Διεθνή
Οι κινεζικοί πύραυλοι συναντούν τα αμερικανικά «πυροτεχνήματα» πάνω από την Ταϊβάν
Με πυραύλους και στρατιωτικές ασκήσεις καλωσόρισε η Κίνα την πρόεδρο της αμερικανικής Βουλής των Αντιπροσώπων, Νάνσι Πελόζι
Γιάννης Γιωργαλλής
Εάν η επίσκεψη επιδεινώσει τις ήδη τεταμένες σχέσεις Ουάσιγκτον – Πεκίνου και οδηγήσει τελικά σε μια πολεμική σύρραξη, ξεκάθαρα πρόκειται για εγκληματικά λανθασμένους υπολογισμούς
Με πυραύλους και στρατιωτικές ασκήσεις καλωσόρισε η Κίνα την πρόεδρο της αμερικανικής Βουλής των Αντιπροσώπων, Νάνσι Πελόζι, στην Ταϊβάν. Η «αψυχολόγητη», για πολλούς ειδικούς, κίνηση της 82χρονης πολιτικού, πέραν από τις αναμενόμενες αντιδράσεις, δημιούργησε ερωτήματα για τη χρονική συγκυρία, την πρακτική σημασία και τις συνέπειες που μπορεί να επιφέρει. Για κάποιους πρόκειται για ένα ισχυρό δημοκρατικό κτύπημα στο ολοκληρωτικό καθεστώς της Κίνας, το οποίο θα έχει περιορισμένο γεωπολιτικό αντίκτυπο. Για άλλους, όμως, δεν είναι παρά ένα ανεύθυνο «πυροτέχνημα» σε μια κρίσιμη χρονική περίοδο, το οποίο δύναται να προκαλέσει αλυσιδωτές αρνητικές εξελίξεις. Στη συζήτηση μπαίνει και η ρωσική εισβολή και εξετάζεται κατά πόσον η Ταϊβάν θα γίνει μια νέα Ουκρανία ή εάν η «προδοσία» των ΗΠΑ θα σπρώξει την Κίνα πιο κοντά στη Ρωσία.
Η σημασία της επίσκεψης Πελόζι
Αναλυτές εκτιμούν ότι η απάντηση στο ερώτημα, εάν το ριψοκίνδυνο ταξίδι της Πελόζι ήταν μια ισχυρή δήλωση των προθέσεων των ΗΠΑ ή απλώς μια πρόκληση κατά της Κίνας χωρίς κανένα στρατηγικό κέρδος, θα εξαρτηθεί από το πώς θα εκτονωθεί η οργή του Πεκίνου.
Οι μέχρι τώρα – αναμενόμενες – αντιδράσεις της Κίνας, πάντως, δεν μπορούν να υποτιμηθούν. Οι ένοπλες δυνάμεις της διεξήγαγαν γυμνάσια ευρείας κλίμακας σε τομείς γύρω από την Ταϊβάν, με τους στρατιωτικούς αναλυτές να εκτιμούν ότι πρόκειται για τις μεγαλύτερες αεροπορικές και ναυτικές ασκήσεις που έχουν οργανωθεί ποτέ γύρω από τη νήσο.
Εάν η «αντεπίθεση» της Κίνας σταματήσει πριν από μία κρίση ευρείας κλίμακας στα Στενά της Ταϊβάν και αποφευχθεί το ενδεχόμενο κάποιου ατυχήματος μεταξύ των κινεζικών και ταϊβανέζικων ή αμερικανικών δυνάμεων, τότε η επίσκεψη της Πελόζι μπορεί να περάσει «ανώδυνα». Σύμφωνα με ανάλυση του CNN, αυτό είναι το βέλτιστο σενάριο για τους Αμερικανούς, αφού στη συνείδηση του κόσμου τελικά θα μείνει αποτυπωμένη η εικόνα μιας «εκπροσώπου» της Δημοκρατίας μιαν ανάσα από τον ασιατικό γίγαντα.
Παρά το γεγονός ότι η διοίκηση Μπάιντεν σύναψε την αμυντική συμφωνία AUKUS κατά της Κίνας, εκτιμάται ότι προτεραιότητα, τουλάχιστον σε αυτήν τη χρονική συγκυρία, αποτελεί η αποφυγή ανοικτής σύγκρουσης μεταξύ των δύο χωρών. Εάν η επίσκεψη, η οποία συμβολικά ισοδυναμεί με μια δήλωση κατά του Τζινπίνγκ, επιδεινώσει τις ήδη τεταμένες σχέσεις Ουάσιγκτον-Πεκίνου και οδηγήσει τελικά σε μια πολεμική σύρραξη, ξεκάθαρα πρόκειται για εγκληματικά λανθασμένους υπολογισμούς. Το ίδιο ισχύει και στην περίπτωση κατά την οποία η Κίνα προχωρήσει σε βήματα αντεκδίκησης που θα επηρεάσουν την ειρήνη και ευημερία των κατοίκων της Ταϊβάν, ένα στοιχείο που αγνοείται συνήθως από πολλούς σκληροπυρηνικούς Αμερικανούς στα κέντρα λήψης αποφάσεων.
