Διεθνή
Οι πυριτιδαποθήκες της Ευρώπης
Οι Ερινύες επιστρέφουν και υπενθυμίζουν τα μεγάλα εγκλήματα
Σαράντα οκτώ χρόνια από την Β’ εισβολή της Τουρκίας στην Κύπρο τον Αύγουστο του 1974, τον άκρατο εποικισμό που επακολούθησε, τις νέες απειλές για κατάληψη και της Αμμοχώστου, τις συνεχείς παραβιάσεις της Τουρκίας στην ΑΟΖ της Κυριακής Δημοκρατίας, το νησί εξακολουθεί να παραμένει όχι μόνο μια ανοικτή πληγή, αλλά και μια εστία ανάφλεξης.
Η Κύπρος, αφού χόρτασε από ρητορικές εξαγγελίες στήριξης και συμπαράστασης από τους Δυτικούς, σήμερα πλέει, όπως και άλλες χώρες, σε ένα τρικυμισμένο πέλαγος όπου τα συμφέροντα υπερισχύουν των αρχών του δικαίου και του σεβασμού των δικαιωμάτων του ανθρώπου.
Αν σήμερα η Ευρώπη κάθεται πάνω σε πολλές εστίες ανάφλεξης είναι γιατί οι Ερινύες έρχονται να της υπενθυμίζουν τα εγκληματικά λάθη, τις επεμβάσεις της και την ακόρεστη βουλιμία των ισχυρών οικονομικών της κύκλων να ελέγξουν οικονομικά και πολιτικά τις χώρες του πρώην σοσιαλιστικού στρατοπέδου της Ανατολικής και Κεντρικής Ευρώπης.
Έξι μήνες με τον πόλεμο στην Ουκρανία να μαίνεται με ιδιαίτερη σφοδρότητα, οι χώρες της Ε.Ε., παρασυρόμενες από τις ΗΠΑ, εμπλέκονται άμεσα και ουσιαστικά αποστέλλοντας όπλα και έμψυχο υλικό. Καθώς η Ε.Ε. δεν έδειξε την ίδια ή ανάλογη ευαισθησία για κράτη μέλη της ή υποψήφια μέλη, σήμερα βρίσκεται έξω από τα σύνορα της Ρωσίας έχοντας την ψευδαίσθηση πως θα πετύχει ό,τι πέτυχε με την αποδιάρθρωση και διάλυση της Γιουγκοσλαβίας με κρατίδια δορυφόρους των ΝΑΤΟϊκών.
Έλα όμως που ο Βλαντιμίρ Πούτιν δεν είναι ένας Σλόμπονταν Μιλόσεβιτς τον οποίο η Δύση, αφού παγίδευσε, τον αποτελείωσε στις φυλακές του Δικαστηρίου της Χάγης όπου καταδικάστηκε με ψευδή στοιχεία.
Την ίδια ώρα, η Τουρκία παραμένει ατιμώρητη ακροβατώντας σε δύο βάρκες, με το ένα πόδι στο ΝΑΤΟ και το άλλο στο Κρεμλίνο. Απομυζά οφέλη από τα μαστάρια και των δύο υπερδυνάμεων.
Η ένταση που επικράτησε τις προηγούμενες ημέρες στα όρια της σερβικής περιοχής του βόρειου Κοσόβου, όπου βγήκαν τα όπλα μετά από πολύν καιρό, αναγκάζοντας το ΝΑΤΟ, το οποίο διαθέτει στη χώρα δύναμη 4.000 στρατιωτών, να απειλήσει με επέμβαση, έχει προσώρας αποσοβηθεί.
Είκοσι τρία χρόνια μετά τους βομβαρδισμούς του ΝΑΤΟ στη Γιουγκοσλαβία και 14 χρόνια μετά την τυπική ανακήρυξη της ανεξαρτησίας του Κοσόβου, το ζήτημα όχι μόνο παραμένει ανοιχτό, αλλά και μπορεί πάντα να λειτουργήσει ως θρυαλλίδα εντάσεων, ιδίως σε μια εποχή που σφραγίζεται από ευρύτερες ανακατατάξεις και μεγάλες παγκόσμιες γεωπολιτικές διαιρέσεις. Η διαρκής σύγκρουση γύρω από το Κόσοβο υπογραμμίζει ότι οι αντιπαραθέσεις γύρω από τα ζητήματα εθνικής αυτοδιάθεσης στα Βαλκάνια κάθε άλλο παρά έχουν τελειώσει. Το ίδιο ισχύει και για τις επιπτώσεις από τη διάλυση της Γιουγκοσλαβίας. Το «πολιτικά μοντέλα» που έχουν εκπονηθεί στη δυτική Ευρώπη δεν μπορούν να εφαρμοστούν στα Βαλκάνια. Είναι σαν να φυτεύεις ένα τροπικό δέντρο στην Αλάσκα.
