Διεθνή
Περί πολέμου με την Τουρκία
Τον πόλεμο τον φέρνει πιο κοντά και τον επιβάλλει ο τουρκικός φανατισμός
γράφει ο Γιάννης Σπανός
Δεν θέλουμε τον πόλεμο. Δεν τον επιδιώκουμε. Δεν είμαστε πολεμοχαρείς. Αλλά μας τον επιβάλλει ο τουρκικός φανατισμός. Η μισαλλοδοξία. Η λεηλατική μανία του κατευθυνόμενου όχλου. Από νηπιακής ηλικίας φυτεύουν στις νεογέννητες υπάρξεις το πολεμοχαρές μένος εναντίον των Ελλήνων. Αν περάσεις έξω από τις σχολικές αίθουσες, στις αυλές των εκπαιδευτηρίων, θα ακούσεις ωρυγές μισελληνισμού. Τα τουρκάκια ωρύονται να διαβούν τη μεθόριο, να εισβάλουν στο ελληνικό έδαφος για να σφάξουν, να ατιμάσουν, να αρπάξουν. Πρωινός ύμνος στις παιδικές συνάξεις το πολεμικό εμβατήριο «συ Έβρε ποταμέ δώσε μια δίοδο/ στους εχθρούς έμεινε πολύς χώρος/ πέρασε ο στρατός χωρίς να εκδικηθεί/ έλα, Έβρε, δώσε μια δίοδο» (Από το τουρκικό περιοδικό «’Ερευνα του τουρκικού κόσμου» σελ. 80). Κι από τον «Μπαϋράκ» διατυμπανίστηκε το τραγούδι «Μίσος» που διαδηλώνει τον πόθο του τραγουδιστή να συνθλίψει τα κεφάλια δέκα χιλιάδων Ελλήνων και να ξεριζώσει τα δόντια είκοσι χιλιάδων με τα χέρια του και να βυθίσει στο νερό τα πτώματα τριάντα χιλιάδων Ελλήνων, το μίσος δεν θα φύγει από την καρδιά του.
Δεν θέλουμε τον πόλεμο. Αλλά η Ιωνική ακτή βρίθει από τη στρατιά του Αιγαίου. Από τις μεραρχίες των ντοπαρισμένων που καρτερούν να ορμήσουν εναντίον των νησιών του Αιγαίου. Και οι σαράντα χιλιάδες κατοχικού στρατού που εδρεύουν στο κατεχόμενο τμήμα της Κύπρου, ανυπομονούν να πατήσουν τα ελεύθερα ακόμα εδάφη. Διερωτώμαι αν οι πολίτες που διέρχονται από τα οδοφράγματα αντιλαμβάνονται την τούρκικη χαντζάρα να χαϊδεύει τον λαιμό τους, την ώρα που καταβροχθίζουν τα εδέσματα στα αρπαγμένα εστιατόρια των τουρκοκρατούμενων εστιατορίων. Γιατί θα είναι οι πρώτοι που θα επιλεγούν από τους χασάπηδες των τουρκομαχαλάδων, όταν ξαφνικά διαταχθούν να επιδοθούν στο παραδοσιακό παιγνίδι των σφαγών.
