Ακολουθήστε μας

Διεθνή

Η αλυτρωτική προπαγάνδα Αλβανών και Ιταλών για τους Τσάμηδες στην Ήπειρο (1930-1940)

Δημοσιεύτηκε στις

Ο ύποπτος ρόλος της Ιταλίας στην ενίσχυση του εθνικιστικού πνεύματος των Αλβανών

Μιχάλης Στούκας

Ο ύποπτος ρόλος της Ιταλίας στην ενίσχυση του εθνικιστικού πνεύματος των Αλβανών – Το «Κομιτάτο Κοσόβου – Τσαμουριάς», το «Υφυπουργείο Αλβανικών Υποθέσεων» στη Ρώμη, ο Μουσολίνι και ο Τσιάνο

Την ίδια ώρα που ζητά να ενταχθεί στην Ευρωπαϊκή Ένωση, υπολογίζοντας και στη βοήθεια της Ελλάδας, η Αλβανία επιμένει να συντηρεί το, ανύπαρκτο, «τσάμικο» ζήτημα. Κατά τη συνάντηση της Αλβανίδας Υπουργού Εξωτερικών Όλτα Χάκα με τον Νίκο Δένδια στις 23 Μαΐου, η κυρία Χάκα έθεσε θέμα Τσάμηδων ενώ και στις 20 Ιουνίου έγινε εκδήλωση στην αλβανική βουλή αφιερωμένη στη μνήμη των θυμάτων της «γενοκτονίας» της Τσαμουριάς από τους Έλληνες με την ανοχή του προεδρείου της Βουλής της Αλβανίας και της κυβέρνησης του Έντι Ράμα (σχετικά ρεπορτάζ δημοσίευσε το protothema.gr).

FOTO4
Με το θέμα των Τσάμηδων κατά την περίοδο 1930-1940 θα ασχοληθούμε στο σημερινό μας άρθρο. Πρόκειται για μια περίοδο που δεν έχει «φωτιστεί» αρκετά καθώς οι περισσότεροι εστιάζουν στα εγκλήματα των Τσάμηδων στην Κατοχή.
Θα δούμε τον, επιεικώς ύποπτο και σκοτεινό ρόλο της Ιταλίας στην ανάδειξη του θέματος της Τσαμουριάς και ορισμένες άγνωστες ενέργειες των Ιταλών εναντίον της χώρας μας με πολιορκητικό κριό την Αλβανία.

Οι Ιταλοί οργανώνουν και εξοπλίζουν τον αλβανικό στρατό!

Η Ιταλία όπως είναι γνωστό μαζί με την Αυστρία έπαιξαν σημαντικό ρόλο στη δημιουργία του αλβανικού κράτους στα τέλη του 1912. Μπορεί η Αυστροουγγρική αυτοκρατορία να κατέρρευσε το 1918, η Ιταλία όμως βρέθηκε στο στρατόπεδο των νικητών του Α’ Παγκοσμίου Πολέμου και συνέχισε τη δράση της υπέρ των Αλβανών. Η Ιταλία είχε αρχίσει από πολύ νωρίς την ενίσχυση του εθνικιστικού πνεύματος στην Αλβανία με την καλλιέργεια των ιδεών των «αλύτρωτων αλβανικών εδαφών», του Κοσόβου και της Τσαμουριάς δηλαδή. Το κύριο μέσο για την ανάδειξη της πολιτικής αυτής ήταν ο αλβανικός στρατός, την εκπαίδευση, τον εξοπλισμό και τη χρηματοδότηση του οποίου είχε αναλάβει αποκλειστικά η Ιταλία και οι οργανώσεις νεολαίας με κυριότερη τη «Ballila» που αποτελούσε ουσιαστικά τμήμα του στρατού. Όπως γράφει ο Ιταλός πρέσβης στα Τίρανα Κοχ, μέσω των οργανώσεων αυτών «αργά αργά εμφυσήσαμε στους νέους εκείνο το αίσθημα της αγάπης προς την πατρίδα που αυτή η χώρα αγνοούσε παντελώς».

Οι ίδιες οργανώσεις υπήρξαν ταυτόχρονα τα πρώτα φυτώρια προπαγάνδισης φασιστικών ιδεών στη νεολαία. Στις ασκήσεις πολύ συχνά ακούγονταν τραγούδια με έντονο αλυτρωτικό περιεχόμενο όπως «να κυματίσει η αλβανική σημαία στην Τσαμουριά» αλλά και σε σχολικές γιορτές, επετείους κλπ. επαναλαμβανόταν η ιδέα της «απελευθέρωσης της περιοχής από τον ελληνικό ζυγό» ή συνθήματα όπως «Σε ποιον ανήκουν το Κόσοβο και η Τσαμουριά; – Σ’ εμάς και θα τα πάρουμε». Φυσικά αλβανικοί εθνικιστικοί κύκλοι και ο Τύπος της γειτονικής χώρας ενίσχυαν αυτή την προσπάθεια.

tsamoyrgia

Έτσι, για παράδειγμα στις 28 Νοεμβρίου 1933 ο δήμαρχος Κορυτσάς με αφορμή την εθνική επέτειο της Αλβανίας, εκφώνησε λόγο με τον οποίο συνέστησε: «οι σημερινοί Αλβανοί ακολουθώντας τα ίχνη των ηρώων που με τους αγώνες τους απελευθέρωσαν τη χώρα από τον ξενικό ζυγό, να έχουν ως κύριο μέλημά τους την επέκταση των εθνογραφικών ορίων της Αλβανίας προς την Τσαμουριά και το Κόσοβο και την απελευθέρωση των υπό τον ξενικό ζυγό στεναζόντων αδελφών» (Αρχείο Υπουργείου Εξωτερικών Α/4, απ. 12354). Το 1931 ιδρύθηκε στα Τίρανα με την ιταλική οικονομική στήριξη το «Κομιτάτο Κοσόβου-Τσαμουριάς» μέλη του οποίου έγιναν επιφανείς Αλβανοί. Στις ενέργειές του περιλαμβάνονταν η δημοσίευση άρθρων και υπομνημάτων για τις άθλιες συνθήκες στις οποίες ζούσαν οι Αλβανοί, σύμφωνα με το Κομιτάτο βέβαια, στην Ελλάδα και τη Γιουγκοσλαβία.

Μάλιστα δημοσιεύματα κατευθυνόμενα από το Κομιτάτο ζητούσαν από την αλβανική κυβέρνηση να ανταλλαγούν υπό το πρόσχημα αντιποίνων οι Έλληνες της Αλβανίας με τους Τσάμηδες. Οι ελληνικές Αρχές εκείνη την περίοδο είχαν πληροφορίες πως μουσουλμάνοι βουλευτές του νομού Αργυροκάστρου είχαν συχνή επικοινωνία με Αλβανούς της Ελλάδας όπως τον Μουσά Ντέμι και συμμετείχαν στον συντονισμό υποβολής αλλεπάλληλων προσφυγών στην Κοινωνία των Εθνών (ΚτΕ, πρόδρομος του Ο.Η.Ε.) που κατατέθηκαν σε όλη τη διάρκεια της δεκαετίας του 1930. Αργότερα στο Κομιτάτο εγγράφονταν όσοι Τσάμηδες έφευγαν από την Ελλάδα για την Αλβανία. Στα μέσα της δεκαετίας του 1930 το Κομιτάτο είχε παραρτήματα στο Δέλβινο, τη Λούσνια, την Κονίσπολη, την Αυλώνα, τη Σκόδρα και άλλες αλβανικές πόλεις.

