Ακολουθήστε μας

Διεθνή

Διπλωματία των τρυπανιών και των κανονιοφόρων…

Δημοσιεύτηκε στις

Πότε και κάτω από ποιες συνθήκες μπορεί να προκύψει κρίση

Γιάννος Χαραλαμπίδης

Τα πλοκάμια της Λερναίας Ύδρας των Αθηνών και τα παιχνίδια του Σουλτάνου Αμπντούλ Χαμίτ Χαν – Πότε και κάτω από ποιες συνθήκες μπορεί να προκύψει κρίση και γιατί Γερμανία και ΗΠΑ δεν θέλουν να δουν να παίρνει φωτιά η θάλασσα του Αιγαίου

Η Τουρκία θέτει εκ νέου σε εφαρμογή τη διπλωματία των τρυπανιών υπό τη σκιά του τουρκικού στόλου και της στρατηγικής των κανονιοφόρων. Με την πολιτική της αυτή, απειλεί να επιφέρει τρικυμία στην ανατολική Μεσόγειο και νέα κρίση στις σχέσεις της με την Ελλάδα και την Κύπρο. Στις 9 Αυγούστου, δηλαδή σε δύο ημέρες, ο Τούρκος Πρόεδρος Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν θα ανακοινώσει επίσημα πού θα κινηθεί το τέταρτο γεωτρύπανο, που φέρει την ονομασία του Σουλτάνου Αμπντούλ Χαμίτ Χαν, στην ανατολική Μεσόγειο. Και είναι όλα ανοιχτά προς τα πού θα κατευθυνθεί. Από τα νότια της Κύπρου έως τα ανοιχτά του Καστελλόριζου και στον άξονα του τουρκολυβικού μνημονίου. Είναι θέμα πού θέλει να κτυπήσει και τι να προβάλει ο Ερντογάν. Εάν, δηλαδή, θα αμφισβητήσει την ελληνική υφαλοκρηπίδα ή εάν θα αναδείξει τα λεγόμενα κυριαρχικά δικαιώματα του ψευδοκράτους που τελεί υπό την τουρκική κηδεμονία.

Ο ελληνικός σχεδιασμός και η αχίλλειος πτέρνα

Η Ελλάδα δηλώνει έτοιμη να ενεργήσει στη βάση του κωδικού Σχεδίου, Λερναία Ύδρα. Πρόκειται για σχεδιασμό του Γενικού Επιτελείου Ενόπλων Δυνάμεων, που περιλαμβάνει διάφορα σενάρια προκλήσεων, από την απλή παρακολούθηση έως την αντιμετώπιση κατάστασης που αφορά έρευνα ή είσοδο τουρκικού σκάφους εντός της ελληνικής υφαλοκρηπίδας και απόπειρας για χρήση τρυπανιού. Το ζήτημα δεν είναι τι προβλέπει ένας σχεδιασμός, αλλά η πολιτική βούληση και οι διεθνείς συγκυρίες. Στο σκηνικό αυτό περιλαμβάνεται και η Κύπρος, υπό την έννοια ότι συνιστά τη αχίλλειο πτέρνα του Ελληνισμού. Συνεπώς, τι θα συμβεί σε περίπτωση διάχυσης μιας κρίσης ή της περίπτωσης κατά την οποία οι Τούρκοι θα ενεργήσουν στα οικόπεδα που βρίσκονται εντός της κυπριακής ΑΟΖ;

Η περικύκλωση της ΑΟΖ…

Εάν λοιπόν η Τουρκία θέλει να αναδείξει τη σημασία του ψευδοκράτους ως διεθνούς οντότητας, θα στραφεί ακόμη και προς τον νότο, σε οικόπεδα που ανήκουν στην ΑΟΖ της Κυπριακής Δημοκρατίας, αλλά τα οποία η τουρκική πλευρά ισχυρίζεται ότι βρίσκονται εντός της λεγόμενης ΑΟΖ του ψευδοκράτους. Δεν θα διστάσει η Άγκυρα, μαζί με την τουρκική, να υψώσει και τη σημαία του ψευδοκράτους. Η άλλη επιλογή που δεν αποκλείει την ανωτέρω, είναι η εξής: Η Τουρκία θα κινηθεί προς τα ανοικτά της Πάφου, όπου βρίσκεται η δική της υφαλοκρηπίδα, και στην περιοχή του Καστελλόριζου και του τουρκολυβικού μνημονίου, για να αποδείξει: 1. Την ισχύ του μνημονίου, και 2. Να αμφισβητήσει την ελληνική κυριαρχία. Σε κάθε περίπτωση οι κινήσεις αυτές είναι στη λογική μικρής, αφενός, εικόνας, δηλαδή της τουρκικής λίμνης που εκτείνεται από τη Μαρμαρίδα έως την Αλεξανδρέττα και καλύπτει τις βόρειες θάλασσες της Κύπρου και δη πλησίον του ακρωτηρίου του Αποστόλου Ανδρέα, το οποίο θεωρείται υψίστης στρατηγικής σημασίας. Αφετέρου, είναι ενταγμένες στη μεγάλη εικόνα της Γαλάζιας Πατρίδας, της οποίας τμήμα είναι ολόκληρη η Κύπρος. Εάν δει κάποιος τον χάρτη των τουρκικών διεκδικήσεων, θα αντιληφθεί ότι όχι μόνο περιορίζει την ΑΟΖ της Κυπριακής Δημοκρατίας στο 6%, αλλά, ταυτοχρόνως, την περικυκλώνει από όλα τα σημεία του ορίζοντα, σε περίπτωση ομοσπονδιακής λύσης.