Οι Έλληνες είναι το μόνο έθνος που δεν απελευθέρωσε την πρωτεύουσά του, υποδεικνύει με οργή η Ελένη Αρβελέρ. Δεν πολέμησαν για την απελευθέρωση της Κωνσταντινούπολης. Της Σμύρνης. Του ελληνικού κόσμου που επί αιώνες ζούσε και άκμαζε στη Μικρά Ασία. Δεν πολέμησαν για την ελευθερία των σκλαβωμένων τμημάτων. Αντίθετα, οι Τούρκοι επιδίωξαν και κατάφεραν να σκλαβώσουν χώρους από χιλιετιών ελληνικούς, κοιτίδες πολιτισμού και εξέλιξης. Και αδιάκοπα αναζητούσαν ή προκαλούσαν αφορμές πολεμικών προελάσεων και καταδρομών για κατάληψη νέων εδαφών. Το 1941, όταν πρέσβυς του Χίτλερ στην Άγκυρα ήταν ο φον Πάπεν, οι δήθεν «ουδέτεροι» Τούρκοι ζήτησαν από τον Χίτλερ τα νησιά του Αιγαίου με αντάλλαγμα να επιτρέψει διέλευση γερμανικών ενισχύσεων και πολεμοφοδίων στον Ρασίντ Αλή, επαναστάτη στο Ιράκ, αλλά οι Άγγλοι κατέστειλαν, 30 Μαΐου, την επανάσταση και ο Ρασίντ διέφυγε στην Τζέντα, με αποτέλεσμα να ματαιωθεί η μεταβίβαση! Την εξέλιξη του τουρκικού αιτήματος να της αποδοθούν τα νησιά από τον Χίτλερ, ο Γερμανός δικτάτορας ανήγγειλε στον Μουσολίνι τη 2α Ιουνίου 1941 στη διάσκεψη του Μπέννερ. Εξ άλλου, ενώ οι Τούρκοι παρίσταναν τους ουδέτερους στον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, ζητούσαν από τον Χίτλερ τα Δωδεκάνησα, την Κύπρο, τη Θεσσαλονίκη, δραστηριοποιώντας τον υπουργό Εξωτερικών Σουκρού Σαράτσογλου. Βέβαια η έκβαση του πολέμου ανέστειλε την τουρκική βουλιμία και η επιτήδεια χώρα πέτυχε άλλα αγαθά από τους νικητές, που συντηρούσαν τον εμφύλιο στην Ελλάδα με τα τανκς του Σκόμπυ, τις δυνάμεις του Βαν Φλήντ και τις διπλωματικές υπηρεσίες, με τις εσωτερικές συνωμοσίες και τις αναμείξεις ακόμα και στους σχηματισμούς κυβερνήσεων!
Δεν θέλουμε τον πόλεμο. Δεν τον επιδιώκουμε. Εξ ου και δεν αντιδράσαμε άμεσα με τις πολιτικές του κατευνασμού των κυβερνήσεών μας, αν και διαφωνούσαμε με τη χάραξη και τη συντήρησή τους, υποστηρίζοντας αρθρογραφικά ότι αποτελούσαν ολέθριες παγίδες για την ελληνική ύπαρξη στην Κύπρο και με λύπη βλέπαμε τα μειδιάματα ικανοποίησης των κερδοσκόπων που φούσκωναν τα μυαλά των κυβερνώντων στην απάθεια και την παρατεταμένη ύπνωση και την κώφωση στους ήχους των καμπάνων που σήμαιναν τους κινδύνους.
Δεν θέλουμε πόλεμο αλλά θα μας επιβληθεί. Και θα είμαστε υποχρεωμένοι να προετοιμαστούμε όσο μπορούμε για να τον αντιμετωπίσουμε. Για τα παιδιά μας. Για την πατρίδα μας. Για το ελληνικό μέλλον και την ελευθερία μας. Γι’ αυτό επανερχόμεθα αδιάκοπα και επαναλαμβάνουμε την αμεσότητα της ανάγκης εξοπλισμού άμυνας που θα μας επιτρέψει να στεκόμαστε στα πόδια μας και να αναπνέουμε. Χρειαζόμαστε κατεπειγόντως όπλα για την ύπαρξή μας. Και ο εν αποστρατεία αντιστράτηγος, τέως διοικητής της ΚΥΠ, Ανδρέας Πενταράς, απεκάλυψε προ ημερών από τηλεοράσεως, ότι στο Ταμείο Άμυνας υπάρχουν χρήματα συγκρότησης δυνάμεων αντιαεροπορίας και ναυτικού, ικανές να αντιμετωπίσουν τους κινδύνους που επισείει ο Ερντογάν για να μας εκφοβίσει. Και το ερώτημα εγείρεται, γιατί δεν αξιοποιήθηκε ακόμη αυτό το… θησαυροφυλάκιο; Και μια είδηση: Ενδιαφερόμενες αντίπαλες εταιρίες αντιμαχούν για την εξασφάλιση αντιπροσώπευσης του νέου αμυντικού συστήματος «ντρόουν». Προφανώς σκοπός είναι το κέρδος. Και ερωτάται: