Ακολουθήστε μας

Διεθνή

Ναγκόρνο Καραμπάχ: Οι πληγές του 2020 και το σενάριο του ξαφνικού θανάτου του Αρτσάχ

Δημοσιεύτηκε στις

Πώς έχασε τον πόλεμο το Αρτσάχ το 2020

Ανδρέας Πογιατζή

Ξυπνούν εφιαλτικές μνήμες του 2020 οι εικόνες που έρχονται από τον Καύκασο – Το χείριστο σενάριο για τους Αρμένιους – Ο ρόλος της Μόσχας και της Διεθνούς Κοινότητας

Ονέος γύρος στρατιωτικής κλιμάκωσης στον Καύκασο και στην περιοχή του Ναγκόρνο Καραμπάχ έρχεται σε μια περίοδο, όπου όλος ο πλανήτης έχει στραμμένο το βλέμμα στον συνεχιζόμενο πόλεμο στην Ουκρανία, αλλά και στην αυξανόμενη ένταση στον Ινδο – Ειρηνικό, μεταξύ της Κίνας και της Ταϊβάν.

Ο στόχος του Μπακού είναι ξεκάθαρος. Η εξάλειψη, η εκδίωξη και τελικά η εξόντωση του αρμενικού στοιχείου από το Ναγκόρνο Καραμπάχ και, για να το πετύχει αυτό, θα αδράξει κάθε ευκαιρία, ή θα κατασκευάσει την αιτία για την εκκίνηση μιας νέας στρατιωτικής επιχείρησης.

Επίσημα το Μπακού υποστηρίζει ότι η αυτοανακηρυχθείσα Δημοκρατία του Αρτσάχ θα πρέπει να διαλυθεί, μαζί με τον Αμυντικό Στρατό, με συνεπακόλουθο τον αφοπλισμό και την αποστρατιωτικοποίηση της αρμενικής πλευράς του Ναγκόρνο Καραμπάχ.

Το τραγικό 2020…

Ο Σεπτέμβριος του 2020 ήταν σκληρός για τους Αρμένιους του Ναγκόρνο Καραμπάχ, καθώς ο πόλεμος με το Αζερμπαϊτζάν, που διήρκεσε 44 ημέρες, οδήγησε στην συνθηκολόγηση της Αρμενίας, στις ορέξεις του Αζερμπαϊτζάν.

Η καταστροφική ήττα των Αρμενίων συνοδεύτηκε από χιλιάδες νεκρούς στρατιώτες, κυρίως νέους, τεράστιες εδαφικές απώλειες, αλλά και την αποκοπή του Αρτσάχ από την Αρμενία.

Η επίθεση των Αζέρων κατά του Αμυντικού Στρατού επικεντρώθηκε στον βορρά και τον νότο. Εκτυλίχθηκε σε διαφορετικές φάσεις, κατά τις οποίες αρχικά κατέστειλαν την αεράμυνα των Αρμενίων, ακολούθησαν επιχειρήσεις καταστροφής του αρμενικού πυροβολικού και, ακολούθως, πολλαπλά χτυπήματα κατά προσωπικού.

Καθοριστικό ρόλο στην έκβαση του πολέμου διαδραμάτισαν τα σύγχρονα όπλα του Μπακού, τα μη επανδρωμένα αεροσκάφη, τουρκικής κατασκευής Bayraktar TB2, τα ισραηλινά αιωρούμενα πυρομαχικά (loitering munitions), όπως και η οικογένεια ισραηλινών πυραύλων Spike NLOS.

Πέραν αυτού, η βαθιά εμπλοκή της Άγκυρας στον πόλεμο, καθώς η Τουρκία βοήθησε το Μπακού σε επίπεδο συντονισμού των κινήσεων και πληροφοριών. Παράλληλα, η Τουρκία μετέφερε στο Αζερμπαϊτζάν εκατοντάδες Σύρους μισθοφόρους, που συμμετείχαν στον πόλεμο κατά των Αρμενίων.

Η συνθηκολόγηση της Αρμενίας και η συμφωνία που υπογράφηκε στις 10 Νοεμβρίου του 2020 ήταν άκρως ταπεινωτική. Παρ΄ όλα αυτά, τα τρία μέρη, Αρμενία, Αζερμπαϊτζάν και Ρωσία, συμφώνησαν στην ανάπτυξη 2.000 Ρώσων στρατιωτών, με την μορφή της ειρηνευτικής δύναμης στην περιοχή, για να ελέγχουν και να διατηρούν την κατάπαυση του πυρός, με χρονικό ορίζοντα το 2025, όπου θα επανεξεταστεί η παραμονή τους στην περιοχή.

Νέα ανάφλεξη και φόβος για νέο πόλεμο…

Την Τετάρτη, 3/8 ξαναζωντάνεψαν δυσάρεστες μνήμες στο Ναγκόρνο Καραμπάχ, όταν το Υπουργείο Άμυνας του Αζερμπαϊτζάν δημοσίευσε πλάνα από την κάμερα ενός Bayraktar TB2, τα οποία παρουσίαζαν πυροβόλα του Αμυντικού Στρατού του Αρτσάχ, παρατεταγμένα και έτοιμα για κίνηση, σε μια βάση, στις βόρειες περιοχές του Ναγκόρνο Καραμπάχ.

