Διεθνή
Ο ανεξέλεγκτος ταραξίας απειλεί, εκβιάζει και… επιβραβεύεται
Ανοχύρωτη χώρα κινδυνεύει να γίνει και η Κύπρος μετά ενδεχόμενο αφοπλισμό των ελληνικών νησιών
Την βδομάδα που πέρασε μετρήσαμε πάνω από πενήντα φορές δηλώσεις αξιωματούχων σε Αθήνα και Λευκωσία, με τις οποίες κατηγορούν την Τουρκία για τις έκνομες ενέργειές της στο Αιγαίο, την Ανατολική Μεσόγειο και στο Λιβυκό πέλαγος.
Ακούσαμε και τον Πρόεδρο Ν. Αναστασιάδη την Κυριακή, να επαναλαμβάνει τα παράπονά του για την πολιτική των δύο μέτρων και δύο σταθμών που υιοθετούν η Ε.Ε. και ο ΟΗΕ απέναντι στην Τουρκία και τις ίσες αποστάσεις μεταξύ θύτη και θύματος.
Ένα μεγάλο ερωτηματικό επικρέμαται ξανά και ξανά κατά πόσον οι πολιτικοί μας αντιλαμβάνονται τι λένε και αν τους έμεινε δράμι πολιτικής διορατικότητας όταν διαχειρίζονται τα κρίσιμα εθνικά ζητήματα. Πέρα από τις πατριωτικές δηλώσεις, που στην προκειμένη περίπτωση δεν έχουν κανένα αντίκρισμα, οφείλουν να απαντήσουν στους κουρασμένους από λόγια του αέρα πολίτες, τι έκαναν οι ίδιοι στον ουσιώδη χρόνο για να αφυπνίσουν αυτούς όλους που μας εμπαίζουν και τηρούν ίσες αποστάσεις. Με τα παρακάλια και τα παραπονιάρικα κλαψουρίσματα τίποτε δεν επιτυγχάνεται.
Θυμίζει το ανέκδοτο του λαγού, που κλαψούριζε και παραπονιόταν στην αρκούδα όταν τον ρώτησε γιατί τρέχει τόσο βιαστικά και αυτός απάντησε: Το λιοντάρι με βίασε προχθές, χθες και πάω να το συναντήσω και τώρα!
Όπως φαίνεται την τραβάει ο οργανισμός μας την κοροϊδία και τον εμπαιγμό. Γιατί όταν έμπαιναν επιτακτικά από την Κομισιόν οι πρώτες κυρώσεις κατά της Ρωσίας, η Κύπρος όφειλε να ορθώσει ανάστημα. Να καταψηφίσει, εφόσον δεν έχουν επιβληθεί μέχρι σήμερα κυρώσεις κατά της Τουρκίας. Να υποχρεώσουμε τους Ευρωπαίους εταίρους να μας υπολογίσουν και όχι να γνωρίζουν εκ των προτέρων ότι θα συρθούμε σε αυτά που προσυμφώνησαν με τους Αμερικανούς.
Οι λεγόμενοι σύμμαχοι δεν πρόκειται να «πονέσουν» την Τουρκία αν δεν τους πατήσουμε πρώτα εμείς εκεί όπου πονούν. Πρώτα κυρώσεις στην Τουρκία και μετά να συναινέσουμε για κυρώσεις στη Ρωσία.
Όταν ο ΥΠΕΞ Ι. Κασουλίδης δήλωνε πως η Κύπρος δεν έχει την πολυτέλεια του βέτο, δεν έκανε τίποτε άλλο από το να αυτοακυρώσει την Κυπριακή Δημοκρατία ως κράτος που σέβεται τον εαυτό του.
Η Τουρκία εφαρμόζει την πολιτική του πλιάτσικου. Ένας χυδαίος άρπαγας, ο οποίος στηρίχθηκε για χρόνια στις πλάτες και τα θέλω των ΗΠΑ, της Βρετανίας και άλλων ιμπεριαλιστικών δυνάμεων κάνοντάς τους τα θελήματα. Ήταν η γέφυρά τους για όλες τις επεμβάσεις που έγιναν στη Μέση Ανατολή και στην ευρύτερη περιοχή. Απέκτησε στρατιωτική δύναμη και σύγχρονο οπλισμό και τώρα ο Τούρκος Πρόεδρος έβγαλε γλώσσα και κατηγορεί την Ελλάδα ότι στηρίζεται στις πλάτες των ΗΠΑ.
Όμοιος ομοίω αεί πελάζει…
Τώρα ο Ερντογάν σε ρόλο ανεξάρτητου και αυτόνομου κατηγορεί και τις ΗΠΑ παίζοντας με το χαρτί της Ρωσίας, η οποία σπεύδει να τον αναβαθμίσει σε ενεργειακό παίκτη στην περιοχή με το ρωσικό φυσικό αέριο. Στην ποδιά της χανούμισσας Τουρκίας σφάζονται οι μεγάλες δυνάμεις. Γι’ αυτό ψύλλος στον κόρφο της όλες οι ρητορικές επικρίσεις και οι όποιες αρνητικές εκθέσεις της Ε.Ε..
