Ακολουθήστε μας

Διεθνή

Χρήστος Ροζάκης: Η Λωζάννη, η Λιβύη και η διέξοδος

Δημοσιεύτηκε στις

Το ελληνικό νομικό οπλοστάσιο για την αποστρατιωτικοποίηση και τις θαλάσσιες ζώνες στην Ανατολική Μεσόγειο

Οι ελληνοτουρκικές σχέσεις εξελίσσονται αρνητικά και επικίνδυνα. Οι τελευταίες ενδείξεις δεν αφήνουν περιθώρια αισιοδοξίας, καθώς τόσο η νέα επιστολή της Τουρκίας προς τον Γενικό Γραμματέα του ΟΗΕ, όσο και οι νέες συμφωνίες με τη Λιβύη επιβαρύνουν περαιτέρω το εξαιρετικά δυστοπικό τοπίο στις σχέσεις των δύο χωρών.

Η επιστολή της Τουρκίας, μέσω του μόνιμου αντιπροσώπου της στον ΟΗΕ, Φεριντούν Σινιρλίογλου (ο οποίος είναι από τους καλύτερους και πιο διαλλακτικούς διπλωμάτες της γειτονικής μας χώρας, και ο οποίος είχε διατελέσει συνομιλητής με τον Ελληνα ομόλογό του κατά τη διάρκεια του προηγούμενου κύκλου των διερευνητικών επαφών), περιέχει μια σειρά από διαπιστώσεις που εύκολα ανατρέπονται από την ελληνική πλευρά.

Άρθρο του Χρ. Ροζάκη στην «Κ»: Η Λωζάννη, η Λιβύη και η διέξοδος-1

Για τη συνθήκη του 1923

Ο μόνιμος αντιπρόσωπος ισχυρίζεται ότι ο κύριος στόχος της Συνθήκης Ειρήνης της Λωζάννης του 1923, και της Συνθήκης Ειρήνης των Παρισίων του 1947 δεν είναι να καθιερώσει, όπως η Ελλάδα ισχυρίζεται, «μόνιμα σύνορα και εδαφικούς νομικούς τίτλους των αναφερομένων κρατών (σ.σ. της Ελλάδας και της Τουρκίας)», αλλά να τερματίσει την κατάσταση πολέμου και να καθιερώσει γενική ειρήνη και φιλικές σχέσεις ανάμεσα στους εμπολέμους. Συνεπώς ο σκοπός αυτός μετέβαλε την ισορροπία της Συνθήκης, δίνοντας βαρύτητα στην αποστρατιωτικοποίηση των νησιών του Ανατολικού Αιγαίου.

Η Συνθήκη Ειρήνης της Λωζάννης, όμως, όπως και κάθε συνθήκη ειρήνης που διαμορφώνει εδαφικό καθεστώς, ασχολείται με την αποκατάσταση της ειρήνης δευτερευόντως, αφού το κύριο μέλημά της είναι να καθορίσει νέα σύνορα ανάμεσα στους πρώην αντιμαχόμενους και να αποδώσει εδάφη σε αυτούς. Με τον τρόπο αυτόν λύεται και το πρόβλημα της αποκατάστασης της ειρήνης οριστικά. Κι εξάλλου για τον λόγο αυτόν περιβάλλεται τον χαρακτήρα μιας αντικειμενικής συμφωνίας, που έχει ως πρώτιστο χαρακτηριστικό ότι έχει erga omnes αποτελέσματα, δηλαδή μπορεί να γίνει αντικείμενο επίκλησης και από κράτη που δεν μετέχουν σε αυτήν και να δεσμεύει τρίτα κράτη. Το ίδιο συμβαίνει και με τη Συνθήκη των Παρισίων, που έχει τα ίδια χαρακτηριστικά με αυτά της Συνθήκης Ειρήνης της Λωζάννης.

Στη συνέχεια ο Τούρκος μόνιμος αντιπρόσωπος αναφέρεται στο ελληνικό επιχείρημα ότι οι συνθήκες αυτές υπακούουν στην αρχή της σταθερότητας και της τελικότητας (finality) των συνοριακών ρυθμίσεων, που ενυπάρχουν ανεξάρτητα αν οι συνθήκες αυτές εξαφανιστούν. Και διερωτάται κατά πόσον η αποστρατιωτικοποίηση που επίσης προβλέπεται από τις εν λόγω συνθήκες δεν έχει την ίδια τύχη με τα συνοριακά καθεστώτα.

Εχουμε επανειλημμένως τονίσει ότι η αποστρατιωτικοποίηση είναι, από τη φύση της, ένα προσωρινό καθεστώς, το οποίο καθιερώνεται, για χάρη της ειρήνης και της ασφάλειας, σε περίπτωση τερματισμού των εχθροπραξιών, είτε και στους δύο πρώην εμπολέμους είτε σε ένα εξ αυτών, με την προοπτική να αποτραπεί η επανέναρξη των εχθροπραξιών. Και ότι η ισχύς των εν λόγω διατάξεων παύει να υφίσταται με την επικράτηση ενός φιλικού κλίματος των πρώην εμπολέμων. Στην περίπτωση της Ελλάδας και της Τουρκίας αυτή η αλλαγή κλίματος επισυμβαίνει στη δεκαετία του ’30 του περασμένου αιώνα, όταν με τη Συμφωνία Ελ. Βενιζέλου – Μουσταφά Κεμάλ (1930) εξομαλύνθηκαν πλήρως οι ελληνοτουρκικές σχέσεις και, συνεπώς, απομακρύνθηκε ο φόβος για ενδεχόμενη επανάληψη των εχθροπραξιών.