Ισχυρό χαρτί και αχίλλειος πτέρνα

Το ερώτημα είναι μέχρι πού μπορεί να φτάσει η Τουρκία. Και το ερώτημα αυτό είναι συναφές: Α) Με τις δυνατότητες, από τη μια, της Ελλάδας, και, από την άλλη, της Κύπρου. Β) Με τις διεθνείς εξελίξεις σε συνάρτηση με τα συμφέροντα που θέλει να εξυπηρετήσει η Άγκυρα με την ΕΕ και τις ΗΠΑ. Σε αυτές τις εξελίξεις προστίθεται και το τουρκικό εσωτερικό σκηνικό ενόψει εκλογών, που παραπέμπει στην ακόλουθη λογική: Ο Ερντογάν δεν πρόκειται να προβεί σε κινήσεις οι οποίες θα του προκαλέσουν κόστος. Και αυτό, διότι, η αντιπαράθεση με την Ελλάδα και την Κύπρο και δη στον τομέα της ενέργειας όπου επενδύει, είναι το ισχυρό του χαρτί, ενόψει των εκλογών, αφού τα θέματα της οικονομίας, που ήταν άλλοτε η αιχμή του δόρατός του στο παρελθόν, τώρα μετατρέπονται σε αχίλλειο πτέρνα. Συνεπώς, δεν θα βγάλει το γεωτρύπανο για να αυτοκτονήσει, αλλά για να πωλήσει τσαμπουκά, ώς το σημείο εκείνο που δεν θα ρισκάρει να τα χάσει όλα. Δηλαδή, θα επιδιώξει να εμφανίσει, και δη εσωτερικά, την ενέργειά του ως άλλη μια νίκη.

Γερμανικά και αμερικανικά συμφέροντα

Θεωρητική αποτροπή θα ήταν δυνατό να αποτελέσουν τα συμφέροντα των ΗΠΑ και της Γερμανίας. Και εξηγούμε: Πρώτον, ούτε οι ΗΠΑ, ούτε η ΕΕ θέλουν ταραγμένα νερά και κρίση στο Αιγαίο. Σε ό,τι αφορά την Κύπρο, η Τουρκία γνωρίζει ότι έχει πλήρη κυριαρχία στη θάλασσα, αλλά και κάτι άλλο: Η Κυβέρνηση θα δεχθεί διαμαρτυρόμενη μια νέα ταπείνωση. Διότι, δεν διαθέτει αποτροπή. Στο Αιγαίο λοιπόν: α) Η Γερμανία, ως η κινητήρια δύναμη της ΕΕ, που πλήττεται από τα ενεργειακά αντίμετρα της Μόσχας, ουδόλως θα ήθελε μια κρίση στο Αιγαίο. Γιατί; Διότι η Ελλάδα είναι κράτος μέλος της ΕΕ και της ευρωζώνης. Ο αντίκτυπος μιας τέτοιας κρίσης επί των αγορών και του ευρώ θα είναι σημαντικός και θα επηρεάσει ακόμη πιο αρνητικά την ήδη βεβαρημένη οικονομική κατάσταση στην ΕΕ και δη στη Γερμανία. Δεν ήταν τυχαία η επίσκεψη της Γερμανίδας Υπουργού των Εξωτερικών Αναλένας Μπέρμποκ την περασμένη βδομάδα στην Ελλάδα και την Τουρκία και η σαφής θέση της για τον σεβασμό των ελληνικών κυριαρχικών δικαιωμάτων στη λογική ότι: Τα σύνορα της Ελλάδας και της Κύπρου είναι σύνορα της ΕΕ. Από μια κρίση Ελλάδας – Τουρκίας δεν θα τσακιστούν μόνον οι οικονομίες αμφοτέρων των χωρών, αλλά θα επηρεαστεί ολόκληρη η Ευρώπη, που αντιμετωπίζει οξεία προβλήματα πληθωρισμού και βρίσκεται μπροστά στο φάσμα της ύφεσης, αφού οι τιμές του φυσικού αερίου και του πετρελαίου, από τις οποίες τα νοικοκυριά και οι επιχειρήσεις εξαρτώνται, τελούν υπό τον έλεγχο της Ρωσίας, η οποία χειραγωγεί τις τιμές. β) Οι ΗΠΑ ουδόλως θα ήθελαν να δουν τη συνοχή του ΝΑΤΟ να τινάζεται στον αέρα, λόγω της τουρκικής επιθετικότητας. Επί τούτου, όμως, εγείρεται το εξής ερώτημα: Για να πάμε σε στρατιωτική κρίση, σημαίνει ότι και η Ελλάδα και η Τουρκία είναι αποφασισμένες για τους δικούς τους λόγους να το πράξουν. Η πρωτοβουλία κινήσεων ανήκει στην Άγκυρα. Ας προσέξουμε, λοιπόν, το εξής: Επειδή οι ΗΠΑ δεν θέλουν να τιναχθεί η νοτιοανατολική πτέρυγα του ΝΑΤΟ στον αέρα, ουδόλως σημαίνει ότι θα τραβήξουν το αφτί της Τουρκίας και δεν θα ζητήσουν από την Ελλάδα αυτοσυγκράτηση, ασχέτως εάν η άλλη πλευρά παραβιάσει την ελληνική υφαλοκρηπίδα ή τις λεγόμενες αμφισβητούμενες περιοχές. Συνεπώς, το γεγονός ότι η Γερμανία και οι ΗΠΑ δεν θέλουν κρίση, δεν σημαίνει ότι οι πιέσεις θα στραφούν προς την Άγκυρα ή μόνο προς αυτήν. Εξαρτάται πώς η Ελλάδα συμπεριφέρεται στο παρασκήνιο. Κατά πόσο, δηλαδή, έχει ξεκαθαρίσει ότι, εάν παραβιαστεί η δική της υφαλοκρηπίδα ή δικά της ζωτικά – κυριαρχικά δικαιώματα, θα απαντήσει ακόμη και στρατιωτικά. Σίγουρο είναι ότι οι Αμερικανοί δεν θα ήθελαν να ανοίξει μέτωπο μεταξύ «συμμάχων», διότι έχουν ήδη ανοικτό μέτωπο στην Ουκρανία και δεν θα ήθελαν «ενδοσυμμαχικό ζήτημα» που θα επιφέρει συνθήκες αποσταθεροποίησης, σε μια περίοδο κατά την οποία μπορεί να προκύψει κλιμάκωση της έντασης, που θα μετατραπεί σε κλιμακούμενη κρίση μεταξύ της Κίνας και της Ταϊβάν.