Εξετάζοντας την επίσκεψη της Πελόζι χωρίς τα συνεπακόλουθά της, μπορούμε να πούμε ότι πρόκειται για μια βαρυσήμαντη δήλωση υπέρ της Δημοκρατίας, η οποία αψηφά τις εντεινόμενες απειλές της Κίνας. Δεν αποκλείεται να είναι η τελευταία αποστολή της προέδρου της αμερικανικής Βουλής των Αντιπροσώπων, εάν ληφθεί υπόψη το ενδεχόμενο να μην επανεκλεγεί στις ενδιάμεσες εκλογές του Νοεμβρίου, στοιχείο που της αποδίδει πρόσθετη αξία και δεν αναμένεται να ξεχαστεί σύντομα.

Το απαγορευτικό ρίσκο μιας κίνησης εντυπωσιασμού
Εύλογα όμως μερίδα αναλυτών δεν μπορεί να δει αποκομμένη από τις συνέπειές της την παράτολμη κίνηση της Πελόζι στην Ταϊβάν. Ο αρθρογράφος των Τάιμς της Νέας Υόρκης, Τόμας Φρίντμαν, με ιδιαίτερα επικριτικό ύφος χαρακτήρισε το ταξίδι ως «εντελώς απερίσκεπτο, επικίνδυνο και ανεύθυνο».
Εξηγεί ότι ρεαλιστικά τίποτα καλό δεν μπορεί να βγει από αυτό, αφού όχι μόνο η Ταϊβάν δεν θα καταστεί πιο ασφαλής ή περισσότερο ευημερούσα, ένεκα μιας καθαρά συμβολικής επίσκεψης, αλλά αντίθετα θα μπορούσε να αποτελέσει έναυσμα πολλών αρνητικών συνεπειών, μεταξύ των οποίων μιας κινεζικής στρατιωτικής απάντησης με ανυπολόγιστες γεωπολιτικές αναταράξεις. Προειδοποιεί μάλιστα τους Αμερικανούς ότι, εάν νομίζουν ότι οι Ευρωπαίοι σύμμαχοι, οι οποίοι βρίσκονται αντιμέτωποι αυτήν την περίοδο με έναν άλλο υπαρξιακό πόλεμο με τη Ρωσία για την Ουκρανία, θα ενωθούν μαζί τους, εάν ξεσπάσει μια σύγκρουση με την Κίνα για την Ταϊβάν – μια σύγκρουση που πυροδοτήθηκε από αυτήν την περιττή επίσκεψη της Πελόζι στην Ταϊπέι- τότε δεν διαβάζουν σωστά τις διεθνείς εξελίξεις».
Θεωρεί ότι η Πελόζι, επισκεπτόμενη την Ταϊβάν, πρόσφερε απλόχερα στον Σι Τζινπίνγκ μια χρυσή ευκαιρία για να αποσπάσει την προσοχή στο εσωτερικό της χώρας του από τις ουκ ολίγες αποτυχίες της κινεζικής ηγεσίας που είχαν προηγηθεί: τα προβλήματα που προκάλεσαν η Zero-Covid στρατηγική, τα εξαντλητικά lockdown και η φούσκα των ακινήτων που απειλεί με τραπεζική κρίση. Ακόμη και η ίδια η ηγεσία της Ταϊβάν ίσως να μην επιθυμούσε αυτήν την επίσκεψη της Πελόζι τώρα, σύμφωνα με τον Φρίντμαν, καθώς κανείς δεν θέλει να δώσει την αφορμή στο Πεκίνο να αναλάβει στρατιωτική δράση κατά της νήσου.
Σε πιο καθησυχαστικό τόνο ο Επίκουρος Καθηγητής στο Τμήμα Πολιτικής και Διακυβέρνησης της Νομικής Σχολής του Πανεπιστημίου Λευκωσίας, Μιχάλης Κοντός, θεωρεί ότι η επίσκεψη Πελόζι στην Ταϊβάν εντάσσεται στον ανεξάρτητο ρόλο του Αμερικανικού Κογκρέσου, ενώ δεν διαβλέπει μια επικίνδυνη κλιμάκωση.
Μιλώντας στο Κυπριακό Πρακτορείο Ειδήσεων, εξήγησε ότι, παρά την αυξανόμενη σε ένταση ρητορική από πλευράς Κίνας, οι κινήσεις της θα περιοριστούν στην περιοχή της, τη νότια Σινική θάλασσα. Θεωρεί ότι οι κινεζικές εξοπλιστικές δαπάνες είναι εικοσαπλάσιες σε σχέση με εκείνες της Ταϊβάν, αλλά δεν έχει τη δυνατότητα για υπερπόντιες στρατιωτικές επιχειρήσεις όπως οι ΗΠΑ. «Έτσι, οι κινήσεις της Κίνας θα περιοριστούν εκεί στην περιοχή της και θα είναι τέτοιες που δεν θα προκαλέσουν ένταση σε παγκόσμια κλίμακα».
Οι φόβοι για το χειρότερο σενάριο
Σε κάθε περίπτωση, όμως, η αναφορά του προέδρου της Κίνας στον Αμερικανό ομόλογό του κατά τη διάρκεια τηλεφωνικής επικοινωνίας την περασμένη εβδομάδα ότι «όποιος παίζει με τη φωτιά, καίγεται», μέσα σ’ αυτά τα συμφραζόμενα δεν μπορεί να εκληφθεί ως μια αόριστη αναφορά.