Αναφορικά, τώρα, με τη Σύμβαση της Λωζάννης για τα Στενά, που αποστρατιωτικοποιούσε τις ακτές των Δαρδανελλίων, ομού με τα τουρκικά νησιά της Ιμβρου, Τενέδου και των Λαγουσών, ενώ από την ελληνική πλευρά αποστρατιωτικοποιούσε τα νησιά Λήμνο και Σαμοθράκη, θα πρέπει να αναφέρουμε ότι η σύμβαση αυτή αντικαταστάθηκε συνολικά από τη Συνθήκη του Μοντρέ το 1936, συμπαρασύροντας όλες τις διατάξεις της Σύμβασης της Λωζάννης. Το γεγονός ότι δεν υπάρχει διάταξη στη Συνθήκη για κατάργηση της αποστρατιωτικοποίησης των ελληνικών νησιών, ενώ υπάρχει αντίστοιχα για τα τουρκικά, είναι μικρής σημασίας, καθώς μια καταργημένη συμφωνία δεν μπορεί να παράγει έννομα αποτελέσματα. Κάτι που και οι Τούρκοι είχαν δεχτεί τη δεκαετία του ’30.

Για το δικαίωμα άμυνας

Ο μόνιμος αντιπρόσωπος ισχυρίζεται εν συνεχεία ότι η παραχώρηση των νησιωτικών εδαφών στην Ελλάδα έγινε με τον όρο της αποστρατιωτικοποίησής τους. Αυτό είναι απολύτως ανακριβές. Η εδαφική κυριαρχία δεν υπόκειται σε όρους, παρά μόνον όταν αυτοί είναι σαφώς προσδιορισμένοι και προκύπτουν από μια ρητή αναφορά της δέσμευσης που εγκλείει. Κάτι τέτοιο δεν συμβαίνει στις παραπάνω αναφερόμενες συνθήκες ειρήνης.

Aν το νέο μνημόνιο τεθεί σε εφαρμογή, μπορεί να αφορά περιοχές που είτε συμπίπτουν με την ελληνοαιγυπτιακή συμφωνία είτε βρίσκονται στις υπό ελληνική διεκδίκηση περιοχές.

Θα πρέπει να τονιστεί ότι η ελληνική επιχειρηματολογία ότι η στρατιωτικοποίηση των νησιών αποτελεί προληπτική άμυνα (preemptive self defence, anticipatory self defence), δεν ανταποκρίνεται πλήρως στη λειτουργικότητα του όρου. Ο όρος έχει χρησιμοποιηθεί για να δικαιολογήσει ένοπλη επέμβαση από κράτος εις βάρος τρίτου κράτους πριν από την επίθεση από το τελευταίο. Δεδομένου ότι το Αρθρο 51 του Καταστατικού Χάρτη του ΟΗΕ προβλέπει ότι το δικαίωμα της άμυνας προκύπτει από τη στιγμή που ένα κράτος δεχτεί επίθεση από ένα άλλο. Στην περίπτωση της Ελλάδας, η πραγματικότητα είναι πως υπάρχουν προπαρασκευαστικές ενέργειες, με δεδομένο την ύπαρξη της 4ης Στρατιάς στην άλλη πλευρά του Αιγαίου, με αποβατικές δυνατότητες, που φαίνεται ότι θα ενισχυθούν περαιτέρω. Δεν πρόκειται, πάντως, για προληπτική άμυνα, αλλά για ενέργειες που κατατείνουν στην οχύρωση των νησιών, για να αντιμετωπίσουν μια ενδεχόμενη επίθεση από τον γείτονα.

Τέλος, ο κ. Σινιρλίογλου αναφέρεται στην ανάγκη μιας συνολικής επίλυσης των προβλημάτων μεταξύ των δύο χωρών, σύμφωνα με το Αρθρο 33 του Καταστατικού του ΟΗΕ. Και προτείνει στην Ελλάδα να σταματήσει εχθρική πολιτική ρητορεία και να καθίσει στο τραπέζι του διαλόγου για να λυθούν τα προβλήματα. Εσκεμμένως θέλει να αγνοεί ότι η εμπρηστική ρητορεία του προϊσταμένου κ. Ερντογάν και των παρακείμενων του αναγκάζει την Ελλάδα σε μετριοπαθείς απαντήσεις, που καμία σχέση δεν έχουν με το μένος που διακρίνει τις τουρκικές δηλώσεις.

Για το νέο μνημόνιο

Ερχομαι τώρα στη δεύτερη έκφραση της αυξανόμενης προκλητικότητας της Τουρκίας. Μόλις την περασμένη Τρίτη (4/10) έγινε γνωστό πως οι δύο χώρες, Τουρκία και Λιβύη, υπέγραψαν μνημόνιο με συνοδευτικά πρωτόκολλα, σε εκτέλεση του τουρκολιβυκού μνημονίου, αναφορικά με γεωτρήσεις και άλλες τεχνικές ενέργειες. Αλλά το ακριβές περιεχόμενο δεν έχει γίνει γνωστό.