Το μη επανδρωμένο αεροσκάφος χτύπησε με κατευθυνόμενο βλήμα ένα από τα φορτηγά που βρίσκονταν στη βάση, το οποίο περιείχε πυρομαχικά, με αποτέλεσμα να προκληθεί έκρηξη και η πυρκαγιά να εξαπλωθεί και σε άλλα φορτηγά.

Οι εικόνες που δημοσίευσαν οι Αζέροι καταμαρτυρούν ότι οι Αρμένιοι αγνόησαν εντελώς τα διδάγματα του πολέμου, αφήνοντας την αίσθηση ότι δεν πέρασε ούτε μια μέρα από την 10η Νοεμβρίου 2020. Δεν δικαιολογείται άλλωστε η ανάπτυξη εξοπλισμών και προσωπικού χωρίς αντιαεροπορική κάλυψη, σε ένα περιβάλλον στο οποίο τα τουρκικά Bayraktar είναι κυρίαρχα.

Το υπουργείο Άμυνας του Αζερμπαϊτζάν κατηγόρησε την Αρμενία για κατάφωρη παραβίαση της εκεχειρίας, καταγγέλλοντας δολιοφθορά που προκάλεσε τον θάνατο ενός Αζέρου στρατιώτη.

Επιπλέον, το Μπακού υποστήριξε ότι οι δυνάμεις του «συνέτριψαν» δυνάμεις της Αρμενίας που επιχείρησαν να καταλάβουν έναν λόφο σε περιοχή που βρίσκεται υπό τον έλεγχο των ρωσικών ειρηνευτικών δυνάμεων.

«Ως αποτέλεσμα, όσοι πολεμούσαν για λογαριασμό των παράνομων αρμενικών ενόπλων σχηματισμών σκοτώθηκαν ή τραυματίστηκαν», ανέφερε η σχετική ανακοίνωση, στην οποία το Μπακού απαίτησε από όλα τα αρμενικά στρατεύματα να αποχωρήσουν από την περιοχή, προειδοποιώντας με «συντριπτικά» αντίμετρα.

Η Αρμενία κατηγόρησε με την σειρά της το Αζερμπαϊτζάν για παραβίαση της εκεχειρίας, καταγγέλλοντας την επίθεση σε περιοχές υπό τον έλεγχο των ρωσικών ειρηνευτικών δυνάμεων. Το Ερεβάν ζήτησε επίσης από τη διεθνή κοινότητα «να λάβει μέτρα για να σταματήσει την επιθετική συμπεριφορά και τις ενέργειες του Αζερμπαϊτζάν».

Αντίδραση ήρθε και από την Μόσχα, η οποία κατηγόρησε ευθέως το Μπακού για παραβίαση του status quo και της κατάπαυσης του πυρός. Από την πλευρά της, η Ευρωπαϊκή Ένωση, ως είθισται, απηύθυνε έκκληση για τον άμεσο τερματισμό των εχθροπραξιών και κάλεσε τις αντιμαχόμενες πλευρές να σεβαστούν την εκεχειρία.

Το εφιαλτικό σενάριο του γρήγορου θανάτου…

Παρ’ όλο που οι Αρχές της αυτοαποκαλούμενης Δημοκρατίας του Αρτσάχ κήρυξαν μερική επιστράτευση, ο Αμυντικός Στρατός δεν είναι ο ίδιος που ήταν, πριν από τον πόλεμο των 44 ημερών. Η Αρμενία έχει αποσύρει σχεδόν όλες τις δυνάμεις της από τον θύλακα, ενώ ο πληθυσμός των Αρμενίων, από τις 150,000 περίπου, που ζούσαν στο Ναγκόρνο Καραμπάχ , πριν από την 27η Σεπτεμβρίου 2020, μειώθηκε σημαντικά, εξαιτίας του πολέμου των 44 ημερών.

Ανάμεσα στα σενάρια που αιωρούνται για το τι μέλλει γενέσθαι για το μέλλον του Αρτσάχ, ένα από αυτά είναι το σενάριο του γρήγορου θανάτου. Δεδομένης της υπεροπλίας των Αζέρων και την αδυναμία της Αρμενίας να προστατεύσει στρατιωτικά τους Αρμένιους του Ναγκόρνο Καραμπάχ, μια νέα στρατιωτική σύγκρουση, κατά πάσα πιθανότητα, θα οδηγήσει σε ακόμα μια νίκη του Μπακού και ίσως στην τελειωτική ήττα του Αμυντικού Στρατού.

