Ακολουθήστε μας

Διεθνή

Πού θα είναι σε ένα χρόνο Ερντογάν και Τουρκία;

Δημοσιεύτηκε στις

Ο Ερντογάν είναι έτοιμος να θυσιάσει τα πάντα

Οι διαφορές με την Ελλάδα αποτελούν όπλο στη φαρέτρα του Ερντογάν, αν αποφάσιζε να προκαλέσει μια τεχνητή κρίση ως αντίβαρο στην οικονομική σήψη της Τουρκίας. Είναι άλλωστε ικανός να γκρεμίσει τις γέφυρες με τη Δύση, αν αυτό χρειαστεί για να κερδίσει τις εκλογές, οι οποίες έχουν υπαρξιακό χαρακτήρα για το μέλλον του. Oμως, κανείς δεν μπορεί να μπει στο μυαλό του.

Στο συμπέρασμα αυτό συγκλίνουν έντεκα αναλυτές με καλή γνώση των εξελίξεων στην Τουρκία, οι οποίοι σκιαγραφούν στην «Κ» τη θέση της γείτονος σε έναν χρόνο από σήμερα. Οδηγός τους, η πορεία ενός στριμωγμένου –πλην απρόβλεπτου– ηγέτη, ο οποίος ετοιμάζεται να παίξει το «τελευταίο χαρτί» με στόχο την παραμονή στην εξουσία. Οι τοποθετήσεις τους στέλνουν σήμα εγρήγορσης για την Ελλάδα, η οποία μπαίνει στην εξίσωση του προέδρου της Τουρκίας με το βλέμμα στην κάλπη, που θα στηθεί μέχρι το καλοκαίρι.

Εκλογικό δράμα

Το ερώτημα «ομαλή μετάβαση εξουσίας μέσω των εκλογών ή μάχη μέχρι τέλους για τη διατήρηση στην εξουσία» τίθεται πλέον ανοιχτά ανάμεσα στους μελετητές της τουρκικής πραγματικότητας, καθώς υπάρχουν φόβοι ότι ο Ερντογάν θα ήταν ικανός να αμφισβητήσει το αποτέλεσμα και να επαναλάβει τις εκλογές, αν η διαφορά θα είναι μικρή, ή ακόμη και να αγνοήσει το εκλογικό αποτέλεσμα, βάζοντας σε άλλα μονοπάτια την Τουρκία. Εξάλλου, «ένας εμφύλιος πόλεμος δεν είναι πέρα από κάθε φαντασία».

Με βάση τις δημοσκοπήσεις και την περιρρέουσα ατμόσφαιρα στη γείτονα, μέχρι στιγμής, ο Ερντογάν οδεύει προς μια εκλογική ήττα από τον συνασπισμό της αντιπολίτευσης, που απαρτίζεται από τους κεμαλιστές και άλλα κόμματα. Ο Κιλιτσντάρογλου φαίνεται ότι αυτή τη φορά διεξάγει μια πιο αποτελεσματική καμπάνια. Είναι πάντως ένας αντίπαλος τον οποίο γνωρίζει καλά ο Ερντογάν και άρα μπορεί να τον χειριστεί καλύτερα όσο θα ξετυλίγει το προσωπικό ταλέντο του: της δημαγωγίας μπροστά στην εκλογική αναμέτρηση. Γι’ αυτό και ο δήμαρχος της Aγκυρας, Γιαβάς, θεωρείται δυνητικός υποψήφιος ο οποίος μπορεί να αιφνιδιάσει τον Ερντογάν, αξιοποιώντας στο έπακρο την υψηλή δημοφιλία του. Σε αντίθεση με τον δήμαρχο της Κωνσταντινούπολης, Ιμάμογλου, ο οποίος «δεν είναι ακόμη έτοιμος».

Σήμα εγρήγορσης προς την Ελλάδα, η οποία μπαίνει στην εξίσωση του Τούρκου προέδρου με το βλέμμα στην κάλπη, που θα στηθεί μέχρι το καλοκαίρι.

Τα σενάρια για την Ελλάδα

Ακόμη όμως κι αν υπάρξει αλλαγή φρουράς στην τουρκική κυβέρνηση με τον πλέον ανώδυνο τρόπο, είναι αμφίβολο αν αυτή θα συνοδευθεί και από αλλαγή πλεύσης της τουρκικής εξωτερικής πολιτικής, τουλάχιστον σε ό,τι αφορά την Ανατολική Μεσόγειο. Η Ελλάδα θα βρεθεί τότε αντιμέτωπη με ένα καλό και ένα κακό σενάριο: α) Μια νέα κυβέρνηση στην Τουρκία επικεντρώνεται στη διαχείριση του οικονομικού χάους και επιλέγει τη «νηνεμία» στο Αιγαίο β) με την ευκαιρία της 100ής επετείου της Συνθήκης της Λωζάννης και της τουρκικής δημοκρατίας –καλοκαίρι και φθινόπωρο 2023, αντίστοιχα– διατηρεί ή και αυξάνει την ένταση στο Αιγαίο, ανεξάρτητα από τις προκλήσεις στο εσωτερικό.

Η άποψη ότι η Τουρκία «χάρισε» τα νησιά στην Ελλάδα μέσα από λανθασμένους χειρισμούς της είναι ευρέως διαδεδομένη στην τουρκική κοινή γνώμη και ενίοτε λαμβάνει τα χαρακτηριστικά της εμμονής. «Αν χρειαστεί, θα φορέσω στρατιωτική στολή και θα δεχθώ ακόμη και να ανατιναχθώ ανάμεσα σε Eλληνες στρατιώτες», έλεγε τις προάλλες ο κεμαλιστής δήμαρχος του Μπολού. Η αντίληψη αυτή αποτελεί τη βάση για μια χειρότερη εκδοχή, που θέλει τον Ερντογάν να προκαλεί τεχνητή κρίση με την Ελλάδα, στοχεύοντας ακόμη και στην αναβολή των εκλογών στην Τουρκία. «Το μέτωπο με τη Συρία δεν θα ήταν αρκετό γι’ αυτόν τον σκοπό», εκτιμούν αναλυτές, που ζυγίζουν τα δεδομένα για να οριοθετήσουν τις επιλογές που θεωρητικά υπάρχουν στο τραπέζι.

Δεν έλειψαν Τούρκοι αναλυτές που αρνήθηκαν να απαντήσουν στα ερωτήματα της «Κ». Θεωρούν ότι Τουρκία και Ελλάδα έχουν μπει σε έναν φαύλο κύκλο αντιπαραγωγικής αντιπαλότητας. Κυρίως όμως θεωρούν τόσο απρόβλεπτο τον Ερντογάν, που κρίνουν ότι δεν έχει νόημα να τοποθετηθούν για έναν στριμωγμένο ηγέτη σε μια μετέωρη χώρα. Τον έχουν ικανό για όλα και άλλωστε αρνούνται να πάρουν ως δεδομένη την προκηρυγμένη ημερομηνία των εκλογών.

Θύμα των Erdoganomics, η οικονομία της Τουρκίας βρίσκεται σε περιδίνηση με επώδυνο αντίκτυπο στα θεμέλια της κοινωνίας της. Το καθεστώς καταδικάζει την οικονομία με την πολιτική του αναξιοπιστία· χρησιμοποιεί τη δικαιοσύνη για να πλήξει πολιτικούς αντιπάλους· φλερτάρει με άλλα απολυταρχικά καθεστώτα· καταστρατηγεί ανθρώπινα δικαιώματα· και απομακρύνει την Τουρκία από την ευρωπαϊκή και ευρύτερα δυτική προοπτική της.

Μπροστά σε αυτήν την πραγματικότητα, αποχαλινώνεται η ρητορική εις βάρος της Ελλάδας, η οποία είναι μεν σχεδιασμένη για εσωτερική κατανάλωση, αλλά μπορεί ανά πάσα στιγμή να προκαλέσει ανυπολόγιστες παρενέργειες. Oσο για την τουρκική αντιπολίτευση; Οι περιγραφές επέλεξαν μελανά χρώματα, καθότι ο σχεδιασμός της «εξαντλείται στην ανατροπή του Ερντογάν». Μέχρι τότε; Η Τουρκία του Ερντογάν θα λαμβάνει στήριξη, «πιθανώς και συνάλλαγμα», από τη Ρωσία του Πούτιν με εγγύηση τα έσοδα της Gazprom από την Ευρώπη.

Στίβεν Κουκ, Συμβούλιο Εξωτερικών Σχέσεων – CFR, ειδικός στα θέματα Μέσης Ανατολής

Πού θα είναι σε ένα χρόνο Ερντογάν και Τουρκία;-1

Μπορεί να τον παρασύρει η ρητορική του 

Η έκβαση των εξελίξεων στην Τουρκία είναι εντελώς αβέβαιη. Θεωρώ ότι ο Ερντογάν θα κάνει ό,τι μπορεί για να κερδίσει αυτές τις εκλογές. Μεταξύ άλλων, θα χρησιμοποιεί την Ελλάδα και την Κύπρο για να κατευθύνει το λαϊκό αίσθημα εις βάρος τους. Ομως, αν τελικά κερδίσει ο Ερντογάν, είναι πιθανό να τον δούμε να οπισθοχωρεί από την επιθετική ρητορική του. Αν κερδίσει η αντιπολίτευση, είναι θολή η πρόβλεψη.

Πρόκειται για κόμματα με διαφορετικές ιδεολογικές καταβολές, που θα πρέπει να συμφωνήσουν σε έναν κοινό υποψήφιο. Υποψιάζομαι ότι αυτό δεν θα γίνει, λειτουργώντας προς όφελος του Ερντογάν. Αν κερδίσει ο Κιλιτσντάρογλου (σ.σ. ηγέτης του κεμαλικού, σοσιαλδημοκρατικού CHP), θα μπορούσε να τηρήσει μια πιο μετριοπαθή στάση στο Αιγαίο μόνο αν ήθελε να διαφοροποιηθεί από τον προκάτοχό του, διότι είναι ένα θέμα που ευαισθητοποιεί μεγάλο μέρος της τουρκικής κοινωνίας, ανεξάρτητα από το κόμμα προτίμησης. Η σημερινή αντιπολίτευση ίσως να έριχνε τους τόνους ως κυβέρνηση απέναντι στην Ε.Ε. και τη Δύση, όμως ο Κιλιτσντάρογλου είναι και ο ίδιος εθνικιστής. Ο δήμαρχος της Αγκυρας Μανσούρ Γιαβάς θα ήταν μια υποψηφιότητα που επίσης θα έβγαζε νόημα απέναντι στον Ερντογάν, ως ιδιαίτερα δημοφιλής αλλά και σκληρός εθνικιστής, γεγονός που θα μπορούσε να δημιουργήσει και πάλι προβλήματα για την Ελλάδα και την Κύπρο.