Οι μυστικές υπηρεσίες ΝΑΤΟϊκών χωρών της Ευρώπης και των ΗΠΑ δούλεψαν σκληρά και μεθοδικά για να υποδαυλίσουν τον εθνικισμό και το μίσος και το πέτυχαν. Εκεί που ο πληθυσμός ζούσε ειρηνικά, βρέθηκαν να σκοτώνονται μεταξύ τους.
Η κρίση της ομοσπονδιακής Γιουγκοσλαβίας προς τα τέλη της δεκαετίας του 1989, με αποκορύφωμα το ξεκίνημα ενός αιματηρού πολέμου το 1991 και τις αλλεπάλληλες ανεξαρτητοποιήσεις, οδήγησε σε νέο κύκλο έντασης για το Κόσοβο. Για τους Σέρβους το Κόσοβο είναι η «Ιερουσαλήμ» που δεν θα μπορούσε να εκχωρηθεί. Παρά τους αναγκαστικούς συμβιβασμούς που οδήγησαν στην αποδοχή της ανεξαρτησίας της Σλοβενίας, της Κροατίας, της Βοσνίας-Ερζεγοβίνης και της – σημερινής – Βόρειας Μακεδονίας, το Κόσοβο είναι μια τεράστια κόκκινη γραμμή.
Όταν η κατάσταση στο Κόσοβο (με τους πληρωμένους Κοσοβάρους από τις ΗΠΑ) έφτασε σε ένα οριακό σημείο την περίοδο 1998-99, οι δυνάμεις του ΝΑΤΟ βομβάρδισαν ανελέητα τη Σερβία, παρά τις αντιδράσεις Ρωσίας και Κίνας. Το αποτέλεσμα ήταν να αποκτήσει το Κόσοβο μια ντε φάκτο αυτονομία, την οποία εγγυόταν η παρουσία της ειρηνευτικής δύναμης της ΝΑΤΟϊκής KFOR.
Όταν το Κόσοβο κήρυξε την ανεξαρτησία του 2008, αναγνωρίστηκε από αριθμό κρατών, αλλά όχι από το «σύνολο της διεθνούς κοινότητας». Η Κύπρος, έχοντας και η ίδια πρόβλημα εισβολής και κατοχής, ποτέ δεν το αναγνώρισε, ενώ η Ελλάδα, αν και φλέρταρε με την ιδέα, παρά τις δυτικές πιέσεις, δεν τόλμησε. Σήμερα το πρόβλημα απέκτησε άλλη διάσταση, καθότι Κόσοβο και Σερβία διεκδικούν τον «ευρωπαϊκό δρόμο».
Όμως, οι ενταξιακές συζητήσεις δεν ξεκινούν, γιατί οι Βρυξέλλες θέτουν όρους για κάποιαν «αμοιβαία αναγνώριση της κυριαρχίας». Η συμφωνία των Βρυξελλών του 2013 φάνηκε να δρομολογεί μια τέτοια κατεύθυνση, καθώς η Σερβία αποδεχόταν εν μέρει την πραγματικότητα στο Κόσοβο – αν και χωρίς τυπική αναγνώριση της ανεξαρτησίας του – και ταυτόχρονα κατοχυρώνονταν δικαιώματα στις σερβικές δημοτικές Αρχές.
Ωστόσο, ακόμη κι έτσι, είναι δύσκολο να οδηγηθούν σε μια οριστική λύση. Η ύπαρξη τόσο της σερβικής μειονότητας στο Κόσοβο, όσο και της αλβανικής στη Σερβία, οδηγεί σε αντιρρήσεις, ιδίως σε σχέση με προτάσεις για λύση μέσω εδαφικής ανταλλαγής.
Η άνοδος του Άλμπιν Κούρτι στο προσκήνιο και του κόμματος Vetëvendosje (Αυτοδιάθεση) με πιο έντονο εθνικιστικό προσανατολισμό – συμπεριλαμβανομένης της θέσης του υπέρ μιας ενοποίησης της Αλβανίας και του Κοσόβου, διαμορφώσει ένα νέο τοπίο, καθώς είναι υποστηρικτής μιας πιο «σκληρής» γραμμής στις διαπραγματεύσεις με τη Σερβία.
Πίσω από τις θέσεις Κούρτι είναι γνωστό ποιοι κρύβονται. Είναι γνωστές άλλωστε οι προθέσεις των ΝΑΤΟϊκων. Επιδιώκουν την δημιουργία μιας «μεγάλης Αλβανίας», σφήνα εναντίον των Σέρβων, αλλά δεν τους βγαίνει.
