής.
Γιατί οι ρωσικές εισαγωγές παραμένουν ανταγωνιστικές
Καθοριστικός παράγοντας είναι το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία και στην υπόλοιπη Ευρώπη. Η παραγωγή αζωτούχων λιπασμάτων απαιτεί μεγάλες ποσότητες φυσικού αερίου, το οποίο χρησιμοποιείται τόσο ως πρώτη ύλη όσο και ως πηγή ενέργειας. Σύμφωνα με τον Σύνδεσμο Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι ευρωπαϊκοί δασμοί, που τέθηκαν σε ισχύ τον Ιούλιο του 2025, περιόρισαν σημαντικά τις εισαγωγές ρωσικών λιπασμάτων. Ωστόσο, δεν εξάλειψαν το ανταγωνιστικό πλεονέκτημα των ρωσικών προϊόντων. Ο σύνδεσμος επισημαίνει ότι οι υψηλές τιμές ενέργειας δυσκολεύουν τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις να αυξήσουν την εγχώρια παραγωγή και να καλύψουν μεγαλύτερο μέρος των αναγκών της αγοράς. Ως αποτέλεσμα, τα ρωσικά λιπάσματα εξακολουθούν να παραμένουν ελκυστικά, ακόμη και μετά την επιβολή πρόσθετων δασμών.
Παράλληλα, σύμφωνα με τον IVA, είναι πιθανό ορισμένες ποσότητες ρωσικών προϊόντων να φτάνουν στη γερμανική αγορά μέσω άλλων κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το μέγεθος αυτών των έμμεσων εισαγωγών, ωστόσο, δεν μπορεί να προσδιοριστεί με ακρίβεια από τα διαθέσιμα στοιχεία.
Δεν αποδίδονται οι αυξήσεις των τιμών αποκλειστικά στους δασμούς
Το ζήτημα έχει άμεση σημασία για τους Γερμανούς αγρότες, καθώς το κόστος των λιπασμάτων επηρεάζει την παραγωγή και, τελικά, την οικονομική βιωσιμότητα των καλλιεργειών. Ο IVA υποστηρίζει ότι η μείωση των ρωσικών εισαγωγών δεν έχει προκαλέσει μέχρι στιγμής σαφή αύξηση των τιμών εξαιτίας των δασμών. Σύμφωνα με τον σύνδεσμο, η εγχώρια παραγωγική δυναμικότητα και οι εισαγωγές από άλλες χώρες, μεταξύ των οποίων η Αίγυπτος, επαρκούν για την κάλυψη των αναγκών της αγοράς. Την ίδια στιγμή, ο σύνδεσμος αποδίδει τις υψηλές τιμές των λιπασμάτων το 2026 στις διεθνείς ενεργειακές αναταράξεις, στον πόλεμο με το Ιράν και στην κρίση γύρω από τα Στενά του Ορμούζ, παράγοντες που επηρεάζουν το κόστος μεταφοράς και τις παγκόσμιες τιμές ενέργειας και λιπασμάτων.
Οι εκτιμήσεις αυτές αποτελούν τις θέσεις του κλαδικού συνδέσμου και δεν συνιστούν από μόνες τους ανεξάρτητη αξιολόγηση όλων των παραγόντων που διαμορφώνουν τις τιμές.
Νέες πιέσεις για περιορισμό των ρωσικών εισαγωγών
Με αφορμή τα στοιχεία, ο IVA ζητά να εξεταστεί η επιβολή πρόσθετων δασμών στις εισαγωγές καλιούχων λιπασμάτων από τη Ρωσία και τη Λευκορωσία. Το κάλιο αποτελεί βασικό θρεπτικό στοιχείο για τις καλλιέργειες και αντιπροσωπεύει μια ακόμη κατηγορία προϊόντων στην οποία η ευρωπαϊκή αγορά διατηρεί εμπορικές σχέσεις με τις δύο χώρες.
Ο σύνδεσμος εκτιμά ότι η ευρωπαϊκή βιομηχανία μπορεί να καλύψει τις ανάγκες της γεωργίας χωρίς να εξαρτάται από τις συγκεκριμένες εισαγωγές και υποστηρίζει ότι πρόσθετοι δασμοί δεν θα πρέπει να οδηγήσουν αναγκαστικά σε αυξήσεις τιμών. Η συζήτηση, ωστόσο, αποτυπώνει το ευρύτερο δίλημμα της ευρωπαϊκής οικονομικής πολιτικής. Η μείωση της εξάρτησης από τη Ρωσία απαιτεί όχι μόνο εμπορικούς περιορισμούς, αλλά και ανταγωνιστική εγχώρια παραγωγή, προσιτό ενεργειακό κόστος και εναλλακτικές πηγές προμήθειας.
Τα δεδομένα της γερμανικής αγοράς δείχνουν ότι οι δασμοί μπορούν να περιορίσουν σημαντικά τις εισαγωγές, χωρίς όμως να εξαλείψουν αυτομάτως τις οικονομικές σχέσεις που στηρίζονται σε διαφορές κόστους παραγωγής. Για τη Γερμανία και την Ευρωπαϊκή Ένωση, η πρόκληση παραμένει η εξισορρόπηση τριών στόχων: της ενεργειακής και οικονομικής ασφάλειας, της στήριξης της εγχώριας βιομηχανίας και της διατήρησης προσιτού κόστους για τον αγροτικό τομέα.
Με πληροφορίες του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA) και του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου.
-
Αναλύσεις1 μήνα πρινΤο τελεσίγραφο Καλίν την ώρα που η Τουρκία προετοιμάζεται για πόλεμο!
-
Άμυνα3 μήνες πρινΡωσσικό ΜΜΕ: Ελληνικό «μπλόκο» στην απαίτηση για Patriot – Πώς γνωρίζει το Κίεβο απόρρητα στοιχεία για τους πυραύλους μας;
-
ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΜΕ ΣΗΜΑΣΙΑ3 μήνες πρινΠακιστανός με καναδική υπηκοότητα ο υπαίτιος της πυρκαγιάς στον Έβρο! Πιθανόν να μετέφερε μετανάστες
-
GEOPOLITICO1 μήνα πρινΤο διέρρευσε ο Παπαχελάς! Έφεραν τον Καλίν στο Μαξίμου – Τί συζήτησε με τον Μητσοτάκη;
-
Αναλύσεις2 μήνες πρινΚαραγκιούλ: «Αν Ελλάδα, Κύπρος και Ισραήλ επιτεθούν στην Τουρκία, ο χάρτης του Αιγαίου θα αλλάξει»
-
ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΜΕ ΣΗΜΑΣΙΑ2 μήνες πρινΞέσπασμα της μητέρας της Μυρτούς για την υπόθεση Τζαβέντ Ασλάμ: «Δεν ξεχνώ ποτέ» – «Δήμαρχος των Πακιστανών ο Δούκας»
-
GEOPOLITICO4 εβδομάδες πρινΤί λέει Τούρκος δημοσιογράφος για Σάββα Καλεντερίδη; «Έκανε πολύ καλά τη δουλειά του για τη χώρα του – Δεν μπορούσε να τον στριμώξει η ΜİΤ»
-
Αναλύσεις3 μήνες πρινΕάν η Τουρκία απορρίψει τη συμφωνία αποχώρησης από την Κύπρο θα απομακρυνθεί δια της βίας