Η πιο επικίνδυνη περίοδος για την Ελλάδα είναι η περίοδος μέχρι τις εκλογές, μέσα από τις οποίες ο Ερντογάν επιθυμεί πάση θυσία να είναι ο πρόεδρος της Τουρκίας στην 100ή επέτειο της τουρκικής δημοκρατίας το 2023. Θα χρησιμοποιήσει κάθε μέσο που μπορεί και η Ελλάδα είναι θέμα που του βγαίνει με φυσικό τρόπο στον σχεδιασμό του. Ομως το Αιγαίο βρίσκεται πολύ κοντά στην Τουρκία και τα αεροσκάφη των δύο χωρών πετούν το ένα δίπλα στο άλλο. Δεν μπορεί να αποκλειστεί ένα ατύχημα ή μια παρεξήγηση ή ένα λάθος. Και οι ΗΠΑ δεν έχουν δράσει όπως θα έπρεπε ως διαιτητές για τις δύο χώρες στην περιοχή. Εχουν αποδειχθεί σιωπηλές και αναποτελεσματικές. Δεν πιστεύω ότι οι Τούρκοι επιθυμούν εσκεμμένα να πάνε σε πόλεμο με την Ελλάδα, ιδίως αν σκεφτεί κανείς τη φριχτή οικονομία τους. Ομως, τα πάντα μπορούν να συμβούν. Εξάλλου, η συστηματική ρητορική του Ερντογάν γύρω από τη Συνθήκη της Λωζάννης, τα νησιά και την άποψη ότι η Τουρκία αδικείται, μπορεί να τον παρασύρουν σε έναν δρόμο που δεν θα μπορεί να κάνει διαφορετικά από το να αναλάβει δράση, αν αυτό θα είναι προς το πολιτικό του συμφέρον. Δράση την οποία στην πραγματικότητα δεν θα ήθελε να αναλάβει.

Ως προς την τουρκική οικονομία, βρίσκεται σε καθεστώς απελπισίας, λόγω της κακής διαχείρισης του Ερντογάν. Υπάρχουν πλέον χρηματικές ροές προς την κεντρική τράπεζα της Τουρκίας. Υποψιάζομαι ότι βρίσκεται από πίσω η Ρωσία, μετά και τη συμφωνία Πούτιν – Ερντογάν η Τουρκία να βοηθήσει για την παράκαμψη των δυτικών κυρώσεων εις βάρος της Ρωσίας. Γίνεται όλο και πιο σαφές ότι ο Πούτιν έχει επενδύσει στον Ερντογάν και τον θέλει να κερδίσει αυτές τις εκλογές. Μην ξεχνάμε ότι η Ρωσία σε αυτή τη φάση έχει πολλά χρήματα λόγω της εκτόξευσης των τιμών της ενέργειας. Υποψιάζομαι ότι το ξένο συνάλλαγμα που εισρέει στην Τουρκία ίσως είναι χρήματα που έχει βγάλει η Ρωσία από τις πωλήσεις ενέργειας στη Δύση.

Γιαβούζ Μπαϊντάρ, αρχισυντάκτης στο ανεξάρτητο δίκτυο Ahval, δημοσιογράφος, blogger και ακτιβιστής

Πού θα είναι σε ένα χρόνο Ερντογάν και Τουρκία;-2

Αργή διολίσθηση προς την Ανατολή

Η προσπάθεια του Ερντογάν να μετατρέψει την Τουρκία σε πλήρη απολυταρχία θα πρέπει να συνδεθεί με την προσπάθεια να αμφισβητήσει τη Συνθήκη της Λωζάννης, γεγονός που απαιτεί περαιτέρω επίδειξη πυγμής και, αν οι ευκαιρίες το επιτρέπουν, συνεχή επεκτατισμό με εδαφικά κέρδη. Η στρατηγική του να παραμείνει στην εξουσία βασίζεται στην καταπίεση στο εσωτερικό και στην επιθετική εξωτερική πολιτική. Ο δυτικός κατευνασμός δεν θα λειτουργούσε ποτέ, και δεν λειτούργησε. Ο Ερντογάν ευδοκιμεί εν μέσω μιας κατακερματισμένης, μπερδεμένης αντιπολίτευσης και των δυτικών ψευδαισθήσεων της ήπιας δύναμης.

Το όραμά του διατυπώνεται επίσης στην αυξανόμενη αντιπαράθεσή του με τις ΗΠΑ και το ΝΑΤΟ, στο πλαίσιο της οποίας η Ελλάδα, καθώς και η Συρία, η Σουηδία και η Φινλανδία, είναι μόνο τα μέσα. Ο Ερντογάν θα παραμείνει ένας μεγάλος τζογαδόρος, καθώς προσπαθεί να ανοίξει πόρτες προς τη Ρωσία και την Ανατολή. Υπό τη διακυβέρνησή του, μπορεί να δούμε την Τουρκία να γλιστράει σε αυτήν τη σφαίρα, αν και με αργή κίνηση.

Ενα βασικό ερώτημα είναι εάν η Ρωσία, η Σαουδική Αραβία και ο Κόλπος, αλλά και το Ηνωμένο Βασίλειο, θα προτιμήσουν να παραμείνει στην εξουσία ή όχι. Αν ναι, μπορεί να λάβει την οικονομική υποστήριξη και μπορεί να δούμε να αυξάνονται σημαντικά οι πιθανότητές του για να ενισχύσει τη μονιμότητά του.

Δεν υπάρχουν πολλά περιθώρια για αισιοδοξία, εκτός και αν η οικονομική κρίση γίνει αφόρητη, δημιουργώντας μια μορφή «ανωτέρας βίας». Εκτός από την αδυναμία να παρουσιάσει έναν ισχυρό, ελκυστικό αντίπαλο απέναντι στον Ερντογάν, οι προκλήσεις για την αντιπολίτευση είναι πολλαπλές: Το σύστημα της 99χρονης δημοκρατίας σχεδόν κατέρρευσε και οι εκλογές θα διεξαχθούν υπό την απειλή της αναβολής με το πρόσχημα της κατάστασης πολέμου ή κρίσης. Ειδάλλως, θα διεξαχθούν υπό την απουσία του κράτους δικαίου και των αυτόνομων θεσμών, και υπό τη σκιά πιθανής βίας. Η πόλωση και ο φόβος κυριαρχούν στη χώρα. Η αντιπολίτευση μέχρι στιγμής δεν έχει ένα συνεκτικό πρόγραμμα για την αντιμετώπιση των ογκωδών ζητημάτων και έχει χάσει την επαφή με τα ευρωπαϊκά κόμματα, τους κύκλους της Ε.Ε. και την αμερικανική κυβέρνηση. Αυτό εγείρει ανησυχίες ότι μπορεί να αλλάξουν οι παράγοντες της εξουσίας αλλά όχι η πορεία της χώρας. Για την Ε.Ε., η Τουρκία δείχνει μάλλον «χαμένη στη μετάβαση».

Τζένι Γουάιτ, Ινστιτούτο Τουρκικών Μελετών στο Πανεπιστήμιο της Στοκχόλμης, ειδική στο πολιτικό Ισλάμ και στην Τουρκία

Πού θα είναι σε ένα χρόνο Ερντογάν και Τουρκία;-3

Θερμή σύγκρουση για να αποφύγει εκλογές

Οι δημοσκοπήσεις δείχνουν ότι ο Ερντογάν μάλλον θα χάσει την ψήφο για την προεδρία, αλλά το κόμμα του –AKP– θα εξακολουθεί να κυριαρχεί στο κοινοβούλιο. Τότε, υποθέτοντας ότι ο Ερντογάν θα παραδώσει πραγματικά την προεδρία, το κοινοβούλιο θα προσπαθήσει να εμποδίσει κάθε κίνηση ενός προέδρου της αντιπολίτευσης. Ακόμη κι αν κερδίσει τις εκλογές, ο Ερντογάν δεν θα μπορέσει να διατηρήσει την εξουσία χωρίς περαιτέρω καταστολή.

Οι νέοι στην Τουρκία σήμερα δεν μπορούν να βρουν δουλειά αν δεν είναι στους κύκλους του AKP.  Να σημειωθεί, κάτι που ανησυχεί τον Ερντογάν, ότι απορρίπτουν εντελώς το Ισλάμ υπέρ του ντεϊσμού, δηλαδή πιστεύουν στον Θεό, αλλά δεν ενδιαφέρονται για καμία οργανωμένη θρησκεία.
Ως προς το κόμμα της αξιωματικής αντιπολίτευσης –CHP–, είναι ελαφρώς πιο μετριοπαθές, αλλά και εθνικιστικό – και είναι πάντα εγγυημένο ότι οι εθνικιστικές θέσεις ικανοποιούν το λαϊκό αίσθημα και τραβούν την προσοχή μακριά από μια οικονομία που καταρρέει. Είναι μάλλον απίθανο να υπάρξουν σημαντικές αλλαγές στην εξωτερική πολιτική ή να μειωθεί η εσωτερική πόλωση. Επίσης, η οικονομία είναι διαλυμένη και δεν θα υπάρξει κάποια σημαντική βελτίωση το επόμενο έτος.

Το φλέγον ερώτημα είναι αν ο Ερντογάν θα φύγει από την εξουσία εφόσον χάσει τις εκλογές που έχουν προγραμματιστεί για τον Ιούνιο του 2023 ή αν θα προσπαθήσει να τις «πειράξει», όπως έχει ξανακάνει. Αν αυτό δεν πετύχει και χάσει την προεδρία, δεν είναι ξεκάθαρο τι θα κάνει ο ίδιος ή οι υποστηρικτές του. Είναι πιθανό να τους καλέσει στους δρόμους, όπως έκανε μετά την αποτυχημένη απόπειρα πραξικοπήματος του 2016, να τους οπλίσει και να τους αφήσει ελεύθερους για να πολεμήσουν τους αόριστα καθορισμένους «εχθρούς» του. Ενας εμφύλιος πόλεμος στην Τουρκία δεν είναι πέρα από κάθε φαντασία.

Ομως, θα γίνουν εκλογές; Εάν η κυβέρνηση του AKP βρεθεί σε μια καυτή σύγκρουση, ας πούμε με την Ελλάδα και τη σύμμαχό της Γαλλία στο Αιγαίο ή με τη Ρωσία –ή και με τις ΗΠΑ– στη Συρία, μπορεί να την επικαλεστεί για ακύρωση των εκλογών και κήρυξη κατάστασης εκτάκτου ανάγκης. Τότε θα συνεχιστεί η τεράστια οικονομική δυσπραγία, η καταστολή των δικαιωμάτων για το μεγαλύτερο μέρος του πληθυσμού, η διαφθορά και ο πλούτος για όσους ευθυγραμμίζονται με το ΑΚΡ και –με στόχο τον αποπροσανατολισμό από τα προβλήματα– η συνεχιζόμενη πολεμική υποκίνηση και τοποθέτηση του Ερντογάν στη διεθνή σκηνή ως ισχυρού αντιδυτικού που «υπερασπίζεται την Τουρκία ενάντια στον εχθρό».

