Ακολουθήστε μας

Διεθνή

Οι ομαδοποιήσεις της παγκόσμιας οικονομίας

Δημοσιεύτηκε στις

Σπύρος Αξαρλής

Τον τελευταίο καιρό, το Πεκίνο διεξάγει διάλογο με τη συλλογική Δύση με σκληρό, ακόμη και αγενή τόνο. Το παλιό τακτ, η συνηθισμένη ανατολική διπλωματία, δομημένη σε αόριστους υπαινιγμούς, έχει εξαφανιστεί. Και από τον περασμένο Φεβρουάριο, το κινεζικό υπουργείο Εξωτερικών έχει αρχίσει να μεσολαβεί πιο αποφασιστικά για τη Ρωσία.

Την Πέμπτη 14 Ιουνίου, το κινεζικό υπουργείο Εξωτερικών εξέπληξε για άλλη μια φορά τη διεθνή κοινότητα με ένα σύντομο, αλλά περιεκτικό σχόλιο. Ο εκπρόσωπος του υπουργείου Zhao Lijiang σημείωσε τη διαφορά στην κατανόηση της φράσης «διεθνής κοινότητα» ανάμεσα σε όλο τον κόσμο και στο δυτικό Τύπο.

Ως οπτικό υλικό, ο διπλωμάτης επισύναψε έναν χάρτη, ο οποίος δείχνει ότι οι δυτικοί δημοσιογράφοι περιλαμβάνουν μόνο το ΝΑΤΟ και άλλους συμμάχους των ΗΠΑ σε μια τέτοια κοινότητα. Ο χάρτης έδειχνε ότι αυτά τα κράτη στον κόσμο είναι σε σαφή μειοψηφία, τόσο σε πληθυσμό όσο και σε έκταση.

Την ίδια σκέψη, αλλά με διαφορετικό τρόπο, εξέφρασε πρόσφατα ο Zhao ─ κατά τις ημέρες της Συνόδου Κορυφής των G7, που πραγματοποιήθηκε στα τέλη Ιουνίου στη Γερμανία. Ο Zhao Lijiang υπενθύμισε ότι οι G7 είναι μόνο μέρος της παγκόσμιας κοινότητας. Ο διπλωμάτης δημοσίευσε μια ανάρτηση με μια εικόνα που δείχνει τον πληθυσμό των χωρών του συνασπισμού BRICS (περίπου 3,2 δισεκατομμύρια άνθρωποι) και τον αριθμό των ανθρώπων που ζουν στις χώρες των G7 (777 εκατομμύρια συνολικά). «Την επόμενη φορά που θα μιλήσουμε για την “παγκόσμια κοινότητα”, να έχετε κατά νου τι πραγματικά εννοείται», ανέφερε ο Κινέζος διπλωμάτης.

ΟΙ ΟΜΑΔΕΣ ΤΗΣ ΠΑΓΚΟΣΜΙΑΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΑΣ

Οι σύνοδοι κορυφής «G» είναι τα κύρια διεθνή φόρα για πολιτική και οικονομική συνεργασία. Το «G» είναι συντομογραφία της λέξης Group, επομένως υπάρχουν τόσα παραδείγματα όσα κοινά συμφέροντα στον κόσμο: από το G7, το οποίο συγκεντρώνει επτά από τις κύριες χώρες με το μεγαλύτερο βάρος στο γεωπολιτικό ταμπλό, μέχρι το G77, διάσκεψη που σχηματίστηκε από τα αναπτυσσόμενα έθνη έτσι ώστε όχι μόνο οι μεγάλες δυνάμεις να καθορίζουν το μέλλον της ανθρωπότητας.

Σε κάθε περίπτωση, αυτές οι ομάδες δεν είναι θεσμοί όπου λαμβάνονται δεσμευτικές αποφάσεις, αλλά μάλλον ο ρόλος τους είναι να θέτουν κοινούς στόχους και να ενοποιούν θέσεις μεταξύ διαφορετικών χωρών που, αν και μπορεί να έχουν κυβερνήσεις διαφορετικού πολιτικού προσανατολισμού. Συνήθως μοιράζονται μια σειρά από αξίες, όπως π.χ. μπορεί να είναι ο σεβασμός του Διεθνούς Δικαίου, η προώθηση της δημοκρατίας ή η προστασία των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, αλλά και συμφέροντα. Σε αυτό το κοινό πλαίσιο, επιδιώκουν να αντιμετωπίσουν τις προκλήσεις που θέτει η παγκοσμιοποίηση.

Όλες αυτές οι ομαδοποιήσεις γίνονται με βάση την οικονομική και πολιτική ισχύ των χωρών που συμμετέχουν.

Τα τελευταία χρόνια η ομάδα των G7, αμφισβητείται ανοικτά από την ομάδα των BRICS (Βραζιλία, Ρωσία, Ινδία, Κίνα, Νότιος Αφρική), η οποία αναμένεται να διευρυνθεί και με άλλες χώρες, στο άμεσο μέλλον.

Μέχρι τώρα, οι ομαδοποιήσεις τύπου G διαμορφώθηκαν με βάση έναν ενιαίο παγκόσμιο οικονομικό χώρο. Το ενδεχόμενο διάσπασης αυτού του χώρου σε δύο μπλοκ, αναμένεται να επιφέρει μεγάλες αλλαγές και σε αυτές τις ομαδοποιήσεις.

G7, οι μεγάλοι της Δύσης

Η G7 ή η Ομάδα των Επτά είναι μια άτυπη συνάντηση που πραγματοποιείται κάθε χρόνο μεταξύ αρχηγών κρατών και κυβερνήσεων των κύριων καπιταλιστικών οικονομιών: των Ηνωμένων Πολιτειών, της Ιαπωνίας, της Γερμανίας, του Ηνωμένου Βασιλείου, της Γαλλίας, της Ιταλίας και του Καναδά. Τα μέλη του αντιπροσωπεύουν το 58% του παγκόσμιου καθαρού πλούτου και περισσότερο από το 46% του ακαθάριστου εγχώριου προϊόντος (ΑΕΠ), παρά το γεγονός ότι όλες μαζί φιλοξενούν μόνο το 10% του παγκόσμιου πληθυσμού. Η Ευρωπαϊκή Ένωση, ως μπλοκ, συμμετέχει επίσης στο G7, εκπροσωπούμενη από τον Πρόεδρο του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου και τον Πρόεδρο της Ευρωπαϊκής Επιτροπής.

