Διεθνή
Al Jazeera: Πιθανή σύγκρουση Ελλάδας-Τουρκίας μέχρι τον Ιούνιο!
Σε άρθρο του με τίτλο «Θα μπορούσαν οι εντάσεις Ελλάδας-Τουρκίας να εξελιχθούν σε ανοιχτή σύγκρουση;», το φιλοτουρκικό Al Jazeera με έδρα το Κατάρ (σ.σ. σύμμαχος της Άγκυρας), παρουσιάζει το πολύ πιθανό ενδεχόμενο να υπάρξει σύγκρουση Ελλάδας–Τουρκίας μέχρι το καλοκαίρι, όταν και οι δύο χώρες θα πάνε στις κάλπες.
Στον υπότιτλο μάλιστα, το άρθρο που υπογράφει ο δημοσιογράφος John Psaropoulos, αναφέρει το εξής: «Η Ελλάδα και η Τουρκία θα μπορούσαν να έρθουν σε σύγκρουση ενόψει των εκλογών και στις δύο χώρες το επόμενο έτος, λένε ειδικοί και από τις δύο πλευρές».
Αναλυτικά:
Έλληνες αξιωματούχοι λένε ότι οι σχέσεις με την Τουρκία είναι τόσο τεταμένες πριν από τις εκλογές και στις δύο χώρες τον προσεχή Ιούνιο, που είναι πιθανό ένα στρατιωτικό επεισόδιο στο Αιγαίο ή την Ανατολική Μεσόγειο, που θα μπορούσε να προκαλέσει μια ευρύτερη σύγκρουση!
Η ελληνική υποψία είναι ότι ο Πρόεδρος της Τουρκίας Ταγίπ Ερντογάν θα επιδιώξει να δημιουργήσει μια κρίση εθνικής ασφάλειας που θα τονώσει τη δημοτικότητά του, η οποία είναι σε φθίνουσα πορεία μετά από 20 χρόνια στην εξουσία.
Τον Αύγουστο, ο Ερντογάν άφησε να εννοηθεί ότι μπορεί να διατάξει απόβαση σε ελληνικά νησιά: «Μπορούμε να έρθουμε ξαφνικά μια νύχτα… αν εσείς οι Έλληνες πάτε πολύ μακριά, τότε το τίμημα θα είναι βαρύ».
«Μέχρι το 2019, το 2020, το 2021 υποστήριζα ότι δεν υπήρχε περίπτωση πολέμου. Δεν μπορώ πλέον να το πω αυτό», δήλωσε στο Al Jazeera ο απόστρατος ναύαρχος Αλέξανδρος Διακόπουλος.
«Η ρητορική της Τουρκίας χτίζεται προς μια επίθεση», είπε ο Διακόπουλος, ο οποίος είναι πρώην σύμβουλος εθνικής ασφάλειας του Κυριάκου Μητσοτάκη.
Ο κορυφαίος διπλωμάτης της Τουρκίας στην Αθήνα, συμφωνεί ότι υπάρχει ένταση, αλλά λέει ότι αντιμετωπίζεται. «Ως πρεσβεία, έχουμε έναν εύλογο διάλογο με τους Έλληνες συναδέλφους μας – μην πιστεύετε αυτά που διαβάζετε στις εφημερίδες», είπε ο Τούρκος -σύντομα πρώην- Πρέσβης Μπουράκ Οζουγκεργκίν επίσης στο Al Jazeera.
«Όλοι προσπαθούμε να μην συμβούν ατυχήματα. Τα πράγματα δεν είναι τόσο άσχημα όσο το καλοκαίρι του 2020, αλλά πρέπει να είμαστε πολύ προσεκτικοί γιατί τα πράγματα μπορεί να γίνουν πολύ άσχημα πολύ γρήγορα», πρόσθεσε.
«Παράλληλες κρίσεις»
Ο Άγγελος Συρίγος, καθηγητής Διεθνούς Δικαίου στο Πάντειο Πανεπιστήμιο και υφυπουργός Παιδείας και Θρησκευμάτων, συμφωνεί: «Βρισκόμαστε στο Defcon One αυτή τη στιγμή», είπε στο Al Jazeera, αναφερόμενος στη σοβαρότερη κατάσταση αμυντικής ετοιμότητας.
«Νομίζω ότι η Τουρκία θα επιχειρήσει πολλές παράλληλες κρίσεις», λέει ο κ. Συρίγος, οραματιζόμενος μια προσφυγική κρίση, ακολουθούμενη από την παρουσία ενός ερευνητικού πλοίου και ενός γεωτρύπανου, σε αυτό που η Ελλάδα θεωρεί θαλάσσια δικαιοδοσία της (σ.σ. έτσι το αναφέρει η καταριανή ιστοσελίδα).