Ραϊάν Γκινγκεράς, Ναυτική Μεταπτυχιακή Σχολή, ιστορικός της ύστερης Οθωμανικής Αυτοκρατορίας

Πού θα είναι σε ένα χρόνο Ερντογάν και Τουρκία;-4

Η επικίνδυνη επέτειος της Λωζάννης

Μέχρι το καλοκαίρι οι πολίτες και στην Τουρκία και στην Ελλάδα θα έχουν ψηφίσει σε κρίσιμες εκλογικές αναμετρήσεις. Οι προεκλογικές εκστρατείες και στις δύο χώρες θα θέσουν στο προσκήνιο την απειλή και την πιθανότητα μιας ελληνοτουρκικής σύρραξης. Ασαφής είναι μόνο ο βαθμός στον οποίο ο Ερντογάν και ο Μητσοτάκης θα χρησιμοποιήσουν τα ζητήματα στο Αιγαίο και τη Μεσόγειο για την προώθηση της καμπάνιας τους.

Ομως, αυτό που θα πρέπει να ληφθεί υπόψη για την επόμενη χρονιά είναι το βάρος της Ιστορίας. Το 2023 η τουρκική κυβέρνηση θα καταβάλει αναμφίβολα μεγάλους κόπους για να τιμήσει δύο σημαντικές εκατονταετηρίδες. Το ερχόμενο καλοκαίρι θα σηματοδοτήσει την εκατοστή επέτειο από την υπογραφή της Συνθήκης της Λωζάννης. Ενώ οι Ελληνες πιθανότατα θα δουν εκείνη τη στιγμή ως το αποκορύφωμα της καταστροφής στη Μικρά Ασία –καθώς και την έναρξη της ανταλλαγής πληθυσμών του 1923-1924–, οι Τούρκοι θα δουν την εκατονταετηρίδα της Λωζάννης ως μια ευκαιρία να αντιδικήσουν για τη συνθήκη αυτή καθαυτήν. Είναι εύκολο να φανταστεί κανείς τα τουρκικά talk shows να εκτυλίσσονται με τακτικές συζητήσεις για το καθεστώς των μουσουλμάνων στη δυτική Θράκη, καθώς και για τους όρους που διέπουν την κυριαρχία της Ελλάδας στη Λέσβο, στη Σάμο, στη Χίο και άλλα νησιά. Εθνικιστές διαφόρων ειδών σίγουρα θα επιστρατεύσουν αυτήν την επέτειο για να καταγγείλουν την υποτιθέμενη αποτυχία της Ελλάδας να τηρήσει τις υποχρεώσεις της υπό τη Συνθήκη της Λωζάννης. Αλλοι θα υποστηρίξουν ότι ο Ισμέτ Ινονού απέτυχε παντελώς στη διαπραγμάτευση της συνθήκης για το τουρκικό έθνος. Στη συνέχεια, τον Οκτώβριο, μετά την εκατονταετηρίδα της Λωζάννης, η Τουρκία θα γιορτάσει τα εκατό χρόνια της ως δημοκρατίας. Είναι η επέτειος την οποία ο Ερντογάν, περισσότερο από κάθε άλλη, περίμενε εδώ και καιρό. Για χρόνια, έχει υποσχεθεί την ολοκλήρωση διαφόρων «μέγα έργων» το 2023, στη μνήμη της ίδρυσης της δημοκρατίας. Εν αναμονή της επανεκλογής του ως προέδρου, η 29η Οκτωβρίου υπόσχεται να είναι μια κορυφαία στιγμή στην πολιτική του καριέρα.

Τι σημαίνουν λοιπόν αυτές οι επέτειοι για τις τουρκοελληνικές σχέσεις; Δυνητικά, αρκετά πράγματα. Είναι πολύ πιθανό το βάρος αυτών των δύο γεγονότων να λειτουργήσει ως καταλύτης τόσο της συζήτησης όσο και της δράσης από την πλευρά της Αγκυρας σε αυτό το πεδίο. Ανεξάρτητα από το αποτέλεσμα των προεδρικών εκλογών, οι Τούρκοι πολιτικοί ηγέτες είναι ενωμένοι στην επιθυμία τους να προωθήσουν τις διεκδικήσεις της χώρας τους στο Αιγαίο και τη Μεσόγειο. Με τα επιτεύγματα του Ατατούρκ να «παίζουν» στο φόντο, τόσο ο Ερντογάν όσο και οι αντίπαλοί του πιθανότατα θα ενεργοποιηθούν τον επόμενο χρόνο για να αντιμετωπίσουν τα διαχρονικά παράπονα της χώρας τους με την Ελλάδα. Εδώ έχουν μεγάλη σημασία τα τυχόν απρόοπτα γεγονότα. Η αβεβαιότητα για το αποτέλεσμα των εκλογών, σε συνδυασμό με τα υψηλά διακυβεύματα που θα συνοδεύουν τη νίκη ή την ήττα, μπορεί να ωθήσουν τον Ερντογάν, τον Κιλιτσντάρογλου και την Ακσενέρ να καταφύγουν σε ακραία μέτρα και θέσεις. Ωστόσο, το βάρος της Ιστορίας αναμφίβολα θα επηρεάσει την απόσταση που θα είναι διατεθειμένος να διανύσει ο Ερντογάν ή ο εκάστοτε διάδοχός του προκειμένου να πετύχει τη νίκη εις βάρος της Ελλάδας.

Τσενγκίζ Ακτάρ, πολιτικός επιστήμων, ειδικός στις σχέσεις της Τουρκίας με την Ευρώπη

Πού θα είναι σε ένα χρόνο Ερντογάν και Τουρκία;-5

Χάος χωρίς εναλλακτική

Οσο πλησιάζουν οι εκλογές, τόσο θα φουντώνουν τα στοιχήματα στην Τουρκία και το εξωτερικό. Από σήμερα υπάρχει μεγάλη σύγκλιση μεταξύ των δημοσκόπων και των παρατηρητών της Τουρκίας ότι το καθεστώς θα χάσει τις εκλογές και θα ηττηθούν ο κυβερνών συνασπισμός και ο Ερντογάν.

Πράγματι, δεδομένης της τρέχουσας κατάστασης στην οικονομία, sτην κοινωνική συνοχή και το πολιτικό τοπίο, το καθεστώς δεν έχει σχεδόν καμία πιθανότητα να επανεκλεγεί. Παραμερίζοντας την πιθανότητα μιας εκτεταμένης νοθείας και ενός ανανεωμένου συνασπισμού μεταξύ του AKP και του IYIP, η ετερόκλητη αντιπολίτευση θα κέρδιζε τις βουλευτικές εκλογές καθώς και την προεδρία στον δεύτερο γύρο.

Κατά τη γνώμη μου, τα δεινά που βιώνει η Τουρκία σε καθημερινή βάση δεν θα σταματήσουν μόλις αναλάβει μια νέα κυβέρνηση. Η ετερόκλητη αντιπολίτευση δεν έχει πολιτικό πρόγραμμα για να διορθώσει τη χαοτική κατάσταση, πέρα από το να νικήσει τον Ερντογάν. Δεν έχει κανένα οικονομικό πρόγραμμα, καμία πολιτική βούληση να αντιμετωπίσει το κουρδικό τέλμα και κανένα σχέδιο για να αντιστρέψει τις συνεχιζόμενες εξωτερικές περιπέτειες, συμπεριλαμβανομένων των απειλών κατά της Κύπρου και της Ελλάδας. Σε αυτό ακριβώς το θέμα η αντιπολίτευση –με εξαίρεση το HDP– στην πραγματικότητα είναι τόσο πολεμοχαρής όσο και το καθεστώς.

Συνολικά, δεν θα πρέπει να περιμένουμε από την Τουρκία να ανακάμψει και να επιστρέψει στην κανονικότητα, ακόμη και με νίκη της αντιπολίτευσης.

Σεϊφετίν Γκουρσέλ, Πανεπιστήμιο Bahçeşehir, ειδικός στην τουρκική οικονομία

Πού θα είναι σε ένα χρόνο Ερντογάν και Τουρκία;-6

Κρίση μη αναστρέψιμη

Θεωρώ ότι ο Ερντογάν δεν έχει άλλη επιλογή από το να διατηρήσει την Τουρκία στη Δυτική Συμμαχία. Η Τουρκία δεν μπορεί να αποχωρήσει από την Τελωνειακή Ενωση, το ΝΑΤΟ και το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο. Μια τέτοια βίαιη ρήξη θα μπορούσε να φανταστεί κανείς ως ενδεχόμενο μόνο εάν ο Ερντογάν αντιμετωπίσει μια ήττα στις εκλογές και επιλέξει να μην αποδεχθεί το αποτέλεσμα. Μια τέτοια δραματική ενέργεια θα σήμαινε ριζική αλλαγή στο τουρκικό σύστημα. Στην πραγματικότητα, θα σήμαινε μετάβαση από την ημιδημοκρατία, από τον αυταρχισμό, σε μια ακραιφνή δικτατορία.

Αν ο Ερντογάν κερδίσει τις προεδρικές εκλογές, η κρίση δεν είναι αναστρέψιμη. Δεν μου αρέσει να κάνω εικασίες για αυτό το θέμα, αλλά πραγματικά πιστεύω ότι ο σημερινός εφιάλτης στην Τουρκία θα γίνει ακόμη πιο φριχτός. 

Από την άλλη πλευρά, αν εκλεγεί πρόεδρος ο υποψήφιος της αντιπολίτευσης, δεν θα είναι επίσης εύκολο για τη νέα κυβέρνηση να αντιστρέψει την τρέχουσα οικονομική κρίση, αν αναλογιστεί κανείς τα προβλήματα που έχουν συσσωρευτεί τα τελευταία χρόνια στην Τουρκία. Ιδιαίτερα υψηλός πληθωρισμός, αρνητικά αποθεματικά της κεντρικής τράπεζας, πολύ υψηλό έλλειμμα τρεχουσών συναλλαγών. Ζητήματα τόσο βαριά που καθιστούν εξαιρετικά δύσκολο να διορθωθούν γρήγορα και με σχετικά μέτριο κόστος. 

Βεβαίως, σε κάθε περίπτωση, το κύριο στοιχείο στο οποίο εύλογα θα επενδύσει μια νέα κυβέρνηση θα είναι η αποκατάσταση της εμπιστοσύνης.

