Διεθνή
Η ανοιχτή και κρυφή ατζέντα της συνάντησης Ερντογάν – Πούτιν την Παρασκευή στο Σότσι
Ο Ερντογάν προσπαθεί να διασωθεί μέσω… Πούτιν
H συμφωνία είναι πιθανόν να δώσει στην Τουρκία πρόσβαση στα σιτηρά τόσο της Ρωσίας όσο και της Ουκρανίας σε χαμηλότερες τιμές.
Ενώπιος ενωπίω με τον Βλαντιμίρ Πούτιν στο θέρετρο Σότσι της Μαύρης Θάλασσας έρχεται αύριο, Παρασκευή, ο πρόεδρος της Τουρκίας, Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν. Πρόκειται για τη δεύτερη συνάντηση Ερντογάν-Πούτιν σε διάστημα μικρότερο του ενός μήνα, έπειτα από τις συνομιλίες της 19ης Ιουλίου στην Τεχεράνη με τον ανώτατο πνευματικό ηγέτη του Ιράν Αγιατολάχ Αλί Χαμενεΐ.
Η συνάντηση της Τεχεράνης έλαβε χώρα τρεις ημέρες πριν από την υπογραφή της συμφωνίας στην Κωνσταντινούπολη για την επανάληψη των εξαγωγών των ουκρανικών σιτηρών και γεωργικών προϊόντων που είναι μπλοκαρισμένα στα λιμάνια της Μαύρης Θάλασσας, λόγω της ρωσικής εισβολής στην Ουκρανία.
Όσο για το «ραντεβού» Ερντογάν-Πούτιν στο θέρετρο Σότσι, στις ακτές της Μαύρης Θάλασσας έρχεται επίσης καθώς ο Τούρκος πρόεδρος απειλεί από τον Μάιο να εξαπολύσει επίθεση στη βορειοανατολική Συρία για να δημιουργήσει μια ζώνη ασφαλείας 30 χιλιομέτρων στα σύνορα της χώρας με σκοπό για να κρατήσει μακριά τους Κούρδους μαχητές του PKK και τους συμμάχους τους.
Το Εργατικό Κόμμα του Κουρδιστάν (PKK) χαρακτηρίζεται τρομοκρατική οργάνωση από την Τουρκία, τις Ηνωμένες Πολιτείες και την Ευρωπαϊκή Ένωση.
Στην Τεχεράνη, ο Ερντογάν φάνηκε αποφασισμένος να πραγματοποιήσει αυτή την επίθεση παρά την αντίθεση του Βλαντιμίρ Πούτιν και του Ιρανού προέδρου Εμπραχίμ Ραϊσί, οι οποίοι υποστηρίζουν πολιτοφυλακές στην περιοχή.
Ωστόσο, οι τρεις αρχηγοί κρατών υπέγραψαν κοινό ανακοινωθέν υποστηρίζοντας σιωπηρά την Άγκυρα, λέγοντας ότι «απορρίπτουν όλες τις παράνομες πρωτοβουλίες αυτοδιάθεσης». Έδειξαν «την προθυμία τους να αντιταχθούν στις αυτονομιστικές φιλοδοξίες που θα μπορούσαν να υπονομεύσουν την κυριαρχία και την εδαφική ακεραιότητα της Συρίας» και να απειλήσουν την ασφάλεια των γειτονικών χωρών με «διασυνοριακές επιθέσεις και εισβολές», όπως αναφέρεται στο ανακοινωθέν.
Άκουγιου, σιτηρά, βυθισμένη λίρα
Καθώς Βλαντιμίρ Πούτιν και Ταγίπ Ερντογάν συναντώνται αύριο στο Σότσι, περί τους 20.000 ρώσοι και τούρκοι εργάτες και ειδικοί στο Άκουγιου, στις ακτές της Τουρκίας στην Μεσόγειο προχωρούν με αυτό που οι άνθρωποι πίσω από το σχέδιο το περιγράφουν ως το μεγαλύτερο εργοτάξιο κατασκευής σταθμού πυρηνικής ενέργειας στον κόσμο.
Σύμφωνα με τα τουρκικά μέσα ενημέρωσης, την εβδομάδα αυτή πραγματοποιήθηκε εκ μέρους της ρωσικής υπηρεσίας ενέργειας Rosatom η μεταφορά των πρώτων 5 δισ. δολαρίων από τα προγραμματισμένα 20 δισεκατομμύρια δολάρια, παρέχοντας στιγμιαία υποστήριξη στην καταβυθιζόμενη τουρκική λίρα και υπενθυμίζοντας ότι ο Ερντογάν βαδίζει σε ένα επικίνδυνο οικονομικό, γεωπολιτικό και πολιτικό τεντωμένο σκοινί, εν μέσω οικονομικής κρίσης, περιφερειακής σύρραξης και με τις προεδρικές εκλογές στον κοντινό ορίζοντα.
