Ακολουθήστε μας

Ιστορία - Πολιτισμός

1922 – Τα αναπάντητα ερωτήματα της καταστροφής: Ηταν εφικτή μία επιχείρηση του ελληνικού στρατού στον Πόντο;

Δημοσιεύτηκε στις

Οι συνεχείς εκκλήσεις των Ποντίων, οι κατά καιρούς θέσεις της ελληνικής πολιτικής και στρατιωτικής ηγεσίας και η αρνητική στάση των συμμάχων

Ενας από τους προβληµατισµούς που διατυπώνονται συχνά για τη Μικρασιατική Εκστρατεία είναι η σχέση του Ελ. Βενιζέλου και των μετανοεμβριανών κυβερνήσεων με τον ποντιακό Ελληνισμό.

Οι συνθήκες που προέκυψαν στη διάρκεια και με το τέλος του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου –ιδιαίτερα η αποδυνάμωση της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας– ήταν φυσικό να απασχολήσουν τους Ελληνες του Πόντου, οι οποίοι άρχισαν να σκέφτονται την προοπτική ενός ανεξάρτητου ποντιακού κράτους. Εξάλλου, από το 1914 είχαν αρχίσει οι διώξεις εναντίον τους, ενώ τη διετία 1916-1918 η περιοχή είχε καταληφθεί από τη Ρωσία.

Η «Προσωρινή Κυβέρνησις της Τραπεζούντας», η οποία δημιουργήθηκε το 1916 με ηγέτη τον μητροπολίτη Χρύσανθο, μπορεί να είχε σχετικά σύντομη διάρκεια ζωής, εντατικοποίησε όμως τις διεργασίες μεταξύ των Ποντίων και ισχυροποίησε την ιδέα περί ανεξάρτητου ποντιακού κράτους. Την ίδια περίοδο άρχισαν να δημιουργούνται ανταρτικές ομάδες, που όμως στερούνταν εξοπλισμού και ηγεσίας. Το πρόβλημα της ενίσχυσής τους ετίθετο εκ των πραγμάτων.

Ωστόσο, όταν οι εκπρόσωποι των Ελλήνων Ποντίων ζήτησαν από την κυβέρνηση Βενιζέλου βοήθεια (και στρατό), συνάντησαν την άρνησή του. Εν τω μεταξύ εντείνονταν οι διώξεις. Αυτή η κατάσταση επικρατούσε στις αρχές του 1919, όταν στα παράλια του Πόντου εμφανίστηκαν ελληνικά πολεμικά πλοία στο πλαίσιο της συμμαχικής επιχείρησης ανατροπής των μπολσεβίκων. Λίγο αργότερα (Μάιος 1919) ο Κεμάλ θα αποβιβαστεί στη Σαμψούντα.

Στις αρχές του 1919, επίσης, ξεκινούσε στο Παρίσι η Διάσκεψη Ειρήνης, στην οποία ο Χρύσανθος συμμετείχε ως μέλος της πατριαρχικής αντιπροσωπείας. Εκεί ο Βενιζέλος έθετε ως προτεραιότητα τη Σμύρνη, τα νησιά του ανατολικού Αιγαίου, τα Δωδεκάνησα, τη Θράκη και τη Βόρεια Ηπειρο – όχι όμως την Κωνσταντινούπολη, την Κύπρο και τον Πόντο· θεωρούσε ότι δεν θα εξασφάλιζε συμμαχική υποστήριξη για κάτι τέτοιο.

Ο Ελληνας πρωθυπουργός προέκρινε τον σχηματισμό αυτόνομου ποντιακού κράτους σε συνεργασία με τους Αρμενίους, κάτι που προκάλεσε την αντίδραση των ποντιακών οργανώσεων. Θα παραμείνει σε αυτή τη θέση ακόμη και όταν θα λάβει υπομνήματα που θεωρούσαν σκόπιμη την αποστολή Ελλήνων στρατιωτών στον Πόντο, καθώς οι διώξεις εναντίον των Ελλήνων εκεί είχαν κλιμακωθεί, ή όταν τον ενημέρωναν (Ιανουάριος 1920) για την ύπαρξη χιλιάδων Ποντίων μαχητών που μπορούσαν να στραφούν εναντίον των δυνάμεων του Κεμάλ.

Η στάση του φαίνεται να αλλάζει αργότερα· είμαστε όμως ήδη στα 1920 και πλέον από τον Νοέμβριο στην εξουσία βρίσκονται οι αντιβενιζελικές κυβερνήσεις, οι οποίες δείχνουν επιφυλακτικότητα απέναντι στο ενδεχόμενο επιχειρήσεων στον Πόντο. Την ίδια χρονιά και οι σύμμαχοι φαίνεται πως αντιλήφθηκαν τη σημασία μιας στρατιωτικής επέμβασης στον Πόντο.

Εύλογο, συνεπώς, το ερώτημα στο οποίο απαντούν τρεις ιστορικοί: Γιατί δεν ενώθηκε ο ελληνικός στρατός με τους αντάρτες του Πόντου πριν αποβιβαστεί ο Κεμάλ στη Σαμψούντα. Ηταν, και μέχρι πότε, δυνατή μια στρατιωτική επιχείρηση στον Πόντο;

Αδύνατη μια αυτόνομη ελληνική επιχείρηση

1922 – Τα αναπάντητα ερωτήματα της καταστροφής: Ηταν εφικτή μία επιχείρηση του ελληνικού στρατού στον Πόντο;-1

Ο απολογισμός της Μικρασιατικής Εκστρατείας σήμερα δείχνει ότι κατά τη διάρκειά της εκπέμπονταν διαφορετικά έως και αντιφατικά μηνύματα προς τους συμμάχους, άλλα προς τον Ελληνισμό Μικράς Ασίας, Ανατολικής Θράκης και Πόντου, άλλα προς τους μαχόμενους στρατιώτες και άλλα προς τους πολίτες του ελληνικού κράτους. Μέσα σε αυτή τη ρευστότητα το ενδεχόμενο στρατιωτικής ελληνικής αποστολής στον Πόντο υπήρχε ως φήμη, παρά την επιφυλακτικότητα του Βενιζέλου σε αυτό και παρά την άρνηση των Δυνάμεων. Καθοριστικό έτος για την εκστρατεία ήταν το 1920, τόσο λόγω των κινήσεων που έγιναν, δηλαδή η επέκταση ζώνης ελληνικού ελέγχου στη Μικρά Ασία, η εγκατάσταση ελληνικών δυνάμεων στην Ανατολική Θράκη αλλά και η ανεπίσημη πρόταση για επιχειρήσεις στον Πόντο. Σημαντικό επίσης το 1920 και λόγω της μεγάλης ανατροπής που επέφερε η ήττα του Ελευθερίου Βενιζέλου στις εκλογές του Νοεμβρίου.

Ο Πόντος και η δυτική Μαύρη Θάλασσα κυρίως αποτέλεσαν ναυτική περιοχή συμμαχικού ενδιαφέροντος κατά τη διάρκεια προσπάθειας ανάσχεσης των μπολσεβίκων το 1919. Ετσι εξηγείται η ελληνική στρατιωτική παρουσία, μέσω των δεκαεπτά ελληνικών πολεμικών πλοίων που ενεπλάκησαν σε πολεμικές περιπολίες, πάντοτε υπό συμμαχική διοίκηση και διεύθυνση και όχι σε πρωτοβουλία της Ελλάδας για δράση αυτόνομη στην περιοχή.

Τον Νοέμβριο του 1920 στην προσπάθεια περιορισμού του Κεμάλ εκ μέρους των Βρετανών, φαίνεται ότι διατυπώνεται πρόταση για επιχειρήσεις ξηράς στον Πόντο. Να σημειώσουμε ότι ο Κεμάλ έχει αποβιβαστεί στα μέσα Μαΐου 1919 στη Σαμψούντα και από εκεί έχει ξεκινήσει την πολεμική και επαναστατική διαδικασία.

Η πρόταση για τον Πόντο, κατά τα ευρεθέντα έγγραφα, έγινε στον στρατηγό Δημήτριο Καθενιώτη και μεταφέρεται μέσω επιστολής στον Βενιζέλο στις 28 Νοεμβρίου 1920, οκτώ ημέρες μετά την εκλογική ήττα.

Στην επιστολή αναφέρεται ότι οι Βρετανοί προτείνουν τη συγκρότηση ελληνικής μονάδας αριθμού 15.000 ανδρών, χωρίς όμως την άμεση και επίσημη εμπλοκή του ελληνικού κράτους. Η μονάδα θα στελεχωνόταν αρχικώς ανεπισήμως από στρατολογικές κλάσεις του ελληνικού κράτους και στη συνέχεια από επιστράτευση που θα πραγματοποιούνταν μεταξύ των τάξεων της ελληνικής κοινότητας του Πόντου.

Στις μονάδες θα ηγούντο ικανοί πολεμικά αξιωματικοί βενιζελικών φρονημάτων, οι οποίοι ήδη αποπέμπονταν από τη φιλοβασιλική κυβέρνηση που είχε κυριαρχήσει μετεκλογικά στην Αθήνα.

