Ακολουθήστε μας

Διεθνή

1922 – Τα αναπάντητα ερωτήματα της καταστροφής: Ηταν εφικτή μία επιχείρηση του ελληνικού στρατού στον Πόντο;

Δημοσιεύτηκε στις

Οι συνεχείς εκκλήσεις των Ποντίων, οι κατά καιρούς θέσεις της ελληνικής πολιτικής και στρατιωτικής ηγεσίας και η αρνητική στάση των συμμάχων

Ενας από τους προβληµατισµούς που διατυπώνονται συχνά για τη Μικρασιατική Εκστρατεία είναι η σχέση του Ελ. Βενιζέλου και των μετανοεμβριανών κυβερνήσεων με τον ποντιακό Ελληνισμό.

Οι συνθήκες που προέκυψαν στη διάρκεια και με το τέλος του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου –ιδιαίτερα η αποδυνάμωση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας– ήταν φυσικό να απασχολήσουν τους Ελληνες του Πόντου, οι οποίοι άρχισαν να σκέφτονται την προοπτική ενός ανεξάρτητου ποντιακού κράτους. Εξάλλου, από το 1914 είχαν αρχίσει οι διώξεις εναντίον τους, ενώ τη διετία 1916-1918 η περιοχή είχε καταληφθεί από τη Ρωσία.

Η «Προσωρινή Κυβέρνησις της Τραπεζούντας», η οποία δημιουργήθηκε το 1916 με ηγέτη τον μητροπολίτη Χρύσανθο, μπορεί να είχε σχετικά σύντομη διάρκεια ζωής, εντατικοποίησε όμως τις διεργασίες μεταξύ των Ποντίων και ισχυροποίησε την ιδέα περί ανεξάρτητου ποντιακού κράτους. Την ίδια περίοδο άρχισαν να δημιουργούνται ανταρτικές ομάδες, που όμως στερούνταν εξοπλισμού και ηγεσίας. Το πρόβλημα της ενίσχυσής τους ετίθετο εκ των πραγμάτων.

Ωστόσο, όταν οι εκπρόσωποι των Ελλήνων Ποντίων ζήτησαν από την κυβέρνηση Βενιζέλου βοήθεια (και στρατό), συνάντησαν την άρνησή του. Εν τω μεταξύ εντείνονταν οι διώξεις. Αυτή η κατάσταση επικρατούσε στις αρχές του 1919, όταν στα παράλια του Πόντου εμφανίστηκαν ελληνικά πολεμικά πλοία στο πλαίσιο της συμμαχικής επιχείρησης ανατροπής των μπολσεβίκων. Λίγο αργότερα (Μάιος 1919) ο Κεμάλ θα αποβιβαστεί στη Σαμψούντα.

Στις αρχές του 1919, επίσης, ξεκινούσε στο Παρίσι η Διάσκεψη Ειρήνης, στην οποία ο Χρύσανθος συμμετείχε ως μέλος της πατριαρχικής αντιπροσωπείας. Εκεί ο Βενιζέλος έθετε ως προτεραιότητα τη Σμύρνη, τα νησιά του ανατολικού Αιγαίου, τα Δωδεκάνησα, τη Θράκη και τη Βόρεια Ηπειρο – όχι όμως την Κωνσταντινούπολη, την Κύπρο και τον Πόντο· θεωρούσε ότι δεν θα εξασφάλιζε συμμαχική υποστήριξη για κάτι τέτοιο.

Ο Ελληνας πρωθυπουργός προέκρινε τον σχηματισμό αυτόνομου ποντιακού κράτους σε συνεργασία με τους Αρμενίους, κάτι που προκάλεσε την αντίδραση των ποντιακών οργανώσεων. Θα παραμείνει σε αυτή τη θέση ακόμη και όταν θα λάβει υπομνήματα που θεωρούσαν σκόπιμη την αποστολή Ελλήνων στρατιωτών στον Πόντο, καθώς οι διώξεις εναντίον των Ελλήνων εκεί είχαν κλιμακωθεί, ή όταν τον ενημέρωναν (Ιανουάριος 1920) για την ύπαρξη χιλιάδων Ποντίων μαχητών που μπορούσαν να στραφούν εναντίον των δυνάμεων του Κεμάλ.

Η στάση του φαίνεται να αλλάζει αργότερα· είμαστε όμως ήδη στα 1920 και πλέον από τον Νοέμβριο στην εξουσία βρίσκονται οι αντιβενιζελικές κυβερνήσεις, οι οποίες δείχνουν επιφυλακτικότητα απέναντι στο ενδεχόμενο επιχειρήσεων στον Πόντο. Την ίδια χρονιά και οι σύμμαχοι φαίνεται πως αντιλήφθηκαν τη σημασία μιας στρατιωτικής επέμβασης στον Πόντο.

Εύλογο, συνεπώς, το ερώτημα στο οποίο απαντούν τρεις ιστορικοί: Γιατί δεν ενώθηκε ο ελληνικός στρατός με τους αντάρτες του Πόντου πριν αποβιβαστεί ο Κεμάλ στη Σαμψούντα. Ηταν, και μέχρι πότε, δυνατή μια στρατιωτική επιχείρηση στον Πόντο;

Αδύνατη μια αυτόνομη ελληνική επιχείρηση

1922 – Τα αναπάντητα ερωτήματα της καταστροφής: Ηταν εφικτή μία επιχείρηση του ελληνικού στρατού στον Πόντο;-1

Ο απολογισμός της Μικρασιατικής Εκστρατείας σήμερα δείχνει ότι κατά τη διάρκειά της εκπέμπονταν διαφορετικά έως και αντιφατικά μηνύματα προς τους συμμάχους, άλλα προς τον Ελληνισμό Μικράς Ασίας, Ανατολικής Θράκης και Πόντου, άλλα προς τους μαχόμενους στρατιώτες και άλλα προς τους πολίτες του ελληνικού κράτους. Μέσα σε αυτή τη ρευστότητα το ενδεχόμενο στρατιωτικής ελληνικής αποστολής στον Πόντο υπήρχε ως φήμη, παρά την επιφυλακτικότητα του Βενιζέλου σε αυτό και παρά την άρνηση των Δυνάμεων. Καθοριστικό έτος για την εκστρατεία ήταν το 1920, τόσο λόγω των κινήσεων που έγιναν, δηλαδή η επέκταση ζώνης ελληνικού ελέγχου στη Μικρά Ασία, η εγκατάσταση ελληνικών δυνάμεων στην Ανατολική Θράκη αλλά και η ανεπίσημη πρόταση για επιχειρήσεις στον Πόντο. Σημαντικό επίσης το 1920 και λόγω της μεγάλης ανατροπής που επέφερε η ήττα του Ελευθερίου Βενιζέλου στις εκλογές του Νοεμβρίου.

Ο Πόντος και η δυτική Μαύρη Θάλασσα κυρίως αποτέλεσαν ναυτική περιοχή συμμαχικού ενδιαφέροντος κατά τη διάρκεια προσπάθειας ανάσχεσης των μπολσεβίκων το 1919. Ετσι εξηγείται η ελληνική στρατιωτική παρουσία, μέσω των δεκαεπτά ελληνικών πολεμικών πλοίων που ενεπλάκησαν σε πολεμικές περιπολίες, πάντοτε υπό συμμαχική διοίκηση και διεύθυνση και όχι σε πρωτοβουλία της Ελλάδας για δράση αυτόνομη στην περιοχή.

