Ακολουθήστε μας

Αναλύσεις

Προκόπιος Παυλόπουλος: Ο Ιωάννης Καποδίστριας ως θεμελιωτής του Νεότερου Ελληνικού Κράτους

Δημοσιεύτηκε στις

Κέρκυρα, 23.9.2022

Ομιλία του τέως Προέδρου της Δημοκρατίας και Επίτιμου Καθηγητή της Νομικής Σχολής του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών κ. Προκοπίου Παυλοπούλου στο πλαίσιο του Συμποσίου «Ημέρες Ιωάννη Καποδίστρια», που οργάνωσαν στην Κέρκυρα – στην έδρα της Ιονίου Ακαδημίας – η «Περιφέρεια Ιονίων Νήσων», το «Ίδρυμα Hardt για την μελέτη της κλασσικής αρχαιότητας» και η «Ελβετική Αρχαιολογική Σχολή στην Ελλάδα» και είχε ως θέμα: «Ο Ιωάννης Καποδίστριας και οι ιστορικοί δεσμοί των Ιονίων Νήσων με τη Γενεύη».

Πρόλογος

Ο Ιωάννης Καποδίστριας, πρώτος Κυβερνήτης της Ελλάδας, υπήρξε όχι μόνον ένας από τους μεγαλύτερους πολιτικούς της Νεότερης Ελλάδας, αλλά και ένας κορυφαίος διπλωμάτης, ο οποίος, προτού αναλάβει τα ηνία της διακυβέρνησης της Πατρίδας μας και ενόσω υπηρετούσε στην Ρωσική αυλή, επηρέασε και διαμόρφωσε, όσο κανένας άλλος Έλληνας, την διεθνή πολιτική σκηνή της εποχής του. Ο Μεγάλος αυτός Έλληνας γεννήθηκε στο πανέμορφο και με τόσο ένδοξη ιστορία Νησί της Κέρκυρας, στα ιερά χώματα του οποίου και αναπαύεται αιωνίως. Η πλήρης αφοσίωσή του στην αγωνιώδη προσπάθειά του να οικοδομήσει Κράτος, μέσα στο χάος του μετεπαναστατικού τοπίου που παρέλαβε μετά την επιτυχία της Εθνεγερσίας του 1821, υπήρξε μοναδική και ανυπέρβλητη, πραγματική «Εθνική Παρακαταθήκη» προσήλωσης στο Εθνικό Χρέος και διαρκές παράδειγμα προς μίμηση, ιδίως για τους Έλληνες Πολιτικούς. Είναι αδύνατο ν’ αναφερθεί κανείς λεπτομερώς, στο πλαίσιο μιας τέτοιας ομιλίας, σε όλους τους σταθμούς της λαμπρής πολιτικοδιπλωματικής πορείας του Ιωάννη Καποδίστρια.  Ας μου επιτραπεί, λοιπόν, ν’ αναφερθώ σε ορισμένους εξ αυτών:

Ι. Η αρχική πολιτική πορεία του Ιωάννη Καποδίστρια.

   Η πρώτη ανάμειξη του Ιωάννη Καποδίστρια με την πολιτική λαμβάνει χώρα στο πλαίσιο της Ιονίου Πολιτείας.

Α. Τον Απρίλιο του 1801, κλήθηκε ν’ αντικαταστήσει τον πατέρα του, Αντώνιο-Μαρία Καποδίστρια, στην αποστολή που αυτός είχε αναλάβει, μαζί με τον Νικόλαο Σιγούρο, για την αποκατάσταση της τάξης στην Κεφαλονιά. Έτσι, στις 27 Απριλίου του 1801, αποβιβάσθηκε μαζί με τον Σιγούρο στην Κεφαλονιά και με την ιδιότητα των αυτοκρατορικών επιτρόπων ανέλαβαν προσωπικώς την διοίκηση του Νησιού. Στις αρχές Σεπτεμβρίου, και αφού είχε αποκατασταθεί πλήρως η τάξη, επέστρεψαν στην Κέρκυρα.

Β. Τον Απρίλιο του 1803, ο Ιωάννης Καποδίστριας αναλαμβάνει την θέση του Γραμματέως του Κράτους στο Τμήμα Εξωτερικών Υποθέσεων, έχοντας ως αρμοδιότητα την επικοινωνία με τους επιτετραμμένους της Δημοκρατίας στο εξωτερικό. Τον Μάιο του 1805, ύστερα από πρόταση του Ρώσου πληρεξουσίου, η Γερουσία εξέλεξε δεκαμελή επιτροπή, στην οποία συμπεριλαμβανόταν και ο Ιωάννης Καποδίστριας, προκειμένου να συντάξει έκθεση ως προς τις διατάξεις του Συντάγματος που θα έπρεπε ν’ αναθεωρηθούν. Η έκθεση παραδόθηκε τον επόμενο χρόνο και οι μεταρρυθμίσεις εγκρίθηκαν λίγους μήνες αργότερα. Τον Μάιο του 1806, έληξε η θητεία του ως Γραμματέως του Κράτους και τον επόμενο μήνα ανέλαβε την διεύθυνση της Δημόσιας Σχολής της Δημοκρατίας, που είχε ιδρυθεί με δική του πρωτοβουλία.

Γ. Στις εκλογές του 1806, ο Ιωάννης Καποδίστριας εξελέγη όγδοος σε ψήφους Πληρεξούσιος στην Κέρκυρα. Εξελέγη, επίσης, Γραμματέας της Γερουσίας και, στην συνέχεια, Γραμματέας και Εισηγητής της Επιτροπής που θα συνέτασσε το σχέδιο του νέου Συντάγματος. Κατά την άσκηση των εν λόγω καθηκόντων του διαφώνησε με τον Ρώσο πληρεξούσιο, Ζακυνθινό κόμη Γεώργιο Μοτσενίγο, καθώς οι αλλαγές που πρότεινε ήταν, κατά πολύ, πιο φιλελεύθερες σε σχέση με αυτές της Ρωσικής αυλής. Παρ’ όλα αυτά, και προς αποφυγήν αδιεξόδου, ο Ιωάννης Καποδίστριας εισηγήθηκε στην Γερουσία την ψήφιση του Συντάγματος με το επιχείρημα ότι κανένα άλλο σύνταγμα δεν είχε εγκριθεί και ότι μόνο αυτό που είχε προτείνει ο Γεώργιος Μοτσενίγος θα τύγχανε έγκρισης από την Ρωσική αυλή.

ΙΙ. Τα γεγονότα της Λευκάδας.

 Κατ’ αυτήν την περίοδο λαμβάνουν χώρα στην Λευκάδα ορισμένα εξαιρετικής σημασίας γεγονότα που αφενός μαρτυρούν τις εξαιρετικές ικανότητες του Ιωάννη Καποδίστρια, όχι μόνο στον διπλωματικό στίβο –όπου ήταν ήδη γνωστές- αλλά και στον στρατιωτικό τομέα. Αφετέρου, δείχνουν την ετοιμότητα των Ελλήνων Οπλαρχηγών να πολεμήσουν για την απελευθέρωση της Ελλάδας από τον τουρκικό ζυγό.

Α. Συγκεκριμένα, κατά την διάρκεια του Ρωσο-Τουρκικού πολέμου (1807-1912) και στο πλαίσιο της συμμαχίας του Ναπολέοντα με τον Σουλτάνο, ο Αλή Πασάς των Ιωαννίνων πρότεινε στους Γάλλους την οργάνωση ενός αντιπερισπασμού, μ’ επίθεση στην Λευκάδα. Με τον αντιπερισπασμό αυτόν, θα υποχρεωνόταν ο Ρωσικός στρατός ν’ αποσπάσει δυνάμεις από την Κέρκυρα προς την Λευκάδα, οι οποίες έτσι δεν θα μπορούσαν να διατεθούν στο κύριο μέτωπο της Ρωσο-Γαλλικής αναμέτρησης στην Δαλματία. Ο Αλή Πασάς μάλιστα, χωρίς να περιμένει γαλλική απάντηση, άρχισε αμέσως να συγκεντρώνει δυνάμεις, πυροβόλα και πυρομαχικά στην απέναντι ακτή, όπου ενίσχυσε το φρούριο του Αγίου Γεωργίου, προετοιμάζοντας την εισβολή στην Λευκάδα. Όλα αυτά συνέβησαν από τον Δεκέμβριο του 1806 έως τον Φεβρουάριο του 1807.

Β. Η Ιόνιος Πολιτεία διόρισε τον νεαρό Ιωάννη Καποδίστρια, στις 2 Ιουνίου 1807, έκτακτο στρατιωτικό διοικητή της Αγίας Μαύρας. Φθάνοντας στην Λευκάδα, πρώτο μέλημά του υπήρξε η οργάνωση της άμυνας από στεριά και θάλασσα. Η Λευκάδα χωριζόταν από την ηπειρωτική Ελλάδα με μία αβαθή τάφρο. Η τάφρος διανοίχθηκε και τοποθετήθηκαν τρία πυροβολοστάσια για την προάσπισή της. Κάλεσε όλο τον λαό να βοηθήσει στο έργο αυτό και δεν δίστασε να εργασθεί και ο ίδιος, ώστε να εμπνεύσει και να εμψυχώσει τους Λευκαδίτες. Αφού δε ολοκλήρωσε την οργάνωση της άμυνας από την ξηρά, ο Ιωάννης Καποδίστριας οργάνωσε και την άμυνα από την θάλασσα. Μίσθωσε πλοία από Κεφαλονίτες πλοιάρχους, φοβούμενος ενδεχόμενη συνεργασία του Γαλλικού ναυτικού με τον Αλή Πασά. Ο Αλή Πασάς, τελικά, βλέποντας την οργανωμένη άμυνα και έχοντας την απειλή των ηπειρωτικών στρατιωτικών σωμάτων στα μετόπισθεν του στρατού του, αποχώρησε. Επρόκειτο για μεγάλη στρατιωτική νίκη του ίδιου του Ιωάννη Καποδίστρια.

Γ. Σπουδαίο ιστορικό γεγονός της εποχής αυτής –και αδικαιολογήτως υποβαθμισμένο ως σήμερα- υπήρξε η σύναξη των Οπλαρχηγών που προκάλεσε ο Ιωάννης Καποδίστριας, μαζί με τον Μητροπολίτη Άρτης Ιγνάτιο, η οποία πραγματοποιήθηκε στην παραλία του «Μαγεμένου» στην Νικιάνα, τον Ιούλιο του 1807. Μαζεύτηκαν  πολλοί Οπλαρχηγοί, όπως ο Αντώνης Κατσαντώνης, ο Κίτσος Μπότσαρης, ο Λάμπρος Τζαβέλας, ο Γρίβας, ο Βαρνακιώτης, ο Μπουκουβάλας κ.ά. Λέγεται ότι εκεί γνώρισε ο Ιωάννης Καποδίστριας τον Θεόδωρο Κολοκοτρώνη.

1. Ο Αριστοτέλης Βαλαωρίτης αναφέρει χαρακτηριστικά: «Το μεγαλύτερον, το θαυμαστότερον, το ελληνικότερον κατόρθωμα του αειμνήστου Καποδιστρίου υπήρξεν η εν Λευκάδι συγκέντρωσις όλων των ενδοξωτέρων καπετανάτων της Ρούμελης προς υπεράσπισιν της κινδυνευούσης Λευκάδος. Και ο αδελφικός σύνδεσμος όστις προέκυψεν εκ της συγκεντρώσεως ταύτης μεταξύ των σημαντικοτέρων οπλαρχηγών της δουλωμένης Ελλάδος. Οι κλέφται μετεμορφώθησαν εις κλεφτουριάν, δηλαδή απέβαλον την ιδέαν της ατομικής κεχωρισμένης κατά των εχθρών αντιδράσεως και συνησπίσθησαν και συνετάχθησαν υπό την αρχηγίαν του Κατσαντώνη εις στρατόν εθνικόν, με έν και μόνον σύνθημα, άσπονδον κατά των τυράννων της πατρίδος πόλεμον, με ένα και μόνον σκοπόν, την απελευθέρωσιν της βασανιζομένης μητρός των».