Ζέρα Σελένκ, συγγραφέας και αρθρογράφος στο Gazete Duvar, ειδική στα ανθρώπινα δικαιώματα

Πού θα είναι σε ένα χρόνο Ερντογάν και Τουρκία;-7

Απειλή για τα δικαιώματα

Η αυξανόμενη καταπίεση, οι απαγορεύσεις και η τάση για βία διαμορφώνουν μια απογοητευτική εικόνα καθώς πλησιάζουμε στις εκλογές στην Τουρκία. Εάν ο Ερντογάν κερδίσει ξανά, θα είναι πολύ δύσκολο να σκεφτούμε ένα λαμπρό μέλλον σε ό,τι αφορά τα θεμελιώδη ανθρώπινα δικαιώματα και τα δικαιώματα των γυναικών. Τα πράγματα είναι χειρότερα για τις γυναίκες μετά την αποχώρηση της Τουρκίας από τη σύμβαση του Συμβουλίου της Ευρώπης για την πρόληψη και την καταπολέμηση της βίας κατά των γυναικών και της ενδοοικογενειακής βίας –επίσης γνωστή ως σύμβαση της Κωνσταντινούπολης– με προεδρικό διάταγμα στις 20 Μαρτίου 2021.

Δεν είναι τυχαίος ο αυξανόμενος αριθμός δολοφονιών και βίαιων πράξεων κατά των γυναικών, όπως και ο αυξανόμενος μισογυνιστικός λόγος σε όλους τους τομείς. Εξάλλου, αυξάνεται ραγδαία η ρητορική μίσους κατά των LGBTIQ+ ατόμων, η οποία συνδυάζεται με σχετικές απαγορεύσεις. Επιπλέον, σημειώνονται διαδοχικές ακυρώσεις συναυλιών –ειδικά εκείνων από γυναίκες τραγουδίστριες– χωρίς πειστικό λόγο ή επιχείρημα. Tα πράγματα θα γίνουν ακόμη χειρότερα αν η υπάρχουσα νοοτροπία κερδίσει ξανά.

Αν κερδίσει η αντιπολίτευση, θα είναι εξίσου σημαντικό τι είδους χαρακτήρα θα φέρει στην εξουσία. Διότι υπάρχει μια δεξιά (ακόμη και φασιστική, σύμφωνα με ορισμένους) ομάδα εντός της αντιπολίτευσης που στοχεύει να κερδίσει την εξουσία εκμεταλλευόμενη τις μιλιταριστικές και ρατσιστικές τάσεις στην τουρκική κοινωνία, μέσα σε ένα ασφυκτικό περιβάλλον εξαιρετικά υψηλού κόστους ζωής και ανεξέλεγκτης μετανάστευσης. Θέλω να πιστεύω ότι ένα πιο δημοκρατικό CHP, με επικεφαλής τον Κεμάλ Κιλιτσντάρογλου και με πλήρη υποστήριξη από μικρότερα κόμματα της αντιπολίτευσης, θα μπορούσε να προσφέρει μια μάλλον αισιόδοξη προοπτική για το μέλλον, σύμφωνα με τις διεθνείς νομικές τάσεις για τα δικαιώματα.

Μπασίκ Γκοκχάν, Πανεπιστήμιο Παλάτσκι της Τσεχίας, ειδικός στο Ισλάμ και στην Τουρκία

Πού θα είναι σε ένα χρόνο Ερντογάν και Τουρκία;-8

Μπορεί στην κάλπη να θυσιάσει ακόμη και τις σχέσεις με τη Δύση

Η οικονομία της Τουρκίας βρίσκεται σε πολύ κακή κατάσταση και ο Ερντογάν, λογικά, θα χάσει τις εκλογές. Ομως, δεν ξέρουμε πώς μπορεί να αντιδράσει ένας απολυταρχικός ηγέτης. Εξάλλου, όσο χειρότερα θα τα πηγαίνει η οικονομία, τόσο περισσότερο θα αξιοποιεί άλλα θέματα για να τραβήξει ψήφους.

Μεταξύ άλλων, είναι πιθανό να προκαλέσει κρίσεις στην εξωτερική πολιτική. Η περίπτωση της Ελλάδας συγκεντρώνει υψηλές πιθανότητες σε σχέση –για παράδειγμα– με τη Συρία, καθώς είναι θέμα που αγγίζει έντονα και τους κεμαλιστές ψηφοφόρους. Οι Τούρκοι πολίτες «τσιμπάνε» με το θέμα της ασφάλειας και ο Ερντογάν θέλει τον κόσμο να μιλάει για άλλα πράγματα, όχι για την οικονομία. Μια κρίση με την Ελλάδα θα ήταν κάτι μεγάλο, το οποίο θα αντιστάθμιζε τη βαρύτητα της οικονομικής κρίσης. Δεν υποστηρίζω ότι θα γίνει, αλλά εκτιμώ ότι αν ο Ερντογάν αποφασίσει να παίξει αυτό το παιχνίδι, τότε το μέτωπο με την Ελλάδα έχει υψηλές πιθανότητες. Και θεωρώ ότι προκειμένου να κερδίσει αυτές τις εκλογές, ο Ερντογάν είναι διατεθειμένος ακόμη και να θυσιάσει τις σχέσεις με τη Δύση. Είναι διατεθειμένος να ρισκάρει τα πάντα. Και αν συνεχίσει έτσι, θα καταλήξουμε με μαθηματική ακρίβεια το ανατολικό σύνορο της Δύσης να είναι η Ελλάδα. Το ερώτημα είναι κατά πόσο θα το πετύχει. Αυτό θα εξαρτηθεί και από την ικανότητα της αντιπολίτευσης να αντιδράσει, την οποία μέχρι στιγμής βλέπουμε αρκετά παθητική σε κάποια θέματα.

Μια άλλη παράμετρος είναι οι ψήφοι των Κούρδων, τις οποίες χρειάζεται όποιος θέλει να εκλεγεί. Λογικά, αυτές οι ψήφοι θα πάνε στην αντιπολίτευση. Θα πρέπει να δούμε όμως αν θα κάνει κάτι γι’ αυτό ο Ερντογάν. Τα σενάρια για το εκλογικό αποτέλεσμα διαφέρουν ανάλογα και με τον υποψήφιο που θα δούμε από την αντιπολίτευση. Το πρόβλημα είναι ότι και η αντιπολίτευση λαϊκίζει. Ολα αυτά τα χρόνια ο Ερντογάν έχει οδηγήσει τους πάντες στη δημαγωγία και στον εθνικισμό, τους έχει αναγκάσει με τη στάση του, με αποτέλεσμα η μάχη κατά του Ερντογάν να δουλεύει κατά έναν τρόπο προς όφελος της πολιτικής του.

Αν ο Ερντογάν χάσει τις εκλογές, είναι πιθανό να θέσει ζήτημα με τη διαδικασία, αλλά θεωρώ ότι θα μπορεί να το κάνει μόνο αν η διαφορά θα είναι μικρή. Αυτές οι εκλογές θα είναι ένα τεστ για την Τουρκία, αν θα παραμείνει σε δημοκρατική τροχιά. Το ερώτημα είναι ποιος θα «κατέβει» υποψήφιος από την αντιπολίτευση, η οποία απαρτίζεται από κόμματα με διαφορετικές ιδεολογίες. Ο Κιλιτσντάρογλου θέλει να είναι υποψήφιος, όμως δεν είναι απολύτως βέβαιο ότι μπορεί να κερδίσει τον Ερντογάν. Για κάθε σενάριο υποψηφιότητας από την αντιπολίτευση υπάρχει και διαφορετικό σενάριο για το εκλογικό αποτέλεσμα.

Αν εκλεγεί η αντιπολίτευση, σε σχέση με την Ελλάδα, συγκριτικά με τον Ερντογάν τα πράγματα θα είναι μόνο λίγο καλύτερα. Η εξωτερική πολιτική της Τουρκίας απέναντι στην Ελλάδα είναι θέμα στο οποίο πιστεύει και η τουρκική κοινωνία. Βλέπουμε και κεμαλιστές με ακραίες θέσεις κατά της Ελλάδας. Η διαφορά είναι ότι οι κεμαλιστές δεν θα χειραγωγήσουν τόσο την κοινή γνώμη σε αυτό το θέμα. Δομικά όμως δεν θα πρέπει να περιμένει κανείς μεγάλες αλλαγές. Τα ζητήματα με την Ελλάδα είναι εμμονή στην Τουρκία.

Πού θα είναι σε ένα χρόνο Ερντογάν και Τουρκία;-9
Σύμφωνα με τον Μπασίκ Γκοκχάν, ο Τούρκος πρόεδρος θα μπορούσε να προκαλέσει κρίσεις στην εξωτερική πολιτική, και η περίπτωση της Ελλάδας συγκεντρώνει υψηλές πιθανότητες, καθώς είναι θέμα που αγγίζει και τους κεμαλιστές ψηφοφόρους. Οι Τούρκοι πολίτες «τσιμπάνε» με το ζήτημα της ασφάλειας και ο Ερντογάν θέλει τον κόσμο να μιλάει για άλλα πράγματα, όχι για την οικονομία. Φωτ. A.P./Lefteris Pitarakis

Χένρι Μπάρκεϊ, Συμβούλιο Εξωτερικών Σχέσεων – CFR, ειδικός στα θέματα Μέσης Ανατολής

Πού θα είναι σε ένα χρόνο Ερντογάν και Τουρκία;-10

Οι τρεις πιθανοί αντίπαλοι

Ο Ερντογάν βρίσκεται υπό πίεση. Το πρόβλημα είναι ότι γνωρίζει καλά πώς να χειραγωγεί και έχει σίγουρα χαρτιά που δεν έχει παίξει ακόμη. Οι εκλογές δεν γνωρίζουμε πότε θα γίνουν στην πράξη. Μπορεί να ξυπνήσει αύριο το πρωί και να τις προκηρύξει.

Είναι βέβαιο ότι θα πολώσει κι άλλο το κλίμα, με σφοδρές επιθέσεις στην αντιπολίτευση. Οι εκλογές αυτές είναι υπαρξιακές για τον Ερντογάν, ο οποίος έχει βάλει κόσμο στη φυλακή και είναι αντιμέτωπος με υποθέσεις σκανδάλων.

Οι Τούρκοι θα ψηφίσουν με γνώμονα την οικονομία, η οποία συνιστά τον βασικό παράγοντα που θα κρίνει τις αποφάσεις του Ερντογάν – έχει σημασία αν θα πιστέψει ότι η οικονομία θα πάει καλύτερα ή χειρότερα.

Δεν μπορεί να αποκλείσει κανείς την πιθανότητα να αυξήσει την ένταση με την Ελλάδα ακόμη και για να αναβάλει τις εκλογές, σύμφωνα με κάποια σενάρια. Η ένταση με την Ελλάδα είναι σαφώς σχεδιασμένη για εσωτερική κατανάλωση, αλλά τα πράγματα μπορεί να τεθούν εκτός ελέγχου. Πάντα κάποιο περιστατικό μπορεί να πυροδοτήσει μια κρίση.