Τον Νοέμβριο του 1920 στην προσπάθεια περιορισμού του Κεμάλ εκ μέρους των Βρετανών, φαίνεται ότι διατυπώνεται πρόταση για επιχειρήσεις ξηράς στον Πόντο. Να σημειώσουμε ότι ο Κεμάλ έχει αποβιβαστεί στα μέσα Μαΐου 1919 στη Σαμψούντα και από εκεί έχει ξεκινήσει την πολεμική και επαναστατική διαδικασία.

Η πρόταση για τον Πόντο, κατά τα ευρεθέντα έγγραφα, έγινε στον στρατηγό Δημήτριο Καθενιώτη και μεταφέρεται μέσω επιστολής στον Βενιζέλο στις 28 Νοεμβρίου 1920, οκτώ ημέρες μετά την εκλογική ήττα.

Στην επιστολή αναφέρεται ότι οι Βρετανοί προτείνουν τη συγκρότηση ελληνικής μονάδας αριθμού 15.000 ανδρών, χωρίς όμως την άμεση και επίσημη εμπλοκή του ελληνικού κράτους. Η μονάδα θα στελεχωνόταν αρχικώς ανεπισήμως από στρατολογικές κλάσεις του ελληνικού κράτους και στη συνέχεια από επιστράτευση που θα πραγματοποιούνταν μεταξύ των τάξεων της ελληνικής κοινότητας του Πόντου.

Στις μονάδες θα ηγούντο ικανοί πολεμικά αξιωματικοί βενιζελικών φρονημάτων, οι οποίοι ήδη αποπέμπονταν από τη φιλοβασιλική κυβέρνηση που είχε κυριαρχήσει μετεκλογικά στην Αθήνα.

1922 – Τα αναπάντητα ερωτήματα της καταστροφής: Ηταν εφικτή μία επιχείρηση του ελληνικού στρατού στον Πόντο;-2
Ο μητροπολίτης Τραπεζούντος Χρύσανθος, πρωταγωνιστική μορφή του κινήματος για αυτοδιάθεση. Φωτ. ΚΕΝΤΡΟ ΜΙΚΡΑΣΙΑΤΙΚΩΝ ΣΠΟΥΔΩΝ, ΑΘΗΝΑ

Παρατηρούμε ότι η βρετανική ανεπίσημη πρόταση αφορά τη διατήρηση σε όφελος των σκοπών της Βρετανικής Αυτοκρατορίας του βενιζελικού πολεμικού μηχανισμού που αποπέμπει σταδιακά η κυβέρνηση Αθηνών, όπως επίσης την ανάγκη των Βρετανών να αντιμετωπιστεί ο Κεμάλ εγκαίρως.

Ασχέτως του εάν η βρετανική πρόταση-σκέψη που μεταφέρει ο Καθενιώτης στον Βενιζέλο ήταν στο στάδιο πραγματοποίησης, εάν ήταν δηλαδή επίσημη και μελετημένη, διακρίνουμε τρία βασικά στοιχεία. Το ένα αφορά το στρατιωτικό ενδιαφέρον που έχουν οι ακτές του Πόντου, δεύτερο είναι η εμπιστοσύνη που διατηρούσαν οι Βρετανοί στους βενιζελικούς αξιωματικούς λόγω συνυπηρεσίας που είχαν από την αρχή του πολέμου.

Το τρίτο είναι και το σημαντικότερο, αφού αντιλαμβανόμαστε εκ των υστέρων ότι τα ελληνικά τμήματα, προκειμένου να δρέψουν καρπούς νίκης υπέρ της Ελλάδας όφειλαν να κινούνται προς υποστήριξη των συμμαχικών στόχων. Μια λογική που αποδέχθηκε και εφάρμοσε ο Βενιζέλος και που έφερε όφελος στην Ελλάδα τη μεγάλη επέκταση των συνόρων. Μια πολιτική που δεν χειρίστηκαν αποτελεσματικά οι αντίπαλοί του, είτε γιατί δεν την πίστευαν από την αρχή είτε γιατί ο Παγκόσμιος Πόλεμος είχε πλέον τελειώσει και η στάση των Δυνάμεων στην Ανατολή άλλαζε ραγδαία εις βάρος των ελληνικών συμφερόντων.

Αρα το ενδεχόμενο ελληνικής πολεμικής αποστολής στον Πόντο θα είχε προοπτική μόνο εάν οι ελληνικές δυνάμεις συνέτρεχαν τις συμμαχικές, για τους γεωπολιτικούς στόχους των τελευταίων, με παράπλευρο το όποιο όφελος των ελληνικών κοινοτήτων εκεί.

Από τη στιγμή που η όποια ελληνική πολεμική ενέργεια στον Πόντο δεν προτάθηκε και δεν έγινε έως τον Νοέμβριο του 1920, ήταν αδύνατον να γίνει στη συνέχεια.

Από τον Δεκέμβριο του 1920 η ελληνική κυβέρνηση και ο στρατός μπήκαν σε έναν αγώνα δρόμου να ικανοποιήσουν τους συμμάχους καταστρέφοντας τις δυνάμεις του Κεμάλ για να διατηρήσουν οι σύμμαχοι τον έλεγχο της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Το όφελος για το ελληνικό πλαίσιο θα ήταν η επιβίωση της παρουσίας της Ελλάδας στη Μικρά Ασία.

Η αυτόνομη κίνηση του ελληνικού στρατού στη νότια και ανατολική ακτή της Μαύρης Θάλασσας, όπου ήταν συγκεντρωμένες οι, σε ευμάρεια, ελληνικές κοινότητες του Πόντου, ήταν αδύνατη αφού ο βρετανικός έλεγχος των Στενών των Δαρδανελίων καθιστούσε απαγορευτικό τον πλου ελληνικών πολεμικών πλοίων προς υποστήριξη της ενδεχόμενης ελληνικής αποβατικής δύναμης.

Οι επιχειρήσεις μέσω των ορεινών ή ημιορεινών διαβάσεων προς την ακτή του Πόντου δεν μπορούσαν να πραγματοποιηθούν, αφενός διότι δεν εξυπηρετούσαν τους συμμάχους, αλλά και γιατί ο Πόντος ήταν πολύ μακρύτερα από την Ελλάδα σε σχέση με τα παράλια της Ιωνίας και σε σχέση με την Ανατολική Θράκη.

Ακόμη, ο όγκος του στρατού στην Ιωνία δεν αρκούσε για τις εκεί επιχειρήσεις, πόσο μάλλον για την επέκταση, εκατοντάδες χιλιόμετρα μακρύτερα από τους αντικειμενικούς σκοπούς του ελληνικού στρατού στην εκστρατεία. Οσο για την ύπαρξη Ελλήνων Ποντίων ανταρτών στα βουνά του Πόντου, δεν ευτύχησαν να συμπολεμήσουν με τον ελληνικό στρατό, παραμένοντας μόνοι τους ως ο θρύλος του ένοπλου ελληνισμού της Ανατολής.

* Ο κ. Τάσος Σακελλαρόπουλος είναι υπεύθυνος των Ιστορικών Αρχείων του Μουσείου Μπενάκη.