2. Ας σημειωθεί ότι κατά την διάρκεια αυτής της σύναξης, ο Ιωάννης Καποδίστριας, απευθυνόμενος στους Καπεταναίους, έκανε την ακόλουθη πρόποση: «Eλπίζω η Πατρίς να σας καλέσει συντόμως δια σκοπόν πολύ υψηλότερον». Ο Κατσαντώνης, απαντώντας εκ μέρους όλων των Οπλαρχηγών, ορκίσθηκε να μην καταθέσει τα όπλα προτού δει την ανεξαρτησία της Ελλάδας.

Δ. Στο μεταξύ, οι Ρώσοι ηττήθηκαν από τον Ναπολέοντα, συνήψαν ανακωχή μαζί του και υπέγραψαν την Συνθήκη του Τιλσίτ, στις 8 Ιουλίου του 1807. Τα Επτάνησα παραχωρήθηκαν στην Γαλλία και η Επτάνησος Πολιτεία καταργήθηκε. Ο Εθνικός Ξεσηκωμός για την απελευθέρωση της Πατρίδας μας έπρεπε να περιμένει ως το 1821. Όμως, η σύναξη των Οπλαρχηγών στου «Μαγεμένου», κάτω από την ιστορική καρυδιά, με πρωτοβουλία του Ιωάννη Καποδίστρια και του Μητροπολίτη Άρτης Ιγνατίου, μπορεί να εκληφθεί και ως ο «οιωνός» που «προανήγγειλε» την σύναξη της Αγίας Λαύρας την 25η  Μαρτίου 1821 καθώς και την μετέπειτα έλευση του Ιωάννη Καποδίστρια ως Πρώτου Κυβερνήτη της Ελλάδας, τον Ιανουάριο του 1828.

ΙΙΙ. Ο Ιωάννης Καποδίστριας ως Πολιτικός και Διπλωμάτης στην Ρωσία.

Αφού αρνήθηκε τα αξιώματα που του προσέφερε ο Γάλλος στρατηγός Μπερτιέ (Berthier), ο Ιωάννης Καποδίστριας αποδέχθηκε την πρόταση που ήλθε από την Ρωσία, τον Μάιο του 1808, όταν ο Κόμης Νικόλαος Πέτροβιτς Ρουμιάντσεφ, επικεφαλής του Υπουργείου Εξωτερικών της Ρωσικής Αυτοκρατορίας, του απέστειλε επιστολή με την οποία, αφού του ανακοίνωνε ότι τιμήθηκε με τον τίτλο του Ιππότη Β’ Τάξεως του Τάγματος της Αγίας Άννας, τον προσκαλούσε στην Αγία Πετρούπολη, όπου αυτός κατέφθασε τον Ιανουάριο του επομένου έτους. Τελικώς, ο Ιωάννης Καποδίστριας διορίσθηκε στο Υπουργείο Εξωτερικών ως κρατικός σύμβουλος και έτσι ξεκίνησε η λαμπρή διπλωματική του σταδιοδρομία. Συγκεκριμένα:

Α. Μετά από μια σειρά επιτυχών διπλωματικών ελιγμών του Ιωάννη Καποδίστρια στην Ελβετία, όπου, ως μυστικός απεσταλμένος του Τσάρου Αλέξανδρου, κατόρθωσε ν’ ακυρώσει τα σχέδια της Αυστρίας και του Μέττερνιχ για εγκαθίδρυση φίλα προσκείμενης κυβέρνησης, με σκοπό να εξασφαλίσουν άδεια διέλευσης των αυστριακών στρατευμάτων από την ελβετική επικράτεια, ο Τσάρος Αλέξανδρος τον διόρισε έκτακτο απεσταλμένο του και πληρεξούσιο υπουργό για την Ελβετία. Από την θέση αυτή ο Ιωάννης Καποδίστριας  συνέβαλε τα μέγιστα στην θέσπιση του Ελβετικού Συντάγματος πάνω στις αρχές της αρχαιοελληνικής άμεσης δημοκρατίας και συνεισέφερε, με προσωπικά προσχέδια, στο ελβετικό πολιτειακό σύστημα, το οποίο προέβλεπε αυτόνομα κρατίδια (καντόνια) ως μέλη της Ελβετικής Ομοσπονδίας. Η συμμετοχή της Γενεύης στο νέο αυτό κρατίδιο υπήρξε καθαρά δική του πρωτοβουλία. Θεωρείται ο πρώτος επίτιμος Πολίτης της Ελβετίας.  Τους δεσμούς που τον έδεναν εξ αρχής με την Πατρίδα καταδεικνύει μ’ ενάργεια το ότι με δικά του χρήματα σπούδασαν 300 Ελληνόπουλα στην Ευρώπη, αλλά –τι περίεργο «παιχνίδι της μοίρας» (!)- σύμφωνα με μια εκδοχή, και ο ένας εκ των δύο δολοφόνων του.

Β. Στις αρχές Σεπτεμβρίου 1814, άρχισε το Συνέδριο της Βιέννης. Συνέδριο σταθμός για την Ευρωπαϊκή Ιστορία, στο οποίο ο Ιωάννης Καποδίστριας συμμετέσχε ως μέλος της Ρωσικής αντιπροσωπείας. Στα τέλη του 1814, διορίσθηκε αντιπρόσωπος της Ρωσίας στις επίσημες συνεδριάσεις της Επιτροπής των Πέντε. Η παρουσία του Ιωάννη Καποδίστρια στο Συνέδριο της Βιέννης κρίνεται ως καταλυτική, καθώς με τις συμβουλές του επηρέασε αποφασιστικά τον Τσάρο. Κατά την μαρτυρία του ιππότη φον Γκεντς, συμβούλου του Μέττερνιχ, η τελική πράξη του Συνεδρίου, που υπογράφηκε τον Μάιο του 1815, ήταν δημιούργημα του Ιωάννη Καποδίστρια και του ιδίου.

Γ. Μία από τις σημαντικότερες επιτυχίες στην προσωπική διαδρομή του ως διπλωμάτη, υπήρξε η σύναψη της Συνθήκης των Παρισίων, της 5ης Νοεμβρίου 1815, όταν ο Ιωάννης Καποδίστριας, εκπροσωπώντας την Ρωσία, πέτυχε να εξασφαλίσει τόσο την ακεραιότητα της Γαλλίας -αφού προηγουμένως είχε πείσει για την ορθότητα αυτής της επιλογής τον ίδιο τον Τσάρο- όσο και την επιβολή συνταγματικής διακυβέρνησης στα Επτάνησα. Με δική του παρέμβαση κατέστη δυνατόν οι Ηνωμένες Πολιτείες των Ιονίων Νήσων ν’ αποκτήσουν τα βασικά χαρακτηριστικά Κράτους. Δηλαδή Σύνταγμα, Ένοπλες Δυνάμεις, εκλεγμένη Κυβέρνηση και Σημαία. Μετά την επιτυχία του αυτή, ο Τσάρος διόρισε τον Ιωάννη Καποδίστρια Γραμματέα επί των Εξωτερικών Υποθέσεων, θέση που θα μοιραζόταν με τον ήδη διορισθέντα, το 1814, Νέσελροντ.

Δ. Το 1820 και το 1821 συμμετείχε στα Συνέδρια του Τροπάου και του Λάϊμπαχ. Στα δύο αυτά Συνέδρια ο Τσάρος Αλέξανδρος, επηρεασμένος από τον Μέττερνιχ, ακολούθησε την πολιτική της Αυστρίας, παραμερίζοντας σε μεγάλο βαθμό τον Ιωάννη Καποδίστρια. Στο Συνέδριο του Λάϊμπαχ ήλθε η είδηση για την εξέγερση του Αλέξανδρου Υψηλάντη και την Επανάσταση στη Μολδοβλαχία, την οποία ο Τσάρος αυστηρά καταδίκασε. Η διαφωνία μεταξύ του Τσάρου και του Ιωάννη Καποδίστρια δεν άργησε να εκδηλωθεί, ενώ από τα τέλη του 1821 ο Ιωάννης Καποδίστριας είχε χάσει την αυτοκρατορική εύνοια. Στις αρχές του 1822, ο Τσάρος αποφάσισε να του αφαιρέσει την διαχείριση του Ανατολικού Ζητήματος. Στις 19 Αυγούστου του 1822, ο Ιωάννης Καποδίστριας αναχώρησε από την Αγία Πετρούπολη, αφού πρώτα παραιτήθηκε από την Ρωσική κυβέρνηση, και λίγους μήνες αργότερα εγκαταστάθηκε στην Γενεύη, όπου έχαιρε ιδιαίτερης εκτίμησης, προκειμένου να βοηθήσει την Ελληνική Επανάσταση.

ΙV.  Ο Ιωάννης Καποδίστριας ως πρώτος Κυβερνήτης της Ελλάδας.

Αφήνοντας πίσω μια τόσο λαμπρή, διπλωματική, σταδιοδρομία στην Ρωσική αυλή, ο Ιωάννης Καποδίστριας, εκλεγμένος από την Γ΄ Εθνοσυνέλευση της Τροιζήνας, αποβιβάζεται στις 11 Ιανουαρίου του 1828 στην Αίγινα και αντικρίζει μια εικόνα αποκαρδιωτική. Η οποία, όμως, τον οπλίζει και με την αναγκαία σ’ εκείνες τις περιστάσεις αποφασιστικότητα, προκειμένου να προσφέρει τα πάντα υπέρ του Ελληνικού Λαού, ο οποίος εμπιστεύθηκε την τύχη του στα χέρια του.

Α. Σύμφωνα με τ’ «Απόλογα» για τον Ιωάννη Καποδίστρια του Γ. Τερτσέτη, ο ίδιος τότε είπε:

1. «Είδα πολλά εις την ζωή μου, αλλά σαν το θέαμα όταν έφθασα εδώ εις την Αίγινα δεν είδα παρόμοιο ποτέ, και άλλος να μην το ιδεί…Δεν λυπούμαι, δεν απελπίζομαι· προτιμώ αυτό το σκήπτρο του πόνου και των δακρύων παρά άλλο· ο θεός μου τόδωσε, το παίρνω, θέλει να με δοκιμάσει· είμαι από τη φυλή σας· εις ένα μνήμα μαζί σας θα θαφτώ·…Μη μου ζητείτε ζωγραφιές πολύτιμες εις οικοδόμημα ακόμη ατελείωτο. Μέτρο μας και άστρο εις δεινά ελληνικά, θεραπεία ελληνική. Με το στόμα μας, όχι ως οι χειρούργοι της Ευρώπης κόφτοντες, αλλά με το στόμα μας να βυζαίνομε το έμπυο της πατρίδας μας διά να την γιάνομε».

2. Έτσι, στις 26 Ιανουαρίου 1828, ο Ιωάννης Καποδίστριας ορκίσθηκε Πρώτος Κυβερνήτης της Ελλάδας, ανταποκρινόμενος στο κάλεσμα της ελεύθερης, μα μικρής και ρημαγμένης Πατρίδας, για την ανόρθωση και ανασύνταξή της. 

Β. Από τα πολλά και άκρως σημαντικά, που έλαβαν χώρα κατά την διάρκεια της σύντομης διακυβέρνησης της Χώρας από τον Ιωάννη Καποδίστρια, αξίζει να σημειωθούν, μεταξύ άλλων, τα εξής:

1. Με εισήγηση του Ιωάννη Καποδίστρια, η Γ΄ Εθνική Συνέλευση, η οποία, μετά το πέρας των εργασιών της, είχε συγκροτηθεί σε σώμα ως (απλή) Βουλή, ανέστειλε την εφαρμογή του «Πολιτικού Συντάγματος της Ελλάδος» του Συντάγματος της Τροιζήνας και αυτοκαταργήθηκε. Η Βουλή υιοθέτησε ψήφισμα στις 18 Ιανουαρίου του 1828, με το οποίο ίδρυε νέο «προσωρινό» Πολίτευμα, το οποίο ανέθετε όλες τις εξουσίες στον Κυβερνήτη. Σ’ επικουρία του Ιωάννη Καποδίστρια θα λειτουργούσε, ως συμβουλευτικό όργανο, το Πανελλήνιο, το οποίο, σύμφωνα με νεότερο ψήφισμα του Κυβερνήτη, θα αποτελούνταν από 27 μέλη που ο ίδιος θα επέλεγε. Το Πανελλήνιο είχε διαιρεθεί σε τρία τμήματα, τα οποία διατύπωναν γνώμη για τα οικονομικά, τα διοικητικά και τα στρατιωτικά ζητήματα, αντιστοίχως. Ταυτοχρόνως, εξαγγελλόταν η σύγκληση της Δ′ Εθνικής Συνέλευσης τον Απρίλιο του 1828.