Οι σχέσεις παρέμειναν τεταμένες από τότε που οι δύο σύμμαχοι του ΝΑΤΟ σχεδόν «τα έσπασαν» πριν από δύο χρόνια. Το ελληνικό και το τουρκικό ναυτικό σκίαζαν το ένα το άλλο στο Αιγαίο και την Ανατολική Μεσόγειο για ένα ολόκληρο καλοκαίρι, αφότου η Τουρκία έστειλε ένα πλοίο έρευνας για να αναζητήσει υποθαλάσσιο πετρέλαιο και φυσικό αέριο σε ύδατα που η Ελλάδα ισχυρίζεται ότι έχει δικαιοδοσία σύμφωνα με το διεθνές δίκαιο.
Η Τουρκία έχει δηλώσει ότι δεν θα αποθαρρυνθεί από τις ερευνητικές δραστηριότητες σε αυτήν την περιοχή και επιδιώκει να συνοδεύσει τις σεισμικές απεικονιστικές της έρευνες με διερευνητικές γεωτρήσεις.
«Κοιτάζοντας τη στρατηγική της Τουρκίας το 2019-21, προσπαθούσαν να μας κάνουν να χρησιμοποιήσουμε βία πρώτοι. Τώρα η Τουρκία συνειδητοποιεί ότι αυτό δεν θα συμβεί… έτσι εξετάζουν μια πρώτη τουρκική χρήση βίας που θα μπορούσε να δικαιολογηθεί παρουσιάζοντας την Ελλάδα ως κατέχουσα τα νησιά του ανατολικού Αιγαίου», λέει ο κ. Διακόπουλος.
Η Τουρκία άρχισε να αμφισβητεί τις ακατοίκητες ελληνικές νησίδες το 1996, αλλά πέρυσι, άρχισε να αμφισβητεί ανοιχτά την ελληνική κυριαρχία στα κατοικημένα νησιά της στο ανατολικό Αιγαίο.
Τον Ιούνιο, ο Ερντογάν ζήτησε από την Ελλάδα να σταματήσει να εξοπλίζει τα νησιά του Αιγαίου που έχουν «μη στρατιωτικό καθεστώς» και τηρούν τις διεθνείς συμφωνίες. Τον Αύγουστο, ισχυρίστηκε ότι θα μπορούσε να διατάξει μια απόβαση.
«Τα νησιά που καταλαμβάνετε δεν μας δεσμεύουν, θα κάνουμε ό,τι είναι απαραίτητο όταν έρθει η ώρα», είπε ο Ερντογάν στην πόλη Κουτάχια της Τουρκίας τον περασμένο Αύγουστο.
Ο αρχηγός του Κόμματος Εθνικιστικού Κινήματος Ντεβλέτ Μπαχτσελί, ο μικρότερος εταίρος του Ερντογάν στον συνασπισμό, πόζαρε δίπλα σε έναν χάρτη που δείχνει όλα τα νησιά της Ελλάδας στο ανατολικό Αιγαίο, συμπεριλαμβανομένων των Δωδεκανήσων και της Κρήτης, ως τουρκικό έδαφος.
«Τα νησιά, στα οποία [η Ελλάδα] κάθεται παράνομα και άδικα, είναι δικαίωμά μας», είπε ο Μπαχτσελί τον περασμένο μήνα. «[Οι Έλληνες] δεν πρέπει να δοκιμάσουν την υπομονή μας. Αν θέλουν να οδηγηθούν για άλλη μια φορά στη θάλασσα, ας μας το πουν και θα τους πετάξουμε όλους, αν θέλει ο Θεός».
Σύμφωνα με το Al Jazeera, «η Συνθήκη της Λωζάνης το 1923 έδωσε στην Ελλάδα τα νησιά του ανατολικού Αιγαίου και έβαλε όρια στις στρατιωτικές υποδομές εκεί. Η Τουρκία λέει ότι η Ελλάδα έχει ξεπεράσει αυτά τα όρια και ως εκ τούτου πρέπει να παραχωρήσει τα νησιά. Οι Ηνωμένες Πολιτείες και η Ευρωπαϊκή Ένωση λένε ότι η κυριαρχία της Ελλάδας στα νησιά είναι αδιαμφισβήτητη».
Η διμερής σχέση άρχισε να κατακρημνίζεται αφότου ο Κυριάκος Μητσοτάκης είπε σε κοινή συνεδρίαση του Κογκρέσου των ΗΠΑ τον περασμένο Μάιο ότι η Τουρκία θα χρησιμοποιούσε τα αναβαθμισμένα μαχητικά αεροσκάφη F-16 που ζήτησε, για να παραβιάσουν τον ελληνικό εναέριο χώρο. Η Ελλάδα έχει καταγράψει περισσότερες από 7.000 παραβάσεις φέτος.