Ενώ θεωρείται βέβαιον ότι η Κίνα αντιλαμβάνεται ότι ένας πόλεμος με τις ΗΠΑ δεν είναι προς το συμφέρον της, ο Συντονιστής του Συμβουλίου Εθνικής Ασφάλειας για τις Στρατηγικές Επικοινωνίες, John Kirby, παρουσίασε έναν οδικό χάρτη μικρότερων βημάτων που θα μπορούσε να κάνει το Πεκίνο, παραπέμποντας στον τρόπο που η Αμερική και οι σύμμαχοί της αποκάλυπταν τις κινήσεις της Ρωσίας πριν από τον πόλεμο στην Ουκρανία. Προειδοποίησε ότι οι προκλήσεις μπορεί να περιλαμβάνουν εκτόξευση πυραύλων στα Στενά της Ταϊβάν ή γύρω από την Ταϊβάν και μεγάλης κλίμακας παραβιάσεις από πολεμικά αεροσκάφη.
Ειδικοί επισημαίνουν την αναγκαιότητα της εύρυθμης λειτουργίας των Στενών, ώστε να αποτραπεί περαιτέρω επιδείνωση της παγκόσμιας αλυσίδας εφοδιασμού. Οποιαδήποτε προσπάθεια της Κίνας να χρησιμοποιήσει τις πολυσύχναστες εμπορικές θαλάσσιες οδούς για να αυξήσει την πίεση στην Ταϊβάν, θα μπορούσε να έχει καταστροφικές οικονομικές συνέπειες, τόσο στις ΗΠΑ, όσο και στον υπόλοιπο κόσμο. Ακόμα και το ενδεχόμενο διακοπής της ροής στα Στενά θα μπορούσε να προκαλέσει βουτιά στις παγκόσμιες αγορές, επιδεινώνοντας τις συνέπειες των αυξήσεων των τιμών και της ανόδου του πληθωρισμού.
Ανάλυση του BBC όμως πηγαίνει ένα βήμα παρακάτω και εκτιμά ότι πλέον η Κίνα έχει ξεπεράσει τα όρια της επιθετικής ρητορικής απέναντι στην Ταϊβάν και η ιδέα ενός πολέμου συζητείται ανοιχτά. Υπάρχει ο ισχυρισμός ότι σε μεγάλη μερίδα της κοινής γνώμης υπάρχει πλέον η πεποίθηση ότι ο πρόεδρος Σι θέλει να δει την Κίνα να αποκτά τον έλεγχο της Ταϊβάν επί της θητείας του, ώστε να μείνει στην ιστορία ως ο ηγέτης που ενοποίησε και πάλι τη Μία Κίνα. Μόνο καθησυχαστικό στοιχείο που αναφέρει η ανάλυση είναι ότι ο Κινέζος πρόεδρος φρόντισε να μπορεί να παραμείνει στην εξουσία εφόρου ζωής, γι’ αυτό δεν υπάρχει λόγος να βιάζεται.
Γιατί η Ταϊβάν δεν θα γίνει μια νέα Ουκρανία
Ειδικοί θεωρούν ότι η προτεραιότητα για τη Δύση δεν μπορεί να είναι άλλη από τον πόλεμο στην Ουκρανία, γι’ αυτό πρέπει να περιορίζονται οι οποιεσδήποτε κινήσεις που δύνανται να ανοίξουν άλλο ένα πολεμικό μέτωπο.
«Εν μέσω όλων αυτών, εμείς θα διακινδυνεύσουμε μια σύγκρουση των ΗΠΑ με την Κίνα για την Ταϊβάν, λόγω μιας αυθαίρετης, επιπόλαιης επίσκεψης της προέδρου της Βουλής;», διερωτάται ο Τόμας Φρίντμαν. Μια δικαιολογημένη αντίδραση, εάν λάβουμε υπόψη τις προσπάθειες της διοίκησης Μπάιντεν να αποτρέψει όχι μόνο μια ανοιχτή σύγκρουση με το Πεκίνο, αλλά και να εξασφαλίσει ότι ο Τζινπίνγκ δεν θα παράσχει οποιαδήποτε στρατιωτική βοήθεια στον Πούτιν.
Ήδη, με την εισβολή της Ρωσίας στην Ουκρανία, άνοιξε η συζήτηση για τις επιπτώσεις που θα μπορούσε να έχει για την Ταϊβάν. Κάποιοι ειδικοί, μάλιστα, θεωρούν ότι το παράδειγμα της Ουκρανίας και της δυσκολίας που αντιμετωπίζει η Ρωσία με την εισβολή λειτουργεί αποτρεπτικά για τα σχέδια της Κίνας για επανένωση με την Ταϊβάν μέσω ενός πολέμου. Από την άλλη, ο καθηγητής Διεθνών Σχέσεων στο Shanghai Global Institute, Τιεζούν Ζανγκ, υποστηρίζει ότι, ακόμα και εάν δεν υπήρχε το παράδειγμα της Ουκρανίας, ο κίνδυνος για μια κινεζική εισβολή ήταν εξαρχής μικρός.