Ενδεικτικά να αναφέρουμε ότι είναι αμφίβολο, εάν απέμεινε στον Αμυντικό Στρατό των Αρμενίων η ικανότητα της αντιαεροπορικής κάλυψης. Είναι άγνωστος επίσης ο αριθμός των εναπομεινάντων αρμάτων μάχης, συστημάτων πυροβολικού, αντιαρματικών δυνατοτήτων, καθώς και ο αριθμός προσωπικού που θα μπορούσε να κινητοποιήσει, για να αντιμετωπίσει μια επίθεση από το Αζερμπαϊτζάν. Στα υπόψη θα πρέπει να ληφθεί και η κατάπτωση του ηθικού που έφερε ο πόλεμος, αφού χάθηκε σχεδόν μια ολόκληρη γενιά νέων Αρμενίων του Ναγκόρνο Καραμπάχ. Προστίθεται επίσης και η παντελής έλλειψη λογιστικής κάλυψης στον Αμυντικό Στρατό, αφού δεν υπάρχουν ανοικτές οδικές αρτηρίες προς την Αρμενία, η οποία θα μπορούσε να τον προμηθεύσει με πολεμοφόδια και άλλες κρίσιμες ανάγκες.

Σε αυτό το σενάριο, τα ρωσικά στρατεύματα ενδεχομένως να αναγκαστούν να εγκαταλείψουν το Ναγκόρνο Καραμπάχ, εξαιτίας και του πολέμου στην Ουκρανία. Είναι αμφίβολο, έως απίθανο ότι η Μόσχα θα εμπλακεί στρατιωτικά ενάντια στο Μπακού, τουλάχιστον αυτή την περίοδο, για λογαριασμό των Αρμενίων. Καμία άλλη χώρα (ΗΠΑ, ΗΒ, Γερμανία, Γαλλία κ.λπ.) δεν θα αναπτύξει στρατεύματα στο Ναγκόρνο Καραμπάχ, ενάντια στη θέληση του Αζερμπαϊτζάν. Ως χειρονομία προς τη διεθνή κοινότητα, το Μπακού θα μπορούσε να προσφέρει στον αρμενικό πληθυσμό μια ελαφριά εκδοχή πολιτιστικής αυτονομίας, υποστηρίζοντας ταυτόχρονα ότι ο πληθυσμός του Αζερμπαϊτζάν πρέπει να εισέλθει στο Στεπανακέρτ, την πρωτεύουσα του Αρτσάχ, για να ζήσει εκεί.

Μικρός αριθμός Αρμενίων, ενδεχομένως να συμφωνήσουν να ζήσουν κάτω από τον έλεγχο του Αζερμπαϊτζάν, ενώ δεκάδες χιλιάδες θα εγκαταλείψουν τις εστίες τους για την Αρμενία. Το Αζερμπαϊτζάν θα απορρίψει την έννοια της εθνοκάθαρσης, με το επιχείρημα ότι παρέχει όλες τις εγγυήσεις για την επιβίωση της αρμενικής μειονότητας.

Η διεθνής κοινότητα (ΗΠΑ, ΕΕ) μπορεί να αποδοκιμάσει αυτές τις εξελίξεις και να εκφράσει τις ανησυχίες της, αλλά οι δηλώσεις της δεν θα επιφέρουν καμίαν αλλαγή επί του πεδίου. Εν μέσω αυτής της αναταραχής, η μοίρα 100.000 περίπου Αρμενίων δεν θα παραμείνει η κορυφαία προτεραιότητα του κόσμου για μεγάλο χρονικό διάστημα.

Η διπλωματία, η μόνη ελπίδα…

Γίνεται αντιληπτό, από τις δηλώσεις των αξιωματούχων του μη αναγνωρισμένου Αρτσάχ, ότι οι ρωσικές ειρηνευτικές δυνάμεις και γενικότερα η Ρωσική Ομοσπονδία αποτελούν το μοναδικό τους ανάχωμα για την επιβίωσή τους.

Όπως προαναφέραμε, οι Ρώσοι ειρηνευτές δεν αναμένεται, ούτε έχουν σκοπό, να θυσιαστούν για τους Αρμένιους, ωστόσο η ρωσική διπλωματία μπορεί να δώσει χρόνια στο Αρτσάχ.

Οι ισχυροί δεσμοί της Μόσχας με το Μπακού και το Ερεβάν μπορεί να οδηγήσουν σε μια νέα συμφωνία, η οποία ναι μεν δεν αναμένεται να είναι υπέρ των Αρμενίων, μπορεί όμως να κατευνάσει τα πνεύματα στην περιοχή, για ένα χρονικό διάστημα.

Στο μεταξύ, η Αρμενία καλείται να λύσει τις εσωτερικές της έριδες και να προσανατολιστεί εκεί όπου της επιτάσσουν τα συμφέροντά της, όχι μόνο για την επιβίωση του Αρτσάχ, αλλά και ολόκληρης της Αρμενίας.