1922 – Τα αναπάντητα ερωτήματα της καταστροφής: Ηταν εφικτή μία επιχείρηση του ελληνικού στρατού στον Πόντο;-2
Ο μητροπολίτης Τραπεζούντος Χρύσανθος, πρωταγωνιστική μορφή του κινήματος για αυτοδιάθεση. Φωτ. ΚΕΝΤΡΟ ΜΙΚΡΑΣΙΑΤΙΚΩΝ ΣΠΟΥΔΩΝ, ΑΘΗΝΑ

Παρατηρούμε ότι η βρετανική ανεπίσημη πρόταση αφορά τη διατήρηση σε όφελος των σκοπών της Βρετανικής Αυτοκρατορίας του βενιζελικού πολεμικού μηχανισμού που αποπέμπει σταδιακά η κυβέρνηση Αθηνών, όπως επίσης την ανάγκη των Βρετανών να αντιμετωπιστεί ο Κεμάλ εγκαίρως.

Ασχέτως του εάν η βρετανική πρόταση-σκέψη που μεταφέρει ο Καθενιώτης στον Βενιζέλο ήταν στο στάδιο πραγματοποίησης, εάν ήταν δηλαδή επίσημη και μελετημένη, διακρίνουμε τρία βασικά στοιχεία. Το ένα αφορά το στρατιωτικό ενδιαφέρον που έχουν οι ακτές του Πόντου, δεύτερο είναι η εμπιστοσύνη που διατηρούσαν οι Βρετανοί στους βενιζελικούς αξιωματικούς λόγω συνυπηρεσίας που είχαν από την αρχή του πολέμου.

Το τρίτο είναι και το σημαντικότερο, αφού αντιλαμβανόμαστε εκ των υστέρων ότι τα ελληνικά τμήματα, προκειμένου να δρέψουν καρπούς νίκης υπέρ της Ελλάδας όφειλαν να κινούνται προς υποστήριξη των συμμαχικών στόχων. Μια λογική που αποδέχθηκε και εφάρμοσε ο Βενιζέλος και που έφερε όφελος στην Ελλάδα τη μεγάλη επέκταση των συνόρων. Μια πολιτική που δεν χειρίστηκαν αποτελεσματικά οι αντίπαλοί του, είτε γιατί δεν την πίστευαν από την αρχή είτε γιατί ο Παγκόσμιος Πόλεμος είχε πλέον τελειώσει και η στάση των Δυνάμεων στην Ανατολή άλλαζε ραγδαία εις βάρος των ελληνικών συμφερόντων.

Αρα το ενδεχόμενο ελληνικής πολεμικής αποστολής στον Πόντο θα είχε προοπτική μόνο εάν οι ελληνικές δυνάμεις συνέτρεχαν τις συμμαχικές, για τους γεωπολιτικούς στόχους των τελευταίων, με παράπλευρο το όποιο όφελος των ελληνικών κοινοτήτων εκεί.

Από τη στιγμή που η όποια ελληνική πολεμική ενέργεια στον Πόντο δεν προτάθηκε και δεν έγινε έως τον Νοέμβριο του 1920, ήταν αδύνατον να γίνει στη συνέχεια.

Από τον Δεκέμβριο του 1920 η ελληνική κυβέρνηση και ο στρατός μπήκαν σε έναν αγώνα δρόμου να ικανοποιήσουν τους συμμάχους καταστρέφοντας τις δυνάμεις του Κεμάλ για να διατηρήσουν οι σύμμαχοι τον έλεγχο της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Το όφελος για το ελληνικό πλαίσιο θα ήταν η επιβίωση της παρουσίας της Ελλάδας στη Μικρά Ασία.

Η αυτόνομη κίνηση του ελληνικού στρατού στη νότια και ανατολική ακτή της Μαύρης Θάλασσας, όπου ήταν συγκεντρωμένες οι, σε ευμάρεια, ελληνικές κοινότητες του Πόντου, ήταν αδύνατη αφού ο βρετανικός έλεγχος των Στενών των Δαρδανελίων καθιστούσε απαγορευτικό τον πλου ελληνικών πολεμικών πλοίων προς υποστήριξη της ενδεχόμενης ελληνικής αποβατικής δύναμης.

Οι επιχειρήσεις μέσω των ορεινών ή ημιορεινών διαβάσεων προς την ακτή του Πόντου δεν μπορούσαν να πραγματοποιηθούν, αφενός διότι δεν εξυπηρετούσαν τους συμμάχους, αλλά και γιατί ο Πόντος ήταν πολύ μακρύτερα από την Ελλάδα σε σχέση με τα παράλια της Ιωνίας και σε σχέση με την Ανατολική Θράκη.

Ακόμη, ο όγκος του στρατού στην Ιωνία δεν αρκούσε για τις εκεί επιχειρήσεις, πόσο μάλλον για την επέκταση, εκατοντάδες χιλιόμετρα μακρύτερα από τους αντικειμενικούς σκοπούς του ελληνικού στρατού στην εκστρατεία. Οσο για την ύπαρξη Ελλήνων Ποντίων ανταρτών στα βουνά του Πόντου, δεν ευτύχησαν να συμπολεμήσουν με τον ελληνικό στρατό, παραμένοντας μόνοι τους ως ο θρύλος του ένοπλου ελληνισμού της Ανατολής.

* Ο κ. Τάσος Σακελλαρόπουλος είναι υπεύθυνος των Ιστορικών Αρχείων του Μουσείου Μπενάκη.

1922 – Τα αναπάντητα ερωτήματα της καταστροφής: Ηταν εφικτή μία επιχείρηση του ελληνικού στρατού στον Πόντο;-3
Η κεντρική πλατεία της Τραπεζούντας, γνωστή ως «Γκιαούρ Μεϊντάν». Οι Νεότουρκοι ξεκίνησαν την εφαρμογή της γενοκτονικής πολιτικής τους στον Πόντο το 1914 (πηγή: «Εύξεινος Πόντος – Φωτογραφικό λεύκωμα των αδελφών Κακούλη», Ιστορική και Εθνολογική Εταιρεία της Ελλάδος, Αθήνα 2010).
1922 – Τα αναπάντητα ερωτήματα της καταστροφής: Ηταν εφικτή μία επιχείρηση του ελληνικού στρατού στον Πόντο;-4
Αποψη της Σινώπης σε επιστολικό δελτάριο των αρχών του 20ού αι. Φωτ. ΣΥΛΛΟΓΗ Α. Σ. ΜΑΪΛΗ
1922 – Τα αναπάντητα ερωτήματα της καταστροφής: Ηταν εφικτή μία επιχείρηση του ελληνικού στρατού στον Πόντο;-5
Ο καπετάν Ιάκωβος (Μεταλλίδης), οπλαρχηγός στην περιοχή της Σεβάστειας. Φωτ. ΚΕΝΤΡΟ ΜΙΚΡΑΣΙΑΤΙΚΩΝ ΣΠΟΥΔΩΝ, ΑΘΗΝΑ

Ο Βενιζέλος απέρριψε όλα τα αιτήματα των Ποντίων

Οι Νεότουρκοι ξεκίνησαν την εφαρμογή της γενοκτονικής πολιτικής τους στον Πόντο από την άνοιξη του 1914. Αυτή προσέλαβε νέες διαστάσεις μετά την είσοδο της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας στον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, το φθινόπωρο του ιδίου έτους. Οι Πόντιοι δημιούργησαν τις πρώτες, ανεπαρκώς εξοπλισμένες, ομάδες αυτοπροστασίας, λίγο αργότερα. Αυτές αγωνίστηκαν με θάρρος και έσωσαν πολλούς αμάχους, αλλά ήταν διεσπαρμένες σε ένα ευρύ μέτωπο και εστερούντο μιας ευρέως αποδεκτής ηγεσίας. Προς τούτο, ζητούσαν συνεχώς ενίσχυση από την Αθήνα, την οποία απέρριψαν τόσο ο Βενιζέλος όσο και οι αντίπαλοί του.

Μετά τον τερματισμό του πολέμου, ο έφεδρος αξιωματικός Χρυσόστομος Καραΐσκος έφθασε στη Σαμψούντα για να οργανώσει στην ύπαιθρο της πόλεως τις αντάρτικες ομάδες σε συνεργασία με γηγενείς οπλαρχηγούς. Επετέλεσε ένα αξιοσημείωτο έργο, αλλά δυστυχώς οι εισηγήσεις του αγνοήθηκαν, ενώ η έκκλησή του για την αποστολή στους αντάρτες οπλισμού απερρίφθη.

Τον Αύγουστο του 1919 κατεγράφησαν 21 ανταρτικές ομάδες, απαρτιζόμενες από 3.000 ενόπλους μόνο στη Σαμψούντα. Τον Σεπτέμβριο του 1919, το 2ο Γραφείο συνέταξε μία έκθεση για τον υπουργό Στρατιωτικών. Οι Ελληνες επιτελείς υποστήριζαν την άποψη ότι ήταν εφικτή η διεξαγωγή μίας επιχειρήσεως εξοπλισμού των Ποντίων ανταρτών. Αργότερα απεφασίσθη η συγκρότηση μίας μεραρχίας, αποτελούμενης από Ποντίους πρόσφυγες. Ο Βενιζέλος απέρριψε όλα τα σχέδια με το τηλεγράφημα που έστειλε από το Παρίσι την 31η Οκτωβρίου 1919. Τον Ιανουάριο 1920 επεδόθη στον Βενιζέλο ένα υπόμνημα εκπροσώπων του Ποντιακού Ελληνισμού, στο οποίο δηλωνόταν η ύπαρξη 20.000 Ποντίων μαχητών, έτοιμων να κτυπήσουν τους κεμαλικούς εκ των νώτων. Ο πρωθυπουργός της Ελλάδος δεν μετέβαλε πολιτική.