Οι Αλβανοί προπαγανδιστές στόχευαν στην ανάπτυξη της αλβανικής εθνικής συνείδησης στον μουσουλμανικό πληθυσμό και την ενδυνάμωση του εθνικιστικού-αλυτρωτικού πνεύματος (Αρχείο Υπουργείου Εξωτερικών, 1932, Α/2/ΙΙ, απ. 1116, ΓΕΣ προς ΥΠΕΞ, Αθήνα 9/1/1932), ενώ ιδιαίτερη προσπάθεια καταβλήθηκε για την αποτροπή των Τσάμηδων να εκποιήσουν τα κτήματά τους και να εγκατασταθούν στην Τουρκία. Επίσης ήδη από το 1928, το αλβανικό κράτος άρχισε να χορηγεί υποτροφίες προς τους μουσουλμανόπαιδες της Ηπείρου για αλβανικά κρατικά οικοτροφεία ελπίζοντας ότι αφού αποκτήσουν ανώτερη μόρφωση θα επιστρέψουν ως δάσκαλοι στην Τσαμουριά. Τότε ιδρύθηκε στους Άγιους Σαράντα το οικοτροφείο «Τσαμουριά» στο οποίο το σχολικό έτος 1933-1934 φοιτούσαν περίπου 40 μαθητές από την Ήπειρο. Υπότροφοι από την Ήπειρο γίνονταν επίσης δεκτοί σε στρατιωτικές και επαγγελματικές σχολές.

greatalbania-564x330

Ακόμα γίνονταν συνεχείς προσπάθειες για την κυκλοφορία αλβανικών εφημερίδων, αλφαβητάριων και αναγνωστικών, δίσκων φωνογράφου με αλβανικά τραγούδια, αλλά και για τη διανομή προπαγανδιστικών φυλλαδίων και βιβλίων. Στις ελληνικές Αρχές έφταναν εκείνη την περίοδο πληροφορίες για παράνομη κατοχή όπλων στην περιοχή, κάτι που δεν ήταν ασυνήθιστο στην ελληνική ύπαιθρο.

Γενικότερα η αλβανική προπαγάνδα ήταν «συνδεδεμένη» με τις ελληνοαλβανικές αλλά και τις ελληνοϊταλικές σχέσεις. Η χρησιμοποίηση της Αλβανίας και του αλβανικού αλυτρωτισμού από την Ιταλία αποτελούσε αποτελεσματικό τρόπο για την επίτευξη των σχεδιασμών της στα Βαλκάνια και την Ανατολική Μεσόγειο. Η αλβανική πλευρά θεωρούσε επίσης ότι εκείνη η χρονική συγκυρία ήταν κατάλληλη για την προώθηση των δικών της επιδιώξεων στην Ήπειρο με τη στήριξη της «Μεγάλης μας Συμμάχου (ενν. της Ιταλίας), … γιατί η Ελλάδα μόνο όταν νιώθει φόβο κάνει αυτά που δεν έκανε πριν» (Dokumente per Camerine, αρ. 351, σελ. 669-671).

Από την πλευρά της η Ελλάδα προσπαθούσε να βελτιώσει την ποιότητα ζωής στην περιοχή αλλά και να αστυνομεύει τη δράση ύποπτων ατόμων. Έτσι αναπτύχθηκαν οι υποδομές με την κατασκευή νέων οδικών αρτηριών και την επέκταση του τηλεφωνικού και τηλεγραφικού δικτύου, έγιναν αρδευτικά και αποξηραντικά έργα, χτίστηκαν νέα σχολεία, βελτιώθηκαν οι σχολικές κτιριακές εγκαταστάσεις, διορίστηκαν ικανοί εκπαιδευτικοί, βελτιώθηκε η υγειονομική περίθαλψη αλλά ταυτόχρονα ενισχύθηκε η Χωροφυλακή, παρακολουθούνταν άτομα ύποπτα για προπαγανδιστική δράση, εφαρμόστηκε με αυστηρότητα ο νόμος περί απαγόρευσης της οπλοφορίας κλπ.

152776546_467599094412242_3792471757688388600_n

Η δικτατορία Μεταξά – Η ίδρυση του νομού Θεσπρωτίας

Το καθεστώς της 4ης Αυγούστου (1936) του Ιωάννη Μεταξά δεν προώθησε όπως έπρεπε τα μεταρρυθμιστικά μέτρα αλλά εφάρμοσε κυρίως εκείνα που είχαν αστυνομικό «χαρακτήρα». Ίδρυσε Διοίκηση Χωροφυλακής στην Τσαμουριά το φθινόπωρο του 1936, ενώ τον Νοέμβριο του ίδιου έτους ιδρύθηκε ο νομός Θεσπρωτίας στον οποίο ενσωματώθηκαν διοικητικά οι περιφέρειες Φιλιατών, Παραμυθιάς, Ηγουμενίτσας και Μαργαριτίου. Πρωτεύουσα του νομού έγινε η Ηγουμενίτσα. Σημειώνουμε εδώ ότι το όνομά του ο νομός Θεσπρωτίας το πήρε από τον μυθικό ήρωα Θεσπρωτό, γιο του Λυκάονα ο οποίος εγκατέλειψε την Αρκαδία απ’ όπου καταγόταν και εγκαταστάθηκε στην Ήπειρο στην περιοχή που πήρε στη συνέχεια το όνομά του.

Σύμφωνα με την απογραφή του 1940, στον νομό Θεσπρωτίας κατοικούσαν περίπου 61.000 άτομα από τα οποία οι 45.000 (73%) ήταν Χριστιανοί ενώ οι μουσουλμάνοι Τσάμηδες ήταν περίπου 16.000 (27%). Δυστυχώς μετά το 1936 άρχισε να επικρατεί αναβρασμός και μεγάλος φανατισμός μεταξύ των Τσάμηδων. Ο Αλβανός πρόξενος στα Γιάννενα όπου υπαγόταν διοικητικά η Θεσπρωτία ως το 1936 βρήκε την ευκαιρία να ζητήσει την ίδρυση αλβανικού προξενείου στην Ηγουμενίτσα κάτι που δεν έγινε. Η Αλβανία χαρακτήρισε την ίδρυση του νομού Θεσπρωτίας ως ένα ακόμη «σατανικό μέτρο των ελληνικών αρχών οι οποίες προσπαθούν νύχτα και μέρα με την ψήφιση νόμων ή με διάφορα διοικητικά μέτρα να εξαφανίσουν την ατομικότητα και με αυτό τον τρόπο να εμποδίσουν την εθνική ένωση των Τσάμηδων» (Dokumente per Camerine, αρ. 357-358, σελ. 681-682).

Δυστυχώς παρά τις προσδοκίες που δημιουργήθηκαν από την ίδρυση του νομού Θεσπρωτίας, τα πράγματα με τους Τσάμηδες όχι μόνο δεν καλυτέρευσαν αλλά έγιναν χειρότερα.
Γι’ αυτό ευθυνόταν και η Ιταλία η οποία υποδαύλιζε και ενθάρρυνε την ιδέα ενοποίησης των αλβανικών εδαφών και τη δημιουργία της «Μεγάλης Αλβανίας».