«Το τελευταίο πράγμα που χρειάζεται το ΝΑΤΟ σε μια εποχή που επικεντρωνόμαστε στο να βοηθήσουμε την Ουκρανία να νικήσει την επιθετικότητα της Ρωσίας, είναι μια άλλη πηγή αστάθειας στη Νοτιοανατολική πλευρά του ΝΑΤΟ. Και σας ζητώ να το λάβετε υπόψη σας όταν λαμβάνετε αποφάσεις αμυντικών προμηθειών σχετικά με την Ανατολική Μεσόγειο», είπε ο Έλληνας Πρωθυπουργός, ωθώντας τον Ερντογάν να πει ότι δεν θα συναντηθεί ποτέ ξανά με τον Μητσοτάκη.
Χωρικά ύδατα
Οι υπουργοί Άμυνας Ελλάδας και Τουρκίας συναντήθηκαν για 40 λεπτά στο περιθώριο της συνόδου του ΝΑΤΟ στις 13 Οκτωβρίου και φέρεται να έχουν καλές εργασιακές σχέσεις.
Αλλά αυτά τα κανάλια έχουν σχεδιαστεί για να εκτονώσουν την ένταση, όχι για να επιλύσουν τις βαθιές διαφορές που χωρίζουν την Ελλάδα και την Τουρκία.
Υπάρχουν δύο βασικά ζητήματα. Το πρώτο είναι τα χωρικά ύδατα.
Σύμφωνα με το Δίκαιο της Θάλασσας του ΟΗΕ (UNCLOS), «κάθε κράτος έχει το δικαίωμα να καθορίσει το πλάτος της χωρικής του θάλασσας μέχρι ένα όριο που δεν υπερβαίνει τα 12 ναυτικά μίλια [22 χιλιόμετρα], μετρούμενο από τις γραμμές βάσης που καθορίζονται σύμφωνα με την παρούσα Σύμβαση».
Αυτό σημαίνει ότι η Ελλάδα θα μπορούσε να διεκδικήσει άμεση κυριαρχία στο 72% του Αιγαίου.
Η Τουρκία δεν διαφωνεί με τα δικαιώματα των νησιών στα χωρικά ύδατα, αλλά αντιτίθεται στην απόσταση των 12 ναυτικών μιλίων (22 χιλιόμετρα) και έχει απειλήσει την Ελλάδα με στρατιωτική δράση εάν ασκήσει τα δικαιώματά της βάσει της UNCLOS.
Τόσο η Ελλάδα όσο και η Τουρκία διεκδικούν επί του παρόντος 6 ναυτικά μίλια (11 χιλιόμετρα) χωρικών υδάτων στο Αιγαίο, αλλά 12 ναυτικά μίλια (22 χιλιόμετρα) από τις άλλες ακτές τους.
Υποθαλάσσιοι υδρογονάνθρακες
Ένα δεύτερο ζήτημα αφορά τα κυριαρχικά δικαιώματα για την εκμετάλλευση των υποθαλάσσιων υδρογονανθράκων πέρα από τα χωρικά ύδατα – μια περιοχή γνωστή ως αποκλειστική οικονομική ζώνη (ΑΟΖ).
Οι κανόνες της UNCLOS απονέμουν στην Ελλάδα 500.000 τετραγωνικά χιλιόμετρα (193.000 τετραγωνικά μίλια) ΑΟΖ στο Αιγαίο και την Ανατολική Μεσόγειο.
Η Τουρκία δεν έχει υπογράψει την UNCLOS και διαφωνεί με την πρόβλεψή της για υφαλοκρηπίδα και ΑΟΖ για τα νησιά. Το 2019, η Τουρκία υπέγραψε μια θαλάσσια συμφωνία με τη Λιβύη που «κόβει» έναν διάδρομο κατά μήκος της.
Η ΕΕ κατήγγειλε αυτή τη συμφωνία ως «παράνομη», αλλά νωρίτερα αυτό το μήνα η Τουρκία υπέγραψε συμφωνία «εξερεύνησης και γεώτρησης» με την κυβέρνηση Εθνικής Ενότητας στην Τρίπολη εντός του διαδρόμου αυτού, σηματοδοτώντας ότι θα στείλει πλοία έρευνας εκεί.
Η Ελλάδα έχει προτείνει τη διαιτησία της διαφοράς για την ΑΟΖ στο Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης, αλλά αρνείται να συζητήσει τα δικαιώματά της για τα χωρικά ύδατα υπό την απειλή πολέμου.
«Στο Αιγαίο, εάν τα όρια των χωρικών υδάτων επεκταθούν από την Ελλάδα, τότε πραγματικά δεν έχουμε πολλά ανοιχτά ύδατα για να μιλήσουμε – κάτι που κάνει την προσφυγή στα δικαστήρια ουσιαστικά χωρίς νόημα. Η Τουρκία είναι έτοιμη να προσφύγει στα δικαστήρια, αλλά με όλα τα σχετικά ζητήματα», είπε ο Οζουγκέργκιν στο Al Jazeera.