Η πρόσφατη εικόνα ενός ΝΑΤΟϊκού ηγέτη μαζί με δύο εχθρούς (Πούτιν και Χαμενεΐ) που η Ουάσινγκτον θέλει να απομονώσει ήταν ιδιαιτέρως ενοχλητική για τον πρόεδρο των ΗΠΑ Τζο Μπάιντεν, σημειώνει ο αναλυτής σε θέμα διεθνών σχέσεων και παγκοσμιοποίησης Πίτερ Απς, πρώην ρεπόρτερ του Reuters που εξακολουθεί να ανήκει στην Thomson Reuters.
Τα τελευταία χρόνια οι σχέσεις της Τουρκίας με την Δύση έχουν επιδεινωθεί, καθώς ο Ερντογάν υιοθετεί μία περισσότερο ιδιόμορφη, ανεξάρτητη και επιθετική εξωτερική πολιτική.
Η Άγκυρα και οι σύμμαχοί της συγκρούσθηκαν με τους συμμάχους της Ρωσίας στην Συρία και την Λιβύη, τουρκικά drone βομβάρδισαν ρωσικά τανκς στην Ουκρανία και Ρώσοι αντίπαλοι του Πούτιν εγκαταστάθηκαν στην Κωνσταντινούπολη την ώρα που ο Ερντογάν προσεταιρίζεται ανοικτά την Μόσχα ως προμηθευτή τροφίμων και ενέργειας.
Τον περασμένο μήνα, η επίτευξη συμφωνίας με την μεσολάβηση των Ηνωμένων Εθνών και της Τουρκίας για την απεμπλοκή των φορτίων σιτηρών από τα ουκρανικά λιμάνια της Μαύρης Θάλασσας έδειξαν την σαφή επιτυχία της πολιτικής αυτής, με τον Ερντογάν και τον Τσαβούσογλου να εξαργυρώνουν τις σχετικά καλές τους σχέσεις τόσο με τον Μόσχα όσο και με το Κίεβο.
Το πρώτο μετά την εισβολή φορτίο σιτηρών απέπλευσε την Δευτέρα για τον Λίβανο και χαιρετίσθηκε ως «ορόσημο» που μπορεί να αμβλύνει την παγκόσμια επισιτιστική και οικονομική κρίση. Το CNN Turk άφησε να εννοηθεί ότι η συμφωνία είναι πιθανόν να δώσει στην Τουρκία πρόσβαση στα σιτηρά τόσο της Ρωσίας όσο και της Ουκρανίας σε χαμηλότερες τιμές.
Αυτό μπορεί να ενοχλήσει τον υπόλοιπο πεινασμένο κόσμο, αλλά για την Τουρκία θα είναι σημαντικό. Τα επίσημα στοιχεία δείχνουν πληθωρισμό σχεδόν 80% σε ετήσια βάση, με τον Ερντογάν να αρνείται κατ’ επανάληψη να εξετάσει το ενδεχόμενο αύξησης των επιτοκίων. Η κυβέρνηση δηλώνει ότι επιδιώκει την ανάταξη της οικονομίας με την αύξηση των εξαγωγών, αλλά η εκτόξευση των τιμών των τροφίμων και της εισαγωγής ενέργειας -που πρέπει να πληρωθούν σε ξένο συνάλλαγμα, κινδυνεύει να αντισταθμίσει τόσο την αύξηση των εξαγωγών όσο και την ανάκαμψη των εσόδων από τον τουρισμό μετά την πανδημία.
Ακόμη και με τις εισροές ρωσικού χρήματος αυτήν την εβδομάδα, η τουρκική λίρα έπεσε στο χαμηλότερο επίπεδό της από την νομισματική κρίση του Δεκεμβρίου 2021, οπότε έχασε περί το ένα τέταρτο της αξίας της. Το κόστος της ασφάλισης του τουρκικού χρέους στην αγορά συμβολαίων ανταλλαγής πιστωτικής αθέτησης βρίσκεται επίσης σε ιστορικά υψηλό επίπεδο, καθώς οι επενδυτές ανησυχούν μήπως η Αγκυρα ακολουθήσει την Ρωσία και την Σρι Λάνκα στην αδυναμία πληρωμής του χρέους.
Η τέλεια οικονομική, πολιτική θύελλα
Με τις προεδρικές εκλογές προγραμματισμένες για τον Ιούνιο 2023, η αντιμετώπιση του κόστους διαβίωσης θα είναι κρίσιμη για τις πιθανότητες επανεκλογής του Ερντογάν. Έχοντας επιβιώσει της απόπειρας πραξικοπήματος του 2016 με την βοήθεια της αστυνομίας και των πιστών σε αυτόν στοιχείων του στρατεύματος, το ισλαμιστικό AKP έχασε απροσδόκητα τον έλεγχο της Κωνσταντινούπολης και της Άγκυρας κατά τις δημοτικές εκλογές του 2019 απέναντι στην αντιπολίτευση.