Αυτή η Σύνοδος Κορυφής γεννήθηκε μετά την πετρελαϊκή κρίση του 1973 και συμμετείχαν οι ΗΠΑ, η Δυτική Γερμανία, η Γαλλία, η Ιαπωνία και το Ηνωμένο Βασίλειο. Το 1975, προσχώρησε η Ιταλία και το 1977 ο Καναδάς. Μετονομάστηκε σε G8 από το 1997, όταν η Ρωσία συμμετείχε για πρώτη φορά ως εταίρος και όχι ως πλήρες μέλος. Η Ρωσία έπαιξε δευτερεύοντα ρόλο επειδή δεν ανήκε στον Παγκόσμιο Οργανισμό Εμπορίου (ΠΟΕ) και εκδιώχθηκε από τους G7 τον Μάρτιο του 2014 ως αντίποινα για την προσάρτηση της Κριμαίας.

Η προεδρία της G7 ανανεώνεται σε ετήσια βάση με την ακόλουθη σειρά: Ηνωμένες Πολιτείες, Ηνωμένο Βασίλειο, Γερμανία, Ιαπωνία, Ιταλία, Καναδάς και Γαλλία.

G20, το φόρουμ των μεγάλων οικονομιών

Η G20 είναι ο μεγαλύτερος χώρος πολιτικών και οικονομικών διαβουλεύσεων στον κόσμο σήμερα. Συγκεντρώνει, τις κυβερνήσεις και τους διοικητές των κεντρικών τραπεζών, των κύριων βιομηχανικών και αναδυόμενων χωρών.

Συμμετέχουν τα επτά μέλη της G7 (Ηνωμένες Πολιτείες, Ιαπωνία, Γερμανία, Ηνωμένο Βασίλειο, Γαλλία, Ιταλία και Καναδάς) συν Ευρωπαϊκή Ένωση στο σύνολό της, Ρωσία, Σαουδική Αραβία, Αργεντινή, Αυστραλία, Βραζιλία, Κίνα, Νότια Κορέα, Ινδία, Ινδονησία, Μεξικό, Νότια Αφρική και Τουρκία. Η Ισπανία δεν είναι μέλος, αλλά θεωρείται μόνιμος φιλοξενούμενος. Αυτές οι χώρες αντιπροσωπεύουν το 90% του παγκόσμιου ΑΕΠ, το 80% του παγκόσμιου εμπορίου και τα δύο τρίτα του παγκόσμιου πληθυσμού.

Εμφανίστηκε το 1999 για να ανταποκριθεί στην οικονομική κρίση στα τέλη της δεκαετίας του 1990. Κινητοποιείται από την ιδέα να συμπεριληφθούν οι αναπτυσσόμενες οικονομίες που βρίσκονταν εκτός της G7, σε ένα forum για συζήτηση. Από την πρώτη συνεδρίασή της, που πραγματοποιήθηκε στο Βερολίνο, η G20 είχε στόχο να βελτιώσει τις πολιτικές ανάπτυξης, τη διαχείριση χρηματοπιστωτικών κρίσεων και να μειώσει την κατάχρηση και τις παράνομες δραστηριότητες στο χρηματοπιστωτικό σύστημα. Έχει επίσης επιτύχει βελτιώσεις στη διαφάνεια και την ανταλλαγή δεδομένων μεταξύ των χωρών για την καταπολέμηση της φοροδιαφυγής, του ξεπλύματος χρήματος και της χρηματοδότησης της τρομοκρατίας.

Από το 2010, για να επιλεγεί ποιος θα προεδρεύσει στη σύνοδο κορυφής, ακολουθείται ένα σύστημα που συνίσταται στην ομαδοποίηση των χωρών σε πέντε μπλοκ, με τέτοιο τρόπο ώστε κάθε χρόνο μια χώρα από κάθε μπλοκ πρέπει να προεδρεύει σε αυτήν. Η «τρόικα», που αποτελείται από τη χώρα που προήδρευσε της G20 το προηγούμενο έτος, αυτή που ασκεί την προεδρία κατά τη διάρκεια του τρέχοντος έτους και αυτή που θα το κάνει το επόμενο έτος, είναι υπεύθυνη να εγγυηθεί τη συνέχεια της συζήτησης.

G77, το forum των αδυνάμων

Η G77 είναι μια ετήσια Σύνοδος Κορυφής που επιδιώκει τη συνεργασία μεταξύ αναπτυσσόμενων και υπανάπτυκτων χωρών. Όπως υποδηλώνει το όνομά της, αρχικά συγκέντρωσε 77 χώρες από την Αφρική, την Ασία και τη Λατινική Αμερική που ήταν μέρος του κινήματος των Αδεσμεύτων Χωρών κατά τη διάρκεια του Ψυχρού Πολέμου, αλλά ο αριθμός έχει επεκταθεί στα 134 μέλη. Ο ρόλος της G77 ως αντίβαρο στις αποφάσεις των μεγάλων δυνάμεων έχει μειωθεί τις τελευταίες δεκαετίες, ιδίως αν ληφθεί υπόψη ότι οι δύο κύριες συνιστώσες της, η Κίνα και η Ινδία, αποτελούν επίσης μέρος της G20.

Η πρωτοβουλία δημιουργήθηκε το 1964 ως μηχανισμός αμοιβαίας υποστήριξης μεταξύ των χωρών του παγκόσμιου Νότου, στις συζητήσεις των Ηνωμένων Εθνών. Η πρώτη Σύνοδος Κορυφής πραγματοποιήθηκε στην Αλγερία το 1967 και από τότε έχει χρησιμεύσει για την προώθηση κοινών συμφερόντων στο εμπόριο, τη βιομηχανία ή τη γεωργία, μεταξύ άλλων τομέων. Το 1988, η G77 ενέκρινε μια συμφωνία που προβλέπει εμπορικά πλεονεκτήματα μεταξύ των αναπτυσσόμενων χωρών.