Η Τουρκία δέχεται τους χιλιάδες Ρώσους τουρίστες, τους ολιγάρχες και τα ρωσικά κεφάλαια, ενώ οι πολίτες των χωρών της Ευρωπαϊκής Ένωσης λένε το ψωμί ψωμάκι. Κοκορεύεται και από πάνω πως αυτή δεν εφαρμόζει μονομερείς κυρώσεις. Όμως ούτε Ε.Ε. μήτε και οι ΗΠΑ την ενοχλούν. Αντίθετα, οι ΗΠΑ ετοιμάζονται τώρα να της εγκρίνουν την πώληση των F-16V υπό προϋποθέσεις που μπάζουν. Ανεξάρτητα τι λέει ο γερουσιαστής Μενέντεζ, τον οποίο σε Κύπρο και Ελλάδα έχουμε θεοποιήσει. Οι ΗΠΑ έχουν δίπορτο να δώσουν της Τουρκίας όσα ζητά μέσω του ΝΑΤΟ.
Κλαίγοντας και… λείχοντας
Με την τακτική της υποταγής και της κλάψας Αθήνα και Λευκωσία ακουμπούν πάνω στις πλάτες των δήθεν συμμάχων και το μόνο σίγουρο είναι ότι θα μας εγκαταλείψουν στην πιο κρίσιμη στιγμή.
Έρποντας, κλαίγοντας και λείχοντας κανένας δεν μας υπολογίζει.
«Εμείς θα κάνουμε γεωτρήσεις και ας είναι όλος ο κόσμος εναντίον μας», κοκορεύτηκε ο υποτακτικός του Ερντογάν, Τούρκος ΥΠΕΞ Μεβλούτ Τσαβούσογλου. Αυτό το θράσος το απέκτησαν οι Τούρκοι επειδή τους το πρόσφεραν στο πιάτο οι χώρες που έχουν τον πρώτο λόγο στην Ε.Ε. και χειραγωγούν τις άλλες. Ο μαέστρος σε αυτό το παιχνίδι είναι το ΝΑΤΟ, το οποίο ελέγχεται πλήρως από τις ΗΠΑ.
Για να είμαστε ρεαλιστές, η Ελλάδα δεν έχει την πολιτική πυγμή να ορθώσει ανάστημα και να αρνηθεί οτιδήποτε ζητούν οι Αμερικανοί, καθότι τα τελευταία χρόνια έχει μετατραπεί σε ένα απέραντο προτεκτοράτο των ΗΠΑ. Ούτε ελικόπτερο μπορεί να απογειωθεί από ελληνικό έδαφος χωρίς την έγκριση των Αμερικανών.
Αλλά η Κύπρος; Ποιον ή ποιους φοβήθηκε για να κάνει τη διαφορά και να θέσει επιτακτικά θέμα σκληρών κυρώσεων κατά της Τουρκίας την ώρα που έπρεπε και να ακουστεί στα πέρατα το δίκαιό της; Μόνο με πράξεις ξεσκεπάζεταιη πολιτική των δύο μέτρων και δύο σταθμών και όχι με λόγια του αέρα, που όλοι τα προσπερνούν κοροϊδεύοντάς τους ως μονίμως «κλαψιάρηδες».
Θα αφοπλίσουν και την Κύπρο μετά τα ελληνικά νησιά…
Τώρα μια άλλη αρνητική εξέλιξη έρχεται να προστεθεί στα ήδη συσσωρευμένα προβλήματα ως απόρροια του πολέμου στην Ουκρανία.
Ο Κυβερνητικός Εκπρόσωπος κ. Πελεκάνος σε δηλώσεις του στους NYT άφησε ανοικτό το ενδεχόμενο η Κύπρος να στείλει ρωσικά όπλα στην Ουκρανία, τα οποία μας προμήθευσε η Ρωσία όταν οι ΗΠΑ μάς είχαν στον «πάγο» του εμπάργκο.
Δηλαδή έχει χαθεί η λογική και έχουμε παραφρονήσει;
Όπως δήλωσε ο κ. Πελεκάνος, η Κύπρος «θα ήταν έτοιμη να εξετάσει» τη μεταφορά ορισμένων από τα όπλα και τα πυρομαχικά της στην Ουκρανία εάν «αντικατασταθούν με άλλο στρατιωτικό μηχανισμό ίσης ισχύος και ικανοτήτων».