Το νέο μνημόνιο κινητοποίησε την Αθήνα, γιατί ήταν μια πρώτη ένδειξη ότι το μνημόνιο είναι ζωντανό, και ότι σύντομα θα παραγάγει αποτελέσματα. Κάτι που η Αθήνα δεν είχε υπολογίσει, δεδομένης της μακράς χρονικής σιγής, όπου το μνημόνιο παρέμενε ανενεργό. Και οι ΗΠΑ αντέδρασαν, επισημαίνοντας προς τη Λιβύη τις υποχρεώσεις που απορρέουν από τις διατάξεις του οδικού Χάρτη για τον Πολιτικό Διάλογο στη Λιβύη (LPDF), που ορίζει ότι η παραπάνω χώρα δεν πρέπει να εξετάζει τη σύναψη συμφωνιών που βλάπτουν τη σταθερότητα των εξωτερικών της σχέσεων ή επιβάλλουν μακροπρόθεσμες υποχρεώσεις. Με δεδομένο την προσωρινότητα της κυβέρνησης, της οποίας η θητεία έχει προ πολλού λήξει, και την αντίθεσή της με τη λιβυκή Βουλή, η οποία έχει πάρει ριζικά αντίθετες θέσεις με το πρωτογενές μνημόνιο Τουρκίας – Λιβύης.

Το πρωτογενές τουρκολιβυκό μνημόνιο θεωρείται από την Αθήνα παράνομο και ανυπόστατο, καθώς αφορά και περιοχή που βρίσκεται μέσα στη δυνητική ελληνική υφαλοκρηπίδα/ΑΟΖ. Παρά ταύτα έχει πρωτοκολληθεί από τον ΟΗΕ, και λειτουργεί, τουλάχιστον ανάμεσα στα συμβαλλόμενα μέρη, απολύτως έγκυρα. Σε ορισμένα τοπικά σημεία του συγχέεται με την Ελληνοαιγυπτιακή συμφωνία, αλλά λόγω του γεγονότος ότι και οι δύο συμφωνίες έχουν μεν νομικά οριστικοποιηθεί, αλλά δεν έχουν τεθεί σε εφαρμογή στην πράξη (με ενέργειες εξερεύνησης ή εκμετάλλευσης των πλουτοπαραγωγικών πηγών της περιοχής), δεν υπήρξε, έως σήμερα, πρόβλημα πραγματικής σύγκρουσης. Για πρώτη φορά, λοιπόν, με το νέο μνημόνιο μεταξύ Τουρκίας – Λιβύης δημιουργούνται οι προϋποθέσεις μιας σύγκρουσης στις κοινές περιοχές των δύο συμφωνιών, όπως επίσης και η έμπρακτη αμφισβήτηση της διεκδικούμενης ελληνικής υφαλοκρηπίδας/ΑΟΖ. Γιατί αν το νέο μνημόνιο τεθεί σε εφαρμογή, μπορεί να αφορά περιοχές που είτε συμπίπτουν με την ελληνοαιγυπτιακή συμφωνία είτε βρίσκονται στις υπό ελληνική διεκδίκηση περιοχές. Πράγμα που σημαίνει αύξηση των εντάσεων ανάμεσα στην Ελλάδα και στην Τουρκία.

Για μια αλλαγή πλεύσης

Είναι καιρός νομίζω να υπάρξει μια αλλαγή πλεύσης στα ελληνοτουρκικά. Και στη θέση της αυξανόμενης καθημερινά έντασης να δοθεί χώρος για μια ειρηνική επίλυση των διαφορών και των πολλαπλών προβλημάτων. Γιατί αν η ένταση αυτή συνεχιστεί, με καθημερινές προκλήσεις, το ένοπλο επεισόδιο δεν μπορεί να αποκλειστεί. Η μόνη λύση είναι ο εποικοδομητικός διάλογος ανάμεσα στις δύο χώρες. Κι αν αυτός δεν αποδώσει, η από κοινού παραπομπή των διαφορών στο Διεθνές Δικαστήριο Δικαιοσύνης, το μόνο αρμόδιο να δίνει δεσμευτικές και οριστικές λύσεις σε τέτοιου είδους διαφορές. Και όσον αφορά το ποιες διαφορές θα αποσταλούν στο Δικαστήριο, αυτές θα πρέπει, οπωσδήποτε, να είναι η οριοθέτηση της υφαλοκρηπίδας στο Αιγαίο και στην υπόλοιπη Ανατολική Μεσόγειο, που αποτελεί το μήλον της Εριδος ανάμεσα στις δύο χώρες. Αν αυτή η διαφορά επιλυθεί, τότε πιστεύω ότι το κλίμα θα βελτιωθεί ουσιαστικά και θα δώσει την ευκαιρία στις δύο χώρες πολύ πιο εύκολα να εξετάσουν τα υπόλοιπα προβλήματα. Τα οποία δεν είναι ανυπέρβλητα κι έχουν σχετικά εύκολες λύσεις για κράτη που μπορεί να τα δουν με ψυχραιμία και καλή πίστη.

* Ο κ. Χρήστος Ροζάκης είναι ομότιμος καθηγητής του Πανεπιστημίου Αθηνών.