Η G77 εκλέγει έναν πρόεδρο κάθε χρόνο, επιφορτισμένο να φροντίζει τα συμφέροντα όλων των μελών και να συντονίζει τις συνεδριάσεις. Η ιδέα είναι ότι κάθε χρόνο, ο πρόεδρος πρέπει να ανήκει σε διαφορετική περιοχή. Κατά τα λοιπά, οι βασικές αποφάσεις λαμβάνονται σε συνεδρίαση των υπουργών που πραγματοποιείται κάθε χρόνο στη Νέα Υόρκη και διαβιβάζονται στις περιφερειακές αντιπροσωπείες. Επιπλέον, διοργανώνονται και άλλες συναντήσεις για πιο συγκεκριμένα θέματα για τα οποία δεν απαιτείται η συμμετοχή των 134 μελών.

G15, η σύνοδος Νότου-Νότου

Η G15 περιλαμβάνει 17 αναπτυσσόμενες χώρες από τη Λατινική Αμερική, την Αφρική και την Ασία. Συνολικά, αντιπροσωπεύει περισσότερους από 2 δισεκατομμύρια ανθρώπους από την Αλγερία, την Αργεντινή, τη Βραζιλία, τη Χιλή, την Αίγυπτο, την Ινδία, την Ινδονησία, το Ιράν, την Τζαμάικα, την Κένυα, τη Μαλαισία, το Μεξικό, τη Νιγηρία, τη Σενεγάλη, τη Σρι Λάνκα, τη Βενεζουέλα και τη Ζιμπάμπουε. Σκοπός αυτής της Συνόδου είναι να επιδιώξει τη συνεργασία μεταξύ των κρατών του λεγόμενου παγκόσμιου Νότου για την προώθηση της οικονομικής ανάπτυξης, να χρησιμεύσει ως φόρουμ για τακτικές διαβουλεύσεις μεταξύ των μελών, να διευκολύνει τον διάλογο Βορρά-Νότου και να βρει νέους τρόπους για την αντιμετώπιση κοινών προβλημάτων.

Η G15 ιδρύθηκε το 1989, μετά την ένατη διάσκεψη των Αδεσμεύτων Χωρών, που πραγματοποιήθηκε στο Βελιγράδι. Έκτοτε, έχει πραγματοποιήσει 15 Συνόδους Κορυφής ─η τελευταία ήταν το 2012, στη Σρι Λάνκα─ και η σύνθεση των μελών της διέφερε: η διαλυμένη τέως Γιουγκοσλαβία και το Περού, αποχώρησαν από τον οργανισμό το 2011, ενώ έχουν προσχωρήσει η Χιλή, το Ιράν και η Κένυα. Οι συνεδριάσεις του οδήγησαν σε έργα για τη μεταφορά τεχνολογίας και επενδύσεων στις αναπτυσσόμενες χώρες, αλλά τα περισσότερα παρέλυσαν λόγω έλλειψης χρηματοδότησης, γεγονός που οδήγησε ορισμένα από τα μέλη του να συζητήσουν τη χρησιμότητα του φόρουμ.

Η βάση της G-15 είναι η ετήσια Σύνοδος Κορυφής των αρχηγών κρατών και κυβερνήσεων, στην οποία ανταλλάσσονται απόψεις για την παγκόσμια ατζέντα και υιοθετείται κοινή δήλωση.

G10, η ομάδα των δανειστών

Η G10 είναι η ομάδα που αποτελείται από χώρες που μπορούν να συνεισφέρουν χρήματα για δάνεια από το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο (ΔΝΤ), σε περίπτωση που οι πόροι του δεν θεωρηθούν επαρκείς για την κάλυψη των παγκόσμιων αναγκών. Αποτελείται από τις Ηνωμένες Πολιτείες, τον Καναδά, τη Γερμανία, τη Γαλλία, το Ηνωμένο Βασίλειο, την Ιταλία, το Βέλγιο, την Ολλανδία, τη Σουηδία, την Ελβετία και την Ιαπωνία, των οποίων οι υπουργοί Οικονομικών συναντώνται μία φορά το χρόνο με τους διοικητές των κεντρικών τραπεζών και τους εκπροσώπους του ΔΝΤ και της Παγκόσμιας Τράπεζας. Τα μέλη της Ομάδας των Δέκα είναι οι χώρες που υπέγραψαν τη Γενική Συμφωνία Δανείου (GAB) το 1962, με την οποία δεσμεύτηκαν να αυξήσουν τη χρηματοδότηση των δανείων του ΔΝΤ. Σε αυτά προστέθηκε, το 1964, η Ελβετία. Ο ρόλος τους είναι να παρέχουν πρόσθετα δάνεια στο ΔΝΤ και να συμμετέχουν στη λήψη αποφάσεων για την πίστωση. Από το 1963, οι διοικητές των κεντρικών τραπεζών της G10 συναντώνται ταυτόχρονα με τις συνεδριάσεις της Τράπεζας Διεθνών Διακανονισμών (BIS). Εκτός από το ΔΝΤ και την BIS, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή (ΕΚ) και ο Οργανισμός Οικονομικής Συνεργασίας και Ανάπτυξης (ΟΟΣΑ) λειτουργούν ως επίσημοι παρατηρητές των δραστηριοτήτων της G10.

Η ΠΡΟΣΦΑΤΗ ΣΥΝΟΔΟΣ ΤΩΝ G20

Η πρόσφατη Σύνοδος των υπουργών Εξωτερικών G20 του Μπαλί στις 8 Ιουλίου, θα έπρεπε να είχε εγκρίνει τη διεθνή απομόνωση της Ρωσίας, αλλά αυτό δεν συνέβη. Κανένα τελικό έγγραφο για τον πόλεμο της Ουκρανίας δεν υπήρξε, αλλά ήταν προφανής η αδυναμία μιας τέτοιας έκβασης, δεδομένης της διαφορετικής ευαισθησίας στο θέμα των χωρών που συμμετείχαν.