1922 – Τα αναπάντητα ερωτήματα της καταστροφής: Ηταν εφικτή μία επιχείρηση του ελληνικού στρατού στον Πόντο;-3
Η κεντρική πλατεία της Τραπεζούντας, γνωστή ως «Γκιαούρ Μεϊντάν». Οι Νεότουρκοι ξεκίνησαν την εφαρμογή της γενοκτονικής πολιτικής τους στον Πόντο το 1914 (πηγή: «Εύξεινος Πόντος – Φωτογραφικό λεύκωμα των αδελφών Κακούλη», Ιστορική και Εθνολογική Εταιρεία της Ελλάδος, Αθήνα 2010).
1922 – Τα αναπάντητα ερωτήματα της καταστροφής: Ηταν εφικτή μία επιχείρηση του ελληνικού στρατού στον Πόντο;-4
Αποψη της Σινώπης σε επιστολικό δελτάριο των αρχών του 20ού αι. Φωτ. ΣΥΛΛΟΓΗ Α. Σ. ΜΑΪΛΗ
1922 – Τα αναπάντητα ερωτήματα της καταστροφής: Ηταν εφικτή μία επιχείρηση του ελληνικού στρατού στον Πόντο;-5
Ο καπετάν Ιάκωβος (Μεταλλίδης), οπλαρχηγός στην περιοχή της Σεβάστειας. Φωτ. ΚΕΝΤΡΟ ΜΙΚΡΑΣΙΑΤΙΚΩΝ ΣΠΟΥΔΩΝ, ΑΘΗΝΑ

Ο Βενιζέλος απέρριψε όλα τα αιτήματα των Ποντίων

Οι Νεότουρκοι ξεκίνησαν την εφαρμογή της γενοκτονικής πολιτικής τους στον Πόντο από την άνοιξη του 1914. Αυτή προσέλαβε νέες διαστάσεις μετά την είσοδο της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας στον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, το φθινόπωρο του ιδίου έτους. Οι Πόντιοι δημιούργησαν τις πρώτες, ανεπαρκώς εξοπλισμένες, ομάδες αυτοπροστασίας, λίγο αργότερα. Αυτές αγωνίστηκαν με θάρρος και έσωσαν πολλούς αμάχους, αλλά ήταν διεσπαρμένες σε ένα ευρύ μέτωπο και εστερούντο μιας ευρέως αποδεκτής ηγεσίας. Προς τούτο, ζητούσαν συνεχώς ενίσχυση από την Αθήνα, την οποία απέρριψαν τόσο ο Βενιζέλος όσο και οι αντίπαλοί του.

Μετά τον τερματισμό του πολέμου, ο έφεδρος αξιωματικός Χρυσόστομος Καραΐσκος έφθασε στη Σαμψούντα για να οργανώσει στην ύπαιθρο της πόλεως τις αντάρτικες ομάδες σε συνεργασία με γηγενείς οπλαρχηγούς. Επετέλεσε ένα αξιοσημείωτο έργο, αλλά δυστυχώς οι εισηγήσεις του αγνοήθηκαν, ενώ η έκκλησή του για την αποστολή στους αντάρτες οπλισμού απερρίφθη.

Τον Αύγουστο του 1919 κατεγράφησαν 21 ανταρτικές ομάδες, απαρτιζόμενες από 3.000 ενόπλους μόνο στη Σαμψούντα. Τον Σεπτέμβριο του 1919, το 2ο Γραφείο συνέταξε μία έκθεση για τον υπουργό Στρατιωτικών. Οι Ελληνες επιτελείς υποστήριζαν την άποψη ότι ήταν εφικτή η διεξαγωγή μίας επιχειρήσεως εξοπλισμού των Ποντίων ανταρτών. Αργότερα απεφασίσθη η συγκρότηση μίας μεραρχίας, αποτελούμενης από Ποντίους πρόσφυγες. Ο Βενιζέλος απέρριψε όλα τα σχέδια με το τηλεγράφημα που έστειλε από το Παρίσι την 31η Οκτωβρίου 1919. Τον Ιανουάριο 1920 επεδόθη στον Βενιζέλο ένα υπόμνημα εκπροσώπων του Ποντιακού Ελληνισμού, στο οποίο δηλωνόταν η ύπαρξη 20.000 Ποντίων μαχητών, έτοιμων να κτυπήσουν τους κεμαλικούς εκ των νώτων. Ο πρωθυπουργός της Ελλάδος δεν μετέβαλε πολιτική.

Ο Κων. Σαχινίδης έγραψε ότι ο Κρητικός πολιτικός «επέδειξε παγερή αδιαφορία και πλήρη εγκατάλειψη του Πόντου… Στις εκκλήσεις για τον εξοπλισμό των Ελλήνων ανταρτών η Ελλάδα έδειχνε σταθερά αρνητική στάση… Μάλιστα, μετά την (ανακωχή του Μούδρου)…, στις εκκλήσεις των Ελλήνων του Πόντου για βοήθεια ο Βενιζέλος τους συνιστούσε να επιδείξουν νομιμοφροσύνη στην τουρκική εξουσία. Αντί, όμως, να στείλει βοήθεια στους Ελληνες του Πόντου, όπου η Γενοκτονία των Ελλήνων και οι σφαγές από τους Τούρκους αποκορυφώνονταν…, ο Ελ. Βενιζέλος, στις 6 Ιανουαρίου 1919 έστειλε εκστρατευτικό σώμα… στην Κριμαία και στην Οδησσό της Ουκρανίας… Μάλιστα, η εμπλοκή του ελληνικού στρατού στις επιχειρήσεις (αυτές)… έγινε αιτία να δεχθεί διωγμούς από τους Ρώσσους και ένα μεγάλο μέρος των ντόπιων κατοίκων ελληνικής καταγωγής…».1

Λίγο μετά, όμως, ο ίδιος αναφέρει ότι ο Βενιζέλος είχε ζητήσει από τους Αγγλους την άδεια για να μεταφέρει στρατιωτικά τμήματα των Ποντίων στο αγγλοκρατούμενο Βατούμ. Επίσης, πρότεινε τη συγκρότηση μονάδων που θα βοηθούσαν τους Αγγλους στην τήρηση της τάξεως. Και στις δύο περιπτώσεις η απάντηση του Λονδίνου ήταν αρνητική. Ο Σαχινίδης σημειώνει ότι «ο Βενιζέλος αντί να αγνοήσει τις βρεταννικές αντιδράσεις, εγκατέλειψε κάθε προσπάθεια και έστειλε μόνο λίγες εκατοντάδες τυφεκίων στους Πόντιους μαχητές». Πάντως, ο Κρητικός πολιτικός και άλλες φορές απέρριψε την αποστολή ελληνικού στρατού στον Πόντο,2 καθώς πίστευε ότι δεν θα συγκέντρωνε διεθνή υποστήριξη.

Τα ελληνικά τμήματα, προκειμένου να δρέψουν καρπούς νίκης υπέρ της Ελλάδας, όφειλαν να κινούνται προς υποστήριξη των συμμαχικών στόχων.

Μετά την εκλογική νίκη των αντιβενιζελικών, η ελληνική αντιπροσωπεία στη Συνδιάσκεψη του Λονδίνου (τον Φεβρουάριο 1921) πρότεινε στους Βρετανούς την προέλαση του ελληνικού στρατού μέχρι την Αγκυρα. Το σχέδιο αυτό θα υποστηριζόταν ενδεχοµένως από µία απόβαση ελληνικών στρατευμάτων στον Πόντο και κάθοδό τους από εκεί στη Σεβάστεια και το Ερζερούµ. Το Λονδίνο απέρριψε κατηγορηματικά την πρόταση.