Είναι τοις πάσι γνωστό πως οι Αμερικανοί εδώ και δεκαετίες επιχειρούν είτε με πραξικοπήματα είτε με συνωμοσίες και διχοτομικά σχέδια (τύπου Ανάν) να καταστρέψουν τις σχέσεις Κύπρου – Ρωσίας.
Σύμφωνα με το άρθρο των NYT, αυτή η κίνηση (σ.σ. η άρση του εμπάργκο όπλων στην Κύπρο) ήταν αρκετά χρόνια σε εξέλιξη και είχε ως στόχο να απομακρύνει την Κύπρο από τη ρωσική επιρροή.
Αμερικανός αξιωματούχος ανέφερε στους ΝΥΤ ότι η Κύπρος είναι τώρα «μια πιθανή επιλογή» ως προμηθευτής στην Ουκρανία.
Η άρση του εμπάργκο αποτελεί σημαντικό βήμα προς την ενίσχυση των δεσμών με το ΝΑΤΟ και την ενίσχυση της ασφάλειας στην ανατολική Μεσόγειο Θάλασσα. Κάτι όμως που δε σημαίνει ότι η Κύπρος είναι έτοιμη να στείλει τα ρωσικά της όπλα στην Ουκρανία, τονίζεται στο άρθρο.
Το άρθρο σημειώνει επίσης ότι η Κύπρος βρισκόταν κάτω από ένα εμπάργκο όπλων των ΗΠΑ για 35 χρόνια, που επιβλήθηκε για να βοηθήσει στην εξομάλυνση των εντάσεων μετά τη σύγκρουση που χώρισε το νησί (έτσι λένε τώρα την τουρκική εισβολή που οργάνωσαν οι ΗΠΑ). Εκείνη την περίοδο, η Κύπρος στράφηκε στη Σοβιετική Ένωση και στη συνέχεια στη Ρωσία για όπλα και στρατιωτικό εξοπλισμό. Σήμερα, αναφέρεται, το απόθεμά της με τουλάχιστον 10 πυραυλικά συστήματα Tor και Buk, που μπορούν να καταρρίψουν ρωσικά αεροσκάφη, μη επανδρωμένα αεροσκάφη και πυραύλους «Κρουζ» θα μπορούσαν να προσφέρουν ένα μπόνους στον μαχόμενο ουκρανικό λαό.
Αλλά η κυπριακή κυβέρνηση, προστίθεται, έχει καταστήσει σαφές ότι θέλει νέα και καλύτερα όπλα εις αντικατάστασιν, κάτι που θα μπορούσε να αναζωπυρώσει μια κούρσα εξοπλισμών στην ακόμη ανεπίλυτη σύγκρουση με την Τουρκία.
Ο Μπράντλεϊ Μπάουμαν, πρώην αξιωματικός του αμερικανικού στρατού και ανώτερος στρατιωτικός εμπειρογνώμονας στο FDD, δήλωσε στους ΝΥΤ ότι η άρση του εμπάργκο όπλων θα επιτρέψει επίσης σε άλλα δυτικά έθνη να μεταφέρουν γρήγορα τα αμερικανικής κατασκευής όπλα τους στην Κύπρο χωρίς να λάβουν πρώτα έγκριση από την Ουάσιγκτον. Αυτό, είπε, θα μπορούσε να αναπληρώσει τα οπλοστάσια της Κύπρου με νεότερα, συμβατά με το ΝΑΤΟ συστήματα, εάν μεταφέρει τα μετασοβιετικά όπλα και πυρομαχικά της στην Ουκρανία.
«Αναμένεται ότι η Κύπρος θα καταργήσει σταδιακά τα σημερινά της όπλα με συστήματα που είναι συμβατά με το ΝΑΤΟ, έχοντας απομακρυνθεί από τη Ρωσία και τους κατασκευαστές σε άλλα αδίστακτα κράτη», αναφέρει το άρθρο.
Αυτή η ανανέωση του οπλοστασίου είναι το τυράκι για να πέσουμε στην παγίδα. Η Ελλάδα αφόπλισε τα νησιά της στέλνοντας τα ρωσικά όπλα στην Ουκρανία και ακόμα αναμένει να της στείλουν οι Γερμανοί σύγχρονα όπλα. Έτσι θα την πάθει και η Κύπρος, η οποία, δυστυχώς, δεν θα έχει ούτε χρόνο να κλάψει στην ποδιά των ύπουλων συμμάχων της. Η Τουρκία μετατρέπει τα κατεχόμενα σε στρατιωτικές βάσεις drones, αυξάνει τις κατοχικές δυνάμεις της στο νησί και εμείς παρακαλούμε αυτούς που έφεραν την Τουρκία στην Κύπρο να μας σώσουν.