Ωστόσο, η Σύνοδος Κορυφής δεν ήταν εντελώς μάταιη. Παρά τη διαβεβαίωση από όλους ότι Ρώσοι και Αμερικανοί θα κρατούσαν αποστάσεις, όπως και συνέβη, ο Μπλίνκεν και ο Λαβρόφ είχαν μια σύντομη στιχομυθία, όπως ανέφερε η υπουργός Εξωτερικών της Ινδονησίας Ρέτνο Μαρσούντι στο Reuters και διέψευσαν, για προφανείς λόγους αρχής, οι New York Times. Αυτή η σύντομη ανταλλαγή απόψεων παραμένει στην επικαιρότητα, που σε κάθε περίπτωση δείχνει ότι οι δύο δυνάμεις ενδιαφέρονται να διατηρήσουν ένα νήμα διαλόγου, προκειμένου να αποφευχθεί η ανεξέλεγκτη κλιμάκωση του πολέμου.

Στο περιθώριο της G-20, η Ρωσία και η Αμερική έκαναν ό,τι μπορούσαν σε διμερείς συναντήσεις με τους εκπροσώπους των άλλων χωρών: ο Λαβρόφ να ενισχύσει τις σχέσεις με εκείνα τα κράτη που δεν συμμετείχαν στην αντιρωσική σταυροφορία, οι δε Ηνωμένες Πολιτείες να προσπαθήσουν να τα φέρουν στο δικό τους μέρος.

Είναι δύσκολο να βρεθούν σημαντικές ενδείξεις για την έκβαση αυτών των διμερών συμφωνιών, αλλά πρέπει να σημειωθεί ότι, μετά τους G20, ένας πολιτικός σεισμός συγκλόνισε την Ασία: η Σρι Λάνκα κατέρρευσε υπό το βάρος της χρηματοπιστωτικής και οικονομικής κρίσης.

Βασικός σύμμαχος της Κίνας στον Ινδό-Ειρηνικό, η πείνα και οι περιορισμοί που αυξήθηκαν εκεί από την ουκρανική πολεμική κρίση έχουν κινητοποιήσει την πλειοψηφία, που κατέλαβε το προεδρικό μέγαρο. Σκηνές μιας πολύχρωμης επανάστασης που φαίνονται προορισμένες να επαναληφθούν σε παγκόσμια κλίμακα, καθώς ο συνδυασμός πολέμου και κυρώσεων τροφοδοτεί παρόμοια δυσαρέσκεια σε όλο τον κόσμο.

Εκτός από την προαναφερθείσα φευγαλέα συνάντηση, δύο άλλες σημαντικές διασκέψεις πραγματοποιήθηκαν στο G-20: αυτή του Κινέζου Υπουργού Εξωτερικών με τους ομολόγους του από την Αυστραλία και τις Ηνωμένες Πολιτείες. Οι πληροφορίες λένε ότι ο Μπλίνκεν φέρεται να προσπάθησε να πείσει το Πεκίνο να μην παράσχει υποστήριξη στη Ρωσία, αλλά αυτό είναι περισσότερο από απίθανο να ήταν το επίκεντρο του διαλόγου, καθώς η Ουάσιγκτον γνωρίζει πολύ καλά ότι αυτό είναι απλώς αδύνατο αυτή τη στιγμή.

Αντίθετα, στον Μπλίνκεν είχε ανατεθεί μια πολύ συγκεκριμένη αποστολή: να αναζητήσει τρόπους για να αναζωογονηθεί το διμερές εμπόριο σε αυτή τη στιγμή της κρίσης. Οι Κινέζοι, δηλαδή, θα πρέπει να βοηθήσουν τις ΗΠΑ να μετριάσουν τον πληθωρισμό, ώστε να φτάσουν στις εκλογές του Νοεμβρίου με κάποια χαρτιά στο χέρι.

Διότι πολλά, αν όχι όλα, από το μέλλον των ΗΠΑ εξαρτώνται από τις ενδιάμεσες εκλογές και οι ελίτ που βρίσκονται σήμερα στην εξουσία, το γνωρίζουν.

Πηγή https://www.geoeurope.org/2022/07/15/oi-omadopoiiseis-tis-pagkosmias-oiko/

***To geoeurope είναι ένας ιστότοπος που δημιουργήθηκε από επιστήμονες και ειδικούς που έχουν ασχοληθεί με τη γεωπολιτική της Ευρώπης και έχουν διαπιστώσει συγκεκριμένα κενά στη ροή των πληροφοριών που διαμορφώνουν τις γεωπολιτικές συζητήσεις στην ήπειρό μας.

Είναι ο άγνωστος Χ, αλλά φυσικό πρόσωπο που βοηθάει στην παραγωγή ειδήσεων στο Geopolitico.gr, αλλά και τη δημιουργία βίντεο στο κανάλι του Σάββα Καλεντερίδη. Πολλοί τον χαρακτηρίζουν ως ανθρώπινο αλγόριθμο λόγω του όγκου των δεδομένων και πληροφοριών που αφομοιώνει καθημερινώς. Είναι καταδρομέας με ειδικότητα Χειριστή Ασυρμάτων Μέσων.

Συνέχεια ανάγνωσης

Διεθνή

Προειδοποίηση της Ελβετίας: Το υψηλό ευρωπαϊκό χρέος θα μπορούσε να πυροδοτήσει μια κρίση του ευρώ

Τα αυξανόμενα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη και πέραν αυτής εγκυμονούν κινδύνους για την οικονομική σταθερότητα και θα μπορούσαν να πυροδοτήσουν μια κρίση του ευρώ, δήλωσε την Παρασκευή η Ελβετίδα υπουργός Οικονομικών, Κάριν Κέλερ-Σούτερ.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Τα αυξανόμενα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη και πέραν αυτής εγκυμονούν κινδύνους για την οικονομική σταθερότητα και θα μπορούσαν να πυροδοτήσουν μια κρίση του ευρώ, δήλωσε την Παρασκευή η Ελβετίδα υπουργός Οικονομικών, Κάριν Κέλερ-Σούτερ.