Σύμφωνα με τον ειδικό, ένας από τους λόγους είναι οι διαφορετικές στρατηγικές προτεραιότητες Κίνας και Ρωσίας. Σε οικονομικό επίπεδο, η Κίνα έχει το δεύτερο σε μέγεθος ΑΕΠ στον κόσμο. Το 2021, έφτανε στο 76% του ΑΕΠ των ΗΠΑ, ενώ το ΑΕΠ της Ρωσίας ήταν κάτω από το 10%. Η οικονομική ανάπτυξη της Κίνας είναι επίσης πιο βιώσιμη από εκείνη της Ρωσίας, καθώς η πρώτη είναι πολύ στενότερα συνδεδεμένη με την παγκόσμια οικονομία από τη δεύτερη. Η στενή οικονομική αλληλεξάρτηση κάνει την οικονομική ανάπτυξη της Κίνας πιο ευάλωτη σε περιόδους κρίσης. Οι ΗΠΑ και οι σύμμαχοί τους αποτελούν τους οκτώ από τους δέκα σημαντικότερους εταίρους της Κίνας. Στην περίπτωση που η Κίνα χρησιμοποιήσει βία για να ενωθεί με την Ταϊβάν, θα της επιβληθούν αυστηρές κυρώσεις που θα επιφέρουν πλήγμα στην οικονομία της.
Σε στρατηγικό επίπεδο, η Ρωσία διαθέτει το μεγαλύτερο πυρηνικό οπλοστάσιο στον κόσμο και μια σημαντική συμβατική δύναμη. Ο στρατός της Κίνας, αν και εκσυγχρονίζεται ταχύτατα, είναι ακόμη δεκαετίες πίσω από εκείνον των ΗΠΑ. Επιπλέον, η Ταϊβάν αποτελεί έναν πολύ σύνθετο στόχο μιας εισβολής και ένας λόγος γι’ αυτό είναι τα προχωρημένα οπλικά συστήματα που το νησί εισάγει από τις ΗΠΑ.
Τέλος, γεωπολιτικά, η ανατολική Ασία είναι διπολική, με τις ΗΠΑ να αποτελούν την κυρίαρχη ναυτική δύναμη και την Κίνα να συνιστά την κυρίαρχη ηπειρωτική δύναμη. Η Ταϊβάν βρίσκεται ανάμεσα και, όποιος την ελέγχει, έχει το πλεονέκτημα. Για τις ΗΠΑ, η Ταϊβάν είναι σημαντικότερη από την Ουκρανία τόσο οικονομικά, όσο και στρατηγικά. Γι’ αυτό η χρήση βίας από την Κίνα για την επανένωση με Ταϊβάν δεν αποτελεί αυτήν τη στιγμή επιλογή. Και αυτό, σύμφωνα με τον ειδικό, θα συνεχιστεί, όσο παραμένει το χάσμα ανάμεσα στον αμερικανικό και τον κινεζικό στρατό.
Σημερινή
Διεθνή
Προειδοποίηση της Ελβετίας: Το υψηλό ευρωπαϊκό χρέος θα μπορούσε να πυροδοτήσει μια κρίση του ευρώ
Τα αυξανόμενα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη και πέραν αυτής εγκυμονούν κινδύνους για την οικονομική σταθερότητα και θα μπορούσαν να πυροδοτήσουν μια κρίση του ευρώ, δήλωσε την Παρασκευή η Ελβετίδα υπουργός Οικονομικών, Κάριν Κέλερ-Σούτερ.
Τα αυξανόμενα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη και πέραν αυτής εγκυμονούν κινδύνους για την οικονομική σταθερότητα και θα μπορούσαν να πυροδοτήσουν μια κρίση του ευρώ, δήλωσε την Παρασκευή η Ελβετίδα υπουργός Οικονομικών, Κάριν Κέλερ-Σούτερ.
Μιλώντας στον ελβετικό δημόσιο ραδιοτηλεοπτικό φορέα SRF, στην Μπανγκόκ —στο περιθώριο των ετήσιων συναντήσεων του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου και της Παγκόσμιας Τράπεζας—, η Κέλερ-Σούτερ ανέφερε ότι και οι τιμές της ενέργειας εντείνουν τις ανησυχίες μεταξύ των υπευθύνων χάραξης πολιτικής.
Η Ελβετία διαθέτει ένα από τα χαμηλότερα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη, ωστόσο η Κέλερ-Σούτερ τόνισε ότι, στο τρέχον περιβάλλον, είναι σημαντικό να εξετάζεται η ευρύτερη εικόνα.
«Είμαστε τόσο στενά διασυνδεδεμένοι σε διεθνές επίπεδο, ώστε καθιστάμεθα επίσης ευάλωτοι, για παράδειγμα, στην περίπτωση που προκύψει κρίση χρέους εξαιτίας του δημόσιου χρέους μεγάλων χωρών. Σκέφτομαι συγκεκριμένα τις Ηνωμένες Πολιτείες, αλλά και την Ευρώπη. Υπάρχει η περίπτωση της Γαλλίας — κάτι που θα μπορούσε να οδηγήσει σε κρίση του ευρώ», δήλωσε η Κέλερ-Σούτερ στο δίκτυο SRF.
Το δημόσιο χρέος της Γαλλίας, τα δημοσιονομικά ελλείμματα και η υποτονική οικονομική ανάπτυξη έχουν εντείνει τις ανησυχίες για την κατάσταση των δημόσιων οικονομικών της, καθώς ο πολιτικός κατακερματισμός έχει καταστήσει πιο περίπλοκες τις προσπάθειες δημοσιονομικής εξυγίανσης.