Μετά από τόσες πανωλεθρίες, δεν συνήλθε ακόμα η πολυχρονεμένη ζυριχική εξουσία και ενώπιον της τουρκικής κατοχής να ανακόψει, επί τέλους αυτή την κατάρα της κερδοσκοπίας που πατά την Κύπρο στο βάθος της εμπορίας των πολεμικών όπλων που είναι η αχίλλειος πτέρνα της άμυνας και της επιβίωσης του Κυπριακού Ελληνισμού; Χρειάζεται αράγε να ανακαλύψουμε έναν Πλαστήρα του 2022 για να σωθούμε από την εκμετάλλευση των ιερών και οσίων των αδίστακτων εμπόρων της πατρίδας; Είναι λογικά και ιστορικά αναπόφευκτη η σύγκρουση με την παράνοια μέχρι παραφροσύνης εμμονή του Ερντογάν που οδηγεί στον πόλεμο. Κι ας μην ακούσουμε από τους οπαδούς της οπισθοχώρησης ότι ο κατευνασμός είναι επιλογή των «φίλων» μας. Αυτοί οι «φίλοι» είναι που μας κατάντησαν ζητιάνους της ελεύθερης υπόστασής μας που αποτελεί στόχο των τουρκικών κανονιών. Δεν μας συμπαραστάθηκαν το ’74. Μας αρνήθηκαν υποστήριξη στην Ευρωπαϊκή Ένωση όταν κρούαμε τον κώδωνα του κινδύνου. Ούτε προηγουμένως στάθηκαν δίπλα μας, όταν με τα λιανοτούφεκα και τα κυνηγετικά αντιμετωπίζαμε την επερχόμενη λαίλαπα. Όταν βλέπαμε τις φάλαγγες του κόσμου μας να τρέχουν μακριά από τον θάνατο και τον βιασμό της Κερύνειας, της Καρπασίας, της Αμμοχώστου, της Μεσαορίας, της βόρειας Λευκωσίας. Δεν μας συμπαραστάθηκαν στο κλάμα του Πενταδακτύλου, στις κραυγές του Αγίου Ιλαρίωνα, στην οδύνη της Γιαλούσας, στα δάκρυα του Ριζοκαρπάσου, στις φωνές βοήθειας του Βαρωσιού. Σώπαιναν και οι αδελφοί τύπου Μπονάνου και Γαλατσάνου και πήγαιναν να κοιμηθούν όταν οι Τούρκοι έσφαζαν, βίαζαν και βύθιζαν στον Άδη την ιδιαίτερη πατρίδα μας.
Δεν είμαστε φιλοπόλεμοι αλλά θα πολεμήσουμε. Και για να πολεμήσουμε χρειαζόμαστε τον αναγκαίο οπλισμό που θα εξασφαλίσει η κυβέρνηση των δρόμων, των λεωφόρων και των κερδοσκόπων… Και απευθύνομαι στους υποψηφίους της προεδρίας με την παρότρυνση του Βενιζέλου στη διασυμμαχική διάσκεψη του Σπα: «Η Τουρκία μίαν γλώσσα καταλαμβαίνει. Την γλώσσα της ήττας!».
* Πρόεδρος των Συνδέσμων Αγωνιστών ΕΟΚΑ.
ΠΗΓΗ: Φιλελεύθερος
Διεθνή
Προειδοποίηση της Ελβετίας: Το υψηλό ευρωπαϊκό χρέος θα μπορούσε να πυροδοτήσει μια κρίση του ευρώ
Τα αυξανόμενα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη και πέραν αυτής εγκυμονούν κινδύνους για την οικονομική σταθερότητα και θα μπορούσαν να πυροδοτήσουν μια κρίση του ευρώ, δήλωσε την Παρασκευή η Ελβετίδα υπουργός Οικονομικών, Κάριν Κέλερ-Σούτερ.
Τα αυξανόμενα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη και πέραν αυτής εγκυμονούν κινδύνους για την οικονομική σταθερότητα και θα μπορούσαν να πυροδοτήσουν μια κρίση του ευρώ, δήλωσε την Παρασκευή η Ελβετίδα υπουργός Οικονομικών, Κάριν Κέλερ-Σούτερ.
Μιλώντας στον ελβετικό δημόσιο ραδιοτηλεοπτικό φορέα SRF, στην Μπανγκόκ —στο περιθώριο των ετήσιων συναντήσεων του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου και της Παγκόσμιας Τράπεζας—, η Κέλερ-Σούτερ ανέφερε ότι και οι τιμές της ενέργειας εντείνουν τις ανησυχίες μεταξύ των υπευθύνων χάραξης πολιτικής.
Η Ελβετία διαθέτει ένα από τα χαμηλότερα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη, ωστόσο η Κέλερ-Σούτερ τόνισε ότι, στο τρέχον περιβάλλον, είναι σημαντικό να εξετάζεται η ευρύτερη εικόνα.