Μιλώντας στον ελβετικό δημόσιο ραδιοτηλεοπτικό φορέα SRF, στην Μπανγκόκ —στο περιθώριο των ετήσιων συναντήσεων του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου και της Παγκόσμιας Τράπεζας—, η Κέλερ-Σούτερ ανέφερε ότι και οι τιμές της ενέργειας εντείνουν τις ανησυχίες μεταξύ των υπευθύνων χάραξης πολιτικής.

Η Ελβετία διαθέτει ένα από τα χαμηλότερα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη, ωστόσο η Κέλερ-Σούτερ τόνισε ότι, στο τρέχον περιβάλλον, είναι σημαντικό να εξετάζεται η ευρύτερη εικόνα.

«Είμαστε τόσο στενά διασυνδεδεμένοι σε διεθνές επίπεδο, ώστε καθιστάμεθα επίσης ευάλωτοι, για παράδειγμα, στην περίπτωση που προκύψει κρίση χρέους εξαιτίας του δημόσιου χρέους μεγάλων χωρών. Σκέφτομαι συγκεκριμένα τις Ηνωμένες Πολιτείες, αλλά και την Ευρώπη. Υπάρχει η περίπτωση της Γαλλίας — κάτι που θα μπορούσε να οδηγήσει σε κρίση του ευρώ», δήλωσε η Κέλερ-Σούτερ στο δίκτυο SRF.

Το δημόσιο χρέος της Γαλλίας, τα δημοσιονομικά ελλείμματα και η υποτονική οικονομική ανάπτυξη έχουν εντείνει τις ανησυχίες για την κατάσταση των δημόσιων οικονομικών της, καθώς ο πολιτικός κατακερματισμός έχει καταστήσει πιο περίπλοκες τις προσπάθειες δημοσιονομικής εξυγίανσης.

 

Συνέχεια ανάγνωσης

Αναλύσεις

Η Κίνα βρίσκει δρόμο που παρακάμπτει το Πακιστάν – Ο διάδρομος Ουαχάν αλλάζει τις γεωπολιτικές ισορροπίες

Μία νέα οδική αρτηρία μήκους 121 χιλιομέτρων στο βορειοανατολικό Αφγανιστάν δημιουργεί τις προϋποθέσεις για απευθείας χερσαία σύνδεση με την Κίνα, χωρίς διέλευση από το Πακιστάν. Η ολοκλήρωση του δρόμου στον ιστορικό διάδρομο Ουαχάν αποκτά ιδιαίτερη γεωπολιτική σημασία, καθώς το Πεκίνο αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα ασφαλείας με τις επενδύσεις του στο Πακιστάν, ενώ η Καμπούλ επιδιώκει να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Μία σημαντική εξέλιξη στις χερσαίες μεταφορές και στις γεωπολιτικές ισορροπίες της Κεντρικής Ασίας καταγράφεται στο Αφγανιστάν, με την ολοκλήρωση νέου δρόμου στον στρατηγικής σημασίας διάδρομο Ουαχάν.

Σύμφωνα με ανάλυση του Imran Khurshid που δημοσιεύθηκε στις 9 Οκτωβρίου 2026 στο Asia Times, οι αφγανικές αρχές εγκαινίασαν οδική διαδρομή 121 χιλιομέτρων, η οποία εκτείνεται από την περιοχή Μπρογκίλ έως τα σύνορα με την Κίνα, στην επαρχία Μπανταχσάν.

Το έργο κόστισε περίπου 365 εκατομμύρια αφγάνι, ποσό που αντιστοιχεί σε περίπου 5,5 εκατομμύρια δολάρια.

Κατά τις αφγανικές ανακοινώσεις, κατασκευάστηκε από ντόπιους μηχανικούς και εργαζομένους, χωρίς τη συμμετοχή ξένων τεχνικών συμβούλων.

Η νέα διαδρομή φθάνει στα σινοαφγανικά σύνορα. Αυτό, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι λειτουργεί ήδη πλήρης διεθνής εμπορευματικός διάδρομος, καθώς εξακολουθούν να υπάρχουν σημαντικοί τεχνικοί και συνοριακοί περιορισμοί.

Γιατί ο διάδρομος Ουαχάν έχει στρατηγική σημασία

Ο διάδρομος Ουαχάν αποτελεί μια στενή λωρίδα αφγανικού εδάφους ανάμεσα στο Τατζικιστάν, το Πακιστάν και την Κίνα.

Η γεωγραφική του διαμόρφωση συνδέεται με τον ανταγωνισμό της Βρετανικής και της Ρωσικής Αυτοκρατορίας κατά τον 19ο αιώνα.

Η περιοχή διατηρήθηκε ως ζώνη διαχωρισμού των δύο αυτοκρατορικών σφαιρών επιρροής, αποτελώντας ένα από τα χαρακτηριστικότερα γεωγραφικά κατάλοιπα του λεγόμενου «Μεγάλου Παιχνιδιού».

Σήμερα, η ίδια περιοχή αποκτά νέα σημασία, αυτή τη φορά λόγω της προσπάθειας σύνδεσης της Κίνας με το Αφγανιστάν και ευρύτερα με την Κεντρική Ασία.

Ο δρόμος ανοίγει τη δυνατότητα δημιουργίας μιας εναλλακτικής οδού μεταφορών, περιορίζοντας δυνητικά την ανάγκη διέλευσης από το πακιστανικό έδαφος.

Το πρόβλημα της Κίνας με τον οικονομικό διάδρομο CPEC

Το ενδιαφέρον της εξέλιξης εντοπίζεται κυρίως στην προσπάθεια του Πεκίνου να περιορίσει την εξάρτησή του από ευάλωτες υποδομές.