Ο Κων. Σαχινίδης έγραψε ότι ο Κρητικός πολιτικός «επέδειξε παγερή αδιαφορία και πλήρη εγκατάλειψη του Πόντου… Στις εκκλήσεις για τον εξοπλισμό των Ελλήνων ανταρτών η Ελλάδα έδειχνε σταθερά αρνητική στάση… Μάλιστα, μετά την (ανακωχή του Μούδρου)…, στις εκκλήσεις των Ελλήνων του Πόντου για βοήθεια ο Βενιζέλος τους συνιστούσε να επιδείξουν νομιμοφροσύνη στην τουρκική εξουσία. Αντί, όμως, να στείλει βοήθεια στους Ελληνες του Πόντου, όπου η Γενοκτονία των Ελλήνων και οι σφαγές από τους Τούρκους αποκορυφώνονταν…, ο Ελ. Βενιζέλος, στις 6 Ιανουαρίου 1919 έστειλε εκστρατευτικό σώμα… στην Κριμαία και στην Οδησσό της Ουκρανίας… Μάλιστα, η εμπλοκή του ελληνικού στρατού στις επιχειρήσεις (αυτές)… έγινε αιτία να δεχθεί διωγμούς από τους Ρώσσους και ένα μεγάλο μέρος των ντόπιων κατοίκων ελληνικής καταγωγής…».1

Λίγο μετά, όμως, ο ίδιος αναφέρει ότι ο Βενιζέλος είχε ζητήσει από τους Αγγλους την άδεια για να μεταφέρει στρατιωτικά τμήματα των Ποντίων στο αγγλοκρατούμενο Βατούμ. Επίσης, πρότεινε τη συγκρότηση μονάδων που θα βοηθούσαν τους Αγγλους στην τήρηση της τάξεως. Και στις δύο περιπτώσεις η απάντηση του Λονδίνου ήταν αρνητική. Ο Σαχινίδης σημειώνει ότι «ο Βενιζέλος αντί να αγνοήσει τις βρεταννικές αντιδράσεις, εγκατέλειψε κάθε προσπάθεια και έστειλε μόνο λίγες εκατοντάδες τυφεκίων στους Πόντιους μαχητές». Πάντως, ο Κρητικός πολιτικός και άλλες φορές απέρριψε την αποστολή ελληνικού στρατού στον Πόντο,2 καθώς πίστευε ότι δεν θα συγκέντρωνε διεθνή υποστήριξη.

Τα ελληνικά τμήματα, προκειμένου να δρέψουν καρπούς νίκης υπέρ της Ελλάδας, όφειλαν να κινούνται προς υποστήριξη των συμμαχικών στόχων.

Μετά την εκλογική νίκη των αντιβενιζελικών, η ελληνική αντιπροσωπεία στη Συνδιάσκεψη του Λονδίνου (τον Φεβρουάριο 1921) πρότεινε στους Βρετανούς την προέλαση του ελληνικού στρατού μέχρι την Αγκυρα. Το σχέδιο αυτό θα υποστηριζόταν ενδεχοµένως από µία απόβαση ελληνικών στρατευμάτων στον Πόντο και κάθοδό τους από εκεί στη Σεβάστεια και το Ερζερούµ. Το Λονδίνο απέρριψε κατηγορηματικά την πρόταση.

Αργότερα, ο μητροπολίτης Αμασείας Γερμανός Καραβαγγέλης συνάντησε τον πρωθυπουργό Δημ. Γούναρη, ζητώντας του να στείλει ένα σύνταγμα στρατού στην Αμισό προκειμένου να συνεργαστεί με τους Ποντίους αντάρτες. Η πολιτικοστρατιωτική ηγεσία, όμως, απέρριψε την πρόταση λόγω των δυσκολιών του εγχειρήματος. Ο Σαχινίδης γράφει3 ότι «την ίδια στιγμή ο Ελ. Βενιζέλος έστελνε τηλεγραφήματα στους Ελληνες πολιτικούς από το Παρίσι, όπου ήταν αυτοεξόριστος, για να μην αλλάξουν τα στρατιωτικά τους σχέδια και να μην ξεφύγουν από τα όρια που είχαν παραχωρηθεί με τη Συνθήκη των Σεβρών».

Τον Αύγουστο του 1921, άλλοι Πόντιοι συνάντησαν τον αρχιστράτηγο της Στρατιάς Μ. Ασίας Αναστάσιο Παπούλα, με αίτημα την αποστολή ενός συντάγματος πεζικού και μίας ταξιαρχίας ιππικού στην περιοχή του Τόπσαμ. Επιπλέον, του ζήτησαν όπως συντονίσει τις ενέργειες των δυνάμεών του με αυτές των Ποντίων ανταρτών. Ο Παπούλας αρνήθηκε να δεσμευθεί, επικαλούμενος αναρμοδιότητα. Αν και απογοητευμένοι, του προσέφεραν 3.960 χρυσές λίρες που είχαν συγκεντρωθεί με έρανο από τους κατοίκους του Τόπσαμ προς ενίσχυση του ελληνικού στρατού. Δυστυχώς, αυτή ήταν η τελευταία σοβαρή προσπάθεια συνεργασίας του ελληνικού στρατού με τους Ποντίους αντάρτες.

1. Κων. Σαχινίδης, «Ο Ελληνισμός του Πόντου και η Γενοκτονία», τ. Β΄, περ. «ΑΕΡΟΠΟΡΙΚΗ ΕΠΙΘΕΩΡΗΣΗ», τ. 109, Απρίλιος 2017, σ.σ. 82-121, (σ.σ. 101-102).

2. Βλέπε το βιβλίο υπό τον τίτλο «Ο Ελληνισμός του Πόντου» των εκδόσεων Λειμών.

3. Κων. Σαχινίδης, τ. Β΄, σελ 103.

* Ο κ. Ιωάννης Σ. Παπαφλωράτος είναι νομικός – διεθνολόγος, διδάκτωρ Ιστορίας του Πανεπιστημίου Αθηνών, καθηγητής στρατιωτικών σχολών.

Η απόφαση για αποστολή στρατού ήρθε αργά

1922 – Τα αναπάντητα ερωτήματα της καταστροφής: Ηταν εφικτή μία επιχείρηση του ελληνικού στρατού στον Πόντο;-6

Η έκρηξη του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου στάθηκε αφορμή για τη χάραξη επί χάρτου νέων εδαφικών ορίων. Ιδιαίτερα στον χώρο της Μικράς Ασίας και της Μέσης Ανατολής οι επίδοξοι μνηστήρες ήταν πολλοί και ιδιαίτερα φιλόδοξοι. Σε περίπτωση νίκης των δυνάμεων της Αντάντ, η Οθωμανική Αυτοκρατορία θα διαλυόταν. Με βάση αυτό το δεδομένο οι Ρώσοι εποφθαλμιούσαν την Κωνσταντινούπολη, οι Γάλλοι την Κιλικία, οι Βρετανοί ορέγονταν τα εδάφη έως την Περσία, ενώ η Αρμενία επιθυμούσε την αυτονομία της. Ολα τα παραπάνω σχεδιάζονταν ήδη από το 1914 και εκφράσθηκαν σε διάφορες παραλλαγές, στις οποίες μετά το 1915 συμμετείχαν και οι Ιταλοί που επιθυμούσαν την περιοχή της Αττάλειας.

Και οι Ελληνες; Tι χώρος είχε απομείνει για τις δικές τους διεκδικήσεις μετά το καλοκαίρι του 1917, όταν η Αθήνα εισήλθε στον πόλεμο λόγω της προσωρινής εκτόνωσης του Εθνικού Διχασμού εξαιτίας της επικράτησης του Ελ. Βενιζέλου έναντι του βασιλιά Κωνσταντίνου; Οι ελληνικές διεκδικήσεις στη Μικρά Ασία εκφράσθηκαν με τον πιο επίσημο τρόπο από τον πρωθυπουργό της χώρας Ελευθέριο Βενιζέλο, τον Φεβρουάριο του 1919, στο Συνέδριο της Ειρήνης στο Παρίσι. Σύμφωνα με τον ίδιο, η Ελλάδα διεκδικούσε το βιλαέτι της Σμύρνης, τα νησιά του Ανατολικού Αιγαίου, τα Δωδεκάνησα, τη Βόρεια Ηπειρο και το σύνολο της Θράκης. Ο Ελληνας πρωθυπουργός είχε αποφύγει να κάνει οποιαδήποτε αναφορά στην Κωνσταντινούπολη, στον Πόντο και την Κύπρο, για διαφορετικούς κάθε φορά λόγους.

Ο Πόντος ήταν μια ιδιαίτερη περιοχή. Με γεωγραφικά όρια που εκτείνονταν από το Βατούμ έως τη Σινώπη, είχε ως βασικό χαρακτηριστικό το εκτεταμένο παράλιο μέτωπο στον βορρά, όπου αναπτύχθηκαν μια σειρά από πλούσιες αστικές κοινότητες και την οροσειρά του Παρυάδρου (Ποντιακές Αλπεις) που τον διατέμνει από τα ανατολικά προς τα δυτικά. Αυτό το ιδιαίτερο γεωγραφικό ανάγλυφο προσδιόρισε σε μεγάλο βαθμό την ίδια την ιστορική εξέλιξη της περιοχής, αλλά και την τύχη των πληθυσμών της. Ο ιστορικός Πόντος δικαιολογημένα συγκινούσε τους Ελληνες, αφού ήδη από την αρχαιότητα μια σειρά από μύθους είχαν φροντίσει να τον εντάξουν στην ελληνική πολιτισμική παράδοση.