Η αντιπολίτευση βλέπουμε ότι σε γενικές γραμμές «αγοράζει» την εξωτερική πολιτική του Ερντογάν. Ομως, αν εκλεγεί, θα λάβει το μήνυμα ότι θα πρέπει να μειώσει την ένταση, αν θέλει να ελπίζει σε εξωτερική βοήθεια για την αντιμετώπιση της οικονομικής κρίσης. Θα χρειαστεί και η ίδια σταθερότητα στην περιοχή προκειμένου να επικεντρωθεί στην οικονομική ανασυγκρότηση. Ο ηγέτης του CHP Κιλιτσντάρογλου ίσως να μην είναι ο πιο ισχυρός υποψήφιος της αντιπολίτευσης. Ο δήμαρχος της Αγκυρας Γιαβάς μπορεί να αιφνιδιάσει τον Ερντογάν, ο οποίος δεν ξέρει τόσο καλά τα χαρτιά του. Ο δήμαρχος της Κωνσταντινούπολης Ιμάμογλου δεν είναι ακόμη έτοιμος.

Μεχμέτ Σαμάν, Πανεπιστήμιο Μεμόριαλ του Νιουφάουντλαντ στον Καναδά, ειδικός στην Τουρκία και στα ανθρώπινα δικαιώματα

Πού θα είναι σε ένα χρόνο Ερντογάν και Τουρκία;-11

Αθεράπευτα προβλήματα

Ερώτηση: Πώς θα είναι η Τουρκία σε ένα χρόνο από τώρα; Απάντηση: Δεν θα πρέπει να περιμένει κανείς ότι η Τουρκία θα είναι μια πολύ διαφορετική χώρα από αυτήν την οποία γνωρίζουμε σήμερα. Η Τουρκία θα συνεχίσει να είναι μια χώρα με ιδιαίτερα προβληματική δημοκρατία, η οποία στην πραγματικότητα δεν διαθέτει ουσιαστικό κράτος δικαίου. Μια χώρα η οποία δεν αναγνωρίζει τα δικαιώματα κυριαρχίας των γειτονικών χωρών της. Μια χώρα η οποία προκαλεί μια σειρά από βάσανα στον λαό της. Eνα από τα κύρια προβλήματα της Τουρκίας είναι η συγκρότηση ενός κράτους το οποίο επιβάλλει στους πολίτες του μια τουρκική υπεροχή. Επί της ουσίας, επιβάλλει μια εθνορατσιστική ταυτότητα. Τα θεμέλια αυτού του κράτους πηγαίνουν πολύ πίσω, καθώς βασίζονται στον οθωμανικό ιμπεριαλισμό και στις ρατσιστικές και επεκτατικές πολιτικές του Κόμματος «Eνωση και Πρόοδος».

Εξαιτίας αυτών των υφιστάμενων θεμελίων, που διαμορφώνουν διαχρονικά τον χαρακτήρα του τουρκικού κράτους, τα προβλήματα που αντιμετωπίζουμε σήμερα δεν είναι προβλήματα που μπορούν να θεραπευθούν από τη μια μέρα στην άλλη. Αντιθέτως, είναι δομικά προβλήματα και η θεραπεία τους θα απαιτήσει θεμελιώδεις μεταρρυθμίσεις, αν όχι αντικατάσταση της αρχιτεκτονικής του κράτους. Στην πραγματικότητα, θα πρέπει να ξαναγραφεί η επίσημη ιστορία της τουρκικής υπεροχής. Θα πρέπει να υποκατασταθεί από μιαν άλλη ιστορία, περιεκτική και ολοκληρωμένη.

Η Τουρκία θα πρέπει να είναι μια αποκεντρωμένη, ομοσπονδιακή, δημοκρατική και κοσμική δημοκρατία, η οποία θα δίνει έμφαση στην ταυτότητα της Ανατολίας, δηλαδή στη γεωγραφική της ταυτότητα.

Ρεαλιστικά, δεν βλέπω την πιθανότητα η Τουρκία τον επόμενο χρόνο να φέρει μαζί της μια πολιτική δύναμη που θα ανοίξει την πόρτα στις απαραίτητες αυτές αλλαγές τις οποίες μόλις περιέγραψα ως προϋποθέσεις για την ουσιαστική αλλαγή της χώρας.

Λεβέντ Κέκερ, νομικός, ειδικός στο τουρκικό δίκαιο

Πού θα είναι σε ένα χρόνο Ερντογάν και Τουρκία;-12

Ανάγκη για νέο σύνταγμα

Το άμεσο θέμα που αντιμετωπίζει η Τουρκία είναι οι εκλογές, οι οποίες είναι πολύ πιθανό να διεξαχθούν νωρίτερα – πιθανώς στο τέλος Απριλίου ή τον Μάιο. Η Τουρκία χρειάζεται μια αλλαγή, αυτό είναι σίγουρο. Μια αλλαγή σε άτομα και πολιτικά κόμματα στην εξουσία που θα ανανεώσει τις φιλοδοξίες της χώρας για ένα πιο δημοκρατικό μέλλον. Υπό αυτή την έννοια, εάν ο συνασπισμός της αντιπολίτευσης κερδίσει τις εκλογές, θα είναι καλύτερο από τη συνέχεια της ήδη 20χρονης εποχής Ερντογάν. Αυτό φαίνεται πολύ πιθανό, αν κοιτάξει κανείς τις τρέχουσες έρευνες κοινής γνώμης. Οπως και να έχει όμως –και αυτό είναι η μεγαλύτερη ανησυχία μου– εάν διατηρηθεί η στάση αποκλεισμού των LFA και HDP, μια στάση που συνδέεται με την αδυναμία επίλυσης του κουρδικού ζητήματος πάνω σε μια δημοκρατικά ανασυγκροτημένη πολιτική, τότε η Τουρκία δεν θα μπορέσει να σπάσει τις αλυσίδες του αυταρχισμού.

Τελικά, υπάρχει στέρεο έδαφος για να αισιοδοξεί κανείς; Η Δημοκρατία της Τουρκίας ήταν ιστορικά ένα κράτος βασισμένο στην ιδεολογία του τουρκικού εθνικισμού. Οποιαδήποτε λύση σε ζητήματα ταυτότητας στην τουρκική πολιτική απαιτεί την εξάλειψη της συγκεκριμένης κρατικής ιδεολογίας και αυτό απαιτεί σχεδόν μια επαναστατική αλλαγή στο σύνταγμα. Οσον αφορά τη σημερινή σύνθεση των πολιτικών δυνάμεων στην Τουρκία, φαίνεται εξαιρετικά δύσκολη βραχυπρόθεσμα. Οι επικείμενες εκλογές μπορεί να βοηθήσουν την τουρκική κοινωνία να συνειδητοποιήσει ότι το θεμελιώδες ζήτημα είναι να ξεπεραστεί το αδιέξοδο που σχηματίζεται από τον τουρκο-ισλαμικό εθνικισμό από τη μία και τον κοσμικό τουρκικό εθνικισμό από την άλλη. Ως εκ τούτου, σε ένα χρόνο από τώρα, νομίζω ότι στην καλύτερη περίπτωση η Τουρκία θα συζητά για το αν και πώς θα φτιάξει ένα νέο σύνταγμα.

Καθημερινή

Ο Σταύρος Καλεντερίδης, ξεκίνησε τις σπουδές του στην Αθήνα, σπουδάζοντας Πολιτική Επιστήμη στο Εθνικό Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών. Έπειτα από τέσσερα χρόνια συμμετοχής στα φοιτητικά όργανα συνδιοίκησης της σχολής του και σε διάφορες οργανώσεις νέων, αποφάσισε να συνεχίσει τις σπουδές του στο εξωτερικό. Στη Βοστόνη των Η.Π.Α. ολοκλήρωσε δύο μεταπτυχιακά προγράμματα, στις Διεθνείς Σχέσεις (Αμερικανική εξωτερική πολιτική) και στην Επικοινωνία (Πολιτική Επικοινωνία), ενώ παράλληλα εργάστηκε στο Ελληνικό Προξενείο της Βοστόνης, στη σχολή του ως βοηθός έρευνας και σε δύο πολιτικές καμπάνιες Αμερικανών πολιτικών (Δημοκρατικών – Ρεπουμπλικάνων). Μετά από τρία χρόνια στις Η.Π.Α., άκουσε το κάλεσμα της πατρίδας του και επέστρεψε πίσω με μεγάλο πόθο για προσφορά στην Ελλάδα. Υπήρξε ιδρυτικό μέλος δύο κοινωφελών οργανισμών, του δέλτα – πολιτική επανάσταση (πολιτικός οργανισμός) και της Λεοντίδας (ίδρυμα προώθησης θεμάτων ιστορίας, πολιτισμού και δημοκρατίας). Σήμερα ζει και εργάζεται στην Αθήνα, ασχολείται με διάφορα εγχειρήματα πολιτικής διπλωματίας και δημοκρατίας, γράφει πολιτικά άρθρα, σχολιάζει την επικαιρότητα και συνεχίζει την προσωπική του μελέτη στην ιστορία και την πολιτική φιλοσοφία.

Συνέχεια ανάγνωσης

Αναλύσεις

Η Κίνα βρίσκει δρόμο που παρακάμπτει το Πακιστάν – Ο διάδρομος Ουαχάν αλλάζει τις γεωπολιτικές ισορροπίες

Μία νέα οδική αρτηρία μήκους 121 χιλιομέτρων στο βορειοανατολικό Αφγανιστάν δημιουργεί τις προϋποθέσεις για απευθείας χερσαία σύνδεση με την Κίνα, χωρίς διέλευση από το Πακιστάν. Η ολοκλήρωση του δρόμου στον ιστορικό διάδρομο Ουαχάν αποκτά ιδιαίτερη γεωπολιτική σημασία, καθώς το Πεκίνο αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα ασφαλείας με τις επενδύσεις του στο Πακιστάν, ενώ η Καμπούλ επιδιώκει να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Μία σημαντική εξέλιξη στις χερσαίες μεταφορές και στις γεωπολιτικές ισορροπίες της Κεντρικής Ασίας καταγράφεται στο Αφγανιστάν, με την ολοκλήρωση νέου δρόμου στον στρατηγικής σημασίας διάδρομο Ουαχάν.

Σύμφωνα με ανάλυση του Imran Khurshid που δημοσιεύθηκε στις 9 Οκτωβρίου 2026 στο Asia Times, οι αφγανικές αρχές εγκαινίασαν οδική διαδρομή 121 χιλιομέτρων, η οποία εκτείνεται από την περιοχή Μπρογκίλ έως τα σύνορα με την Κίνα, στην επαρχία Μπανταχσάν.

Το έργο κόστισε περίπου 365 εκατομμύρια αφγάνι, ποσό που αντιστοιχεί σε περίπου 5,5 εκατομμύρια δολάρια.

Κατά τις αφγανικές ανακοινώσεις, κατασκευάστηκε από ντόπιους μηχανικούς και εργαζομένους, χωρίς τη συμμετοχή ξένων τεχνικών συμβούλων.