Καθημερινή

Ο Σταύρος Καλεντερίδης, ξεκίνησε τις σπουδές του στην Αθήνα, σπουδάζοντας Πολιτική Επιστήμη στο Εθνικό Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών. Έπειτα από τέσσερα χρόνια συμμετοχής στα φοιτητικά όργανα συνδιοίκησης της σχολής του και σε διάφορες οργανώσεις νέων, αποφάσισε να συνεχίσει τις σπουδές του στο εξωτερικό. Στη Βοστόνη των Η.Π.Α. ολοκλήρωσε δύο μεταπτυχιακά προγράμματα, στις Διεθνείς Σχέσεις (Αμερικανική εξωτερική πολιτική) και στην Επικοινωνία (Πολιτική Επικοινωνία), ενώ παράλληλα εργάστηκε στο Ελληνικό Προξενείο της Βοστόνης, στη σχολή του ως βοηθός έρευνας και σε δύο πολιτικές καμπάνιες Αμερικανών πολιτικών (Δημοκρατικών – Ρεπουμπλικάνων). Μετά από τρία χρόνια στις Η.Π.Α., άκουσε το κάλεσμα της πατρίδας του και επέστρεψε πίσω με μεγάλο πόθο για προσφορά στην Ελλάδα. Υπήρξε ιδρυτικό μέλος δύο κοινωφελών οργανισμών, του δέλτα – πολιτική επανάσταση (πολιτικός οργανισμός) και της Λεοντίδας (ίδρυμα προώθησης θεμάτων ιστορίας, πολιτισμού και δημοκρατίας). Σήμερα ζει και εργάζεται στην Αθήνα, ασχολείται με διάφορα εγχειρήματα πολιτικής διπλωματίας και δημοκρατίας, γράφει πολιτικά άρθρα, σχολιάζει την επικαιρότητα και συνεχίζει την προσωπική του μελέτη στην ιστορία και την πολιτική φιλοσοφία.

Συνέχεια ανάγνωσης

Διεθνή

Προειδοποίηση της Ελβετίας: Το υψηλό ευρωπαϊκό χρέος θα μπορούσε να πυροδοτήσει μια κρίση του ευρώ

Τα αυξανόμενα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη και πέραν αυτής εγκυμονούν κινδύνους για την οικονομική σταθερότητα και θα μπορούσαν να πυροδοτήσουν μια κρίση του ευρώ, δήλωσε την Παρασκευή η Ελβετίδα υπουργός Οικονομικών, Κάριν Κέλερ-Σούτερ.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Τα αυξανόμενα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη και πέραν αυτής εγκυμονούν κινδύνους για την οικονομική σταθερότητα και θα μπορούσαν να πυροδοτήσουν μια κρίση του ευρώ, δήλωσε την Παρασκευή η Ελβετίδα υπουργός Οικονομικών, Κάριν Κέλερ-Σούτερ.

Μιλώντας στον ελβετικό δημόσιο ραδιοτηλεοπτικό φορέα SRF, στην Μπανγκόκ —στο περιθώριο των ετήσιων συναντήσεων του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου και της Παγκόσμιας Τράπεζας—, η Κέλερ-Σούτερ ανέφερε ότι και οι τιμές της ενέργειας εντείνουν τις ανησυχίες μεταξύ των υπευθύνων χάραξης πολιτικής.

Η Ελβετία διαθέτει ένα από τα χαμηλότερα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη, ωστόσο η Κέλερ-Σούτερ τόνισε ότι, στο τρέχον περιβάλλον, είναι σημαντικό να εξετάζεται η ευρύτερη εικόνα.

«Είμαστε τόσο στενά διασυνδεδεμένοι σε διεθνές επίπεδο, ώστε καθιστάμεθα επίσης ευάλωτοι, για παράδειγμα, στην περίπτωση που προκύψει κρίση χρέους εξαιτίας του δημόσιου χρέους μεγάλων χωρών. Σκέφτομαι συγκεκριμένα τις Ηνωμένες Πολιτείες, αλλά και την Ευρώπη. Υπάρχει η περίπτωση της Γαλλίας — κάτι που θα μπορούσε να οδηγήσει σε κρίση του ευρώ», δήλωσε η Κέλερ-Σούτερ στο δίκτυο SRF.

Το δημόσιο χρέος της Γαλλίας, τα δημοσιονομικά ελλείμματα και η υποτονική οικονομική ανάπτυξη έχουν εντείνει τις ανησυχίες για την κατάσταση των δημόσιων οικονομικών της, καθώς ο πολιτικός κατακερματισμός έχει καταστήσει πιο περίπλοκες τις προσπάθειες δημοσιονομικής εξυγίανσης.

 

Συνέχεια ανάγνωσης

Αναλύσεις

Η Κίνα βρίσκει δρόμο που παρακάμπτει το Πακιστάν – Ο διάδρομος Ουαχάν αλλάζει τις γεωπολιτικές ισορροπίες

Μία νέα οδική αρτηρία μήκους 121 χιλιομέτρων στο βορειοανατολικό Αφγανιστάν δημιουργεί τις προϋποθέσεις για απευθείας χερσαία σύνδεση με την Κίνα, χωρίς διέλευση από το Πακιστάν. Η ολοκλήρωση του δρόμου στον ιστορικό διάδρομο Ουαχάν αποκτά ιδιαίτερη γεωπολιτική σημασία, καθώς το Πεκίνο αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα ασφαλείας με τις επενδύσεις του στο Πακιστάν, ενώ η Καμπούλ επιδιώκει να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Μία σημαντική εξέλιξη στις χερσαίες μεταφορές και στις γεωπολιτικές ισορροπίες της Κεντρικής Ασίας καταγράφεται στο Αφγανιστάν, με την ολοκλήρωση νέου δρόμου στον στρατηγικής σημασίας διάδρομο Ουαχάν.