Την ίδια στιγμή, στη Σερβία, ο πολιτικά κυρίαρχος, εδώ και χρόνια, Αλεξάνταρ Βούτσιτς, προσπαθεί να διατηρεί ανοιχτή τη διαδικασία του διαλόγου. Η Δύση τον κατηγορεί ότι διατηρεί καλές σχέσεις με τη Ρωσία και του ασκεί αφόρητες πιέσεις,
Ο πόλεμος στην Ουκρανία διαμορφώνει μια τεράστια πίεση στα Βαλκάνια ως προς τις σχέσεις των κρατών με τα δύο αντίπαλα στρατόπεδα- ΝΑΤΟϊκών και Κρεμλίνου. Το Κόσοβο έσπευσε να δηλώσει με κάθε τρόπο τη συμπόρευσή του με τη Δύση, ενώ πριν από λίγες μέρες έστειλε και όπλα στην Ουκρανία προκαλώντας την οργή της Μόσχας. Στη Σερβία είναι αρκετά έντονα τα φιλορωσικά αισθήματα, παρά την προσπάθεια της σερβικής κυβέρνησης να κρατήσει κάποιες ισορροπίες καταδικάζοντας χλιαρά τη ρωσική επιχείρηση, αλλά χωρίς να επιβάλει κυρώσεις.
Το Κόσοβο δεν είναι η μόνη εστία έντασης στα Βαλκάνια. Η κρίση το τελευταίο διάστημα στη Βοσνία – Ερζεγοβίνη, ύστερα από την αμφισβήτηση του ισχύοντος συνταγματικού πλαισίου από τη Σερβική Δημοκρατία, είναι ακόμα μια θρυαλλίδα έντασης, όπου μόνο μια σπίθα χρειάζεται να εκραγεί.
Οι ΗΠΑ τέσταραν τους Σέρβους
Η αναβολή των μέτρων για αλλαγή πινακίδων κυκλοφορίας και ταυτοτήτων την 1η του Σεπτέμβρη αντί της 1ης Αυγούστου που ανακοίνωσε η κυβέρνηση της Πρίστινα δεν αποσόβησε τον κίνδυνο μιας πολεμικής σύγκρουσης μεταξύ Σέρβων, Κοσοβάρων και Αλβανών. Πρόκειται για μία προσωρινή αποκλιμάκωση της έντασης.
Όμως την 1η Σεπτεμβρίου, εάν η κυβέρνηση των Κοσοβάρων προχωρήσει στην απόφαση αυτή, οι συνέπειες θα είναι πάλιν ίδιες. Η Σερβία δεν θα έχει άλλη επιλογή από το να υπερασπιστεί τους Σέρβους που ζουν στο βόρειο τμήμα του Κοσόβου.
Η απόφαση για την αναβολή πάρθηκε μετά από πρόταση που κατέθεσε ο Πρέσβης των ΗΠΑ στο Κόσοβο. Οι Αμερικανοί κατάλαβαν πως οι Σέρβοι ήταν αποφασισμένοι και έκαναν την σχετική «εισήγηση». Ωστόσο, οι ίδιοι υποδαύλισαν την κρίση, θέλοντας να τεστάρουν τα σερβικά αντανακλαστικά και την σερβική αποφασιστικότητα για πόλεμο. Είδαν πως το Βελιγράδι είναι αποφασισμένο και αναγκάστηκαν να κάνουν πίσω, τουλάχιστον προς ώρας.
Ξέρουν πως ούτε οι Κοσοβάροι, αλλά ούτε οι Αλβανοί μπορούν να αντιμετωπίσουν τους Σέρβους σε μία ευθεία αντιπαράθεση, ενώ, αν αναγκαστούν να εμπλακούν, θα αναγκαστούν να εμπλακούν άμεσα και οι Ρώσοι. Μια πολεμική αναμέτρηση στο Κόσοβο θα έχει άμεσο αντίκτυπο και στη Βοσνία – Ερζεγοβίνη, όπου θεωρείται βέβαιον ότι οι Σέρβοι της Βοσνίας θα ανακηρύξουν την ανεξαρτησία τους και την απόσχισή τους από το τεχνητό αυτό κράτος και την ένωσή τους με τη Σερβία.
Και πέρα από την Ευρώπη
Η Κίνα είναι πολύ εξοργισμένη με τους Αμερικανούς τις τελευταίες ημέρες, λόγω της προσπάθειάς τους να ξεκινήσουν μία μείζονα κρίση με την Ταϊβάν. Αρχής γενομένης με την προκλητική επίσκεψη της Προέδρου της Αμερικανικής Βουλής Ν. Πελόζι στην Ταϊβάν.
Την ίδια ώρα, το Βελιγράδι υπέγραψε πρόσφατα με το Πεκίνο συμφωνία ελεύθερου εμπορίου, ενώ ξεκίνησε και η αεροπορική σύνδεση των δύο πρωτευουσών στις 16 Ιουλίου.
Λίγο πέρα από την Ευρώπη, η Τουρκία ετοιμάζεται να εισβάλει ξανά στη Συρία, ενώ Κούρδοι μαχητές μαζί με τον συριακό στρατό διεξάγουν κοινά στρατιωτικά γυμνάσια στα τουρκικά σύνορα υπό την επίβλεψη των Ρώσων.
Το Αζερμπαϊτζάν βομβαρδίζει θέσεις Αρμενίων στο Ναγκόρνο Καραμπάχ με τουρκικά drones. Στο Ιράκ οι εξεγέρσεις κατά των Αμερικανών που θέλουν να ανεβοκατεβάζουν κυβερνήσεις είναι στο απόγειό τους.