Αργότερα, ο μητροπολίτης Αμασείας Γερμανός Καραβαγγέλης συνάντησε τον πρωθυπουργό Δημ. Γούναρη, ζητώντας του να στείλει ένα σύνταγμα στρατού στην Αμισό προκειμένου να συνεργαστεί με τους Ποντίους αντάρτες. Η πολιτικοστρατιωτική ηγεσία, όμως, απέρριψε την πρόταση λόγω των δυσκολιών του εγχειρήματος. Ο Σαχινίδης γράφει3 ότι «την ίδια στιγμή ο Ελ. Βενιζέλος έστελνε τηλεγραφήματα στους Ελληνες πολιτικούς από το Παρίσι, όπου ήταν αυτοεξόριστος, για να μην αλλάξουν τα στρατιωτικά τους σχέδια και να μην ξεφύγουν από τα όρια που είχαν παραχωρηθεί με τη Συνθήκη των Σεβρών».

Τον Αύγουστο του 1921, άλλοι Πόντιοι συνάντησαν τον αρχιστράτηγο της Στρατιάς Μ. Ασίας Αναστάσιο Παπούλα, με αίτημα την αποστολή ενός συντάγματος πεζικού και μίας ταξιαρχίας ιππικού στην περιοχή του Τόπσαμ. Επιπλέον, του ζήτησαν όπως συντονίσει τις ενέργειες των δυνάμεών του με αυτές των Ποντίων ανταρτών. Ο Παπούλας αρνήθηκε να δεσμευθεί, επικαλούμενος αναρμοδιότητα. Αν και απογοητευμένοι, του προσέφεραν 3.960 χρυσές λίρες που είχαν συγκεντρωθεί με έρανο από τους κατοίκους του Τόπσαμ προς ενίσχυση του ελληνικού στρατού. Δυστυχώς, αυτή ήταν η τελευταία σοβαρή προσπάθεια συνεργασίας του ελληνικού στρατού με τους Ποντίους αντάρτες.

1. Κων. Σαχινίδης, «Ο Ελληνισμός του Πόντου και η Γενοκτονία», τ. Β΄, περ. «ΑΕΡΟΠΟΡΙΚΗ ΕΠΙΘΕΩΡΗΣΗ», τ. 109, Απρίλιος 2017, σ.σ. 82-121, (σ.σ. 101-102).

2. Βλέπε το βιβλίο υπό τον τίτλο «Ο Ελληνισμός του Πόντου» των εκδόσεων Λειμών.

3. Κων. Σαχινίδης, τ. Β΄, σελ 103.

* Ο κ. Ιωάννης Σ. Παπαφλωράτος είναι νομικός – διεθνολόγος, διδάκτωρ Ιστορίας του Πανεπιστημίου Αθηνών, καθηγητής στρατιωτικών σχολών.

Η απόφαση για αποστολή στρατού ήρθε αργά

1922 – Τα αναπάντητα ερωτήματα της καταστροφής: Ηταν εφικτή μία επιχείρηση του ελληνικού στρατού στον Πόντο;-6

Η έκρηξη του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου στάθηκε αφορμή για τη χάραξη επί χάρτου νέων εδαφικών ορίων. Ιδιαίτερα στον χώρο της Μικράς Ασίας και της Μέσης Ανατολής οι επίδοξοι μνηστήρες ήταν πολλοί και ιδιαίτερα φιλόδοξοι. Σε περίπτωση νίκης των δυνάμεων της Αντάντ, η Οθωμανική Αυτοκρατορία θα διαλυόταν. Με βάση αυτό το δεδομένο οι Ρώσοι εποφθαλμιούσαν την Κωνσταντινούπολη, οι Γάλλοι την Κιλικία, οι Βρετανοί ορέγονταν τα εδάφη έως την Περσία, ενώ η Αρμενία επιθυμούσε την αυτονομία της. Ολα τα παραπάνω σχεδιάζονταν ήδη από το 1914 και εκφράσθηκαν σε διάφορες παραλλαγές, στις οποίες μετά το 1915 συμμετείχαν και οι Ιταλοί που επιθυμούσαν την περιοχή της Αττάλειας.

Και οι Ελληνες; Tι χώρος είχε απομείνει για τις δικές τους διεκδικήσεις μετά το καλοκαίρι του 1917, όταν η Αθήνα εισήλθε στον πόλεμο λόγω της προσωρινής εκτόνωσης του Εθνικού Διχασμού εξαιτίας της επικράτησης του Ελ. Βενιζέλου έναντι του βασιλιά Κωνσταντίνου; Οι ελληνικές διεκδικήσεις στη Μικρά Ασία εκφράσθηκαν με τον πιο επίσημο τρόπο από τον πρωθυπουργό της χώρας Ελευθέριο Βενιζέλο, τον Φεβρουάριο του 1919, στο Συνέδριο της Ειρήνης στο Παρίσι. Σύμφωνα με τον ίδιο, η Ελλάδα διεκδικούσε το βιλαέτι της Σμύρνης, τα νησιά του Ανατολικού Αιγαίου, τα Δωδεκάνησα, τη Βόρεια Ηπειρο και το σύνολο της Θράκης. Ο Ελληνας πρωθυπουργός είχε αποφύγει να κάνει οποιαδήποτε αναφορά στην Κωνσταντινούπολη, στον Πόντο και την Κύπρο, για διαφορετικούς κάθε φορά λόγους.

Ο Πόντος ήταν μια ιδιαίτερη περιοχή. Με γεωγραφικά όρια που εκτείνονταν από το Βατούμ έως τη Σινώπη, είχε ως βασικό χαρακτηριστικό το εκτεταμένο παράλιο μέτωπο στον βορρά, όπου αναπτύχθηκαν μια σειρά από πλούσιες αστικές κοινότητες και την οροσειρά του Παρυάδρου (Ποντιακές Αλπεις) που τον διατέμνει από τα ανατολικά προς τα δυτικά. Αυτό το ιδιαίτερο γεωγραφικό ανάγλυφο προσδιόρισε σε μεγάλο βαθμό την ίδια την ιστορική εξέλιξη της περιοχής, αλλά και την τύχη των πληθυσμών της. Ο ιστορικός Πόντος δικαιολογημένα συγκινούσε τους Ελληνες, αφού ήδη από την αρχαιότητα μια σειρά από μύθους είχαν φροντίσει να τον εντάξουν στην ελληνική πολιτισμική παράδοση.

Οι εδαφικές ανακατατάξεις στην ευρύτερη περιοχή ήταν λογικό να μην αφήσουν ασυγκίνητους τους Ελληνες Ποντίους. Στη διάρκεια του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου σχηματίσθηκε η «Προσωρινή Κυβέρνησις της Τραπεζούντας» με επικεφαλής τον μητροπολίτη Χρύσανθο και μέλη της σημαντικές προσωπικότητες της πόλης. Η δημιουργία της προσωρινής κυβέρνησης συνέπεσε χρονικά με την προσάρτηση της περιοχής στη Ρωσική Αυτοκρατορία, τον Απρίλιο του 1916. Η προσωρινή κυβέρνηση διατηρήθηκε για δύο χρόνια, ενώ πρώτος Ελληνας κυβερνήτης διορίσθηκε ο Κωνσταντίνος Θεοφύλακτος. Ομως η καθεστωτική αλλαγή στη Ρωσία, με την επικράτηση των μπολσεβίκων, συνοδεύθηκε από ανακατάληψη των περιοχών του Πόντου από τις οθωμανικές στρατιωτικές δυνάμεις τον Φεβρουάριο του 1918 και από πρόσκαιρη αναβολή των ποντιακών σχεδίων για αυτονομία.