«Είμαστε τόσο στενά διασυνδεδεμένοι σε διεθνές επίπεδο, ώστε καθιστάμεθα επίσης ευάλωτοι, για παράδειγμα, στην περίπτωση που προκύψει κρίση χρέους εξαιτίας του δημόσιου χρέους μεγάλων χωρών. Σκέφτομαι συγκεκριμένα τις Ηνωμένες Πολιτείες, αλλά και την Ευρώπη. Υπάρχει η περίπτωση της Γαλλίας — κάτι που θα μπορούσε να οδηγήσει σε κρίση του ευρώ», δήλωσε η Κέλερ-Σούτερ στο δίκτυο SRF.
Το δημόσιο χρέος της Γαλλίας, τα δημοσιονομικά ελλείμματα και η υποτονική οικονομική ανάπτυξη έχουν εντείνει τις ανησυχίες για την κατάσταση των δημόσιων οικονομικών της, καθώς ο πολιτικός κατακερματισμός έχει καταστήσει πιο περίπλοκες τις προσπάθειες δημοσιονομικής εξυγίανσης.
Αναλύσεις
Η Κίνα βρίσκει δρόμο που παρακάμπτει το Πακιστάν – Ο διάδρομος Ουαχάν αλλάζει τις γεωπολιτικές ισορροπίες
Μία νέα οδική αρτηρία μήκους 121 χιλιομέτρων στο βορειοανατολικό Αφγανιστάν δημιουργεί τις προϋποθέσεις για απευθείας χερσαία σύνδεση με την Κίνα, χωρίς διέλευση από το Πακιστάν. Η ολοκλήρωση του δρόμου στον ιστορικό διάδρομο Ουαχάν αποκτά ιδιαίτερη γεωπολιτική σημασία, καθώς το Πεκίνο αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα ασφαλείας με τις επενδύσεις του στο Πακιστάν, ενώ η Καμπούλ επιδιώκει να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ.
Μία σημαντική εξέλιξη στις χερσαίες μεταφορές και στις γεωπολιτικές ισορροπίες της Κεντρικής Ασίας καταγράφεται στο Αφγανιστάν, με την ολοκλήρωση νέου δρόμου στον στρατηγικής σημασίας διάδρομο Ουαχάν.
Σύμφωνα με ανάλυση του Imran Khurshid που δημοσιεύθηκε στις 9 Οκτωβρίου 2026 στο Asia Times, οι αφγανικές αρχές εγκαινίασαν οδική διαδρομή 121 χιλιομέτρων, η οποία εκτείνεται από την περιοχή Μπρογκίλ έως τα σύνορα με την Κίνα, στην επαρχία Μπανταχσάν.
Το έργο κόστισε περίπου 365 εκατομμύρια αφγάνι, ποσό που αντιστοιχεί σε περίπου 5,5 εκατομμύρια δολάρια.
Κατά τις αφγανικές ανακοινώσεις, κατασκευάστηκε από ντόπιους μηχανικούς και εργαζομένους, χωρίς τη συμμετοχή ξένων τεχνικών συμβούλων.
Η νέα διαδρομή φθάνει στα σινοαφγανικά σύνορα. Αυτό, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι λειτουργεί ήδη πλήρης διεθνής εμπορευματικός διάδρομος, καθώς εξακολουθούν να υπάρχουν σημαντικοί τεχνικοί και συνοριακοί περιορισμοί.
Γιατί ο διάδρομος Ουαχάν έχει στρατηγική σημασία
Ο διάδρομος Ουαχάν αποτελεί μια στενή λωρίδα αφγανικού εδάφους ανάμεσα στο Τατζικιστάν, το Πακιστάν και την Κίνα.
Η γεωγραφική του διαμόρφωση συνδέεται με τον ανταγωνισμό της Βρετανικής και της Ρωσικής Αυτοκρατορίας κατά τον 19ο αιώνα.
Η περιοχή διατηρήθηκε ως ζώνη διαχωρισμού των δύο αυτοκρατορικών σφαιρών επιρροής, αποτελώντας ένα από τα χαρακτηριστικότερα γεωγραφικά κατάλοιπα του λεγόμενου «Μεγάλου Παιχνιδιού».
Σήμερα, η ίδια περιοχή αποκτά νέα σημασία, αυτή τη φορά λόγω της προσπάθειας σύνδεσης της Κίνας με το Αφγανιστάν και ευρύτερα με την Κεντρική Ασία.
Ο δρόμος ανοίγει τη δυνατότητα δημιουργίας μιας εναλλακτικής οδού μεταφορών, περιορίζοντας δυνητικά την ανάγκη διέλευσης από το πακιστανικό έδαφος.