Όλες αυτές οι εστίες ανάφλεξης είναι δημιούργημα των ΝΑΤΟϊκών, Ευρώπης και ΗΠΑ, και, αν εκραγούν, θα συμπαρασύρουν τους πάντες.
Δεν είναι τυχαίο που όλες οι κυβερνήσεις χωρών της Ε.Ε. κατέρρευσαν ή βρίσκονται υπό κατάρρευσιν, ενώ το ίδιο προβλέπεται να γίνει με τους Δημοκρατικούς στις ΗΠΑ.
Σημερινή
Διεθνή
Προειδοποίηση της Ελβετίας: Το υψηλό ευρωπαϊκό χρέος θα μπορούσε να πυροδοτήσει μια κρίση του ευρώ
Τα αυξανόμενα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη και πέραν αυτής εγκυμονούν κινδύνους για την οικονομική σταθερότητα και θα μπορούσαν να πυροδοτήσουν μια κρίση του ευρώ, δήλωσε την Παρασκευή η Ελβετίδα υπουργός Οικονομικών, Κάριν Κέλερ-Σούτερ.
Τα αυξανόμενα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη και πέραν αυτής εγκυμονούν κινδύνους για την οικονομική σταθερότητα και θα μπορούσαν να πυροδοτήσουν μια κρίση του ευρώ, δήλωσε την Παρασκευή η Ελβετίδα υπουργός Οικονομικών, Κάριν Κέλερ-Σούτερ.
Μιλώντας στον ελβετικό δημόσιο ραδιοτηλεοπτικό φορέα SRF, στην Μπανγκόκ —στο περιθώριο των ετήσιων συναντήσεων του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου και της Παγκόσμιας Τράπεζας—, η Κέλερ-Σούτερ ανέφερε ότι και οι τιμές της ενέργειας εντείνουν τις ανησυχίες μεταξύ των υπευθύνων χάραξης πολιτικής.
Η Ελβετία διαθέτει ένα από τα χαμηλότερα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη, ωστόσο η Κέλερ-Σούτερ τόνισε ότι, στο τρέχον περιβάλλον, είναι σημαντικό να εξετάζεται η ευρύτερη εικόνα.
«Είμαστε τόσο στενά διασυνδεδεμένοι σε διεθνές επίπεδο, ώστε καθιστάμεθα επίσης ευάλωτοι, για παράδειγμα, στην περίπτωση που προκύψει κρίση χρέους εξαιτίας του δημόσιου χρέους μεγάλων χωρών. Σκέφτομαι συγκεκριμένα τις Ηνωμένες Πολιτείες, αλλά και την Ευρώπη. Υπάρχει η περίπτωση της Γαλλίας — κάτι που θα μπορούσε να οδηγήσει σε κρίση του ευρώ», δήλωσε η Κέλερ-Σούτερ στο δίκτυο SRF.
Το δημόσιο χρέος της Γαλλίας, τα δημοσιονομικά ελλείμματα και η υποτονική οικονομική ανάπτυξη έχουν εντείνει τις ανησυχίες για την κατάσταση των δημόσιων οικονομικών της, καθώς ο πολιτικός κατακερματισμός έχει καταστήσει πιο περίπλοκες τις προσπάθειες δημοσιονομικής εξυγίανσης.
Αναλύσεις
Η Κίνα βρίσκει δρόμο που παρακάμπτει το Πακιστάν – Ο διάδρομος Ουαχάν αλλάζει τις γεωπολιτικές ισορροπίες
Μία νέα οδική αρτηρία μήκους 121 χιλιομέτρων στο βορειοανατολικό Αφγανιστάν δημιουργεί τις προϋποθέσεις για απευθείας χερσαία σύνδεση με την Κίνα, χωρίς διέλευση από το Πακιστάν. Η ολοκλήρωση του δρόμου στον ιστορικό διάδρομο Ουαχάν αποκτά ιδιαίτερη γεωπολιτική σημασία, καθώς το Πεκίνο αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα ασφαλείας με τις επενδύσεις του στο Πακιστάν, ενώ η Καμπούλ επιδιώκει να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ.
Μία σημαντική εξέλιξη στις χερσαίες μεταφορές και στις γεωπολιτικές ισορροπίες της Κεντρικής Ασίας καταγράφεται στο Αφγανιστάν, με την ολοκλήρωση νέου δρόμου στον στρατηγικής σημασίας διάδρομο Ουαχάν.
Σύμφωνα με ανάλυση του Imran Khurshid που δημοσιεύθηκε στις 9 Οκτωβρίου 2026 στο Asia Times, οι αφγανικές αρχές εγκαινίασαν οδική διαδρομή 121 χιλιομέτρων, η οποία εκτείνεται από την περιοχή Μπρογκίλ έως τα σύνορα με την Κίνα, στην επαρχία Μπανταχσάν.