Δεν είναι ακόμη σαφές ποιος θα είναι ο αντίπαλος του Ερντογάν τον επόμενο χρόνο, όπως δεν είναι σαφές τι θα κάνει ο βετεράνος τούρκος ηγέτης αν φανεί ότι θα χάσει τις εκλογές. Η μείωση του κόστους διαβίωσης και η εξασφάλιση πρόσβασης σε είδη διατροφής και ενέργεια αναδεικνύεται σε κρίσιμο θέμα της εξωτερικής πολιτικής. Τον περασμένο μήνα, η συνάντηση κορυφής Ρωσίας-Τουρκίας-Ιράν περιλάμβανε συνομιλίες για την χρησιμοποίηση τοπικών νομισμάτων για τις μεταξύ τους ανταλλαγές, όπως είπε στην συνέχεια ο Πούτιν στους δημοσιογράφους.
Αν επισκιάσθηκε τότε από τις συνομιλίες μεταξύ των τριών χωρών που προσπαθούσαν να βρουν κοινό τόπο επί πιθανής τουρκικής στρατιωτικής εισβολής στην Συρία, οι συζητήσεις για την χρησιμοποίηση της τουρκικής λίρας στην αγορά ιρανικού και ρωσικού πετρελαίου και φυσικού αερίου είναι μία κίνηση που θα ωφελήσει σαφώς την Άγκυρα, ενώ ενδεχομένως θα βοηθήσει τόσο την Μόσχα όσο και την Τεχεράνη να παρακάμψουν τις αμερικανικές κυρώσεις.
Καμία από τις διαπραγματεύσεις αυτές δεν φαίνεται εύκολη. Ακόμη και αν έγινε η μεταφορά των χρημάτων προς τον τουρκορωσικό πυρηνικό σταθμό στο Άκουγιου, η θυγατρική της Rosatom, η Akkuyu Nukleer, ανακοίνωσε ότι τερμάτισε την συμφωνία με την τουρκική εταιρεία IC Ictas υπέρ της ανταγωνίστριάς της, της TSM Enerji. Αυτό προκάλεσε νομική προσφυγή εκ μέρους της IC Ictas, με τον τουρκικό υπουργείο Ενέργειας να δηλώνει ότι προσπαθεί να επιλύσει το ζήτημα.
Ανοικτή και κρυφή ατζέντα
Η δικαστική διαφορά ενδέχεται να καθυστερήσει την κατασκευή του πυρηνικού σταθμού, που ελπίζεται ότι θα καλύπτει περί το 10% της τουρκικής ζήτησης ενέργειας, με τον πρώτο αντιδραστήρα να έχει προγραμματισθεί να τεθεί σε λειτουργία το επόμενο έτος.
Οι ρωσοτουρκικές σχέσεις παραμένουν περιπεπλεγμένες, καθώς είναι τοποθετημένες σε ένα πλαίσιο ανοικτών, καθώς και πιο κρυφών θέσεων. Στην Τεχεράνη, ο Ερντογάν εμφατικά άφησε τον Πούτιν να περιμένει μπροστά στους δημοσιογράφους για αρκετά λεπτά σε κοινή τους εμφάνιση, μιμούμενος προηγούμενο παρόμοιο σνομπάρισμα προς τον ίδιο κατά την διάρκεια επίσκεψής του στην Μόσχα το 2020.
Τον περασμένο μήνα σημειώθηκε προσωρινή διακοπή λειτουργίας του αγωγού φυσικού αερίου Turkstream από την Ρωσία προς την Τουρκία, με την δικαιολογία της «συντήρησης» από την Gazprom. Ωστόσο, το γεγονός θεωρήθηκε από τους traders μήνυμα δυσαρέσκειας της Ρωσίας για την ενδεχόμενη έγκριση από την Τουρκία της ένταξης της Φινλανδίας και της Σουηδίας στο ΝΑΤΟ.
Το ρήγμα στις σχέσεις με την Δύση μετά την αρχική άρνηση του Ερντογάν να συμφωνήσει στην ένταξή τους παραμένει ωστόσο, με την αυξανόμενη αντίσταση του αμερικανικού Κονγκρέσου στην πώληση αμερικανικών F-16 στην Τουρκία και με την γνωστή σύγκρουση ανάμεσα στον υπουργό Εξωτερικών της Τουρκίας Μεβλούτ Τσαβούσογλου και της Γερμανίας Αναλένα Μπέρμποκ σχετικά με την ένταση με την Ελλάδα, καθώς και με το μητρώο ανθρωπίνων δικαιωμάτων της Τουρκίας.
Όλα αυτά μπορεί να μην ενοχλούν το Ερντογάν και τους γύρω του -οι διαφωνίες με την Δύση δεν προκαλούν βλάβη στην πολιτική του βάση, όπως αποδείχθηκε από την αντίθεσή του στην υπό τις ΗΠΑ εισβολή στο Ιράκ το 2003.
Στο μεταξύ, οι επιτυχίες των τουρκικών Bayraktar και άλλων drone στο πεδίο της μάχης ενθάρρυναν την Άγκυρα να ρίξει περισσότερους πόρους στο πρόγραμμα της ανάπτυξης του δικού της μαχητικού αεροσκάφους πέμπτης γενιάς, αν και αυτό το σχέδιο έχει επίσης βαλτώσει λόγω μακροχρόνιων διαφωνιών με δυτικές και άλλες βιομηχανίες όπλων.
