Ακολουθήστε μας

Διεθνή

Ρόναλντ Μεϊνάρντους: Η Άγκυρα συντηρεί την ένταση, η Ουάσινγκτον στο πλευρό της Αθήνας

Δημοσιεύτηκε στις

Το νέο είναι ότι η Άγκυρα αμφισβητεί επίσημα την ελληνική κυριαρχία των νησιών. Πρόκειται για μια νέα, επικίνδυνη λεκτική κλιμάκωση

Συνέντευξη: Ρόναλντ Μεϊνάρντους

Η στρατηγική αναβάθμιση της Ελλάδας ενοχλεί πάρα πολύ τον Ερντογάν, ωστόσο η σχέση Αθήνας – Ουάσινγκτον είναι πιο στενή πάρα ποτέ, οι ΗΠΑ δεν θα άφηναν μόνη την Ελλάδα σε μια μεγάλη κρίση με τη γείτονα, εκτιμά μιλώντας στο liberal, ο Γερμανός πολιτικός αναλυτής Ρόναλντ Μεϊνάρντους.

Με αφορμή τη συνεχή κλιμάκωση από Τουρκία, όπως οι χθεσινές δηλώσεις Ερντογάν, σημειώνει ότι αποτελεί στρατηγική επιλογή της Άγκυρας να συνεχίσει για καιρό την πολιτική της έντασης, δεν πιστεύει ωστόσο στο σενάριο της στρατιωτικής κλιμάκωσης.

Η ανθελληνική προπαγάνδα, ωστόσο, όσο θα πλησιάζουν και οι τουρκικές εκλογές, θα κορυφώνεται, και το αντιδυτικό αφήγημα ότι η Ελλάδα έχει αναλάβει το ρόλο της μαριονέτας της Δύσης, και ότι η Αθήνα ενεργεί με εντολή του ΝΑΤΟ, θα περάσει σε νέα επίπεδα, με ό,τι κινδύνους αυτό συνεπάγεται.

Στο ερώτημα, πως πρέπει να απαντήσει η Ελλάδα, ο ερευνητής του ΕΛΙΑΜΕΠ, εξηγεί ότι η Ελλάδα είναι στρατιωτικά και διπλωματικά καλά εξοπλισμένη, οι σχέσεις με την Ουάσινγκτον πολύ στενές και η τελευταία θα εμπόδιζε εξαρχής να συμβεί μια πολύ μεγάλη κρίση μεταξύ των δύο χωρών.

Συνέντευξη στον Γιώργο Φιντικάκη

Τι επιδιώκει η Τουρκία με τις συνεχείς προκλήσεις, που δεν μένουν μόνο σε επίπεδο ρητορικής, παρά περνούν και στις πράξεις, όπως δείχνει το χθεσινό «σόου» Ακάρ να πετάξει με τουρκικό μαχητικό πάνω από το Αιγαίο;

Οι ελληνοτουρκικές σχέσεις βρίσκονται σε άθλια κατάσταση – για άλλη μια φορά, πρέπει να ειπωθεί. Η Τουρκία έχει απορρίψει τον πολιτικό διάλογο. Στο διπλωματικό κενό αυξάνεται η ένταση. Η αρνητική ρητορική της Τουρκίας δεν είναι καινούργια. Παρ’ όλα αυτά, η ρητορική – και εδώ αναφέρομαι στην επίσημη επικοινωνία της κυβέρνησης αλλά και στην κάλυψη από τα μέσα ενημέρωσης – έχει φτάσει σε νέα διάσταση, σε νέο αρνητικό επίπεδο. Ένα συγκεκριμένο παράδειγμα είναι το ζήτημα της στρατιωτικοποίησης των ελληνικώ νησιών του Ανατολικού Αιγαίου. Το ζήτημα είναι παλιό, φτάνει μισό αιώνα στο παρελθόν. Το νέο είναι ότι η Άγκυρα αμφισβητεί επίσημα πια την ελληνική κυριαρχία των νησιών αυτών. Πρόκειται για μια νέα, επικίνδυνη λεκτική κλιμάκωση.

Πώς σχολιάζετε την προ ημερών δήλωση του Τούρκου προέδρου ότι «το ΝΑΤΟ είναι ισχυρό με την Τουρκία, η Ελλάδα δεν έχει καμία αξία για το ΝΑΤΟ»; Είναι απλά η ενόχλησή του για την ανάρτηση που απέσυρε η Συμμαχία για το 1922 μετά το διάβημα της Αθήνας ή επιχειρεί με κάθε ευκαιρία να υπονομεύσει τη διεθνή θέση της χώρας;

Η διεθνοποίηση των ελληνοτουρκικών σχέσεων είναι μια σταθερά στην πολιτική της περιοχής- υφίσταται με διάφορες μορφές εδώ και πολλές δεκαετίες – και συχνά εκκινεί από την Αθήνα. Αυτές τις μέρες γινόμαστε μάρτυρες ενός νέου ανταγωνισμού μεταξύ Αθήνας και Άγκυρας για την εύνοια και την υποστήριξη της δυτικής συμμαχίας. Είναι γεγονός ότι ο πόλεμος στην Ουκρανία οδήγησε σε στρατηγική αναβάθμιση της Τουρκίας. Αλλά αυτό είναι μόνο ένα μέρος της αλήθειας. Ταυτόχρονα, οι αμφισβητήσεις σχετικά με την αξιοπιστία του Ερντογάν αυξάνονται στη Δύση, μεταξύ των μελών του ΝΑΤΟ.

Στις ΗΠΑ, σημαίνοντες κύκλοι συλλογίζονται δημοσίως ένα ΝΑΤΟ χωρίς την Τουρκία, τόσο μακριά έχει ήδη οδηγήσει η αποξένωση. Εν μέρει λόγω της αναξιοπιστίας – ή του απρόβλεπτου – της Άγκυρας, οι ΗΠΑ έχουν επεκτείνει τη στρατηγική συνεργασία με την Ελλάδα. Ο ρόλος της Ελλάδας έχει επίσης αυξηθεί μετά τον πόλεμο στην Ουκρανία. Για την Άγκυρα, αυτή η αναβάθμιση, την οποία βλέπουμε πρωτίστως στο λιμάνι της Αλεξανδρούπολης, αποτελεί μεγάλη ενόχληση. Ο Ερντογάν δήλωσε αυτές τις ημέρες ότι “η Ελλάδα δεν έχει καμία σημασία για το ΝΑΤΟ”. Αυτό είναι βέβαια ανοησία, αλλά δείχνει – αυτή θα ήταν η ερμηνεία του ψυχολόγου – πόσο πολύ ενοχλεί τον Τούρκο πρόεδρο η στρατηγική αναβάθμιση της Ελλάδας.