«Δεν νομίζω ότι μπορούμε να πείσουμε ο ένας τον άλλον για τη θέση μας διμερώς», είπε. «Πρέπει να πάμε στα δικαστήρια».
ΠΗΓΗ: directus.gr
Διεθνή
Προειδοποίηση της Ελβετίας: Το υψηλό ευρωπαϊκό χρέος θα μπορούσε να πυροδοτήσει μια κρίση του ευρώ
Τα αυξανόμενα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη και πέραν αυτής εγκυμονούν κινδύνους για την οικονομική σταθερότητα και θα μπορούσαν να πυροδοτήσουν μια κρίση του ευρώ, δήλωσε την Παρασκευή η Ελβετίδα υπουργός Οικονομικών, Κάριν Κέλερ-Σούτερ.
Τα αυξανόμενα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη και πέραν αυτής εγκυμονούν κινδύνους για την οικονομική σταθερότητα και θα μπορούσαν να πυροδοτήσουν μια κρίση του ευρώ, δήλωσε την Παρασκευή η Ελβετίδα υπουργός Οικονομικών, Κάριν Κέλερ-Σούτερ.
Μιλώντας στον ελβετικό δημόσιο ραδιοτηλεοπτικό φορέα SRF, στην Μπανγκόκ —στο περιθώριο των ετήσιων συναντήσεων του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου και της Παγκόσμιας Τράπεζας—, η Κέλερ-Σούτερ ανέφερε ότι και οι τιμές της ενέργειας εντείνουν τις ανησυχίες μεταξύ των υπευθύνων χάραξης πολιτικής.
Η Ελβετία διαθέτει ένα από τα χαμηλότερα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη, ωστόσο η Κέλερ-Σούτερ τόνισε ότι, στο τρέχον περιβάλλον, είναι σημαντικό να εξετάζεται η ευρύτερη εικόνα.
«Είμαστε τόσο στενά διασυνδεδεμένοι σε διεθνές επίπεδο, ώστε καθιστάμεθα επίσης ευάλωτοι, για παράδειγμα, στην περίπτωση που προκύψει κρίση χρέους εξαιτίας του δημόσιου χρέους μεγάλων χωρών. Σκέφτομαι συγκεκριμένα τις Ηνωμένες Πολιτείες, αλλά και την Ευρώπη. Υπάρχει η περίπτωση της Γαλλίας — κάτι που θα μπορούσε να οδηγήσει σε κρίση του ευρώ», δήλωσε η Κέλερ-Σούτερ στο δίκτυο SRF.
Το δημόσιο χρέος της Γαλλίας, τα δημοσιονομικά ελλείμματα και η υποτονική οικονομική ανάπτυξη έχουν εντείνει τις ανησυχίες για την κατάσταση των δημόσιων οικονομικών της, καθώς ο πολιτικός κατακερματισμός έχει καταστήσει πιο περίπλοκες τις προσπάθειες δημοσιονομικής εξυγίανσης.
Αναλύσεις
Η Κίνα βρίσκει δρόμο που παρακάμπτει το Πακιστάν – Ο διάδρομος Ουαχάν αλλάζει τις γεωπολιτικές ισορροπίες
Μία νέα οδική αρτηρία μήκους 121 χιλιομέτρων στο βορειοανατολικό Αφγανιστάν δημιουργεί τις προϋποθέσεις για απευθείας χερσαία σύνδεση με την Κίνα, χωρίς διέλευση από το Πακιστάν. Η ολοκλήρωση του δρόμου στον ιστορικό διάδρομο Ουαχάν αποκτά ιδιαίτερη γεωπολιτική σημασία, καθώς το Πεκίνο αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα ασφαλείας με τις επενδύσεις του στο Πακιστάν, ενώ η Καμπούλ επιδιώκει να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ.
Μία σημαντική εξέλιξη στις χερσαίες μεταφορές και στις γεωπολιτικές ισορροπίες της Κεντρικής Ασίας καταγράφεται στο Αφγανιστάν, με την ολοκλήρωση νέου δρόμου στον στρατηγικής σημασίας διάδρομο Ουαχάν.
Σύμφωνα με ανάλυση του Imran Khurshid που δημοσιεύθηκε στις 9 Οκτωβρίου 2026 στο Asia Times, οι αφγανικές αρχές εγκαινίασαν οδική διαδρομή 121 χιλιομέτρων, η οποία εκτείνεται από την περιοχή Μπρογκίλ έως τα σύνορα με την Κίνα, στην επαρχία Μπανταχσάν.
Το έργο κόστισε περίπου 365 εκατομμύρια αφγάνι, ποσό που αντιστοιχεί σε περίπου 5,5 εκατομμύρια δολάρια.
Κατά τις αφγανικές ανακοινώσεις, κατασκευάστηκε από ντόπιους μηχανικούς και εργαζομένους, χωρίς τη συμμετοχή ξένων τεχνικών συμβούλων.