Η λογική και το χειρότερο σενάριο…

Σημαντικό είναι και το εξής ερώτημα: Θα φτάσει ο Ερντογάν στα άκρα ή θα βρει εκείνη τη φόρμουλα που θα προκαλέσει μεν, αλλά θα μείνει στα όρια των αμφισβητούμενων περιοχών, για να το εμφανίσει ως νίκη χωρίς να μπει σε κρίση; Η πρώτη παράμετρος είναι το θέμα των F-16. Εάν προχωρήσει σε κρίση, τότε χάνει τα F-16 και, αν χάσει την κρίση, θα χάσει την εξουσία και θα κινδυνεύσει και ο ίδιος. Θα τον περάσουν από δίκη. Το επικίνδυνο και για τον Ερντογάν και για την Ελλάδα είναι η στάση της τουρκικής αντιπολίτευσης, η οποία έχει πιο σκληρές θέσεις από τον Τούρκο Πρόεδρο, αφού, ούτε λίγο, ούτε πολύ, τον αποκαλεί δειλό, επειδή δεν έχει αρπάξει ακόμη ένα με δύο ελληνικά νησιά. Τονίζει, μάλιστα, ότι, αν το πράξει, θα τον στηρίξει, ενώ, στο Κυπριακό, η θέση των Κεμαλιστών είναι σαφής: Κακώς διαπραγματεύεται ο Ερντογάν, διότι, γι’ αυτούς, το Κυπριακό έχει κατ΄ ελάχιστον κλείσει το 1974. Η λογική λέει ότι ο Ερντογάν θα υιοθετήσει μια τακτική η οποία, χωρίς κρίση, θα του δίνει τη δυνατότητα, και διεθνώς και εσωτερικά, να ισχυρίζεται ότι πετυχαίνει τους στόχους του. Η στρατηγική, πάντως, λέει ότι ο αμυνόμενος, δηλαδή Κύπρος και Ελλάδα, οφείλουν να λαμβάνουν υπόψη το χείριστο σενάριο, για να μπορούν να βρίσκουν τρόπους αποτροπής.

Τα σύνορα της ΕΕ και τα ΜΟΕ

Στην Κύπρο τα πράγματα είναι πιο εύκολα για την Τουρκία. Διότι, δεν έχουμε δυνάμεις αντίδρασης. Εάν μπει σε οικόπεδα της Κυπριακής Δημοκρατίας στον νότο και αν κατεβάσει τρυπάνι το Αμνπτούλ Χαμίντ Χαν, πώς θα ενεργήσει η Κυβέρνηση; Θα διενεργήσει πόλεμο; Όχι, βέβαια. Ακόμα κι αν θέλει, δεν μπορεί. Και κανείς δεν τον θέλει. Και ας μην σπεύσει κάποιος να ισχυριστεί, όπως το έπραξε λανθασμένα ο Πρόεδρος, ότι, επειδή δεν έχουμε ναυτικό, δεν έχουμε πρόβλημα. Ότι όλα είναι μέλι γάλα… Οι κρίσεις αποφεύγονται όταν έχεις αξιόπιστη αποτροπή και ο αντίπαλός σου γνωρίζει ότι το κόστος από τη δράση του θα είναι μεγαλύτερο από το όφελος. Όμως, όταν δεν έχεις αποτροπή, τότε καταπίνεις τον εξευτελισμό και χάνεις κυριαρχικά δικαιώματα, συν το ότι οδηγείσαι προς καθεστώς προτεκτοράτου. Όπως έχουμε ήδη καταγράψει, η Γερμανίδα Υπουργός Εξωτερικών είπε ότι τα σύνορα της Ελλάδας και της Κύπρου είναι σύνορα της ΕΕ και δικά της. Ειδικώς η Λευκωσία, τι έπραξε; Δηλαδή, πώς χρησιμοποιεί διπλωματικά και νομικά αυτήν τη στιγμή τη σαφή θέση της Γερμανίας για να προβάλει την κατοχή της Κύπρου συνδέοντάς την με την κρίση μεταξύ Ουκρανίας και Ρωσίας, την οποία Ρωσία ο δυτικός κόσμος τιμωρεί; Η Λευκωσία αντιδρά με τα ΜΟΕ, τα οποία εξελίσσονται σε μπούμερανγκ. Γιατί; Διότι, όπως ενθυμείστε, όταν ο ΥπΕξ, I. Κασουλίδης, έλεγε ότι τα δικά του ΜΟΕ, στα οποία προσέφερε την Τύμπου, με ό,τι αυτό συνεπάγεται στα ζητήματα της χωριστής κυριαρχίας, τόνιζε ταυτοχρόνως ότι δεν ήταν take it or leave it. Με άλλα λόγια, ήταν έτοιμος να συζητήσει και ανάλογες προτάσεις από την τουρκική πλευρά. Και όταν αυτές ήρθαν στην πρακτική εφαρμογή των δύο κρατών, έτρεχε να σβήσει τις φωτιές στον ΟΗΕ, δηλαδή εντός του ψηφίσματος του Συμβουλίου Ασφαλείας, που ο ίδιος άναψε.