Σημερινή

Ο Σταύρος Καλεντερίδης, ξεκίνησε τις σπουδές του στην Αθήνα, σπουδάζοντας Πολιτική Επιστήμη στο Εθνικό Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών. Έπειτα από τέσσερα χρόνια συμμετοχής στα φοιτητικά όργανα συνδιοίκησης της σχολής του και σε διάφορες οργανώσεις νέων, αποφάσισε να συνεχίσει τις σπουδές του στο εξωτερικό. Στη Βοστόνη των Η.Π.Α. ολοκλήρωσε δύο μεταπτυχιακά προγράμματα, στις Διεθνείς Σχέσεις (Αμερικανική εξωτερική πολιτική) και στην Επικοινωνία (Πολιτική Επικοινωνία), ενώ παράλληλα εργάστηκε στο Ελληνικό Προξενείο της Βοστόνης, στη σχολή του ως βοηθός έρευνας και σε δύο πολιτικές καμπάνιες Αμερικανών πολιτικών (Δημοκρατικών – Ρεπουμπλικάνων). Μετά από τρία χρόνια στις Η.Π.Α., άκουσε το κάλεσμα της πατρίδας του και επέστρεψε πίσω με μεγάλο πόθο για προσφορά στην Ελλάδα. Υπήρξε ιδρυτικό μέλος δύο κοινωφελών οργανισμών, του δέλτα – πολιτική επανάσταση (πολιτικός οργανισμός) και της Λεοντίδας (ίδρυμα προώθησης θεμάτων ιστορίας, πολιτισμού και δημοκρατίας). Σήμερα ζει και εργάζεται στην Αθήνα, ασχολείται με διάφορα εγχειρήματα πολιτικής διπλωματίας και δημοκρατίας, γράφει πολιτικά άρθρα, σχολιάζει την επικαιρότητα και συνεχίζει την προσωπική του μελέτη στην ιστορία και την πολιτική φιλοσοφία.

Συνέχεια ανάγνωσης

Διεθνή

Προειδοποίηση της Ελβετίας: Το υψηλό ευρωπαϊκό χρέος θα μπορούσε να πυροδοτήσει μια κρίση του ευρώ

Τα αυξανόμενα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη και πέραν αυτής εγκυμονούν κινδύνους για την οικονομική σταθερότητα και θα μπορούσαν να πυροδοτήσουν μια κρίση του ευρώ, δήλωσε την Παρασκευή η Ελβετίδα υπουργός Οικονομικών, Κάριν Κέλερ-Σούτερ.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Τα αυξανόμενα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη και πέραν αυτής εγκυμονούν κινδύνους για την οικονομική σταθερότητα και θα μπορούσαν να πυροδοτήσουν μια κρίση του ευρώ, δήλωσε την Παρασκευή η Ελβετίδα υπουργός Οικονομικών, Κάριν Κέλερ-Σούτερ.

Μιλώντας στον ελβετικό δημόσιο ραδιοτηλεοπτικό φορέα SRF, στην Μπανγκόκ —στο περιθώριο των ετήσιων συναντήσεων του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου και της Παγκόσμιας Τράπεζας—, η Κέλερ-Σούτερ ανέφερε ότι και οι τιμές της ενέργειας εντείνουν τις ανησυχίες μεταξύ των υπευθύνων χάραξης πολιτικής.

Η Ελβετία διαθέτει ένα από τα χαμηλότερα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη, ωστόσο η Κέλερ-Σούτερ τόνισε ότι, στο τρέχον περιβάλλον, είναι σημαντικό να εξετάζεται η ευρύτερη εικόνα.

«Είμαστε τόσο στενά διασυνδεδεμένοι σε διεθνές επίπεδο, ώστε καθιστάμεθα επίσης ευάλωτοι, για παράδειγμα, στην περίπτωση που προκύψει κρίση χρέους εξαιτίας του δημόσιου χρέους μεγάλων χωρών. Σκέφτομαι συγκεκριμένα τις Ηνωμένες Πολιτείες, αλλά και την Ευρώπη. Υπάρχει η περίπτωση της Γαλλίας — κάτι που θα μπορούσε να οδηγήσει σε κρίση του ευρώ», δήλωσε η Κέλερ-Σούτερ στο δίκτυο SRF.

Το δημόσιο χρέος της Γαλλίας, τα δημοσιονομικά ελλείμματα και η υποτονική οικονομική ανάπτυξη έχουν εντείνει τις ανησυχίες για την κατάσταση των δημόσιων οικονομικών της, καθώς ο πολιτικός κατακερματισμός έχει καταστήσει πιο περίπλοκες τις προσπάθειες δημοσιονομικής εξυγίανσης.

 

Συνέχεια ανάγνωσης

Αναλύσεις

Η Κίνα βρίσκει δρόμο που παρακάμπτει το Πακιστάν – Ο διάδρομος Ουαχάν αλλάζει τις γεωπολιτικές ισορροπίες

Μία νέα οδική αρτηρία μήκους 121 χιλιομέτρων στο βορειοανατολικό Αφγανιστάν δημιουργεί τις προϋποθέσεις για απευθείας χερσαία σύνδεση με την Κίνα, χωρίς διέλευση από το Πακιστάν. Η ολοκλήρωση του δρόμου στον ιστορικό διάδρομο Ουαχάν αποκτά ιδιαίτερη γεωπολιτική σημασία, καθώς το Πεκίνο αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα ασφαλείας με τις επενδύσεις του στο Πακιστάν, ενώ η Καμπούλ επιδιώκει να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Μία σημαντική εξέλιξη στις χερσαίες μεταφορές και στις γεωπολιτικές ισορροπίες της Κεντρικής Ασίας καταγράφεται στο Αφγανιστάν, με την ολοκλήρωση νέου δρόμου στον στρατηγικής σημασίας διάδρομο Ουαχάν.