Αναλύσεις
Η Κίνα βρίσκει δρόμο που παρακάμπτει το Πακιστάν – Ο διάδρομος Ουαχάν αλλάζει τις γεωπολιτικές ισορροπίες
Μία νέα οδική αρτηρία μήκους 121 χιλιομέτρων στο βορειοανατολικό Αφγανιστάν δημιουργεί τις προϋποθέσεις για απευθείας χερσαία σύνδεση με την Κίνα, χωρίς διέλευση από το Πακιστάν. Η ολοκλήρωση του δρόμου στον ιστορικό διάδρομο Ουαχάν αποκτά ιδιαίτερη γεωπολιτική σημασία, καθώς το Πεκίνο αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα ασφαλείας με τις επενδύσεις του στο Πακιστάν, ενώ η Καμπούλ επιδιώκει να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ.
Μία σημαντική εξέλιξη στις χερσαίες μεταφορές και στις γεωπολιτικές ισορροπίες της Κεντρικής Ασίας καταγράφεται στο Αφγανιστάν, με την ολοκλήρωση νέου δρόμου στον στρατηγικής σημασίας διάδρομο Ουαχάν.
Σύμφωνα με ανάλυση του Imran Khurshid που δημοσιεύθηκε στις 9 Οκτωβρίου 2026 στο Asia Times, οι αφγανικές αρχές εγκαινίασαν οδική διαδρομή 121 χιλιομέτρων, η οποία εκτείνεται από την περιοχή Μπρογκίλ έως τα σύνορα με την Κίνα, στην επαρχία Μπανταχσάν.
Το έργο κόστισε περίπου 365 εκατομμύρια αφγάνι, ποσό που αντιστοιχεί σε περίπου 5,5 εκατομμύρια δολάρια.
Κατά τις αφγανικές ανακοινώσεις, κατασκευάστηκε από ντόπιους μηχανικούς και εργαζομένους, χωρίς τη συμμετοχή ξένων τεχνικών συμβούλων.
Η νέα διαδρομή φθάνει στα σινοαφγανικά σύνορα. Αυτό, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι λειτουργεί ήδη πλήρης διεθνής εμπορευματικός διάδρομος, καθώς εξακολουθούν να υπάρχουν σημαντικοί τεχνικοί και συνοριακοί περιορισμοί.
Γιατί ο διάδρομος Ουαχάν έχει στρατηγική σημασία
Ο διάδρομος Ουαχάν αποτελεί μια στενή λωρίδα αφγανικού εδάφους ανάμεσα στο Τατζικιστάν, το Πακιστάν και την Κίνα.
Η γεωγραφική του διαμόρφωση συνδέεται με τον ανταγωνισμό της Βρετανικής και της Ρωσικής Αυτοκρατορίας κατά τον 19ο αιώνα.
Η περιοχή διατηρήθηκε ως ζώνη διαχωρισμού των δύο αυτοκρατορικών σφαιρών επιρροής, αποτελώντας ένα από τα χαρακτηριστικότερα γεωγραφικά κατάλοιπα του λεγόμενου «Μεγάλου Παιχνιδιού».
Σήμερα, η ίδια περιοχή αποκτά νέα σημασία, αυτή τη φορά λόγω της προσπάθειας σύνδεσης της Κίνας με το Αφγανιστάν και ευρύτερα με την Κεντρική Ασία.
Ο δρόμος ανοίγει τη δυνατότητα δημιουργίας μιας εναλλακτικής οδού μεταφορών, περιορίζοντας δυνητικά την ανάγκη διέλευσης από το πακιστανικό έδαφος.
Το πρόβλημα της Κίνας με τον οικονομικό διάδρομο CPEC
Το ενδιαφέρον της εξέλιξης εντοπίζεται κυρίως στην προσπάθεια του Πεκίνου να περιορίσει την εξάρτησή του από ευάλωτες υποδομές.
Ο Οικονομικός Διάδρομος Κίνας–Πακιστάν, γνωστός ως CPEC, αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα προγράμματα της κινεζικής πρωτοβουλίας Belt and Road.
Μέσω του συγκεκριμένου σχεδίου, η Κίνα επιχειρεί να ενισχύσει τις εμπορικές και ενεργειακές συνδέσεις της με τη Νότια Ασία και την Αραβική Θάλασσα.
Ωστόσο, η υλοποίηση των έργων έχει αντιμετωπίσει σοβαρές δυσκολίες.
Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, οργανώσεις αυτονομιστών έχουν πραγματοποιήσει επανειλημμένες επιθέσεις εναντίον κινεζικών συμφερόντων, εγκαταστάσεων και εργαζομένων.
Οι επιθέσεις αυτές έχουν επιβαρύνει την ασφάλεια των υποδομών και έχουν αυξήσει το κόστος προστασίας των κινεζικών επενδύσεων.
Παράλληλα, έχουν διατυπωθεί καταγγελίες για καθυστερήσεις, κακοδιαχείριση και προβλήματα διαφάνειας σε επιμέρους προγράμματα του CPEC.
Η εδαφική διαμάχη με την Ινδία
Μια επιπλέον γεωπολιτική δυσκολία συνδέεται με τη διέλευση του CPEC από το Γκιλγκίτ–Μπαλτιστάν.
Η περιοχή διοικείται από το Πακιστάν, αλλά διεκδικείται από την Ινδία, στο πλαίσιο της ευρύτερης διαμάχης για το Κασμίρ.