Η νέα διαδρομή φθάνει στα σινοαφγανικά σύνορα. Αυτό, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι λειτουργεί ήδη πλήρης διεθνής εμπορευματικός διάδρομος, καθώς εξακολουθούν να υπάρχουν σημαντικοί τεχνικοί και συνοριακοί περιορισμοί.
Γιατί ο διάδρομος Ουαχάν έχει στρατηγική σημασία
Ο διάδρομος Ουαχάν αποτελεί μια στενή λωρίδα αφγανικού εδάφους ανάμεσα στο Τατζικιστάν, το Πακιστάν και την Κίνα.
Η γεωγραφική του διαμόρφωση συνδέεται με τον ανταγωνισμό της Βρετανικής και της Ρωσικής Αυτοκρατορίας κατά τον 19ο αιώνα.
Η περιοχή διατηρήθηκε ως ζώνη διαχωρισμού των δύο αυτοκρατορικών σφαιρών επιρροής, αποτελώντας ένα από τα χαρακτηριστικότερα γεωγραφικά κατάλοιπα του λεγόμενου «Μεγάλου Παιχνιδιού».
Σήμερα, η ίδια περιοχή αποκτά νέα σημασία, αυτή τη φορά λόγω της προσπάθειας σύνδεσης της Κίνας με το Αφγανιστάν και ευρύτερα με την Κεντρική Ασία.
Ο δρόμος ανοίγει τη δυνατότητα δημιουργίας μιας εναλλακτικής οδού μεταφορών, περιορίζοντας δυνητικά την ανάγκη διέλευσης από το πακιστανικό έδαφος.
Το πρόβλημα της Κίνας με τον οικονομικό διάδρομο CPEC
Το ενδιαφέρον της εξέλιξης εντοπίζεται κυρίως στην προσπάθεια του Πεκίνου να περιορίσει την εξάρτησή του από ευάλωτες υποδομές.
Ο Οικονομικός Διάδρομος Κίνας–Πακιστάν, γνωστός ως CPEC, αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα προγράμματα της κινεζικής πρωτοβουλίας Belt and Road.
Μέσω του συγκεκριμένου σχεδίου, η Κίνα επιχειρεί να ενισχύσει τις εμπορικές και ενεργειακές συνδέσεις της με τη Νότια Ασία και την Αραβική Θάλασσα.
Ωστόσο, η υλοποίηση των έργων έχει αντιμετωπίσει σοβαρές δυσκολίες.
Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, οργανώσεις αυτονομιστών έχουν πραγματοποιήσει επανειλημμένες επιθέσεις εναντίον κινεζικών συμφερόντων, εγκαταστάσεων και εργαζομένων.
Οι επιθέσεις αυτές έχουν επιβαρύνει την ασφάλεια των υποδομών και έχουν αυξήσει το κόστος προστασίας των κινεζικών επενδύσεων.
Παράλληλα, έχουν διατυπωθεί καταγγελίες για καθυστερήσεις, κακοδιαχείριση και προβλήματα διαφάνειας σε επιμέρους προγράμματα του CPEC.
Η εδαφική διαμάχη με την Ινδία
Μια επιπλέον γεωπολιτική δυσκολία συνδέεται με τη διέλευση του CPEC από το Γκιλγκίτ–Μπαλτιστάν.
Η περιοχή διοικείται από το Πακιστάν, αλλά διεκδικείται από την Ινδία, στο πλαίσιο της ευρύτερης διαμάχης για το Κασμίρ.
Το Νέο Δελχί έχει αντιταχθεί επανειλημμένα σε έργα που διέρχονται από εδάφη τα οποία θεωρεί τμήμα της δικής του επικράτειας.
Αυτό σημαίνει ότι ο οικονομικός διάδρομος Κίνας–Πακιστάν δεν αποτελεί μόνο αναπτυξιακό πρόγραμμα, αλλά συνδέεται με μία από τις πιο ευαίσθητες εδαφικές αντιπαραθέσεις της Ασίας.
Η δημιουργία εναλλακτικών διαδρομών μέσω του Αφγανιστάν θα μπορούσε μακροπρόθεσμα να προσφέρει στο Πεκίνο μεγαλύτερη ευελιξία.
Δεν υπάρχει, πάντως, ένδειξη ότι ο δρόμος του Ουαχάν μπορεί σήμερα να αντικαταστήσει τις μεγάλες μεταφορικές υποδομές του CPEC.
Η Καμπούλ επιχειρεί να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ
Για την κυβέρνηση των Ταλιμπάν, το έργο έχει και μία σαφή πολιτική διάσταση.
Το Αφγανιστάν εξαρτάται σε σημαντικό βαθμό από συνοριακές διαβάσεις και μεταφορικούς άξονες που περνούν από το Πακιστάν.
Οι επανειλημμένες εντάσεις ανάμεσα στις δύο χώρες έχουν προκαλέσει κλείσιμο συνοριακών περασμάτων, διακοπές εμπορικών ροών και επιβάρυνση της αφγανικής οικονομίας.