Οι εδαφικές ανακατατάξεις στην ευρύτερη περιοχή ήταν λογικό να μην αφήσουν ασυγκίνητους τους Ελληνες Ποντίους. Στη διάρκεια του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου σχηματίσθηκε η «Προσωρινή Κυβέρνησις της Τραπεζούντας» με επικεφαλής τον μητροπολίτη Χρύσανθο και μέλη της σημαντικές προσωπικότητες της πόλης. Η δημιουργία της προσωρινής κυβέρνησης συνέπεσε χρονικά με την προσάρτηση της περιοχής στη Ρωσική Αυτοκρατορία, τον Απρίλιο του 1916. Η προσωρινή κυβέρνηση διατηρήθηκε για δύο χρόνια, ενώ πρώτος Ελληνας κυβερνήτης διορίσθηκε ο Κωνσταντίνος Θεοφύλακτος. Ομως η καθεστωτική αλλαγή στη Ρωσία, με την επικράτηση των μπολσεβίκων, συνοδεύθηκε από ανακατάληψη των περιοχών του Πόντου από τις οθωμανικές στρατιωτικές δυνάμεις τον Φεβρουάριο του 1918 και από πρόσκαιρη αναβολή των ποντιακών σχεδίων για αυτονομία.

Την ίδια περίοδο εντάθηκαν οι ιδεολογικές ζυμώσεις και στους κόλπους των Ελλήνων Ποντίων της διασποράς. Μιλώντας ενώπιον του Παμποντιακού Συνεδρίου, που πραγματοποιήθηκε στη Μασσαλία στις 22 Ιανουαρίου – 4 Φεβρουαρίου 1918, ο πρόεδρος της ποντιακής οργάνωσης Μασσαλίας, Κ.Γ. Κωνσταντινίδης υποστήριξε πως είχε φτάσει η ώρα της ανεξαρτησίας. Τον Ιούνιο του 1919 στο κατεχόμενο από τους Βρετανούς Βατούμ πραγματοποιήθηκε η πρώτη συγκέντρωση του Διαρκούς Γενικού Συμβουλίου των Ποντίων Ελλήνων, η οποία εξέλεξε το Εθνικό Συμβούλιο του Πόντου με απώτερο στόχο τη δημιουργία ανεξάρτητου κράτους.

Πρωταγωνιστική μορφή του ποντιακού κινήματος για αυτοδιάθεση αναδείχθηκε ο Μητροπολίτης Τραπεζούντας Χρύσανθος Φιλιππίδης. Ο δυναμικός ιεράρχης πραγματοποίησε σειρά επαφών με ηγετικές προσωπικότητες της ευρωπαϊκής διπλωματίας, παρευρέθη μάλιστα στη Διάσκεψη των Παρισίων το 1919 προκειμένου να υποστηρίξει τις διεκδικήσεις του ποντιακού Ελληνισμού. Ο Χρύσανθος υπέβαλε στη Διάσκεψη υπόμνημα, με το οποίο ζητούσε την ίδρυση «Αυτόνομου Ελληνικού Κράτους» στον Πόντο, περιοχή στην οποία κατοικούσαν «άνω των 600.000 Ελλήνων, εις τους οποίους δέον να προστεθώσιν αι 250.000 Ελληνες, οίτινες κατέφυγον εις Καύκασον και την νότιον Ρωσίαν, μεταναστεύσαντες από του 1880 ως πρόσφυγες ένεκα της κακής διοικήσεως των Τούρκων». Ο Χρύσανθος βρήκε θερμό υποστηρικτή στο πρόσωπο του φιλελεύθερου Αμερικανού Προέδρου Χένρι Ουίλσον, χωρίς ωστόσο να αποσπάσει καμία γραπτή δέσμευση για τη βοήθειά του, αφού φαίνεται πως πραγματική επιδίωξη των Αμερικανών ήταν η διατήρηση της εδαφικής ακεραιότητας της Τουρκίας.

Σ’ ένα άλλο επίπεδο διπλωματικών επαφών ο Χρύσανθος ήρθε σε επικοινωνία με τον Ελληνα πρωθυπουργό Ελευθέριο Βενιζέλο, ώστε να καθορίσουν από κοινού τη στάση τους. Ο Βενιζέλος προέκρινε αρχικά τον σχηματισμό ενός αυτόνομου ποντιακού κράτους σε συνεργασία με τους Αρμενίους, καθώς πίστευε ότι ο κατακερματισμός της περιοχής σε μικρές κρατικές οντότητες δεν θα ήταν βιώσιμος. Η στάση του εκείνη προκάλεσε την οξεία κριτική των ποντιακών οργανώσεων. Τότε ο Βενιζέλος απέστειλε στην περιοχή τον συνταγματάρχη Δημήτριο Καθενιώτη και τον διπλωμάτη Ιωάννη Σταυριδάκη προκειμένου να διαγνώσουν εκ του σύνεγγυς την κατάσταση. Λίγους μήνες αργότερα τα υπομνήματα των Καθενιώτη και Σταυριδάκη θεωρούσαν επιβεβλημένη την αποστολή Ελλήνων στρατιωτών στον Πόντο, αφού το οξύ προσφυγικό ζήτημα και οι διώξεις εναντίον των Ελλήνων από τους Τούρκους απειλούσαν την ίδια την επιβίωση των ελληνικών πληθυσμών. Με γνώμονα τις προαναφερόμενες εκθέσεις, τις συνεχείς πιέσεις από τις ποντιακές οργανώσεις και την αποτυχία συνεννόησης με τους Αρμενίους, το φθινόπωρο του 1920 ο Βενιζέλος μετέβαλε τελικώς άποψη και διέγνωσε ως μόνη βιώσιμη λύση τη σύσταση μιας ανεξάρτητης Ποντιακής Δημοκρατίας, σχεδίαζε μάλιστα στρατιωτική επιχείρηση του ελληνικού στρατού στην περιοχή. Ηταν όμως αργά. Η καθεστωτική μεταβολή την επαύριον των εκλογών του Νοεμβρίου του 1920 και η ανάδειξη μιας αντιβενιζελικής κυβέρνησης στην Ελλάδα ματαίωσαν οριστικά τα σχέδιά του.

Ο Πόντος, η «βαθιά Ελλάδα» των μεσαιωνικών χρονικογράφων, όπως εν τέλει και η περιοχή της Μικράς Ασίας, δεν κατόρθωσε να ενσωματωθεί στο ελληνικό κράτος. Συμπεριλήφθηκε όμως στο συλλογικό μας υποσυνείδητο μέσα από τα τραγούδια, τους χορούς και τις ανεξίτηλες μνήμες που διασώθηκαν και μεταφέρονται από γενιά σε γενιά.

* Ο κ. Ιάκωβος Δ. Μιχαηλίδης είναι καθηγητής Νεότερης και Σύγχρονης Ιστορίας στο ΑΠΘ.

Καθημερινη

Ο Σταύρος Καλεντερίδης, ξεκίνησε τις σπουδές του στην Αθήνα, σπουδάζοντας Πολιτική Επιστήμη στο Εθνικό Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών. Έπειτα από τέσσερα χρόνια συμμετοχής στα φοιτητικά όργανα συνδιοίκησης της σχολής του και σε διάφορες οργανώσεις νέων, αποφάσισε να συνεχίσει τις σπουδές του στο εξωτερικό. Στη Βοστόνη των Η.Π.Α. ολοκλήρωσε δύο μεταπτυχιακά προγράμματα, στις Διεθνείς Σχέσεις (Αμερικανική εξωτερική πολιτική) και στην Επικοινωνία (Πολιτική Επικοινωνία), ενώ παράλληλα εργάστηκε στο Ελληνικό Προξενείο της Βοστόνης, στη σχολή του ως βοηθός έρευνας και σε δύο πολιτικές καμπάνιες Αμερικανών πολιτικών (Δημοκρατικών – Ρεπουμπλικάνων). Μετά από τρία χρόνια στις Η.Π.Α., άκουσε το κάλεσμα της πατρίδας του και επέστρεψε πίσω με μεγάλο πόθο για προσφορά στην Ελλάδα. Υπήρξε ιδρυτικό μέλος δύο κοινωφελών οργανισμών, του δέλτα – πολιτική επανάσταση (πολιτικός οργανισμός) και της Λεοντίδας (ίδρυμα προώθησης θεμάτων ιστορίας, πολιτισμού και δημοκρατίας). Σήμερα ζει και εργάζεται στην Αθήνα, ασχολείται με διάφορα εγχειρήματα πολιτικής διπλωματίας και δημοκρατίας, γράφει πολιτικά άρθρα, σχολιάζει την επικαιρότητα και συνεχίζει την προσωπική του μελέτη στην ιστορία και την πολιτική φιλοσοφία.