Το έργο κόστισε περίπου 365 εκατομμύρια αφγάνι, ποσό που αντιστοιχεί σε περίπου 5,5 εκατομμύρια δολάρια.
Κατά τις αφγανικές ανακοινώσεις, κατασκευάστηκε από ντόπιους μηχανικούς και εργαζομένους, χωρίς τη συμμετοχή ξένων τεχνικών συμβούλων.
Η νέα διαδρομή φθάνει στα σινοαφγανικά σύνορα. Αυτό, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι λειτουργεί ήδη πλήρης διεθνής εμπορευματικός διάδρομος, καθώς εξακολουθούν να υπάρχουν σημαντικοί τεχνικοί και συνοριακοί περιορισμοί.
Γιατί ο διάδρομος Ουαχάν έχει στρατηγική σημασία
Ο διάδρομος Ουαχάν αποτελεί μια στενή λωρίδα αφγανικού εδάφους ανάμεσα στο Τατζικιστάν, το Πακιστάν και την Κίνα.
Η γεωγραφική του διαμόρφωση συνδέεται με τον ανταγωνισμό της Βρετανικής και της Ρωσικής Αυτοκρατορίας κατά τον 19ο αιώνα.
Η περιοχή διατηρήθηκε ως ζώνη διαχωρισμού των δύο αυτοκρατορικών σφαιρών επιρροής, αποτελώντας ένα από τα χαρακτηριστικότερα γεωγραφικά κατάλοιπα του λεγόμενου «Μεγάλου Παιχνιδιού».
Σήμερα, η ίδια περιοχή αποκτά νέα σημασία, αυτή τη φορά λόγω της προσπάθειας σύνδεσης της Κίνας με το Αφγανιστάν και ευρύτερα με την Κεντρική Ασία.
Ο δρόμος ανοίγει τη δυνατότητα δημιουργίας μιας εναλλακτικής οδού μεταφορών, περιορίζοντας δυνητικά την ανάγκη διέλευσης από το πακιστανικό έδαφος.
Το πρόβλημα της Κίνας με τον οικονομικό διάδρομο CPEC
Το ενδιαφέρον της εξέλιξης εντοπίζεται κυρίως στην προσπάθεια του Πεκίνου να περιορίσει την εξάρτησή του από ευάλωτες υποδομές.
Ο Οικονομικός Διάδρομος Κίνας–Πακιστάν, γνωστός ως CPEC, αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα προγράμματα της κινεζικής πρωτοβουλίας Belt and Road.
Μέσω του συγκεκριμένου σχεδίου, η Κίνα επιχειρεί να ενισχύσει τις εμπορικές και ενεργειακές συνδέσεις της με τη Νότια Ασία και την Αραβική Θάλασσα.
Ωστόσο, η υλοποίηση των έργων έχει αντιμετωπίσει σοβαρές δυσκολίες.
Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, οργανώσεις αυτονομιστών έχουν πραγματοποιήσει επανειλημμένες επιθέσεις εναντίον κινεζικών συμφερόντων, εγκαταστάσεων και εργαζομένων.
Οι επιθέσεις αυτές έχουν επιβαρύνει την ασφάλεια των υποδομών και έχουν αυξήσει το κόστος προστασίας των κινεζικών επενδύσεων.
Παράλληλα, έχουν διατυπωθεί καταγγελίες για καθυστερήσεις, κακοδιαχείριση και προβλήματα διαφάνειας σε επιμέρους προγράμματα του CPEC.
Η εδαφική διαμάχη με την Ινδία
Μια επιπλέον γεωπολιτική δυσκολία συνδέεται με τη διέλευση του CPEC από το Γκιλγκίτ–Μπαλτιστάν.
Η περιοχή διοικείται από το Πακιστάν, αλλά διεκδικείται από την Ινδία, στο πλαίσιο της ευρύτερης διαμάχης για το Κασμίρ.
Το Νέο Δελχί έχει αντιταχθεί επανειλημμένα σε έργα που διέρχονται από εδάφη τα οποία θεωρεί τμήμα της δικής του επικράτειας.
Αυτό σημαίνει ότι ο οικονομικός διάδρομος Κίνας–Πακιστάν δεν αποτελεί μόνο αναπτυξιακό πρόγραμμα, αλλά συνδέεται με μία από τις πιο ευαίσθητες εδαφικές αντιπαραθέσεις της Ασίας.
Η δημιουργία εναλλακτικών διαδρομών μέσω του Αφγανιστάν θα μπορούσε μακροπρόθεσμα να προσφέρει στο Πεκίνο μεγαλύτερη ευελιξία.
Δεν υπάρχει, πάντως, ένδειξη ότι ο δρόμος του Ουαχάν μπορεί σήμερα να αντικαταστήσει τις μεγάλες μεταφορικές υποδομές του CPEC.
Η Καμπούλ επιχειρεί να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ
Για την κυβέρνηση των Ταλιμπάν, το έργο έχει και μία σαφή πολιτική διάσταση.