2. Πολλοί άσκησαν κριτική στον Ιωάννη Καποδίστρια, ότι οι επιλογές του αυτές απηχούσαν τις πολιτικές του αντιλήψεις υπέρ της Δεσποτείας και κατά της Δημοκρατίας, πλην όμως λησμονούν ή έστω παραβλέπουν τις συνθήκες, υπό τις οποίες κλήθηκε τότε να κυβερνήσει. Στην πραγματικότητα, όπως προκύπτει από την όλη πολιτική διαδρομή του, ο Ιωάννης Καποδίστριας ήταν βαθιά δημοκράτης με τα δεδομένα της εποχής του, αλλά κατά την ιεράρχηση των στόχων του ως Κυβερνήτης προέταξε το αυτονόητο χρέος του να πράξει ό,τι ήταν ανθρωπίνως δυνατό για ν’ αναταχθεί η Ελλάδα και ο Ελληνικός Λαός ως την δημιουργία του Νεότερου Ελληνικού Κράτους.

Γ. Στο εσωτερικό, ο Ιωάννης Καποδίστριας είχε ν’ αντιμετωπίσει την πειρατεία, την διάλυση του στρατού, καθώς και την κακή οικονομική κατάσταση της Χώρας.

1. Ιδιαίτερη μέριμνα επέδειξε ο Ιωάννης Καποδίστριας για την δημιουργία δικαστηρίων, θεσπίζοντας και Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας. Στην προσπάθεια αναδιοργάνωσης του Στρατού περιλαμβάνεται και η ίδρυση της Στρατιωτικής Σχολής Ευελπίδων. Ίδρυσε, επίσης, Εθνικό Νομισματοκοπείο, ενώ καθιέρωσε τον Φοίνικα ως Εθνικό Νόμισμα. Όσον αφορά την εκπαίδευση, ανήγειρε νέα σχολεία, εισήγαγε την μέθοδο του αλληλοδιδακτικού σχολείου και ίδρυσε Εκκλησιαστική Σχολή στον Πόρο. Ανήγειρε, ακόμη, το Ορφανοτροφείο Αίγινας. Δεν ίδρυσε Πανεπιστήμιο, καθώς θεωρούσε ότι έπρεπε να υπάρξουν πρώτα απόφοιτοι μέσης εκπαίδευσης. Μερίμνησε για τον επανασχεδιασμό και την ανοικοδόμηση Ελληνικών Πόλεων, όπως το Ναύπλιο, το Άργος, το Μεσολόγγι και η Πάτρα, έργο που ανέθεσε στον Κερκυραίο αρχιτέκτονα Σταμάτιο Βούλγαρη. Σημαντική ήταν και η συμβολή του στο εμπόριο, με την παραχώρηση δανείων στους νησιώτες, για την αγορά πλοίων και την κατασκευή ναυπηγείων στον Πόρο και το Ναύπλιο. Τον Οκτώβριο του 1829, ίδρυσε το πρώτο Αρχαιολογικό Μουσείο στην Αίγινα. Όσον αφορά την Ελληνική Οικονομία, ο Ιωάννης Καποδίστριας επέδειξε ιδιαίτερο ενδιαφέρον για την γεωργία, βασική πηγή πλούτου της Ελλάδας. Ίδρυσε την Γεωργική Σχολή της Τίρυνθας και ενεθάρρυνε την καλλιέργεια της πατάτας. Επίσης, προσπαθώντας να ενισχύσει την Ελληνική Οικονομία, ο Ιωάννης Καποδίστριας ίδρυσε την «Εθνική Χρηματιστική Τράπεζα», η οποία όμως απέτυχε. Είτε γιατί, κατά μία άποψη, το Δημόσιο εκμεταλλευόταν χωρίς όρους τα χρήματα των καταθέσεων, είτε εξαιτίας της αντίθεσης των προυχόντων προς το καποδιστριακό καθεστώς και της έλλειψης εμπιστοσύνης προς τον νέο αυτό θεσμό. Σχετικά με την εσωτερική του πολιτική, πρέπει να μνημονευθεί η μεγάλη έμπρακτη συμβολή του φίλου του Ιωάννη Καποδίστρια Ελβετού τραπεζίτη Εϋνάρδου, ο οποίος δικαίως θεωρείται και ο θεμελιωτής της μακράς και ανέφελης Ελληνο-Ελβετικής Φιλίας.

2. Όσον αφορά την εξωτερική πολιτική του Ιωάννη Καποδίστρια αξίζει να υπογραμμισθεί ότι, μετά από διαπραγματεύσεις, υπογράφηκε το Πρωτόκολλο του Λονδίνου, το 1830,  με το οποίο αναγνωριζόταν η ανεξαρτησία της Ελλάδας, η οποία θα επεκτεινόταν νότια της συνοριακής γραμμής που όριζαν οι ποταμοί Αχελώος και Σπερχειός. Η συμβολή του Ιωάννη Καποδίστρια στην οριστική διατύπωση και στην τελική υπογραφή του Πρωτοκόλλου του Λονδίνου το 1830 υπήρξε καθοριστική. 

Επίλογος

 Συμπερασματικώς, ο Ιωάννης Καποδίστριας αφιέρωσε, κυριολεκτικώς, τον εαυτό του στον ιερό σκοπό της δημιουργίας, εκ του μηδενός, σύγχρονου Ελληνικού Κράτους, βάζοντας τις βάσεις για μιαν Ελλάδα αντάξια του παρελθόντος της αλλά και της προοπτικής της.  Ακαταπόνητος και αποφασιστικός, εργάσθηκε «με λογισμό και μ’ όνειρο», για να θυμηθούμε τον στίχο του Διονυσίου Σολωμού στους «Ελεύθερους Πολιορκημένους». Μόλις τριάμισι χρόνια μετά την ανάληψη των καθηκόντων του, στις 27 Σεπτεμβρίου του 1831, η δολοφονία του στο Ναύπλιο, καθαρώς πολιτική δολοφονία, από τον Κωνσταντίνο και τον Γιώργο Μαυρομιχάλη –και εκείνους βεβαίως που κρύβονταν πίσω τους, ως ηθικοί αυτουργοί, εντός και εκτός Ελλάδας- έβαλε θλιβερό τέλος στο μεγαλόπνοο έργο του και βύθισε τον Ελληνικό Λαό σε βαρύ πένθος. Εάν δεν είχε δολοφονηθεί ο Ιωάννης Καποδίστριας και, επέκεινα, εάν είχε ολοκληρώσει την θητεία του και το έργο του, μάλλον η Ελλάδα δεν θα είχε καταλήξει να δεχθεί το καθεστώς μοναρχίας που εγκαθιδρύθηκε με την έλευση του Όθωνος.  Στην Ελλάδα μάλλον θα είχε εμπεδωθεί μια δημοκρατική διακυβέρνηση, εναρμονισμένη με την βούληση και την νοοτροπία των Ελλήνων, όπως αυτή είχε διαφανεί καθ’ όλη την διάρκεια του Αγώνα μετά την Εθνεγερσία του 1821. Υπό τις συνθήκες αυτές, η μνήμη του Ιωάννη Καποδίστρια, ιδίως κατά την σημερινή πολλαπλώς κρίσιμη συγκυρία, δεν ανήκει μόνο στην Ιστορία.  Αποτελεί, για όλους μας, δείκτη πορείας, προκειμένου ν’ αντιληφθούμε, καθένας στο μέτρο που του αναλογεί, για την Ελλάδα μας αυτό που συμπυκνώνει καιρίως ένας στίχος του Ιωάννη Πολέμη: «Τι έχασε, τι έχει, τι της πρέπει».

Είναι ο άγνωστος Χ, αλλά φυσικό πρόσωπο που βοηθάει στην παραγωγή ειδήσεων στο Geopolitico.gr, αλλά και τη δημιουργία βίντεο στο κανάλι του Σάββα Καλεντερίδη. Πολλοί τον χαρακτηρίζουν ως ανθρώπινο αλγόριθμο λόγω του όγκου των δεδομένων και πληροφοριών που αφομοιώνει καθημερινώς. Είναι καταδρομέας με ειδικότητα Χειριστή Ασυρμάτων Μέσων.

Συνέχεια ανάγνωσης

GEOPOLITICO

Για ένα Ελληνικό καινούριο κόσμο Μέγα!

Η Ελλάς μπορεί! Μπορεί να καταστεί πλανητική κομβική πολιτισμική και πολιτική δύναμη ειρήνης!

Δημοσιεύτηκε

στις

Γράφει ο Νίκος Ταμουρίδης Αντγος (ε.α)-Επίτιμος Α’ Υπαρχηγός ΓΕΣ

Η χώρα μας, η Ελλάδα, θα έπρεπε φυσιολογικά να αποτελεί πολιτικό και πολιτιστικό πρότυπο παγκόσμιας εμβέλειας, αξιοποιώντας το όνομα, την γεωπολιτική της αξία, την τεράστια πολιτιστική της κληρονομιά, την ιστορία της, την κλασσική παιδεία, την μοναδική-υπέροχη ελληνική γλώσσα, τις πλουτοπαραγωγικές της πηγές, την ευφυΐα των Ελλήνων, την πολεμική αρετή και την ναυτοσύνη.

Αντιθέτως ζει σε ένα θυελλώδες περιβάλλον κρίσης αξιών, που μετετράπη σε κρίση πρωτίστως πνευματική, αλλά και πολιτική, οικονομική, κοινωνική και εθνική. Ένας πραγματικός ιδιότυπος κατακλυσμός καταπνίγει το Γένος. Μέσα στο έλεος αυτού του καταστροφικού κατακλυσμού, ο Ελληνικός λαός, ως άλλος Νώε, είναι καταδικασμένος αυτός ο ίδιος να κατασκευάσει την κιβωτό του!

Ο Ελληνισμός έχει τεράστια πνευματικά αποθέματα, με τα οποία έχει την δύναμη να αναγεννηθεί και να μεγαλουργήσει ξανά. Αρκεί να ενεργοποιηθεί η κρίσιμη μάζα των αγνών Ελλήνων πατριωτών, οι οποίοι «πνευματικά ελεύθεροι» και ενωμένοι να ορθώσουν ανάστημα και να αναλάβουν τις τύχες του Γένους μας στα χέρια τους.

Απαιτείται όσο ποτέ άλλοτε επιστροφή στις αξίες! Να θυμηθούμε και να πορευτούμε σύμφωνα με τις βασικές ανθρώπινες αρχές.

Αυτό σημαίνει ότι, αρχικά στο εσωτερικό πλαίσιο επιβάλλεται η ανατροπή του σαθρού και ενίοτε προδοτικού πολιτικού κατεστημένου. Απαιτείται ριζική ανανέωση, αλλαγή νοοτροπίας και χάραξη νέας πορείας. Στο πλαίσιο των αναγκαίων κοινωνικών και πολιτικών ισορροπιών απαιτείται μια νέα έκφραση της γνήσιας πολιτικής δημοκρατίας.

Άμεσος πολιτικός στόχος θα πρέπει να είναι η βαθιά και ριζική ανανέωση του δημόσιου βίου, η εισαγωγή ενός νέου πολιτικού ήθους, η αναμόρφωση των λειτουργιών της Πολιτείας με νέο ελληνοκεντρικό Σύνταγμα, θεσμικές αλλαγές και τολμηρές μεταρρυθμίσεις.