Το Νέο Δελχί έχει αντιταχθεί επανειλημμένα σε έργα που διέρχονται από εδάφη τα οποία θεωρεί τμήμα της δικής του επικράτειας.
Αυτό σημαίνει ότι ο οικονομικός διάδρομος Κίνας–Πακιστάν δεν αποτελεί μόνο αναπτυξιακό πρόγραμμα, αλλά συνδέεται με μία από τις πιο ευαίσθητες εδαφικές αντιπαραθέσεις της Ασίας.
Η δημιουργία εναλλακτικών διαδρομών μέσω του Αφγανιστάν θα μπορούσε μακροπρόθεσμα να προσφέρει στο Πεκίνο μεγαλύτερη ευελιξία.
Δεν υπάρχει, πάντως, ένδειξη ότι ο δρόμος του Ουαχάν μπορεί σήμερα να αντικαταστήσει τις μεγάλες μεταφορικές υποδομές του CPEC.
Η Καμπούλ επιχειρεί να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ
Για την κυβέρνηση των Ταλιμπάν, το έργο έχει και μία σαφή πολιτική διάσταση.
Το Αφγανιστάν εξαρτάται σε σημαντικό βαθμό από συνοριακές διαβάσεις και μεταφορικούς άξονες που περνούν από το Πακιστάν.
Οι επανειλημμένες εντάσεις ανάμεσα στις δύο χώρες έχουν προκαλέσει κλείσιμο συνοριακών περασμάτων, διακοπές εμπορικών ροών και επιβάρυνση της αφγανικής οικονομίας.
Μια εναλλακτική χερσαία διέξοδος προς την Κίνα θα μπορούσε, εφόσον αναπτυχθεί και καταστεί λειτουργική, να μειώσει τη δυνατότητα του Πακιστάν να χρησιμοποιεί τη γεωγραφική του θέση ως μέσο πίεσης προς την Καμπούλ.
Η αφγανική πλευρά αντιμετωπίζει το έργο ως σημαντική υποδομή οικονομικής και στρατηγικής αυτονομίας.
Η στάση της Κίνας και της Ρωσίας
Παρά την προοπτική άμεσης σύνδεσης, το Πεκίνο δεν έχει εγκαταλείψει τον οικονομικό διάδρομο CPEC ούτε έχει ανακοινώσει ότι ο Ουαχάν θα τον αντικαταστήσει.
Η Κίνα εξακολουθεί να διατηρεί σημαντικά οικονομικά και στρατηγικά συμφέροντα στο Πακιστάν.
Αντίστοιχα, η Ρωσία ενδιαφέρεται για τη σταθερότητα του Αφγανιστάν και για την ανάπτυξη νέων δικτύων επικοινωνίας στην Κεντρική Ασία.
Η δημιουργία περισσότερων επιλογών διασύνδεσης ενδέχεται να περιορίσει την αποκλειστική σημασία ορισμένων παραδοσιακών μεταφορικών διαδρομών.
Η πραγματική αξία του Ουαχάν θα εξαρτηθεί από τη βελτίωση των οδικών υποδομών, τη λειτουργία συνοριακών και τελωνειακών εγκαταστάσεων, τις καιρικές συνθήκες και τις πολιτικές αποφάσεις της Κίνας.
Το μήνυμα προς το Πακιστάν
Η νέα διαδρομή αναδεικνύει μια σημαντική γεωπολιτική πραγματικότητα: η γεωγραφική θέση ενός κράτους προσφέρει στρατηγικά πλεονεκτήματα, αλλά η αξιοποίησή τους εξαρτάται από την ασφάλεια και την αξιοπιστία των μεταφορικών του δικτύων.
Το Πακιστάν εξακολουθεί να αποτελεί κρίσιμο εταίρο της Κίνας, ιδιαίτερα στο πλαίσιο του CPEC.
Ταυτόχρονα, όμως, η αστάθεια, οι επιθέσεις σε κινεζικά συμφέροντα και οι αντιπαραθέσεις με το Αφγανιστάν δημιουργούν κίνητρα αναζήτησης εναλλακτικών επιλογών.
Ο διάδρομος Ουαχάν δεν έχει ακόμη μετατραπεί σε μεγάλο εμπορικό πέρασμα. Η κατασκευή του δρόμου, ωστόσο, καταδεικνύει ότι το Αφγανιστάν επιχειρεί να αποκτήσει πρόσθετες διεθνείς συνδέσεις και ότι η αποκλειστική εξάρτηση από το Πακιστάν δεν αποτελεί πλέον τη μοναδική γεωγραφική επιλογή.
Για το Ισλαμαμπάντ, η εξέλιξη αποτελεί μια νέα στρατηγική παράμετρο που θα πρέπει να συνυπολογίσει στις σχέσεις του με το Πεκίνο και την Καμπούλ.
Διεθνή
Γερμανία: Το ρωσικό φυσικό αέριο επιστρέφει έμμεσα μέσω των λιπασμάτων, παρά τους ευρωπαϊκούς δασμούς
Οι εισαγωγές ρωσικών αζωτούχων λιπασμάτων μειώθηκαν κατά 66% το 2025-2026, αλλά παραμένουν 53% υψηλότερες από τα επίπεδα πριν από τον πόλεμο στην Ουκρανία.