Ο Οικονομικός Διάδρομος Κίνας–Πακιστάν, γνωστός ως CPEC, αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα προγράμματα της κινεζικής πρωτοβουλίας Belt and Road.

Μέσω του συγκεκριμένου σχεδίου, η Κίνα επιχειρεί να ενισχύσει τις εμπορικές και ενεργειακές συνδέσεις της με τη Νότια Ασία και την Αραβική Θάλασσα.

Ωστόσο, η υλοποίηση των έργων έχει αντιμετωπίσει σοβαρές δυσκολίες.

Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, οργανώσεις αυτονομιστών έχουν πραγματοποιήσει επανειλημμένες επιθέσεις εναντίον κινεζικών συμφερόντων, εγκαταστάσεων και εργαζομένων.

Οι επιθέσεις αυτές έχουν επιβαρύνει την ασφάλεια των υποδομών και έχουν αυξήσει το κόστος προστασίας των κινεζικών επενδύσεων.

Παράλληλα, έχουν διατυπωθεί καταγγελίες για καθυστερήσεις, κακοδιαχείριση και προβλήματα διαφάνειας σε επιμέρους προγράμματα του CPEC.

Η εδαφική διαμάχη με την Ινδία

Μια επιπλέον γεωπολιτική δυσκολία συνδέεται με τη διέλευση του CPEC από το Γκιλγκίτ–Μπαλτιστάν.

Η περιοχή διοικείται από το Πακιστάν, αλλά διεκδικείται από την Ινδία, στο πλαίσιο της ευρύτερης διαμάχης για το Κασμίρ.

Το Νέο Δελχί έχει αντιταχθεί επανειλημμένα σε έργα που διέρχονται από εδάφη τα οποία θεωρεί τμήμα της δικής του επικράτειας.

Αυτό σημαίνει ότι ο οικονομικός διάδρομος Κίνας–Πακιστάν δεν αποτελεί μόνο αναπτυξιακό πρόγραμμα, αλλά συνδέεται με μία από τις πιο ευαίσθητες εδαφικές αντιπαραθέσεις της Ασίας.

Η δημιουργία εναλλακτικών διαδρομών μέσω του Αφγανιστάν θα μπορούσε μακροπρόθεσμα να προσφέρει στο Πεκίνο μεγαλύτερη ευελιξία.

Δεν υπάρχει, πάντως, ένδειξη ότι ο δρόμος του Ουαχάν μπορεί σήμερα να αντικαταστήσει τις μεγάλες μεταφορικές υποδομές του CPEC.

Η Καμπούλ επιχειρεί να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ

Για την κυβέρνηση των Ταλιμπάν, το έργο έχει και μία σαφή πολιτική διάσταση.

Το Αφγανιστάν εξαρτάται σε σημαντικό βαθμό από συνοριακές διαβάσεις και μεταφορικούς άξονες που περνούν από το Πακιστάν.

Οι επανειλημμένες εντάσεις ανάμεσα στις δύο χώρες έχουν προκαλέσει κλείσιμο συνοριακών περασμάτων, διακοπές εμπορικών ροών και επιβάρυνση της αφγανικής οικονομίας.

Μια εναλλακτική χερσαία διέξοδος προς την Κίνα θα μπορούσε, εφόσον αναπτυχθεί και καταστεί λειτουργική, να μειώσει τη δυνατότητα του Πακιστάν να χρησιμοποιεί τη γεωγραφική του θέση ως μέσο πίεσης προς την Καμπούλ.

Η αφγανική πλευρά αντιμετωπίζει το έργο ως σημαντική υποδομή οικονομικής και στρατηγικής αυτονομίας.

Η στάση της Κίνας και της Ρωσίας

Παρά την προοπτική άμεσης σύνδεσης, το Πεκίνο δεν έχει εγκαταλείψει τον οικονομικό διάδρομο CPEC ούτε έχει ανακοινώσει ότι ο Ουαχάν θα τον αντικαταστήσει.

Η Κίνα εξακολουθεί να διατηρεί σημαντικά οικονομικά και στρατηγικά συμφέροντα στο Πακιστάν.

Αντίστοιχα, η Ρωσία ενδιαφέρεται για τη σταθερότητα του Αφγανιστάν και για την ανάπτυξη νέων δικτύων επικοινωνίας στην Κεντρική Ασία.

Η δημιουργία περισσότερων επιλογών διασύνδεσης ενδέχεται να περιορίσει την αποκλειστική σημασία ορισμένων παραδοσιακών μεταφορικών διαδρομών.

Η πραγματική αξία του Ουαχάν θα εξαρτηθεί από τη βελτίωση των οδικών υποδομών, τη λειτουργία συνοριακών και τελωνειακών εγκαταστάσεων, τις καιρικές συνθήκες και τις πολιτικές αποφάσεις της Κίνας.

Το μήνυμα προς το Πακιστάν

Η νέα διαδρομή αναδεικνύει μια σημαντική γεωπολιτική πραγματικότητα: η γεωγραφική θέση ενός κράτους προσφέρει στρατηγικά πλεονεκτήματα, αλλά η αξιοποίησή τους εξαρτάται από την ασφάλεια και την αξιοπιστία των μεταφορικών του δικτύων.

Το Πακιστάν εξακολουθεί να αποτελεί κρίσιμο εταίρο της Κίνας, ιδιαίτερα στο πλαίσιο του CPEC.

Ταυτόχρονα, όμως, η αστάθεια, οι επιθέσεις σε κινεζικά συμφέροντα και οι αντιπαραθέσεις με το Αφγανιστάν δημιουργούν κίνητρα αναζήτησης εναλλακτικών επιλογών.

Ο διάδρομος Ουαχάν δεν έχει ακόμη μετατραπεί σε μεγάλο εμπορικό πέρασμα. Η κατασκευή του δρόμου, ωστόσο, καταδεικνύει ότι το Αφγανιστάν επιχειρεί να αποκτήσει πρόσθετες διεθνείς συνδέσεις και ότι η αποκλειστική εξάρτηση από το Πακιστάν δεν αποτελεί πλέον τη μοναδική γεωγραφική επιλογή.