Την ίδια περίοδο εντάθηκαν οι ιδεολογικές ζυμώσεις και στους κόλπους των Ελλήνων Ποντίων της διασποράς. Μιλώντας ενώπιον του Παμποντιακού Συνεδρίου, που πραγματοποιήθηκε στη Μασσαλία στις 22 Ιανουαρίου – 4 Φεβρουαρίου 1918, ο πρόεδρος της ποντιακής οργάνωσης Μασσαλίας, Κ.Γ. Κωνσταντινίδης υποστήριξε πως είχε φτάσει η ώρα της ανεξαρτησίας. Τον Ιούνιο του 1919 στο κατεχόμενο από τους Βρετανούς Βατούμ πραγματοποιήθηκε η πρώτη συγκέντρωση του Διαρκούς Γενικού Συμβουλίου των Ποντίων Ελλήνων, η οποία εξέλεξε το Εθνικό Συμβούλιο του Πόντου με απώτερο στόχο τη δημιουργία ανεξάρτητου κράτους.

Πρωταγωνιστική μορφή του ποντιακού κινήματος για αυτοδιάθεση αναδείχθηκε ο Μητροπολίτης Τραπεζούντας Χρύσανθος Φιλιππίδης. Ο δυναμικός ιεράρχης πραγματοποίησε σειρά επαφών με ηγετικές προσωπικότητες της ευρωπαϊκής διπλωματίας, παρευρέθη μάλιστα στη Διάσκεψη των Παρισίων το 1919 προκειμένου να υποστηρίξει τις διεκδικήσεις του ποντιακού Ελληνισμού. Ο Χρύσανθος υπέβαλε στη Διάσκεψη υπόμνημα, με το οποίο ζητούσε την ίδρυση «Αυτόνομου Ελληνικού Κράτους» στον Πόντο, περιοχή στην οποία κατοικούσαν «άνω των 600.000 Ελλήνων, εις τους οποίους δέον να προστεθώσιν αι 250.000 Ελληνες, οίτινες κατέφυγον εις Καύκασον και την νότιον Ρωσίαν, μεταναστεύσαντες από του 1880 ως πρόσφυγες ένεκα της κακής διοικήσεως των Τούρκων». Ο Χρύσανθος βρήκε θερμό υποστηρικτή στο πρόσωπο του φιλελεύθερου Αμερικανού Προέδρου Χένρι Ουίλσον, χωρίς ωστόσο να αποσπάσει καμία γραπτή δέσμευση για τη βοήθειά του, αφού φαίνεται πως πραγματική επιδίωξη των Αμερικανών ήταν η διατήρηση της εδαφικής ακεραιότητας της Τουρκίας.

Σ’ ένα άλλο επίπεδο διπλωματικών επαφών ο Χρύσανθος ήρθε σε επικοινωνία με τον Ελληνα πρωθυπουργό Ελευθέριο Βενιζέλο, ώστε να καθορίσουν από κοινού τη στάση τους. Ο Βενιζέλος προέκρινε αρχικά τον σχηματισμό ενός αυτόνομου ποντιακού κράτους σε συνεργασία με τους Αρμενίους, καθώς πίστευε ότι ο κατακερματισμός της περιοχής σε μικρές κρατικές οντότητες δεν θα ήταν βιώσιμος. Η στάση του εκείνη προκάλεσε την οξεία κριτική των ποντιακών οργανώσεων. Τότε ο Βενιζέλος απέστειλε στην περιοχή τον συνταγματάρχη Δημήτριο Καθενιώτη και τον διπλωμάτη Ιωάννη Σταυριδάκη προκειμένου να διαγνώσουν εκ του σύνεγγυς την κατάσταση. Λίγους μήνες αργότερα τα υπομνήματα των Καθενιώτη και Σταυριδάκη θεωρούσαν επιβεβλημένη την αποστολή Ελλήνων στρατιωτών στον Πόντο, αφού το οξύ προσφυγικό ζήτημα και οι διώξεις εναντίον των Ελλήνων από τους Τούρκους απειλούσαν την ίδια την επιβίωση των ελληνικών πληθυσμών. Με γνώμονα τις προαναφερόμενες εκθέσεις, τις συνεχείς πιέσεις από τις ποντιακές οργανώσεις και την αποτυχία συνεννόησης με τους Αρμενίους, το φθινόπωρο του 1920 ο Βενιζέλος μετέβαλε τελικώς άποψη και διέγνωσε ως μόνη βιώσιμη λύση τη σύσταση μιας ανεξάρτητης Ποντιακής Δημοκρατίας, σχεδίαζε μάλιστα στρατιωτική επιχείρηση του ελληνικού στρατού στην περιοχή. Ηταν όμως αργά. Η καθεστωτική μεταβολή την επαύριον των εκλογών του Νοεμβρίου του 1920 και η ανάδειξη μιας αντιβενιζελικής κυβέρνησης στην Ελλάδα ματαίωσαν οριστικά τα σχέδιά του.

Ο Πόντος, η «βαθιά Ελλάδα» των μεσαιωνικών χρονικογράφων, όπως εν τέλει και η περιοχή της Μικράς Ασίας, δεν κατόρθωσε να ενσωματωθεί στο ελληνικό κράτος. Συμπεριλήφθηκε όμως στο συλλογικό μας υποσυνείδητο μέσα από τα τραγούδια, τους χορούς και τις ανεξίτηλες μνήμες που διασώθηκαν και μεταφέρονται από γενιά σε γενιά.

* Ο κ. Ιάκωβος Δ. Μιχαηλίδης είναι καθηγητής Νεότερης και Σύγχρονης Ιστορίας στο ΑΠΘ.

Είναι ο άγνωστος Χ, αλλά φυσικό πρόσωπο που βοηθάει στην παραγωγή ειδήσεων στο Geopolitico.gr, αλλά και τη δημιουργία βίντεο στο κανάλι του Σάββα Καλεντερίδη. Πολλοί τον χαρακτηρίζουν ως ανθρώπινο αλγόριθμο λόγω του όγκου των δεδομένων και πληροφοριών που αφομοιώνει καθημερινώς. Είναι καταδρομέας με ειδικότητα Χειριστή Ασυρμάτων Μέσων.

Συνέχεια ανάγνωσης

Διεθνή

Προειδοποίηση της Ελβετίας: Το υψηλό ευρωπαϊκό χρέος θα μπορούσε να πυροδοτήσει μια κρίση του ευρώ

Τα αυξανόμενα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη και πέραν αυτής εγκυμονούν κινδύνους για την οικονομική σταθερότητα και θα μπορούσαν να πυροδοτήσουν μια κρίση του ευρώ, δήλωσε την Παρασκευή η Ελβετίδα υπουργός Οικονομικών, Κάριν Κέλερ-Σούτερ.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Τα αυξανόμενα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη και πέραν αυτής εγκυμονούν κινδύνους για την οικονομική σταθερότητα και θα μπορούσαν να πυροδοτήσουν μια κρίση του ευρώ, δήλωσε την Παρασκευή η Ελβετίδα υπουργός Οικονομικών, Κάριν Κέλερ-Σούτερ.

Μιλώντας στον ελβετικό δημόσιο ραδιοτηλεοπτικό φορέα SRF, στην Μπανγκόκ —στο περιθώριο των ετήσιων συναντήσεων του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου και της Παγκόσμιας Τράπεζας—, η Κέλερ-Σούτερ ανέφερε ότι και οι τιμές της ενέργειας εντείνουν τις ανησυχίες μεταξύ των υπευθύνων χάραξης πολιτικής.

Η Ελβετία διαθέτει ένα από τα χαμηλότερα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη, ωστόσο η Κέλερ-Σούτερ τόνισε ότι, στο τρέχον περιβάλλον, είναι σημαντικό να εξετάζεται η ευρύτερη εικόνα.