Σύμφωνα με ανάλυση του Imran Khurshid που δημοσιεύθηκε στις 9 Οκτωβρίου 2026 στο Asia Times, οι αφγανικές αρχές εγκαινίασαν οδική διαδρομή 121 χιλιομέτρων, η οποία εκτείνεται από την περιοχή Μπρογκίλ έως τα σύνορα με την Κίνα, στην επαρχία Μπανταχσάν.

Το έργο κόστισε περίπου 365 εκατομμύρια αφγάνι, ποσό που αντιστοιχεί σε περίπου 5,5 εκατομμύρια δολάρια.

Κατά τις αφγανικές ανακοινώσεις, κατασκευάστηκε από ντόπιους μηχανικούς και εργαζομένους, χωρίς τη συμμετοχή ξένων τεχνικών συμβούλων.

Η νέα διαδρομή φθάνει στα σινοαφγανικά σύνορα. Αυτό, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι λειτουργεί ήδη πλήρης διεθνής εμπορευματικός διάδρομος, καθώς εξακολουθούν να υπάρχουν σημαντικοί τεχνικοί και συνοριακοί περιορισμοί.

Γιατί ο διάδρομος Ουαχάν έχει στρατηγική σημασία

Ο διάδρομος Ουαχάν αποτελεί μια στενή λωρίδα αφγανικού εδάφους ανάμεσα στο Τατζικιστάν, το Πακιστάν και την Κίνα.

Η γεωγραφική του διαμόρφωση συνδέεται με τον ανταγωνισμό της Βρετανικής και της Ρωσικής Αυτοκρατορίας κατά τον 19ο αιώνα.

Η περιοχή διατηρήθηκε ως ζώνη διαχωρισμού των δύο αυτοκρατορικών σφαιρών επιρροής, αποτελώντας ένα από τα χαρακτηριστικότερα γεωγραφικά κατάλοιπα του λεγόμενου «Μεγάλου Παιχνιδιού».

Σήμερα, η ίδια περιοχή αποκτά νέα σημασία, αυτή τη φορά λόγω της προσπάθειας σύνδεσης της Κίνας με το Αφγανιστάν και ευρύτερα με την Κεντρική Ασία.

Ο δρόμος ανοίγει τη δυνατότητα δημιουργίας μιας εναλλακτικής οδού μεταφορών, περιορίζοντας δυνητικά την ανάγκη διέλευσης από το πακιστανικό έδαφος.

Το πρόβλημα της Κίνας με τον οικονομικό διάδρομο CPEC

Το ενδιαφέρον της εξέλιξης εντοπίζεται κυρίως στην προσπάθεια του Πεκίνου να περιορίσει την εξάρτησή του από ευάλωτες υποδομές.

Ο Οικονομικός Διάδρομος Κίνας–Πακιστάν, γνωστός ως CPEC, αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα προγράμματα της κινεζικής πρωτοβουλίας Belt and Road.

Μέσω του συγκεκριμένου σχεδίου, η Κίνα επιχειρεί να ενισχύσει τις εμπορικές και ενεργειακές συνδέσεις της με τη Νότια Ασία και την Αραβική Θάλασσα.

Ωστόσο, η υλοποίηση των έργων έχει αντιμετωπίσει σοβαρές δυσκολίες.

Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, οργανώσεις αυτονομιστών έχουν πραγματοποιήσει επανειλημμένες επιθέσεις εναντίον κινεζικών συμφερόντων, εγκαταστάσεων και εργαζομένων.

Οι επιθέσεις αυτές έχουν επιβαρύνει την ασφάλεια των υποδομών και έχουν αυξήσει το κόστος προστασίας των κινεζικών επενδύσεων.

Παράλληλα, έχουν διατυπωθεί καταγγελίες για καθυστερήσεις, κακοδιαχείριση και προβλήματα διαφάνειας σε επιμέρους προγράμματα του CPEC.

Η εδαφική διαμάχη με την Ινδία

Μια επιπλέον γεωπολιτική δυσκολία συνδέεται με τη διέλευση του CPEC από το Γκιλγκίτ–Μπαλτιστάν.

Η περιοχή διοικείται από το Πακιστάν, αλλά διεκδικείται από την Ινδία, στο πλαίσιο της ευρύτερης διαμάχης για το Κασμίρ.

Το Νέο Δελχί έχει αντιταχθεί επανειλημμένα σε έργα που διέρχονται από εδάφη τα οποία θεωρεί τμήμα της δικής του επικράτειας.

Αυτό σημαίνει ότι ο οικονομικός διάδρομος Κίνας–Πακιστάν δεν αποτελεί μόνο αναπτυξιακό πρόγραμμα, αλλά συνδέεται με μία από τις πιο ευαίσθητες εδαφικές αντιπαραθέσεις της Ασίας.