Μια εναλλακτική χερσαία διέξοδος προς την Κίνα θα μπορούσε, εφόσον αναπτυχθεί και καταστεί λειτουργική, να μειώσει τη δυνατότητα του Πακιστάν να χρησιμοποιεί τη γεωγραφική του θέση ως μέσο πίεσης προς την Καμπούλ.
Η αφγανική πλευρά αντιμετωπίζει το έργο ως σημαντική υποδομή οικονομικής και στρατηγικής αυτονομίας.
Η στάση της Κίνας και της Ρωσίας
Παρά την προοπτική άμεσης σύνδεσης, το Πεκίνο δεν έχει εγκαταλείψει τον οικονομικό διάδρομο CPEC ούτε έχει ανακοινώσει ότι ο Ουαχάν θα τον αντικαταστήσει.
Η Κίνα εξακολουθεί να διατηρεί σημαντικά οικονομικά και στρατηγικά συμφέροντα στο Πακιστάν.
Αντίστοιχα, η Ρωσία ενδιαφέρεται για τη σταθερότητα του Αφγανιστάν και για την ανάπτυξη νέων δικτύων επικοινωνίας στην Κεντρική Ασία.
Η δημιουργία περισσότερων επιλογών διασύνδεσης ενδέχεται να περιορίσει την αποκλειστική σημασία ορισμένων παραδοσιακών μεταφορικών διαδρομών.
Η πραγματική αξία του Ουαχάν θα εξαρτηθεί από τη βελτίωση των οδικών υποδομών, τη λειτουργία συνοριακών και τελωνειακών εγκαταστάσεων, τις καιρικές συνθήκες και τις πολιτικές αποφάσεις της Κίνας.
Το μήνυμα προς το Πακιστάν
Η νέα διαδρομή αναδεικνύει μια σημαντική γεωπολιτική πραγματικότητα: η γεωγραφική θέση ενός κράτους προσφέρει στρατηγικά πλεονεκτήματα, αλλά η αξιοποίησή τους εξαρτάται από την ασφάλεια και την αξιοπιστία των μεταφορικών του δικτύων.
Το Πακιστάν εξακολουθεί να αποτελεί κρίσιμο εταίρο της Κίνας, ιδιαίτερα στο πλαίσιο του CPEC.
Ταυτόχρονα, όμως, η αστάθεια, οι επιθέσεις σε κινεζικά συμφέροντα και οι αντιπαραθέσεις με το Αφγανιστάν δημιουργούν κίνητρα αναζήτησης εναλλακτικών επιλογών.
Ο διάδρομος Ουαχάν δεν έχει ακόμη μετατραπεί σε μεγάλο εμπορικό πέρασμα. Η κατασκευή του δρόμου, ωστόσο, καταδεικνύει ότι το Αφγανιστάν επιχειρεί να αποκτήσει πρόσθετες διεθνείς συνδέσεις και ότι η αποκλειστική εξάρτηση από το Πακιστάν δεν αποτελεί πλέον τη μοναδική γεωγραφική επιλογή.
Για το Ισλαμαμπάντ, η εξέλιξη αποτελεί μια νέα στρατηγική παράμετρο που θα πρέπει να συνυπολογίσει στις σχέσεις του με το Πεκίνο και την Καμπούλ.
Διεθνή
Γερμανία: Το ρωσικό φυσικό αέριο επιστρέφει έμμεσα μέσω των λιπασμάτων, παρά τους ευρωπαϊκούς δασμούς
Οι εισαγωγές ρωσικών αζωτούχων λιπασμάτων μειώθηκαν κατά 66% το 2025-2026, αλλά παραμένουν 53% υψηλότερες από τα επίπεδα πριν από τον πόλεμο στην Ουκρανία.
Το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία διατηρεί ανταγωνιστικά τα ρωσικά προϊόντα, σύμφωνα με στοιχεία που δημοσίευσε η Berliner Zeitung. Η Γερμανία εξακολουθεί να συνδέεται εμπορικά με το ρωσικό φυσικό αέριο, παρά τις ευρωπαϊκές προσπάθειες περιορισμού της ενεργειακής εξάρτησης από τη Μόσχα.
Αυτή τη φορά, η σύνδεση δεν αφορά αποκλειστικά την άμεση προμήθεια φυσικού αερίου, αλλά τις εισαγωγές λιπασμάτων που παράγονται με τη χρήση ρωσικού αερίου ως πρώτης ύλης και πηγής ενέργειας. Σύμφωνα με δημοσίευμα της γερμανικής εφημερίδας, που βασίζεται σε στοιχεία του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου και του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι εισαγωγές αζώτου μέσω ρωσικών λιπασμάτων μειώθηκαν σημαντικά κατά το 2025-2026. Ωστόσο, εξακολουθούν να βρίσκονται πάνω από τα επίπεδα που καταγράφονταν πριν από τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία.