Συνέχεια ανάγνωσης

Ιστορία - Πολιτισμός

17 Οκτωβρίου 1941: Η σφαγή στα Άνω και Κάτω Κερδύλλια

Στις 17/10/1941 οι Γερμανοί κατακτητές παίρνουν σκληρά μέτρα για να χτυπήσουν στη γέννησή τους τις πρώτες ένοπλες αντιστασιακές ομάδες. Κύκλωσαν τα χωριά Ανω και Κάτω Κερδύλλια της Επαρχίας Νιγρίτας του Νομού Σερρών, συγκέντρωσαν όλους τους κατοίκους, ξεχώρισαν τους άρρενες από 15 έως 60 χρόνων, συνολικά 222 άτομα, τους έβαλαν να σκάψουν ομαδικό τάφο και τους εκτέλεσαν μπροστά στους δικούς τους. Στη συνέχεια, έκαψαν όλα τα σπίτια των δύο χωριών.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Στις 17/10/1941 οι Γερμανοί κατακτητές παίρνουν σκληρά μέτρα για να χτυπήσουν στη γέννησή τους τις πρώτες ένοπλες αντιστασιακές ομάδες. Κύκλωσαν τα χωριά Ανω και Κάτω Κερδύλλια της Επαρχίας Νιγρίτας του Νομού Σερρών, συγκέντρωσαν όλους τους κατοίκους, ξεχώρισαν τους άρρενες από 15 έως 60 χρόνων, συνολικά 222 άτομα, τους έβαλαν να σκάψουν ομαδικό τάφο και τους εκτέλεσαν μπροστά στους δικούς τους. Στη συνέχεια, έκαψαν όλα τα σπίτια των δύο χωριών.

ΤΟ ΧΡΟΝΙΚΟ ΤΟΥ ΕΓΚΛΗΜΑΤΟΣ

Τα χωριά Άνω και Κάτω Κερδύλια βρίσκονται χτισμένα σε ορεινή περιοχή του νομού Σερρών, κοντά στις ακτές του Στρυμονικού Κόλπου και την Αμφίπολη.

Λίγους μήνες μετά την κατάληψη της Ελλάδας από τα γερμανικά στρατεύματα ιδρύθηκε στην Κεντρική Μακεδονία, κυρίως με πρωτοβουλία του Γραφείου του Κομμουνιστικού Κόμματος Ελλάδας για την περιοχή της Μακεδονίας και της Θράκης, η οργάνωση Ελευθερία. Ακολούθησε στα μέσα του καλοκαιριού του 1941 η δημιουργία της αντάρτικης ομάδας Οδυσσέας Ανδρούτσος στην περιοχή της Νιγρίτας και της αντάρτικης ομάδας Αθανάσιος Διάκος στα ορεινά του νομού Κιλκίς. Στις αρχές Σεπτεμβρίου αντάρτες της ομάδας Οδυσσέας Ανδρούτσος με αρχηγό τον δάσκαλο Κερδυλιώτη Θανάση Γκένιο (Λασάνη) και υπαρχηγό τον Περικλή Σταματόπουλο προχώρησαν στον αφοπλισμό των σταθμών της γερμανικής χωροφυλακής στα χωριά Ευκαρπία και Μαυροθάλασσα και στις 27 Σεπτεμβρίου 1941 στον αφοπλισμό του σταθμού της χωροφυλακής στη Δάφνη, στην περιοχή της Νιγρίτας.

Τα γεγονότα που οδήγησαν στη σφαγή

Μετά τις επιθέσεις των ανταρτών στους σταθμούς της χωροφυλακής των παραπάνω χωριών η γερμανική πλευρά εστίασε την προσοχή της στην ευρύτερη περιοχή. Έγιναν έρευνες στην περιοχή και ανακρίθηκαν κάτοικοι, στους οποίους επισημάνθηκε ότι η συνέχιση της παροχής βοήθειας στους αντάρτες θα είχε πολύ αρνητικές συνέπειες για τους ίδιους και για τα χωριά τους. Παρόλα αυτά οι πληροφορίες που συνέλεξαν οι κατοχικές δυνάμεις δεν ήταν σημαντικές ώστε να μπορέσουν να εντοπίσουν τους αντάρτες και αυτούς που τους βοηθούσαν.

Έτσι σε μια σύσκεψη που έγινε στην υπηρεσία αντικατασκοπίας στη Θεσσαλονίκη στα τέλη Σεπτεμβρίου αποφασίστηκε η οργάνωση ενός δικτύου πληροφοριοδοτών (γερμανικά: Vertrauensleute ή V-Mann ελληνικά: Άνθρωποι εμπιστοσύνης) στην περιοχή μέσω του οποίου θα έπαιρναν οι Γερμανοί πληροφορίες για τις κινήσεις των ανταρτών, για το που έκρυβαν τον οπλισμό τους και για το πως γινόταν η τροφοδοσία τους.

Στις αρχές Οκτωβρίου ο Δημήτριος Κίκηρας, ένας κάτοικος του Κάτω Κερδυλίου, έλαβε από τους αντάρτες χρήματα και ένα ζώο προκειμένου να αγοράσει και να μεταφέρει σ’ αυτούς τρόφιμα. Ο Κίκηρας όμως καταχράστηκε τα χρήματα και τότε ένας από τους αρχηγούς των ανταρτών, ο Μιχάλης Μπογατσόπουλος, τον απείλησε προκειμένου να τους δώσει τα τρόφιμα που έπρεπε να είχε αγοράσει ή να επιστρέψει τα χρήματα. Για να βρει τα χρήματα ο Κίκηρας προσπάθησε να ληστέψει, στις 10 Οκτωβρίου του 1941, τον καλόγερο Γρηγόριο Καρακαλινό, από το μοναστήρι του Αγίου Δημητρίου λίγο έξω από το Άνω Κερδύλιο αλλά τελικά σκότωσε το βοηθό του καλόγερου, τραυματίστηκε ο ίδιος και διέφυγε. Την επομένη και αφού ο καλόγερος κατήγγειλε το γεγονός, ο Κίκηρας συνελήφθη στο σπίτι ενός γιατρού στην Ευκαρπία. Κατά την ανάκριση έδωσε ονόματα των ανταρτών που καταγόταν από το Ανω και Κάτω Κερδύλιο καθώς και τα ονόματα όσων τους τροφοδοτούσαν.

Στις 12 Οκτωβρίου 1941 το 382ο Σύνταγμα Πεζικού της Βέρμαχτ ερεύνησε τα δυο χωριά, συγκέντρωσε και ανέκρινε τους κατοίκους και αναζήτησε όσους είχε κατονομάσει ο Κίκηρας χωρίς όμως να τους βρει. Κατά τη διάρκεια των ερευνών εκτέλεσε ένα άτομο στο Κάτω Κερδύλιο, πυρπόλησε ορισμένα σπίτια ανταρτών και συνέλαβε μερικά άτομα. Στους συγκεντρωμένους κατοίκους δηλώθηκε ότι θα πρέπει να απέχουν από οποιαδήποτε βοήθεια προς τους αντάρτες γιατί αλλιώς θα έκαιγαν όλα ανεξαιρέτως τα σπίτια των χωριών και θα εκτελέσουν όλους τους άνδρες κατοίκους.

Οι κάτοικοι φοβήθηκαν και δημιούργησαν μια επιτροπή που αποτελούταν από τον πρόεδρο του Άνω Κερδυλίου, το γραμματέα και τον κοινοτικό σύμβουλο και η οποία στις 16 Οκτωβρίου 1941 πήγε στη Θεσσαλονίκη και υπέβαλε αίτηση στη Γενική Διοικηση για να διαβιβαστεί στη συνέχεια στις γερμανικές αρχές. Στην αίτηση αυτή η επιτροπή επικροτούσε τις τελευταίες γερμανικές επιχειρήσεις και ζητούσε την αποστολή στην περιοχή δύναμης της ελληνικής χωροφυλακής ή και γερμανικής μονάδας “ίνα ούτω εξοντώσωμεν τους ληστοσυμμορίτας και ησυχάση η επαρχία μας”.

Στις 16 Οκτωβρίου 1941 το 382ο Σύνταγμα Πεζικού της Βέρμαχτ έκανε επιδρομή στα χωριά Ζερβοχώρι, Δάφνη και Σιτοχώρι και κατέστρεψε 20 σπίτια και 2 αχυρώνες. Στο συνοικισμό Ορέσκεια Δάφνης προχώρησε στην εκτέλεση δύο ανθρώπων για κατοχή όπλων. Στο Σιτοχώρι εκτέλεσε άλλους δύο “διότι καθ΄ομολογία των συμμετέσχον εις το γνωστόν κίνημα της Νιγρίτης αλλά μετανοήσαντες επέστρεψαν εις το χωρίον των”.

Χρονικό της τραγωδίας

Ξημερώματα της 17 Οκτωβρίου 1941, δύο λόχοι του 220ου Τάγματος Σκαπανέων της Βέρμαχτ με δύναμη 250 ανδρών υπο τις διαταγές των λοχαγών Βέντλερ (Wendler) και Σράινερ Σράινερ ξεκίνησαν από τον Σταυρό Θεσσαλονίκης για τα Κερδύλια έχοντας μαζί τους κρατούμενους Κερδυλιώτες. Φτάνοντας κοντά στα χωριά άφησαν τα αυτοκίνητα, άρχισαν να ανεβαίνουν από τρία σημεία και περικύκλωσαν τα Άνω Κερδύλια από την θέση Στρόβολο και τα Κάτω Κερδύλια από την θέση Λειβάδια. Η χρονική στιγμή εκδήλωσης της επιχείρησης και το γεγονός ότι άφησαν τα αυτοκίνητα μακριά από τα χωριά δείχνει οι Γερμανοί στρατιώτες ήθελαν να αιφνιδιάσουν τους κατοίκους. Και πραγματικά σχεδόν το σύνολο των κατοίκων των δύο χωριών συνελήφθη. Κανείς δεν προσπάθησε να αποδράσει επειδή οι κάτοικοι, καθώς δεν υπήρχε ανάλογο προηγούμενο, δεν πήραν στα σοβαρά τις γερμανικές απειλές.