Η δημιουργία εναλλακτικών διαδρομών μέσω του Αφγανιστάν θα μπορούσε μακροπρόθεσμα να προσφέρει στο Πεκίνο μεγαλύτερη ευελιξία.

Δεν υπάρχει, πάντως, ένδειξη ότι ο δρόμος του Ουαχάν μπορεί σήμερα να αντικαταστήσει τις μεγάλες μεταφορικές υποδομές του CPEC.

Η Καμπούλ επιχειρεί να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ

Για την κυβέρνηση των Ταλιμπάν, το έργο έχει και μία σαφή πολιτική διάσταση.

Το Αφγανιστάν εξαρτάται σε σημαντικό βαθμό από συνοριακές διαβάσεις και μεταφορικούς άξονες που περνούν από το Πακιστάν.

Οι επανειλημμένες εντάσεις ανάμεσα στις δύο χώρες έχουν προκαλέσει κλείσιμο συνοριακών περασμάτων, διακοπές εμπορικών ροών και επιβάρυνση της αφγανικής οικονομίας.

Μια εναλλακτική χερσαία διέξοδος προς την Κίνα θα μπορούσε, εφόσον αναπτυχθεί και καταστεί λειτουργική, να μειώσει τη δυνατότητα του Πακιστάν να χρησιμοποιεί τη γεωγραφική του θέση ως μέσο πίεσης προς την Καμπούλ.

Η αφγανική πλευρά αντιμετωπίζει το έργο ως σημαντική υποδομή οικονομικής και στρατηγικής αυτονομίας.

Η στάση της Κίνας και της Ρωσίας

Παρά την προοπτική άμεσης σύνδεσης, το Πεκίνο δεν έχει εγκαταλείψει τον οικονομικό διάδρομο CPEC ούτε έχει ανακοινώσει ότι ο Ουαχάν θα τον αντικαταστήσει.

Η Κίνα εξακολουθεί να διατηρεί σημαντικά οικονομικά και στρατηγικά συμφέροντα στο Πακιστάν.

Αντίστοιχα, η Ρωσία ενδιαφέρεται για τη σταθερότητα του Αφγανιστάν και για την ανάπτυξη νέων δικτύων επικοινωνίας στην Κεντρική Ασία.

Η δημιουργία περισσότερων επιλογών διασύνδεσης ενδέχεται να περιορίσει την αποκλειστική σημασία ορισμένων παραδοσιακών μεταφορικών διαδρομών.

Η πραγματική αξία του Ουαχάν θα εξαρτηθεί από τη βελτίωση των οδικών υποδομών, τη λειτουργία συνοριακών και τελωνειακών εγκαταστάσεων, τις καιρικές συνθήκες και τις πολιτικές αποφάσεις της Κίνας.

Το μήνυμα προς το Πακιστάν

Η νέα διαδρομή αναδεικνύει μια σημαντική γεωπολιτική πραγματικότητα: η γεωγραφική θέση ενός κράτους προσφέρει στρατηγικά πλεονεκτήματα, αλλά η αξιοποίησή τους εξαρτάται από την ασφάλεια και την αξιοπιστία των μεταφορικών του δικτύων.

Το Πακιστάν εξακολουθεί να αποτελεί κρίσιμο εταίρο της Κίνας, ιδιαίτερα στο πλαίσιο του CPEC.

Ταυτόχρονα, όμως, η αστάθεια, οι επιθέσεις σε κινεζικά συμφέροντα και οι αντιπαραθέσεις με το Αφγανιστάν δημιουργούν κίνητρα αναζήτησης εναλλακτικών επιλογών.

Ο διάδρομος Ουαχάν δεν έχει ακόμη μετατραπεί σε μεγάλο εμπορικό πέρασμα. Η κατασκευή του δρόμου, ωστόσο, καταδεικνύει ότι το Αφγανιστάν επιχειρεί να αποκτήσει πρόσθετες διεθνείς συνδέσεις και ότι η αποκλειστική εξάρτηση από το Πακιστάν δεν αποτελεί πλέον τη μοναδική γεωγραφική επιλογή.

Για το Ισλαμαμπάντ, η εξέλιξη αποτελεί μια νέα στρατηγική παράμετρο που θα πρέπει να συνυπολογίσει στις σχέσεις του με το Πεκίνο και την Καμπούλ.

Συνέχεια ανάγνωσης

Διεθνή

Γερμανία: Το ρωσικό φυσικό αέριο επιστρέφει έμμεσα μέσω των λιπασμάτων, παρά τους ευρωπαϊκούς δασμούς

Δημοσιεύτηκε

στις

Οι εισαγωγές ρωσικών αζωτούχων λιπασμάτων μειώθηκαν κατά 66% το 2025-2026, αλλά παραμένουν 53% υψηλότερες από τα επίπεδα πριν από τον πόλεμο στην Ουκρανία.

Το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία διατηρεί ανταγωνιστικά τα ρωσικά προϊόντα, σύμφωνα με στοιχεία που δημοσίευσε η Berliner Zeitung. Η Γερμανία εξακολουθεί να συνδέεται εμπορικά με το ρωσικό φυσικό αέριο, παρά τις ευρωπαϊκές προσπάθειες περιορισμού της ενεργειακής εξάρτησης από τη Μόσχα.