Σύμφωνα με ανάλυση του Imran Khurshid που δημοσιεύθηκε στις 9 Οκτωβρίου 2026 στο Asia Times, οι αφγανικές αρχές εγκαινίασαν οδική διαδρομή 121 χιλιομέτρων, η οποία εκτείνεται από την περιοχή Μπρογκίλ έως τα σύνορα με την Κίνα, στην επαρχία Μπανταχσάν.

Το έργο κόστισε περίπου 365 εκατομμύρια αφγάνι, ποσό που αντιστοιχεί σε περίπου 5,5 εκατομμύρια δολάρια.

Κατά τις αφγανικές ανακοινώσεις, κατασκευάστηκε από ντόπιους μηχανικούς και εργαζομένους, χωρίς τη συμμετοχή ξένων τεχνικών συμβούλων.

Η νέα διαδρομή φθάνει στα σινοαφγανικά σύνορα. Αυτό, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι λειτουργεί ήδη πλήρης διεθνής εμπορευματικός διάδρομος, καθώς εξακολουθούν να υπάρχουν σημαντικοί τεχνικοί και συνοριακοί περιορισμοί.

Γιατί ο διάδρομος Ουαχάν έχει στρατηγική σημασία

Ο διάδρομος Ουαχάν αποτελεί μια στενή λωρίδα αφγανικού εδάφους ανάμεσα στο Τατζικιστάν, το Πακιστάν και την Κίνα.

Η γεωγραφική του διαμόρφωση συνδέεται με τον ανταγωνισμό της Βρετανικής και της Ρωσικής Αυτοκρατορίας κατά τον 19ο αιώνα.

Η περιοχή διατηρήθηκε ως ζώνη διαχωρισμού των δύο αυτοκρατορικών σφαιρών επιρροής, αποτελώντας ένα από τα χαρακτηριστικότερα γεωγραφικά κατάλοιπα του λεγόμενου «Μεγάλου Παιχνιδιού».

Σήμερα, η ίδια περιοχή αποκτά νέα σημασία, αυτή τη φορά λόγω της προσπάθειας σύνδεσης της Κίνας με το Αφγανιστάν και ευρύτερα με την Κεντρική Ασία.

Ο δρόμος ανοίγει τη δυνατότητα δημιουργίας μιας εναλλακτικής οδού μεταφορών, περιορίζοντας δυνητικά την ανάγκη διέλευσης από το πακιστανικό έδαφος.

Το πρόβλημα της Κίνας με τον οικονομικό διάδρομο CPEC

Το ενδιαφέρον της εξέλιξης εντοπίζεται κυρίως στην προσπάθεια του Πεκίνου να περιορίσει την εξάρτησή του από ευάλωτες υποδομές.

Ο Οικονομικός Διάδρομος Κίνας–Πακιστάν, γνωστός ως CPEC, αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα προγράμματα της κινεζικής πρωτοβουλίας Belt and Road.

Μέσω του συγκεκριμένου σχεδίου, η Κίνα επιχειρεί να ενισχύσει τις εμπορικές και ενεργειακές συνδέσεις της με τη Νότια Ασία και την Αραβική Θάλασσα.

Ωστόσο, η υλοποίηση των έργων έχει αντιμετωπίσει σοβαρές δυσκολίες.

Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, οργανώσεις αυτονομιστών έχουν πραγματοποιήσει επανειλημμένες επιθέσεις εναντίον κινεζικών συμφερόντων, εγκαταστάσεων και εργαζομένων.

Οι επιθέσεις αυτές έχουν επιβαρύνει την ασφάλεια των υποδομών και έχουν αυξήσει το κόστος προστασίας των κινεζικών επενδύσεων.

Παράλληλα, έχουν διατυπωθεί καταγγελίες για καθυστερήσεις, κακοδιαχείριση και προβλήματα διαφάνειας σε επιμέρους προγράμματα του CPEC.

Η εδαφική διαμάχη με την Ινδία

Μια επιπλέον γεωπολιτική δυσκολία συνδέεται με τη διέλευση του CPEC από το Γκιλγκίτ–Μπαλτιστάν.

Η περιοχή διοικείται από το Πακιστάν, αλλά διεκδικείται από την Ινδία, στο πλαίσιο της ευρύτερης διαμάχης για το Κασμίρ.

Το Νέο Δελχί έχει αντιταχθεί επανειλημμένα σε έργα που διέρχονται από εδάφη τα οποία θεωρεί τμήμα της δικής του επικράτειας.

Αυτό σημαίνει ότι ο οικονομικός διάδρομος Κίνας–Πακιστάν δεν αποτελεί μόνο αναπτυξιακό πρόγραμμα, αλλά συνδέεται με μία από τις πιο ευαίσθητες εδαφικές αντιπαραθέσεις της Ασίας.

Η δημιουργία εναλλακτικών διαδρομών μέσω του Αφγανιστάν θα μπορούσε μακροπρόθεσμα να προσφέρει στο Πεκίνο μεγαλύτερη ευελιξία.

Δεν υπάρχει, πάντως, ένδειξη ότι ο δρόμος του Ουαχάν μπορεί σήμερα να αντικαταστήσει τις μεγάλες μεταφορικές υποδομές του CPEC.