Σημερινή
Διεθνή
Προειδοποίηση της Ελβετίας: Το υψηλό ευρωπαϊκό χρέος θα μπορούσε να πυροδοτήσει μια κρίση του ευρώ
Τα αυξανόμενα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη και πέραν αυτής εγκυμονούν κινδύνους για την οικονομική σταθερότητα και θα μπορούσαν να πυροδοτήσουν μια κρίση του ευρώ, δήλωσε την Παρασκευή η Ελβετίδα υπουργός Οικονομικών, Κάριν Κέλερ-Σούτερ.
Τα αυξανόμενα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη και πέραν αυτής εγκυμονούν κινδύνους για την οικονομική σταθερότητα και θα μπορούσαν να πυροδοτήσουν μια κρίση του ευρώ, δήλωσε την Παρασκευή η Ελβετίδα υπουργός Οικονομικών, Κάριν Κέλερ-Σούτερ.
Μιλώντας στον ελβετικό δημόσιο ραδιοτηλεοπτικό φορέα SRF, στην Μπανγκόκ —στο περιθώριο των ετήσιων συναντήσεων του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου και της Παγκόσμιας Τράπεζας—, η Κέλερ-Σούτερ ανέφερε ότι και οι τιμές της ενέργειας εντείνουν τις ανησυχίες μεταξύ των υπευθύνων χάραξης πολιτικής.
Η Ελβετία διαθέτει ένα από τα χαμηλότερα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη, ωστόσο η Κέλερ-Σούτερ τόνισε ότι, στο τρέχον περιβάλλον, είναι σημαντικό να εξετάζεται η ευρύτερη εικόνα.
«Είμαστε τόσο στενά διασυνδεδεμένοι σε διεθνές επίπεδο, ώστε καθιστάμεθα επίσης ευάλωτοι, για παράδειγμα, στην περίπτωση που προκύψει κρίση χρέους εξαιτίας του δημόσιου χρέους μεγάλων χωρών. Σκέφτομαι συγκεκριμένα τις Ηνωμένες Πολιτείες, αλλά και την Ευρώπη. Υπάρχει η περίπτωση της Γαλλίας — κάτι που θα μπορούσε να οδηγήσει σε κρίση του ευρώ», δήλωσε η Κέλερ-Σούτερ στο δίκτυο SRF.
Το δημόσιο χρέος της Γαλλίας, τα δημοσιονομικά ελλείμματα και η υποτονική οικονομική ανάπτυξη έχουν εντείνει τις ανησυχίες για την κατάσταση των δημόσιων οικονομικών της, καθώς ο πολιτικός κατακερματισμός έχει καταστήσει πιο περίπλοκες τις προσπάθειες δημοσιονομικής εξυγίανσης.
Αναλύσεις
Η Κίνα βρίσκει δρόμο που παρακάμπτει το Πακιστάν – Ο διάδρομος Ουαχάν αλλάζει τις γεωπολιτικές ισορροπίες
Μία νέα οδική αρτηρία μήκους 121 χιλιομέτρων στο βορειοανατολικό Αφγανιστάν δημιουργεί τις προϋποθέσεις για απευθείας χερσαία σύνδεση με την Κίνα, χωρίς διέλευση από το Πακιστάν. Η ολοκλήρωση του δρόμου στον ιστορικό διάδρομο Ουαχάν αποκτά ιδιαίτερη γεωπολιτική σημασία, καθώς το Πεκίνο αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα ασφαλείας με τις επενδύσεις του στο Πακιστάν, ενώ η Καμπούλ επιδιώκει να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ.
Μία σημαντική εξέλιξη στις χερσαίες μεταφορές και στις γεωπολιτικές ισορροπίες της Κεντρικής Ασίας καταγράφεται στο Αφγανιστάν, με την ολοκλήρωση νέου δρόμου στον στρατηγικής σημασίας διάδρομο Ουαχάν.
Σύμφωνα με ανάλυση του Imran Khurshid που δημοσιεύθηκε στις 9 Οκτωβρίου 2026 στο Asia Times, οι αφγανικές αρχές εγκαινίασαν οδική διαδρομή 121 χιλιομέτρων, η οποία εκτείνεται από την περιοχή Μπρογκίλ έως τα σύνορα με την Κίνα, στην επαρχία Μπανταχσάν.
Το έργο κόστισε περίπου 365 εκατομμύρια αφγάνι, ποσό που αντιστοιχεί σε περίπου 5,5 εκατομμύρια δολάρια.
Κατά τις αφγανικές ανακοινώσεις, κατασκευάστηκε από ντόπιους μηχανικούς και εργαζομένους, χωρίς τη συμμετοχή ξένων τεχνικών συμβούλων.
Η νέα διαδρομή φθάνει στα σινοαφγανικά σύνορα. Αυτό, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι λειτουργεί ήδη πλήρης διεθνής εμπορευματικός διάδρομος, καθώς εξακολουθούν να υπάρχουν σημαντικοί τεχνικοί και συνοριακοί περιορισμοί.