Το Αφγανιστάν εξαρτάται σε σημαντικό βαθμό από συνοριακές διαβάσεις και μεταφορικούς άξονες που περνούν από το Πακιστάν.
Οι επανειλημμένες εντάσεις ανάμεσα στις δύο χώρες έχουν προκαλέσει κλείσιμο συνοριακών περασμάτων, διακοπές εμπορικών ροών και επιβάρυνση της αφγανικής οικονομίας.
Μια εναλλακτική χερσαία διέξοδος προς την Κίνα θα μπορούσε, εφόσον αναπτυχθεί και καταστεί λειτουργική, να μειώσει τη δυνατότητα του Πακιστάν να χρησιμοποιεί τη γεωγραφική του θέση ως μέσο πίεσης προς την Καμπούλ.
Η αφγανική πλευρά αντιμετωπίζει το έργο ως σημαντική υποδομή οικονομικής και στρατηγικής αυτονομίας.
Η στάση της Κίνας και της Ρωσίας
Παρά την προοπτική άμεσης σύνδεσης, το Πεκίνο δεν έχει εγκαταλείψει τον οικονομικό διάδρομο CPEC ούτε έχει ανακοινώσει ότι ο Ουαχάν θα τον αντικαταστήσει.
Η Κίνα εξακολουθεί να διατηρεί σημαντικά οικονομικά και στρατηγικά συμφέροντα στο Πακιστάν.
Αντίστοιχα, η Ρωσία ενδιαφέρεται για τη σταθερότητα του Αφγανιστάν και για την ανάπτυξη νέων δικτύων επικοινωνίας στην Κεντρική Ασία.
Η δημιουργία περισσότερων επιλογών διασύνδεσης ενδέχεται να περιορίσει την αποκλειστική σημασία ορισμένων παραδοσιακών μεταφορικών διαδρομών.
Η πραγματική αξία του Ουαχάν θα εξαρτηθεί από τη βελτίωση των οδικών υποδομών, τη λειτουργία συνοριακών και τελωνειακών εγκαταστάσεων, τις καιρικές συνθήκες και τις πολιτικές αποφάσεις της Κίνας.
Το μήνυμα προς το Πακιστάν
Η νέα διαδρομή αναδεικνύει μια σημαντική γεωπολιτική πραγματικότητα: η γεωγραφική θέση ενός κράτους προσφέρει στρατηγικά πλεονεκτήματα, αλλά η αξιοποίησή τους εξαρτάται από την ασφάλεια και την αξιοπιστία των μεταφορικών του δικτύων.
Το Πακιστάν εξακολουθεί να αποτελεί κρίσιμο εταίρο της Κίνας, ιδιαίτερα στο πλαίσιο του CPEC.
Ταυτόχρονα, όμως, η αστάθεια, οι επιθέσεις σε κινεζικά συμφέροντα και οι αντιπαραθέσεις με το Αφγανιστάν δημιουργούν κίνητρα αναζήτησης εναλλακτικών επιλογών.
Ο διάδρομος Ουαχάν δεν έχει ακόμη μετατραπεί σε μεγάλο εμπορικό πέρασμα. Η κατασκευή του δρόμου, ωστόσο, καταδεικνύει ότι το Αφγανιστάν επιχειρεί να αποκτήσει πρόσθετες διεθνείς συνδέσεις και ότι η αποκλειστική εξάρτηση από το Πακιστάν δεν αποτελεί πλέον τη μοναδική γεωγραφική επιλογή.
Για το Ισλαμαμπάντ, η εξέλιξη αποτελεί μια νέα στρατηγική παράμετρο που θα πρέπει να συνυπολογίσει στις σχέσεις του με το Πεκίνο και την Καμπούλ.
Διεθνή
Γερμανία: Το ρωσικό φυσικό αέριο επιστρέφει έμμεσα μέσω των λιπασμάτων, παρά τους ευρωπαϊκούς δασμούς
Οι εισαγωγές ρωσικών αζωτούχων λιπασμάτων μειώθηκαν κατά 66% το 2025-2026, αλλά παραμένουν 53% υψηλότερες από τα επίπεδα πριν από τον πόλεμο στην Ουκρανία.
Το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία διατηρεί ανταγωνιστικά τα ρωσικά προϊόντα, σύμφωνα με στοιχεία που δημοσίευσε η Berliner Zeitung. Η Γερμανία εξακολουθεί να συνδέεται εμπορικά με το ρωσικό φυσικό αέριο, παρά τις ευρωπαϊκές προσπάθειες περιορισμού της ενεργειακής εξάρτησης από τη Μόσχα.
Αυτή τη φορά, η σύνδεση δεν αφορά αποκλειστικά την άμεση προμήθεια φυσικού αερίου, αλλά τις εισαγωγές λιπασμάτων που παράγονται με τη χρήση ρωσικού αερίου ως πρώτης ύλης και πηγής ενέργειας. Σύμφωνα με δημοσίευμα της γερμανικής εφημερίδας, που βασίζεται σε στοιχεία του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου και του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι εισαγωγές αζώτου μέσω ρωσικών λιπασμάτων μειώθηκαν σημαντικά κατά το 2025-2026. Ωστόσο, εξακολουθούν να βρίσκονται πάνω από τα επίπεδα που καταγράφονταν πριν από τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία.