Είναι πιθανόν ότι η Ρωσία θα εμφανισθεί και πάλι ως πιθανός εταίρος για την ανάπτυξη αυτού του μαχητικού αεροσκάφους -αν και είναι πιθανό ότι η βλάβη που η αγορά των ρωσικών αντιαεροπορικών πυραύλων S-400 από την Άγκυρα προκάλεσε στις σχέσεις με το ΝΑΤΟ θα κάνει την προοπτική αυτή μία επιλογή που η Τουρκία θα θελήσει να αγνοήσει, εκτός και αν δει σε αυτήν σημαντική δυναμική, ιδιαίτερα για την εξαγωγή των μαχητικών αεροσκαφών.
Όλα αυτά ανεβάζουν το διακύβευμα της αυριανής συνάντησης Ερντογάν και Πούτιν, οι οποίοι αμφότεροι επιθυμούν διακαώς να χτίσουν έναν κόσμο στον οποίο αυτοί και οι χώρες τους θα κάνουν ό,τι θέλουν, αλλά και αμφότεροι επίσης αντιμετωπίζουν την εξωτερική πολιτική υπό το πρίσμα της δικής τους επιβίωσης, καταλήγει στην ανάλυσή του ο Πίτερ Απς.
Πηγή: cnn.gr
Διεθνή
Προειδοποίηση της Ελβετίας: Το υψηλό ευρωπαϊκό χρέος θα μπορούσε να πυροδοτήσει μια κρίση του ευρώ
Τα αυξανόμενα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη και πέραν αυτής εγκυμονούν κινδύνους για την οικονομική σταθερότητα και θα μπορούσαν να πυροδοτήσουν μια κρίση του ευρώ, δήλωσε την Παρασκευή η Ελβετίδα υπουργός Οικονομικών, Κάριν Κέλερ-Σούτερ.
Τα αυξανόμενα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη και πέραν αυτής εγκυμονούν κινδύνους για την οικονομική σταθερότητα και θα μπορούσαν να πυροδοτήσουν μια κρίση του ευρώ, δήλωσε την Παρασκευή η Ελβετίδα υπουργός Οικονομικών, Κάριν Κέλερ-Σούτερ.
Μιλώντας στον ελβετικό δημόσιο ραδιοτηλεοπτικό φορέα SRF, στην Μπανγκόκ —στο περιθώριο των ετήσιων συναντήσεων του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου και της Παγκόσμιας Τράπεζας—, η Κέλερ-Σούτερ ανέφερε ότι και οι τιμές της ενέργειας εντείνουν τις ανησυχίες μεταξύ των υπευθύνων χάραξης πολιτικής.
Η Ελβετία διαθέτει ένα από τα χαμηλότερα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη, ωστόσο η Κέλερ-Σούτερ τόνισε ότι, στο τρέχον περιβάλλον, είναι σημαντικό να εξετάζεται η ευρύτερη εικόνα.
«Είμαστε τόσο στενά διασυνδεδεμένοι σε διεθνές επίπεδο, ώστε καθιστάμεθα επίσης ευάλωτοι, για παράδειγμα, στην περίπτωση που προκύψει κρίση χρέους εξαιτίας του δημόσιου χρέους μεγάλων χωρών. Σκέφτομαι συγκεκριμένα τις Ηνωμένες Πολιτείες, αλλά και την Ευρώπη. Υπάρχει η περίπτωση της Γαλλίας — κάτι που θα μπορούσε να οδηγήσει σε κρίση του ευρώ», δήλωσε η Κέλερ-Σούτερ στο δίκτυο SRF.
Το δημόσιο χρέος της Γαλλίας, τα δημοσιονομικά ελλείμματα και η υποτονική οικονομική ανάπτυξη έχουν εντείνει τις ανησυχίες για την κατάσταση των δημόσιων οικονομικών της, καθώς ο πολιτικός κατακερματισμός έχει καταστήσει πιο περίπλοκες τις προσπάθειες δημοσιονομικής εξυγίανσης.
Αναλύσεις
Η Κίνα βρίσκει δρόμο που παρακάμπτει το Πακιστάν – Ο διάδρομος Ουαχάν αλλάζει τις γεωπολιτικές ισορροπίες
Μία νέα οδική αρτηρία μήκους 121 χιλιομέτρων στο βορειοανατολικό Αφγανιστάν δημιουργεί τις προϋποθέσεις για απευθείας χερσαία σύνδεση με την Κίνα, χωρίς διέλευση από το Πακιστάν. Η ολοκλήρωση του δρόμου στον ιστορικό διάδρομο Ουαχάν αποκτά ιδιαίτερη γεωπολιτική σημασία, καθώς το Πεκίνο αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα ασφαλείας με τις επενδύσεις του στο Πακιστάν, ενώ η Καμπούλ επιδιώκει να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ.
Μία σημαντική εξέλιξη στις χερσαίες μεταφορές και στις γεωπολιτικές ισορροπίες της Κεντρικής Ασίας καταγράφεται στο Αφγανιστάν, με την ολοκλήρωση νέου δρόμου στον στρατηγικής σημασίας διάδρομο Ουαχάν.