Η διπλωματική αποτροπή και το εμπάργκο

Η πολιτική της Κυβέρνησης είναι αδιέξοδη στο Κυπριακό και αποτυχημένη στην ενέργεια και στα ζητήματα της ασφάλειας. Διότι, δεν κατάφερε να επιτύχει:

  1. Μορφή υποτυπώδους αυτοδύναμης άμυνας. 2. Συμμαχίες στην πράξη και όχι στα χαρτιά. Αυτό σημαίνει στρατηγικό σχεδιασμό με προϋπόθεση την αξιοπιστία, τη διάθεση πόρων και την επένδυση μέσω συνεργασιών για τη μεταφορά τμημάτων των πολεμικών βιομηχανιών από άλλες φιλικές χώρες , όπως η Σερβία και το Ισραήλ, για να συμμετέχουμε αποτελεσματικά στην PESCO. Και, αυτό, μπορεί να γίνει ταυτόχρονα με την επιστράτευση των Πανεπιστημιακών Ιδρυμάτων στον συναφή, με το θέμα, τομέα της τεχνολογίας. 3. Τη συμμετοχή στη Στρατηγική Πυξίδα μαζί με την Ελλάδα και με άλλα κράτη της περιοχής που δεν ανήκουν στην Ε.Ε. Εάν η Τουρκία θέλει να λάβει μέρος, θα πρέπει να σεβαστεί τα σύνορα της ΕΕ, όπως λέει η Γερμανίδα Υπουργός Εξωτερικών, με αρχή, την αποχώρηση των τουρκικών στρατευμάτων από την Κύπρο. Εάν η Τουρκία συνεχίσει την πολιτική της, σαφώς θα πρέπει να επιβληθεί στρατιωτικό εμπάργκο από την Ευρώπη ανάλογο με εκείνο που επιβάλλουν οι ΗΠΑ για τα F-16 και F-35. 4. Απόφαση από την ΕΕ της αυτόματης ενεργοποίησης του άρθρου 42,7 της ΕΕ, που αναφέρει ότι, εάν κράτος μέλος της ΕΕ δεχθεί επίθεση από τρίτο κράτος, τα υπόλοιπα τού προσφέρουν στήριξη, ακόμη και στρατιωτική.

Τροφοδότηση της επιθετικότητας

Τα ανωτέρω συνιστούν βασικούς πυλώνες αποτροπής εντός της ΕΕ, υπό την έννοια ότι, σε περίπτωση κρίσης, το ζήτημα δεν είναι μόνο ηθικό και πολιτικό ή αρχών, αλλά διακύβευσης των συμφερόντων της ίδιας της ΕΕ, που θα πληγούν από την Τουρκία. Αληθές είναι ότι

δεν οικοδομείται αποτροπή με τα ΜΟΕ. Το αντίθετο συμβαίνει. Τροφοδοτείται η επιθετικότητα. Επί μακρόν τονίζαμε ότι η ΕΕ πρέπει να αντιληφθεί ότι, εάν η Τουρκία προκαλέσει επεισόδιο στην Ελλάδα ή στην Κύπρο, το πρόβλημα, ειδικώς τώρα από οικονομικής άποψης, θα στραφεί προς την ΕΕ και δη προς τη Γερμανία. Μεσοπρόθεσμα και μακροπρόθεσμα η Γαλάζια Πατρίδα έχει ως στόχο τον έλεγχο των εναέριων και θαλάσσιων οδών της ενέργειας και του εμπορίου από και προς το Σουέζ υπέρ των τουρκικών συμφερόντων, στη λογική της αναθεωρητικής πολιτικής της Άγκυρας, τμήμα της οποίας είναι η Κύπρος. Αυτά, σιγά σιγά, κυρίως λόγω της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής και των ιστορικών συγκυριών, έγιναν αρχικά αντιληπτά από τη Γαλλία και τώρα από τη Γερμανία, ακόμη και από τις ΗΠΑ. Στη Λευκωσία, βεβαίως, έχουν την ψευδαίσθηση ότι μπορούν να καλύπτουν την αποτυχία τους με τα ΜΟΕ…

Σημερινή

Ο Σταύρος Καλεντερίδης, ξεκίνησε τις σπουδές του στην Αθήνα, σπουδάζοντας Πολιτική Επιστήμη στο Εθνικό Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών. Έπειτα από τέσσερα χρόνια συμμετοχής στα φοιτητικά όργανα συνδιοίκησης της σχολής του και σε διάφορες οργανώσεις νέων, αποφάσισε να συνεχίσει τις σπουδές του στο εξωτερικό. Στη Βοστόνη των Η.Π.Α. ολοκλήρωσε δύο μεταπτυχιακά προγράμματα, στις Διεθνείς Σχέσεις (Αμερικανική εξωτερική πολιτική) και στην Επικοινωνία (Πολιτική Επικοινωνία), ενώ παράλληλα εργάστηκε στο Ελληνικό Προξενείο της Βοστόνης, στη σχολή του ως βοηθός έρευνας και σε δύο πολιτικές καμπάνιες Αμερικανών πολιτικών (Δημοκρατικών – Ρεπουμπλικάνων). Μετά από τρία χρόνια στις Η.Π.Α., άκουσε το κάλεσμα της πατρίδας του και επέστρεψε πίσω με μεγάλο πόθο για προσφορά στην Ελλάδα. Υπήρξε ιδρυτικό μέλος δύο κοινωφελών οργανισμών, του δέλτα – πολιτική επανάσταση (πολιτικός οργανισμός) και της Λεοντίδας (ίδρυμα προώθησης θεμάτων ιστορίας, πολιτισμού και δημοκρατίας). Σήμερα ζει και εργάζεται στην Αθήνα, ασχολείται με διάφορα εγχειρήματα πολιτικής διπλωματίας και δημοκρατίας, γράφει πολιτικά άρθρα, σχολιάζει την επικαιρότητα και συνεχίζει την προσωπική του μελέτη στην ιστορία και την πολιτική φιλοσοφία.

Συνέχεια ανάγνωσης

Διεθνή

Προειδοποίηση της Ελβετίας: Το υψηλό ευρωπαϊκό χρέος θα μπορούσε να πυροδοτήσει μια κρίση του ευρώ

Τα αυξανόμενα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη και πέραν αυτής εγκυμονούν κινδύνους για την οικονομική σταθερότητα και θα μπορούσαν να πυροδοτήσουν μια κρίση του ευρώ, δήλωσε την Παρασκευή η Ελβετίδα υπουργός Οικονομικών, Κάριν Κέλερ-Σούτερ.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Τα αυξανόμενα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη και πέραν αυτής εγκυμονούν κινδύνους για την οικονομική σταθερότητα και θα μπορούσαν να πυροδοτήσουν μια κρίση του ευρώ, δήλωσε την Παρασκευή η Ελβετίδα υπουργός Οικονομικών, Κάριν Κέλερ-Σούτερ.