Η νέα «πολιτική» θα απορρίπτει τις ολιγαρχίες του σκληρού συντηρητισμού και του αθεϊστικού μαρξιστικού κομμουνισμού και προ παντός την καπηλεία των ιδεών, τον πολιτικό φενακισμό και τον αδίστακτο αμοραλισμό των δημαγωγών και των επαγγελματιών του δήθεν προοδευτισμού. Θα αρνείται τον διαλεκτικό υλισμό και τον αθεϊσμό. Θα στηρίζεται στον ανθρωπισμό, την χριστιανική ηθική και την ελληνική φιλοσοφία του μέτρου και του άριστου.

Προφανής είναι λοιπόν η ανάδειξη νέων πολιτικών δυνάμεων, οι οποίες θα γαλβανίσουν το αλλοτριωμένο πνεύμα των Ελλήνων και θα διεγείρουν την θύελλα, η οποία θα αλλάξει την πολιτική οπτική τους!

Κάθε νέα πολιτική κίνηση πρέπει να αγκαλιάζει όλους τους πολίτες, ανεξάρτητα από την κοινωνική τους θέση, το επάγγελμα και την οικονομική τους κατάσταση. Να είναι αδογμάτιστη, ριζοσπαστική και ανανεωτική. Να υπηρετεί μόνο τα ιδεώδη του Ελληνισμού και να ατενίζει στους θόλους της εθνικής κιβωτού που κατασκεύασε ο Ελληνισμός για την σωτηρία του. Εκεί όπου οι πατέρες μας έστησαν την ελευθερία μαζί με την πίστη και δίπλα τους τοποθέτησαν την ισονομία, την αδελφοσύνη, την αξιοπρέπεια και την αρετή των Ελλήνων.

Στο πλαίσιο της αφύπνισης και της ενεργοποίησης των Ελλήνων πολιτών, θα πρέπει να αξιοποιήσουμε πλήρως την άυλη και υλική μας αξεπέραστη κληρονομιά. Από την θαυμάσια πανελλήνια ιστορία μας, θα πάρουμε ως παραδείγματα εκείνες τις στιγμές τις νικηφόρες, τις περίλαμπρες, τις περιλάλητες, τις δοξασμένες, τις απαράμιλλες. Θα τις διδάξουμε στους Έλληνες και στις Ελληνίδες κάθε ηλικίας και με κεντρική ιδέα την ειρήνη θα φτιάξουμε ένα ελληνικό καινούριο κόσμο Μέγα! Μην ξεχνάμε ότι είμαστε ένας πολεμικός λαός, που λατρεύει την ειρήνη!

Η ύψιστη αυτή πρόκληση απευθύνεται στην καρδιά των αγνών Ελλήνων πατριωτών, που μάχονται μεν αλλά μεμονωμένα, οπότε η δυναμική του αγώνα τους εξαντλείται γρήγορα. Από την απόφασή τους θα εξαρτηθεί η πορεία της φιλτάτης πατρίδας μας! Από την ελεύθερη δε πορεία της Ελλάδας μπορεί να προέλθει και η συντριβή των δηλητηριωδών πλοκαμιών της απάνθρωπης και ανώμαλης νέας παγκόσμιας τάξης!

Ας ενώσουμε λοιπόν τις δυνάμεις μας, ας αγωνιστούμε έτσι ώστε η Ελλάδα μας να εξέλθει από τα χαρακώματα της κατάθλιψης, να υψώσει ανάστημα και να μεγαλουργήσει ξανά!

Η Ελλάς μπορεί! Μπορεί να καταστεί πλανητική κομβική πολιτισμική και πολιτική δύναμη ειρήνης!

 

Συνέχεια ανάγνωσης

GEOPOLITICO

Αλεξανδρούπολη: Το λιμάνι που αλλάζει τον γεωπολιτικό χάρτη της περιοχής

Από τον Βόσπορο και τα Βαλκάνια έως την Ουκρανία, την ενέργεια και την Ινδία. Του Θεόδωρου Ατματζίδη.

Δημοσιεύτηκε

στις

Υπάρχουν υποδομές που αποκτούν σημασία επειδή αυξάνεται η εμπορική τους δραστηριότητα και υπάρχουν άλλες που αποκτούν σημασία επειδή αλλάζει το στρατηγικό περιβάλλον μέσα στο οποίο βρίσκονται. Η Αλεξανδρούπολη ανήκει σαφώς στη δεύτερη κατηγορία.

Του Θεόδωρου Ατματζίδη

Η αξία της δεν βρίσκεται μόνο στις δυνατότητες του ίδιου του λιμανιού. Βρίσκεται κυρίως στη θέση του μέσα σε ένα δίκτυο που συνδέει το Αιγαίο με τη Βουλγαρία, τη Ρουμανία, την Κεντρική και Ανατολική Ευρώπη, τη Μαύρη Θάλασσα και, δυνητικά, την Ουκρανία. Στο ίδιο γεωγραφικό σημείο συναντώνται πλέον στρατιωτική κινητικότητα, ενεργειακές ροές, οδικοί και σιδηροδρομικοί διάδρομοι, αμερικανικά και νατοϊκά συμφέροντα, η ευρωπαϊκή πολιτική στρατηγικής διασυνδεσιμότητας και, σε διαφορετικό χρονικό ορίζοντα, η προσπάθεια της Ινδίας να αποκτήσει καλύτερη πρόσβαση στις ευρωπαϊκές αγορές.

Η εξέλιξη αυτή δεν είναι καινούργια. Η Αλεξανδρούπολη είχε ιστορικά τη δυνατότητα να λειτουργεί ως βόρειος θαλάσσιος σύνδεσμος του Αιγαίου με τα Βαλκάνια και τον Δούναβη. Αυτό που έχει αλλάξει είναι το στρατηγικό περιβάλλον. Η ρωσική εισβολή στην Ουκρανία, η αναζήτηση εναλλακτικών διαδρομών προς την ανατολική πτέρυγα του ΝΑΤΟ, η προσπάθεια ενεργειακής διαφοροποίησης της Ευρώπης και η επαναξιολόγηση των χερσαίων διαδρόμων έχουν προσδώσει στην πόλη μια βαρύτητα που πριν από δύο δεκαετίες δύσκολα θα μπορούσε να προβλεφθεί. Η Fondation pour la Recherche Stratégique (FRS) καταλήγει σε παρόμοια εκτίμηση, περιγράφοντας την Αλεξανδρούπολη ως μέρος μιας ευρύτερης αναδιοργάνωσης των στρατηγικών, στρατιωτικών, ενεργειακών και οικονομικών διαδρόμων μεταξύ Αιγαίου και Βαλτικής. [1]

Το σημαντικό δεν είναι μόνο ποιος ενδιαφέρεται για το λιμάνι αλλά και ποιος χρειάζεται τη γεωγραφία του και τι προσπαθεί να επιτύχει μέσω αυτής.

Η γεωγραφία είναι το πρώτο στρατηγικό πλεονέκτημα

Η Αλεξανδρούπολη βρίσκεται στο βορειοανατολικό άκρο του Αιγαίου, κοντά στα ελληνοτουρκικά σύνορα και σε μικρή απόσταση από τους βόρειους βαλκανικούς διαδρόμους. Η θέση της επιτρέπει την ανάπτυξη ενός άξονα προς τη Βουλγαρία και τη Ρουμανία και, μέσω των ευρωπαϊκών δικτύων μεταφορών, προς την Κεντρική και Ανατολική Ευρώπη.

Αυτό αποκτά ιδιαίτερη σημασία όταν η πόλη εξεταστεί σε σχέση με τα Στενά.

Η Τουρκία εξακολουθεί να διαθέτει ένα μοναδικό γεωστρατηγικό πλεονέκτημα λόγω του Βοσπόρου και των Δαρδανελλίων. Η Σύμβαση του Μοντρέ παρέχει στην Άγκυρα σημαντικές αρμοδιότητες σχετικά με τη διέλευση πολεμικών πλοίων και, συνεπώς, τα Στενά παραμένουν αναντικατάστατος παράγοντας για την ασφάλεια της Μαύρης Θάλασσας.

Η Αλεξανδρούπολη δεν μπορεί να «αντικαταστήσει» τον Βόσπορο. Μπορεί όμως να προσφέρει κάτι διαφορετικό: έναν χερσαίο άξονα που επιτρέπει την μετακίνηση ανθρώπων, στρατιωτικού υλικού, εμπορευμάτων και ενέργειας από το Αιγαίο προς τη Μαύρη Θάλασσα και την Ανατολική Ευρώπη χωρίς η κάθε επιμέρους ροή να εξαρτάται από τη θαλάσσια διέλευση των Στενών.

Αυτή η διάσταση είχε γίνει αντιληπτή πολύ πριν από τον πόλεμο στην Ουκρανία. Η ίδια η FRS υπενθυμίζει ότι η ιδέα της Αλεξανδρούπολης ως εναλλακτικού βόρειου άξονα προς τα Βαλκάνια και τη Μαύρη Θάλασσα έχει βαθύτερες ιστορικές ρίζες. Η σημερινή γεωπολιτική συγκυρία απλώς μετέτρεψε μια παλαιότερη δυνατότητα σε ζήτημα στρατηγικής προτεραιότητας. [1]

Η Αλεξανδρούπολη δεν καταργεί τη γεωστρατηγική σημασία της Τουρκίας. Δημιουργεί όμως μια πρόσθετη επιλογή για όσους επιδιώκουν να μειώσουν την εξάρτησή τους από αυτήν.

Η αμερικανική διάσταση είναι πλέον επιχειρησιακή πραγματικότητα

Οι Ηνωμένες Πολιτείες δεν αντιμετωπίζουν πλέον την Αλεξανδρούπολη απλώς ως μια δυνητικά χρήσιμη ελληνική υποδομή. Στον Στρατηγικό Διάλογο Ελλάδας–Ηνωμένων Πολιτειών του 2024 χαρακτήρισαν το λιμάνι ζωτικής σημασίας κόμβο για τη νατοϊκή αμυντική στάση στην ανατολική πτέρυγα και για την ενεργειακή ασφάλεια της περιοχής. [2]

Ακόμη σημαντικότερο είναι ότι η χρήση έχει ήδη περάσει από το επίπεδο της πολιτικής διακήρυξης στο επίπεδο της επιχειρησιακής εφαρμογής.

Στις 11 Μαρτίου 2024, αμερικανικές και ελληνικές δυνάμεις διακίνησαν μέσω του λιμανιού περίπου 3.000 τεμάχια στρατιωτικού εξοπλισμού της 3rd Armored Brigade Combat Team, 4th Infantry Division. Το φορτίο περιλάμβανε άρματα M1 Abrams, τεθωρακισμένα M2 Bradley και άλλα οχήματα. Ο αμερικανικός στρατός χαρακτήρισε την επιχείρηση ιστορική, καθώς ήταν η πρώτη μετακίνηση ολόκληρης βαριάς ταξιαρχίας μέσω ελληνικού λιμανιού στο πλαίσιο της συγκεκριμένης ανάπτυξης. [3]

Τον Ιανουάριο και τον Φεβρουάριο του 2025 ακολούθησε η άσκηση Steadfast Dart, κατά την οποία η Αλεξανδρούπολη χρησιμοποιήθηκε στη μεγάλη ανάπτυξη της Allied Reaction Force (Συμμαχικής Δύναμης Αντίδρασης) προς την ανατολική πτέρυγα. Το ΝΑΤΟ περιέγραψε την άσκηση ως την πρώτη μεγάλης κλίμακας επιχειρησιακή ανάπτυξη της νέας δύναμης μετά την ίδρυσή της. [4]

Επομένως, το αμερικανικό ενδιαφέρον δεν χρειάζεται να συναχθεί από δηλώσεις. Υπάρχει ήδη επιχειρησιακό αποτύπωμα.

Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι η Αλεξανδρούπολη πρέπει να αντιμετωπίζεται ως «αμερικανικό λιμάνι». Ο λιμένας παραμένει ελληνική υποδομή. Η ουσία είναι διαφορετική: ένα ελληνικό στρατηγικό σημείο έχει ενσωματωθεί σε αμερικανικές και νατοϊκές ανάγκες στρατιωτικής κινητικότητας.

Αυτό αυξάνει τη σημασία της Ελλάδας, αλλά ταυτόχρονα αυξάνει και την έκθεση της υποδομής σε πιέσεις που υπερβαίνουν το καθαρά ελληνικό επίπεδο.