Σύμφωνα με ανάλυση του Imran Khurshid που δημοσιεύθηκε στις 9 Οκτωβρίου 2026 στο Asia Times, οι αφγανικές αρχές εγκαινίασαν οδική διαδρομή 121 χιλιομέτρων, η οποία εκτείνεται από την περιοχή Μπρογκίλ έως τα σύνορα με την Κίνα, στην επαρχία Μπανταχσάν.
Το έργο κόστισε περίπου 365 εκατομμύρια αφγάνι, ποσό που αντιστοιχεί σε περίπου 5,5 εκατομμύρια δολάρια.
Κατά τις αφγανικές ανακοινώσεις, κατασκευάστηκε από ντόπιους μηχανικούς και εργαζομένους, χωρίς τη συμμετοχή ξένων τεχνικών συμβούλων.
Η νέα διαδρομή φθάνει στα σινοαφγανικά σύνορα. Αυτό, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι λειτουργεί ήδη πλήρης διεθνής εμπορευματικός διάδρομος, καθώς εξακολουθούν να υπάρχουν σημαντικοί τεχνικοί και συνοριακοί περιορισμοί.
Γιατί ο διάδρομος Ουαχάν έχει στρατηγική σημασία
Ο διάδρομος Ουαχάν αποτελεί μια στενή λωρίδα αφγανικού εδάφους ανάμεσα στο Τατζικιστάν, το Πακιστάν και την Κίνα.
Η γεωγραφική του διαμόρφωση συνδέεται με τον ανταγωνισμό της Βρετανικής και της Ρωσικής Αυτοκρατορίας κατά τον 19ο αιώνα.
Η περιοχή διατηρήθηκε ως ζώνη διαχωρισμού των δύο αυτοκρατορικών σφαιρών επιρροής, αποτελώντας ένα από τα χαρακτηριστικότερα γεωγραφικά κατάλοιπα του λεγόμενου «Μεγάλου Παιχνιδιού».
Σήμερα, η ίδια περιοχή αποκτά νέα σημασία, αυτή τη φορά λόγω της προσπάθειας σύνδεσης της Κίνας με το Αφγανιστάν και ευρύτερα με την Κεντρική Ασία.
Ο δρόμος ανοίγει τη δυνατότητα δημιουργίας μιας εναλλακτικής οδού μεταφορών, περιορίζοντας δυνητικά την ανάγκη διέλευσης από το πακιστανικό έδαφος.
Το πρόβλημα της Κίνας με τον οικονομικό διάδρομο CPEC
Το ενδιαφέρον της εξέλιξης εντοπίζεται κυρίως στην προσπάθεια του Πεκίνου να περιορίσει την εξάρτησή του από ευάλωτες υποδομές.
Ο Οικονομικός Διάδρομος Κίνας–Πακιστάν, γνωστός ως CPEC, αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα προγράμματα της κινεζικής πρωτοβουλίας Belt and Road.
Μέσω του συγκεκριμένου σχεδίου, η Κίνα επιχειρεί να ενισχύσει τις εμπορικές και ενεργειακές συνδέσεις της με τη Νότια Ασία και την Αραβική Θάλασσα.
Ωστόσο, η υλοποίηση των έργων έχει αντιμετωπίσει σοβαρές δυσκολίες.
Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, οργανώσεις αυτονομιστών έχουν πραγματοποιήσει επανειλημμένες επιθέσεις εναντίον κινεζικών συμφερόντων, εγκαταστάσεων και εργαζομένων.
Οι επιθέσεις αυτές έχουν επιβαρύνει την ασφάλεια των υποδομών και έχουν αυξήσει το κόστος προστασίας των κινεζικών επενδύσεων.
Παράλληλα, έχουν διατυπωθεί καταγγελίες για καθυστερήσεις, κακοδιαχείριση και προβλήματα διαφάνειας σε επιμέρους προγράμματα του CPEC.
Η εδαφική διαμάχη με την Ινδία
Μια επιπλέον γεωπολιτική δυσκολία συνδέεται με τη διέλευση του CPEC από το Γκιλγκίτ–Μπαλτιστάν.
Η περιοχή διοικείται από το Πακιστάν, αλλά διεκδικείται από την Ινδία, στο πλαίσιο της ευρύτερης διαμάχης για το Κασμίρ.
Το Νέο Δελχί έχει αντιταχθεί επανειλημμένα σε έργα που διέρχονται από εδάφη τα οποία θεωρεί τμήμα της δικής του επικράτειας.
Αυτό σημαίνει ότι ο οικονομικός διάδρομος Κίνας–Πακιστάν δεν αποτελεί μόνο αναπτυξιακό πρόγραμμα, αλλά συνδέεται με μία από τις πιο ευαίσθητες εδαφικές αντιπαραθέσεις της Ασίας.
Η δημιουργία εναλλακτικών διαδρομών μέσω του Αφγανιστάν θα μπορούσε μακροπρόθεσμα να προσφέρει στο Πεκίνο μεγαλύτερη ευελιξία.
Δεν υπάρχει, πάντως, ένδειξη ότι ο δρόμος του Ουαχάν μπορεί σήμερα να αντικαταστήσει τις μεγάλες μεταφορικές υποδομές του CPEC.