Εκτιμάτε ότι το τουρκικό καθεστώς στρώνει το έδαφος, ακόμη και για μια θερμή αντιπαράθεση με την Ελλάδα, την οποία θέλει εκ των προτέρων να ενοχοποιήσει;

Δεν μπορώ να κοιτάξω στα μυαλά της τουρκικής ηγεσίας. Ο πόλεμος του Πούτιν κατά της Ουκρανίας έδειξε ότι ακόμη και απίστευτα σενάρια που θεωρούνταν από καιρό αδύνατα, μπορούν να γίνουν πραγματικότητα. Ζούμε σε μια εποχή μεγάλων γεωστρατηγικών αλλαγών. Ωστόσο, δεν πιστεύω ότι θα επαναληφθεί το ουκρανικό σενάριο μεταξύ Τουρκίας και Ελλάδας. Αυτές τις μέρες βλέπουμε στην Τουρκία -και αυτό δεν είναι εντελώς καινούργιο- μια αναβίωση της εκδοχής ότι το ΝΑΤΟ και η Δύση θέλουν να αποδυναμώσουν την Τουρκία. Σε αυτό το αντιδυτικό αφήγημα, η Ελλάδα αναλαμβάνει το ρόλο της μαριονέτας της Δύσης.

Αν διαβάσει κανείς τις τουρκικές εφημερίδες, έχει την εντύπωση ότι οι σημερινές εντάσεις προκαλούνται από την Ελλάδα – και όχι από την Τουρκία. Στην λογική των θεωριών συνωμοσίας, η Αθήνα ενεργεί με εντολή του ΝΑΤΟ. Φυσικά, όλα αυτά έχουν ελάχιστη σχέση με την πραγματικότητα. Αλλά τα αφήγηματα επηρεάζουν τη κοινή γνώμη, ιδίως όταν επαναλαμβάνονται συχνά από την πολιτική ηγεσία και τα καθοδηγούμενα μέσα ενημέρωσης.

Παρ’ όλα αυτά, κάποιοι εκτιμούν ότι οι ελληνοτουρκικές σχέσεις περνούν σε μια νέα, πιο επικίνδυνη φάση. Θα μπορούσε ο Ερντογάν, στο πλαίσιο του μεγάλου παιχνιδιού που παίζει, με επίκεντρο τις σχέσεις του με Ρωσία και Δύση, να πάει ένα βήμα πιο πέρα από τις λεκτικές απειλές εναντίον της Ελλάδας;

Δεν πιστεύω ότι μια στρατιωτική κλιμάκωση είναι προς το συμφέρον του Ερντογάν. Ταυτόχρονα, υπάρχει ο κίνδυνος ένα μικρό επεισόδιο στο Αιγαίο ή στην Ανατολική Μεσόγειο να εξελιχθεί σε μεγάλη στρατιωτική σύρραξη. Υπάρχουν μηχανισμοί στο ΝΑΤΟ για την αποτροπή ενός “πολέμου κατά λάθος”. Το ΝΑΤΟ διαδραματίζει σημαντικό ρόλο αυτή τη στιγμή. Στη συμμαχία, υπάρχουν αόρατες για το κοινό επικοινωνίες μεταξύ Ελλήνων και Τούρκων, οι οποίες συμβάλλουν στην αποκλιμάκωση της έντασης σε περίπτωση έκτακτης ανάγκης.

Επειδή η Ελλάδα και η Τουρκία είναι στο ΝΑΤΟ, δεν πιστεύω στο σενάριο της στρατιωτικής κλιμάκωσης. Υπάρχουν ισχυρές δυνάμεις στη Συμμαχία που θα το απέτρεπαν αυτό – και διαθέτουν τα μέσα για να το πράξουν. Η συχνά ακουόμενη διαπίστωση στην Ελλάδα ότι το ΝΑΤΟ δεν απέτρεψε την εισβολή στην Κυπριακή Δημοκρατία δεν αποτελεί καλό παράδειγμα. Από πολιτική άποψη και από την άποψη του διεθνούς δικαίου, η περίπτωση του 1974 είναι αρκετά διαφορετική από τη σημερινή κατάσταση στο Αιγαίο και την ανατολική Μεσόγειο.

Σύμφωνα με τις εκτιμήσεις, η διπλωματική επίθεση της Τουρκίας εναντίον της Ελλάδας θα κορυφωθεί από τον Ερντογάν στη Γενική Συνέλευση των Ηνωμένων Εθνών στα τέλη Σεπτεμβρίου, με την τουρκική ατζέντα να περιλαμβάνει από την αποστρατικοποίηση των νησιών έως την «ενεργοποίηση» των ρωσικών S-300 εναντίον τουρκικών μαχητικών. Ποια η γνώμη σας;

Θεωρώ ότι η “πολιτική της έντασης” θα συνεχιστεί για αρκετό καιρό. Η εξωτερική πολιτική του Ερντογάν καθορίζεται σε μεγάλο βαθμό από την εσωτερική πολιτική. Οι εκλογές, οι οποίες πρέπει να διεξαχθούν το αργότερο το επόμενο καλοκαίρι, διαδραματίζουν κεντρικό ρόλο. Οι ελιγμοί εξωτερικής πολιτικής είναι κατάλληλοι για να αποσπάσουν την προσοχή από την οικονομική κρίση. Στο εσωτερικό, η ανθελληνική προπαγάνδα είναι ένα δημοφιλές εργαλείο. Δυστυχώς, ο κατάλογος των σημείων διαφωνίας μεταξύ των δύο χωρών έχει μεγαλώσει. Μετά το θέμα της στρατιωτικοποίησης των νησιών, τα S300 είναι η τελευταία προσθήκη. Αυτό δεν θα διευκολύνει την πολιτική επίλυση των διαφορών, όποτε και αν αυτή πραγματοποιηθεί.

Πως πρέπει να απαντήσει η Αθήνα σε αυτή την τουρκική επίθεση;

Η Ελλάδα είναι στρατιωτικά και διπλωματικά καλά εξοπλισμένη. Αντικειμενικά, η Ελλάδα είναι η μικρότερη και ασθενέστερη στην αντιπαράθεση με την Τουρκία. Λόγω αυτής της ασυμμετρίας, η στρατηγική της διεθνοποίησης αποτελεί σταθερό στοιχείο της ελληνικής πολιτικής. Σε αυτόν τον τομέα, η Αθήνα υπήρξε πολύ επιτυχημένη, με την ένταξη της Αθήνας – και αργότερα της Κυπριακής Δημοκρατίας – στην Ευρωπαϊκή Ένωση να αποτελεί το κορυφαίο επίτευγμα αυτής της πολιτικής. Αλλά δεν είναι μόνο στην Ευρώπη που η Αθήνα έχει καταφέρει να επιτύχει: Πολύ μεγάλης σημασίας – και σε στρατιωτικό επίπεδο – είναι οι αναβαθμισμένες σχέσεις με τις ΗΠΑ.