Γιατί ο διάδρομος Ουαχάν έχει στρατηγική σημασία
Ο διάδρομος Ουαχάν αποτελεί μια στενή λωρίδα αφγανικού εδάφους ανάμεσα στο Τατζικιστάν, το Πακιστάν και την Κίνα.
Η γεωγραφική του διαμόρφωση συνδέεται με τον ανταγωνισμό της Βρετανικής και της Ρωσικής Αυτοκρατορίας κατά τον 19ο αιώνα.
Η περιοχή διατηρήθηκε ως ζώνη διαχωρισμού των δύο αυτοκρατορικών σφαιρών επιρροής, αποτελώντας ένα από τα χαρακτηριστικότερα γεωγραφικά κατάλοιπα του λεγόμενου «Μεγάλου Παιχνιδιού».
Σήμερα, η ίδια περιοχή αποκτά νέα σημασία, αυτή τη φορά λόγω της προσπάθειας σύνδεσης της Κίνας με το Αφγανιστάν και ευρύτερα με την Κεντρική Ασία.
Ο δρόμος ανοίγει τη δυνατότητα δημιουργίας μιας εναλλακτικής οδού μεταφορών, περιορίζοντας δυνητικά την ανάγκη διέλευσης από το πακιστανικό έδαφος.
Το πρόβλημα της Κίνας με τον οικονομικό διάδρομο CPEC
Το ενδιαφέρον της εξέλιξης εντοπίζεται κυρίως στην προσπάθεια του Πεκίνου να περιορίσει την εξάρτησή του από ευάλωτες υποδομές.
Ο Οικονομικός Διάδρομος Κίνας–Πακιστάν, γνωστός ως CPEC, αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα προγράμματα της κινεζικής πρωτοβουλίας Belt and Road.
Μέσω του συγκεκριμένου σχεδίου, η Κίνα επιχειρεί να ενισχύσει τις εμπορικές και ενεργειακές συνδέσεις της με τη Νότια Ασία και την Αραβική Θάλασσα.
Ωστόσο, η υλοποίηση των έργων έχει αντιμετωπίσει σοβαρές δυσκολίες.
Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, οργανώσεις αυτονομιστών έχουν πραγματοποιήσει επανειλημμένες επιθέσεις εναντίον κινεζικών συμφερόντων, εγκαταστάσεων και εργαζομένων.
Οι επιθέσεις αυτές έχουν επιβαρύνει την ασφάλεια των υποδομών και έχουν αυξήσει το κόστος προστασίας των κινεζικών επενδύσεων.
Παράλληλα, έχουν διατυπωθεί καταγγελίες για καθυστερήσεις, κακοδιαχείριση και προβλήματα διαφάνειας σε επιμέρους προγράμματα του CPEC.
Η εδαφική διαμάχη με την Ινδία
Μια επιπλέον γεωπολιτική δυσκολία συνδέεται με τη διέλευση του CPEC από το Γκιλγκίτ–Μπαλτιστάν.
Η περιοχή διοικείται από το Πακιστάν, αλλά διεκδικείται από την Ινδία, στο πλαίσιο της ευρύτερης διαμάχης για το Κασμίρ.
Το Νέο Δελχί έχει αντιταχθεί επανειλημμένα σε έργα που διέρχονται από εδάφη τα οποία θεωρεί τμήμα της δικής του επικράτειας.
Αυτό σημαίνει ότι ο οικονομικός διάδρομος Κίνας–Πακιστάν δεν αποτελεί μόνο αναπτυξιακό πρόγραμμα, αλλά συνδέεται με μία από τις πιο ευαίσθητες εδαφικές αντιπαραθέσεις της Ασίας.
Η δημιουργία εναλλακτικών διαδρομών μέσω του Αφγανιστάν θα μπορούσε μακροπρόθεσμα να προσφέρει στο Πεκίνο μεγαλύτερη ευελιξία.
Δεν υπάρχει, πάντως, ένδειξη ότι ο δρόμος του Ουαχάν μπορεί σήμερα να αντικαταστήσει τις μεγάλες μεταφορικές υποδομές του CPEC.
Η Καμπούλ επιχειρεί να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ
Για την κυβέρνηση των Ταλιμπάν, το έργο έχει και μία σαφή πολιτική διάσταση.
Το Αφγανιστάν εξαρτάται σε σημαντικό βαθμό από συνοριακές διαβάσεις και μεταφορικούς άξονες που περνούν από το Πακιστάν.
Οι επανειλημμένες εντάσεις ανάμεσα στις δύο χώρες έχουν προκαλέσει κλείσιμο συνοριακών περασμάτων, διακοπές εμπορικών ροών και επιβάρυνση της αφγανικής οικονομίας.