Οι στρατιώτες της Βέρμαχτ συγκέντρωσαν τους αρρένες κατοίκους μεταξύ 16 και 60 χρόνων στις θέσεις Αλώνια και Κούτρες. Οι γυναίκες και τα παιδιά αρχικά συγκεντρώθηκαν στα σχολεία και στη συνέχεια, αφού είχαν απομακρυνθεί οι άντρες, τους επετράπηκε να πάρουν μαζί τους όσα πράγματα μπορούσαν και να φύγουν προς το Καστρί και την Ευκαρπία ενώ κλείδωσαν σε κοινοτικό κατάστημα 23 υπερήλικες, οι οποίοι αργότερα κινδύνεψαν από την πυρπόληση του χωριού .

Στις 09.00 το πρωί δόθηκε το σήμα με μια φωτοβολίδα, και οι Γερμανοί στρατιώτες άρχισαν να εκτελούν άρρενες κατοίκους ηλικίας από 16 μέχρι 60 ετών. Από την εκτέλεση εξαιρέθηκαν στο Άνω Κερδύλιο δεκαεπτά άτομα άνω των εξήντα ετών, μεταξύ των οποίων ο ιερέας, ο δάσκαλος και ο δασοφύλακας και στο Κάτω Κερδύλιο δέκα γέροντες. Οι άνθρωποι αυτοί χρησιμοποιήθηκαν μετά το τέλος των εκτελέσεων για την ταφή των νεκρών.

Τα κτίρια των χωριών κάηκαν εκτός από τις εκκλησίες και μετά την καταστροφή, οι κάτοικοι κατέφυγαν στα χωριά Καστρί και Ευκαρπία.

Ο αριθμός των θυμάτων

Σύμφωνα με τις μεταπολεμικές λίστες εκτελεσθέντων ο αριθμός των νεκρών ανήλθε σε 214 άτομα. Οι εκθέσεις των τότε αστυνομικών αρχών και της Γενικής Διοίκησης Μακεδονίας έκαναν λόγω για 211-212 εκτελεσθέντες ενώ οι γερμανικές αρχές κατοχής για 207. Στην έκθεση που συνέταξε μεταπολεμικά το Ελληνικό Εθνικό Γραφείο Εγκλημάτων Πολέμου αναφέρεται ότι οι νεκροί ήταν 222. Τέλος ο Γιάννης Παπασυμεών στο βιβλίο του για την καταστροφή των Κερδυλίων δημοσιεύει κατάσταση 230 ατόμων, μεταξύ των οποίων και ετεροδημότες, που συντάχθηκε μεταπολεμικά από την κοινότητα των Νέων Κερδυλίων.

Μετά την καταστροφή

Η επίσημη ανακοίνωση από την γερμανική διοίκηση της Θεσσαλονίκης που εκδόθηκε στις 2 Νοεμβρίου 1941, αναφέρει:

«Εις τα βουνά δυτικώς του Στρυμόνος δρα από εβδομάδων μία κομμουνιστική συμμορία απαρτιζόμενη από κατοίκους των πέριξ χωρίων και επιδιδόμενη εις την ληστείαν των πλουσίων χωρικών της περιοχής όπως προσποριστεί χρηματικά μέσα, τη σύλληψιν Ελλήνων αστυνομικών προς αφαίρεση των όπλων των και δι’ αυτών τον φόνον Γερμανών στρατιωτών… Περί τα τέλη Σεπτεμβρίου εδολοφονήθησαν εις θέσιν Λαχανά 2 Γερμανοί στρατιώται και προ ημερών εγένετο απόπειρα εναντίον του γερμανικού στρατού, με αποτέλεσμα το φόνο δύο Γερμανών ναυτών και τον βαρύ τραυματισμόν ενός άλλου εις Καλόκαστρον. Εν συνεχεία διά των παρά του γερμανικού στρατού ληφθέντων μέτρων κατεστράφησαν παρ’ αυτού τα χωριά Ανω και Κάτω Κερδύλλια, οι κάτοικοι των οποίων αποδεδειγμένως ανήκον εις την εν λόγω συμμορία τροφοδοτούντες και υποστηρίζοντες ταύτην παντοιοτρόπως»..

Τα χωριά δεν ξανακατοικήθηκαν και οι εναπομείναντες κάτοικοι έκτισαν αργότερα το 1955 τον σύγχρονο οικισμό των Νέων Κερδυλίων. Η σφαγή των Κερδυλίων αναγνωρίστηκε από το Ελληνικό Κράτος το 1998 με το Προεδρικό Διάταγμα 393/7-12-1998 και η κοινότητα Νέων Κερδυλίων ως μαρτυρική. Το ολοκαύτωμα των Κερδυλίων θεωρείται η πρώτη ομαδική εκτέλεση αμάχων από τα στρατεύματα κατοχής στην Βόρεια Ελλάδα κατά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο.

Συνέχεια ανάγνωσης

Ιστορία - Πολιτισμός

Arolsen Archives: Το αρχείο που αναζητά τα ίχνη εκατομμυρίων θυμάτων του ναζισμού

Δημοσιεύτηκε

στις

Στη γερμανική πόλη Μπαντ Άρολσεν φυλάσσεται μία από τις σημαντικότερες συλλογές τεκμηρίων για τα θύματα των ναζιστικών διώξεων.

Περισσότερα από 30 εκατομμύρια έγγραφα, κατάλογοι κρατουμένων και στοιχεία καταναγκαστικής εργασίας βοηθούν στην ανασύνθεση προσωπικών ιστοριών που κινδύνεψαν να χαθούν οριστικά. Με την ψηφιοποίηση και τη χρήση νέων τεχνολογιών, το αρχείο επιχειρεί να διατηρήσει ζωντανή τη μνήμη και να δώσει απαντήσεις σε οικογένειες που εξακολουθούν να αναζητούν την τύχη των συγγενών τους. Πίσω από κάθε όνομα σε έναν κατάλογο κρατουμένων, πίσω από κάθε φθαρμένο έγγραφο και κάθε χειρόγραφη καταχώριση μπορεί να κρύβεται μια ανθρώπινη ιστορία που δεν έχει ακόμη ολοκληρωθεί.

Για χιλιάδες οικογένειες, η αναζήτηση πληροφοριών για συγγενείς που διώχθηκαν, φυλακίστηκαν ή εξαφανίστηκαν κατά τη ναζιστική περίοδο παραμένει μια ανοιχτή υπόθεση, ακόμη και οκτώ δεκαετίες μετά το τέλος του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου. Στη Γερμανία, τα Arolsen Archives, το Διεθνές Κέντρο για τις Ναζιστικές Διώξεις, αποτελούν έναν από τους σημαντικότερους θεσμούς για τη διερεύνηση αυτών των υποθέσεων. Η συλλογή τους περιλαμβάνει περισσότερα από 30 εκατομμύρια ιστορικά έγγραφα, με πληροφορίες για περίπου 17,5 εκατομμύρια ανθρώπους που υπήρξαν θύματα ή επιζώντες του ναζιστικού καθεστώτος.

Το έργο του αρχείου δεν περιορίζεται στη φύλαξη ιστορικών τεκμηρίων. Στόχος είναι να διατηρηθούν τα πρωτότυπα, να οργανωθούν οι πληροφορίες που περιέχουν και να γίνουν προσβάσιμες σε συγγενείς θυμάτων, ερευνητές και πολίτες από όλο τον κόσμο. Έτσι, τα έγγραφα της ναζιστικής περιόδου μετατρέπονται σε ένα εργαλείο αναζήτησης της ιστορικής αλήθειας και αποκατάστασης της μνήμης.

Από τα αρχεία των διώξεων στην αναζήτηση της ανθρώπινης μοίρας

Τα Arolsen Archives ιδρύθηκαν το 1948, με την ονομασία International Tracing Service, σε μια εποχή κατά την οποία εκατομμύρια άνθρωποι προσπαθούσαν να εντοπίσουν συγγενείς τους που είχαν χαθεί στη διάρκεια του πολέμου. Η αρχική αποστολή ήταν να βοηθήσουν στον εντοπισμό αγνοουμένων και στη διευκρίνιση της τύχης ανθρώπων που είχαν υποστεί ναζιστικές διώξεις. Με την πάροδο των δεκαετιών, η συλλογή εξελίχθηκε σε ένα διεθνές αρχείο ιστορικής τεκμηρίωσης. Τα έγγραφα αφορούν κρατουμένους σε στρατόπεδα συγκέντρωσης, γκέτο και φυλακές της Γκεστάπο, ανθρώπους που οδηγήθηκαν σε καταναγκαστική εργασία, αλλά και επιζώντες που βρέθηκαν υπό τη φροντίδα συμμαχικών οργανώσεων μετά το 1945. Περιλαμβάνονται επίσης στοιχεία για τους εκτοπισμένους πληθυσμούς και τη μετανάστευση κατά τα πρώτα μεταπολεμικά χρόνια.