Η Καμπούλ επιχειρεί να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ

Για την κυβέρνηση των Ταλιμπάν, το έργο έχει και μία σαφή πολιτική διάσταση.

Το Αφγανιστάν εξαρτάται σε σημαντικό βαθμό από συνοριακές διαβάσεις και μεταφορικούς άξονες που περνούν από το Πακιστάν.

Οι επανειλημμένες εντάσεις ανάμεσα στις δύο χώρες έχουν προκαλέσει κλείσιμο συνοριακών περασμάτων, διακοπές εμπορικών ροών και επιβάρυνση της αφγανικής οικονομίας.

Μια εναλλακτική χερσαία διέξοδος προς την Κίνα θα μπορούσε, εφόσον αναπτυχθεί και καταστεί λειτουργική, να μειώσει τη δυνατότητα του Πακιστάν να χρησιμοποιεί τη γεωγραφική του θέση ως μέσο πίεσης προς την Καμπούλ.

Η αφγανική πλευρά αντιμετωπίζει το έργο ως σημαντική υποδομή οικονομικής και στρατηγικής αυτονομίας.

Η στάση της Κίνας και της Ρωσίας

Παρά την προοπτική άμεσης σύνδεσης, το Πεκίνο δεν έχει εγκαταλείψει τον οικονομικό διάδρομο CPEC ούτε έχει ανακοινώσει ότι ο Ουαχάν θα τον αντικαταστήσει.

Η Κίνα εξακολουθεί να διατηρεί σημαντικά οικονομικά και στρατηγικά συμφέροντα στο Πακιστάν.

Αντίστοιχα, η Ρωσία ενδιαφέρεται για τη σταθερότητα του Αφγανιστάν και για την ανάπτυξη νέων δικτύων επικοινωνίας στην Κεντρική Ασία.

Η δημιουργία περισσότερων επιλογών διασύνδεσης ενδέχεται να περιορίσει την αποκλειστική σημασία ορισμένων παραδοσιακών μεταφορικών διαδρομών.

Η πραγματική αξία του Ουαχάν θα εξαρτηθεί από τη βελτίωση των οδικών υποδομών, τη λειτουργία συνοριακών και τελωνειακών εγκαταστάσεων, τις καιρικές συνθήκες και τις πολιτικές αποφάσεις της Κίνας.

Το μήνυμα προς το Πακιστάν

Η νέα διαδρομή αναδεικνύει μια σημαντική γεωπολιτική πραγματικότητα: η γεωγραφική θέση ενός κράτους προσφέρει στρατηγικά πλεονεκτήματα, αλλά η αξιοποίησή τους εξαρτάται από την ασφάλεια και την αξιοπιστία των μεταφορικών του δικτύων.

Το Πακιστάν εξακολουθεί να αποτελεί κρίσιμο εταίρο της Κίνας, ιδιαίτερα στο πλαίσιο του CPEC.

Ταυτόχρονα, όμως, η αστάθεια, οι επιθέσεις σε κινεζικά συμφέροντα και οι αντιπαραθέσεις με το Αφγανιστάν δημιουργούν κίνητρα αναζήτησης εναλλακτικών επιλογών.

Ο διάδρομος Ουαχάν δεν έχει ακόμη μετατραπεί σε μεγάλο εμπορικό πέρασμα. Η κατασκευή του δρόμου, ωστόσο, καταδεικνύει ότι το Αφγανιστάν επιχειρεί να αποκτήσει πρόσθετες διεθνείς συνδέσεις και ότι η αποκλειστική εξάρτηση από το Πακιστάν δεν αποτελεί πλέον τη μοναδική γεωγραφική επιλογή.

Για το Ισλαμαμπάντ, η εξέλιξη αποτελεί μια νέα στρατηγική παράμετρο που θα πρέπει να συνυπολογίσει στις σχέσεις του με το Πεκίνο και την Καμπούλ.

Συνέχεια ανάγνωσης

Διεθνή

Γερμανία: Το ρωσικό φυσικό αέριο επιστρέφει έμμεσα μέσω των λιπασμάτων, παρά τους ευρωπαϊκούς δασμούς

Δημοσιεύτηκε

στις

Οι εισαγωγές ρωσικών αζωτούχων λιπασμάτων μειώθηκαν κατά 66% το 2025-2026, αλλά παραμένουν 53% υψηλότερες από τα επίπεδα πριν από τον πόλεμο στην Ουκρανία.

Το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία διατηρεί ανταγωνιστικά τα ρωσικά προϊόντα, σύμφωνα με στοιχεία που δημοσίευσε η Berliner Zeitung. Η Γερμανία εξακολουθεί να συνδέεται εμπορικά με το ρωσικό φυσικό αέριο, παρά τις ευρωπαϊκές προσπάθειες περιορισμού της ενεργειακής εξάρτησης από τη Μόσχα.