Ο διάδρομος προς τη Μαύρη Θάλασσα είναι το δεύτερο μεγάλο στοίχημα

Η στρατιωτική χρήση είναι μόνο η μία πλευρά της ιστορίας. Η άλλη είναι η δημιουργία ενός βόρειου δικτύου που θα συνδέει τα ελληνικά λιμάνια με τη Βουλγαρία, τη Ρουμανία και, τελικά, την περιοχή της Μαύρης Θάλασσας.

Η Ελλάδα, η Βουλγαρία και η Ρουμανία υπέγραψαν τον Δεκέμβριο του 2025 συμφωνία για την ανάπτυξη του λεγόμενου Αιγαίο–Μαύρη Θάλασσα Vertical Corridor (Κάθετου Διαδρόμου), ενός οδικού και σιδηροδρομικού άξονα που περιλαμβάνει την Αλεξανδρούπολη και συνδέεται με το ευρύτερο δίκτυο προς τη Ρουμανία. [5]

Στο σημείο αυτό, όμως, πρέπει να επισημανουμε ότι ο υπό κατασκευή διάδρομος δεν είναι πλήρως λειτουργικός.

Η στρατηγική κατεύθυνση είναι πραγματική. Η επιχειρησιακή και εμπορική ωριμότητα όμως παραμένει άνιση. Η κατάσταση των σιδηροδρομικών υποδομών στη Βόρεια Ελλάδα και στα Βαλκάνια εξακολουθεί να αποτελεί περιοριστικό παράγοντα, ενώ ακόμη και η υφιστάμενη σιδηροδρομική δραστηριότητα στην περιοχή δημιουργεί πιέσεις στο δίκτυο. Ενδεικτικά, τον Μάρτιο του 2025 η Hellenic Train ανακοίνωσε αναστολές επιβατικών δρομολογίων στις γραμμές Αλεξανδρούπολη–Ορμένιο και Αλεξανδρούπολη–Ορεστιάδα λόγω μεταφοράς εμπορευμάτων. [6]

Αυτό μπορεί να φαίνεται ως τεχνική λεπτομέρεια, στην πραγματικότητα όμως είναι στρατηγικό ζήτημα. Ένας γεωπολιτικός διάδρομος έχει αξία μόνο όταν μπορεί να μεταφέρει με συνέπεια τον όγκο και την ταχύτητα που απαιτεί η στρατηγική του λειτουργία.

Η Ελλάδα, βρίσκεται μπροστά σε μια ιδιόμορφη κατάσταση: η γεωγραφία έχει ήδη αποκτήσει στρατηγική αξία, αλλά οι υποδομές δεν έχουν ακόμη φτάσει στο επίπεδο που θα επέτρεπε την πλήρη αξιοποίηση αυτής της αξίας.

Αυτό είναι ίσως ένα από τα σημαντικότερα κενά ανάμεσα στη γεωπολιτική ρητορική και την πραγματική ισχύ της Αλεξανδρούπολης.

Η Ουκρανία μπορεί να αλλάξει τη μακροπρόθεσμη αξία του λιμανιού

Η σύνδεση με την Ουκρανία είναι πιο σύνθετη.

Από τη μία πλευρά, η Αλεξανδρούπολη έχει ήδη αποδείξει ότι μπορεί να λειτουργήσει ως κόμβος για την υποστήριξη της ανατολικής πτέρυγας. Από την άλλη, η μελλοντική σύνδεση με την Ουκρανία εξαρτάται από την ολοκλήρωση πολλών ενδιάμεσων υποδομών και, κυρίως, από την εξέλιξη του ίδιου του πολέμου.

Αυτό σημαίνει ότι η Ουκρανία αποτελεί ταυτόχρονα ευκαιρία και αβεβαιότητα.

Η μεταπολεμική ανοικοδόμηση, η σύνδεση της χώρας με τα ευρωπαϊκά δίκτυα μεταφορών και ενέργειας και η ενσωμάτωσή της στην ευρωπαϊκή οικονομία μπορούν να αυξήσουν σημαντικά τη σημασία των βόρειων ελληνικών λιμανιών. Όμως δεν υπάρχει λόγος να θεωρούμε δεδομένο ότι η Αλεξανδρούπολη θα είναι ο κυρίαρχος κόμβος αυτών των ροών. Θα ανταγωνιστεί άλλες διαδρομές και άλλα λιμάνια της Βόρειας και Κεντρικής Ευρώπης.

Η σωστή προσέγγιση, συνεπώς, δεν είναι ότι «η Αλεξανδρούπολη οδηγεί στην Ουκρανία». Είναι ότι η Αλεξανδρούπολη μπορεί να αποτελέσει το νότιο άκρο ενός μελλοντικού δικτύου που θα συνδέει την Ουκρανία με τη Νοτιοανατολική Ευρώπη.

Η διαφορά ανάμεσα στις δύο διατυπώσεις είναι ουσιώδης.

Η ενέργεια προσθέτει μια διαφορετική μορφή γεωπολιτικής ισχύος

Η ενεργειακή διάσταση είναι σήμερα περισσότερο ώριμη από ορισμένες από τις μεταφορικές προοπτικές.

Το Alexandroupolis FSRU (Floating Storage and Regasification Unit – Πλωτή Μονάδα Αποθήκευσης και Επαναεριοποίησης) άρχισε εμπορική λειτουργία τον Οκτώβριο του 2024 και διαθέτει δυναμικότητα επαναεριοποίησης έως 5,5 δισεκατομμύρια κυβικά μέτρα ετησίως. Το αέριο μπορεί να διοχετευθεί στο ελληνικό δίκτυο και από εκεί προς τη Βουλγαρία και ευρύτερα προς τη Νοτιοανατολική και Κεντρική Ευρώπη. [7]

Η σημασία είναι προφανής: η Αλεξανδρούπολη συμμετέχει πλέον σε μια προσπάθεια διαφοροποίησης των ενεργειακών διαδρομών της περιοχής.

Ωστόσο, και εδώ απαιτείται διάκριση μεταξύ υποδομής και χρησιμοποιούμενης χωρητικότητας.

Το Vertical Gas Corridor (Κάθετος Διάδρομος Φυσικού Αερίου) έχει στρατηγική λογική, αλλά η εμπορική του αξιοποίηση δεν έχει ακόμη φτάσει στο επίπεδο που υπονοεί η πολιτική ρητορική. Τον Δεκέμβριο του 2025, τρεις δημοπρασίες δυναμικότητας για τον Ιανουάριο δεν προσέλκυσαν προσφορές, ενώ τον Ιανουάριο του 2026 οι διαθέσιμες ποσότητες που δεσμεύθηκαν ήταν εξαιρετικά περιορισμένες.

Αυτό δεν ακυρώνει τον διάδρομο. Δείχνει όμως ότι η γεωπολιτική χρησιμότητα μιας υποδομής δεν μετατρέπεται αυτόματα σε εμπορική βιωσιμότητα.

Και αυτό είναι κρίσιμο για την Αλεξανδρούπολη. Το στρατηγικό πλεονέκτημα θα αποκτήσει μόνιμη αξία μόνο εάν οι διάδρομοι που ξεκινούν από αυτήν αποκτήσουν πραγματικούς χρήστες, σταθερές ροές και οικονομική βιωσιμότητα.

Η Ρωσία και η Τουρκία: όχι ιδιοκτησία, αλλά στρατηγικός ανταγωνισμός

Δεν υπάρχει λόγος να υποθέσουμε ότι η Ρωσία ή η Τουρκία επιδιώκουν να αποκτήσουν ιδιοκτησιακό έλεγχο της Αλεξανδρούπολης. Το ενδιαφέρον τους αφορά περισσότερο τις συνέπειες της στρατηγικής αναβάθμισης του λιμανιού.

Η FRS παρέχει μάλιστα συγκεκριμένα στοιχεία για τη ρωσική διάσταση. Σύμφωνα με την έρευνα της, η Μόσχα είχε επιχειρήσει από τη δεκαετία του 2010 να αποκτήσει επιρροή στην περιοχή μέσω οικονομικών, πολιτιστικών, εκπαιδευτικών και τοπικών δικτύων, ενώ η αναβάθμιση της αμερικανικής παρουσίας στην Αλεξανδρούπολη προκάλεσε εμφανή ρωσική ανησυχία. Η ίδια μελέτη καταγράφει ρωσικές αντιδράσεις και σημειώνει ότι η Μόσχα είχε λόγο να προσπαθήσει να περιορίσει την αμερικανική επιρροή στην περιοχή. [1]

Υπάρχει και μια δεύτερη διάσταση. Το ΕΛΙΑΜΕΠ έχει επισημάνει την Αλεξανδρούπολη ως πιθανό κρίσιμο σημείο των γραμμών στρατιωτικού εφοδιασμού του ΝΑΤΟ και, συνεπώς, ως υποδομή που θα μπορούσε να βρεθεί στο επίκεντρο ρωσικών προσπαθειών παρεμπόδισης σε περίπτωση ευρύτερης σύγκρουσης. [8]

Αυτό δεν σημαίνει ότι η Αλεξανδρούπολη αποτελεί σήμερα «ρωσικό στόχο». Μια τέτοια άποψη είναι λάθος. Σημαίνει όμως ότι η στρατηγική της αναβάθμιση αυξάνει την αξία της μέσα στον ανταγωνισμό Ρωσίας–ΝΑΤΟ.

Η Τουρκία βρίσκεται σε διαφορετική θέση. Η Άγκυρα δεν χρειάζεται να αποκτήσει την Αλεξανδρούπολη για να ενδιαφέρεται για αυτήν. Εάν ένας ελληνικός διάδρομος αποκτήσει τη δυνατότητα να μεταφέρει σημαντικό μέρος των ροών προς τη Μαύρη Θάλασσα και την Ανατολική Ευρώπη χωρίς διέλευση από τα Στενά, τότε μειώνεται, έστω και οριακά, η αποκλειστικότητα της τουρκικής γεωγραφικής θέσης.

Η FRS καταγράφει ακριβώς αυτή τη διάσταση: η Αλεξανδρούπολη λειτουργεί ως συμπληρωματική εναλλακτική προς τα Στενά και η στρατηγική της αναβάθμιση έχει ενοχλήσει κατά περιόδους και την Άγκυρα. [1]

Αυτό δεν σημαίνει ότι η Τουρκία χάνει τη γεωστρατηγική της σημασία. Το αντίθετο. Η τουρκική θέση παραμένει αναντικατάστατη σε πολλά επίπεδα. Αυτό που αλλάζει είναι ότι η Ελλάδα αποκτά μια επιπλέον επιλογή και, μαζί με αυτήν, ένα μικρότερο αλλά υπαρκτό περιθώριο στρατηγικής αυτονομίας.

Το ινδικό ενδιαφέρον είναι πραγματικό, αλλά βρίσκεται ακόμη σε διαφορετική χρονική κλίμακα

Η Ινδία αποτελεί ίσως το πιο ενδιαφέρον μελλοντικό στοιχείο της υπόθεσης, ακριβώς επειδή εδώ πρέπει να αποφύγουμε την υπερβολή.

Τον Φεβρουάριο του 2026, η Ελλάδα και Ινδία επανέλαβαν τη στρατηγική κατεύθυνση εμβάθυνσης των ελληνοϊνδικών σχέσεων στους τομείς της άμυνας, της ναυτιλίας, της ναυπηγικής και των υποδομών. Ο Έλληνας πρωθυπουργός επανέλαβε επίσης ότι η Ελλάδα μπορεί να λειτουργήσει ως πύλη της Ινδίας προς την Ευρώπη και εξέφρασε τη βούληση της Αθήνας να συμμετάσχει στο India–Middle East–Europe Economic Corridor (IMEC – Οικονομικός Διάδρομος Ινδίας–Μέσης Ανατολής–Ευρώπης). [9] Αυτό είναι σημαντικό.

Δεν αποδεικνύει όμως ότι η Αλεξανδρούπολη έχει ήδη καταστεί ινδικός κόμβος ή ότι συγκεκριμένος ινδικός όμιλος έχει αποφασίσει να επενδύσει σε αυτήν.