Μια εναλλακτική χερσαία διέξοδος προς την Κίνα θα μπορούσε, εφόσον αναπτυχθεί και καταστεί λειτουργική, να μειώσει τη δυνατότητα του Πακιστάν να χρησιμοποιεί τη γεωγραφική του θέση ως μέσο πίεσης προς την Καμπούλ.
Η αφγανική πλευρά αντιμετωπίζει το έργο ως σημαντική υποδομή οικονομικής και στρατηγικής αυτονομίας.
Η στάση της Κίνας και της Ρωσίας
Παρά την προοπτική άμεσης σύνδεσης, το Πεκίνο δεν έχει εγκαταλείψει τον οικονομικό διάδρομο CPEC ούτε έχει ανακοινώσει ότι ο Ουαχάν θα τον αντικαταστήσει.
Η Κίνα εξακολουθεί να διατηρεί σημαντικά οικονομικά και στρατηγικά συμφέροντα στο Πακιστάν.
Αντίστοιχα, η Ρωσία ενδιαφέρεται για τη σταθερότητα του Αφγανιστάν και για την ανάπτυξη νέων δικτύων επικοινωνίας στην Κεντρική Ασία.
Η δημιουργία περισσότερων επιλογών διασύνδεσης ενδέχεται να περιορίσει την αποκλειστική σημασία ορισμένων παραδοσιακών μεταφορικών διαδρομών.
Η πραγματική αξία του Ουαχάν θα εξαρτηθεί από τη βελτίωση των οδικών υποδομών, τη λειτουργία συνοριακών και τελωνειακών εγκαταστάσεων, τις καιρικές συνθήκες και τις πολιτικές αποφάσεις της Κίνας.
Το μήνυμα προς το Πακιστάν
Η νέα διαδρομή αναδεικνύει μια σημαντική γεωπολιτική πραγματικότητα: η γεωγραφική θέση ενός κράτους προσφέρει στρατηγικά πλεονεκτήματα, αλλά η αξιοποίησή τους εξαρτάται από την ασφάλεια και την αξιοπιστία των μεταφορικών του δικτύων.
Το Πακιστάν εξακολουθεί να αποτελεί κρίσιμο εταίρο της Κίνας, ιδιαίτερα στο πλαίσιο του CPEC.
Ταυτόχρονα, όμως, η αστάθεια, οι επιθέσεις σε κινεζικά συμφέροντα και οι αντιπαραθέσεις με το Αφγανιστάν δημιουργούν κίνητρα αναζήτησης εναλλακτικών επιλογών.
Ο διάδρομος Ουαχάν δεν έχει ακόμη μετατραπεί σε μεγάλο εμπορικό πέρασμα. Η κατασκευή του δρόμου, ωστόσο, καταδεικνύει ότι το Αφγανιστάν επιχειρεί να αποκτήσει πρόσθετες διεθνείς συνδέσεις και ότι η αποκλειστική εξάρτηση από το Πακιστάν δεν αποτελεί πλέον τη μοναδική γεωγραφική επιλογή.
Για το Ισλαμαμπάντ, η εξέλιξη αποτελεί μια νέα στρατηγική παράμετρο που θα πρέπει να συνυπολογίσει στις σχέσεις του με το Πεκίνο και την Καμπούλ.
Διεθνή
Γερμανία: Το ρωσικό φυσικό αέριο επιστρέφει έμμεσα μέσω των λιπασμάτων, παρά τους ευρωπαϊκούς δασμούς
Οι εισαγωγές ρωσικών αζωτούχων λιπασμάτων μειώθηκαν κατά 66% το 2025-2026, αλλά παραμένουν 53% υψηλότερες από τα επίπεδα πριν από τον πόλεμο στην Ουκρανία.
Το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία διατηρεί ανταγωνιστικά τα ρωσικά προϊόντα, σύμφωνα με στοιχεία που δημοσίευσε η Berliner Zeitung. Η Γερμανία εξακολουθεί να συνδέεται εμπορικά με το ρωσικό φυσικό αέριο, παρά τις ευρωπαϊκές προσπάθειες περιορισμού της ενεργειακής εξάρτησης από τη Μόσχα.
Αυτή τη φορά, η σύνδεση δεν αφορά αποκλειστικά την άμεση προμήθεια φυσικού αερίου, αλλά τις εισαγωγές λιπασμάτων που παράγονται με τη χρήση ρωσικού αερίου ως πρώτης ύλης και πηγής ενέργειας. Σύμφωνα με δημοσίευμα της γερμανικής εφημερίδας, που βασίζεται σε στοιχεία του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου και του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι εισαγωγές αζώτου μέσω ρωσικών λιπασμάτων μειώθηκαν σημαντικά κατά το 2025-2026. Ωστόσο, εξακολουθούν να βρίσκονται πάνω από τα επίπεδα που καταγράφονταν πριν από τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία.