Όταν η Αθήνα και η Ουάσινγκτον δηλώνουν δημοσίως ότι οι στρατηγικές τους σχέσεις δεν ήταν ποτέ τόσο στενές όσο σήμερα, η αναφορά αυτή περιέχει επίσης ένα σαφές μήνυμα προς την Άγκυρα – ότι δηλαδή η Ουάσινγκτον δεν θα άφηνε την Αθήνα μόνη της σε μια μεγάλη κρίση με τη γειτονική της χώρα – ή: ότι η Ουάσινγκτον θα εμπόδιζε μια τέτοια μεγάλη κρίση να συμβεί εξαρχής.

Θα συνεχίσει ο διεθνής παράγοντας (ΗΠΑ, Ευρώπη), να αντιμετωπίζει με την ίδια λογική του κατευνασμού αυτή την «αυτονόμηση» Ερντογάν από τη Δύση;

Μια ευρέως διαδεδομένη αντίληψη λέει ότι η Δύση εξαρτάται από την Τουρκία και: αυτή η εξάρτηση δίνει στον Ερντογάν το περιθώριο για τους δικούς του ελιγμούς. Πρέπει να υποθέσουμε ότι η Τουρκία, η οποία θεωρεί τον εαυτό της ως αναδυόμενη περιφερειακή δύναμη, θα συνεχίσει την πολυδιάστατη εξωτερική της πολιτική στο μέλλον και θα παραμείνει, ως εκ τούτου, ένας δύσκολος και απρόβλεπτος εταίρος. Σε διάφορα μέτωπα, η Τουρκία ακολουθεί τους δικούς της στόχους, οι οποίοι δεν ταυτίζονται με τους στόχους του ΝΑΤΟ: Η Συρία και η Λιβύη είναι δύο πρόσφατα παραδείγματα, αλλά και η πολιτική της έναντι της Ελλάδας. Παρά τις δυσκολίες αυτές, η Δύση πρέπει να παραμείνει σε διάλογο με το ΝΑΤΟ και να αποτρέψει τη διεύρυνση του χάσματος. Αυτό συμφέρει και την Ελλάδα

Τελικά, ποιος είναι ο λόγος που η Ευρώπη ανέχεται αυτή την Τουρκία ; Είναι επειδή έχει αναλάβει ρόλο «μεσολαβητή» με το Πούτιν ή επειδή είναι η μεγάλη Τουρκία;

Η Τουρκία απομακρύνεται κάθε χρόνο όλο και περισσότερο από τη Δύση. Η εν λόγω εξέλιξη έχει μια θεμελιώδη κοινωνική διάσταση και είναι επίσης ορατή στην εξωτερική πολιτική. Η κατάσταση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων στην Τουρκία αποτελεί τραγωδία για πολλούς ανθρώπους που δεν συμφωνούν με την κυβέρνηση. Δυστυχώς, ζούμε σε μια εποχή όπου οι φιλελεύθερες αξίες – και ο σεβασμός των ανθρωπίνων δικαιωμάτων αποτελεί τη σημαντικότερη φιλελεύθερη αρχή – συχνά επικαλούνται, αλλά η πραγματικότητα είναι εντελώς διαφορετική: Η Realpolitik νίκησε τον φιλελευθερισμό. Αυτό το βλέπουμε πρωτίστως στη διεθνή πολιτική. Η στάση της Δύσης έναντι του Ερντογάν είναι μόνο ένα από τα πολλά παραδείγματα.

* Ο Δρ Ρόναλντ Μαινάρντους είναι πολιτικός αναλυτής και σχολιαστής και Κύριος Ερευνητής του ΕΛΙΑΜΕΠ

liberal.gr

Ο Σταύρος Καλεντερίδης, ξεκίνησε τις σπουδές του στην Αθήνα, σπουδάζοντας Πολιτική Επιστήμη στο Εθνικό Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών. Έπειτα από τέσσερα χρόνια συμμετοχής στα φοιτητικά όργανα συνδιοίκησης της σχολής του και σε διάφορες οργανώσεις νέων, αποφάσισε να συνεχίσει τις σπουδές του στο εξωτερικό. Στη Βοστόνη των Η.Π.Α. ολοκλήρωσε δύο μεταπτυχιακά προγράμματα, στις Διεθνείς Σχέσεις (Αμερικανική εξωτερική πολιτική) και στην Επικοινωνία (Πολιτική Επικοινωνία), ενώ παράλληλα εργάστηκε στο Ελληνικό Προξενείο της Βοστόνης, στη σχολή του ως βοηθός έρευνας και σε δύο πολιτικές καμπάνιες Αμερικανών πολιτικών (Δημοκρατικών – Ρεπουμπλικάνων). Μετά από τρία χρόνια στις Η.Π.Α., άκουσε το κάλεσμα της πατρίδας του και επέστρεψε πίσω με μεγάλο πόθο για προσφορά στην Ελλάδα. Υπήρξε ιδρυτικό μέλος δύο κοινωφελών οργανισμών, του δέλτα – πολιτική επανάσταση (πολιτικός οργανισμός) και της Λεοντίδας (ίδρυμα προώθησης θεμάτων ιστορίας, πολιτισμού και δημοκρατίας). Σήμερα ζει και εργάζεται στην Αθήνα, ασχολείται με διάφορα εγχειρήματα πολιτικής διπλωματίας και δημοκρατίας, γράφει πολιτικά άρθρα, σχολιάζει την επικαιρότητα και συνεχίζει την προσωπική του μελέτη στην ιστορία και την πολιτική φιλοσοφία.

Συνέχεια ανάγνωσης

Αναλύσεις

Η Κίνα βρίσκει δρόμο που παρακάμπτει το Πακιστάν – Ο διάδρομος Ουαχάν αλλάζει τις γεωπολιτικές ισορροπίες

Μία νέα οδική αρτηρία μήκους 121 χιλιομέτρων στο βορειοανατολικό Αφγανιστάν δημιουργεί τις προϋποθέσεις για απευθείας χερσαία σύνδεση με την Κίνα, χωρίς διέλευση από το Πακιστάν. Η ολοκλήρωση του δρόμου στον ιστορικό διάδρομο Ουαχάν αποκτά ιδιαίτερη γεωπολιτική σημασία, καθώς το Πεκίνο αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα ασφαλείας με τις επενδύσεις του στο Πακιστάν, ενώ η Καμπούλ επιδιώκει να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Μία σημαντική εξέλιξη στις χερσαίες μεταφορές και στις γεωπολιτικές ισορροπίες της Κεντρικής Ασίας καταγράφεται στο Αφγανιστάν, με την ολοκλήρωση νέου δρόμου στον στρατηγικής σημασίας διάδρομο Ουαχάν.