Την εποχή εκείνη έφταναν στις ελληνικές Αρχές πληροφορίες για τη σύσταση ομάδων στα ελληνοαλβανικά σύνορα και τις επαφές τους με τους Τσάμηδες, με την καθοδήγηση Ιταλών στρατιωτικών και διπλωματών. Ανάλογη κινητικότητα παρατηρήθηκε και στις αρχές του 1937 όταν στις νότιες περιοχές της Αλβανίας εκδηλώθηκε ανατρεπτική κίνηση εναντίον του βασιλιά Ζογκ η οποία όμως υποχώρησε στα μέσα Μαΐου. Αυτές και άλλες παρόμοιες κινήσεις έδωσαν αφορμή στις τοπικές αρχές να περιορίσουν στη Ζάκυνθο όλους τους εξόριστους Αλβανούς αντικαθεστωτικούς που είχαν έρθει στην Ελλάδα και δρούσαν στην Ήπειρο και την Κέρκυρα. Αυτό εκτιμήθηκε ιδιαίτερα από την αλβανική κυβέρνηση. Όμως η καχυποψία μεταξύ των δύο χωρών εξακολουθούσε να υπάρχει.

bnfmmyoolikni000

Η κατάληψη της Αλβανίας από την Ιταλία (1939)

Η κατάσταση άλλαξε άρδην από τον Απρίλιο του 1939 όταν η Ιταλία κατέλαβε την Αλβανία. Βέβαια επίσημα ιταλικά χείλη διαβεβαίωναν τους Αλβανούς ότι δεν έρχονταν ως κατακτητές αλλά ως αρωγοί τους στην προσπάθεια διεύρυνσης των συνόρων τους στο Κόσοβο και την Τσαμουριά.

Ο διοικητής του πρώτου ιταλικού τάγματος που μπήκε στην Αλβανία δήλωσε ότι η Ιταλία έρχεται για να «μεγαλώσει την Αλβανία». Λίγες μέρες αργότερα ο Ιταλός Υπουργός Εξωτερικών Τσιάνο κατά την προσφώνηση του προς τους υπαλλήλους του αντίστοιχου αλβανικού Υπουργείου, μετά την ανάληψη της ηγεσίας του από τον ίδιο, δήλωσε, μεταξύ άλλων ότι η Ιταλία θα μεριμνούσε για την ειρήνευση της Αλβανίας και την πραγματοποίηση των εθνικών της βλέψεων. Τον Αύγουστο του 1939 επισκέφθηκε τα Τίρανα και τελείωσε τον σύντομο λόγο του με τη φράση «Ζήτω η Μεγάλη Αλβανία».

Παρόμοιες υποσχέσεις έδωσε και ο Μουσολίνι στην αλβανική επιτροπή που τον επισκέφτηκε στη Ρώμη για να προσφέρει το αλβανικό στέμμα στον Ιταλό βασιλιά Βιτόριο Εμανουέλε Γ’. Ανάλογα παραδείγματα επίσημων δηλώσεων και διαβεβαιώσεων από τους Ιταλούς προς την αλβανική πλευρά ως την κήρυξη του ελληνοϊταλικού πολέμου έχουν δημοσιευτεί από ερευνητές και ιστορικούς.

Βέβαια η προσάρτηση της Τσαμουριάς στην Αλβανία, δεν ήταν σε καμία περίπτωση ο τελικός στόχος της Ιταλίας. Ο ιταλικός στρατός δεν εισέβαλε στην Ήπειρο για να ικανοποιήσει τους εθνικιστικούς-αλυτρωτικούς στόχους των Αλβανών εκείνη τη στιγμή. Η ανακίνηση και η προβολή του ζητήματος τότε εξυπηρετούσε τους στόχους των Ιταλών και πρόσφερε στον Μουσολίνι μια επίφαση νομιμοποίησης στην τελείως απρόκλητη και αδικαιολόγητη επίθεσή του εναντίον της Ελλάδας. Ο Τσιάνο γράφει σχετικά: «Ο Ντούτσε και εγώ ανακινήσαμε το ζήτημα του αλυτρωτισμού στο Κόσοβο και την Τσαμουριά. Ο Ντούτσε χαρακτηρίζει αυτό τον αλυτρωτισμό ‘’το φως στο βάθος του τούνελ’’ δηλαδή το ιδανικό κίνητρο που πρέπει να διατηρήσουμε λαμπερό στο μέλλον ώστε να διατηρείται σε υψηλό επίπεδο το αλβανικό εθνικό πνεύμα».

Μάλιστα στο τελεσίγραφο που έδωσε τα ξημερώματα της 28ης Οκτωβρίου 1940 ο Ιταλός πρέσβης Εμανουέλε Γκράτσι στον Ιωάννη Μεταξά υπάρχουν αναφορές περί τρομοκρατικής πολιτικής έναντι των πληθυσμών της Τσαμουριάς και «προκλητικών ενεργειών» εις βάρος του αλβανικού έθνους».

Η Ιταλία ήδη από τον Ιούνιο του 1939 είχε ιδρύσει στη Ρώμη Υφυπουργείο Αλβανικών υποθέσεων με επικεφαλής τον Τζενόνε Μπενίνι, έμπιστο του Τσιάνο, στο οποίο συμπεριλήφθηκε και ειδικό Γραφείο Αλυτρωτισμού. Τον επόμενο μήνα ο Τσιάνο έδωσε τις κατευθυντήριες γραμμές που έπρεπε να ακολουθηθούν το επόμενο διάστημα: α) ανάπτυξη της προπαγανδιστικής δράσης σε πολιτισμική και θρησκευτική βάση, β) κοινωνική οργάνωση, πάνω στις ίδιες βάσεις και γ) στρατιωτική οργάνωση παράνομων ομάδων και χρησιμοποίηση τους την κατάλληλη στιγμή. Την ίδια εποχή κυκλοφόρησε στα Τίρανα από τις ιταλικές Αρχές χάρτης της «Αληθινής Αλβανίας» που περιλάμβανε τις «υπόδουλες» περιοχές του Κοσόβου και της Τσαμουριάς, ενώ ανάλογες σημαίες υπήρχαν παντού κατά τις επισκέψεις Ιταλών επισήμων στην Αλβανία.

Τον Μάιο του 1940 ο Τσιάνο επισκέφθηκε τη γειτονική χώρα και έμεινε απόλυτα ικανοποιημένος: «Άφιξη στο Δυρράχιο και τα Τίρανα. Θερμή υποδοχή. Οι Αλβανοί επιθυμούν πολύ την επέμβαση, θέλουν το Κόσοβο και την Τσαμουριά. Είναι εύκολο για μας να αυξήσουμε τη δημοτικότητά μας αν γίνουμε εκφραστές του αλβανικού εθνικισμού». Στην Ήπειρο διακινούνταν για υπογραφή μεταξύ των Τσάμηδων δύο υπομνήματα: ένα προς τον διοικητή των ιταλικών δυνάμεων στους Άγιους Σαράντα να τους προστατεύσει από τις ελληνικές Αρχές και το δεύτερο προς τον Τσιάνο με το οποίο ζητούσαν την προσάρτηση του νομού Θεσπρωτίας στην Αλβανία (Αρχείο Υπουργείου Εξωτερικών, 1940, Α/4/9, 11, απ. 12930, Υφυπουργείο Δημόσιας Ασφάλειας, προς Υπουργείο Εξωτερικών, Αθήνα 25-5-1939).