Η Καμπούλ επιχειρεί να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ
Για την κυβέρνηση των Ταλιμπάν, το έργο έχει και μία σαφή πολιτική διάσταση.
Το Αφγανιστάν εξαρτάται σε σημαντικό βαθμό από συνοριακές διαβάσεις και μεταφορικούς άξονες που περνούν από το Πακιστάν.
Οι επανειλημμένες εντάσεις ανάμεσα στις δύο χώρες έχουν προκαλέσει κλείσιμο συνοριακών περασμάτων, διακοπές εμπορικών ροών και επιβάρυνση της αφγανικής οικονομίας.
Μια εναλλακτική χερσαία διέξοδος προς την Κίνα θα μπορούσε, εφόσον αναπτυχθεί και καταστεί λειτουργική, να μειώσει τη δυνατότητα του Πακιστάν να χρησιμοποιεί τη γεωγραφική του θέση ως μέσο πίεσης προς την Καμπούλ.
Η αφγανική πλευρά αντιμετωπίζει το έργο ως σημαντική υποδομή οικονομικής και στρατηγικής αυτονομίας.
Η στάση της Κίνας και της Ρωσίας
Παρά την προοπτική άμεσης σύνδεσης, το Πεκίνο δεν έχει εγκαταλείψει τον οικονομικό διάδρομο CPEC ούτε έχει ανακοινώσει ότι ο Ουαχάν θα τον αντικαταστήσει.
Η Κίνα εξακολουθεί να διατηρεί σημαντικά οικονομικά και στρατηγικά συμφέροντα στο Πακιστάν.
Αντίστοιχα, η Ρωσία ενδιαφέρεται για τη σταθερότητα του Αφγανιστάν και για την ανάπτυξη νέων δικτύων επικοινωνίας στην Κεντρική Ασία.
Η δημιουργία περισσότερων επιλογών διασύνδεσης ενδέχεται να περιορίσει την αποκλειστική σημασία ορισμένων παραδοσιακών μεταφορικών διαδρομών.
Η πραγματική αξία του Ουαχάν θα εξαρτηθεί από τη βελτίωση των οδικών υποδομών, τη λειτουργία συνοριακών και τελωνειακών εγκαταστάσεων, τις καιρικές συνθήκες και τις πολιτικές αποφάσεις της Κίνας.
Το μήνυμα προς το Πακιστάν
Η νέα διαδρομή αναδεικνύει μια σημαντική γεωπολιτική πραγματικότητα: η γεωγραφική θέση ενός κράτους προσφέρει στρατηγικά πλεονεκτήματα, αλλά η αξιοποίησή τους εξαρτάται από την ασφάλεια και την αξιοπιστία των μεταφορικών του δικτύων.
Το Πακιστάν εξακολουθεί να αποτελεί κρίσιμο εταίρο της Κίνας, ιδιαίτερα στο πλαίσιο του CPEC.
Ταυτόχρονα, όμως, η αστάθεια, οι επιθέσεις σε κινεζικά συμφέροντα και οι αντιπαραθέσεις με το Αφγανιστάν δημιουργούν κίνητρα αναζήτησης εναλλακτικών επιλογών.
Ο διάδρομος Ουαχάν δεν έχει ακόμη μετατραπεί σε μεγάλο εμπορικό πέρασμα. Η κατασκευή του δρόμου, ωστόσο, καταδεικνύει ότι το Αφγανιστάν επιχειρεί να αποκτήσει πρόσθετες διεθνείς συνδέσεις και ότι η αποκλειστική εξάρτηση από το Πακιστάν δεν αποτελεί πλέον τη μοναδική γεωγραφική επιλογή.
Για το Ισλαμαμπάντ, η εξέλιξη αποτελεί μια νέα στρατηγική παράμετρο που θα πρέπει να συνυπολογίσει στις σχέσεις του με το Πεκίνο και την Καμπούλ.
Διεθνή
Γερμανία: Το ρωσικό φυσικό αέριο επιστρέφει έμμεσα μέσω των λιπασμάτων, παρά τους ευρωπαϊκούς δασμούς
Οι εισαγωγές ρωσικών αζωτούχων λιπασμάτων μειώθηκαν κατά 66% το 2025-2026, αλλά παραμένουν 53% υψηλότερες από τα επίπεδα πριν από τον πόλεμο στην Ουκρανία.
Το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία διατηρεί ανταγωνιστικά τα ρωσικά προϊόντα, σύμφωνα με στοιχεία που δημοσίευσε η Berliner Zeitung. Η Γερμανία εξακολουθεί να συνδέεται εμπορικά με το ρωσικό φυσικό αέριο, παρά τις ευρωπαϊκές προσπάθειες περιορισμού της ενεργειακής εξάρτησης από τη Μόσχα.