Μιλώντας στον ελβετικό δημόσιο ραδιοτηλεοπτικό φορέα SRF, στην Μπανγκόκ —στο περιθώριο των ετήσιων συναντήσεων του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου και της Παγκόσμιας Τράπεζας—, η Κέλερ-Σούτερ ανέφερε ότι και οι τιμές της ενέργειας εντείνουν τις ανησυχίες μεταξύ των υπευθύνων χάραξης πολιτικής.

Η Ελβετία διαθέτει ένα από τα χαμηλότερα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη, ωστόσο η Κέλερ-Σούτερ τόνισε ότι, στο τρέχον περιβάλλον, είναι σημαντικό να εξετάζεται η ευρύτερη εικόνα.

«Είμαστε τόσο στενά διασυνδεδεμένοι σε διεθνές επίπεδο, ώστε καθιστάμεθα επίσης ευάλωτοι, για παράδειγμα, στην περίπτωση που προκύψει κρίση χρέους εξαιτίας του δημόσιου χρέους μεγάλων χωρών. Σκέφτομαι συγκεκριμένα τις Ηνωμένες Πολιτείες, αλλά και την Ευρώπη. Υπάρχει η περίπτωση της Γαλλίας — κάτι που θα μπορούσε να οδηγήσει σε κρίση του ευρώ», δήλωσε η Κέλερ-Σούτερ στο δίκτυο SRF.

Το δημόσιο χρέος της Γαλλίας, τα δημοσιονομικά ελλείμματα και η υποτονική οικονομική ανάπτυξη έχουν εντείνει τις ανησυχίες για την κατάσταση των δημόσιων οικονομικών της, καθώς ο πολιτικός κατακερματισμός έχει καταστήσει πιο περίπλοκες τις προσπάθειες δημοσιονομικής εξυγίανσης.

 

Συνέχεια ανάγνωσης

Αναλύσεις

Η Κίνα βρίσκει δρόμο που παρακάμπτει το Πακιστάν – Ο διάδρομος Ουαχάν αλλάζει τις γεωπολιτικές ισορροπίες

Μία νέα οδική αρτηρία μήκους 121 χιλιομέτρων στο βορειοανατολικό Αφγανιστάν δημιουργεί τις προϋποθέσεις για απευθείας χερσαία σύνδεση με την Κίνα, χωρίς διέλευση από το Πακιστάν. Η ολοκλήρωση του δρόμου στον ιστορικό διάδρομο Ουαχάν αποκτά ιδιαίτερη γεωπολιτική σημασία, καθώς το Πεκίνο αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα ασφαλείας με τις επενδύσεις του στο Πακιστάν, ενώ η Καμπούλ επιδιώκει να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Μία σημαντική εξέλιξη στις χερσαίες μεταφορές και στις γεωπολιτικές ισορροπίες της Κεντρικής Ασίας καταγράφεται στο Αφγανιστάν, με την ολοκλήρωση νέου δρόμου στον στρατηγικής σημασίας διάδρομο Ουαχάν.

Σύμφωνα με ανάλυση του Imran Khurshid που δημοσιεύθηκε στις 9 Οκτωβρίου 2026 στο Asia Times, οι αφγανικές αρχές εγκαινίασαν οδική διαδρομή 121 χιλιομέτρων, η οποία εκτείνεται από την περιοχή Μπρογκίλ έως τα σύνορα με την Κίνα, στην επαρχία Μπανταχσάν.

Το έργο κόστισε περίπου 365 εκατομμύρια αφγάνι, ποσό που αντιστοιχεί σε περίπου 5,5 εκατομμύρια δολάρια.

Κατά τις αφγανικές ανακοινώσεις, κατασκευάστηκε από ντόπιους μηχανικούς και εργαζομένους, χωρίς τη συμμετοχή ξένων τεχνικών συμβούλων.

Η νέα διαδρομή φθάνει στα σινοαφγανικά σύνορα. Αυτό, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι λειτουργεί ήδη πλήρης διεθνής εμπορευματικός διάδρομος, καθώς εξακολουθούν να υπάρχουν σημαντικοί τεχνικοί και συνοριακοί περιορισμοί.

Γιατί ο διάδρομος Ουαχάν έχει στρατηγική σημασία

Ο διάδρομος Ουαχάν αποτελεί μια στενή λωρίδα αφγανικού εδάφους ανάμεσα στο Τατζικιστάν, το Πακιστάν και την Κίνα.

Η γεωγραφική του διαμόρφωση συνδέεται με τον ανταγωνισμό της Βρετανικής και της Ρωσικής Αυτοκρατορίας κατά τον 19ο αιώνα.

Η περιοχή διατηρήθηκε ως ζώνη διαχωρισμού των δύο αυτοκρατορικών σφαιρών επιρροής, αποτελώντας ένα από τα χαρακτηριστικότερα γεωγραφικά κατάλοιπα του λεγόμενου «Μεγάλου Παιχνιδιού».

Σήμερα, η ίδια περιοχή αποκτά νέα σημασία, αυτή τη φορά λόγω της προσπάθειας σύνδεσης της Κίνας με το Αφγανιστάν και ευρύτερα με την Κεντρική Ασία.

Ο δρόμος ανοίγει τη δυνατότητα δημιουργίας μιας εναλλακτικής οδού μεταφορών, περιορίζοντας δυνητικά την ανάγκη διέλευσης από το πακιστανικό έδαφος.