Galeazzo_Ciano01

Οι ελληνικές τοπικές Αρχές ενημερώνονταν και για εντατικοποίηση της ιταλικής προπαγάνδας στη νότια Αλβανία αλλά και για τη συγκρότηση ένοπλων ομάδων εθελοντών στα ελληνοαλβανικά σύνορα με ιταλικό εξοπλισμό υπό την καθοδήγηση της αλβανικής φασιστικής πολιτοφυλακής (milicia) που θα επέμβαιναν όταν οι συνθήκες θα ήταν κατάλληλες. Σε αυτές συμμετείχαν και Τσάμηδες που περνούσαν λαθραία τα σύνορα παρασυρμένοι από τις ιταλικές υποσχέσεις. Μία από αυτές ήταν και η ανασύσταση της οργάνωσης «Φιάκα» που είχε συσταθεί στο Μαργαρίτι το 1935 για τη διενέργεια εράνου κα τον συντονισμό των ενεργειών προκειμένου να προσαρτηθεί η Θεσπρωτία στην Αλβανία. Ως αρχηγός της «Φιάκα» το 1935 αναφέρεται ο γεωπόνος Ρουχί Ντελές ο οποίος συνεργαζόταν με τον Αλβανό βουλευτή Μεχμέτ Κονίτσα γνωστό για τις σκληροπυρηνικές, αλυτρωτικές του θέσεις και τον διευθυντή της εφημερίδας «Besa» που εκδιδόταν στα Τίρανα και δημοσίευε συχνά έντονα ανθελληνικά άρθρα. Οι Τσάμηδες ήθελαν να π
ροσαρτηθεί η περιοχή τους στην Αλβανία έστω και υπό ιταλική κατοχή γιατί θεωρούσαν ότι θα βελτιώνονταν οι συνθήκες διαβίωσής τους.

1940: Το «τσάμικο» λίγο πριν την κήρυξη του ελληνοϊταλικού πολέμου

Όταν το καλοκαίρι του 1940 ο Μουσολίνι αποφάσισε οριστικά να επιτεθεί στην Ελλάδα άρχισαν να «κατασκευάζονται» διάφορες προκλήσεις από ιταλικής πλευράς σε βάρος της Ελλάδας. Η δολοφονία του Νταούτ Χότζα, διαβόητου εγκληματία του ποινικού δικαίου που καταγόταν από τη Θεσπρωτία και σκοτώθηκε στα ελληνοαλβανικά σύνορα ενώ είχε βρει καταφύγιο στην Αλβανία έδωσε την ευκαιρία στον τοποτηρητή του ιταλικού στέμματος στην Αλβανία Φραντσέσκο Γιακομόνι να κάνει αναφορά στον «πατριώτη της Τσαμουριάς» ενώ ο ίδιος ο Μουσολίνι στις 11 Αυγούστου έκανε λόγο για την «ηρωική μορφή του Νταούτ Χότζα», του «διακεκριμένου και ενθουσιώδη οπαδού του αλβανικού αλυτρωτικού κινήματος» καθώς και για τα βάσανα και τα μαρτύρια των συμπατριωτών του στην Ελλάδα.

Τις επιθέσεις αυτές ακολούθησε απάντηση της κυβέρνησης Μεταξά που διέψευσε όσα έλεγαν οι Ιταλοί για τον Νταούτ Χότζα και ενημέρωνε ότι δράστες της δολοφονίας του ήταν δύο Αλβανοί που κατέφυγαν έπειτα στην Ελλάδα. Μάλιστα αυτό επιβεβαίωνε και ο επικεφαλής του Γραφείου Τιράνων της ιταλικής Στρατιωτικής Υπηρεσίας Πληροφοριών Συνταγματάρχης Σκατίνι που τόνιζε ότι ο Χότζα ήταν ληστής χειρίστου είδους και ότι οι δολοφόνοι του ήταν δυο Αλβανοί του «ιδίου φυράματος που ήθελα να πάρουν τα χρήματα της επικήρυξής του από την Ελλάδα».

Και ο Ιταλός πρόξενος στα Γιάννενα όμως ενημέρωνε τους ανωτέρους του ότι η διόγκωση του θέματος ήταν αβάσιμη. Στις 12 Αυγούστου ο Μουσολίνι σε σύσκεψη με τους Τσιάνο, Γιακομόνι και τον Στρατηγό Πράσκα τόνιζε ότι αν η Τσαμουριά και η Κέρκυρα παραχωρούνταν από την Ελλάδα χωρίς αντίσταση, θα περιοριζόταν σ’ αυτές. Διαφορετικά θα προχωρούσε σε πόλεμο με τη χώρα μας χωρίς τέλος. Βέβαια κάτι τέτοιο ήταν προσχηματικό καθώς δεν υπήρχε περίπτωση η Ελλάδα να παραδώσει εδάφη της αμαχητί.

Η ιταλική προπαγάνδα φυσικά συνεχιζόταν. Με την επιμέλεια του ιταλικού Υπουργείου Λαϊκής Μορφώσεως (Υπουργείου Προπαγάνδας ουσιαστικά) κυκλοφόρησαν δύο «Τετράδια Πολέμου» αφιερωμένα στην Τσαμουριά και την υπόλοιπη Ήπειρο. Στο εξώφυλλο του πρώτου υπήρχε χάρτης της Ηπείρου με τα «πραγματικά σύνορά της» στον οποίο βέβαια η ελληνική Ήπειρος ήταν τμήμα της Αλβανίας.

Στο Αργυρόκαστρο ο Γιακομόνι φρόντισε να λειτουργήσει ραδιοσταθμός που μετέδιδε ανθελληνικές εκπομπές στα ελληνικά και τα αλβανικά. Βασικός πληροφοριοδότης του Γιακομόνι ήταν ο Νεμπίλ Ντίνο της γνωστής από τη δράση της στην Κατοχή οικογένειας των Τσάμηδων… Ο Ιταλός τοποτηρητής σχεδίαζε επίσης να στείλει αλεξιπτωτιστές στην Τσαμουριά (!) που την κατάλληλη στιγμή, με όπλα και εφόδια που θα ρίχνονταν από αέρος θα οργάνωναν πράξεις τρομοκρατίας και δολιοφθοράς στο ελληνικό έδαφος. Παράλληλα σχεδίαζε να στείλει 200-250 Τσάμηδες που ζούσαν στην Αλβανία στην Ελλάδα, ταυτόχρονα με την ιταλική επίθεση, για αντιπερισπασμό.