Τα στοιχεία των εισαγωγών και η σύγκριση με την προπολεμική περίοδο
Το 2025-2026, η Γερμανία εισήγαγε 48.800 τόνους αζώτου μέσω λιπασμάτων ρωσικής προέλευσης. Η ποσότητα αυτή είναι μειωμένη κατά περίπου 66% σε σύγκριση με το προηγούμενο έτος, αλλά παραμένει κατά 53% υψηλότερη από τους 31.800 τόνους που είχαν καταγραφεί το 2020-2021, πριν από τον πόλεμο.
Η εξέλιξη των εισαγωγών δείχνει πόσο έντονη ήταν η αύξηση μετά το 2022. Το 2021-2022 οι εισαγωγές έφτασαν τους 56.800 τόνους αζώτου, ενώ το 2022-2023 εκτοξεύθηκαν στους 185.100 τόνους. Στη συνέχεια καταγράφηκαν 140.200 τόνοι το 2023-2024 και 143.800 τόνοι το 2024-2025, προτού σημειωθεί η μεγάλη υποχώρηση της τελευταίας περιόδου. Τα στοιχεία αφορούν την ποσότητα του αζώτου που περιέχεται στα εισαγόμενα λιπάσματα και όχι το συνολικό βάρος των προϊόντων.
Τα λιπασματικά έτη υπολογίζονται από τον Ιούλιο έως τον Ιούνιο. Η ποσότητα αζώτου που εισήχθη στη Γερμανία μέσω ρωσικής ουρίας μειώθηκε από 71.600 τόνους σε 27.600 τόνους, καταγράφοντας πτώση άνω του 61%. Παρά τη μείωση, η ποσότητα εξακολουθεί να είναι σχεδόν τριπλάσια από τους 9.900 τόνους του 2020-2021. Η συγκεκριμένη εξέλιξη αναδεικνύει το βασικό πρόβλημα της ευρωπαϊκής πολιτικής περιορισμού των εμπορικών δεσμών με τη Ρωσία. Ακόμη και όταν περιορίζονται οι εισαγωγές συγκεκριμένων προϊόντων, οι οικονομικές σχέσεις μπορούν να διατηρούνται μέσω άλλων κατηγοριών αγαθών, ιδιαίτερα όταν αυτά έχουν χαμηλότερο κόστος παραγωγής.
Γιατί οι ρωσικές εισαγωγές παραμένουν ανταγωνιστικές
Καθοριστικός παράγοντας είναι το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία και στην υπόλοιπη Ευρώπη. Η παραγωγή αζωτούχων λιπασμάτων απαιτεί μεγάλες ποσότητες φυσικού αερίου, το οποίο χρησιμοποιείται τόσο ως πρώτη ύλη όσο και ως πηγή ενέργειας. Σύμφωνα με τον Σύνδεσμο Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι ευρωπαϊκοί δασμοί, που τέθηκαν σε ισχύ τον Ιούλιο του 2025, περιόρισαν σημαντικά τις εισαγωγές ρωσικών λιπασμάτων. Ωστόσο, δεν εξάλειψαν το ανταγωνιστικό πλεονέκτημα των ρωσικών προϊόντων. Ο σύνδεσμος επισημαίνει ότι οι υψηλές τιμές ενέργειας δυσκολεύουν τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις να αυξήσουν την εγχώρια παραγωγή και να καλύψουν μεγαλύτερο μέρος των αναγκών της αγοράς. Ως αποτέλεσμα, τα ρωσικά λιπάσματα εξακολουθούν να παραμένουν ελκυστικά, ακόμη και μετά την επιβολή πρόσθετων δασμών.
Παράλληλα, σύμφωνα με τον IVA, είναι πιθανό ορισμένες ποσότητες ρωσικών προϊόντων να φτάνουν στη γερμανική αγορά μέσω άλλων κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το μέγεθος αυτών των έμμεσων εισαγωγών, ωστόσο, δεν μπορεί να προσδιοριστεί με ακρίβεια από τα διαθέσιμα στοιχεία.
Δεν αποδίδονται οι αυξήσεις των τιμών αποκλειστικά στους δασμούς
Το ζήτημα έχει άμεση σημασία για τους Γερμανούς αγρότες, καθώς το κόστος των λιπασμάτων επηρεάζει την παραγωγή και, τελικά, την οικονομική βιωσιμότητα των καλλιεργειών. Ο IVA υποστηρίζει ότι η μείωση των ρωσικών εισαγωγών δεν έχει προκαλέσει μέχρι στιγμής σαφή αύξηση των τιμών εξαιτίας των δασμών. Σύμφωνα με τον σύνδεσμο, η εγχώρια παραγωγική δυναμικότητα και οι εισαγωγές από άλλες χώρες, μεταξύ των οποίων η Αίγυπτος, επαρκούν για την κάλυψη των αναγκών της αγοράς. Την ίδια στιγμή, ο σύνδεσμος αποδίδει τις υψηλές τιμές των λιπασμάτων το 2026 στις διεθνείς ενεργειακές αναταράξεις, στον πόλεμο με το Ιράν και στην κρίση γύρω από τα Στενά του Ορμούζ, παράγοντες που επηρεάζουν το κόστος μεταφοράς και τις παγκόσμιες τιμές ενέργειας και λιπασμάτων.