Σύμφωνα με ανάλυση του Imran Khurshid που δημοσιεύθηκε στις 9 Οκτωβρίου 2026 στο Asia Times, οι αφγανικές αρχές εγκαινίασαν οδική διαδρομή 121 χιλιομέτρων, η οποία εκτείνεται από την περιοχή Μπρογκίλ έως τα σύνορα με την Κίνα, στην επαρχία Μπανταχσάν.

Το έργο κόστισε περίπου 365 εκατομμύρια αφγάνι, ποσό που αντιστοιχεί σε περίπου 5,5 εκατομμύρια δολάρια.

Κατά τις αφγανικές ανακοινώσεις, κατασκευάστηκε από ντόπιους μηχανικούς και εργαζομένους, χωρίς τη συμμετοχή ξένων τεχνικών συμβούλων.

Η νέα διαδρομή φθάνει στα σινοαφγανικά σύνορα. Αυτό, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι λειτουργεί ήδη πλήρης διεθνής εμπορευματικός διάδρομος, καθώς εξακολουθούν να υπάρχουν σημαντικοί τεχνικοί και συνοριακοί περιορισμοί.

Γιατί ο διάδρομος Ουαχάν έχει στρατηγική σημασία

Ο διάδρομος Ουαχάν αποτελεί μια στενή λωρίδα αφγανικού εδάφους ανάμεσα στο Τατζικιστάν, το Πακιστάν και την Κίνα.

Η γεωγραφική του διαμόρφωση συνδέεται με τον ανταγωνισμό της Βρετανικής και της Ρωσικής Αυτοκρατορίας κατά τον 19ο αιώνα.

Η περιοχή διατηρήθηκε ως ζώνη διαχωρισμού των δύο αυτοκρατορικών σφαιρών επιρροής, αποτελώντας ένα από τα χαρακτηριστικότερα γεωγραφικά κατάλοιπα του λεγόμενου «Μεγάλου Παιχνιδιού».

Σήμερα, η ίδια περιοχή αποκτά νέα σημασία, αυτή τη φορά λόγω της προσπάθειας σύνδεσης της Κίνας με το Αφγανιστάν και ευρύτερα με την Κεντρική Ασία.

Ο δρόμος ανοίγει τη δυνατότητα δημιουργίας μιας εναλλακτικής οδού μεταφορών, περιορίζοντας δυνητικά την ανάγκη διέλευσης από το πακιστανικό έδαφος.

Το πρόβλημα της Κίνας με τον οικονομικό διάδρομο CPEC

Το ενδιαφέρον της εξέλιξης εντοπίζεται κυρίως στην προσπάθεια του Πεκίνου να περιορίσει την εξάρτησή του από ευάλωτες υποδομές.

Ο Οικονομικός Διάδρομος Κίνας–Πακιστάν, γνωστός ως CPEC, αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα προγράμματα της κινεζικής πρωτοβουλίας Belt and Road.

Μέσω του συγκεκριμένου σχεδίου, η Κίνα επιχειρεί να ενισχύσει τις εμπορικές και ενεργειακές συνδέσεις της με τη Νότια Ασία και την Αραβική Θάλασσα.

Ωστόσο, η υλοποίηση των έργων έχει αντιμετωπίσει σοβαρές δυσκολίες.

Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, οργανώσεις αυτονομιστών έχουν πραγματοποιήσει επανειλημμένες επιθέσεις εναντίον κινεζικών συμφερόντων, εγκαταστάσεων και εργαζομένων.

Οι επιθέσεις αυτές έχουν επιβαρύνει την ασφάλεια των υποδομών και έχουν αυξήσει το κόστος προστασίας των κινεζικών επενδύσεων.

Παράλληλα, έχουν διατυπωθεί καταγγελίες για καθυστερήσεις, κακοδιαχείριση και προβλήματα διαφάνειας σε επιμέρους προγράμματα του CPEC.

Η εδαφική διαμάχη με την Ινδία

Μια επιπλέον γεωπολιτική δυσκολία συνδέεται με τη διέλευση του CPEC από το Γκιλγκίτ–Μπαλτιστάν.

Η περιοχή διοικείται από το Πακιστάν, αλλά διεκδικείται από την Ινδία, στο πλαίσιο της ευρύτερης διαμάχης για το Κασμίρ.

Το Νέο Δελχί έχει αντιταχθεί επανειλημμένα σε έργα που διέρχονται από εδάφη τα οποία θεωρεί τμήμα της δικής του επικράτειας.

Αυτό σημαίνει ότι ο οικονομικός διάδρομος Κίνας–Πακιστάν δεν αποτελεί μόνο αναπτυξιακό πρόγραμμα, αλλά συνδέεται με μία από τις πιο ευαίσθητες εδαφικές αντιπαραθέσεις της Ασίας.

Η δημιουργία εναλλακτικών διαδρομών μέσω του Αφγανιστάν θα μπορούσε μακροπρόθεσμα να προσφέρει στο Πεκίνο μεγαλύτερη ευελιξία.

Δεν υπάρχει, πάντως, ένδειξη ότι ο δρόμος του Ουαχάν μπορεί σήμερα να αντικαταστήσει τις μεγάλες μεταφορικές υποδομές του CPEC.

Η Καμπούλ επιχειρεί να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ

Για την κυβέρνηση των Ταλιμπάν, το έργο έχει και μία σαφή πολιτική διάσταση.

Το Αφγανιστάν εξαρτάται σε σημαντικό βαθμό από συνοριακές διαβάσεις και μεταφορικούς άξονες που περνούν από το Πακιστάν.

Οι επανειλημμένες εντάσεις ανάμεσα στις δύο χώρες έχουν προκαλέσει κλείσιμο συνοριακών περασμάτων, διακοπές εμπορικών ροών και επιβάρυνση της αφγανικής οικονομίας.

Μια εναλλακτική χερσαία διέξοδος προς την Κίνα θα μπορούσε, εφόσον αναπτυχθεί και καταστεί λειτουργική, να μειώσει τη δυνατότητα του Πακιστάν να χρησιμοποιεί τη γεωγραφική του θέση ως μέσο πίεσης προς την Καμπούλ.

Η αφγανική πλευρά αντιμετωπίζει το έργο ως σημαντική υποδομή οικονομικής και στρατηγικής αυτονομίας.

Η στάση της Κίνας και της Ρωσίας

Παρά την προοπτική άμεσης σύνδεσης, το Πεκίνο δεν έχει εγκαταλείψει τον οικονομικό διάδρομο CPEC ούτε έχει ανακοινώσει ότι ο Ουαχάν θα τον αντικαταστήσει.

Η Κίνα εξακολουθεί να διατηρεί σημαντικά οικονομικά και στρατηγικά συμφέροντα στο Πακιστάν.

Αντίστοιχα, η Ρωσία ενδιαφέρεται για τη σταθερότητα του Αφγανιστάν και για την ανάπτυξη νέων δικτύων επικοινωνίας στην Κεντρική Ασία.