Αυτή τη φορά, η σύνδεση δεν αφορά αποκλειστικά την άμεση προμήθεια φυσικού αερίου, αλλά τις εισαγωγές λιπασμάτων που παράγονται με τη χρήση ρωσικού αερίου ως πρώτης ύλης και πηγής ενέργειας. Σύμφωνα με δημοσίευμα της γερμανικής εφημερίδας, που βασίζεται σε στοιχεία του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου και του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι εισαγωγές αζώτου μέσω ρωσικών λιπασμάτων μειώθηκαν σημαντικά κατά το 2025-2026. Ωστόσο, εξακολουθούν να βρίσκονται πάνω από τα επίπεδα που καταγράφονταν πριν από τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία.

Τα στοιχεία των εισαγωγών και η σύγκριση με την προπολεμική περίοδο

Το 2025-2026, η Γερμανία εισήγαγε 48.800 τόνους αζώτου μέσω λιπασμάτων ρωσικής προέλευσης. Η ποσότητα αυτή είναι μειωμένη κατά περίπου 66% σε σύγκριση με το προηγούμενο έτος, αλλά παραμένει κατά 53% υψηλότερη από τους 31.800 τόνους που είχαν καταγραφεί το 2020-2021, πριν από τον πόλεμο.

Η εξέλιξη των εισαγωγών δείχνει πόσο έντονη ήταν η αύξηση μετά το 2022. Το 2021-2022 οι εισαγωγές έφτασαν τους 56.800 τόνους αζώτου, ενώ το 2022-2023 εκτοξεύθηκαν στους 185.100 τόνους. Στη συνέχεια καταγράφηκαν 140.200 τόνοι το 2023-2024 και 143.800 τόνοι το 2024-2025, προτού σημειωθεί η μεγάλη υποχώρηση της τελευταίας περιόδου. Τα στοιχεία αφορούν την ποσότητα του αζώτου που περιέχεται στα εισαγόμενα λιπάσματα και όχι το συνολικό βάρος των προϊόντων.

Τα λιπασματικά έτη υπολογίζονται από τον Ιούλιο έως τον Ιούνιο. Η ποσότητα αζώτου που εισήχθη στη Γερμανία μέσω ρωσικής ουρίας μειώθηκε από 71.600 τόνους σε 27.600 τόνους, καταγράφοντας πτώση άνω του 61%. Παρά τη μείωση, η ποσότητα εξακολουθεί να είναι σχεδόν τριπλάσια από τους 9.900 τόνους του 2020-2021. Η συγκεκριμένη εξέλιξη αναδεικνύει το βασικό πρόβλημα της ευρωπαϊκής πολιτικής περιορισμού των εμπορικών δεσμών με τη Ρωσία. Ακόμη και όταν περιορίζονται οι εισαγωγές συγκεκριμένων προϊόντων, οι οικονομικές σχέσεις μπορούν να διατηρούνται μέσω άλλων κατηγοριών αγαθών, ιδιαίτερα όταν αυτά έχουν χαμηλότερο κόστος παραγωγής.

Γιατί οι ρωσικές εισαγωγές παραμένουν ανταγωνιστικές

Καθοριστικός παράγοντας είναι το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία και στην υπόλοιπη Ευρώπη. Η παραγωγή αζωτούχων λιπασμάτων απαιτεί μεγάλες ποσότητες φυσικού αερίου, το οποίο χρησιμοποιείται τόσο ως πρώτη ύλη όσο και ως πηγή ενέργειας. Σύμφωνα με τον Σύνδεσμο Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι ευρωπαϊκοί δασμοί, που τέθηκαν σε ισχύ τον Ιούλιο του 2025, περιόρισαν σημαντικά τις εισαγωγές ρωσικών λιπασμάτων. Ωστόσο, δεν εξάλειψαν το ανταγωνιστικό πλεονέκτημα των ρωσικών προϊόντων. Ο σύνδεσμος επισημαίνει ότι οι υψηλές τιμές ενέργειας δυσκολεύουν τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις να αυξήσουν την εγχώρια παραγωγή και να καλύψουν μεγαλύτερο μέρος των αναγκών της αγοράς. Ως αποτέλεσμα, τα ρωσικά λιπάσματα εξακολουθούν να παραμένουν ελκυστικά, ακόμη και μετά την επιβολή πρόσθετων δασμών.

Παράλληλα, σύμφωνα με τον IVA, είναι πιθανό ορισμένες ποσότητες ρωσικών προϊόντων να φτάνουν στη γερμανική αγορά μέσω άλλων κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το μέγεθος αυτών των έμμεσων εισαγωγών, ωστόσο, δεν μπορεί να προσδιοριστεί με ακρίβεια από τα διαθέσιμα στοιχεία.