Το πρόβλημα της Κίνας με τον οικονομικό διάδρομο CPEC

Το ενδιαφέρον της εξέλιξης εντοπίζεται κυρίως στην προσπάθεια του Πεκίνου να περιορίσει την εξάρτησή του από ευάλωτες υποδομές.

Ο Οικονομικός Διάδρομος Κίνας–Πακιστάν, γνωστός ως CPEC, αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα προγράμματα της κινεζικής πρωτοβουλίας Belt and Road.

Μέσω του συγκεκριμένου σχεδίου, η Κίνα επιχειρεί να ενισχύσει τις εμπορικές και ενεργειακές συνδέσεις της με τη Νότια Ασία και την Αραβική Θάλασσα.

Ωστόσο, η υλοποίηση των έργων έχει αντιμετωπίσει σοβαρές δυσκολίες.

Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, οργανώσεις αυτονομιστών έχουν πραγματοποιήσει επανειλημμένες επιθέσεις εναντίον κινεζικών συμφερόντων, εγκαταστάσεων και εργαζομένων.

Οι επιθέσεις αυτές έχουν επιβαρύνει την ασφάλεια των υποδομών και έχουν αυξήσει το κόστος προστασίας των κινεζικών επενδύσεων.

Παράλληλα, έχουν διατυπωθεί καταγγελίες για καθυστερήσεις, κακοδιαχείριση και προβλήματα διαφάνειας σε επιμέρους προγράμματα του CPEC.

Η εδαφική διαμάχη με την Ινδία

Μια επιπλέον γεωπολιτική δυσκολία συνδέεται με τη διέλευση του CPEC από το Γκιλγκίτ–Μπαλτιστάν.

Η περιοχή διοικείται από το Πακιστάν, αλλά διεκδικείται από την Ινδία, στο πλαίσιο της ευρύτερης διαμάχης για το Κασμίρ.

Το Νέο Δελχί έχει αντιταχθεί επανειλημμένα σε έργα που διέρχονται από εδάφη τα οποία θεωρεί τμήμα της δικής του επικράτειας.

Αυτό σημαίνει ότι ο οικονομικός διάδρομος Κίνας–Πακιστάν δεν αποτελεί μόνο αναπτυξιακό πρόγραμμα, αλλά συνδέεται με μία από τις πιο ευαίσθητες εδαφικές αντιπαραθέσεις της Ασίας.

Η δημιουργία εναλλακτικών διαδρομών μέσω του Αφγανιστάν θα μπορούσε μακροπρόθεσμα να προσφέρει στο Πεκίνο μεγαλύτερη ευελιξία.

Δεν υπάρχει, πάντως, ένδειξη ότι ο δρόμος του Ουαχάν μπορεί σήμερα να αντικαταστήσει τις μεγάλες μεταφορικές υποδομές του CPEC.

Η Καμπούλ επιχειρεί να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ

Για την κυβέρνηση των Ταλιμπάν, το έργο έχει και μία σαφή πολιτική διάσταση.

Το Αφγανιστάν εξαρτάται σε σημαντικό βαθμό από συνοριακές διαβάσεις και μεταφορικούς άξονες που περνούν από το Πακιστάν.

Οι επανειλημμένες εντάσεις ανάμεσα στις δύο χώρες έχουν προκαλέσει κλείσιμο συνοριακών περασμάτων, διακοπές εμπορικών ροών και επιβάρυνση της αφγανικής οικονομίας.

Μια εναλλακτική χερσαία διέξοδος προς την Κίνα θα μπορούσε, εφόσον αναπτυχθεί και καταστεί λειτουργική, να μειώσει τη δυνατότητα του Πακιστάν να χρησιμοποιεί τη γεωγραφική του θέση ως μέσο πίεσης προς την Καμπούλ.

Η αφγανική πλευρά αντιμετωπίζει το έργο ως σημαντική υποδομή οικονομικής και στρατηγικής αυτονομίας.

Η στάση της Κίνας και της Ρωσίας

Παρά την προοπτική άμεσης σύνδεσης, το Πεκίνο δεν έχει εγκαταλείψει τον οικονομικό διάδρομο CPEC ούτε έχει ανακοινώσει ότι ο Ουαχάν θα τον αντικαταστήσει.

Η Κίνα εξακολουθεί να διατηρεί σημαντικά οικονομικά και στρατηγικά συμφέροντα στο Πακιστάν.

Αντίστοιχα, η Ρωσία ενδιαφέρεται για τη σταθερότητα του Αφγανιστάν και για την ανάπτυξη νέων δικτύων επικοινωνίας στην Κεντρική Ασία.

Η δημιουργία περισσότερων επιλογών διασύνδεσης ενδέχεται να περιορίσει την αποκλειστική σημασία ορισμένων παραδοσιακών μεταφορικών διαδρομών.

Η πραγματική αξία του Ουαχάν θα εξαρτηθεί από τη βελτίωση των οδικών υποδομών, τη λειτουργία συνοριακών και τελωνειακών εγκαταστάσεων, τις καιρικές συνθήκες και τις πολιτικές αποφάσεις της Κίνας.

Το μήνυμα προς το Πακιστάν

Η νέα διαδρομή αναδεικνύει μια σημαντική γεωπολιτική πραγματικότητα: η γεωγραφική θέση ενός κράτους προσφέρει στρατηγικά πλεονεκτήματα, αλλά η αξιοποίησή τους εξαρτάται από την ασφάλεια και την αξιοπιστία των μεταφορικών του δικτύων.

Το Πακιστάν εξακολουθεί να αποτελεί κρίσιμο εταίρο της Κίνας, ιδιαίτερα στο πλαίσιο του CPEC.

Ταυτόχρονα, όμως, η αστάθεια, οι επιθέσεις σε κινεζικά συμφέροντα και οι αντιπαραθέσεις με το Αφγανιστάν δημιουργούν κίνητρα αναζήτησης εναλλακτικών επιλογών.