Αυτή τη φορά, η σύνδεση δεν αφορά αποκλειστικά την άμεση προμήθεια φυσικού αερίου, αλλά τις εισαγωγές λιπασμάτων που παράγονται με τη χρήση ρωσικού αερίου ως πρώτης ύλης και πηγής ενέργειας. Σύμφωνα με δημοσίευμα της γερμανικής εφημερίδας, που βασίζεται σε στοιχεία του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου και του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι εισαγωγές αζώτου μέσω ρωσικών λιπασμάτων μειώθηκαν σημαντικά κατά το 2025-2026. Ωστόσο, εξακολουθούν να βρίσκονται πάνω από τα επίπεδα που καταγράφονταν πριν από τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία.
Τα στοιχεία των εισαγωγών και η σύγκριση με την προπολεμική περίοδο
Το 2025-2026, η Γερμανία εισήγαγε 48.800 τόνους αζώτου μέσω λιπασμάτων ρωσικής προέλευσης. Η ποσότητα αυτή είναι μειωμένη κατά περίπου 66% σε σύγκριση με το προηγούμενο έτος, αλλά παραμένει κατά 53% υψηλότερη από τους 31.800 τόνους που είχαν καταγραφεί το 2020-2021, πριν από τον πόλεμο.
Η εξέλιξη των εισαγωγών δείχνει πόσο έντονη ήταν η αύξηση μετά το 2022. Το 2021-2022 οι εισαγωγές έφτασαν τους 56.800 τόνους αζώτου, ενώ το 2022-2023 εκτοξεύθηκαν στους 185.100 τόνους. Στη συνέχεια καταγράφηκαν 140.200 τόνοι το 2023-2024 και 143.800 τόνοι το 2024-2025, προτού σημειωθεί η μεγάλη υποχώρηση της τελευταίας περιόδου. Τα στοιχεία αφορούν την ποσότητα του αζώτου που περιέχεται στα εισαγόμενα λιπάσματα και όχι το συνολικό βάρος των προϊόντων.
Τα λιπασματικά έτη υπολογίζονται από τον Ιούλιο έως τον Ιούνιο. Η ποσότητα αζώτου που εισήχθη στη Γερμανία μέσω ρωσικής ουρίας μειώθηκε από 71.600 τόνους σε 27.600 τόνους, καταγράφοντας πτώση άνω του 61%. Παρά τη μείωση, η ποσότητα εξακολουθεί να είναι σχεδόν τριπλάσια από τους 9.900 τόνους του 2020-2021. Η συγκεκριμένη εξέλιξη αναδεικνύει το βασικό πρόβλημα της ευρωπαϊκής πολιτικής περιορισμού των εμπορικών δεσμών με τη Ρωσία. Ακόμη και όταν περιορίζονται οι εισαγωγές συγκεκριμένων προϊόντων, οι οικονομικές σχέσεις μπορούν να διατηρούνται μέσω άλλων κατηγοριών αγαθών, ιδιαίτερα όταν αυτά έχουν χαμηλότερο κόστος παραγωγής.
Γιατί οι ρωσικές εισαγωγές παραμένουν ανταγωνιστικές
Καθοριστικός παράγοντας είναι το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία και στην υπόλοιπη Ευρώπη. Η παραγωγή αζωτούχων λιπασμάτων απαιτεί μεγάλες ποσότητες φυσικού αερίου, το οποίο χρησιμοποιείται τόσο ως πρώτη ύλη όσο και ως πηγή ενέργειας. Σύμφωνα με τον Σύνδεσμο Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι ευρωπαϊκοί δασμοί, που τέθηκαν σε ισχύ τον Ιούλιο του 2025, περιόρισαν σημαντικά τις εισαγωγές ρωσικών λιπασμάτων. Ωστόσο, δεν εξάλειψαν το ανταγωνιστικό πλεονέκτημα των ρωσικών προϊόντων. Ο σύνδεσμος επισημαίνει ότι οι υψηλές τιμές ενέργειας δυσκολεύουν τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις να αυξήσουν την εγχώρια παραγωγή και να καλύψουν μεγαλύτερο μέρος των αναγκών της αγοράς. Ως αποτέλεσμα, τα ρωσικά λιπάσματα εξακολουθούν να παραμένουν ελκυστικά, ακόμη και μετά την επιβολή πρόσθετων δασμών.
Παράλληλα, σύμφωνα με τον IVA, είναι πιθανό ορισμένες ποσότητες ρωσικών προϊόντων να φτάνουν στη γερμανική αγορά μέσω άλλων κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το μέγεθος αυτών των έμμεσων εισαγωγών, ωστόσο, δεν μπορεί να προσδιοριστεί με ακρίβεια από τα διαθέσιμα στοιχεία.