Η δημιουργία περισσότερων επιλογών διασύνδεσης ενδέχεται να περιορίσει την αποκλειστική σημασία ορισμένων παραδοσιακών μεταφορικών διαδρομών.

Η πραγματική αξία του Ουαχάν θα εξαρτηθεί από τη βελτίωση των οδικών υποδομών, τη λειτουργία συνοριακών και τελωνειακών εγκαταστάσεων, τις καιρικές συνθήκες και τις πολιτικές αποφάσεις της Κίνας.

Το μήνυμα προς το Πακιστάν

Η νέα διαδρομή αναδεικνύει μια σημαντική γεωπολιτική πραγματικότητα: η γεωγραφική θέση ενός κράτους προσφέρει στρατηγικά πλεονεκτήματα, αλλά η αξιοποίησή τους εξαρτάται από την ασφάλεια και την αξιοπιστία των μεταφορικών του δικτύων.

Το Πακιστάν εξακολουθεί να αποτελεί κρίσιμο εταίρο της Κίνας, ιδιαίτερα στο πλαίσιο του CPEC.

Ταυτόχρονα, όμως, η αστάθεια, οι επιθέσεις σε κινεζικά συμφέροντα και οι αντιπαραθέσεις με το Αφγανιστάν δημιουργούν κίνητρα αναζήτησης εναλλακτικών επιλογών.

Ο διάδρομος Ουαχάν δεν έχει ακόμη μετατραπεί σε μεγάλο εμπορικό πέρασμα. Η κατασκευή του δρόμου, ωστόσο, καταδεικνύει ότι το Αφγανιστάν επιχειρεί να αποκτήσει πρόσθετες διεθνείς συνδέσεις και ότι η αποκλειστική εξάρτηση από το Πακιστάν δεν αποτελεί πλέον τη μοναδική γεωγραφική επιλογή.

Για το Ισλαμαμπάντ, η εξέλιξη αποτελεί μια νέα στρατηγική παράμετρο που θα πρέπει να συνυπολογίσει στις σχέσεις του με το Πεκίνο και την Καμπούλ.

Συνέχεια ανάγνωσης

Διεθνή

Γερμανία: Το ρωσικό φυσικό αέριο επιστρέφει έμμεσα μέσω των λιπασμάτων, παρά τους ευρωπαϊκούς δασμούς

Δημοσιεύτηκε

στις

Οι εισαγωγές ρωσικών αζωτούχων λιπασμάτων μειώθηκαν κατά 66% το 2025-2026, αλλά παραμένουν 53% υψηλότερες από τα επίπεδα πριν από τον πόλεμο στην Ουκρανία.

Το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία διατηρεί ανταγωνιστικά τα ρωσικά προϊόντα, σύμφωνα με στοιχεία που δημοσίευσε η Berliner Zeitung. Η Γερμανία εξακολουθεί να συνδέεται εμπορικά με το ρωσικό φυσικό αέριο, παρά τις ευρωπαϊκές προσπάθειες περιορισμού της ενεργειακής εξάρτησης από τη Μόσχα.

Αυτή τη φορά, η σύνδεση δεν αφορά αποκλειστικά την άμεση προμήθεια φυσικού αερίου, αλλά τις εισαγωγές λιπασμάτων που παράγονται με τη χρήση ρωσικού αερίου ως πρώτης ύλης και πηγής ενέργειας. Σύμφωνα με δημοσίευμα της γερμανικής εφημερίδας, που βασίζεται σε στοιχεία του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου και του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι εισαγωγές αζώτου μέσω ρωσικών λιπασμάτων μειώθηκαν σημαντικά κατά το 2025-2026. Ωστόσο, εξακολουθούν να βρίσκονται πάνω από τα επίπεδα που καταγράφονταν πριν από τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία.

Τα στοιχεία των εισαγωγών και η σύγκριση με την προπολεμική περίοδο

Το 2025-2026, η Γερμανία εισήγαγε 48.800 τόνους αζώτου μέσω λιπασμάτων ρωσικής προέλευσης. Η ποσότητα αυτή είναι μειωμένη κατά περίπου 66% σε σύγκριση με το προηγούμενο έτος, αλλά παραμένει κατά 53% υψηλότερη από τους 31.800 τόνους που είχαν καταγραφεί το 2020-2021, πριν από τον πόλεμο.

Η εξέλιξη των εισαγωγών δείχνει πόσο έντονη ήταν η αύξηση μετά το 2022. Το 2021-2022 οι εισαγωγές έφτασαν τους 56.800 τόνους αζώτου, ενώ το 2022-2023 εκτοξεύθηκαν στους 185.100 τόνους. Στη συνέχεια καταγράφηκαν 140.200 τόνοι το 2023-2024 και 143.800 τόνοι το 2024-2025, προτού σημειωθεί η μεγάλη υποχώρηση της τελευταίας περιόδου. Τα στοιχεία αφορούν την ποσότητα του αζώτου που περιέχεται στα εισαγόμενα λιπάσματα και όχι το συνολικό βάρος των προϊόντων.

Τα λιπασματικά έτη υπολογίζονται από τον Ιούλιο έως τον Ιούνιο. Η ποσότητα αζώτου που εισήχθη στη Γερμανία μέσω ρωσικής ουρίας μειώθηκε από 71.600 τόνους σε 27.600 τόνους, καταγράφοντας πτώση άνω του 61%. Παρά τη μείωση, η ποσότητα εξακολουθεί να είναι σχεδόν τριπλάσια από τους 9.900 τόνους του 2020-2021. Η συγκεκριμένη εξέλιξη αναδεικνύει το βασικό πρόβλημα της ευρωπαϊκής πολιτικής περιορισμού των εμπορικών δεσμών με τη Ρωσία. Ακόμη και όταν περιορίζονται οι εισαγωγές συγκεκριμένων προϊόντων, οι οικονομικές σχέσεις μπορούν να διατηρούνται μέσω άλλων κατηγοριών αγαθών, ιδιαίτερα όταν αυτά έχουν χαμηλότερο κόστος παραγωγής.

Γιατί οι ρωσικές εισαγωγές παραμένουν ανταγωνιστικές

Καθοριστικός παράγοντας είναι το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία και στην υπόλοιπη Ευρώπη. Η παραγωγή αζωτούχων λιπασμάτων απαιτεί μεγάλες ποσότητες φυσικού αερίου, το οποίο χρησιμοποιείται τόσο ως πρώτη ύλη όσο και ως πηγή ενέργειας. Σύμφωνα με τον Σύνδεσμο Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι ευρωπαϊκοί δασμοί, που τέθηκαν σε ισχύ τον Ιούλιο του 2025, περιόρισαν σημαντικά τις εισαγωγές ρωσικών λιπασμάτων. Ωστόσο, δεν εξάλειψαν το ανταγωνιστικό πλεονέκτημα των ρωσικών προϊόντων. Ο σύνδεσμος επισημαίνει ότι οι υψηλές τιμές ενέργειας δυσκολεύουν τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις να αυξήσουν την εγχώρια παραγωγή και να καλύψουν μεγαλύτερο μέρος των αναγκών της αγοράς. Ως αποτέλεσμα, τα ρωσικά λιπάσματα εξακολουθούν να παραμένουν ελκυστικά, ακόμη και μετά την επιβολή πρόσθετων δασμών.