«Είμαστε τόσο στενά διασυνδεδεμένοι σε διεθνές επίπεδο, ώστε καθιστάμεθα επίσης ευάλωτοι, για παράδειγμα, στην περίπτωση που προκύψει κρίση χρέους εξαιτίας του δημόσιου χρέους μεγάλων χωρών. Σκέφτομαι συγκεκριμένα τις Ηνωμένες Πολιτείες, αλλά και την Ευρώπη. Υπάρχει η περίπτωση της Γαλλίας — κάτι που θα μπορούσε να οδηγήσει σε κρίση του ευρώ», δήλωσε η Κέλερ-Σούτερ στο δίκτυο SRF.

Το δημόσιο χρέος της Γαλλίας, τα δημοσιονομικά ελλείμματα και η υποτονική οικονομική ανάπτυξη έχουν εντείνει τις ανησυχίες για την κατάσταση των δημόσιων οικονομικών της, καθώς ο πολιτικός κατακερματισμός έχει καταστήσει πιο περίπλοκες τις προσπάθειες δημοσιονομικής εξυγίανσης.

 

Συνέχεια ανάγνωσης

Αναλύσεις

Η Κίνα βρίσκει δρόμο που παρακάμπτει το Πακιστάν – Ο διάδρομος Ουαχάν αλλάζει τις γεωπολιτικές ισορροπίες

Μία νέα οδική αρτηρία μήκους 121 χιλιομέτρων στο βορειοανατολικό Αφγανιστάν δημιουργεί τις προϋποθέσεις για απευθείας χερσαία σύνδεση με την Κίνα, χωρίς διέλευση από το Πακιστάν. Η ολοκλήρωση του δρόμου στον ιστορικό διάδρομο Ουαχάν αποκτά ιδιαίτερη γεωπολιτική σημασία, καθώς το Πεκίνο αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα ασφαλείας με τις επενδύσεις του στο Πακιστάν, ενώ η Καμπούλ επιδιώκει να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Μία σημαντική εξέλιξη στις χερσαίες μεταφορές και στις γεωπολιτικές ισορροπίες της Κεντρικής Ασίας καταγράφεται στο Αφγανιστάν, με την ολοκλήρωση νέου δρόμου στον στρατηγικής σημασίας διάδρομο Ουαχάν.

Σύμφωνα με ανάλυση του Imran Khurshid που δημοσιεύθηκε στις 9 Οκτωβρίου 2026 στο Asia Times, οι αφγανικές αρχές εγκαινίασαν οδική διαδρομή 121 χιλιομέτρων, η οποία εκτείνεται από την περιοχή Μπρογκίλ έως τα σύνορα με την Κίνα, στην επαρχία Μπανταχσάν.

Το έργο κόστισε περίπου 365 εκατομμύρια αφγάνι, ποσό που αντιστοιχεί σε περίπου 5,5 εκατομμύρια δολάρια.

Κατά τις αφγανικές ανακοινώσεις, κατασκευάστηκε από ντόπιους μηχανικούς και εργαζομένους, χωρίς τη συμμετοχή ξένων τεχνικών συμβούλων.

Η νέα διαδρομή φθάνει στα σινοαφγανικά σύνορα. Αυτό, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι λειτουργεί ήδη πλήρης διεθνής εμπορευματικός διάδρομος, καθώς εξακολουθούν να υπάρχουν σημαντικοί τεχνικοί και συνοριακοί περιορισμοί.

Γιατί ο διάδρομος Ουαχάν έχει στρατηγική σημασία

Ο διάδρομος Ουαχάν αποτελεί μια στενή λωρίδα αφγανικού εδάφους ανάμεσα στο Τατζικιστάν, το Πακιστάν και την Κίνα.

Η γεωγραφική του διαμόρφωση συνδέεται με τον ανταγωνισμό της Βρετανικής και της Ρωσικής Αυτοκρατορίας κατά τον 19ο αιώνα.

Η περιοχή διατηρήθηκε ως ζώνη διαχωρισμού των δύο αυτοκρατορικών σφαιρών επιρροής, αποτελώντας ένα από τα χαρακτηριστικότερα γεωγραφικά κατάλοιπα του λεγόμενου «Μεγάλου Παιχνιδιού».

Σήμερα, η ίδια περιοχή αποκτά νέα σημασία, αυτή τη φορά λόγω της προσπάθειας σύνδεσης της Κίνας με το Αφγανιστάν και ευρύτερα με την Κεντρική Ασία.

Ο δρόμος ανοίγει τη δυνατότητα δημιουργίας μιας εναλλακτικής οδού μεταφορών, περιορίζοντας δυνητικά την ανάγκη διέλευσης από το πακιστανικό έδαφος.

Το πρόβλημα της Κίνας με τον οικονομικό διάδρομο CPEC

Το ενδιαφέρον της εξέλιξης εντοπίζεται κυρίως στην προσπάθεια του Πεκίνου να περιορίσει την εξάρτησή του από ευάλωτες υποδομές.

Ο Οικονομικός Διάδρομος Κίνας–Πακιστάν, γνωστός ως CPEC, αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα προγράμματα της κινεζικής πρωτοβουλίας Belt and Road.

Μέσω του συγκεκριμένου σχεδίου, η Κίνα επιχειρεί να ενισχύσει τις εμπορικές και ενεργειακές συνδέσεις της με τη Νότια Ασία και την Αραβική Θάλασσα.

Ωστόσο, η υλοποίηση των έργων έχει αντιμετωπίσει σοβαρές δυσκολίες.

Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, οργανώσεις αυτονομιστών έχουν πραγματοποιήσει επανειλημμένες επιθέσεις εναντίον κινεζικών συμφερόντων, εγκαταστάσεων και εργαζομένων.

Οι επιθέσεις αυτές έχουν επιβαρύνει την ασφάλεια των υποδομών και έχουν αυξήσει το κόστος προστασίας των κινεζικών επενδύσεων.

Παράλληλα, έχουν διατυπωθεί καταγγελίες για καθυστερήσεις, κακοδιαχείριση και προβλήματα διαφάνειας σε επιμέρους προγράμματα του CPEC.

Η εδαφική διαμάχη με την Ινδία

Μια επιπλέον γεωπολιτική δυσκολία συνδέεται με τη διέλευση του CPEC από το Γκιλγκίτ–Μπαλτιστάν.

Η περιοχή διοικείται από το Πακιστάν, αλλά διεκδικείται από την Ινδία, στο πλαίσιο της ευρύτερης διαμάχης για το Κασμίρ.

Το Νέο Δελχί έχει αντιταχθεί επανειλημμένα σε έργα που διέρχονται από εδάφη τα οποία θεωρεί τμήμα της δικής του επικράτειας.

Αυτό σημαίνει ότι ο οικονομικός διάδρομος Κίνας–Πακιστάν δεν αποτελεί μόνο αναπτυξιακό πρόγραμμα, αλλά συνδέεται με μία από τις πιο ευαίσθητες εδαφικές αντιπαραθέσεις της Ασίας.

Η δημιουργία εναλλακτικών διαδρομών μέσω του Αφγανιστάν θα μπορούσε μακροπρόθεσμα να προσφέρει στο Πεκίνο μεγαλύτερη ευελιξία.

Δεν υπάρχει, πάντως, ένδειξη ότι ο δρόμος του Ουαχάν μπορεί σήμερα να αντικαταστήσει τις μεγάλες μεταφορικές υποδομές του CPEC.

Η Καμπούλ επιχειρεί να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ

Για την κυβέρνηση των Ταλιμπάν, το έργο έχει και μία σαφή πολιτική διάσταση.