Το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία διατηρεί ανταγωνιστικά τα ρωσικά προϊόντα, σύμφωνα με στοιχεία που δημοσίευσε η Berliner Zeitung. Η Γερμανία εξακολουθεί να συνδέεται εμπορικά με το ρωσικό φυσικό αέριο, παρά τις ευρωπαϊκές προσπάθειες περιορισμού της ενεργειακής εξάρτησης από τη Μόσχα.
Αυτή τη φορά, η σύνδεση δεν αφορά αποκλειστικά την άμεση προμήθεια φυσικού αερίου, αλλά τις εισαγωγές λιπασμάτων που παράγονται με τη χρήση ρωσικού αερίου ως πρώτης ύλης και πηγής ενέργειας. Σύμφωνα με δημοσίευμα της γερμανικής εφημερίδας, που βασίζεται σε στοιχεία του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου και του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι εισαγωγές αζώτου μέσω ρωσικών λιπασμάτων μειώθηκαν σημαντικά κατά το 2025-2026. Ωστόσο, εξακολουθούν να βρίσκονται πάνω από τα επίπεδα που καταγράφονταν πριν από τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία.
Τα στοιχεία των εισαγωγών και η σύγκριση με την προπολεμική περίοδο
Το 2025-2026, η Γερμανία εισήγαγε 48.800 τόνους αζώτου μέσω λιπασμάτων ρωσικής προέλευσης. Η ποσότητα αυτή είναι μειωμένη κατά περίπου 66% σε σύγκριση με το προηγούμενο έτος, αλλά παραμένει κατά 53% υψηλότερη από τους 31.800 τόνους που είχαν καταγραφεί το 2020-2021, πριν από τον πόλεμο.
Η εξέλιξη των εισαγωγών δείχνει πόσο έντονη ήταν η αύξηση μετά το 2022. Το 2021-2022 οι εισαγωγές έφτασαν τους 56.800 τόνους αζώτου, ενώ το 2022-2023 εκτοξεύθηκαν στους 185.100 τόνους. Στη συνέχεια καταγράφηκαν 140.200 τόνοι το 2023-2024 και 143.800 τόνοι το 2024-2025, προτού σημειωθεί η μεγάλη υποχώρηση της τελευταίας περιόδου. Τα στοιχεία αφορούν την ποσότητα του αζώτου που περιέχεται στα εισαγόμενα λιπάσματα και όχι το συνολικό βάρος των προϊόντων.
Τα λιπασματικά έτη υπολογίζονται από τον Ιούλιο έως τον Ιούνιο. Η ποσότητα αζώτου που εισήχθη στη Γερμανία μέσω ρωσικής ουρίας μειώθηκε από 71.600 τόνους σε 27.600 τόνους, καταγράφοντας πτώση άνω του 61%. Παρά τη μείωση, η ποσότητα εξακολουθεί να είναι σχεδόν τριπλάσια από τους 9.900 τόνους του 2020-2021. Η συγκεκριμένη εξέλιξη αναδεικνύει το βασικό πρόβλημα της ευρωπαϊκής πολιτικής περιορισμού των εμπορικών δεσμών με τη Ρωσία. Ακόμη και όταν περιορίζονται οι εισαγωγές συγκεκριμένων προϊόντων, οι οικονομικές σχέσεις μπορούν να διατηρούνται μέσω άλλων κατηγοριών αγαθών, ιδιαίτερα όταν αυτά έχουν χαμηλότερο κόστος παραγωγής.
Γιατί οι ρωσικές εισαγωγές παραμένουν ανταγωνιστικές
Καθοριστικός παράγοντας είναι το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία και στην υπόλοιπη Ευρώπη. Η παραγωγή αζωτούχων λιπασμάτων απαιτεί μεγάλες ποσότητες φυσικού αερίου, το οποίο χρησιμοποιείται τόσο ως πρώτη ύλη όσο και ως πηγή ενέργειας. Σύμφωνα με τον Σύνδεσμο Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι ευρωπαϊκοί δασμοί, που τέθηκαν σε ισχύ τον Ιούλιο του 2025, περιόρισαν σημαντικά τις εισαγωγές ρωσικών λιπασμάτων. Ωστόσο, δεν εξάλειψαν το ανταγωνιστικό πλεονέκτημα των ρωσικών προϊόντων. Ο σύνδεσμος επισημαίνει ότι οι υψηλές τιμές ενέργειας δυσκολεύουν τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις να αυξήσουν την εγχώρια παραγωγή και να καλύψουν μεγαλύτερο μέρος των αναγκών της αγοράς. Ως αποτέλεσμα, τα ρωσικά λιπάσματα εξακολουθούν να παραμένουν ελκυστικά, ακόμη και μετά την επιβολή πρόσθετων δασμών.
Παράλληλα, σύμφωνα με τον IVA, είναι πιθανό ορισμένες ποσότητες ρωσικών προϊόντων να φτάνουν στη γερμανική αγορά μέσω άλλων κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το μέγεθος αυτών των έμμεσων εισαγωγών, ωστόσο, δεν μπορεί να προσδιοριστεί με ακρίβεια από τα διαθέσιμα στοιχεία.