Τα στοιχεία των εισαγωγών και η σύγκριση με την προπολεμική περίοδο
Το 2025-2026, η Γερμανία εισήγαγε 48.800 τόνους αζώτου μέσω λιπασμάτων ρωσικής προέλευσης. Η ποσότητα αυτή είναι μειωμένη κατά περίπου 66% σε σύγκριση με το προηγούμενο έτος, αλλά παραμένει κατά 53% υψηλότερη από τους 31.800 τόνους που είχαν καταγραφεί το 2020-2021, πριν από τον πόλεμο.
Η εξέλιξη των εισαγωγών δείχνει πόσο έντονη ήταν η αύξηση μετά το 2022. Το 2021-2022 οι εισαγωγές έφτασαν τους 56.800 τόνους αζώτου, ενώ το 2022-2023 εκτοξεύθηκαν στους 185.100 τόνους. Στη συνέχεια καταγράφηκαν 140.200 τόνοι το 2023-2024 και 143.800 τόνοι το 2024-2025, προτού σημειωθεί η μεγάλη υποχώρηση της τελευταίας περιόδου. Τα στοιχεία αφορούν την ποσότητα του αζώτου που περιέχεται στα εισαγόμενα λιπάσματα και όχι το συνολικό βάρος των προϊόντων.
Τα λιπασματικά έτη υπολογίζονται από τον Ιούλιο έως τον Ιούνιο. Η ποσότητα αζώτου που εισήχθη στη Γερμανία μέσω ρωσικής ουρίας μειώθηκε από 71.600 τόνους σε 27.600 τόνους, καταγράφοντας πτώση άνω του 61%. Παρά τη μείωση, η ποσότητα εξακολουθεί να είναι σχεδόν τριπλάσια από τους 9.900 τόνους του 2020-2021. Η συγκεκριμένη εξέλιξη αναδεικνύει το βασικό πρόβλημα της ευρωπαϊκής πολιτικής περιορισμού των εμπορικών δεσμών με τη Ρωσία. Ακόμη και όταν περιορίζονται οι εισαγωγές συγκεκριμένων προϊόντων, οι οικονομικές σχέσεις μπορούν να διατηρούνται μέσω άλλων κατηγοριών αγαθών, ιδιαίτερα όταν αυτά έχουν χαμηλότερο κόστος παραγωγής.
Γιατί οι ρωσικές εισαγωγές παραμένουν ανταγωνιστικές
Καθοριστικός παράγοντας είναι το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία και στην υπόλοιπη Ευρώπη. Η παραγωγή αζωτούχων λιπασμάτων απαιτεί μεγάλες ποσότητες φυσικού αερίου, το οποίο χρησιμοποιείται τόσο ως πρώτη ύλη όσο και ως πηγή ενέργειας. Σύμφωνα με τον Σύνδεσμο Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι ευρωπαϊκοί δασμοί, που τέθηκαν σε ισχύ τον Ιούλιο του 2025, περιόρισαν σημαντικά τις εισαγωγές ρωσικών λιπασμάτων. Ωστόσο, δεν εξάλειψαν το ανταγωνιστικό πλεονέκτημα των ρωσικών προϊόντων. Ο σύνδεσμος επισημαίνει ότι οι υψηλές τιμές ενέργειας δυσκολεύουν τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις να αυξήσουν την εγχώρια παραγωγή και να καλύψουν μεγαλύτερο μέρος των αναγκών της αγοράς. Ως αποτέλεσμα, τα ρωσικά λιπάσματα εξακολουθούν να παραμένουν ελκυστικά, ακόμη και μετά την επιβολή πρόσθετων δασμών.
Παράλληλα, σύμφωνα με τον IVA, είναι πιθανό ορισμένες ποσότητες ρωσικών προϊόντων να φτάνουν στη γερμανική αγορά μέσω άλλων κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το μέγεθος αυτών των έμμεσων εισαγωγών, ωστόσο, δεν μπορεί να προσδιοριστεί με ακρίβεια από τα διαθέσιμα στοιχεία.
Δεν αποδίδονται οι αυξήσεις των τιμών αποκλειστικά στους δασμούς
Το ζήτημα έχει άμεση σημασία για τους Γερμανούς αγρότες, καθώς το κόστος των λιπασμάτων επηρεάζει την παραγωγή και, τελικά, την οικονομική βιωσιμότητα των καλλιεργειών. Ο IVA υποστηρίζει ότι η μείωση των ρωσικών εισαγωγών δεν έχει προκαλέσει μέχρι στιγμής σαφή αύξηση των τιμών εξαιτίας των δασμών. Σύμφωνα με τον σύνδεσμο, η εγχώρια παραγωγική δυναμικότητα και οι εισαγωγές από άλλες χώρες, μεταξύ των οποίων η Αίγυπτος, επαρκούν για την κάλυψη των αναγκών της αγοράς. Την ίδια στιγμή, ο σύνδεσμος αποδίδει τις υψηλές τιμές των λιπασμάτων το 2026 στις διεθνείς ενεργειακές αναταράξεις, στον πόλεμο με το Ιράν και στην κρίση γύρω από τα Στενά του Ορμούζ, παράγοντες που επηρεάζουν το κόστος μεταφοράς και τις παγκόσμιες τιμές ενέργειας και λιπασμάτων.