Δεν αποδίδονται οι αυξήσεις των τιμών αποκλειστικά στους δασμούς

Το ζήτημα έχει άμεση σημασία για τους Γερμανούς αγρότες, καθώς το κόστος των λιπασμάτων επηρεάζει την παραγωγή και, τελικά, την οικονομική βιωσιμότητα των καλλιεργειών. Ο IVA υποστηρίζει ότι η μείωση των ρωσικών εισαγωγών δεν έχει προκαλέσει μέχρι στιγμής σαφή αύξηση των τιμών εξαιτίας των δασμών. Σύμφωνα με τον σύνδεσμο, η εγχώρια παραγωγική δυναμικότητα και οι εισαγωγές από άλλες χώρες, μεταξύ των οποίων η Αίγυπτος, επαρκούν για την κάλυψη των αναγκών της αγοράς. Την ίδια στιγμή, ο σύνδεσμος αποδίδει τις υψηλές τιμές των λιπασμάτων το 2026 στις διεθνείς ενεργειακές αναταράξεις, στον πόλεμο με το Ιράν και στην κρίση γύρω από τα Στενά του Ορμούζ, παράγοντες που επηρεάζουν το κόστος μεταφοράς και τις παγκόσμιες τιμές ενέργειας και λιπασμάτων.

Οι εκτιμήσεις αυτές αποτελούν τις θέσεις του κλαδικού συνδέσμου και δεν συνιστούν από μόνες τους ανεξάρτητη αξιολόγηση όλων των παραγόντων που διαμορφώνουν τις τιμές.

Νέες πιέσεις για περιορισμό των ρωσικών εισαγωγών

Με αφορμή τα στοιχεία, ο IVA ζητά να εξεταστεί η επιβολή πρόσθετων δασμών στις εισαγωγές καλιούχων λιπασμάτων από τη Ρωσία και τη Λευκορωσία. Το κάλιο αποτελεί βασικό θρεπτικό στοιχείο για τις καλλιέργειες και αντιπροσωπεύει μια ακόμη κατηγορία προϊόντων στην οποία η ευρωπαϊκή αγορά διατηρεί εμπορικές σχέσεις με τις δύο χώρες.

Ο σύνδεσμος εκτιμά ότι η ευρωπαϊκή βιομηχανία μπορεί να καλύψει τις ανάγκες της γεωργίας χωρίς να εξαρτάται από τις συγκεκριμένες εισαγωγές και υποστηρίζει ότι πρόσθετοι δασμοί δεν θα πρέπει να οδηγήσουν αναγκαστικά σε αυξήσεις τιμών. Η συζήτηση, ωστόσο, αποτυπώνει το ευρύτερο δίλημμα της ευρωπαϊκής οικονομικής πολιτικής. Η μείωση της εξάρτησης από τη Ρωσία απαιτεί όχι μόνο εμπορικούς περιορισμούς, αλλά και ανταγωνιστική εγχώρια παραγωγή, προσιτό ενεργειακό κόστος και εναλλακτικές πηγές προμήθειας.

Τα δεδομένα της γερμανικής αγοράς δείχνουν ότι οι δασμοί μπορούν να περιορίσουν σημαντικά τις εισαγωγές, χωρίς όμως να εξαλείψουν αυτομάτως τις οικονομικές σχέσεις που στηρίζονται σε διαφορές κόστους παραγωγής. Για τη Γερμανία και την Ευρωπαϊκή Ένωση, η πρόκληση παραμένει η εξισορρόπηση τριών στόχων: της ενεργειακής και οικονομικής ασφάλειας, της στήριξης της εγχώριας βιομηχανίας και της διατήρησης προσιτού κόστους για τον αγροτικό τομέα.

Με πληροφορίες του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA) και του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου.

Συνέχεια ανάγνωσης

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ

Αναλύσεις47 δευτερόλεπτα πριν

Γιατί το Πεντάγωνο ανησύχησε τόσο πολύ για τα βομβαρδιστικά B-1 στην Αγγλία

Το περιστατικό συμβολίζει τη σταδιακή υποχώρηση της αμερικανικής επιρροής και την αυξανόμενη αβεβαιότητα στο διεθνές περιβάλλον, όπου αντίπαλοι όπως το...

Άμυνα30 λεπτά πριν

Παρέλαση από το μέλλον: Τα υπερσύγχρονα συστήματα «Spyder» και «David’s Sling»

Η φετινή παρέλαση της 28ης Οκτωβρίου δεν θα έχει σχέση με τις προηγούμενες, αναφέρουν από το υπουργείο Εθνικής Αμυνας, καθώς...

Αναλύσεις1 ώρα πριν

Αντι-NAVTEX της Τουρκίας ανοιχτά της Καρπάθου μετά την ελληνική οδηγία για άσκηση

Η Άγκυρα απάντησε στην ελληνική NAVTEX για πολυεθνική άσκηση με αντι-οδηγία, αξιώνοντας δικαιοδοσία στην περιοχή ανοιχτά της Καρπάθου. Η Αθήνα...

Αναλύσεις2 ώρες πριν

Εγκολφόπουλος: «Δεν χρειάζεται καμία ενημέρωση της Τουρκίας για το καλώδιο»

Την πεποίθηση ότι η ηλεκτρική διασύνδεση Ελλάδας–Κύπρου θα προχωρήσει στην προβλεπόμενη διαδρομή, χωρίς να απαιτείται ενημέρωση ή συναίνεση της Τουρκίας,...

Αναλύσεις2 ώρες πριν

Η «σύγκρουση» στην κορυφή της ΕΕ και «Made in Europe» στην Τουρκία

Όταν όμως και σήμερα, πολιτειακοί αξιωματούχοι (Κυβέρνησης και Βουλής) σε Κύπρο κι Ελλάδα προωθούν την «θετική ατζέντα» προς την Τουρκία,...

Δημοφιλή