Οι κατάλογοι, τα δελτία κρατουμένων, οι καταγραφές μεταγωγών και τα διοικητικά έγγραφα μπορούν να προσφέρουν πολύτιμες πληροφορίες για την πορεία ενός ανθρώπου μέσα στο σύστημα διώξεων. Ένα όνομα, μια ημερομηνία ή ένας αριθμός μητρώου ενδέχεται να αποτελέσει το στοιχείο που θα συνδέσει διαφορετικά έγγραφα και θα επιτρέψει την ανασύνθεση ενός μέρους της ζωής του. Ωστόσο, το αρχείο δεν είναι πλήρες. Πολλά έγγραφα καταστράφηκαν από τους ίδιους τους Ναζί ή χάθηκαν κατά τη διάρκεια του πολέμου. Επιπλέον, εκατομμύρια άνθρωποι δολοφονήθηκαν χωρίς να καταγραφούν ποτέ τα ονόματά τους. Για τον λόγο αυτό, η απουσία ενός προσώπου από τις διαθέσιμες συλλογές δεν σημαίνει ότι δεν υπήρξε ή ότι δεν υπέστη διώξεις.

Η ψηφιοποίηση αλλάζει τον τρόπο αναζήτησης

Για πολλά χρόνια, η αξιοποίηση του αρχείου απαιτούσε εκτεταμένη χειρωνακτική εργασία. Οι ερευνητές έπρεπε να εξετάζουν φακέλους, να διαβάζουν χειρόγραφες σημειώσεις και να αντιπαραβάλλουν πληροφορίες που βρίσκονταν σε διαφορετικά έγγραφα. Η ψηφιοποίηση αλλάζει σταδιακά αυτή τη διαδικασία. Τα Arolsen Archives αναπτύσσουν ένα ηλεκτρονικό αρχείο μέσω του οποίου οι χρήστες μπορούν να αναζητούν ονόματα και ιστορικά θέματα, να εντοπίζουν ψηφιοποιημένα τεκμήρια και να εξετάζουν το περιεχόμενό τους από απόσταση. Η διαδικασία, ωστόσο, δεν τελειώνει με τη σάρωση ενός εγγράφου. Για να μπορεί να αναζητηθεί αποτελεσματικά, πρέπει να καταχωριστούν τα στοιχεία του, να συνδεθούν τα ονόματα με τις αντίστοιχες εγγραφές και να οργανωθούν οι πληροφορίες που περιέχει.

Σε αυτό το στάδιο αξιοποιούνται τεχνολογίες οπτικής αναγνώρισης χαρακτήρων (OCR), καθώς και εργαλεία που βοηθούν στην ομαδοποίηση και τη διασύνδεση δεδομένων. Η τεχνητή νοημοσύνη μπορεί να διευκολύνει την ανάγνωση καταλόγων και την αντιπαραβολή πληροφοριών από διαφορετικά έγγραφα, ώστε να εντοπίζονται πιθανές συνδέσεις ανάμεσα σε πρόσωπα, τόπους και γεγονότα. Η τεχνολογία, όμως, δεν υποκαθιστά την ιστορική έρευνα. Τα παλιά έγγραφα περιέχουν δυσανάγνωστα χειρόγραφα, διαφορετικές γραφές ονομάτων, συντομογραφίες και λάθη καταγραφής. Για τον λόγο αυτό, η αυτοματοποιημένη αναγνώριση χρειάζεται έλεγχο και αξιολόγηση, ιδιαίτερα όταν αφορά στοιχεία που μπορούν να επηρεάσουν την ανασύνθεση της μοίρας ενός θύματος.

Όταν ένα όνομα οδηγεί σε μια οικογενειακή ιστορία

Η σημασία των Arolsen Archives γίνεται ιδιαίτερα εμφανής μέσα από τις αναζητήσεις συγγενών. Για ανθρώπους που προσπαθούν να μάθουν τι συνέβη σε έναν παππού, μια γιαγιά ή έναν άλλο συγγενή που εξαφανίστηκε κατά τη ναζιστική περίοδο, ακόμη και ένα μικρό εύρημα μπορεί να έχει μεγάλη συναισθηματική και ιστορική αξία. Η αναζήτηση μπορεί να οδηγήσει σε πληροφορίες για την κράτηση ενός προσώπου, τη μεταφορά του σε στρατόπεδο, την καταναγκαστική εργασία ή την παρουσία του σε μεταπολεμικό καταυλισμό εκτοπισμένων. Σε άλλες περιπτώσεις, τα έγγραφα προσφέρουν μόνο αποσπασματικές ενδείξεις, οι οποίες χρειάζεται να διασταυρωθούν με άλλες πηγές.

Το ηλεκτρονικό αρχείο είναι ελεύθερα προσβάσιμο και μπορεί να χρησιμοποιηθεί τόσο για προσωπικές αναζητήσεις όσο και για επιστημονικούς, εκπαιδευτικούς και δημοσιογραφικούς σκοπούς. Όταν η διαδικτυακή έρευνα δεν αποδίδει αποτελέσματα, οι ενδιαφερόμενοι μπορούν να απευθυνθούν στην υπηρεσία αναζήτησης του οργανισμού. Η προσπάθεια αυτή έχει ιδιαίτερη σημασία σε μια εποχή κατά την οποία οι επιζώντες του ναζισμού λιγοστεύουν. Καθώς οι προσωπικές μαρτυρίες χάνονται σταδιακά, τα τεκμήρια αποκτούν ακόμη μεγαλύτερη βαρύτητα για την ιστορική έρευνα και τη διατήρηση της μνήμης.

#everynamecounts: Η μνήμη ως συλλογική προσπάθεια

Η ψηφιοποίηση δεν στηρίζεται αποκλειστικά στους εργαζομένους του αρχείου. Σημαντικό ρόλο έχουν και οι εθελοντές που συμμετέχουν στην πρωτοβουλία #everynamecounts. Μέσω της δράσης αυτής, πολίτες βοηθούν στην καταχώριση πληροφοριών από ιστορικά έγγραφα, ώστε τα ονόματα και τα σχετικά στοιχεία να γίνουν ευκολότερα αναζητήσιμα. Η συμμετοχή τους συμβάλλει στην προσπάθεια να συνδεθούν οι ψηφιοποιημένες σελίδες με συγκεκριμένα πρόσωπα και να διευκολυνθούν οι μελλοντικές αναζητήσεις.

Πρόκειται για μια μορφή συμμετοχικής ιστορικής μνήμης, στην οποία η τεχνολογία συνδυάζεται με την ανθρώπινη εργασία. Η καταχώριση ενός ονόματος δεν αποτελεί απλώς μια τεχνική διαδικασία: είναι ένας τρόπος να αναγνωριστεί η ύπαρξη ενός ανθρώπου και να διατηρηθεί η ιστορία του μέσα σε ένα ευρύτερο αρχείο συλλογικής εμπειρίας. Παράλληλα, η πρωτοβουλία #StolenMemory επικεντρώνεται στην αναζήτηση συγγενών πρώην κρατουμένων στους οποίους είχαν αφαιρεθεί προσωπικά αντικείμενα κατά τη σύλληψή τους. Τα αντικείμενα αυτά, όταν είναι δυνατόν να επιστραφούν στις οικογένειες, λειτουργούν ως απτοί σύνδεσμοι με ανθρώπους των οποίων η ιστορία συχνά έχει διασωθεί μόνο μέσα από έγγραφα.

Παρά την πρόοδο της ψηφιοποίησης, η προστασία των πρωτότυπων εγγράφων παραμένει βασική προτεραιότητα. Πολλά από αυτά χρησιμοποιήθηκαν επί δεκαετίες για τη διεκπεραίωση αιτημάτων εντοπισμού αγνοουμένων. Το συχνό ξεφύλλισμα, η αντιγραφή και η μεταφορά τους έχουν αφήσει σημάδια φθοράς. Οι εργασίες συντήρησης περιλαμβάνουν την κατάλληλη συσκευασία, την αντιμετώπιση της όξινης φθοράς του χαρτιού και την καταγραφή της κατάστασης κάθε τεκμηρίου. Η ψηφιακή πρόσβαση περιορίζει την ανάγκη συνεχούς χειρισμού των πρωτοτύπων, χωρίς όμως να καταργεί την ανάγκη διατήρησής τους.

Η σημασία της συλλογής έχει αναγνωριστεί και διεθνώς: από το 2013, τα Arolsen Archives περιλαμβάνονται στο πρόγραμμα «Μνήμη του Κόσμου» της UNESCO, το οποίο αποσκοπεί στην προστασία και ανάδειξη σημαντικών τεκμηρίων της παγκόσμιας ιστορίας.

Ένα αρχείο για το παρελθόν και τις επόμενες γενιές

Η δουλειά των Arolsen Archives δείχνει ότι η ιστορική μνήμη δεν διατηρείται μόνο μέσα από μνημεία, επετείους και δημόσιες τελετές. Διατηρείται και μέσα από την επίμονη εργασία της καταγραφής, της διασταύρωσης και της προστασίας των τεκμηρίων. Κάθε έγγραφο μπορεί να αποτελέσει μια μαρτυρία για το πώς οργανώθηκαν οι διώξεις, πώς λειτούργησε ο μηχανισμός καταναγκαστικής εργασίας και ποιες συνέπειες είχε ο ναζισμός για εκατομμύρια ανθρώπους. Ταυτόχρονα, μπορεί να προσφέρει σε μια οικογένεια μια πληροφορία που αναζητούσε επί δεκαετίες.