Για το Ισλαμαμπάντ, η εξέλιξη αποτελεί μια νέα στρατηγική παράμετρο που θα πρέπει να συνυπολογίσει στις σχέσεις του με το Πεκίνο και την Καμπούλ.

Συνέχεια ανάγνωσης

Διεθνή

Γερμανία: Το ρωσικό φυσικό αέριο επιστρέφει έμμεσα μέσω των λιπασμάτων, παρά τους ευρωπαϊκούς δασμούς

Δημοσιεύτηκε

στις

Οι εισαγωγές ρωσικών αζωτούχων λιπασμάτων μειώθηκαν κατά 66% το 2025-2026, αλλά παραμένουν 53% υψηλότερες από τα επίπεδα πριν από τον πόλεμο στην Ουκρανία.

Το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία διατηρεί ανταγωνιστικά τα ρωσικά προϊόντα, σύμφωνα με στοιχεία που δημοσίευσε η Berliner Zeitung. Η Γερμανία εξακολουθεί να συνδέεται εμπορικά με το ρωσικό φυσικό αέριο, παρά τις ευρωπαϊκές προσπάθειες περιορισμού της ενεργειακής εξάρτησης από τη Μόσχα.

Αυτή τη φορά, η σύνδεση δεν αφορά αποκλειστικά την άμεση προμήθεια φυσικού αερίου, αλλά τις εισαγωγές λιπασμάτων που παράγονται με τη χρήση ρωσικού αερίου ως πρώτης ύλης και πηγής ενέργειας. Σύμφωνα με δημοσίευμα της γερμανικής εφημερίδας, που βασίζεται σε στοιχεία του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου και του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι εισαγωγές αζώτου μέσω ρωσικών λιπασμάτων μειώθηκαν σημαντικά κατά το 2025-2026. Ωστόσο, εξακολουθούν να βρίσκονται πάνω από τα επίπεδα που καταγράφονταν πριν από τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία.

Τα στοιχεία των εισαγωγών και η σύγκριση με την προπολεμική περίοδο

Το 2025-2026, η Γερμανία εισήγαγε 48.800 τόνους αζώτου μέσω λιπασμάτων ρωσικής προέλευσης. Η ποσότητα αυτή είναι μειωμένη κατά περίπου 66% σε σύγκριση με το προηγούμενο έτος, αλλά παραμένει κατά 53% υψηλότερη από τους 31.800 τόνους που είχαν καταγραφεί το 2020-2021, πριν από τον πόλεμο.

Η εξέλιξη των εισαγωγών δείχνει πόσο έντονη ήταν η αύξηση μετά το 2022. Το 2021-2022 οι εισαγωγές έφτασαν τους 56.800 τόνους αζώτου, ενώ το 2022-2023 εκτοξεύθηκαν στους 185.100 τόνους. Στη συνέχεια καταγράφηκαν 140.200 τόνοι το 2023-2024 και 143.800 τόνοι το 2024-2025, προτού σημειωθεί η μεγάλη υποχώρηση της τελευταίας περιόδου. Τα στοιχεία αφορούν την ποσότητα του αζώτου που περιέχεται στα εισαγόμενα λιπάσματα και όχι το συνολικό βάρος των προϊόντων.

Τα λιπασματικά έτη υπολογίζονται από τον Ιούλιο έως τον Ιούνιο. Η ποσότητα αζώτου που εισήχθη στη Γερμανία μέσω ρωσικής ουρίας μειώθηκε από 71.600 τόνους σε 27.600 τόνους, καταγράφοντας πτώση άνω του 61%. Παρά τη μείωση, η ποσότητα εξακολουθεί να είναι σχεδόν τριπλάσια από τους 9.900 τόνους του 2020-2021. Η συγκεκριμένη εξέλιξη αναδεικνύει το βασικό πρόβλημα της ευρωπαϊκής πολιτικής περιορισμού των εμπορικών δεσμών με τη Ρωσία. Ακόμη και όταν περιορίζονται οι εισαγωγές συγκεκριμένων προϊόντων, οι οικονομικές σχέσεις μπορούν να διατηρούνται μέσω άλλων κατηγοριών αγαθών, ιδιαίτερα όταν αυτά έχουν χαμηλότερο κόστος παραγωγής.

Γιατί οι ρωσικές εισαγωγές παραμένουν ανταγωνιστικές

Καθοριστικός παράγοντας είναι το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία και στην υπόλοιπη Ευρώπη. Η παραγωγή αζωτούχων λιπασμάτων απαιτεί μεγάλες ποσότητες φυσικού αερίου, το οποίο χρησιμοποιείται τόσο ως πρώτη ύλη όσο και ως πηγή ενέργειας. Σύμφωνα με τον Σύνδεσμο Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι ευρωπαϊκοί δασμοί, που τέθηκαν σε ισχύ τον Ιούλιο του 2025, περιόρισαν σημαντικά τις εισαγωγές ρωσικών λιπασμάτων. Ωστόσο, δεν εξάλειψαν το ανταγωνιστικό πλεονέκτημα των ρωσικών προϊόντων. Ο σύνδεσμος επισημαίνει ότι οι υψηλές τιμές ενέργειας δυσκολεύουν τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις να αυξήσουν την εγχώρια παραγωγή και να καλύψουν μεγαλύτερο μέρος των αναγκών της αγοράς. Ως αποτέλεσμα, τα ρωσικά λιπάσματα εξακολουθούν να παραμένουν ελκυστικά, ακόμη και μετά την επιβολή πρόσθετων δασμών.

Παράλληλα, σύμφωνα με τον IVA, είναι πιθανό ορισμένες ποσότητες ρωσικών προϊόντων να φτάνουν στη γερμανική αγορά μέσω άλλων κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το μέγεθος αυτών των έμμεσων εισαγωγών, ωστόσο, δεν μπορεί να προσδιοριστεί με ακρίβεια από τα διαθέσιμα στοιχεία.