Το πρόβλημα της Κίνας με τον οικονομικό διάδρομο CPEC
Το ενδιαφέρον της εξέλιξης εντοπίζεται κυρίως στην προσπάθεια του Πεκίνου να περιορίσει την εξάρτησή του από ευάλωτες υποδομές.
Ο Οικονομικός Διάδρομος Κίνας–Πακιστάν, γνωστός ως CPEC, αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα προγράμματα της κινεζικής πρωτοβουλίας Belt and Road.
Μέσω του συγκεκριμένου σχεδίου, η Κίνα επιχειρεί να ενισχύσει τις εμπορικές και ενεργειακές συνδέσεις της με τη Νότια Ασία και την Αραβική Θάλασσα.
Ωστόσο, η υλοποίηση των έργων έχει αντιμετωπίσει σοβαρές δυσκολίες.
Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, οργανώσεις αυτονομιστών έχουν πραγματοποιήσει επανειλημμένες επιθέσεις εναντίον κινεζικών συμφερόντων, εγκαταστάσεων και εργαζομένων.
Οι επιθέσεις αυτές έχουν επιβαρύνει την ασφάλεια των υποδομών και έχουν αυξήσει το κόστος προστασίας των κινεζικών επενδύσεων.
Παράλληλα, έχουν διατυπωθεί καταγγελίες για καθυστερήσεις, κακοδιαχείριση και προβλήματα διαφάνειας σε επιμέρους προγράμματα του CPEC.
Η εδαφική διαμάχη με την Ινδία
Μια επιπλέον γεωπολιτική δυσκολία συνδέεται με τη διέλευση του CPEC από το Γκιλγκίτ–Μπαλτιστάν.
Η περιοχή διοικείται από το Πακιστάν, αλλά διεκδικείται από την Ινδία, στο πλαίσιο της ευρύτερης διαμάχης για το Κασμίρ.
Το Νέο Δελχί έχει αντιταχθεί επανειλημμένα σε έργα που διέρχονται από εδάφη τα οποία θεωρεί τμήμα της δικής του επικράτειας.
Αυτό σημαίνει ότι ο οικονομικός διάδρομος Κίνας–Πακιστάν δεν αποτελεί μόνο αναπτυξιακό πρόγραμμα, αλλά συνδέεται με μία από τις πιο ευαίσθητες εδαφικές αντιπαραθέσεις της Ασίας.
Η δημιουργία εναλλακτικών διαδρομών μέσω του Αφγανιστάν θα μπορούσε μακροπρόθεσμα να προσφέρει στο Πεκίνο μεγαλύτερη ευελιξία.
Δεν υπάρχει, πάντως, ένδειξη ότι ο δρόμος του Ουαχάν μπορεί σήμερα να αντικαταστήσει τις μεγάλες μεταφορικές υποδομές του CPEC.
Η Καμπούλ επιχειρεί να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ
Για την κυβέρνηση των Ταλιμπάν, το έργο έχει και μία σαφή πολιτική διάσταση.
Το Αφγανιστάν εξαρτάται σε σημαντικό βαθμό από συνοριακές διαβάσεις και μεταφορικούς άξονες που περνούν από το Πακιστάν.
Οι επανειλημμένες εντάσεις ανάμεσα στις δύο χώρες έχουν προκαλέσει κλείσιμο συνοριακών περασμάτων, διακοπές εμπορικών ροών και επιβάρυνση της αφγανικής οικονομίας.
Μια εναλλακτική χερσαία διέξοδος προς την Κίνα θα μπορούσε, εφόσον αναπτυχθεί και καταστεί λειτουργική, να μειώσει τη δυνατότητα του Πακιστάν να χρησιμοποιεί τη γεωγραφική του θέση ως μέσο πίεσης προς την Καμπούλ.
Η αφγανική πλευρά αντιμετωπίζει το έργο ως σημαντική υποδομή οικονομικής και στρατηγικής αυτονομίας.
Η στάση της Κίνας και της Ρωσίας
Παρά την προοπτική άμεσης σύνδεσης, το Πεκίνο δεν έχει εγκαταλείψει τον οικονομικό διάδρομο CPEC ούτε έχει ανακοινώσει ότι ο Ουαχάν θα τον αντικαταστήσει.
Η Κίνα εξακολουθεί να διατηρεί σημαντικά οικονομικά και στρατηγικά συμφέροντα στο Πακιστάν.
Αντίστοιχα, η Ρωσία ενδιαφέρεται για τη σταθερότητα του Αφγανιστάν και για την ανάπτυξη νέων δικτύων επικοινωνίας στην Κεντρική Ασία.