Η νέα διαδρομή φθάνει στα σινοαφγανικά σύνορα. Αυτό, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι λειτουργεί ήδη πλήρης διεθνής εμπορευματικός διάδρομος, καθώς εξακολουθούν να υπάρχουν σημαντικοί τεχνικοί και συνοριακοί περιορισμοί.

Γιατί ο διάδρομος Ουαχάν έχει στρατηγική σημασία

Ο διάδρομος Ουαχάν αποτελεί μια στενή λωρίδα αφγανικού εδάφους ανάμεσα στο Τατζικιστάν, το Πακιστάν και την Κίνα.

Η γεωγραφική του διαμόρφωση συνδέεται με τον ανταγωνισμό της Βρετανικής και της Ρωσικής Αυτοκρατορίας κατά τον 19ο αιώνα.

Η περιοχή διατηρήθηκε ως ζώνη διαχωρισμού των δύο αυτοκρατορικών σφαιρών επιρροής, αποτελώντας ένα από τα χαρακτηριστικότερα γεωγραφικά κατάλοιπα του λεγόμενου «Μεγάλου Παιχνιδιού».

Σήμερα, η ίδια περιοχή αποκτά νέα σημασία, αυτή τη φορά λόγω της προσπάθειας σύνδεσης της Κίνας με το Αφγανιστάν και ευρύτερα με την Κεντρική Ασία.

Ο δρόμος ανοίγει τη δυνατότητα δημιουργίας μιας εναλλακτικής οδού μεταφορών, περιορίζοντας δυνητικά την ανάγκη διέλευσης από το πακιστανικό έδαφος.

Το πρόβλημα της Κίνας με τον οικονομικό διάδρομο CPEC

Το ενδιαφέρον της εξέλιξης εντοπίζεται κυρίως στην προσπάθεια του Πεκίνου να περιορίσει την εξάρτησή του από ευάλωτες υποδομές.

Ο Οικονομικός Διάδρομος Κίνας–Πακιστάν, γνωστός ως CPEC, αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα προγράμματα της κινεζικής πρωτοβουλίας Belt and Road.

Μέσω του συγκεκριμένου σχεδίου, η Κίνα επιχειρεί να ενισχύσει τις εμπορικές και ενεργειακές συνδέσεις της με τη Νότια Ασία και την Αραβική Θάλασσα.

Ωστόσο, η υλοποίηση των έργων έχει αντιμετωπίσει σοβαρές δυσκολίες.

Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, οργανώσεις αυτονομιστών έχουν πραγματοποιήσει επανειλημμένες επιθέσεις εναντίον κινεζικών συμφερόντων, εγκαταστάσεων και εργαζομένων.

Οι επιθέσεις αυτές έχουν επιβαρύνει την ασφάλεια των υποδομών και έχουν αυξήσει το κόστος προστασίας των κινεζικών επενδύσεων.

Παράλληλα, έχουν διατυπωθεί καταγγελίες για καθυστερήσεις, κακοδιαχείριση και προβλήματα διαφάνειας σε επιμέρους προγράμματα του CPEC.

Η εδαφική διαμάχη με την Ινδία

Μια επιπλέον γεωπολιτική δυσκολία συνδέεται με τη διέλευση του CPEC από το Γκιλγκίτ–Μπαλτιστάν.

Η περιοχή διοικείται από το Πακιστάν, αλλά διεκδικείται από την Ινδία, στο πλαίσιο της ευρύτερης διαμάχης για το Κασμίρ.

Το Νέο Δελχί έχει αντιταχθεί επανειλημμένα σε έργα που διέρχονται από εδάφη τα οποία θεωρεί τμήμα της δικής του επικράτειας.

Αυτό σημαίνει ότι ο οικονομικός διάδρομος Κίνας–Πακιστάν δεν αποτελεί μόνο αναπτυξιακό πρόγραμμα, αλλά συνδέεται με μία από τις πιο ευαίσθητες εδαφικές αντιπαραθέσεις της Ασίας.

Η δημιουργία εναλλακτικών διαδρομών μέσω του Αφγανιστάν θα μπορούσε μακροπρόθεσμα να προσφέρει στο Πεκίνο μεγαλύτερη ευελιξία.

Δεν υπάρχει, πάντως, ένδειξη ότι ο δρόμος του Ουαχάν μπορεί σήμερα να αντικαταστήσει τις μεγάλες μεταφορικές υποδομές του CPEC.

Η Καμπούλ επιχειρεί να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ

Για την κυβέρνηση των Ταλιμπάν, το έργο έχει και μία σαφή πολιτική διάσταση.

Το Αφγανιστάν εξαρτάται σε σημαντικό βαθμό από συνοριακές διαβάσεις και μεταφορικούς άξονες που περνούν από το Πακιστάν.

Οι επανειλημμένες εντάσεις ανάμεσα στις δύο χώρες έχουν προκαλέσει κλείσιμο συνοριακών περασμάτων, διακοπές εμπορικών ροών και επιβάρυνση της αφγανικής οικονομίας.

Μια εναλλακτική χερσαία διέξοδος προς την Κίνα θα μπορούσε, εφόσον αναπτυχθεί και καταστεί λειτουργική, να μειώσει τη δυνατότητα του Πακιστάν να χρησιμοποιεί τη γεωγραφική του θέση ως μέσο πίεσης προς την Καμπούλ.

Η αφγανική πλευρά αντιμετωπίζει το έργο ως σημαντική υποδομή οικονομικής και στρατηγικής αυτονομίας.

Η στάση της Κίνας και της Ρωσίας

Παρά την προοπτική άμεσης σύνδεσης, το Πεκίνο δεν έχει εγκαταλείψει τον οικονομικό διάδρομο CPEC ούτε έχει ανακοινώσει ότι ο Ουαχάν θα τον αντικαταστήσει.

Η Κίνα εξακολουθεί να διατηρεί σημαντικά οικονομικά και στρατηγικά συμφέροντα στο Πακιστάν.

Αντίστοιχα, η Ρωσία ενδιαφέρεται για τη σταθερότητα του Αφγανιστάν και για την ανάπτυξη νέων δικτύων επικοινωνίας στην Κεντρική Ασία.

Η δημιουργία περισσότερων επιλογών διασύνδεσης ενδέχεται να περιορίσει την αποκλειστική σημασία ορισμένων παραδοσιακών μεταφορικών διαδρομών.

Η πραγματική αξία του Ουαχάν θα εξαρτηθεί από τη βελτίωση των οδικών υποδομών, τη λειτουργία συνοριακών και τελωνειακών εγκαταστάσεων, τις καιρικές συνθήκες και τις πολιτικές αποφάσεις της Κίνας.

Το μήνυμα προς το Πακιστάν

Η νέα διαδρομή αναδεικνύει μια σημαντική γεωπολιτική πραγματικότητα: η γεωγραφική θέση ενός κράτους προσφέρει στρατηγικά πλεονεκτήματα, αλλά η αξιοποίησή τους εξαρτάται από την ασφάλεια και την αξιοπιστία των μεταφορικών του δικτύων.

Το Πακιστάν εξακολουθεί να αποτελεί κρίσιμο εταίρο της Κίνας, ιδιαίτερα στο πλαίσιο του CPEC.

Ταυτόχρονα, όμως, η αστάθεια, οι επιθέσεις σε κινεζικά συμφέροντα και οι αντιπαραθέσεις με το Αφγανιστάν δημιουργούν κίνητρα αναζήτησης εναλλακτικών επιλογών.

Ο διάδρομος Ουαχάν δεν έχει ακόμη μετατραπεί σε μεγάλο εμπορικό πέρασμα. Η κατασκευή του δρόμου, ωστόσο, καταδεικνύει ότι το Αφγανιστάν επιχειρεί να αποκτήσει πρόσθετες διεθνείς συνδέσεις και ότι η αποκλειστική εξάρτηση από το Πακιστάν δεν αποτελεί πλέον τη μοναδική γεωγραφική επιλογή.

Για το Ισλαμαμπάντ, η εξέλιξη αποτελεί μια νέα στρατηγική παράμετρο που θα πρέπει να συνυπολογίσει στις σχέσεις του με το Πεκίνο και την Καμπούλ.

Συνέχεια ανάγνωσης

Διεθνή

Γερμανία: Το ρωσικό φυσικό αέριο επιστρέφει έμμεσα μέσω των λιπασμάτων, παρά τους ευρωπαϊκούς δασμούς

Δημοσιεύτηκε

στις

Οι εισαγωγές ρωσικών αζωτούχων λιπασμάτων μειώθηκαν κατά 66% το 2025-2026, αλλά παραμένουν 53% υψηλότερες από τα επίπεδα πριν από τον πόλεμο στην Ουκρανία.

Το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία διατηρεί ανταγωνιστικά τα ρωσικά προϊόντα, σύμφωνα με στοιχεία που δημοσίευσε η Berliner Zeitung. Η Γερμανία εξακολουθεί να συνδέεται εμπορικά με το ρωσικό φυσικό αέριο, παρά τις ευρωπαϊκές προσπάθειες περιορισμού της ενεργειακής εξάρτησης από τη Μόσχα.

Αυτή τη φορά, η σύνδεση δεν αφορά αποκλειστικά την άμεση προμήθεια φυσικού αερίου, αλλά τις εισαγωγές λιπασμάτων που παράγονται με τη χρήση ρωσικού αερίου ως πρώτης ύλης και πηγής ενέργειας. Σύμφωνα με δημοσίευμα της γερμανικής εφημερίδας, που βασίζεται σε στοιχεία του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου και του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι εισαγωγές αζώτου μέσω ρωσικών λιπασμάτων μειώθηκαν σημαντικά κατά το 2025-2026. Ωστόσο, εξακολουθούν να βρίσκονται πάνω από τα επίπεδα που καταγράφονταν πριν από τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία.

Τα στοιχεία των εισαγωγών και η σύγκριση με την προπολεμική περίοδο

Το 2025-2026, η Γερμανία εισήγαγε 48.800 τόνους αζώτου μέσω λιπασμάτων ρωσικής προέλευσης. Η ποσότητα αυτή είναι μειωμένη κατά περίπου 66% σε σύγκριση με το προηγούμενο έτος, αλλά παραμένει κατά 53% υψηλότερη από τους 31.800 τόνους που είχαν καταγραφεί το 2020-2021, πριν από τον πόλεμο.

Η εξέλιξη των εισαγωγών δείχνει πόσο έντονη ήταν η αύξηση μετά το 2022. Το 2021-2022 οι εισαγωγές έφτασαν τους 56.800 τόνους αζώτου, ενώ το 2022-2023 εκτοξεύθηκαν στους 185.100 τόνους. Στη συνέχεια καταγράφηκαν 140.200 τόνοι το 2023-2024 και 143.800 τόνοι το 2024-2025, προτού σημειωθεί η μεγάλη υποχώρηση της τελευταίας περιόδου. Τα στοιχεία αφορούν την ποσότητα του αζώτου που περιέχεται στα εισαγόμενα λιπάσματα και όχι το συνολικό βάρος των προϊόντων.