Το Αφγανιστάν εξαρτάται σε σημαντικό βαθμό από συνοριακές διαβάσεις και μεταφορικούς άξονες που περνούν από το Πακιστάν.

Οι επανειλημμένες εντάσεις ανάμεσα στις δύο χώρες έχουν προκαλέσει κλείσιμο συνοριακών περασμάτων, διακοπές εμπορικών ροών και επιβάρυνση της αφγανικής οικονομίας.

Μια εναλλακτική χερσαία διέξοδος προς την Κίνα θα μπορούσε, εφόσον αναπτυχθεί και καταστεί λειτουργική, να μειώσει τη δυνατότητα του Πακιστάν να χρησιμοποιεί τη γεωγραφική του θέση ως μέσο πίεσης προς την Καμπούλ.

Η αφγανική πλευρά αντιμετωπίζει το έργο ως σημαντική υποδομή οικονομικής και στρατηγικής αυτονομίας.

Η στάση της Κίνας και της Ρωσίας

Παρά την προοπτική άμεσης σύνδεσης, το Πεκίνο δεν έχει εγκαταλείψει τον οικονομικό διάδρομο CPEC ούτε έχει ανακοινώσει ότι ο Ουαχάν θα τον αντικαταστήσει.

Η Κίνα εξακολουθεί να διατηρεί σημαντικά οικονομικά και στρατηγικά συμφέροντα στο Πακιστάν.

Αντίστοιχα, η Ρωσία ενδιαφέρεται για τη σταθερότητα του Αφγανιστάν και για την ανάπτυξη νέων δικτύων επικοινωνίας στην Κεντρική Ασία.

Η δημιουργία περισσότερων επιλογών διασύνδεσης ενδέχεται να περιορίσει την αποκλειστική σημασία ορισμένων παραδοσιακών μεταφορικών διαδρομών.

Η πραγματική αξία του Ουαχάν θα εξαρτηθεί από τη βελτίωση των οδικών υποδομών, τη λειτουργία συνοριακών και τελωνειακών εγκαταστάσεων, τις καιρικές συνθήκες και τις πολιτικές αποφάσεις της Κίνας.

Το μήνυμα προς το Πακιστάν

Η νέα διαδρομή αναδεικνύει μια σημαντική γεωπολιτική πραγματικότητα: η γεωγραφική θέση ενός κράτους προσφέρει στρατηγικά πλεονεκτήματα, αλλά η αξιοποίησή τους εξαρτάται από την ασφάλεια και την αξιοπιστία των μεταφορικών του δικτύων.

Το Πακιστάν εξακολουθεί να αποτελεί κρίσιμο εταίρο της Κίνας, ιδιαίτερα στο πλαίσιο του CPEC.

Ταυτόχρονα, όμως, η αστάθεια, οι επιθέσεις σε κινεζικά συμφέροντα και οι αντιπαραθέσεις με το Αφγανιστάν δημιουργούν κίνητρα αναζήτησης εναλλακτικών επιλογών.

Ο διάδρομος Ουαχάν δεν έχει ακόμη μετατραπεί σε μεγάλο εμπορικό πέρασμα. Η κατασκευή του δρόμου, ωστόσο, καταδεικνύει ότι το Αφγανιστάν επιχειρεί να αποκτήσει πρόσθετες διεθνείς συνδέσεις και ότι η αποκλειστική εξάρτηση από το Πακιστάν δεν αποτελεί πλέον τη μοναδική γεωγραφική επιλογή.

Για το Ισλαμαμπάντ, η εξέλιξη αποτελεί μια νέα στρατηγική παράμετρο που θα πρέπει να συνυπολογίσει στις σχέσεις του με το Πεκίνο και την Καμπούλ.

Συνέχεια ανάγνωσης

Διεθνή

Γερμανία: Το ρωσικό φυσικό αέριο επιστρέφει έμμεσα μέσω των λιπασμάτων, παρά τους ευρωπαϊκούς δασμούς

Δημοσιεύτηκε

στις

Οι εισαγωγές ρωσικών αζωτούχων λιπασμάτων μειώθηκαν κατά 66% το 2025-2026, αλλά παραμένουν 53% υψηλότερες από τα επίπεδα πριν από τον πόλεμο στην Ουκρανία.

Το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία διατηρεί ανταγωνιστικά τα ρωσικά προϊόντα, σύμφωνα με στοιχεία που δημοσίευσε η Berliner Zeitung. Η Γερμανία εξακολουθεί να συνδέεται εμπορικά με το ρωσικό φυσικό αέριο, παρά τις ευρωπαϊκές προσπάθειες περιορισμού της ενεργειακής εξάρτησης από τη Μόσχα.

Αυτή τη φορά, η σύνδεση δεν αφορά αποκλειστικά την άμεση προμήθεια φυσικού αερίου, αλλά τις εισαγωγές λιπασμάτων που παράγονται με τη χρήση ρωσικού αερίου ως πρώτης ύλης και πηγής ενέργειας. Σύμφωνα με δημοσίευμα της γερμανικής εφημερίδας, που βασίζεται σε στοιχεία του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου και του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι εισαγωγές αζώτου μέσω ρωσικών λιπασμάτων μειώθηκαν σημαντικά κατά το 2025-2026. Ωστόσο, εξακολουθούν να βρίσκονται πάνω από τα επίπεδα που καταγράφονταν πριν από τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία.

Τα στοιχεία των εισαγωγών και η σύγκριση με την προπολεμική περίοδο

Το 2025-2026, η Γερμανία εισήγαγε 48.800 τόνους αζώτου μέσω λιπασμάτων ρωσικής προέλευσης. Η ποσότητα αυτή είναι μειωμένη κατά περίπου 66% σε σύγκριση με το προηγούμενο έτος, αλλά παραμένει κατά 53% υψηλότερη από τους 31.800 τόνους που είχαν καταγραφεί το 2020-2021, πριν από τον πόλεμο.

Η εξέλιξη των εισαγωγών δείχνει πόσο έντονη ήταν η αύξηση μετά το 2022. Το 2021-2022 οι εισαγωγές έφτασαν τους 56.800 τόνους αζώτου, ενώ το 2022-2023 εκτοξεύθηκαν στους 185.100 τόνους. Στη συνέχεια καταγράφηκαν 140.200 τόνοι το 2023-2024 και 143.800 τόνοι το 2024-2025, προτού σημειωθεί η μεγάλη υποχώρηση της τελευταίας περιόδου. Τα στοιχεία αφορούν την ποσότητα του αζώτου που περιέχεται στα εισαγόμενα λιπάσματα και όχι το συνολικό βάρος των προϊόντων.

Τα λιπασματικά έτη υπολογίζονται από τον Ιούλιο έως τον Ιούνιο. Η ποσότητα αζώτου που εισήχθη στη Γερμανία μέσω ρωσικής ουρίας μειώθηκε από 71.600 τόνους σε 27.600 τόνους, καταγράφοντας πτώση άνω του 61%. Παρά τη μείωση, η ποσότητα εξακολουθεί να είναι σχεδόν τριπλάσια από τους 9.900 τόνους του 2020-2021. Η συγκεκριμένη εξέλιξη αναδεικνύει το βασικό πρόβλημα της ευρωπαϊκής πολιτικής περιορισμού των εμπορικών δεσμών με τη Ρωσία. Ακόμη και όταν περιορίζονται οι εισαγωγές συγκεκριμένων προϊόντων, οι οικονομικές σχέσεις μπορούν να διατηρούνται μέσω άλλων κατηγοριών αγαθών, ιδιαίτερα όταν αυτά έχουν χαμηλότερο κόστος παραγωγής.