Τα λάθη των Ιταλών

Ο Γιακομόνι είχε ταυτιστεί με τους μύχιους πόθους των Αλβανών και στηρίχτηκε σε πληροφορίες πως οι Έλληνες, ιδιαίτερα της Ηπείρου, αντιμετώπιζαν με ηττοπάθεια το ενδεχόμενο ιταλικής επίθεσης και ότι αδιαφορούσαν για την Τσαμουριά την οποία σκόπευαν να εγκαταλείψουν. Αυτά μετέφερε και στην ιταλική ηγεσία. Βέβαια έκανε τεράστιο λάθος. Τα γεγονότα με τον Νταούτ Χότζα και ο τορπιλισμός της «Έλλης» στις 15 Αυγούστου 1940 είχαν προκαλέσει κύμα αγανάκτησης στην ελληνική κοινή γνώμη και είχαν γιγαντώσει τα αντιιταλικά αισθήματα των Ελλήνων.

Προσπάθεια των Ιταλών να διαβρώσουν τον ελληνικό πολιτικό κόσμο απέτυχε ενώ και 3 εκατομμύρια λιρέτες σε πίστωση για την Τσαμουριά δεν έφτασαν στην περιοχή παρά μόνο το 1945. Οι Ιταλοί βέβαια με πρώτο τον Μουσολίνι είχαν στηρίξει τα σχέδια τους σε απρόσκοπτη είσοδο του στρατού τους στην Ελλάδα, άνετη επιβολή τους στην Ήπειρο και γρήγορη κάθοδο προς τον νότο. Αυτά θα λειτουργούσαν ενθαρρυντικά για τους Τσάμηδες που ήδη βρίσκονταν σε αναβρασμό.

Ο Γιακομόνι μάλιστα σχεδίαζε και προβοκάτσιες που θα στήριζαν το casus belli των Ιταλών. Έκρηξη βόμβας στο λιμεναρχείο των Αγίων Σαράντα που δήθεν είχε τοποθετηθεί από Έλληνες και Βρετανούς πράκτορες, επίθεση εναντίον ιταλικού συνοριακού φυλακίου στην Κορυτσά, επίθεση από Ιταλούς πράκτορες σε Τσάμηδες στο ελληνικό έδαφος η οποία υποτίθεται ότι είχε γίνει από Έλληνες κ.ά.

Βέβαια τα σχέδια των Ιταλών ναυάγησαν. Η επίθεσή τους εναντίον της Ελλάδας απέτυχε παταγωδώς. Ωστόσο άνοιξε ένα καινούργιο κεφάλαιο για τη δράση των Τσάμηδων στα εδάφη της Ηπείρου…
Πηγή: ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ ΜΑΝΤΑ, «ΟΙ ΜΟΥΣΟΥΛΜΑΝΟΙ ΤΣΑΜΗΔΕΣ ΤΗΣ ΗΠΕΙΡΟΥ», ΙΔΡΥΜΑ ΜΕΛΕΤΩΝ ΧΕΡΣΟΝΗΣΟΥ ΤΟΥ ΑΙΜΟΥ, ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ, 2004

Πρώτο Θέμα

Ο Σταύρος Καλεντερίδης, ξεκίνησε τις σπουδές του στην Αθήνα, σπουδάζοντας Πολιτική Επιστήμη στο Εθνικό Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών. Έπειτα από τέσσερα χρόνια συμμετοχής στα φοιτητικά όργανα συνδιοίκησης της σχολής του και σε διάφορες οργανώσεις νέων, αποφάσισε να συνεχίσει τις σπουδές του στο εξωτερικό. Στη Βοστόνη των Η.Π.Α. ολοκλήρωσε δύο μεταπτυχιακά προγράμματα, στις Διεθνείς Σχέσεις (Αμερικανική εξωτερική πολιτική) και στην Επικοινωνία (Πολιτική Επικοινωνία), ενώ παράλληλα εργάστηκε στο Ελληνικό Προξενείο της Βοστόνης, στη σχολή του ως βοηθός έρευνας και σε δύο πολιτικές καμπάνιες Αμερικανών πολιτικών (Δημοκρατικών – Ρεπουμπλικάνων). Μετά από τρία χρόνια στις Η.Π.Α., άκουσε το κάλεσμα της πατρίδας του και επέστρεψε πίσω με μεγάλο πόθο για προσφορά στην Ελλάδα. Υπήρξε ιδρυτικό μέλος δύο κοινωφελών οργανισμών, του δέλτα – πολιτική επανάσταση (πολιτικός οργανισμός) και της Λεοντίδας (ίδρυμα προώθησης θεμάτων ιστορίας, πολιτισμού και δημοκρατίας). Σήμερα ζει και εργάζεται στην Αθήνα, ασχολείται με διάφορα εγχειρήματα πολιτικής διπλωματίας και δημοκρατίας, γράφει πολιτικά άρθρα, σχολιάζει την επικαιρότητα και συνεχίζει την προσωπική του μελέτη στην ιστορία και την πολιτική φιλοσοφία.

Συνέχεια ανάγνωσης

Διεθνή

Προειδοποίηση της Ελβετίας: Το υψηλό ευρωπαϊκό χρέος θα μπορούσε να πυροδοτήσει μια κρίση του ευρώ

Τα αυξανόμενα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη και πέραν αυτής εγκυμονούν κινδύνους για την οικονομική σταθερότητα και θα μπορούσαν να πυροδοτήσουν μια κρίση του ευρώ, δήλωσε την Παρασκευή η Ελβετίδα υπουργός Οικονομικών, Κάριν Κέλερ-Σούτερ.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Τα αυξανόμενα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη και πέραν αυτής εγκυμονούν κινδύνους για την οικονομική σταθερότητα και θα μπορούσαν να πυροδοτήσουν μια κρίση του ευρώ, δήλωσε την Παρασκευή η Ελβετίδα υπουργός Οικονομικών, Κάριν Κέλερ-Σούτερ.

Μιλώντας στον ελβετικό δημόσιο ραδιοτηλεοπτικό φορέα SRF, στην Μπανγκόκ —στο περιθώριο των ετήσιων συναντήσεων του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου και της Παγκόσμιας Τράπεζας—, η Κέλερ-Σούτερ ανέφερε ότι και οι τιμές της ενέργειας εντείνουν τις ανησυχίες μεταξύ των υπευθύνων χάραξης πολιτικής.

Η Ελβετία διαθέτει ένα από τα χαμηλότερα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη, ωστόσο η Κέλερ-Σούτερ τόνισε ότι, στο τρέχον περιβάλλον, είναι σημαντικό να εξετάζεται η ευρύτερη εικόνα.

«Είμαστε τόσο στενά διασυνδεδεμένοι σε διεθνές επίπεδο, ώστε καθιστάμεθα επίσης ευάλωτοι, για παράδειγμα, στην περίπτωση που προκύψει κρίση χρέους εξαιτίας του δημόσιου χρέους μεγάλων χωρών. Σκέφτομαι συγκεκριμένα τις Ηνωμένες Πολιτείες, αλλά και την Ευρώπη. Υπάρχει η περίπτωση της Γαλλίας — κάτι που θα μπορούσε να οδηγήσει σε κρίση του ευρώ», δήλωσε η Κέλερ-Σούτερ στο δίκτυο SRF.

Το δημόσιο χρέος της Γαλλίας, τα δημοσιονομικά ελλείμματα και η υποτονική οικονομική ανάπτυξη έχουν εντείνει τις ανησυχίες για την κατάσταση των δημόσιων οικονομικών της, καθώς ο πολιτικός κατακερματισμός έχει καταστήσει πιο περίπλοκες τις προσπάθειες δημοσιονομικής εξυγίανσης.