Τα λιπασματικά έτη υπολογίζονται από τον Ιούλιο έως τον Ιούνιο. Η ποσότητα αζώτου που εισήχθη στη Γερμανία μέσω ρωσικής ουρίας μειώθηκε από 71.600 τόνους σε 27.600 τόνους, καταγράφοντας πτώση άνω του 61%. Παρά τη μείωση, η ποσότητα εξακολουθεί να είναι σχεδόν τριπλάσια από τους 9.900 τόνους του 2020-2021. Η συγκεκριμένη εξέλιξη αναδεικνύει το βασικό πρόβλημα της ευρωπαϊκής πολιτικής περιορισμού των εμπορικών δεσμών με τη Ρωσία. Ακόμη και όταν περιορίζονται οι εισαγωγές συγκεκριμένων προϊόντων, οι οικονομικές σχέσεις μπορούν να διατηρούνται μέσω άλλων κατηγοριών αγαθών, ιδιαίτερα όταν αυτά έχουν χαμηλότερο κόστος παραγωγής.

Γιατί οι ρωσικές εισαγωγές παραμένουν ανταγωνιστικές

Καθοριστικός παράγοντας είναι το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία και στην υπόλοιπη Ευρώπη. Η παραγωγή αζωτούχων λιπασμάτων απαιτεί μεγάλες ποσότητες φυσικού αερίου, το οποίο χρησιμοποιείται τόσο ως πρώτη ύλη όσο και ως πηγή ενέργειας. Σύμφωνα με τον Σύνδεσμο Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι ευρωπαϊκοί δασμοί, που τέθηκαν σε ισχύ τον Ιούλιο του 2025, περιόρισαν σημαντικά τις εισαγωγές ρωσικών λιπασμάτων. Ωστόσο, δεν εξάλειψαν το ανταγωνιστικό πλεονέκτημα των ρωσικών προϊόντων. Ο σύνδεσμος επισημαίνει ότι οι υψηλές τιμές ενέργειας δυσκολεύουν τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις να αυξήσουν την εγχώρια παραγωγή και να καλύψουν μεγαλύτερο μέρος των αναγκών της αγοράς. Ως αποτέλεσμα, τα ρωσικά λιπάσματα εξακολουθούν να παραμένουν ελκυστικά, ακόμη και μετά την επιβολή πρόσθετων δασμών.

Παράλληλα, σύμφωνα με τον IVA, είναι πιθανό ορισμένες ποσότητες ρωσικών προϊόντων να φτάνουν στη γερμανική αγορά μέσω άλλων κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το μέγεθος αυτών των έμμεσων εισαγωγών, ωστόσο, δεν μπορεί να προσδιοριστεί με ακρίβεια από τα διαθέσιμα στοιχεία.

Δεν αποδίδονται οι αυξήσεις των τιμών αποκλειστικά στους δασμούς

Το ζήτημα έχει άμεση σημασία για τους Γερμανούς αγρότες, καθώς το κόστος των λιπασμάτων επηρεάζει την παραγωγή και, τελικά, την οικονομική βιωσιμότητα των καλλιεργειών. Ο IVA υποστηρίζει ότι η μείωση των ρωσικών εισαγωγών δεν έχει προκαλέσει μέχρι στιγμής σαφή αύξηση των τιμών εξαιτίας των δασμών. Σύμφωνα με τον σύνδεσμο, η εγχώρια παραγωγική δυναμικότητα και οι εισαγωγές από άλλες χώρες, μεταξύ των οποίων η Αίγυπτος, επαρκούν για την κάλυψη των αναγκών της αγοράς. Την ίδια στιγμή, ο σύνδεσμος αποδίδει τις υψηλές τιμές των λιπασμάτων το 2026 στις διεθνείς ενεργειακές αναταράξεις, στον πόλεμο με το Ιράν και στην κρίση γύρω από τα Στενά του Ορμούζ, παράγοντες που επηρεάζουν το κόστος μεταφοράς και τις παγκόσμιες τιμές ενέργειας και λιπασμάτων.

Οι εκτιμήσεις αυτές αποτελούν τις θέσεις του κλαδικού συνδέσμου και δεν συνιστούν από μόνες τους ανεξάρτητη αξιολόγηση όλων των παραγόντων που διαμορφώνουν τις τιμές.

Νέες πιέσεις για περιορισμό των ρωσικών εισαγωγών

Με αφορμή τα στοιχεία, ο IVA ζητά να εξεταστεί η επιβολή πρόσθετων δασμών στις εισαγωγές καλιούχων λιπασμάτων από τη Ρωσία και τη Λευκορωσία. Το κάλιο αποτελεί βασικό θρεπτικό στοιχείο για τις καλλιέργειες και αντιπροσωπεύει μια ακόμη κατηγορία προϊόντων στην οποία η ευρωπαϊκή αγορά διατηρεί εμπορικές σχέσεις με τις δύο χώρες.

Ο σύνδεσμος εκτιμά ότι η ευρωπαϊκή βιομηχανία μπορεί να καλύψει τις ανάγκες της γεωργίας χωρίς να εξαρτάται από τις συγκεκριμένες εισαγωγές και υποστηρίζει ότι πρόσθετοι δασμοί δεν θα πρέπει να οδηγήσουν αναγκαστικά σε αυξήσεις τιμών. Η συζήτηση, ωστόσο, αποτυπώνει το ευρύτερο δίλημμα της ευρωπαϊκής οικονομικής πολιτικής. Η μείωση της εξάρτησης από τη Ρωσία απαιτεί όχι μόνο εμπορικούς περιορισμούς, αλλά και ανταγωνιστική εγχώρια παραγωγή, προσιτό ενεργειακό κόστος και εναλλακτικές πηγές προμήθειας.

Τα δεδομένα της γερμανικής αγοράς δείχνουν ότι οι δασμοί μπορούν να περιορίσουν σημαντικά τις εισαγωγές, χωρίς όμως να εξαλείψουν αυτομάτως τις οικονομικές σχέσεις που στηρίζονται σε διαφορές κόστους παραγωγής. Για τη Γερμανία και την Ευρωπαϊκή Ένωση, η πρόκληση παραμένει η εξισορρόπηση τριών στόχων: της ενεργειακής και οικονομικής ασφάλειας, της στήριξης της εγχώριας βιομηχανίας και της διατήρησης προσιτού κόστους για τον αγροτικό τομέα.

Με πληροφορίες του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA) και του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου.

Συνέχεια ανάγνωσης

Αναλύσεις

Πακιστάν: Μειώθηκαν οι τρομοκρατικές επιθέσεις, αλλά αυξάνονται οι απειλές – Αντάρτικες οργανώσεις αναπτύσσουν νέες τακτικές και στρατολογούν γυναίκες

Η νέα έκθεση του Pakistan Institute for Conflict and Security Studies (PICSS) αποκαλύπτει ένα αντιφατικό περιβάλλον ασφαλείας: Λιγότερες επιθέσεις και θύματα, αλλά αναδιοργάνωση ένοπλων ομάδων, χρήση drones, εσωτερικές συγκρούσεις και αυξανόμενη αστάθεια στο Μπαλουχιστάν. Η πολιτική κρίση επιβαρύνει την προσπάθεια αντιμετώπισης της τρομοκρατίας.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Μια εξαιρετικά σύνθετη εικόνα για την ασφάλεια στο Πακιστάν αποτυπώνει η νέα εβδομαδιαία ανάλυση του Pakistan Institute for Conflict and Security Studies (PICSS), η οποία δημοσιεύθηκε στις 10 Οκτωβρίου 2026. Παρά τη μείωση των επιθέσεων από ένοπλες οργανώσεις κατά την πρώτη εβδομάδα του μήνα, οι εξελίξεις στο εσωτερικό των εξτρεμιστικών και αυτονομιστικών ομάδων δημιουργούν σοβαρά ερωτήματα για την πραγματική αποτελεσματικότητα των επιχειρήσεων ασφαλείας.

Η έκθεση με τίτλο «Pakistan’s Security Paradox: Militant Attacks Decline as Militant Groups Signal New Developments» καταγράφει υποχώρηση των επιθέσεων, αλλά παράλληλα εντοπίζει ενδείξεις οργανωτικής αναδιάρθρωσης, νέων επιχειρησιακών μεθόδων και εντατικοποίησης της προπαγανδιστικής δραστηριότητας.

Μείωση 18% στις επιθέσεις – Παραμένει σοβαρή η απειλή

Σύμφωνα με το PICSS, από τις 2 έως τις 8 Οκτωβρίου καταγράφηκαν συνολικά 46 επιθέσεις ενόπλων οργανώσεων στο Πακιστάν, έναντι 56 την αμέσως προηγούμενη εβδομάδα.

Η μείωση ανέρχεται στο 18%, ενώ αισθητή είναι και η υποχώρηση του αριθμού των θυμάτων.

Οι νεκροί μειώθηκαν από 52 σε 42 και οι τραυματίες από 53 σε 23.

Ωστόσο, η εικόνα δεν είναι ομοιόμορφη σε ολόκληρη τη χώρα.

Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, όπου δραστηριοποιούνται ιδιαίτερα ενεργές αυτονομιστικές οργανώσεις, οι απώλειες αυξήθηκαν παρά τη μείωση του αριθμού των επιθέσεων.

Το στοιχείο αυτό δημιουργεί προβληματισμό για το κατά πόσον οι ένοπλες ομάδες μεταβάλλουν τις τακτικές τους, πραγματοποιώντας λιγότερες αλλά δυνητικά πιο φονικές επιχειρήσεις.

Οι Πακιστανοί Ταλιμπάν αλλάζουν τακτική – Drones και ελεύθεροι σκοπευτές

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν οι εξελίξεις στο εσωτερικό της Tehrik-i-Taliban Pakistan (TTP), της οργάνωσης που είναι γνωστή ως Πακιστανοί Ταλιμπάν.

Σύμφωνα με την ανάλυση, η TTP επέβαλε περιορισμούς στη χρήση των μέσων κοινωνικής δικτύωσης από τα μέλη της.

Η συγκεκριμένη απόφαση αποκτά σημασία σε μια περίοδο κατά την οποία οι ένοπλες οργανώσεις χρησιμοποιούν τις ψηφιακές πλατφόρμες τόσο για προπαγάνδα όσο και για την προβολή των επιχειρησιακών τους δυνατοτήτων.

Την ίδια στιγμή, η TTP δημοσιοποίησε οπτικό υλικό στο οποίο υποστηρίζει ότι καταγράφονται επιθέσεις με τετρακόπτερα μη επανδρωμένα αεροσκάφη και ενέργειες ελεύθερων σκοπευτών.

Οι ισχυρισμοί αυτοί δεν συνιστούν ανεξάρτητη επιβεβαίωση της αποτελεσματικότητας ή της έκτασης χρήσης των συγκεκριμένων μέσων.