Οι εκτιμήσεις αυτές αποτελούν τις θέσεις του κλαδικού συνδέσμου και δεν συνιστούν από μόνες τους ανεξάρτητη αξιολόγηση όλων των παραγόντων που διαμορφώνουν τις τιμές.
Νέες πιέσεις για περιορισμό των ρωσικών εισαγωγών
Με αφορμή τα στοιχεία, ο IVA ζητά να εξεταστεί η επιβολή πρόσθετων δασμών στις εισαγωγές καλιούχων λιπασμάτων από τη Ρωσία και τη Λευκορωσία. Το κάλιο αποτελεί βασικό θρεπτικό στοιχείο για τις καλλιέργειες και αντιπροσωπεύει μια ακόμη κατηγορία προϊόντων στην οποία η ευρωπαϊκή αγορά διατηρεί εμπορικές σχέσεις με τις δύο χώρες.
Ο σύνδεσμος εκτιμά ότι η ευρωπαϊκή βιομηχανία μπορεί να καλύψει τις ανάγκες της γεωργίας χωρίς να εξαρτάται από τις συγκεκριμένες εισαγωγές και υποστηρίζει ότι πρόσθετοι δασμοί δεν θα πρέπει να οδηγήσουν αναγκαστικά σε αυξήσεις τιμών. Η συζήτηση, ωστόσο, αποτυπώνει το ευρύτερο δίλημμα της ευρωπαϊκής οικονομικής πολιτικής. Η μείωση της εξάρτησης από τη Ρωσία απαιτεί όχι μόνο εμπορικούς περιορισμούς, αλλά και ανταγωνιστική εγχώρια παραγωγή, προσιτό ενεργειακό κόστος και εναλλακτικές πηγές προμήθειας.
Τα δεδομένα της γερμανικής αγοράς δείχνουν ότι οι δασμοί μπορούν να περιορίσουν σημαντικά τις εισαγωγές, χωρίς όμως να εξαλείψουν αυτομάτως τις οικονομικές σχέσεις που στηρίζονται σε διαφορές κόστους παραγωγής. Για τη Γερμανία και την Ευρωπαϊκή Ένωση, η πρόκληση παραμένει η εξισορρόπηση τριών στόχων: της ενεργειακής και οικονομικής ασφάλειας, της στήριξης της εγχώριας βιομηχανίας και της διατήρησης προσιτού κόστους για τον αγροτικό τομέα.
Με πληροφορίες του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA) και του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου.
-
Αναλύσεις1 μήνα πρινΤο τελεσίγραφο Καλίν την ώρα που η Τουρκία προετοιμάζεται για πόλεμο!
-
Άμυνα3 μήνες πρινΡωσσικό ΜΜΕ: Ελληνικό «μπλόκο» στην απαίτηση για Patriot – Πώς γνωρίζει το Κίεβο απόρρητα στοιχεία για τους πυραύλους μας;
-
ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΜΕ ΣΗΜΑΣΙΑ3 μήνες πρινΠακιστανός με καναδική υπηκοότητα ο υπαίτιος της πυρκαγιάς στον Έβρο! Πιθανόν να μετέφερε μετανάστες
-
GEOPOLITICO1 μήνα πρινΤο διέρρευσε ο Παπαχελάς! Έφεραν τον Καλίν στο Μαξίμου – Τί συζήτησε με τον Μητσοτάκη;
-
Αναλύσεις2 μήνες πρινΚαραγκιούλ: «Αν Ελλάδα, Κύπρος και Ισραήλ επιτεθούν στην Τουρκία, ο χάρτης του Αιγαίου θα αλλάξει»
-
ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΜΕ ΣΗΜΑΣΙΑ2 μήνες πρινΞέσπασμα της μητέρας της Μυρτούς για την υπόθεση Τζαβέντ Ασλάμ: «Δεν ξεχνώ ποτέ» – «Δήμαρχος των Πακιστανών ο Δούκας»
-
GEOPOLITICO4 εβδομάδες πρινΤί λέει Τούρκος δημοσιογράφος για Σάββα Καλεντερίδη; «Έκανε πολύ καλά τη δουλειά του για τη χώρα του – Δεν μπορούσε να τον στριμώξει η ΜİΤ»
-
Αναλύσεις3 μήνες πρινΕάν η Τουρκία απορρίψει τη συμφωνία αποχώρησης από την Κύπρο θα απομακρυνθεί δια της βίας