 

Συνέχεια ανάγνωσης

Αναλύσεις

Η Κίνα βρίσκει δρόμο που παρακάμπτει το Πακιστάν – Ο διάδρομος Ουαχάν αλλάζει τις γεωπολιτικές ισορροπίες

Μία νέα οδική αρτηρία μήκους 121 χιλιομέτρων στο βορειοανατολικό Αφγανιστάν δημιουργεί τις προϋποθέσεις για απευθείας χερσαία σύνδεση με την Κίνα, χωρίς διέλευση από το Πακιστάν. Η ολοκλήρωση του δρόμου στον ιστορικό διάδρομο Ουαχάν αποκτά ιδιαίτερη γεωπολιτική σημασία, καθώς το Πεκίνο αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα ασφαλείας με τις επενδύσεις του στο Πακιστάν, ενώ η Καμπούλ επιδιώκει να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Μία σημαντική εξέλιξη στις χερσαίες μεταφορές και στις γεωπολιτικές ισορροπίες της Κεντρικής Ασίας καταγράφεται στο Αφγανιστάν, με την ολοκλήρωση νέου δρόμου στον στρατηγικής σημασίας διάδρομο Ουαχάν.

Σύμφωνα με ανάλυση του Imran Khurshid που δημοσιεύθηκε στις 9 Οκτωβρίου 2026 στο Asia Times, οι αφγανικές αρχές εγκαινίασαν οδική διαδρομή 121 χιλιομέτρων, η οποία εκτείνεται από την περιοχή Μπρογκίλ έως τα σύνορα με την Κίνα, στην επαρχία Μπανταχσάν.

Το έργο κόστισε περίπου 365 εκατομμύρια αφγάνι, ποσό που αντιστοιχεί σε περίπου 5,5 εκατομμύρια δολάρια.

Κατά τις αφγανικές ανακοινώσεις, κατασκευάστηκε από ντόπιους μηχανικούς και εργαζομένους, χωρίς τη συμμετοχή ξένων τεχνικών συμβούλων.

Η νέα διαδρομή φθάνει στα σινοαφγανικά σύνορα. Αυτό, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι λειτουργεί ήδη πλήρης διεθνής εμπορευματικός διάδρομος, καθώς εξακολουθούν να υπάρχουν σημαντικοί τεχνικοί και συνοριακοί περιορισμοί.

Γιατί ο διάδρομος Ουαχάν έχει στρατηγική σημασία

Ο διάδρομος Ουαχάν αποτελεί μια στενή λωρίδα αφγανικού εδάφους ανάμεσα στο Τατζικιστάν, το Πακιστάν και την Κίνα.

Η γεωγραφική του διαμόρφωση συνδέεται με τον ανταγωνισμό της Βρετανικής και της Ρωσικής Αυτοκρατορίας κατά τον 19ο αιώνα.

Η περιοχή διατηρήθηκε ως ζώνη διαχωρισμού των δύο αυτοκρατορικών σφαιρών επιρροής, αποτελώντας ένα από τα χαρακτηριστικότερα γεωγραφικά κατάλοιπα του λεγόμενου «Μεγάλου Παιχνιδιού».

Σήμερα, η ίδια περιοχή αποκτά νέα σημασία, αυτή τη φορά λόγω της προσπάθειας σύνδεσης της Κίνας με το Αφγανιστάν και ευρύτερα με την Κεντρική Ασία.

Ο δρόμος ανοίγει τη δυνατότητα δημιουργίας μιας εναλλακτικής οδού μεταφορών, περιορίζοντας δυνητικά την ανάγκη διέλευσης από το πακιστανικό έδαφος.

Το πρόβλημα της Κίνας με τον οικονομικό διάδρομο CPEC

Το ενδιαφέρον της εξέλιξης εντοπίζεται κυρίως στην προσπάθεια του Πεκίνου να περιορίσει την εξάρτησή του από ευάλωτες υποδομές.

Ο Οικονομικός Διάδρομος Κίνας–Πακιστάν, γνωστός ως CPEC, αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα προγράμματα της κινεζικής πρωτοβουλίας Belt and Road.

Μέσω του συγκεκριμένου σχεδίου, η Κίνα επιχειρεί να ενισχύσει τις εμπορικές και ενεργειακές συνδέσεις της με τη Νότια Ασία και την Αραβική Θάλασσα.

Ωστόσο, η υλοποίηση των έργων έχει αντιμετωπίσει σοβαρές δυσκολίες.

Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, οργανώσεις αυτονομιστών έχουν πραγματοποιήσει επανειλημμένες επιθέσεις εναντίον κινεζικών συμφερόντων, εγκαταστάσεων και εργαζομένων.

Οι επιθέσεις αυτές έχουν επιβαρύνει την ασφάλεια των υποδομών και έχουν αυξήσει το κόστος προστασίας των κινεζικών επενδύσεων.

Παράλληλα, έχουν διατυπωθεί καταγγελίες για καθυστερήσεις, κακοδιαχείριση και προβλήματα διαφάνειας σε επιμέρους προγράμματα του CPEC.

Η εδαφική διαμάχη με την Ινδία

Μια επιπλέον γεωπολιτική δυσκολία συνδέεται με τη διέλευση του CPEC από το Γκιλγκίτ–Μπαλτιστάν.

Η περιοχή διοικείται από το Πακιστάν, αλλά διεκδικείται από την Ινδία, στο πλαίσιο της ευρύτερης διαμάχης για το Κασμίρ.

Το Νέο Δελχί έχει αντιταχθεί επανειλημμένα σε έργα που διέρχονται από εδάφη τα οποία θεωρεί τμήμα της δικής του επικράτειας.

Αυτό σημαίνει ότι ο οικονομικός διάδρομος Κίνας–Πακιστάν δεν αποτελεί μόνο αναπτυξιακό πρόγραμμα, αλλά συνδέεται με μία από τις πιο ευαίσθητες εδαφικές αντιπαραθέσεις της Ασίας.

Η δημιουργία εναλλακτικών διαδρομών μέσω του Αφγανιστάν θα μπορούσε μακροπρόθεσμα να προσφέρει στο Πεκίνο μεγαλύτερη ευελιξία.

Δεν υπάρχει, πάντως, ένδειξη ότι ο δρόμος του Ουαχάν μπορεί σήμερα να αντικαταστήσει τις μεγάλες μεταφορικές υποδομές του CPEC.

Η Καμπούλ επιχειρεί να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ

Για την κυβέρνηση των Ταλιμπάν, το έργο έχει και μία σαφή πολιτική διάσταση.

Το Αφγανιστάν εξαρτάται σε σημαντικό βαθμό από συνοριακές διαβάσεις και μεταφορικούς άξονες που περνούν από το Πακιστάν.

Οι επανειλημμένες εντάσεις ανάμεσα στις δύο χώρες έχουν προκαλέσει κλείσιμο συνοριακών περασμάτων, διακοπές εμπορικών ροών και επιβάρυνση της αφγανικής οικονομίας.

Μια εναλλακτική χερσαία διέξοδος προς την Κίνα θα μπορούσε, εφόσον αναπτυχθεί και καταστεί λειτουργική, να μειώσει τη δυνατότητα του Πακιστάν να χρησιμοποιεί τη γεωγραφική του θέση ως μέσο πίεσης προς την Καμπούλ.