Η πραγματική γεωπολιτική σημασία της Ινδίας βρίσκεται στη δυνατότητα δημιουργίας μελλοντικών εμπορικών ροών μεταξύ Ινδίας και Ευρώπης και στη θέση που θα μπορούσε να αποκτήσει η Ελλάδα σε αυτές. Ο ίδιος ο πρωθυπουργός έχει μιλήσει για την Ελλάδα ως «natural entry point» για τη Νοτιοανατολική, Κεντρική και Ανατολική Ευρώπη και έχει συνδέσει το ζήτημα με την ανάγκη ανάπτυξης νέων εμπορικών και ψηφιακών διαδρομών. [10]

Το πρόβλημα είναι ότι το IMEC παραμένει ένα σχέδιο με σημαντικά γεωπολιτικά και τεχνικά εμπόδια.

Η Carnegie έχει επισημάνει ότι ο διάδρομος σχεδιάστηκε ως πολυκρατικό σύστημα με σύνθετες νομικές, πολιτικές και κανονιστικές απαιτήσεις και ότι οι εξελίξεις στη Μέση Ανατολή, ο πόλεμος στη Γάζα και η διακοπή της προσπάθειας εξομάλυνσης Ισραήλ–Σαουδικής Αραβίας δημιούργησαν σοβαρές αβεβαιότητες.

Ακόμη και από την ινδική πλευρά, η εικόνα δεν είναι τόσο απλή όσο παρουσιάζεται συχνά. Η Carnegie India σημειώνει ότι η Ινδία εξακολουθεί να ενδιαφέρεται για εναλλακτικές διαδρομές προς την Ευρώπη, αλλά οι αναταράξεις στη Μέση Ανατολή και το γεγονός ότι μεγάλο μέρος των απαιτούμενων υποδομών δεν έχει ακόμη κατασκευαστεί περιορίζουν την άμεση δυναμική του IMEC.

Επομένως, η σύνδεση Αλεξανδρούπολης–Ινδίας πρέπει να αντιμετωπίζεται ως μακροπρόθεσμη γεωπολιτική δυνατότητα, όχι ως ήδη ολοκληρωμένη πραγματικότητα.

Αυτό δεν την κάνει λιγότερο ενδιαφέρουσα. Την κάνει απλώς πιο σοβαρή ως αναλυτική υπόθεση.

Ποιος πραγματικά «θέλει» την Αλεξανδρούπολη;

Οι Ηνωμένες Πολιτείες έχουν αποδεδειγμένη επιχειρησιακή χρήση. Το ΝΑΤΟ έχει εντάξει την Αλεξανδρούπολη στη στρατιωτική κινητικότητα προς την ανατολική πτέρυγα. Η Ευρωπαϊκή Ένωση έχει συμφέρον στην ανάπτυξη των διευρωπαϊκών δικτύων μεταφορών και ενεργειακής διαφοροποίησης. Η Βουλγαρία και η Ρουμανία έχουν άμεσο ενδιαφέρον για τις βόρειες προεκτάσεις των διαδρόμων. Η Ουκρανία έχει συμφέρον σε περισσότερες και ασφαλέστερες διαδρομές προς την Ευρώπη. Η Ινδία βλέπει την Ελλάδα ως πιθανή πύλη προς την ευρωπαϊκή αγορά.

Αυτό που δεν υπάρχει ακόμη είναι ένας ενιαίος, πλήρως λειτουργικός «διάδρομος Αλεξανδρούπολης» που να συνδέει όλες αυτές τις ροές.

Υπάρχουν κομμάτια ενός δικτύου.

Αυτή είναι ίσως η σημαντικότερη διαπίστωση που μπορούμε να κάνουμε.

Η Αλεξανδρούπολη έχει ήδη στρατιωτική χρησιμότητα. Έχει ενεργειακή υποδομή. Διαθέτει γεωγραφικό πλεονέκτημα. Υπάρχουν συμφωνίες και χρηματοδοτήσεις για τη βελτίωση των βόρειων συνδέσεων. Υπάρχει στρατηγικό ενδιαφέρον για σύνδεση με τη Μαύρη Θάλασσα και την Ουκρανία. Υπάρχει, τέλος, μια μακροπρόθεσμη συζήτηση για σύνδεση της Ελλάδας με τις ινδικές ροές.

Αλλά το δίκτυο αυτό δεν έχει ακόμη αποκτήσει πλήρη συνοχή.

Το πραγματικό ζήτημα δεν είναι η ιδιοκτησία αλλά ο έλεγχος των ροών

Η συζήτηση γύρω από την Αλεξανδρούπολη συχνά περιστρέφεται γύρω από το ερώτημα αν θα εμφανιστεί κάποιος μεγάλος ξένος επενδυτής

Η Αλεξανδρούπολη Port Authority (Οργανισμός Λιμένος Αλεξανδρούπολης) βρίσκεται σήμερα σε πλήρη ιδιοκτησία του Growthfund, του ελληνικού κρατικού επενδυτικού ταμείου. Το Growthfund καταγράφει την εταιρεία ως «Full Ownership», ενώ το ισχύον θεσμικό πλαίσιο προβλέπει μακροχρόνια παραχώρηση της χρήσης των λιμενικών υποδομών. [11]

Το γεγονός αυτό έχει σημασία, αλλά δεν αρκεί για να περιγράψει τη στρατηγική εικόνα.

Ένα κράτος μπορεί να διατηρεί την ιδιοκτησία μιας υποδομής και ταυτόχρονα να επιτρέπει σε ξένες δυνάμεις, επιχειρήσεις και διεθνείς οργανισμούς να αποκτούν σημαντική πρόσβαση στη λειτουργία της.

Γι’ αυτό, από πλευράς εθνικής ασφάλειας, το κρίσιμο ζήτημα δεν είναι μόνο ποιος έχει τις μετοχές. Είναι ποιος μπορεί να επηρεάζει:

τις στρατιωτικές ροές,

τις εμπορικές αλυσίδες,

τις ενεργειακές ροές,

τις επενδύσεις,

τα σιδηροδρομικά και οδικά δίκτυα,

τις πληροφοριακές και ψηφιακές υποδομές,

και, τελικά, τις αποφάσεις για το πώς και πότε χρησιμοποιείται η υποδομή.

Αυτό είναι πολύ πιο σύνθετο από την ιδιοκτησία.

Η μεγάλη αδυναμία: η Αλεξανδρούπολη μπορεί να γίνει στρατηγικός κόμβος πριν γίνει πραγματικά αποτελεσματικός κόμβος

Η πολιτική και στρατιωτική αξία της Αλεξανδρούπολης έχει αυξηθεί ταχύτερα από την ωριμότητα όλων των υποδομών που απαιτούνται για να στηρίξουν αυτή την αξία.

Το λιμάνι μπορεί να δεχθεί βαριά στρατιωτικά φορτία. Το απέδειξε. Η FSRU λειτουργεί. Το απέδειξε. Το ΝΑΤΟ έχει χρησιμοποιήσει την υποδομή. Το απέδειξε.

Αλλά ένας πραγματικός στρατηγικός κόμβος δεν κρίνεται μόνο από το αν μπορεί να ξεφορτώσει ένα πλοίο. Κρίνεται από το αν μπορεί να διακινήσει γρήγορα, με ασφάλεια και σε μεγάλη κλίμακα το φορτίο από το λιμάνι προς τον τελικό προορισμό.

Εδώ μπαίνουν στο παιχνίδι οι σιδηρόδρομοι, οι δρόμοι, τα σύνορα, οι τελωνειακές διαδικασίες, οι δυνατότητες αποθήκευσης, οι ενεργειακές διασυνδέσεις και η ανθεκτικότητα ολόκληρης της αλυσίδας.

Η ΕΛΙΑΜΕΠ έχει επισημάνει αυτή τη διττή διάσταση της στρατιωτικής κινητικότητας: η Αλεξανδρούπολη και η Θεσσαλονίκη μπορούν να λειτουργήσουν ως σημαντικοί κόμβοι, αλλά η αξιοποίηση της γεωγραφικής τους θέσης προϋποθέτει επενδύσεις σε ευρύτερες μεταφορικές υποδομές. [12]

Με άλλα λόγια, η Ελλάδα δεν έχει κερδίσει ακόμη ολόκληρο το γεωστρατηγικό παιχνίδι. Έχει αποκτήσει ένα εξαιρετικά σημαντικό πλεονέκτημα θέσης και πρέπει τώρα να το μετατρέψει σε πραγματική επιχειρησιακή ικανότητα.

Τι μπορεί να αλλάξει εάν οι υποδομές ολοκληρωθούν

Εάν οι οδικές και σιδηροδρομικές συνδέσεις προς Βουλγαρία και Ρουμανία αναβαθμιστούν ουσιαστικά, εάν η ενεργειακή διασύνδεση αποκτήσει σταθερή εμπορική χρήση και εάν οι συνδέσεις προς την Ουκρανία αποκτήσουν μόνιμο χαρακτήρα, τότε η Αλεξανδρούπολη θα αποκτήσει ένα χαρακτηριστικό που δεν έχει σήμερα στον ίδιο βαθμό:

τη δυνατότητα να λειτουργεί ως πραγματικός πολυτροπικός κόμβος.

Τότε οι στρατιωτικές, ενεργειακές και εμπορικές ροές δεν θα είναι παράλληλες δραστηριότητες. Θα αποτελούν τμήματα ενός ενιαίου δικτύου.

Η στρατηγική σημασία αυξάνεται ακριβώς όταν η ίδια υποδομή εξυπηρετεί περισσότερες από μία λειτουργίες.

Ένα λιμάνι που χρησιμοποιείται μόνο για εμπορικά φορτία έχει μία μορφή αξίας.

Ένα λιμάνι που μπορεί να υποστηρίξει ταυτόχρονα στρατιωτική κινητικότητα, ενεργειακή διαφοροποίηση, εμπορική διακίνηση και περιφερειακή συνδεσιμότητα αποκτά πολύ διαφορετικό βάρος.

Και εδώ η χώρα μας έχει ένα πλεονέκτημα που δεν πρέπει να υποτιμηθεί.

Η χώρα βρίσκεται στο νοτιοανατολικό άκρο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, αλλά η Αλεξανδρούπολη μπορεί να λειτουργήσει ως βόρεια πύλη της Ελλάδας προς τα Βαλκάνια και την Ανατολική Ευρώπη.

Η ινδική προοπτική και ο Ινδο-Ειρηνικός πρέπει να παραμείνουν μακροπρόθεσμο σενάριο

Η σύνδεση της Αλεξανδρούπολης με την Ινδία και τον Ινδο-Ειρηνικό είναι ίσως το πιο φιλόδοξο τμήμα της ανάλυσης και πρέπει να αντιμετωπιστεί με τη μεγαλύτερη προσοχή.

Δεν υπάρχει σήμερα καμία απόδειξη ότι η Αλεξανδρούπολη αποτελεί ήδη επίσημο κόμβο ενός λειτουργικού ευρωϊνδικού δικτύου.

Υπάρχει όμως μια ευρύτερη γεωπολιτική τάση: η Ινδία επιδιώκει μεγαλύτερη στρατηγική και οικονομική παρουσία στην Ευρώπη, η Ευρωπαϊκή Ένωση ενδιαφέρεται για διαφοροποίηση εμπορικών και στρατηγικών εταίρων, ενώ η Ελλάδα επιδιώκει να τοποθετήσει τις λιμενικές, ενεργειακές και ψηφιακές υποδομές της μέσα σε αυτή τη νέα γεωγραφία.

Αν αυτή η τάση συνεχιστεί, η Αλεξανδρούπολη θα μπορούσε να επωφεληθεί όχι επειδή αποτελεί αυτοτελή «ινδικό λιμάνι», αλλά επειδή βρίσκεται πάνω σε ένα πιθανό ευρωπαϊκό δίκτυο που μπορεί να συνδέσει τη Μεσόγειο, τα Βαλκάνια και την Κεντρική Ευρώπη. Και η διαφορά αυτή, είναι ουσιαστική.