Τα στοιχεία των εισαγωγών και η σύγκριση με την προπολεμική περίοδο
Το 2025-2026, η Γερμανία εισήγαγε 48.800 τόνους αζώτου μέσω λιπασμάτων ρωσικής προέλευσης. Η ποσότητα αυτή είναι μειωμένη κατά περίπου 66% σε σύγκριση με το προηγούμενο έτος, αλλά παραμένει κατά 53% υψηλότερη από τους 31.800 τόνους που είχαν καταγραφεί το 2020-2021, πριν από τον πόλεμο.
Η εξέλιξη των εισαγωγών δείχνει πόσο έντονη ήταν η αύξηση μετά το 2022. Το 2021-2022 οι εισαγωγές έφτασαν τους 56.800 τόνους αζώτου, ενώ το 2022-2023 εκτοξεύθηκαν στους 185.100 τόνους. Στη συνέχεια καταγράφηκαν 140.200 τόνοι το 2023-2024 και 143.800 τόνοι το 2024-2025, προτού σημειωθεί η μεγάλη υποχώρηση της τελευταίας περιόδου. Τα στοιχεία αφορούν την ποσότητα του αζώτου που περιέχεται στα εισαγόμενα λιπάσματα και όχι το συνολικό βάρος των προϊόντων.
Τα λιπασματικά έτη υπολογίζονται από τον Ιούλιο έως τον Ιούνιο. Η ποσότητα αζώτου που εισήχθη στη Γερμανία μέσω ρωσικής ουρίας μειώθηκε από 71.600 τόνους σε 27.600 τόνους, καταγράφοντας πτώση άνω του 61%. Παρά τη μείωση, η ποσότητα εξακολουθεί να είναι σχεδόν τριπλάσια από τους 9.900 τόνους του 2020-2021. Η συγκεκριμένη εξέλιξη αναδεικνύει το βασικό πρόβλημα της ευρωπαϊκής πολιτικής περιορισμού των εμπορικών δεσμών με τη Ρωσία. Ακόμη και όταν περιορίζονται οι εισαγωγές συγκεκριμένων προϊόντων, οι οικονομικές σχέσεις μπορούν να διατηρούνται μέσω άλλων κατηγοριών αγαθών, ιδιαίτερα όταν αυτά έχουν χαμηλότερο κόστος παραγωγής.
Γιατί οι ρωσικές εισαγωγές παραμένουν ανταγωνιστικές
Καθοριστικός παράγοντας είναι το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία και στην υπόλοιπη Ευρώπη. Η παραγωγή αζωτούχων λιπασμάτων απαιτεί μεγάλες ποσότητες φυσικού αερίου, το οποίο χρησιμοποιείται τόσο ως πρώτη ύλη όσο και ως πηγή ενέργειας. Σύμφωνα με τον Σύνδεσμο Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι ευρωπαϊκοί δασμοί, που τέθηκαν σε ισχύ τον Ιούλιο του 2025, περιόρισαν σημαντικά τις εισαγωγές ρωσικών λιπασμάτων. Ωστόσο, δεν εξάλειψαν το ανταγωνιστικό πλεονέκτημα των ρωσικών προϊόντων. Ο σύνδεσμος επισημαίνει ότι οι υψηλές τιμές ενέργειας δυσκολεύουν τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις να αυξήσουν την εγχώρια παραγωγή και να καλύψουν μεγαλύτερο μέρος των αναγκών της αγοράς. Ως αποτέλεσμα, τα ρωσικά λιπάσματα εξακολουθούν να παραμένουν ελκυστικά, ακόμη και μετά την επιβολή πρόσθετων δασμών.
Παράλληλα, σύμφωνα με τον IVA, είναι πιθανό ορισμένες ποσότητες ρωσικών προϊόντων να φτάνουν στη γερμανική αγορά μέσω άλλων κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το μέγεθος αυτών των έμμεσων εισαγωγών, ωστόσο, δεν μπορεί να προσδιοριστεί με ακρίβεια από τα διαθέσιμα στοιχεία.
Δεν αποδίδονται οι αυξήσεις των τιμών αποκλειστικά στους δασμούς
Το ζήτημα έχει άμεση σημασία για τους Γερμανούς αγρότες, καθώς το κόστος των λιπασμάτων επηρεάζει την παραγωγή και, τελικά, την οικονομική βιωσιμότητα των καλλιεργειών. Ο IVA υποστηρίζει ότι η μείωση των ρωσικών εισαγωγών δεν έχει προκαλέσει μέχρι στιγμής σαφή αύξηση των τιμών εξαιτίας των δασμών. Σύμφωνα με τον σύνδεσμο, η εγχώρια παραγωγική δυναμικότητα και οι εισαγωγές από άλλες χώρες, μεταξύ των οποίων η Αίγυπτος, επαρκούν για την κάλυψη των αναγκών της αγοράς. Την ίδια στιγμή, ο σύνδεσμος αποδίδει τις υψηλές τιμές των λιπασμάτων το 2026 στις διεθνείς ενεργειακές αναταράξεις, στον πόλεμο με το Ιράν και στην κρίση γύρω από τα Στενά του Ορμούζ, παράγοντες που επηρεάζουν το κόστος μεταφοράς και τις παγκόσμιες τιμές ενέργειας και λιπασμάτων.