Παράλληλα, σύμφωνα με τον IVA, είναι πιθανό ορισμένες ποσότητες ρωσικών προϊόντων να φτάνουν στη γερμανική αγορά μέσω άλλων κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το μέγεθος αυτών των έμμεσων εισαγωγών, ωστόσο, δεν μπορεί να προσδιοριστεί με ακρίβεια από τα διαθέσιμα στοιχεία.

Δεν αποδίδονται οι αυξήσεις των τιμών αποκλειστικά στους δασμούς

Το ζήτημα έχει άμεση σημασία για τους Γερμανούς αγρότες, καθώς το κόστος των λιπασμάτων επηρεάζει την παραγωγή και, τελικά, την οικονομική βιωσιμότητα των καλλιεργειών. Ο IVA υποστηρίζει ότι η μείωση των ρωσικών εισαγωγών δεν έχει προκαλέσει μέχρι στιγμής σαφή αύξηση των τιμών εξαιτίας των δασμών. Σύμφωνα με τον σύνδεσμο, η εγχώρια παραγωγική δυναμικότητα και οι εισαγωγές από άλλες χώρες, μεταξύ των οποίων η Αίγυπτος, επαρκούν για την κάλυψη των αναγκών της αγοράς. Την ίδια στιγμή, ο σύνδεσμος αποδίδει τις υψηλές τιμές των λιπασμάτων το 2026 στις διεθνείς ενεργειακές αναταράξεις, στον πόλεμο με το Ιράν και στην κρίση γύρω από τα Στενά του Ορμούζ, παράγοντες που επηρεάζουν το κόστος μεταφοράς και τις παγκόσμιες τιμές ενέργειας και λιπασμάτων.

Οι εκτιμήσεις αυτές αποτελούν τις θέσεις του κλαδικού συνδέσμου και δεν συνιστούν από μόνες τους ανεξάρτητη αξιολόγηση όλων των παραγόντων που διαμορφώνουν τις τιμές.

Νέες πιέσεις για περιορισμό των ρωσικών εισαγωγών

Με αφορμή τα στοιχεία, ο IVA ζητά να εξεταστεί η επιβολή πρόσθετων δασμών στις εισαγωγές καλιούχων λιπασμάτων από τη Ρωσία και τη Λευκορωσία. Το κάλιο αποτελεί βασικό θρεπτικό στοιχείο για τις καλλιέργειες και αντιπροσωπεύει μια ακόμη κατηγορία προϊόντων στην οποία η ευρωπαϊκή αγορά διατηρεί εμπορικές σχέσεις με τις δύο χώρες.

Ο σύνδεσμος εκτιμά ότι η ευρωπαϊκή βιομηχανία μπορεί να καλύψει τις ανάγκες της γεωργίας χωρίς να εξαρτάται από τις συγκεκριμένες εισαγωγές και υποστηρίζει ότι πρόσθετοι δασμοί δεν θα πρέπει να οδηγήσουν αναγκαστικά σε αυξήσεις τιμών. Η συζήτηση, ωστόσο, αποτυπώνει το ευρύτερο δίλημμα της ευρωπαϊκής οικονομικής πολιτικής. Η μείωση της εξάρτησης από τη Ρωσία απαιτεί όχι μόνο εμπορικούς περιορισμούς, αλλά και ανταγωνιστική εγχώρια παραγωγή, προσιτό ενεργειακό κόστος και εναλλακτικές πηγές προμήθειας.

Τα δεδομένα της γερμανικής αγοράς δείχνουν ότι οι δασμοί μπορούν να περιορίσουν σημαντικά τις εισαγωγές, χωρίς όμως να εξαλείψουν αυτομάτως τις οικονομικές σχέσεις που στηρίζονται σε διαφορές κόστους παραγωγής. Για τη Γερμανία και την Ευρωπαϊκή Ένωση, η πρόκληση παραμένει η εξισορρόπηση τριών στόχων: της ενεργειακής και οικονομικής ασφάλειας, της στήριξης της εγχώριας βιομηχανίας και της διατήρησης προσιτού κόστους για τον αγροτικό τομέα.

Με πληροφορίες του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA) και του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου.

Συνέχεια ανάγνωσης

Αναλύσεις

Πακιστάν: Μειώθηκαν οι τρομοκρατικές επιθέσεις, αλλά αυξάνονται οι απειλές – Αντάρτικες οργανώσεις αναπτύσσουν νέες τακτικές και στρατολογούν γυναίκες

Η νέα έκθεση του Pakistan Institute for Conflict and Security Studies (PICSS) αποκαλύπτει ένα αντιφατικό περιβάλλον ασφαλείας: Λιγότερες επιθέσεις και θύματα, αλλά αναδιοργάνωση ένοπλων ομάδων, χρήση drones, εσωτερικές συγκρούσεις και αυξανόμενη αστάθεια στο Μπαλουχιστάν. Η πολιτική κρίση επιβαρύνει την προσπάθεια αντιμετώπισης της τρομοκρατίας.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Μια εξαιρετικά σύνθετη εικόνα για την ασφάλεια στο Πακιστάν αποτυπώνει η νέα εβδομαδιαία ανάλυση του Pakistan Institute for Conflict and Security Studies (PICSS), η οποία δημοσιεύθηκε στις 10 Οκτωβρίου 2026. Παρά τη μείωση των επιθέσεων από ένοπλες οργανώσεις κατά την πρώτη εβδομάδα του μήνα, οι εξελίξεις στο εσωτερικό των εξτρεμιστικών και αυτονομιστικών ομάδων δημιουργούν σοβαρά ερωτήματα για την πραγματική αποτελεσματικότητα των επιχειρήσεων ασφαλείας.

Η έκθεση με τίτλο «Pakistan’s Security Paradox: Militant Attacks Decline as Militant Groups Signal New Developments» καταγράφει υποχώρηση των επιθέσεων, αλλά παράλληλα εντοπίζει ενδείξεις οργανωτικής αναδιάρθρωσης, νέων επιχειρησιακών μεθόδων και εντατικοποίησης της προπαγανδιστικής δραστηριότητας.

Μείωση 18% στις επιθέσεις – Παραμένει σοβαρή η απειλή

Σύμφωνα με το PICSS, από τις 2 έως τις 8 Οκτωβρίου καταγράφηκαν συνολικά 46 επιθέσεις ενόπλων οργανώσεων στο Πακιστάν, έναντι 56 την αμέσως προηγούμενη εβδομάδα.