Η αφγανική πλευρά αντιμετωπίζει το έργο ως σημαντική υποδομή οικονομικής και στρατηγικής αυτονομίας.

Η στάση της Κίνας και της Ρωσίας

Παρά την προοπτική άμεσης σύνδεσης, το Πεκίνο δεν έχει εγκαταλείψει τον οικονομικό διάδρομο CPEC ούτε έχει ανακοινώσει ότι ο Ουαχάν θα τον αντικαταστήσει.

Η Κίνα εξακολουθεί να διατηρεί σημαντικά οικονομικά και στρατηγικά συμφέροντα στο Πακιστάν.

Αντίστοιχα, η Ρωσία ενδιαφέρεται για τη σταθερότητα του Αφγανιστάν και για την ανάπτυξη νέων δικτύων επικοινωνίας στην Κεντρική Ασία.

Η δημιουργία περισσότερων επιλογών διασύνδεσης ενδέχεται να περιορίσει την αποκλειστική σημασία ορισμένων παραδοσιακών μεταφορικών διαδρομών.

Η πραγματική αξία του Ουαχάν θα εξαρτηθεί από τη βελτίωση των οδικών υποδομών, τη λειτουργία συνοριακών και τελωνειακών εγκαταστάσεων, τις καιρικές συνθήκες και τις πολιτικές αποφάσεις της Κίνας.

Το μήνυμα προς το Πακιστάν

Η νέα διαδρομή αναδεικνύει μια σημαντική γεωπολιτική πραγματικότητα: η γεωγραφική θέση ενός κράτους προσφέρει στρατηγικά πλεονεκτήματα, αλλά η αξιοποίησή τους εξαρτάται από την ασφάλεια και την αξιοπιστία των μεταφορικών του δικτύων.

Το Πακιστάν εξακολουθεί να αποτελεί κρίσιμο εταίρο της Κίνας, ιδιαίτερα στο πλαίσιο του CPEC.

Ταυτόχρονα, όμως, η αστάθεια, οι επιθέσεις σε κινεζικά συμφέροντα και οι αντιπαραθέσεις με το Αφγανιστάν δημιουργούν κίνητρα αναζήτησης εναλλακτικών επιλογών.

Ο διάδρομος Ουαχάν δεν έχει ακόμη μετατραπεί σε μεγάλο εμπορικό πέρασμα. Η κατασκευή του δρόμου, ωστόσο, καταδεικνύει ότι το Αφγανιστάν επιχειρεί να αποκτήσει πρόσθετες διεθνείς συνδέσεις και ότι η αποκλειστική εξάρτηση από το Πακιστάν δεν αποτελεί πλέον τη μοναδική γεωγραφική επιλογή.

Για το Ισλαμαμπάντ, η εξέλιξη αποτελεί μια νέα στρατηγική παράμετρο που θα πρέπει να συνυπολογίσει στις σχέσεις του με το Πεκίνο και την Καμπούλ.

Συνέχεια ανάγνωσης

Διεθνή

Γερμανία: Το ρωσικό φυσικό αέριο επιστρέφει έμμεσα μέσω των λιπασμάτων, παρά τους ευρωπαϊκούς δασμούς

Δημοσιεύτηκε

στις

Οι εισαγωγές ρωσικών αζωτούχων λιπασμάτων μειώθηκαν κατά 66% το 2025-2026, αλλά παραμένουν 53% υψηλότερες από τα επίπεδα πριν από τον πόλεμο στην Ουκρανία.

Το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία διατηρεί ανταγωνιστικά τα ρωσικά προϊόντα, σύμφωνα με στοιχεία που δημοσίευσε η Berliner Zeitung. Η Γερμανία εξακολουθεί να συνδέεται εμπορικά με το ρωσικό φυσικό αέριο, παρά τις ευρωπαϊκές προσπάθειες περιορισμού της ενεργειακής εξάρτησης από τη Μόσχα.

Αυτή τη φορά, η σύνδεση δεν αφορά αποκλειστικά την άμεση προμήθεια φυσικού αερίου, αλλά τις εισαγωγές λιπασμάτων που παράγονται με τη χρήση ρωσικού αερίου ως πρώτης ύλης και πηγής ενέργειας. Σύμφωνα με δημοσίευμα της γερμανικής εφημερίδας, που βασίζεται σε στοιχεία του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου και του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι εισαγωγές αζώτου μέσω ρωσικών λιπασμάτων μειώθηκαν σημαντικά κατά το 2025-2026. Ωστόσο, εξακολουθούν να βρίσκονται πάνω από τα επίπεδα που καταγράφονταν πριν από τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία.

Τα στοιχεία των εισαγωγών και η σύγκριση με την προπολεμική περίοδο

Το 2025-2026, η Γερμανία εισήγαγε 48.800 τόνους αζώτου μέσω λιπασμάτων ρωσικής προέλευσης. Η ποσότητα αυτή είναι μειωμένη κατά περίπου 66% σε σύγκριση με το προηγούμενο έτος, αλλά παραμένει κατά 53% υψηλότερη από τους 31.800 τόνους που είχαν καταγραφεί το 2020-2021, πριν από τον πόλεμο.

Η εξέλιξη των εισαγωγών δείχνει πόσο έντονη ήταν η αύξηση μετά το 2022. Το 2021-2022 οι εισαγωγές έφτασαν τους 56.800 τόνους αζώτου, ενώ το 2022-2023 εκτοξεύθηκαν στους 185.100 τόνους. Στη συνέχεια καταγράφηκαν 140.200 τόνοι το 2023-2024 και 143.800 τόνοι το 2024-2025, προτού σημειωθεί η μεγάλη υποχώρηση της τελευταίας περιόδου. Τα στοιχεία αφορούν την ποσότητα του αζώτου που περιέχεται στα εισαγόμενα λιπάσματα και όχι το συνολικό βάρος των προϊόντων.

Τα λιπασματικά έτη υπολογίζονται από τον Ιούλιο έως τον Ιούνιο. Η ποσότητα αζώτου που εισήχθη στη Γερμανία μέσω ρωσικής ουρίας μειώθηκε από 71.600 τόνους σε 27.600 τόνους, καταγράφοντας πτώση άνω του 61%. Παρά τη μείωση, η ποσότητα εξακολουθεί να είναι σχεδόν τριπλάσια από τους 9.900 τόνους του 2020-2021. Η συγκεκριμένη εξέλιξη αναδεικνύει το βασικό πρόβλημα της ευρωπαϊκής πολιτικής περιορισμού των εμπορικών δεσμών με τη Ρωσία. Ακόμη και όταν περιορίζονται οι εισαγωγές συγκεκριμένων προϊόντων, οι οικονομικές σχέσεις μπορούν να διατηρούνται μέσω άλλων κατηγοριών αγαθών, ιδιαίτερα όταν αυτά έχουν χαμηλότερο κόστος παραγωγής.