Οι εκτιμήσεις αυτές αποτελούν τις θέσεις του κλαδικού συνδέσμου και δεν συνιστούν από μόνες τους ανεξάρτητη αξιολόγηση όλων των παραγόντων που διαμορφώνουν τις τιμές.
Νέες πιέσεις για περιορισμό των ρωσικών εισαγωγών
Με αφορμή τα στοιχεία, ο IVA ζητά να εξεταστεί η επιβολή πρόσθετων δασμών στις εισαγωγές καλιούχων λιπασμάτων από τη Ρωσία και τη Λευκορωσία. Το κάλιο αποτελεί βασικό θρεπτικό στοιχείο για τις καλλιέργειες και αντιπροσωπεύει μια ακόμη κατηγορία προϊόντων στην οποία η ευρωπαϊκή αγορά διατηρεί εμπορικές σχέσεις με τις δύο χώρες.
Ο σύνδεσμος εκτιμά ότι η ευρωπαϊκή βιομηχανία μπορεί να καλύψει τις ανάγκες της γεωργίας χωρίς να εξαρτάται από τις συγκεκριμένες εισαγωγές και υποστηρίζει ότι πρόσθετοι δασμοί δεν θα πρέπει να οδηγήσουν αναγκαστικά σε αυξήσεις τιμών. Η συζήτηση, ωστόσο, αποτυπώνει το ευρύτερο δίλημμα της ευρωπαϊκής οικονομικής πολιτικής. Η μείωση της εξάρτησης από τη Ρωσία απαιτεί όχι μόνο εμπορικούς περιορισμούς, αλλά και ανταγωνιστική εγχώρια παραγωγή, προσιτό ενεργειακό κόστος και εναλλακτικές πηγές προμήθειας.
Τα δεδομένα της γερμανικής αγοράς δείχνουν ότι οι δασμοί μπορούν να περιορίσουν σημαντικά τις εισαγωγές, χωρίς όμως να εξαλείψουν αυτομάτως τις οικονομικές σχέσεις που στηρίζονται σε διαφορές κόστους παραγωγής. Για τη Γερμανία και την Ευρωπαϊκή Ένωση, η πρόκληση παραμένει η εξισορρόπηση τριών στόχων: της ενεργειακής και οικονομικής ασφάλειας, της στήριξης της εγχώριας βιομηχανίας και της διατήρησης προσιτού κόστους για τον αγροτικό τομέα.
Με πληροφορίες του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA) και του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου.
-
Αναλύσεις1 μήνα πρινΤο τελεσίγραφο Καλίν την ώρα που η Τουρκία προετοιμάζεται για πόλεμο!
-
Άμυνα3 μήνες πρινΡωσσικό ΜΜΕ: Ελληνικό «μπλόκο» στην απαίτηση για Patriot – Πώς γνωρίζει το Κίεβο απόρρητα στοιχεία για τους πυραύλους μας;
-
ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΜΕ ΣΗΜΑΣΙΑ3 μήνες πρινΠακιστανός με καναδική υπηκοότητα ο υπαίτιος της πυρκαγιάς στον Έβρο! Πιθανόν να μετέφερε μετανάστες
-
GEOPOLITICO1 μήνα πρινΤο διέρρευσε ο Παπαχελάς! Έφεραν τον Καλίν στο Μαξίμου – Τί συζήτησε με τον Μητσοτάκη;
-
Αναλύσεις2 μήνες πρινΚαραγκιούλ: «Αν Ελλάδα, Κύπρος και Ισραήλ επιτεθούν στην Τουρκία, ο χάρτης του Αιγαίου θα αλλάξει»
-
ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΜΕ ΣΗΜΑΣΙΑ2 μήνες πρινΞέσπασμα της μητέρας της Μυρτούς για την υπόθεση Τζαβέντ Ασλάμ: «Δεν ξεχνώ ποτέ» – «Δήμαρχος των Πακιστανών ο Δούκας»
-
GEOPOLITICO4 εβδομάδες πρινΤί λέει Τούρκος δημοσιογράφος για Σάββα Καλεντερίδη; «Έκανε πολύ καλά τη δουλειά του για τη χώρα του – Δεν μπορούσε να τον στριμώξει η ΜİΤ»
-
Αναλύσεις3 μήνες πρινΕάν η Τουρκία απορρίψει τη συμφωνία αποχώρησης από την Κύπρο θα απομακρυνθεί δια της βίας