Γιατί οι ρωσικές εισαγωγές παραμένουν ανταγωνιστικές

Καθοριστικός παράγοντας είναι το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία και στην υπόλοιπη Ευρώπη. Η παραγωγή αζωτούχων λιπασμάτων απαιτεί μεγάλες ποσότητες φυσικού αερίου, το οποίο χρησιμοποιείται τόσο ως πρώτη ύλη όσο και ως πηγή ενέργειας. Σύμφωνα με τον Σύνδεσμο Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι ευρωπαϊκοί δασμοί, που τέθηκαν σε ισχύ τον Ιούλιο του 2025, περιόρισαν σημαντικά τις εισαγωγές ρωσικών λιπασμάτων. Ωστόσο, δεν εξάλειψαν το ανταγωνιστικό πλεονέκτημα των ρωσικών προϊόντων. Ο σύνδεσμος επισημαίνει ότι οι υψηλές τιμές ενέργειας δυσκολεύουν τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις να αυξήσουν την εγχώρια παραγωγή και να καλύψουν μεγαλύτερο μέρος των αναγκών της αγοράς. Ως αποτέλεσμα, τα ρωσικά λιπάσματα εξακολουθούν να παραμένουν ελκυστικά, ακόμη και μετά την επιβολή πρόσθετων δασμών.

Παράλληλα, σύμφωνα με τον IVA, είναι πιθανό ορισμένες ποσότητες ρωσικών προϊόντων να φτάνουν στη γερμανική αγορά μέσω άλλων κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το μέγεθος αυτών των έμμεσων εισαγωγών, ωστόσο, δεν μπορεί να προσδιοριστεί με ακρίβεια από τα διαθέσιμα στοιχεία.

Δεν αποδίδονται οι αυξήσεις των τιμών αποκλειστικά στους δασμούς

Το ζήτημα έχει άμεση σημασία για τους Γερμανούς αγρότες, καθώς το κόστος των λιπασμάτων επηρεάζει την παραγωγή και, τελικά, την οικονομική βιωσιμότητα των καλλιεργειών. Ο IVA υποστηρίζει ότι η μείωση των ρωσικών εισαγωγών δεν έχει προκαλέσει μέχρι στιγμής σαφή αύξηση των τιμών εξαιτίας των δασμών. Σύμφωνα με τον σύνδεσμο, η εγχώρια παραγωγική δυναμικότητα και οι εισαγωγές από άλλες χώρες, μεταξύ των οποίων η Αίγυπτος, επαρκούν για την κάλυψη των αναγκών της αγοράς. Την ίδια στιγμή, ο σύνδεσμος αποδίδει τις υψηλές τιμές των λιπασμάτων το 2026 στις διεθνείς ενεργειακές αναταράξεις, στον πόλεμο με το Ιράν και στην κρίση γύρω από τα Στενά του Ορμούζ, παράγοντες που επηρεάζουν το κόστος μεταφοράς και τις παγκόσμιες τιμές ενέργειας και λιπασμάτων.

Οι εκτιμήσεις αυτές αποτελούν τις θέσεις του κλαδικού συνδέσμου και δεν συνιστούν από μόνες τους ανεξάρτητη αξιολόγηση όλων των παραγόντων που διαμορφώνουν τις τιμές.

Νέες πιέσεις για περιορισμό των ρωσικών εισαγωγών

Με αφορμή τα στοιχεία, ο IVA ζητά να εξεταστεί η επιβολή πρόσθετων δασμών στις εισαγωγές καλιούχων λιπασμάτων από τη Ρωσία και τη Λευκορωσία. Το κάλιο αποτελεί βασικό θρεπτικό στοιχείο για τις καλλιέργειες και αντιπροσωπεύει μια ακόμη κατηγορία προϊόντων στην οποία η ευρωπαϊκή αγορά διατηρεί εμπορικές σχέσεις με τις δύο χώρες.

Ο σύνδεσμος εκτιμά ότι η ευρωπαϊκή βιομηχανία μπορεί να καλύψει τις ανάγκες της γεωργίας χωρίς να εξαρτάται από τις συγκεκριμένες εισαγωγές και υποστηρίζει ότι πρόσθετοι δασμοί δεν θα πρέπει να οδηγήσουν αναγκαστικά σε αυξήσεις τιμών. Η συζήτηση, ωστόσο, αποτυπώνει το ευρύτερο δίλημμα της ευρωπαϊκής οικονομικής πολιτικής. Η μείωση της εξάρτησης από τη Ρωσία απαιτεί όχι μόνο εμπορικούς περιορισμούς, αλλά και ανταγωνιστική εγχώρια παραγωγή, προσιτό ενεργειακό κόστος και εναλλακτικές πηγές προμήθειας.

Τα δεδομένα της γερμανικής αγοράς δείχνουν ότι οι δασμοί μπορούν να περιορίσουν σημαντικά τις εισαγωγές, χωρίς όμως να εξαλείψουν αυτομάτως τις οικονομικές σχέσεις που στηρίζονται σε διαφορές κόστους παραγωγής. Για τη Γερμανία και την Ευρωπαϊκή Ένωση, η πρόκληση παραμένει η εξισορρόπηση τριών στόχων: της ενεργειακής και οικονομικής ασφάλειας, της στήριξης της εγχώριας βιομηχανίας και της διατήρησης προσιτού κόστους για τον αγροτικό τομέα.

Με πληροφορίες του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA) και του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου.

Συνέχεια ανάγνωσης

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ

Αναλύσεις8 λεπτά πριν

Γιατί το Πεντάγωνο ανησύχησε τόσο πολύ για τα βομβαρδιστικά B-1 στην Αγγλία

Το περιστατικό συμβολίζει τη σταδιακή υποχώρηση της αμερικανικής επιρροής και την αυξανόμενη αβεβαιότητα στο διεθνές περιβάλλον, όπου αντίπαλοι όπως το...

Άμυνα37 λεπτά πριν

Παρέλαση από το μέλλον: Τα υπερσύγχρονα συστήματα «Spyder» και «David’s Sling»

Η φετινή παρέλαση της 28ης Οκτωβρίου δεν θα έχει σχέση με τις προηγούμενες, αναφέρουν από το υπουργείο Εθνικής Αμυνας, καθώς...

Αναλύσεις1 ώρα πριν

Αντι-NAVTEX της Τουρκίας ανοιχτά της Καρπάθου μετά την ελληνική οδηγία για άσκηση

Η Άγκυρα απάντησε στην ελληνική NAVTEX για πολυεθνική άσκηση με αντι-οδηγία, αξιώνοντας δικαιοδοσία στην περιοχή ανοιχτά της Καρπάθου. Η Αθήνα...

Αναλύσεις2 ώρες πριν

Εγκολφόπουλος: «Δεν χρειάζεται καμία ενημέρωση της Τουρκίας για το καλώδιο»

Την πεποίθηση ότι η ηλεκτρική διασύνδεση Ελλάδας–Κύπρου θα προχωρήσει στην προβλεπόμενη διαδρομή, χωρίς να απαιτείται ενημέρωση ή συναίνεση της Τουρκίας,...

Αναλύσεις2 ώρες πριν

Η «σύγκρουση» στην κορυφή της ΕΕ και «Made in Europe» στην Τουρκία

Όταν όμως και σήμερα, πολιτειακοί αξιωματούχοι (Κυβέρνησης και Βουλής) σε Κύπρο κι Ελλάδα προωθούν την «θετική ατζέντα» προς την Τουρκία,...

Δημοφιλή