Γιατί οι ρωσικές εισαγωγές παραμένουν ανταγωνιστικές

Καθοριστικός παράγοντας είναι το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία και στην υπόλοιπη Ευρώπη. Η παραγωγή αζωτούχων λιπασμάτων απαιτεί μεγάλες ποσότητες φυσικού αερίου, το οποίο χρησιμοποιείται τόσο ως πρώτη ύλη όσο και ως πηγή ενέργειας. Σύμφωνα με τον Σύνδεσμο Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι ευρωπαϊκοί δασμοί, που τέθηκαν σε ισχύ τον Ιούλιο του 2025, περιόρισαν σημαντικά τις εισαγωγές ρωσικών λιπασμάτων. Ωστόσο, δεν εξάλειψαν το ανταγωνιστικό πλεονέκτημα των ρωσικών προϊόντων. Ο σύνδεσμος επισημαίνει ότι οι υψηλές τιμές ενέργειας δυσκολεύουν τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις να αυξήσουν την εγχώρια παραγωγή και να καλύψουν μεγαλύτερο μέρος των αναγκών της αγοράς. Ως αποτέλεσμα, τα ρωσικά λιπάσματα εξακολουθούν να παραμένουν ελκυστικά, ακόμη και μετά την επιβολή πρόσθετων δασμών.

Παράλληλα, σύμφωνα με τον IVA, είναι πιθανό ορισμένες ποσότητες ρωσικών προϊόντων να φτάνουν στη γερμανική αγορά μέσω άλλων κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το μέγεθος αυτών των έμμεσων εισαγωγών, ωστόσο, δεν μπορεί να προσδιοριστεί με ακρίβεια από τα διαθέσιμα στοιχεία.

Δεν αποδίδονται οι αυξήσεις των τιμών αποκλειστικά στους δασμούς

Το ζήτημα έχει άμεση σημασία για τους Γερμανούς αγρότες, καθώς το κόστος των λιπασμάτων επηρεάζει την παραγωγή και, τελικά, την οικονομική βιωσιμότητα των καλλιεργειών. Ο IVA υποστηρίζει ότι η μείωση των ρωσικών εισαγωγών δεν έχει προκαλέσει μέχρι στιγμής σαφή αύξηση των τιμών εξαιτίας των δασμών. Σύμφωνα με τον σύνδεσμο, η εγχώρια παραγωγική δυναμικότητα και οι εισαγωγές από άλλες χώρες, μεταξύ των οποίων η Αίγυπτος, επαρκούν για την κάλυψη των αναγκών της αγοράς. Την ίδια στιγμή, ο σύνδεσμος αποδίδει τις υψηλές τιμές των λιπασμάτων το 2026 στις διεθνείς ενεργειακές αναταράξεις, στον πόλεμο με το Ιράν και στην κρίση γύρω από τα Στενά του Ορμούζ, παράγοντες που επηρεάζουν το κόστος μεταφοράς και τις παγκόσμιες τιμές ενέργειας και λιπασμάτων.

Οι εκτιμήσεις αυτές αποτελούν τις θέσεις του κλαδικού συνδέσμου και δεν συνιστούν από μόνες τους ανεξάρτητη αξιολόγηση όλων των παραγόντων που διαμορφώνουν τις τιμές.

Νέες πιέσεις για περιορισμό των ρωσικών εισαγωγών

Με αφορμή τα στοιχεία, ο IVA ζητά να εξεταστεί η επιβολή πρόσθετων δασμών στις εισαγωγές καλιούχων λιπασμάτων από τη Ρωσία και τη Λευκορωσία. Το κάλιο αποτελεί βασικό θρεπτικό στοιχείο για τις καλλιέργειες και αντιπροσωπεύει μια ακόμη κατηγορία προϊόντων στην οποία η ευρωπαϊκή αγορά διατηρεί εμπορικές σχέσεις με τις δύο χώρες.

Ο σύνδεσμος εκτιμά ότι η ευρωπαϊκή βιομηχανία μπορεί να καλύψει τις ανάγκες της γεωργίας χωρίς να εξαρτάται από τις συγκεκριμένες εισαγωγές και υποστηρίζει ότι πρόσθετοι δασμοί δεν θα πρέπει να οδηγήσουν αναγκαστικά σε αυξήσεις τιμών. Η συζήτηση, ωστόσο, αποτυπώνει το ευρύτερο δίλημμα της ευρωπαϊκής οικονομικής πολιτικής. Η μείωση της εξάρτησης από τη Ρωσία απαιτεί όχι μόνο εμπορικούς περιορισμούς, αλλά και ανταγωνιστική εγχώρια παραγωγή, προσιτό ενεργειακό κόστος και εναλλακτικές πηγές προμήθειας.

Τα δεδομένα της γερμανικής αγοράς δείχνουν ότι οι δασμοί μπορούν να περιορίσουν σημαντικά τις εισαγωγές, χωρίς όμως να εξαλείψουν αυτομάτως τις οικονομικές σχέσεις που στηρίζονται σε διαφορές κόστους παραγωγής. Για τη Γερμανία και την Ευρωπαϊκή Ένωση, η πρόκληση παραμένει η εξισορρόπηση τριών στόχων: της ενεργειακής και οικονομικής ασφάλειας, της στήριξης της εγχώριας βιομηχανίας και της διατήρησης προσιτού κόστους για τον αγροτικό τομέα.

Με πληροφορίες του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA) και του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου.

Συνέχεια ανάγνωσης

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ

Αναλύσεις25 λεπτά πριν

FT: Πώς υπνοβατούμε προς τον Γ΄ Παγκόσμιο Πόλεμο!

Το αεροδρόμιο του Ριάντ κλείνει έπειτα από φονικές πυραυλικές επιθέσεις. Ρωσία – Ουκρανία ανταλλάσσουν πολύνεκρα πλήγματα. Η Πολωνία προειδοποιεί για...

Newsroom45 λεπτά πριν

Project Bromo: Η Ευρώπη επιταχύνει τη δημιουργία διαστημικού γίγαντα απέναντι στη SpaceX

Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή επιδιώκει να επιταχύνει την αντιμονοπωλιακή αξιολόγηση της συμφωνίας μεταξύ Airbus, Thales και Leonardo. Ο νέος όμιλος, με...

Αναλύσεις54 λεπτά πριν

350 Δισ. Δολάρια στην Αμερική: Η Νότια Κορέα ενεργοποιεί τη μεγαλύτερη στρατηγική επένδυση της συμμαχίας τους

Καθώς στη Σεούλ διατυπώνονται επικρίσεις σχετικά με τους κινδύνους και την εποπτεία των επενδύσεων αυτών, ενώ οι ενδιάμεσες εκλογές στις...

Αναλύσεις1 ώρα πριν

«Εδώ αρμόδιος είμαι εγώ»: Η τουρκική υστερία για τις NAVTEX και το ευρωπαϊκό πλέγμα προστασίας του GSI

Ως νέα αναμέτρηση για τον έλεγχο της Ανατολικής Μεσογείου παρουσιάζει ο τουρκικός Τύπος την αντιπαράθεση Ελλάδας και Τουρκίας με αφορμή...

Αναλύσεις2 ώρες πριν

Αζερμπαϊτζάν – Τουρκία: Κηρύχθηκε ο πόλεμος για την ισλαμική μαντίλα

Το Αζερμπαϊτζάν, μια χώρα με μουσουλμανικό πληθυσμό σε ποσοστό 98%, μόλις απαγόρευσε τη χρήση της χιτζάμπ στα σχολεία, επικαλούμενο την...

Δημοφιλή