Δεν αποδίδονται οι αυξήσεις των τιμών αποκλειστικά στους δασμούς
Το ζήτημα έχει άμεση σημασία για τους Γερμανούς αγρότες, καθώς το κόστος των λιπασμάτων επηρεάζει την παραγωγή και, τελικά, την οικονομική βιωσιμότητα των καλλιεργειών. Ο IVA υποστηρίζει ότι η μείωση των ρωσικών εισαγωγών δεν έχει προκαλέσει μέχρι στιγμής σαφή αύξηση των τιμών εξαιτίας των δασμών. Σύμφωνα με τον σύνδεσμο, η εγχώρια παραγωγική δυναμικότητα και οι εισαγωγές από άλλες χώρες, μεταξύ των οποίων η Αίγυπτος, επαρκούν για την κάλυψη των αναγκών της αγοράς. Την ίδια στιγμή, ο σύνδεσμος αποδίδει τις υψηλές τιμές των λιπασμάτων το 2026 στις διεθνείς ενεργειακές αναταράξεις, στον πόλεμο με το Ιράν και στην κρίση γύρω από τα Στενά του Ορμούζ, παράγοντες που επηρεάζουν το κόστος μεταφοράς και τις παγκόσμιες τιμές ενέργειας και λιπασμάτων.
Οι εκτιμήσεις αυτές αποτελούν τις θέσεις του κλαδικού συνδέσμου και δεν συνιστούν από μόνες τους ανεξάρτητη αξιολόγηση όλων των παραγόντων που διαμορφώνουν τις τιμές.
Νέες πιέσεις για περιορισμό των ρωσικών εισαγωγών
Με αφορμή τα στοιχεία, ο IVA ζητά να εξεταστεί η επιβολή πρόσθετων δασμών στις εισαγωγές καλιούχων λιπασμάτων από τη Ρωσία και τη Λευκορωσία. Το κάλιο αποτελεί βασικό θρεπτικό στοιχείο για τις καλλιέργειες και αντιπροσωπεύει μια ακόμη κατηγορία προϊόντων στην οποία η ευρωπαϊκή αγορά διατηρεί εμπορικές σχέσεις με τις δύο χώρες.
Ο σύνδεσμος εκτιμά ότι η ευρωπαϊκή βιομηχανία μπορεί να καλύψει τις ανάγκες της γεωργίας χωρίς να εξαρτάται από τις συγκεκριμένες εισαγωγές και υποστηρίζει ότι πρόσθετοι δασμοί δεν θα πρέπει να οδηγήσουν αναγκαστικά σε αυξήσεις τιμών. Η συζήτηση, ωστόσο, αποτυπώνει το ευρύτερο δίλημμα της ευρωπαϊκής οικονομικής πολιτικής. Η μείωση της εξάρτησης από τη Ρωσία απαιτεί όχι μόνο εμπορικούς περιορισμούς, αλλά και ανταγωνιστική εγχώρια παραγωγή, προσιτό ενεργειακό κόστος και εναλλακτικές πηγές προμήθειας.
Τα δεδομένα της γερμανικής αγοράς δείχνουν ότι οι δασμοί μπορούν να περιορίσουν σημαντικά τις εισαγωγές, χωρίς όμως να εξαλείψουν αυτομάτως τις οικονομικές σχέσεις που στηρίζονται σε διαφορές κόστους παραγωγής. Για τη Γερμανία και την Ευρωπαϊκή Ένωση, η πρόκληση παραμένει η εξισορρόπηση τριών στόχων: της ενεργειακής και οικονομικής ασφάλειας, της στήριξης της εγχώριας βιομηχανίας και της διατήρησης προσιτού κόστους για τον αγροτικό τομέα.
Με πληροφορίες του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA) και του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου.
-
Αναλύσεις1 μήνα πρινΤο τελεσίγραφο Καλίν την ώρα που η Τουρκία προετοιμάζεται για πόλεμο!
-
Άμυνα3 μήνες πρινΡωσσικό ΜΜΕ: Ελληνικό «μπλόκο» στην απαίτηση για Patriot – Πώς γνωρίζει το Κίεβο απόρρητα στοιχεία για τους πυραύλους μας;
-
ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΜΕ ΣΗΜΑΣΙΑ3 μήνες πρινΠακιστανός με καναδική υπηκοότητα ο υπαίτιος της πυρκαγιάς στον Έβρο! Πιθανόν να μετέφερε μετανάστες
-
GEOPOLITICO1 μήνα πρινΤο διέρρευσε ο Παπαχελάς! Έφεραν τον Καλίν στο Μαξίμου – Τί συζήτησε με τον Μητσοτάκη;
-
Αναλύσεις2 μήνες πρινΚαραγκιούλ: «Αν Ελλάδα, Κύπρος και Ισραήλ επιτεθούν στην Τουρκία, ο χάρτης του Αιγαίου θα αλλάξει»
-
ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΜΕ ΣΗΜΑΣΙΑ2 μήνες πρινΞέσπασμα της μητέρας της Μυρτούς για την υπόθεση Τζαβέντ Ασλάμ: «Δεν ξεχνώ ποτέ» – «Δήμαρχος των Πακιστανών ο Δούκας»
-
GEOPOLITICO4 εβδομάδες πρινΤί λέει Τούρκος δημοσιογράφος για Σάββα Καλεντερίδη; «Έκανε πολύ καλά τη δουλειά του για τη χώρα του – Δεν μπορούσε να τον στριμώξει η ΜİΤ»
-
Αναλύσεις3 μήνες πρινΕάν η Τουρκία απορρίψει τη συμφωνία αποχώρησης από την Κύπρο θα απομακρυνθεί δια της βίας