Σε μια περίοδο κατά την οποία η παραπληροφόρηση και η διαστρέβλωση ιστορικών γεγονότων εξακολουθούν να αποτελούν πρόκληση, η πρόσβαση στις πρωτογενείς πηγές αποκτά ιδιαίτερη σημασία. Τα αρχεία δεν απαντούν σε κάθε ερώτημα, ούτε μπορούν να αναπληρώσουν τα τεκμήρια που χάθηκαν. Μπορούν, όμως, να διασώσουν όσα εξακολουθούν να υπάρχουν και να επιτρέψουν στις επόμενες γενιές να τα μελετήσουν. Στο Μπαντ Άρολσεν, η αναζήτηση δεν αφορά μόνο το τι συνέβη στο παρελθόν. Αφορά και τη δυνατότητα να μη χαθούν ξανά τα ίχνη ανθρώπων που βρέθηκαν στο επίκεντρο ενός από τα μεγαλύτερα εγκλήματα της ευρωπαϊκής ιστορίας.

Συνέχεια ανάγνωσης

Αναλύσεις

Η ιστορία του Καπετανίδη στον Ισραηλινό Τύπο

Η ζωή, η δημοσιογραφική δράση και η θυσία του Νίκου Καπετανίδη αναδεικνύονται στην Israel Hayom, μέσα από άρθρο του Χρήστου Κωνσταντινίδη, που θέτει στο επίκεντρο τη Γενοκτονία των Ελλήνων του Πόντου και την άρνηση της Τουρκίας να αναμετρηθεί με το ιστορικό της παρελθόν.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Στον ισραηλινό Τύπο φτάνει η ιστορία του Νίκου Καπετανίδη, του Πόντιου δημοσιογράφου που οδηγήθηκε στην αγχόνη στην Αμάσεια, στις 21 Σεπτεμβρίου 1921, επειδή υπερασπίστηκε με την πένα και τη δημόσια στάση του τον Ελληνισμό του Πόντου.

Με άρθρο που δημοσιεύθηκε στις 13 Οκτωβρίου 2026 στην Israel Hayom, ο δημοσιογράφος και διευθυντής σύνταξης του Geopolitico.gr, Χρήστος Κωνσταντινίδης, παρουσιάζει στο διεθνές αναγνωστικό κοινό τη διαδρομή του εκδότη της «Εποχής». Παράλληλα, συνδέει την ιστορική του μαρτυρία με το σημερινό ζήτημα της λογοδοσίας και την επιλεκτική στάση της Άγκυρας απέναντι στα εγκλήματα του παρελθόντος.

Το δημοσίευμα φέρει τον τίτλο «Turkey demands accountability from Israel – but not from itself», δηλαδή «Η Τουρκία απαιτεί λογοδοσία από το Ισραήλ – αλλά όχι από τον εαυτό της».

Η αφετηρία του άρθρου είναι η εκτέλεση του 32χρονου Καπετανίδη. Γεννημένος στη Ριζούντα το 1889 και απόφοιτος του Φροντιστηρίου Τραπεζούντας, ο δημοσιογράφος εξέδωσε το 1918 την εφημερίδα «Εποχή», καταγράφοντας τις διώξεις και τη βία που υφίσταντο οι ελληνικοί πληθυσμοί στην Τραπεζούντα και στα χωριά του Πόντου.

Μέσα από αναφορές στη μαρτυρία του Δημήτρη Ψαθά στη «Γη του Πόντου», ο Κωνσταντινίδης σκιαγραφεί έναν άνθρωπο με ορμή, πατριωτικό φρόνημα και βαθιά πίστη στην ελευθερία. Έναν εκδότη που αντιλαμβανόταν τη δημοσιογραφία ως ευθύνη απέναντι στον λαό του και κατονόμαζε τους υπευθύνους των διωγμών, γνωρίζοντας ότι κάθε φύλλο της εφημερίδας του μπορούσε να χρησιμοποιηθεί εναντίον του.

Ιδιαίτερη θέση στο άρθρο έχει η αντιπαράθεσή του με τον Τοπάλ Οσμάν, τον παραστρατιωτικό αρχηγό που συνδέθηκε με σφαγές, λεηλασίες και εκτοπισμούς Ελλήνων και Αρμενίων. Όπως υπογραμμίζεται, ο Καπετανίδης δεν υποχώρησε μπροστά στις απειλές του, ούτε άλλαξε τη γραμμή της εφημερίδας για να εξασφαλίσει την προσωπική του σωτηρία.

Το δημοσίευμα περιγράφει τα λεγόμενα «Δικαστήρια Ανεξαρτησίας» της Αμάσειας ως μηχανισμό εξόντωσης της ηγεσίας του ποντιακού Ελληνισμού. Κληρικοί, εκπαιδευτικοί, επιχειρηματίες και δημοσιογράφοι βρέθηκαν αντιμέτωποι με διαδικασίες στις οποίες, σύμφωνα με την ανάλυση του αρθρογράφου, η καταδίκη είχε ουσιαστικά προαποφασιστεί.

Απέναντι στους κατηγόρους του, ο Καπετανίδης υπερασπίστηκε ανοιχτά την εθνική του θέση. Όταν κατηγορήθηκε ότι αγωνιζόταν για την ανεξαρτησία του Πόντου, δήλωσε ότι επιδίωκε και την ένωσή του με την Ελλάδα. Το άρθρο αναφέρεται και στην τελευταία του κραυγή πριν από τον απαγχονισμό: «Ζήτω η Ελλάς!»

Κεντρικό σημείο της παρέμβασης αποτελεί η διάσωση του αρχείου της «Εποχής» από τον αδελφό του, Κώστα Καπετανίδη, ο οποίος το μετέφερε στην Ελλάδα. Η ψηφιοποίησή του, επισημαίνει ο Κωνσταντινίδης, δημιουργεί δυνατότητες ευρύτερης μελέτης και διεθνούς αξιοποίησης.

Πρόκειται για τεκμήρια γραμμένα την ώρα που εξελίσσονταν οι διωγμοί. Ο αρθρογράφος προτείνει τη μετάφραση, την επιστημονική επεξεργασία και την παρουσίασή τους σε κοινοβούλια, πανεπιστήμια και διεθνείς οργανισμούς, ως μέρος μιας οργανωμένης προσπάθειας για τη διεθνή αναγνώριση της Γενοκτονίας.

Η σύνδεση με το σήμερα γίνεται μέσα από την κριτική στην Τουρκία, η οποία κατηγορεί το Ισραήλ για γενοκτονία στη Γάζα, ενώ εξακολουθεί να αρνείται τη Γενοκτονία των Ελλήνων του Πόντου. Το άρθρο διευκρινίζει ότι οι καταγγελίες κατά του Ισραήλ πρέπει να κρίνονται με βάση τα αποδεικτικά στοιχεία και το δίκαιο. Θέτει, όμως, ταυτόχρονα το ζήτημα της συνέπειας: ένα κράτος που απαιτεί έλεγχο της συμπεριφοράς άλλων κρατών οφείλει να δέχεται τον έλεγχο και της δικής του ιστορικής διαδρομής.

Μέσα από την ιστορία του Καπετανίδη, η παρέμβαση στην Israel Hayom αναδεικνύει έτσι ένα συγκεκριμένο αίτημα: η διασωθείσα μαρτυρία της «Εποχής» να αποκτήσει τη διεθνή παρουσία που της αναλογεί, μεταφέροντας την ιστορική τεκμηρίωση του ποντιακού Ελληνισμού πέρα από τα ελληνικά σύνορα.

Διαβάστε το άρθρο στην Israel Hayom.

Συνέχεια ανάγνωσης

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ

Αναλύσεις8 λεπτά πριν

Γιατί το Πεντάγωνο ανησύχησε τόσο πολύ για τα βομβαρδιστικά B-1 στην Αγγλία

Το περιστατικό συμβολίζει τη σταδιακή υποχώρηση της αμερικανικής επιρροής και την αυξανόμενη αβεβαιότητα στο διεθνές περιβάλλον, όπου αντίπαλοι όπως το...

Άμυνα38 λεπτά πριν

Παρέλαση από το μέλλον: Τα υπερσύγχρονα συστήματα «Spyder» και «David’s Sling»

Η φετινή παρέλαση της 28ης Οκτωβρίου δεν θα έχει σχέση με τις προηγούμενες, αναφέρουν από το υπουργείο Εθνικής Αμυνας, καθώς...

Αναλύσεις1 ώρα πριν

Αντι-NAVTEX της Τουρκίας ανοιχτά της Καρπάθου μετά την ελληνική οδηγία για άσκηση

Η Άγκυρα απάντησε στην ελληνική NAVTEX για πολυεθνική άσκηση με αντι-οδηγία, αξιώνοντας δικαιοδοσία στην περιοχή ανοιχτά της Καρπάθου. Η Αθήνα...

Αναλύσεις2 ώρες πριν

Εγκολφόπουλος: «Δεν χρειάζεται καμία ενημέρωση της Τουρκίας για το καλώδιο»

Την πεποίθηση ότι η ηλεκτρική διασύνδεση Ελλάδας–Κύπρου θα προχωρήσει στην προβλεπόμενη διαδρομή, χωρίς να απαιτείται ενημέρωση ή συναίνεση της Τουρκίας,...

Αναλύσεις2 ώρες πριν

Η «σύγκρουση» στην κορυφή της ΕΕ και «Made in Europe» στην Τουρκία

Όταν όμως και σήμερα, πολιτειακοί αξιωματούχοι (Κυβέρνησης και Βουλής) σε Κύπρο κι Ελλάδα προωθούν την «θετική ατζέντα» προς την Τουρκία,...

Δημοφιλή