Αυτή τη φορά, η σύνδεση δεν αφορά αποκλειστικά την άμεση προμήθεια φυσικού αερίου, αλλά τις εισαγωγές λιπασμάτων που παράγονται με τη χρήση ρωσικού αερίου ως πρώτης ύλης και πηγής ενέργειας. Σύμφωνα με δημοσίευμα της γερμανικής εφημερίδας, που βασίζεται σε στοιχεία του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου και του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι εισαγωγές αζώτου μέσω ρωσικών λιπασμάτων μειώθηκαν σημαντικά κατά το 2025-2026. Ωστόσο, εξακολουθούν να βρίσκονται πάνω από τα επίπεδα που καταγράφονταν πριν από τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία.

Τα στοιχεία των εισαγωγών και η σύγκριση με την προπολεμική περίοδο

Το 2025-2026, η Γερμανία εισήγαγε 48.800 τόνους αζώτου μέσω λιπασμάτων ρωσικής προέλευσης. Η ποσότητα αυτή είναι μειωμένη κατά περίπου 66% σε σύγκριση με το προηγούμενο έτος, αλλά παραμένει κατά 53% υψηλότερη από τους 31.800 τόνους που είχαν καταγραφεί το 2020-2021, πριν από τον πόλεμο.

Η εξέλιξη των εισαγωγών δείχνει πόσο έντονη ήταν η αύξηση μετά το 2022. Το 2021-2022 οι εισαγωγές έφτασαν τους 56.800 τόνους αζώτου, ενώ το 2022-2023 εκτοξεύθηκαν στους 185.100 τόνους. Στη συνέχεια καταγράφηκαν 140.200 τόνοι το 2023-2024 και 143.800 τόνοι το 2024-2025, προτού σημειωθεί η μεγάλη υποχώρηση της τελευταίας περιόδου. Τα στοιχεία αφορούν την ποσότητα του αζώτου που περιέχεται στα εισαγόμενα λιπάσματα και όχι το συνολικό βάρος των προϊόντων.

Τα λιπασματικά έτη υπολογίζονται από τον Ιούλιο έως τον Ιούνιο. Η ποσότητα αζώτου που εισήχθη στη Γερμανία μέσω ρωσικής ουρίας μειώθηκε από 71.600 τόνους σε 27.600 τόνους, καταγράφοντας πτώση άνω του 61%. Παρά τη μείωση, η ποσότητα εξακολουθεί να είναι σχεδόν τριπλάσια από τους 9.900 τόνους του 2020-2021. Η συγκεκριμένη εξέλιξη αναδεικνύει το βασικό πρόβλημα της ευρωπαϊκής πολιτικής περιορισμού των εμπορικών δεσμών με τη Ρωσία. Ακόμη και όταν περιορίζονται οι εισαγωγές συγκεκριμένων προϊόντων, οι οικονομικές σχέσεις μπορούν να διατηρούνται μέσω άλλων κατηγοριών αγαθών, ιδιαίτερα όταν αυτά έχουν χαμηλότερο κόστος παραγωγής.

Γιατί οι ρωσικές εισαγωγές παραμένουν ανταγωνιστικές

Καθοριστικός παράγοντας είναι το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία και στην υπόλοιπη Ευρώπη. Η παραγωγή αζωτούχων λιπασμάτων απαιτεί μεγάλες ποσότητες φυσικού αερίου, το οποίο χρησιμοποιείται τόσο ως πρώτη ύλη όσο και ως πηγή ενέργειας. Σύμφωνα με τον Σύνδεσμο Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι ευρωπαϊκοί δασμοί, που τέθηκαν σε ισχύ τον Ιούλιο του 2025, περιόρισαν σημαντικά τις εισαγωγές ρωσικών λιπασμάτων. Ωστόσο, δεν εξάλειψαν το ανταγωνιστικό πλεονέκτημα των ρωσικών προϊόντων. Ο σύνδεσμος επισημαίνει ότι οι υψηλές τιμές ενέργειας δυσκολεύουν τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις να αυξήσουν την εγχώρια παραγωγή και να καλύψουν μεγαλύτερο μέρος των αναγκών της αγοράς. Ως αποτέλεσμα, τα ρωσικά λιπάσματα εξακολουθούν να παραμένουν ελκυστικά, ακόμη και μετά την επιβολή πρόσθετων δασμών.

Παράλληλα, σύμφωνα με τον IVA, είναι πιθανό ορισμένες ποσότητες ρωσικών προϊόντων να φτάνουν στη γερμανική αγορά μέσω άλλων κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το μέγεθος αυτών των έμμεσων εισαγωγών, ωστόσο, δεν μπορεί να προσδιοριστεί με ακρίβεια από τα διαθέσιμα στοιχεία.

Δεν αποδίδονται οι αυξήσεις των τιμών αποκλειστικά στους δασμούς

Το ζήτημα έχει άμεση σημασία για τους Γερμανούς αγρότες, καθώς το κόστος των λιπασμάτων επηρεάζει την παραγωγή και, τελικά, την οικονομική βιωσιμότητα των καλλιεργειών. Ο IVA υποστηρίζει ότι η μείωση των ρωσικών εισαγωγών δεν έχει προκαλέσει μέχρι στιγμής σαφή αύξηση των τιμών εξαιτίας των δασμών. Σύμφωνα με τον σύνδεσμο, η εγχώρια παραγωγική δυναμικότητα και οι εισαγωγές από άλλες χώρες, μεταξύ των οποίων η Αίγυπτος, επαρκούν για την κάλυψη των αναγκών της αγοράς. Την ίδια στιγμή, ο σύνδεσμος αποδίδει τις υψηλές τιμές των λιπασμάτων το 2026 στις διεθνείς ενεργειακές αναταράξεις, στον πόλεμο με το Ιράν και στην κρίση γύρω από τα Στενά του Ορμούζ, παράγοντες που επηρεάζουν το κόστος μεταφοράς και τις παγκόσμιες τιμές ενέργειας και λιπασμάτων.