Δεν πρέπει να παρουσιάζουμε το σενάριο ως πραγματικότητα. Πρέπει να το αντιμετωπίζουμε ως πιθανή μελλοντική εξέλιξη με σημαντικές γεωπολιτικές συνέπειες.

Η Ελλάδα έχει μπροστά της ένα στρατηγικό παράθυρο — όχι μια εγγυημένη επιτυχία

Η Αλεξανδρούπολη βρίσκεται σήμερα σε ένα εξαιρετικά ευνοϊκό γεωγραφικό σημείο, αλλά η γεωγραφία από μόνη της δεν αρκεί.

Το λιμάνι έχει ήδη αποδείξει τη στρατιωτική του χρησιμότητα. Η ενεργειακή υποδομή έχει πλέον πραγματική λειτουργία. Οι Ηνωμένες Πολιτείες και το ΝΑΤΟ έχουν επενδύσει επιχειρησιακά στη χρήση του. Η Ευρωπαϊκή Ένωση ενδιαφέρεται για την ανάπτυξη των βόρειων διαδρόμων. Η Βουλγαρία και η Ρουμανία έχουν άμεσο συμφέρον από τη σύνδεση με το Αιγαίο. Η Ουκρανία μπορεί να αποτελέσει μελλοντικό προορισμό αυτών των ροών. Και η Ινδία προσφέρει έναν μακροπρόθεσμο ορίζοντα που υπερβαίνει τα σημερινά περιφερειακά δεδομένα.

Ταυτόχρονα, όμως, υπάρχουν σοβαροί περιορισμοί.

Οι σιδηροδρομικές υποδομές δεν έχουν ακόμη την απαιτούμενη συνολική επάρκεια. Ο Vertical Gas Corridor έχει στρατηγική αξία αλλά ακόμη περιορισμένη εμπορική ζήτηση. Το IMEC εξακολουθεί να εξαρτάται από μια ασταθή Μέση Ανατολή και από υποδομές που σε μεγάλο βαθμό δεν έχουν ολοκληρωθεί. Η μελλοντική σύνδεση με την Ουκρανία εξαρτάται από τον πόλεμο και τη μεταπολεμική αρχιτεκτονική της περιοχής. Και η στρατιωτική σημασία του λιμανιού αυξάνει ταυτόχρονα την ανάγκη προστασίας του.

Η Αλεξανδρούπολη, συνεπώς, δεν είναι ακόμη αυτό που ορισμένες πολιτικές δηλώσεις περιγράφουν ως «νέο γεωπολιτικό κέντρο της Ευρώπης».

Είναι κάτι πιο ενδιαφέρον: ένα στρατηγικό σημείο που βρίσκεται στη διαδικασία μετατροπής του σε κόμβο.

Αυτό ακριβώς είναι που πρέπει να παρακολουθήσουμε.

Το πραγματικό παιχνίδι βρίσκεται στις ροές

Η ιδιοκτησία του λιμανιού είναι σημαντική, αλλά δεν είναι το μοναδικό ούτε το σημαντικότερο μέτρο γεωπολιτικής ισχύος.

Η πραγματική στρατηγική αξία θα κριθεί από το ποιος μπορεί να επηρεάζει τις ροές που περνούν από την Αλεξανδρούπολη, ποιος ελέγχει ή προστατεύει τα δίκτυα που τη συνδέουν με τον Βορρά και ποιος διαθέτει την ικανότητα να διατηρεί αυτές τις ροές σε λειτουργία σε περίοδο κρίσης.

Εδώ βρίσκεται και η μεγαλύτερη πρόκληση για την Ελλάδα.

Όσο περισσότερη στρατιωτική, ενεργειακή και εμπορική δραστηριότητα συγκεντρώνεται γύρω από την Αλεξανδρούπολη, τόσο περισσότερο η υποδομή μετατρέπεται σε στοιχείο εθνικής ανθεκτικότητας αλλά και σε πιθανό σημείο πίεσης.

Η προστασία της δεν μπορεί επομένως να περιορίζεται στη φυσική ασφάλεια του λιμένα. Αφορά την κυβερνοασφάλεια, την προστασία κρίσιμων υποδομών, τη διαθεσιμότητα του σιδηροδρομικού δικτύου, την ενεργειακή ασφάλεια, την εφοδιαστική συνέχεια, την αντιμετώπιση υβριδικών απειλών και την έγκαιρη αναγνώριση προσπαθειών εξωτερικής επιρροής.

Εδώ, κατά τη γνώμη μου, βρίσκεται η ουσιαστική γεωστρατηγική αξία της Αλεξανδρούπολης.

Δεν είναι ένα ακόμη ελληνικό λιμάνι που απέκτησε ξαφνικά διεθνή δημοσιότητα.

Είναι ένα σημείο όπου μπορούν να συγκλίνουν διαφορετικά δίκτυα ισχύος: το αμερικανικό και νατοϊκό σύστημα στρατιωτικής κινητικότητας, η ευρωπαϊκή προσπάθεια ενεργειακής και μεταφορικής διαφοροποίησης, οι βαλκανικές συνδέσεις, η μελλοντική ανασυγκρότηση και ενσωμάτωση της Ουκρανίας και, σε μεγαλύτερο χρονικό ορίζοντα, η προσπάθεια της Ινδίας να αποκτήσει αποτελεσματικότερη πρόσβαση στην Ευρώπη.

Το ερώτημα επομένως δεν είναι αν κάποιος θα αγοράσει την Αλεξανδρούπολη.

Ούτε αν το λιμάνι θα γίνει αύριο το «νέο Ρότερνταμ» ή ο νέος Πειραιάς.

Το πραγματικό ερώτημα είναι αν η Ελλάδα θα μπορέσει να μετατρέψει το γεωγραφικό της πλεονέκτημα σε διαρκή στρατηγική ικανότητα.

Γιατί η γεωγραφία προσφέρει την ευκαιρία. Οι υποδομές τη μετατρέπουν σε δυνατότητα. Και η πολιτική, οικονομική και στρατηγική διαχείριση αποφασίζει τελικά αν η δυνατότητα θα μετατραπεί σε ισχύ.

Η Αλεξανδρούπολη βρίσκεται σήμερα ακριβώς σε αυτό το μεταίχμιο.

Και γι’ αυτό αξίζει να παρακολουθείται όχι μόνο ως λιμάνι, αλλά ως κόμβος ενός ευρύτερου ανταγωνισμού για τις ροές, τις υποδομές και τη γεωγραφία της ισχύος στη Νοτιοανατολική Ευρώπη.

Βιβλιογραφία – βασικές πηγές

[1] Aris Marghelis, Fondation pour la Recherche Stratégique (FRS), The Port of Alexandroupolis: A Strategic and Geopolitical Assessment, Note No. 18/2024, 1 August 2024.

[2] U.S. Department of State, Joint Statement on the U.S.-Greece Strategic Dialogue, 9 February 2024.

[3] U.S. Army, Port of Alexandroupolis makes sustainment history with heavy brigade movement, 17 March 2024.

[4] NATO Supreme Headquarters Allied Powers Europe (SHAPE), NATO’s Allied Reaction Force Embarks on Eastern Europe’s Largest Military Training Exercise in 2025, 3 February 2025.

[5] Kathimerini / eKathimerini, Greece, Bulgaria and Romania sign agreement on Aegean-Black Sea corridor, 5 December 2025.

[6] Kathimerini / eKathimerini, Passenger trains suspended on Alexandroupoli lines due to freight transport, 9 March 2025.

[7] Reuters, LNG terminal off northern Greece diversifies gas routes to Europe, 1 October 2024.

[8] ΕΛΙΑΜΕΠ, Moscow’s Strategic Obsession with the Eastern Mediterranean: Lessons from pre-Cold-War History, Policy Paper No. 103/2022.

[9] Prime Minister of the Hellenic Republic, Prime Minister Kyriakos Mitsotakis’ meeting with the Prime Minister of India Narendra Modi, 19 February 2026.

[10] Prime Minister of the Hellenic Republic, Interview on Times Now, 18 February 2026.

[11] Growthfund, Our Subsidiaries & Participations Portfolio – Alexandroupolis Port Authority, current corporate information, 2026.

[12] ΕΛΙΑΜΕΠ, analysis on European defence policy and military mobility in Greece, including the strategic role of Thessaloniki and Alexandroupolis transport hubs.

[13] Carnegie Endowment for International Peace, The Geopolitics of Economic Development in the Middle East, 2024.

[14] Carnegie Endowment for International Peace, The India-Middle East-Europe Economic Corridor (IMEC): Too Little, Too Late?, 2023.

[15] Carnegie India, Disquiet on the West Asian Front, 2024.

[16] Kathimerini / eKathimerini, Vertical Corridor gas tenders draw blank, 23 December 2025.

[17] Kathimerini / eKathimerini, Demand for Vertical Corridor gas auctions disappoints, 27 January 2026.

[18] Associated Press, Greek man accused of spying at NATO transit hub has been charged and jailed pending trial, 2025.

Συνέχεια ανάγνωσης

GEOPOLITICO

Γρίβας: Τα τρωτά σημεία της Τουρκίας

Ο καθηγητής Γεωπολιτικής και Σύγχρονων Στρατιωτικών Τεχνολογιών, στη συνέντευξή του στον Χρήστο Μουρτζούκου, προειδοποιεί για τη στρατηγική της Άγκυρας στο Αιγαίο, απορρίπτει την εικόνα μιας ανίκητης Τουρκίας και ζητά αποτροπή, συνολική εθνική στρατηγική και προστασία των κρίσιμων ελληνικών οπλικών συστημάτων.

Δημοσιεύτηκε

στις

Το καλώδιο ηλεκτρικής διασύνδεσης, οι τουρκικές διεκδικήσεις στο Αιγαίο, η δραστηριότητα των αλιευτικών και οι κινήσεις γύρω από τα θαλάσσια πάρκα αποτελούν, σύμφωνα με τον Κωνσταντίνο Γρίβα, διαφορετικές εκφάνσεις μιας ενιαίας στρατηγικής: της σταδιακής αποδόμησης της ελληνικής κυριαρχίας και της επιβολής τουρκικού ελέγχου στον θαλάσσιο χώρο.

Στη συνέντευξή του στον Χρήστο Μουρτζούκου, στην εκπομπή «Με τη ματιά του απόδημου», ο καθηγητής Γεωπολιτικής και Σύγχρονων Στρατιωτικών Τεχνολογιών άσκησε έντονη κριτική στην ελληνική διαχείριση των ελληνοτουρκικών. Υποστήριξε ότι το αφήγημα των «ήρεμων υδάτων» συγκαλύπτει την εξέλιξη μιας ευρύτερης τουρκικής εκστρατείας, ενώ επέμεινε ότι η αποφυγή του πολέμου προϋποθέτει αξιόπιστη αποτροπή.

Το καλώδιο και η στρατηγική της «σαλαμοποίησης»

Αφετηρία της συζήτησης αποτέλεσε το έργο ηλεκτρικής διασύνδεσης Ελλάδας–Κύπρου–Ισραήλ και το ερώτημα εάν η αποδοχή τουρκικών απαιτήσεων για προηγούμενη ενημέρωση μπορεί να δημιουργήσει προηγούμενο για άλλες ελληνικές δραστηριότητες.

Ο Κωνσταντίνος Γρίβας ενέταξε την υπόθεση στη λογική της «σαλαμοποίησης»: της απόσπασης μικρών, διαδοχικών υποχωρήσεων, χωρίς να απαιτείται κάθε φορά μια μεγάλη στρατιωτική αντιπαράθεση.

Κατά την εκτίμησή του, η Άγκυρα επιδιώκει να καθιερώσει στην πράξη την αντίληψη ότι η Ελλάδα οφείλει να συνεννοείται μαζί της για τις κινήσεις της στο Αιγαίο. Εάν αυτή η λογική γίνει αποδεκτή, προειδοποίησε, θα προστεθεί ακόμη ένα βήμα στην υπονόμευση της ελληνικής ανεξαρτησίας.

Το διακύβευμα, όπως το περιέγραψε, υπερβαίνει την οικονομική αξία ενός ενεργειακού έργου ή την εκμετάλλευση θαλάσσιων πόρων. Αφορά τη δυνατότητα της χώρας να ασκεί τα δικαιώματά της χωρίς να υπόκειται σε εξωτερική επιτήρηση.