Η δημιουργία περισσότερων επιλογών διασύνδεσης ενδέχεται να περιορίσει την αποκλειστική σημασία ορισμένων παραδοσιακών μεταφορικών διαδρομών.
Η πραγματική αξία του Ουαχάν θα εξαρτηθεί από τη βελτίωση των οδικών υποδομών, τη λειτουργία συνοριακών και τελωνειακών εγκαταστάσεων, τις καιρικές συνθήκες και τις πολιτικές αποφάσεις της Κίνας.
Το μήνυμα προς το Πακιστάν
Η νέα διαδρομή αναδεικνύει μια σημαντική γεωπολιτική πραγματικότητα: η γεωγραφική θέση ενός κράτους προσφέρει στρατηγικά πλεονεκτήματα, αλλά η αξιοποίησή τους εξαρτάται από την ασφάλεια και την αξιοπιστία των μεταφορικών του δικτύων.
Το Πακιστάν εξακολουθεί να αποτελεί κρίσιμο εταίρο της Κίνας, ιδιαίτερα στο πλαίσιο του CPEC.
Ταυτόχρονα, όμως, η αστάθεια, οι επιθέσεις σε κινεζικά συμφέροντα και οι αντιπαραθέσεις με το Αφγανιστάν δημιουργούν κίνητρα αναζήτησης εναλλακτικών επιλογών.
Ο διάδρομος Ουαχάν δεν έχει ακόμη μετατραπεί σε μεγάλο εμπορικό πέρασμα. Η κατασκευή του δρόμου, ωστόσο, καταδεικνύει ότι το Αφγανιστάν επιχειρεί να αποκτήσει πρόσθετες διεθνείς συνδέσεις και ότι η αποκλειστική εξάρτηση από το Πακιστάν δεν αποτελεί πλέον τη μοναδική γεωγραφική επιλογή.
Για το Ισλαμαμπάντ, η εξέλιξη αποτελεί μια νέα στρατηγική παράμετρο που θα πρέπει να συνυπολογίσει στις σχέσεις του με το Πεκίνο και την Καμπούλ.
Διεθνή
Γερμανία: Το ρωσικό φυσικό αέριο επιστρέφει έμμεσα μέσω των λιπασμάτων, παρά τους ευρωπαϊκούς δασμούς
Οι εισαγωγές ρωσικών αζωτούχων λιπασμάτων μειώθηκαν κατά 66% το 2025-2026, αλλά παραμένουν 53% υψηλότερες από τα επίπεδα πριν από τον πόλεμο στην Ουκρανία.
Το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία διατηρεί ανταγωνιστικά τα ρωσικά προϊόντα, σύμφωνα με στοιχεία που δημοσίευσε η Berliner Zeitung. Η Γερμανία εξακολουθεί να συνδέεται εμπορικά με το ρωσικό φυσικό αέριο, παρά τις ευρωπαϊκές προσπάθειες περιορισμού της ενεργειακής εξάρτησης από τη Μόσχα.
Αυτή τη φορά, η σύνδεση δεν αφορά αποκλειστικά την άμεση προμήθεια φυσικού αερίου, αλλά τις εισαγωγές λιπασμάτων που παράγονται με τη χρήση ρωσικού αερίου ως πρώτης ύλης και πηγής ενέργειας. Σύμφωνα με δημοσίευμα της γερμανικής εφημερίδας, που βασίζεται σε στοιχεία του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου και του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι εισαγωγές αζώτου μέσω ρωσικών λιπασμάτων μειώθηκαν σημαντικά κατά το 2025-2026. Ωστόσο, εξακολουθούν να βρίσκονται πάνω από τα επίπεδα που καταγράφονταν πριν από τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία.
Τα στοιχεία των εισαγωγών και η σύγκριση με την προπολεμική περίοδο
Το 2025-2026, η Γερμανία εισήγαγε 48.800 τόνους αζώτου μέσω λιπασμάτων ρωσικής προέλευσης. Η ποσότητα αυτή είναι μειωμένη κατά περίπου 66% σε σύγκριση με το προηγούμενο έτος, αλλά παραμένει κατά 53% υψηλότερη από τους 31.800 τόνους που είχαν καταγραφεί το 2020-2021, πριν από τον πόλεμο.