Η μείωση ανέρχεται στο 18%, ενώ αισθητή είναι και η υποχώρηση του αριθμού των θυμάτων.

Οι νεκροί μειώθηκαν από 52 σε 42 και οι τραυματίες από 53 σε 23.

Ωστόσο, η εικόνα δεν είναι ομοιόμορφη σε ολόκληρη τη χώρα.

Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, όπου δραστηριοποιούνται ιδιαίτερα ενεργές αυτονομιστικές οργανώσεις, οι απώλειες αυξήθηκαν παρά τη μείωση του αριθμού των επιθέσεων.

Το στοιχείο αυτό δημιουργεί προβληματισμό για το κατά πόσον οι ένοπλες ομάδες μεταβάλλουν τις τακτικές τους, πραγματοποιώντας λιγότερες αλλά δυνητικά πιο φονικές επιχειρήσεις.

Οι Πακιστανοί Ταλιμπάν αλλάζουν τακτική – Drones και ελεύθεροι σκοπευτές

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν οι εξελίξεις στο εσωτερικό της Tehrik-i-Taliban Pakistan (TTP), της οργάνωσης που είναι γνωστή ως Πακιστανοί Ταλιμπάν.

Σύμφωνα με την ανάλυση, η TTP επέβαλε περιορισμούς στη χρήση των μέσων κοινωνικής δικτύωσης από τα μέλη της.

Η συγκεκριμένη απόφαση αποκτά σημασία σε μια περίοδο κατά την οποία οι ένοπλες οργανώσεις χρησιμοποιούν τις ψηφιακές πλατφόρμες τόσο για προπαγάνδα όσο και για την προβολή των επιχειρησιακών τους δυνατοτήτων.

Την ίδια στιγμή, η TTP δημοσιοποίησε οπτικό υλικό στο οποίο υποστηρίζει ότι καταγράφονται επιθέσεις με τετρακόπτερα μη επανδρωμένα αεροσκάφη και ενέργειες ελεύθερων σκοπευτών.

Οι ισχυρισμοί αυτοί δεν συνιστούν ανεξάρτητη επιβεβαίωση της αποτελεσματικότητας ή της έκτασης χρήσης των συγκεκριμένων μέσων.

Παρ’ όλα αυτά, η προβολή τέτοιων επιχειρήσεων εντάσσεται σε μια ευρύτερη προσπάθεια των οργανώσεων να παρουσιάσουν εικόνα τεχνολογικής προσαρμογής και να ενισχύσουν την επιρροή τους.

Εσωτερικές συγκρούσεις στις ένοπλες οργανώσεις

Την ίδια περίοδο, η Jamaat-ul-Ahrar, οργάνωση που έχει συνδεθεί με το δίκτυο των Πακιστανών Ταλιμπάν, ανακοίνωσε ότι πραγματοποίησε 122 επιθέσεις κατά τη διάρκεια του Σεπτεμβρίου.

Πρόκειται για αριθμό που προέρχεται από τους ισχυρισμούς της ίδιας της οργάνωσης και δεν πρέπει να συγχέεται με τα ανεξάρτητα καταγεγραμμένα περιστατικά του PICSS.

Παράλληλα, αναφέρθηκαν αιματηρές συγκρούσεις ανάμεσα σε μαχητές της Jamaat-ul-Ahrar και αντίπαλης φράξιας της TTP στην περιοχή Ορακζάι.

Οι πληροφορίες αυτές αναδεικνύουν ένα επιπλέον πρόβλημα για την ασφάλεια του Πακιστάν: τον κατακερματισμό του περιβάλλοντος των ενόπλων οργανώσεων.

Οι εσωτερικές συγκρούσεις ενδέχεται να αποδυναμώνουν προσωρινά ορισμένα δίκτυα, αλλά μπορούν επίσης να προκαλέσουν νέες αντιπαραθέσεις, ανακατατάξεις και αποσχίσεις.

Μπαλουχιστάν: Ένοπλη γυναικεία μονάδα και κλιμάκωση της προπαγάνδας

Σημαντικές εξελίξεις καταγράφονται και στο Μπαλουχιστάν, την επαρχία του νοτιοδυτικού Πακιστάν που συνορεύει με το Ιράν και το Αφγανιστάν και έχει στρατηγική σημασία λόγω των φυσικών πόρων και της πρόσβασής της στην Αραβική Θάλασσα.

Το Balochistan Liberation Front (BLF), μία από τις οργανώσεις που επιδιώκουν την ανεξαρτησία του Μπαλουχιστάν, δημοσιοποίησε υλικό για τη συγκρότηση νέου γυναικείου ένοπλου σχηματισμού.

Η συγκεκριμένη κίνηση προβάλλεται από την οργάνωση ως οργανωτική εξέλιξη. Δεν υπάρχουν, ωστόσο, επαρκή ανεξάρτητα στοιχεία στο δημόσιο απόσπασμα της έκθεσης για τον αριθμό των μελών ή τις πραγματικές επιχειρησιακές δυνατότητες της νέας μονάδας.

Παράλληλα, ο Balochistan Liberation Army (BLA), άλλη σημαντική αυτονομιστική ένοπλη οργάνωση, απέρριψε κατηγορίες περί συνεργασίας με την TTP.

Ο BLA δημοσιοποίησε επίσης οπτικό υλικό από επιχειρήσεις που ισχυρίζεται ότι πραγματοποίησαν μέλη του.

Άλλες οργανώσεις των Μπαλούχων προχώρησαν σε ανάλογες κινήσεις, προβάλλοντας τη δράση τους και διατυπώνοντας ισχυρισμούς για δραστηριότητες συλλογής πληροφοριών.

Οι εξελίξεις καταδεικνύουν ότι η σύγκρουση στο Μπαλουχιστάν δεν περιορίζεται στις ένοπλες επιθέσεις, αλλά περιλαμβάνει και έναν παράλληλο αγώνα επιρροής, επικοινωνίας και πολιτικής νομιμοποίησης.

Πολιτική κρίση και αντιτρομοκρατία

Πέρα από την ένοπλη βία, η έκθεση του PICSS επισημαίνει ότι η εσωτερική πολιτική αστάθεια δυσχεραίνει τη διαμόρφωση αποτελεσματικής πολιτικής ασφαλείας.

Η κατάρρευση των διαπραγματεύσεων μεταξύ της κυβέρνησης και του Pakistan Tehreek-e-Insaf (PTI), του κόμματος που ίδρυσε ο πρώην πρωθυπουργός Ιμράν Χαν, περιπλέκει τις προσπάθειες συντονισμού στην επαρχία Χάιμπερ Παχτούνχβα.