Δεν αποδίδονται οι αυξήσεις των τιμών αποκλειστικά στους δασμούς
Το ζήτημα έχει άμεση σημασία για τους Γερμανούς αγρότες, καθώς το κόστος των λιπασμάτων επηρεάζει την παραγωγή και, τελικά, την οικονομική βιωσιμότητα των καλλιεργειών. Ο IVA υποστηρίζει ότι η μείωση των ρωσικών εισαγωγών δεν έχει προκαλέσει μέχρι στιγμής σαφή αύξηση των τιμών εξαιτίας των δασμών. Σύμφωνα με τον σύνδεσμο, η εγχώρια παραγωγική δυναμικότητα και οι εισαγωγές από άλλες χώρες, μεταξύ των οποίων η Αίγυπτος, επαρκούν για την κάλυψη των αναγκών της αγοράς. Την ίδια στιγμή, ο σύνδεσμος αποδίδει τις υψηλές τιμές των λιπασμάτων το 2026 στις διεθνείς ενεργειακές αναταράξεις, στον πόλεμο με το Ιράν και στην κρίση γύρω από τα Στενά του Ορμούζ, παράγοντες που επηρεάζουν το κόστος μεταφοράς και τις παγκόσμιες τιμές ενέργειας και λιπασμάτων.
Οι εκτιμήσεις αυτές αποτελούν τις θέσεις του κλαδικού συνδέσμου και δεν συνιστούν από μόνες τους ανεξάρτητη αξιολόγηση όλων των παραγόντων που διαμορφώνουν τις τιμές.
Νέες πιέσεις για περιορισμό των ρωσικών εισαγωγών
Με αφορμή τα στοιχεία, ο IVA ζητά να εξεταστεί η επιβολή πρόσθετων δασμών στις εισαγωγές καλιούχων λιπασμάτων από τη Ρωσία και τη Λευκορωσία. Το κάλιο αποτελεί βασικό θρεπτικό στοιχείο για τις καλλιέργειες και αντιπροσωπεύει μια ακόμη κατηγορία προϊόντων στην οποία η ευρωπαϊκή αγορά διατηρεί εμπορικές σχέσεις με τις δύο χώρες.
Ο σύνδεσμος εκτιμά ότι η ευρωπαϊκή βιομηχανία μπορεί να καλύψει τις ανάγκες της γεωργίας χωρίς να εξαρτάται από τις συγκεκριμένες εισαγωγές και υποστηρίζει ότι πρόσθετοι δασμοί δεν θα πρέπει να οδηγήσουν αναγκαστικά σε αυξήσεις τιμών. Η συζήτηση, ωστόσο, αποτυπώνει το ευρύτερο δίλημμα της ευρωπαϊκής οικονομικής πολιτικής. Η μείωση της εξάρτησης από τη Ρωσία απαιτεί όχι μόνο εμπορικούς περιορισμούς, αλλά και ανταγωνιστική εγχώρια παραγωγή, προσιτό ενεργειακό κόστος και εναλλακτικές πηγές προμήθειας.
Τα δεδομένα της γερμανικής αγοράς δείχνουν ότι οι δασμοί μπορούν να περιορίσουν σημαντικά τις εισαγωγές, χωρίς όμως να εξαλείψουν αυτομάτως τις οικονομικές σχέσεις που στηρίζονται σε διαφορές κόστους παραγωγής. Για τη Γερμανία και την Ευρωπαϊκή Ένωση, η πρόκληση παραμένει η εξισορρόπηση τριών στόχων: της ενεργειακής και οικονομικής ασφάλειας, της στήριξης της εγχώριας βιομηχανίας και της διατήρησης προσιτού κόστους για τον αγροτικό τομέα.
Με πληροφορίες του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA) και του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου.
-
Αναλύσεις1 μήνα πρινΤο τελεσίγραφο Καλίν την ώρα που η Τουρκία προετοιμάζεται για πόλεμο!
-
Άμυνα3 μήνες πρινΡωσσικό ΜΜΕ: Ελληνικό «μπλόκο» στην απαίτηση για Patriot – Πώς γνωρίζει το Κίεβο απόρρητα στοιχεία για τους πυραύλους μας;
-
ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΜΕ ΣΗΜΑΣΙΑ3 μήνες πρινΠακιστανός με καναδική υπηκοότητα ο υπαίτιος της πυρκαγιάς στον Έβρο! Πιθανόν να μετέφερε μετανάστες
-
GEOPOLITICO1 μήνα πρινΤο διέρρευσε ο Παπαχελάς! Έφεραν τον Καλίν στο Μαξίμου – Τί συζήτησε με τον Μητσοτάκη;
-
Αναλύσεις2 μήνες πρινΚαραγκιούλ: «Αν Ελλάδα, Κύπρος και Ισραήλ επιτεθούν στην Τουρκία, ο χάρτης του Αιγαίου θα αλλάξει»
-
ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΜΕ ΣΗΜΑΣΙΑ2 μήνες πρινΞέσπασμα της μητέρας της Μυρτούς για την υπόθεση Τζαβέντ Ασλάμ: «Δεν ξεχνώ ποτέ» – «Δήμαρχος των Πακιστανών ο Δούκας»
-
GEOPOLITICO4 εβδομάδες πρινΤί λέει Τούρκος δημοσιογράφος για Σάββα Καλεντερίδη; «Έκανε πολύ καλά τη δουλειά του για τη χώρα του – Δεν μπορούσε να τον στριμώξει η ΜİΤ»
-
Αναλύσεις3 μήνες πρινΕάν η Τουρκία απορρίψει τη συμφωνία αποχώρησης από την Κύπρο θα απομακρυνθεί δια της βίας