Ο διάδρομος Ουαχάν δεν έχει ακόμη μετατραπεί σε μεγάλο εμπορικό πέρασμα. Η κατασκευή του δρόμου, ωστόσο, καταδεικνύει ότι το Αφγανιστάν επιχειρεί να αποκτήσει πρόσθετες διεθνείς συνδέσεις και ότι η αποκλειστική εξάρτηση από το Πακιστάν δεν αποτελεί πλέον τη μοναδική γεωγραφική επιλογή.

Για το Ισλαμαμπάντ, η εξέλιξη αποτελεί μια νέα στρατηγική παράμετρο που θα πρέπει να συνυπολογίσει στις σχέσεις του με το Πεκίνο και την Καμπούλ.

Συνέχεια ανάγνωσης

Διεθνή

Γερμανία: Το ρωσικό φυσικό αέριο επιστρέφει έμμεσα μέσω των λιπασμάτων, παρά τους ευρωπαϊκούς δασμούς

Δημοσιεύτηκε

στις

Οι εισαγωγές ρωσικών αζωτούχων λιπασμάτων μειώθηκαν κατά 66% το 2025-2026, αλλά παραμένουν 53% υψηλότερες από τα επίπεδα πριν από τον πόλεμο στην Ουκρανία.

Το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία διατηρεί ανταγωνιστικά τα ρωσικά προϊόντα, σύμφωνα με στοιχεία που δημοσίευσε η Berliner Zeitung. Η Γερμανία εξακολουθεί να συνδέεται εμπορικά με το ρωσικό φυσικό αέριο, παρά τις ευρωπαϊκές προσπάθειες περιορισμού της ενεργειακής εξάρτησης από τη Μόσχα.

Αυτή τη φορά, η σύνδεση δεν αφορά αποκλειστικά την άμεση προμήθεια φυσικού αερίου, αλλά τις εισαγωγές λιπασμάτων που παράγονται με τη χρήση ρωσικού αερίου ως πρώτης ύλης και πηγής ενέργειας. Σύμφωνα με δημοσίευμα της γερμανικής εφημερίδας, που βασίζεται σε στοιχεία του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου και του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι εισαγωγές αζώτου μέσω ρωσικών λιπασμάτων μειώθηκαν σημαντικά κατά το 2025-2026. Ωστόσο, εξακολουθούν να βρίσκονται πάνω από τα επίπεδα που καταγράφονταν πριν από τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία.

Τα στοιχεία των εισαγωγών και η σύγκριση με την προπολεμική περίοδο

Το 2025-2026, η Γερμανία εισήγαγε 48.800 τόνους αζώτου μέσω λιπασμάτων ρωσικής προέλευσης. Η ποσότητα αυτή είναι μειωμένη κατά περίπου 66% σε σύγκριση με το προηγούμενο έτος, αλλά παραμένει κατά 53% υψηλότερη από τους 31.800 τόνους που είχαν καταγραφεί το 2020-2021, πριν από τον πόλεμο.

Η εξέλιξη των εισαγωγών δείχνει πόσο έντονη ήταν η αύξηση μετά το 2022. Το 2021-2022 οι εισαγωγές έφτασαν τους 56.800 τόνους αζώτου, ενώ το 2022-2023 εκτοξεύθηκαν στους 185.100 τόνους. Στη συνέχεια καταγράφηκαν 140.200 τόνοι το 2023-2024 και 143.800 τόνοι το 2024-2025, προτού σημειωθεί η μεγάλη υποχώρηση της τελευταίας περιόδου. Τα στοιχεία αφορούν την ποσότητα του αζώτου που περιέχεται στα εισαγόμενα λιπάσματα και όχι το συνολικό βάρος των προϊόντων.

Τα λιπασματικά έτη υπολογίζονται από τον Ιούλιο έως τον Ιούνιο. Η ποσότητα αζώτου που εισήχθη στη Γερμανία μέσω ρωσικής ουρίας μειώθηκε από 71.600 τόνους σε 27.600 τόνους, καταγράφοντας πτώση άνω του 61%. Παρά τη μείωση, η ποσότητα εξακολουθεί να είναι σχεδόν τριπλάσια από τους 9.900 τόνους του 2020-2021. Η συγκεκριμένη εξέλιξη αναδεικνύει το βασικό πρόβλημα της ευρωπαϊκής πολιτικής περιορισμού των εμπορικών δεσμών με τη Ρωσία. Ακόμη και όταν περιορίζονται οι εισαγωγές συγκεκριμένων προϊόντων, οι οικονομικές σχέσεις μπορούν να διατηρούνται μέσω άλλων κατηγοριών αγαθών, ιδιαίτερα όταν αυτά έχουν χαμηλότερο κόστος παραγωγής.

Γιατί οι ρωσικές εισαγωγές παραμένουν ανταγωνιστικές

Καθοριστικός παράγοντας είναι το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία και στην υπόλοιπη Ευρώπη. Η παραγωγή αζωτούχων λιπασμάτων απαιτεί μεγάλες ποσότητες φυσικού αερίου, το οποίο χρησιμοποιείται τόσο ως πρώτη ύλη όσο και ως πηγή ενέργειας. Σύμφωνα με τον Σύνδεσμο Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι ευρωπαϊκοί δασμοί, που τέθηκαν σε ισχύ τον Ιούλιο του 2025, περιόρισαν σημαντικά τις εισαγωγές ρωσικών λιπασμάτων. Ωστόσο, δεν εξάλειψαν το ανταγωνιστικό πλεονέκτημα των ρωσικών προϊόντων. Ο σύνδεσμος επισημαίνει ότι οι υψηλές τιμές ενέργειας δυσκολεύουν τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις να αυξήσουν την εγχώρια παραγωγή και να καλύψουν μεγαλύτερο μέρος των αναγκών της αγοράς. Ως αποτέλεσμα, τα ρωσικά λιπάσματα εξακολουθούν να παραμένουν ελκυστικά, ακόμη και μετά την επιβολή πρόσθετων δασμών.