Η περιοχή αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα μέτωπα της δράσης των Πακιστανών Ταλιμπάν, λόγω της εγγύτητάς της με το Αφγανιστάν και της μακρόχρονης παρουσίας ένοπλων δικτύων.

Οι πολιτικές αντιπαραθέσεις μεταξύ κεντρικής κυβέρνησης και αντιπολίτευσης μπορούν να δυσχεράνουν τον συντονισμό, τη διοικητική συνεργασία και τη διαμόρφωση κοινής στρατηγικής για την αντιμετώπιση της τρομοκρατίας.

Το πρόβλημα αποκτά ιδιαίτερη σημασία όταν συνδυάζεται με την ανάγκη προστασίας παραμεθόριων περιοχών και αντιμετώπισης οργανώσεων με διασυνοριακές διασυνδέσεις.

Αφγανιστάν, Ινδία και περιφερειακές αμυντικές συμφωνίες

Οι προκλήσεις που αντιμετωπίζει το Ισλαμαμπάντ δεν περιορίζονται στο εσωτερικό της χώρας.

Οι σχέσεις με το Αφγανιστάν παραμένουν κρίσιμος παράγοντας ασφαλείας, καθώς το Πακιστάν αποδίδει σε ένοπλα δίκτυα που δρουν από αφγανικό έδαφος σημαντικό μέρος των επιθέσεων εναντίον του.

Την ίδια στιγμή, η αντιπαράθεση με την Ινδία εξακολουθεί να επηρεάζει τον στρατηγικό σχεδιασμό των πακιστανικών ενόπλων δυνάμεων.

Στο περιφερειακό περιβάλλον προστίθενται οι νέες αμυντικές διευθετήσεις και οι προσπάθειες του Πακιστάν να διατηρήσει ή να ενισχύσει τις στρατηγικές του συνεργασίες.

Η συνύπαρξη εσωτερικών απειλών, πολιτικής αβεβαιότητας και εξωτερικών δεσμεύσεων δημιουργεί αυξημένες απαιτήσεις για τον στρατιωτικό μηχανισμό και τις υπηρεσίες ασφαλείας.

Οι αριθμοί δεν λένε ολόκληρη την ιστορία

Η εβδομαδιαία έκθεση του PICSS θέτει ένα ουσιαστικό ερώτημα: αποτελεί η μείωση των τρομοκρατικών επιθέσεων ένδειξη βελτίωσης της ασφάλειας ή πρόκειται για προσωρινή υποχώρηση της βίας, ενώ οι οργανώσεις αναπροσαρμόζουν τις τακτικές και τις δομές τους;

Η απάντηση δεν μπορεί να προκύψει αποκλειστικά από την καταμέτρηση των επιθέσεων.

Η χρήση νέων επιχειρησιακών μέσων, οι εσωτερικές διαμάχες, η συγκρότηση νέων ένοπλων σχηματισμών και η αυξημένη προπαγανδιστική δραστηριότητα συνθέτουν μια εικόνα που απαιτεί διαρκή παρακολούθηση.

Άλλωστε, τα στοιχεία του PICSS για ολόκληρο τον Σεπτέμβριο είχαν καταγράψει 225 επιθέσεις, τον υψηλότερο μηνιαίο αριθμό εδώ και δώδεκα χρόνια, γεγονός που αναδεικνύει τη σοβαρότητα της κατάστασης παρά την πρόσφατη εβδομαδιαία υποχώρηση.

Το Πακιστάν βρίσκεται αντιμέτωπο με μια πολυεπίπεδη κρίση ασφαλείας, στην οποία αλληλεπιδρούν τζιχαντιστικές οργανώσεις, αυτονομιστικά κινήματα, πολιτικές αντιπαραθέσεις και περιφερειακοί ανταγωνισμοί.

Η μείωση της συχνότητας των επιθέσεων αποτελεί θετική ένδειξη σε επίπεδο εβδομαδιαίων στατιστικών. Δεν αρκεί, όμως, από μόνη της για να αποδείξει ότι οι απειλές περιορίζονται σε βάθος χρόνου.

Το κρίσιμο ζήτημα για το Ισλαμαμπάντ δεν είναι μόνο πόσες επιθέσεις καταγράφονται, αλλά κατά πόσον το κράτος μπορεί να αντιμετωπίσει τις οργανώσεις που εξακολουθούν να διαθέτουν δυνατότητα στρατολόγησης, προσαρμογής και πραγματοποίησης νέων επιχειρήσεων.

Συνέχεια ανάγνωσης

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ

GEOPOLITICO20 λεπτά πριν

EurAsia Review: Ποιοι προστατεύουν τα κυκλώματα λαθρεμπορίου στα σύνορα Ιράν, Πακιστάν και Αφγανιστάν – Ο σκοτεινός ρόλος παραγόντων ασφαλείας

Ένα εκτεταμένο σύστημα παράνομου εμπορίου, διαφθοράς και πολιτικής προστασίας περιγράφει σε ανάλυσή του το EurAsia Review. Από τα καύσιμα και...

GEOPOLITICO50 λεπτά πριν

Σοβαρή καταγγελία για το Σαχτάρ-ΑΕΚ! Χειρονομίες Τούρκων οπαδών προς τους Έλληνες – Συνελήφθησαν αστραπιαία από την αγγλική αστυνομία

Οι Τούρκοι βρέθηκαν στο Λονδίνο για τον προπονητή της ουκρανικής ομάδας Αρντά Τουράν, ο οποίος ακούγεται για τον πάγκο της...

GEOPOLITICO1 ώρα πριν

Η Ευρώπη γνωρίζει, αλλά κάνει τα στραβά μάτια! Το διπλό παιχνίδι της Τουρκίας με Χαμάς και ισλαμιστικά δίκτυα

Η Ευρώπη δεν μπορεί να απαιτεί διαφάνεια από τους αιτούντες επιχορηγήσεων, ενώ παράλληλα αντιμετωπίζει την εξουσία της Άγκυρας επί των...

Αναλύσεις2 ώρες πριν

Η ελευθερία της έκφρασης στην Τουρκία του Ερντογάν: Λουκέτα, καταλήψεις τηλεοπτικών σταθμών και φίμωση του Τύπου

Από τις εφημερίδες Zaman και Bugün μέχρι τους τηλεοπτικούς σταθμούς TELE1 και Halk TV, η Τουρκία μετρά μια δεκαετία μαζικών...

GEOPOLITICO2 ώρες πριν

«Ελευθερία» Λονδίνου: Αδιέξοδο στο Κυπριακό, νέα εποχή στις σχέσεις Βρετανίας–ΕΕ και τα μηνύματα Ρούμπιο προς την Τουρκία

Στο επίκεντρο του νέου φύλλου της ομογενειακής εφημερίδας η αμετακίνητη στάση της τουρκικής πλευράς στο Κυπριακό, οι πολιτικές εξελίξεις στο...

Δημοφιλή