Οι εκτιμήσεις αυτές αποτελούν τις θέσεις του κλαδικού συνδέσμου και δεν συνιστούν από μόνες τους ανεξάρτητη αξιολόγηση όλων των παραγόντων που διαμορφώνουν τις τιμές.

Νέες πιέσεις για περιορισμό των ρωσικών εισαγωγών

Με αφορμή τα στοιχεία, ο IVA ζητά να εξεταστεί η επιβολή πρόσθετων δασμών στις εισαγωγές καλιούχων λιπασμάτων από τη Ρωσία και τη Λευκορωσία. Το κάλιο αποτελεί βασικό θρεπτικό στοιχείο για τις καλλιέργειες και αντιπροσωπεύει μια ακόμη κατηγορία προϊόντων στην οποία η ευρωπαϊκή αγορά διατηρεί εμπορικές σχέσεις με τις δύο χώρες.

Ο σύνδεσμος εκτιμά ότι η ευρωπαϊκή βιομηχανία μπορεί να καλύψει τις ανάγκες της γεωργίας χωρίς να εξαρτάται από τις συγκεκριμένες εισαγωγές και υποστηρίζει ότι πρόσθετοι δασμοί δεν θα πρέπει να οδηγήσουν αναγκαστικά σε αυξήσεις τιμών. Η συζήτηση, ωστόσο, αποτυπώνει το ευρύτερο δίλημμα της ευρωπαϊκής οικονομικής πολιτικής. Η μείωση της εξάρτησης από τη Ρωσία απαιτεί όχι μόνο εμπορικούς περιορισμούς, αλλά και ανταγωνιστική εγχώρια παραγωγή, προσιτό ενεργειακό κόστος και εναλλακτικές πηγές προμήθειας.

Τα δεδομένα της γερμανικής αγοράς δείχνουν ότι οι δασμοί μπορούν να περιορίσουν σημαντικά τις εισαγωγές, χωρίς όμως να εξαλείψουν αυτομάτως τις οικονομικές σχέσεις που στηρίζονται σε διαφορές κόστους παραγωγής. Για τη Γερμανία και την Ευρωπαϊκή Ένωση, η πρόκληση παραμένει η εξισορρόπηση τριών στόχων: της ενεργειακής και οικονομικής ασφάλειας, της στήριξης της εγχώριας βιομηχανίας και της διατήρησης προσιτού κόστους για τον αγροτικό τομέα.

Με πληροφορίες του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA) και του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου.

Συνέχεια ανάγνωσης

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ

Αναλύσεις12 λεπτά πριν

Μάικλ Ρούμπιν: Ο Τομ Μπάρακ θα Καταστρέψει την κληρονομιά του Τραμπ;

Ο Μπάρακ έχει αναδιαμορφώσει σχεδόν μόνος του την πολιτική των ΗΠΑ στην Ανατολική Μεσόγειο και τη Μέση Ανατολή προς όφελος...

Απόψεις27 λεπτά πριν

Γεωπολιτική και Προφητεία: Ο γέροντας Σίμων της Λατινικής Αμερικής, οι «τρεις ημέρες σκοταδιού» στην ανθρωπότητα

Η πραγματική εγρήγορση δεν είναι ο φόβος για το αύριο· είναι η υπεύθυνη, η φροντίδα της οικογένειας για τον άνθρωπό...

Αναλύσεις42 λεπτά πριν

Ο Πούτιν χτυπά την οικονομία, ο Τραμπ περιπλέκει το παιχνίδι: Η Ευρώπη μπροστά στη μεγάλη δοκιμασία της Ουκρανίας

Από στρατιωτικής άποψης, η προφανής λύση είναι η παροχή περισσότερων και καλύτερων συστημάτων αεράμυνας. Ωστόσο, αυτά βρίσκονται σε περιορισμένη διαθεσιμότητα...

Αναλύσεις1 ώρα πριν

Γιατί το Πεντάγωνο ανησύχησε τόσο πολύ για τα βομβαρδιστικά B-1 στην Αγγλία

Το περιστατικό συμβολίζει τη σταδιακή υποχώρηση της αμερικανικής επιρροής και την αυξανόμενη αβεβαιότητα στο διεθνές περιβάλλον, όπου αντίπαλοι όπως το...

Άμυνα2 ώρες πριν

Παρέλαση από το μέλλον: Τα υπερσύγχρονα συστήματα «Spyder» και «David’s Sling»

Η φετινή παρέλαση της 28ης Οκτωβρίου δεν θα έχει σχέση με τις προηγούμενες, αναφέρουν από το υπουργείο Εθνικής Αμυνας, καθώς...

Δημοφιλή