Οι εκτιμήσεις αυτές αποτελούν τις θέσεις του κλαδικού συνδέσμου και δεν συνιστούν από μόνες τους ανεξάρτητη αξιολόγηση όλων των παραγόντων που διαμορφώνουν τις τιμές.
Νέες πιέσεις για περιορισμό των ρωσικών εισαγωγών
Με αφορμή τα στοιχεία, ο IVA ζητά να εξεταστεί η επιβολή πρόσθετων δασμών στις εισαγωγές καλιούχων λιπασμάτων από τη Ρωσία και τη Λευκορωσία. Το κάλιο αποτελεί βασικό θρεπτικό στοιχείο για τις καλλιέργειες και αντιπροσωπεύει μια ακόμη κατηγορία προϊόντων στην οποία η ευρωπαϊκή αγορά διατηρεί εμπορικές σχέσεις με τις δύο χώρες.
Ο σύνδεσμος εκτιμά ότι η ευρωπαϊκή βιομηχανία μπορεί να καλύψει τις ανάγκες της γεωργίας χωρίς να εξαρτάται από τις συγκεκριμένες εισαγωγές και υποστηρίζει ότι πρόσθετοι δασμοί δεν θα πρέπει να οδηγήσουν αναγκαστικά σε αυξήσεις τιμών. Η συζήτηση, ωστόσο, αποτυπώνει το ευρύτερο δίλημμα της ευρωπαϊκής οικονομικής πολιτικής. Η μείωση της εξάρτησης από τη Ρωσία απαιτεί όχι μόνο εμπορικούς περιορισμούς, αλλά και ανταγωνιστική εγχώρια παραγωγή, προσιτό ενεργειακό κόστος και εναλλακτικές πηγές προμήθειας.
Τα δεδομένα της γερμανικής αγοράς δείχνουν ότι οι δασμοί μπορούν να περιορίσουν σημαντικά τις εισαγωγές, χωρίς όμως να εξαλείψουν αυτομάτως τις οικονομικές σχέσεις που στηρίζονται σε διαφορές κόστους παραγωγής. Για τη Γερμανία και την Ευρωπαϊκή Ένωση, η πρόκληση παραμένει η εξισορρόπηση τριών στόχων: της ενεργειακής και οικονομικής ασφάλειας, της στήριξης της εγχώριας βιομηχανίας και της διατήρησης προσιτού κόστους για τον αγροτικό τομέα.
Με πληροφορίες του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA) και του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου.
-
Αναλύσεις1 μήνα πρινΤο τελεσίγραφο Καλίν την ώρα που η Τουρκία προετοιμάζεται για πόλεμο!
-
Άμυνα3 μήνες πρινΡωσσικό ΜΜΕ: Ελληνικό «μπλόκο» στην απαίτηση για Patriot – Πώς γνωρίζει το Κίεβο απόρρητα στοιχεία για τους πυραύλους μας;
-
ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΜΕ ΣΗΜΑΣΙΑ3 μήνες πρινΠακιστανός με καναδική υπηκοότητα ο υπαίτιος της πυρκαγιάς στον Έβρο! Πιθανόν να μετέφερε μετανάστες
-
GEOPOLITICO1 μήνα πρινΤο διέρρευσε ο Παπαχελάς! Έφεραν τον Καλίν στο Μαξίμου – Τί συζήτησε με τον Μητσοτάκη;
-
Αναλύσεις2 μήνες πρινΚαραγκιούλ: «Αν Ελλάδα, Κύπρος και Ισραήλ επιτεθούν στην Τουρκία, ο χάρτης του Αιγαίου θα αλλάξει»
-
ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΜΕ ΣΗΜΑΣΙΑ2 μήνες πρινΞέσπασμα της μητέρας της Μυρτούς για την υπόθεση Τζαβέντ Ασλάμ: «Δεν ξεχνώ ποτέ» – «Δήμαρχος των Πακιστανών ο Δούκας»
-
GEOPOLITICO4 εβδομάδες πρινΤί λέει Τούρκος δημοσιογράφος για Σάββα Καλεντερίδη; «Έκανε πολύ καλά τη δουλειά του για τη χώρα του – Δεν μπορούσε να τον στριμώξει η ΜİΤ»
-
Αναλύσεις3 μήνες πρινΕάν η Τουρκία απορρίψει τη συμφωνία αποχώρησης από την Κύπρο θα απομακρυνθεί δια της βίας