Παρ’ όλα αυτά, η προβολή τέτοιων επιχειρήσεων εντάσσεται σε μια ευρύτερη προσπάθεια των οργανώσεων να παρουσιάσουν εικόνα τεχνολογικής προσαρμογής και να ενισχύσουν την επιρροή τους.

Εσωτερικές συγκρούσεις στις ένοπλες οργανώσεις

Την ίδια περίοδο, η Jamaat-ul-Ahrar, οργάνωση που έχει συνδεθεί με το δίκτυο των Πακιστανών Ταλιμπάν, ανακοίνωσε ότι πραγματοποίησε 122 επιθέσεις κατά τη διάρκεια του Σεπτεμβρίου.

Πρόκειται για αριθμό που προέρχεται από τους ισχυρισμούς της ίδιας της οργάνωσης και δεν πρέπει να συγχέεται με τα ανεξάρτητα καταγεγραμμένα περιστατικά του PICSS.

Παράλληλα, αναφέρθηκαν αιματηρές συγκρούσεις ανάμεσα σε μαχητές της Jamaat-ul-Ahrar και αντίπαλης φράξιας της TTP στην περιοχή Ορακζάι.

Οι πληροφορίες αυτές αναδεικνύουν ένα επιπλέον πρόβλημα για την ασφάλεια του Πακιστάν: τον κατακερματισμό του περιβάλλοντος των ενόπλων οργανώσεων.

Οι εσωτερικές συγκρούσεις ενδέχεται να αποδυναμώνουν προσωρινά ορισμένα δίκτυα, αλλά μπορούν επίσης να προκαλέσουν νέες αντιπαραθέσεις, ανακατατάξεις και αποσχίσεις.

Μπαλουχιστάν: Ένοπλη γυναικεία μονάδα και κλιμάκωση της προπαγάνδας

Σημαντικές εξελίξεις καταγράφονται και στο Μπαλουχιστάν, την επαρχία του νοτιοδυτικού Πακιστάν που συνορεύει με το Ιράν και το Αφγανιστάν και έχει στρατηγική σημασία λόγω των φυσικών πόρων και της πρόσβασής της στην Αραβική Θάλασσα.

Το Balochistan Liberation Front (BLF), μία από τις οργανώσεις που επιδιώκουν την ανεξαρτησία του Μπαλουχιστάν, δημοσιοποίησε υλικό για τη συγκρότηση νέου γυναικείου ένοπλου σχηματισμού.

Η συγκεκριμένη κίνηση προβάλλεται από την οργάνωση ως οργανωτική εξέλιξη. Δεν υπάρχουν, ωστόσο, επαρκή ανεξάρτητα στοιχεία στο δημόσιο απόσπασμα της έκθεσης για τον αριθμό των μελών ή τις πραγματικές επιχειρησιακές δυνατότητες της νέας μονάδας.

Παράλληλα, ο Balochistan Liberation Army (BLA), άλλη σημαντική αυτονομιστική ένοπλη οργάνωση, απέρριψε κατηγορίες περί συνεργασίας με την TTP.

Ο BLA δημοσιοποίησε επίσης οπτικό υλικό από επιχειρήσεις που ισχυρίζεται ότι πραγματοποίησαν μέλη του.

Άλλες οργανώσεις των Μπαλούχων προχώρησαν σε ανάλογες κινήσεις, προβάλλοντας τη δράση τους και διατυπώνοντας ισχυρισμούς για δραστηριότητες συλλογής πληροφοριών.

Οι εξελίξεις καταδεικνύουν ότι η σύγκρουση στο Μπαλουχιστάν δεν περιορίζεται στις ένοπλες επιθέσεις, αλλά περιλαμβάνει και έναν παράλληλο αγώνα επιρροής, επικοινωνίας και πολιτικής νομιμοποίησης.

Πολιτική κρίση και αντιτρομοκρατία

Πέρα από την ένοπλη βία, η έκθεση του PICSS επισημαίνει ότι η εσωτερική πολιτική αστάθεια δυσχεραίνει τη διαμόρφωση αποτελεσματικής πολιτικής ασφαλείας.

Η κατάρρευση των διαπραγματεύσεων μεταξύ της κυβέρνησης και του Pakistan Tehreek-e-Insaf (PTI), του κόμματος που ίδρυσε ο πρώην πρωθυπουργός Ιμράν Χαν, περιπλέκει τις προσπάθειες συντονισμού στην επαρχία Χάιμπερ Παχτούνχβα.

Η περιοχή αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα μέτωπα της δράσης των Πακιστανών Ταλιμπάν, λόγω της εγγύτητάς της με το Αφγανιστάν και της μακρόχρονης παρουσίας ένοπλων δικτύων.

Οι πολιτικές αντιπαραθέσεις μεταξύ κεντρικής κυβέρνησης και αντιπολίτευσης μπορούν να δυσχεράνουν τον συντονισμό, τη διοικητική συνεργασία και τη διαμόρφωση κοινής στρατηγικής για την αντιμετώπιση της τρομοκρατίας.

Το πρόβλημα αποκτά ιδιαίτερη σημασία όταν συνδυάζεται με την ανάγκη προστασίας παραμεθόριων περιοχών και αντιμετώπισης οργανώσεων με διασυνοριακές διασυνδέσεις.

Αφγανιστάν, Ινδία και περιφερειακές αμυντικές συμφωνίες

Οι προκλήσεις που αντιμετωπίζει το Ισλαμαμπάντ δεν περιορίζονται στο εσωτερικό της χώρας.

Οι σχέσεις με το Αφγανιστάν παραμένουν κρίσιμος παράγοντας ασφαλείας, καθώς το Πακιστάν αποδίδει σε ένοπλα δίκτυα που δρουν από αφγανικό έδαφος σημαντικό μέρος των επιθέσεων εναντίον του.

Την ίδια στιγμή, η αντιπαράθεση με την Ινδία εξακολουθεί να επηρεάζει τον στρατηγικό σχεδιασμό των πακιστανικών ενόπλων δυνάμεων.

Στο περιφερειακό περιβάλλον προστίθενται οι νέες αμυντικές διευθετήσεις και οι προσπάθειες του Πακιστάν να διατηρήσει ή να ενισχύσει τις στρατηγικές του συνεργασίες.

Η συνύπαρξη εσωτερικών απειλών, πολιτικής αβεβαιότητας και εξωτερικών δεσμεύσεων δημιουργεί αυξημένες απαιτήσεις για τον στρατιωτικό μηχανισμό και τις υπηρεσίες ασφαλείας.

Οι αριθμοί δεν λένε ολόκληρη την ιστορία

Η εβδομαδιαία έκθεση του PICSS θέτει ένα ουσιαστικό ερώτημα: αποτελεί η μείωση των τρομοκρατικών επιθέσεων ένδειξη βελτίωσης της ασφάλειας ή πρόκειται για προσωρινή υποχώρηση της βίας, ενώ οι οργανώσεις αναπροσαρμόζουν τις τακτικές και τις δομές τους;

Η απάντηση δεν μπορεί να προκύψει αποκλειστικά από την καταμέτρηση των επιθέσεων.

Η χρήση νέων επιχειρησιακών μέσων, οι εσωτερικές διαμάχες, η συγκρότηση νέων ένοπλων σχηματισμών και η αυξημένη προπαγανδιστική δραστηριότητα συνθέτουν μια εικόνα που απαιτεί διαρκή παρακολούθηση.

Άλλωστε, τα στοιχεία του PICSS για ολόκληρο τον Σεπτέμβριο είχαν καταγράψει 225 επιθέσεις, τον υψηλότερο μηνιαίο αριθμό εδώ και δώδεκα χρόνια, γεγονός που αναδεικνύει τη σοβαρότητα της κατάστασης παρά την πρόσφατη εβδομαδιαία υποχώρηση.

Το Πακιστάν βρίσκεται αντιμέτωπο με μια πολυεπίπεδη κρίση ασφαλείας, στην οποία αλληλεπιδρούν τζιχαντιστικές οργανώσεις, αυτονομιστικά κινήματα, πολιτικές αντιπαραθέσεις και περιφερειακοί ανταγωνισμοί.

Η μείωση της συχνότητας των επιθέσεων αποτελεί θετική ένδειξη σε επίπεδο εβδομαδιαίων στατιστικών. Δεν αρκεί, όμως, από μόνη της για να αποδείξει ότι οι απειλές περιορίζονται σε βάθος χρόνου.

Το κρίσιμο ζήτημα για το Ισλαμαμπάντ δεν είναι μόνο πόσες επιθέσεις καταγράφονται, αλλά κατά πόσον το κράτος μπορεί να αντιμετωπίσει τις οργανώσεις που εξακολουθούν να διαθέτουν δυνατότητα στρατολόγησης, προσαρμογής και πραγματοποίησης νέων επιχειρήσεων.

Συνέχεια ανάγνωσης

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ

GEOPOLITICO24 λεπτά πριν

Η Ελένη, ο Σεφέρης και….το Καλώδιον

Συνάντηση με τον Γερμανό υπουργό Άμυνας Μπόρις Πιστόριους πραγματοποιεί σήμερα, Τετάρτη 14 Οκτωβρίου, στο Πεδίο Βολής Κρήτης ο Νίκος Δένδιας,...

GEOPOLITICO1 ώρα πριν

Ενεργειακή σύγκρουση στην Ανατολική Μεσόγειο – Στο επίκεντρο Ελλάδα, Τουρκία και GSI

Στη νέα εκπομπή «Direct News», ο Ανδρέας Μουντζουρούλιας αναλύει το παρασκήνιο γύρω από τον Κάθετο Διάδρομο και το Great Sea...

GEOPOLITICO2 ώρες πριν

Δένδιας–Πιστόριους στην Κρήτη: Αμυντική συνεργασία και SPARTAN ARROW στο επίκεντρο

Το ενδιαφέρον στρέφεται πλέον στις δηλώσεις των δύο υπουργών και στο κατά πόσο θα προκύψουν συγκεκριμένα επόμενα βήματα.

GEOPOLITICO2 ώρες πριν

Γρίβας: Έρχεται ελληνοτουρκική κλιμάκωση

Ο καθηγητής Γεωπολιτικής και Σύγχρονων Στρατιωτικών Τεχνολογιών Κωνσταντίνος Γρίβας προχωρά σε μια αιχμηρή ανάλυση για τη θέση της Ελλάδας μέσα...

GEOPOLITICO2 ώρες πριν

Με αφορμή την παύση Γκιλφόιλ, Κύπρος και καλώδιο ζητούν αυτοκριτική από το Ρούμπιο

Χρήστος Κηπουρός: κ. Υπουργέ, εκτός από την οφειλόμενη αυτοκριτική σας για την αποσιώπηση του Αττίλα, όσο και για το καλώδιο,...

Δημοφιλή