Δεν αποδίδονται οι αυξήσεις των τιμών αποκλειστικά στους δασμούς

Το ζήτημα έχει άμεση σημασία για τους Γερμανούς αγρότες, καθώς το κόστος των λιπασμάτων επηρεάζει την παραγωγή και, τελικά, την οικονομική βιωσιμότητα των καλλιεργειών. Ο IVA υποστηρίζει ότι η μείωση των ρωσικών εισαγωγών δεν έχει προκαλέσει μέχρι στιγμής σαφή αύξηση των τιμών εξαιτίας των δασμών. Σύμφωνα με τον σύνδεσμο, η εγχώρια παραγωγική δυναμικότητα και οι εισαγωγές από άλλες χώρες, μεταξύ των οποίων η Αίγυπτος, επαρκούν για την κάλυψη των αναγκών της αγοράς. Την ίδια στιγμή, ο σύνδεσμος αποδίδει τις υψηλές τιμές των λιπασμάτων το 2026 στις διεθνείς ενεργειακές αναταράξεις, στον πόλεμο με το Ιράν και στην κρίση γύρω από τα Στενά του Ορμούζ, παράγοντες που επηρεάζουν το κόστος μεταφοράς και τις παγκόσμιες τιμές ενέργειας και λιπασμάτων.

Οι εκτιμήσεις αυτές αποτελούν τις θέσεις του κλαδικού συνδέσμου και δεν συνιστούν από μόνες τους ανεξάρτητη αξιολόγηση όλων των παραγόντων που διαμορφώνουν τις τιμές.

Νέες πιέσεις για περιορισμό των ρωσικών εισαγωγών

Με αφορμή τα στοιχεία, ο IVA ζητά να εξεταστεί η επιβολή πρόσθετων δασμών στις εισαγωγές καλιούχων λιπασμάτων από τη Ρωσία και τη Λευκορωσία. Το κάλιο αποτελεί βασικό θρεπτικό στοιχείο για τις καλλιέργειες και αντιπροσωπεύει μια ακόμη κατηγορία προϊόντων στην οποία η ευρωπαϊκή αγορά διατηρεί εμπορικές σχέσεις με τις δύο χώρες.

Ο σύνδεσμος εκτιμά ότι η ευρωπαϊκή βιομηχανία μπορεί να καλύψει τις ανάγκες της γεωργίας χωρίς να εξαρτάται από τις συγκεκριμένες εισαγωγές και υποστηρίζει ότι πρόσθετοι δασμοί δεν θα πρέπει να οδηγήσουν αναγκαστικά σε αυξήσεις τιμών. Η συζήτηση, ωστόσο, αποτυπώνει το ευρύτερο δίλημμα της ευρωπαϊκής οικονομικής πολιτικής. Η μείωση της εξάρτησης από τη Ρωσία απαιτεί όχι μόνο εμπορικούς περιορισμούς, αλλά και ανταγωνιστική εγχώρια παραγωγή, προσιτό ενεργειακό κόστος και εναλλακτικές πηγές προμήθειας.

Τα δεδομένα της γερμανικής αγοράς δείχνουν ότι οι δασμοί μπορούν να περιορίσουν σημαντικά τις εισαγωγές, χωρίς όμως να εξαλείψουν αυτομάτως τις οικονομικές σχέσεις που στηρίζονται σε διαφορές κόστους παραγωγής. Για τη Γερμανία και την Ευρωπαϊκή Ένωση, η πρόκληση παραμένει η εξισορρόπηση τριών στόχων: της ενεργειακής και οικονομικής ασφάλειας, της στήριξης της εγχώριας βιομηχανίας και της διατήρησης προσιτού κόστους για τον αγροτικό τομέα.

Με πληροφορίες του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA) και του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου.

Συνέχεια ανάγνωσης

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ

Αναλύσεις6 λεπτά πριν

Αντι-NAVTEX της Τουρκίας ανοιχτά της Καρπάθου μετά την ελληνική οδηγία για άσκηση

Η Άγκυρα απάντησε στην ελληνική NAVTEX για πολυεθνική άσκηση με αντι-οδηγία, αξιώνοντας δικαιοδοσία στην περιοχή ανοιχτά της Καρπάθου. Η Αθήνα...

Αναλύσεις35 λεπτά πριν

Εγκολφόπουλος: «Δεν χρειάζεται καμία ενημέρωση της Τουρκίας για το καλώδιο»

Την πεποίθηση ότι η ηλεκτρική διασύνδεση Ελλάδας–Κύπρου θα προχωρήσει στην προβλεπόμενη διαδρομή, χωρίς να απαιτείται ενημέρωση ή συναίνεση της Τουρκίας,...

Αναλύσεις1 ώρα πριν

Η «σύγκρουση» στην κορυφή της ΕΕ και «Made in Europe» στην Τουρκία

Όταν όμως και σήμερα, πολιτειακοί αξιωματούχοι (Κυβέρνησης και Βουλής) σε Κύπρο κι Ελλάδα προωθούν την «θετική ατζέντα» προς την Τουρκία,...

Αναλύσεις2 ώρες πριν

Ινδικά πολεμικά πλοία στην Κύπρο; Οι πληροφορίες και το νέο αμυντικό σκηνικό

Πληροφορίες για παρεμβάσεις Ισραήλ και Εμιράτων απέναντι στις πιέσεις της Άγκυρας παρουσίασε το «Direct News». Στο επίκεντρο οι συζητήσεις για...

Γενικά θέματα2 ώρες πριν

Θρίλερ στα βάθη της Τουρκίας με 58χρονο Έλληνα μοναχό από το Νέο Μυλότοπο Γιαννιτσών! Αγνοείται από τον Ιούλιο

Ο 58χρονος μοναχός έφυγε από το Νέο Μυλότοπο Γιαννιτσών, με προορισμό την Τουρκία, αποφασισμένος να φτάσει στον Πόντο και την...

Δημοφιλή