Η εξέλιξη των εισαγωγών δείχνει πόσο έντονη ήταν η αύξηση μετά το 2022. Το 2021-2022 οι εισαγωγές έφτασαν τους 56.800 τόνους αζώτου, ενώ το 2022-2023 εκτοξεύθηκαν στους 185.100 τόνους. Στη συνέχεια καταγράφηκαν 140.200 τόνοι το 2023-2024 και 143.800 τόνοι το 2024-2025, προτού σημειωθεί η μεγάλη υποχώρηση της τελευταίας περιόδου. Τα στοιχεία αφορούν την ποσότητα του αζώτου που περιέχεται στα εισαγόμενα λιπάσματα και όχι το συνολικό βάρος των προϊόντων.
Τα λιπασματικά έτη υπολογίζονται από τον Ιούλιο έως τον Ιούνιο. Η ποσότητα αζώτου που εισήχθη στη Γερμανία μέσω ρωσικής ουρίας μειώθηκε από 71.600 τόνους σε 27.600 τόνους, καταγράφοντας πτώση άνω του 61%. Παρά τη μείωση, η ποσότητα εξακολουθεί να είναι σχεδόν τριπλάσια από τους 9.900 τόνους του 2020-2021. Η συγκεκριμένη εξέλιξη αναδεικνύει το βασικό πρόβλημα της ευρωπαϊκής πολιτικής περιορισμού των εμπορικών δεσμών με τη Ρωσία. Ακόμη και όταν περιορίζονται οι εισαγωγές συγκεκριμένων προϊόντων, οι οικονομικές σχέσεις μπορούν να διατηρούνται μέσω άλλων κατηγοριών αγαθών, ιδιαίτερα όταν αυτά έχουν χαμηλότερο κόστος παραγωγής.
Γιατί οι ρωσικές εισαγωγές παραμένουν ανταγωνιστικές
Καθοριστικός παράγοντας είναι το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία και στην υπόλοιπη Ευρώπη. Η παραγωγή αζωτούχων λιπασμάτων απαιτεί μεγάλες ποσότητες φυσικού αερίου, το οποίο χρησιμοποιείται τόσο ως πρώτη ύλη όσο και ως πηγή ενέργειας. Σύμφωνα με τον Σύνδεσμο Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι ευρωπαϊκοί δασμοί, που τέθηκαν σε ισχύ τον Ιούλιο του 2025, περιόρισαν σημαντικά τις εισαγωγές ρωσικών λιπασμάτων. Ωστόσο, δεν εξάλειψαν το ανταγωνιστικό πλεονέκτημα των ρωσικών προϊόντων. Ο σύνδεσμος επισημαίνει ότι οι υψηλές τιμές ενέργειας δυσκολεύουν τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις να αυξήσουν την εγχώρια παραγωγή και να καλύψουν μεγαλύτερο μέρος των αναγκών της αγοράς. Ως αποτέλεσμα, τα ρωσικά λιπάσματα εξακολουθούν να παραμένουν ελκυστικά, ακόμη και μετά την επιβολή πρόσθετων δασμών.
Παράλληλα, σύμφωνα με τον IVA, είναι πιθανό ορισμένες ποσότητες ρωσικών προϊόντων να φτάνουν στη γερμανική αγορά μέσω άλλων κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το μέγεθος αυτών των έμμεσων εισαγωγών, ωστόσο, δεν μπορεί να προσδιοριστεί με ακρίβεια από τα διαθέσιμα στοιχεία.
Δεν αποδίδονται οι αυξήσεις των τιμών αποκλειστικά στους δασμούς
Το ζήτημα έχει άμεση σημασία για τους Γερμανούς αγρότες, καθώς το κόστος των λιπασμάτων επηρεάζει την παραγωγή και, τελικά, την οικονομική βιωσιμότητα των καλλιεργειών. Ο IVA υποστηρίζει ότι η μείωση των ρωσικών εισαγωγών δεν έχει προκαλέσει μέχρι στιγμής σαφή αύξηση των τιμών εξαιτίας των δασμών. Σύμφωνα με τον σύνδεσμο, η εγχώρια παραγωγική δυναμικότητα και οι εισαγωγές από άλλες χώρες, μεταξύ των οποίων η Αίγυπτος, επαρκούν για την κάλυψη των αναγκών της αγοράς. Την ίδια στιγμή, ο σύνδεσμος αποδίδει τις υψηλές τιμές των λιπασμάτων το 2026 στις διεθνείς ενεργειακές αναταράξεις, στον πόλεμο με το Ιράν και στην κρίση γύρω από τα Στενά του Ορμούζ, παράγοντες που επηρεάζουν το κόστος μεταφοράς και τις παγκόσμιες τιμές ενέργειας και λιπασμάτων.