Το Αιγαίο ως συνδετικός ιστός της χώρας

Κεντρικό σημείο της ανάλυσής του ήταν η γεωγραφική και στρατηγική σημασία του Αιγαίου για την ελληνική συνοχή.

Ο καθηγητής υποστήριξε ότι η συζήτηση συχνά παραγνωρίζει την παρουσία των ελληνικών νησιών και παρουσιάζει το Αιγαίο σαν έναν θαλάσσιο χώρο που απλώς παρεμβάλλεται μεταξύ δύο κρατών. Στη δική του γεωπολιτική προσέγγιση, οι θαλάσσιες επικοινωνίες μεταξύ των νησιών και της ηπειρωτικής χώρας αποτελούν θεμελιώδες στοιχείο της εθνικής υπόστασης.

Με αυτό το σκεπτικό ερμήνευσε και τη «Γαλάζια Πατρίδα». Κατά τον ίδιο, η τουρκική επιδίωξη είναι να αντιμετωπίζονται ελληνικά νησιά ως θύλακες περιορισμένης κυριαρχίας μέσα σε έναν χώρο στον οποίο η Άγκυρα αξιώνει καθοριστικό έλεγχο.

Πρόκειται, όπως υποστήριξε, για απειλή που πρέπει να αντιμετωπιστεί συνολικά και να εξηγηθεί με σαφήνεια στους συμμάχους της Ελλάδας.

«Ήρεμα ύδατα» και αντιφατικά μηνύματα προς τους συμμάχους

Ιδιαίτερα αιχμηρός εμφανίστηκε απέναντι στην αντίληψη ότι οι ελληνοτουρκικές σχέσεις βρίσκονται σε μια ουσιαστικά ομαλή περίοδο.

Κατά τον Γρίβα, η Τουρκία συνεχίζει να ασκεί πίεση με στρατιωτικά, πολιτικά και επικοινωνιακά μέσα, ενώ στην Ελλάδα υποβαθμίζεται η σημασία αυτών των κινήσεων. Υποστήριξε ότι αυτή η απόσταση μεταξύ πραγματικότητας και δημόσιας παρουσίασης δυσκολεύει και τη διεκδίκηση διεθνούς υποστήριξης.

Το ερώτημα που έθεσε ήταν συγκεκριμένο: πώς μπορεί η Αθήνα να περιμένει ουσιαστική κινητοποίηση τρίτων, εάν η ίδια εκπέμπει το μήνυμα ότι δεν αντιμετωπίζει σοβαρό πρόβλημα με την Άγκυρα;

Στο ίδιο πλαίσιο διατύπωσε βαριές πολιτικές καταγγελίες για τμήματα του ελληνικού συστήματος εξουσίας, τα οποία, κατά την άποψή του, διευκολύνουν την τουρκική στρατηγική μέσω της υποβάθμισης της απειλής και της καλλιέργειας αντιλήψεων παραίτησης.

Η Τουρκία έχει τρωτά σημεία – Η αποτροπή αποσκοπεί στην αποφυγή του πολέμου

Ο καθηγητής απέρριψε την εικόνα ότι μια ελληνοτουρκική σύγκρουση θα οδηγούσε αναπόφευκτα σε ελληνική ήττα.

Αναγνώρισε ότι η Τουρκία διαθέτει πλεονεκτήματα, επέμεινε όμως ότι διαθέτει και σοβαρές τρωτότητες. Αντίστοιχα, υποστήριξε ότι η Ελλάδα εξακολουθεί να έχει σημαντικά στρατιωτικά πλεονεκτήματα, τα οποία δεν πρέπει να παραγνωρίζονται.

Στην ανάλυσή του έδωσε ιδιαίτερη βαρύτητα στην εσωτερική πολιτική και κοινωνική κατάσταση της Τουρκίας, καθώς και στην εξάρτηση της ηγεσίας της από την εικόνα μιας ισχυρής, ανερχόμενης δύναμης. Εκτίμησε ότι ένα πλήγμα σε αυτή την εικόνα θα μπορούσε να προκαλέσει σοβαρούς εσωτερικούς κραδασμούς.

Παράλληλα, προειδοποίησε ότι μια ένοπλη σύγκρουση μπορεί να εξελιχθεί ανεξέλεγκτα και να αποδειχθεί καταστρεπτική και για τις δύο χώρες. Απέρριψε, μάλιστα, ως παρανοϊκή τη λογική ενός δήθεν προσυμφωνημένου και ελεγχόμενου μικρού επεισοδίου.

«Πρέπει να το αποφύγουμε. Όντως πρέπει να το αποφύγουμε. Γι’ αυτό υπάρχει αποτροπή», τόνισε.

Το πρώτο πλήγμα και ο έλεγχος της κλιμάκωσης

Στη συζήτηση για το προληπτικό πλήγμα, ο Γρίβας υποστήριξε ότι η σχετική δυνατότητα πρέπει να εξετάζεται ως στοιχείο της στρατηγικής εργαλειοθήκης και της αποτροπής.

Η θέση του ήταν ότι ο αντίπαλος δεν πρέπει να θεωρεί δεδομένο πως μπορεί να επιλέγει κάθε φορά τον τόπο, τον χρόνο και την ένταση μιας κρίσης, εξασφαλίζοντας προβλέψιμες και περιορισμένες ελληνικές αντιδράσεις.

Έδωσε έμφαση στον έλεγχο της κλιμάκωσης: στη δυνατότητα της Ελλάδας να μην εγκλωβίζεται σε ένα παιχνίδι διαδοχικών μικρών πιέσεων που οργανώνει η άλλη πλευρά.

Ταυτόχρονα, διευκρίνισε ότι η αναφορά σε αυτή τη δυνατότητα δεν αποτελεί προτροπή για άμεση επίθεση. Την ενέταξε στη λογική αποτροπής μιας σύγκρουσης, επιμένοντας στους μεγάλους κινδύνους που θα συνεπαγόταν ο πόλεμος.

Τα αλιευτικά και τα θαλάσσια πάρκα στο ίδιο στρατηγικό πλαίσιο

Η συζήτηση επεκτάθηκε στη δραστηριότητα τουρκικών αλιευτικών κοντά σε ελληνικές ακτές και στις επιπτώσεις για τους Έλληνες ψαράδες.

Ο καθηγητής υποστήριξε ότι τέτοιες κινήσεις πρέπει να αξιολογούνται και υπό το πρίσμα της εθνικής ασφάλειας. Κατά την εκτίμησή του, η παρουσία αλιευτικών μπορεί να χρησιμοποιείται ως μέσο εμπέδωσης τουρκικής παρουσίας και αμφισβήτησης του ελληνικού ελέγχου.

Παρέπεμψε στο κινεζικό μοντέλο αξιοποίησης πολιτικών θαλάσσιων μέσων για στρατηγικούς σκοπούς, υποστηρίζοντας ότι η Τουρκία ακολουθεί ανάλογες μεθόδους.

Αλιευτικά, NAVTEX, θαλάσσια πάρκα και παρεμβάσεις στις έρευνες για το καλώδιο συνθέτουν, στη δική του ανάγνωση, ένα ολοκληρωμένο σύστημα πίεσης. Γι’ αυτό και ζήτησε συνολική ελληνική στρατηγική, αντί για αποσπασματική αντιμετώπιση κάθε περιστατικού.

Ουκρανία: Αντίθετος στην παραχώρηση κρίσιμων ελληνικών όπλων

Στο σκέλος της συνέντευξης για την Ουκρανία, ο Γρίβας εξέφρασε κατηγορηματική αντίθεση σε ενδεχόμενη παραχώρηση κρίσιμων ελληνικών οπλικών συστημάτων.

Χαρακτήρισε ένα τέτοιο ενδεχόμενο «εθνικό έγκλημα», υποστηρίζοντας ότι η Ελλάδα αντιμετωπίζει δικές της σοβαρές ανάγκες ασφαλείας και δεν μπορεί να διακινδυνεύσει κενά στην άμυνά της.

Αμφισβήτησε επίσης τη διαβεβαίωση ότι τα συστήματα που θα παραχωρούνταν θα μπορούσαν να αντικατασταθούν εύκολα και γρήγορα. Επικαλέστηκε τις πιέσεις στην παραγωγή και στην αναπλήρωση στρατιωτικών αποθεμάτων, συνδέοντας το ζήτημα με τις ευρύτερες αλλαγές στον σύγχρονο πόλεμο.

Η ευρωπαϊκή προσέγγιση στην Τουρκία και η ενεργειακή πίεση

Ο καθηγητής άσκησε κριτική και σε ευρωπαϊκές προσεγγίσεις που αντιμετωπίζουν την Τουρκία ως αναγκαίο στήριγμα της ευρωπαϊκής άμυνας απέναντι στη Ρωσία.

Κατά την άποψή του, αυτή η λογική παραγνωρίζει τις σχέσεις της Άγκυρας με τη Μόσχα και δημιουργεί περιθώρια στην τουρκική ηγεσία να αξιοποιεί τη στρατιωτική της ισχύ ως διπλωματικό διαπραγματευτικό χαρτί.

Παράλληλα, συνέδεσε τις κρίσεις στην Ουκρανία και στη Μέση Ανατολή με την ενεργειακή πίεση στην Ευρώπη. Εκτίμησε ότι το αυξημένο κόστος ενέργειας υπονομεύει την ανταγωνιστικότητα της ευρωπαϊκής βιομηχανίας και ενισχύει τη θέση άλλων μεγάλων οικονομικών δυνάμεων.

Κλείνοντας, υπογράμμισε ότι το διεθνές περιβάλλον παραμένει εξαιρετικά ρευστό και ότι ασφαλείς προβλέψεις για τις επόμενες τουρκικές κινήσεις δεν μπορούν να γίνουν. Το ζητούμενο για την Ελλάδα, όπως το έθεσε, είναι να αναγνωρίσει τη φύση της απειλής, να προστατεύσει την αμυντική της επάρκεια και να αποκτήσει συνεκτική στρατηγική.

Συνέχεια ανάγνωσης

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ

GEOPOLITICO13 λεπτά πριν

Για ένα Ελληνικό καινούριο κόσμο Μέγα!

Η Ελλάς μπορεί! Μπορεί να καταστεί πλανητική κομβική πολιτισμική και πολιτική δύναμη ειρήνης!

GEOPOLITICO1 ώρα πριν

Αλεξανδρούπολη: Το λιμάνι που αλλάζει τον γεωπολιτικό χάρτη της περιοχής

Από τον Βόσπορο και τα Βαλκάνια έως την Ουκρανία, την ενέργεια και την Ινδία. Του Θεόδωρου Ατματζίδη.

Διεθνή2 ώρες πριν

Ο Ινδός πιλότος που έσωσε 182 ζωές από τρομοκρατική επίθεση στον αέρα – Η μάχη στο πιλοτήριο με το τσεκούρι και η ελληνική σύνδεση

Παγκόσμια αναγνώριση για τον Ινδό κυβερνήτη Smit Machchhar, ο οποίος, παρά τα σοβαρά τραύματα που υπέστη από επίθεση του συγκυβερνήτη...

GEOPOLITICO3 ώρες πριν

Χτίζεται ισχυρός αμυντικός άξονας μεταξύ Ελλάδας και Ινδίας! Η κίνηση Δένδια και η γεωπολιτική απάντηση στη συνεργασία Τουρκίας–Πακιστάν

Η Αθήνα ανοίγει νέα σελίδα στη στρατηγική συνεργασία με το Νέο Δελχί, επενδύοντας στην αμυντική βιομηχανία, τις κοινές στρατιωτικές ασκήσεις...

GEOPOLITICO4 ώρες πριν

Φαραντούρης: Ναυάγιο IMEC όπως EastMed; Η απάντηση της Κομισιόν

Προειδοποίηση για τον κίνδυνο να ναυαγήσει το πρότζεκτ εμπορικής σύνδεσης Ινδίας – Ευρώπης μέσω Ελλάδας (ΙΜΕC), απηύθυνε σήμερα απ’ το...

Δημοφιλή