Παράλληλα, σύμφωνα με τον IVA, είναι πιθανό ορισμένες ποσότητες ρωσικών προϊόντων να φτάνουν στη γερμανική αγορά μέσω άλλων κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το μέγεθος αυτών των έμμεσων εισαγωγών, ωστόσο, δεν μπορεί να προσδιοριστεί με ακρίβεια από τα διαθέσιμα στοιχεία.

Δεν αποδίδονται οι αυξήσεις των τιμών αποκλειστικά στους δασμούς

Το ζήτημα έχει άμεση σημασία για τους Γερμανούς αγρότες, καθώς το κόστος των λιπασμάτων επηρεάζει την παραγωγή και, τελικά, την οικονομική βιωσιμότητα των καλλιεργειών. Ο IVA υποστηρίζει ότι η μείωση των ρωσικών εισαγωγών δεν έχει προκαλέσει μέχρι στιγμής σαφή αύξηση των τιμών εξαιτίας των δασμών. Σύμφωνα με τον σύνδεσμο, η εγχώρια παραγωγική δυναμικότητα και οι εισαγωγές από άλλες χώρες, μεταξύ των οποίων η Αίγυπτος, επαρκούν για την κάλυψη των αναγκών της αγοράς. Την ίδια στιγμή, ο σύνδεσμος αποδίδει τις υψηλές τιμές των λιπασμάτων το 2026 στις διεθνείς ενεργειακές αναταράξεις, στον πόλεμο με το Ιράν και στην κρίση γύρω από τα Στενά του Ορμούζ, παράγοντες που επηρεάζουν το κόστος μεταφοράς και τις παγκόσμιες τιμές ενέργειας και λιπασμάτων.

Οι εκτιμήσεις αυτές αποτελούν τις θέσεις του κλαδικού συνδέσμου και δεν συνιστούν από μόνες τους ανεξάρτητη αξιολόγηση όλων των παραγόντων που διαμορφώνουν τις τιμές.

Νέες πιέσεις για περιορισμό των ρωσικών εισαγωγών

Με αφορμή τα στοιχεία, ο IVA ζητά να εξεταστεί η επιβολή πρόσθετων δασμών στις εισαγωγές καλιούχων λιπασμάτων από τη Ρωσία και τη Λευκορωσία. Το κάλιο αποτελεί βασικό θρεπτικό στοιχείο για τις καλλιέργειες και αντιπροσωπεύει μια ακόμη κατηγορία προϊόντων στην οποία η ευρωπαϊκή αγορά διατηρεί εμπορικές σχέσεις με τις δύο χώρες.

Ο σύνδεσμος εκτιμά ότι η ευρωπαϊκή βιομηχανία μπορεί να καλύψει τις ανάγκες της γεωργίας χωρίς να εξαρτάται από τις συγκεκριμένες εισαγωγές και υποστηρίζει ότι πρόσθετοι δασμοί δεν θα πρέπει να οδηγήσουν αναγκαστικά σε αυξήσεις τιμών. Η συζήτηση, ωστόσο, αποτυπώνει το ευρύτερο δίλημμα της ευρωπαϊκής οικονομικής πολιτικής. Η μείωση της εξάρτησης από τη Ρωσία απαιτεί όχι μόνο εμπορικούς περιορισμούς, αλλά και ανταγωνιστική εγχώρια παραγωγή, προσιτό ενεργειακό κόστος και εναλλακτικές πηγές προμήθειας.

Τα δεδομένα της γερμανικής αγοράς δείχνουν ότι οι δασμοί μπορούν να περιορίσουν σημαντικά τις εισαγωγές, χωρίς όμως να εξαλείψουν αυτομάτως τις οικονομικές σχέσεις που στηρίζονται σε διαφορές κόστους παραγωγής. Για τη Γερμανία και την Ευρωπαϊκή Ένωση, η πρόκληση παραμένει η εξισορρόπηση τριών στόχων: της ενεργειακής και οικονομικής ασφάλειας, της στήριξης της εγχώριας βιομηχανίας και της διατήρησης προσιτού κόστους για τον αγροτικό τομέα.

Με πληροφορίες του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA) και του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου.

Συνέχεια ανάγνωσης

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ

Αναλύσεις26 λεπτά πριν

Από Αυτοκρατορία… επαίτης των Ταλιμπάν: Το οικονομικό ναυάγιο του Ιράν

Πώς έφτασε το Ιράν στο σημείο όπου η προοπτική επενδύσεων από το Αφγανιστάν των Ταλιμπάν θεωρείται επιτυχία;

Διεθνή55 λεπτά πριν

Προειδοποίηση της Ελβετίας: Το υψηλό ευρωπαϊκό χρέος θα μπορούσε να πυροδοτήσει μια κρίση του ευρώ

Τα αυξανόμενα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη και πέραν αυτής εγκυμονούν κινδύνους για την οικονομική σταθερότητα και θα μπορούσαν να...

Αναλύσεις1 ώρα πριν

Le Figaro: Στο χείλος του γκρεμού η Γαλλία ετοιμάζεται για τον ερχομό της τρόικας

Η Γαλλία δεν ανήκει πλέον στον πυρήνα της ευρωζώνης, αλλά έχει μετατραπεί σε περιφερειακή χώρα που απειλεί τη σταθερότητά της....

Αναλύσεις2 ώρες πριν

Οι κινητές ομάδες πυρός αεράμυνας και η απειλή των drones

Μία από τις απαντήσεις σε αυτή την απειλή ήταν η δημιουργία Κινητών Ομάδων Πυρός Αεράμυνας (Mobile Air Defense Fire Groups)....

Ιστορία - Πολιτισμός2 ώρες πριν

17 Οκτωβρίου 1941: Η σφαγή στα Άνω και Κάτω Κερδύλλια

Στις 17/10/1941 οι Γερμανοί κατακτητές παίρνουν σκληρά μέτρα για να χτυπήσουν στη γέννησή τους τις πρώτες ένοπλες αντιστασιακές ομάδες. Κύκλωσαν...

Δημοφιλή