Οι εκτιμήσεις αυτές αποτελούν τις θέσεις του κλαδικού συνδέσμου και δεν συνιστούν από μόνες τους ανεξάρτητη αξιολόγηση όλων των παραγόντων που διαμορφώνουν τις τιμές.
Νέες πιέσεις για περιορισμό των ρωσικών εισαγωγών
Με αφορμή τα στοιχεία, ο IVA ζητά να εξεταστεί η επιβολή πρόσθετων δασμών στις εισαγωγές καλιούχων λιπασμάτων από τη Ρωσία και τη Λευκορωσία. Το κάλιο αποτελεί βασικό θρεπτικό στοιχείο για τις καλλιέργειες και αντιπροσωπεύει μια ακόμη κατηγορία προϊόντων στην οποία η ευρωπαϊκή αγορά διατηρεί εμπορικές σχέσεις με τις δύο χώρες.
Ο σύνδεσμος εκτιμά ότι η ευρωπαϊκή βιομηχανία μπορεί να καλύψει τις ανάγκες της γεωργίας χωρίς να εξαρτάται από τις συγκεκριμένες εισαγωγές και υποστηρίζει ότι πρόσθετοι δασμοί δεν θα πρέπει να οδηγήσουν αναγκαστικά σε αυξήσεις τιμών. Η συζήτηση, ωστόσο, αποτυπώνει το ευρύτερο δίλημμα της ευρωπαϊκής οικονομικής πολιτικής. Η μείωση της εξάρτησης από τη Ρωσία απαιτεί όχι μόνο εμπορικούς περιορισμούς, αλλά και ανταγωνιστική εγχώρια παραγωγή, προσιτό ενεργειακό κόστος και εναλλακτικές πηγές προμήθειας.
Τα δεδομένα της γερμανικής αγοράς δείχνουν ότι οι δασμοί μπορούν να περιορίσουν σημαντικά τις εισαγωγές, χωρίς όμως να εξαλείψουν αυτομάτως τις οικονομικές σχέσεις που στηρίζονται σε διαφορές κόστους παραγωγής. Για τη Γερμανία και την Ευρωπαϊκή Ένωση, η πρόκληση παραμένει η εξισορρόπηση τριών στόχων: της ενεργειακής και οικονομικής ασφάλειας, της στήριξης της εγχώριας βιομηχανίας και της διατήρησης προσιτού κόστους για τον αγροτικό τομέα.
Με πληροφορίες του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA) και του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου.
-
Αναλύσεις1 μήνα πρινΤο τελεσίγραφο Καλίν την ώρα που η Τουρκία προετοιμάζεται για πόλεμο!
-
Άμυνα3 μήνες πρινΡωσσικό ΜΜΕ: Ελληνικό «μπλόκο» στην απαίτηση για Patriot – Πώς γνωρίζει το Κίεβο απόρρητα στοιχεία για τους πυραύλους μας;
-
ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΜΕ ΣΗΜΑΣΙΑ3 μήνες πρινΠακιστανός με καναδική υπηκοότητα ο υπαίτιος της πυρκαγιάς στον Έβρο! Πιθανόν να μετέφερε μετανάστες
-
GEOPOLITICO1 μήνα πρινΤο διέρρευσε ο Παπαχελάς! Έφεραν τον Καλίν στο Μαξίμου – Τί συζήτησε με τον Μητσοτάκη;
-
Αναλύσεις2 μήνες πρινΚαραγκιούλ: «Αν Ελλάδα, Κύπρος και Ισραήλ επιτεθούν στην Τουρκία, ο χάρτης του Αιγαίου θα αλλάξει»
-
ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΜΕ ΣΗΜΑΣΙΑ2 μήνες πρινΞέσπασμα της μητέρας της Μυρτούς για την υπόθεση Τζαβέντ Ασλάμ: «Δεν ξεχνώ ποτέ» – «Δήμαρχος των Πακιστανών ο Δούκας»
-
GEOPOLITICO4 εβδομάδες πρινΤί λέει Τούρκος δημοσιογράφος για Σάββα Καλεντερίδη; «Έκανε πολύ καλά τη δουλειά του για τη χώρα του – Δεν μπορούσε να τον στριμώξει η ΜİΤ»
-
Αναλύσεις3 μήνες πρινΕάν η Τουρκία απορρίψει τη συμφωνία αποχώρησης από την Κύπρο θα απομακρυνθεί δια της βίας

