Διεθνή
Το Διεθνές Δίκαιο και οι συντελεστές ισχύος της Τουρκίας
Απ’ το ’74 και εντεύθεν η Τουρκία πέταξε στον κάλαθο των αχρήστων όλα τα εναντίον της ψηφίσματα του Συμβουλίου Ασφαλείας
Κρινιώ Καλογερίδου
Όλο και πιο συχνά σκέφτομαι τελευταία — με αφορμή τις τουρκικές διεκδικήσεις — τον λόγο των αρχαίων προγόνων μας που είναι άκρως επίκαιρος και διδακτικός στα θέματα Εξωτερικής πολιτικής και ειδικά στις σχέσεις Ελλάδας-Τουρκίας με συνισταμένη το Διεθνές Δίκαιο.
Το Διεθνές Δίκαιο το οποίο χάθηκε στην πορεία (στη διάρκεια διαγκωνισμού ισχύος των ”Μεγάλων” της Γης) συμπαρασύροντας μαζί του την ιδέα του φιλόσοφου Πλάτωνα ότι το άκρον άωτον της αδικίας είναι να θεωρείται δίκαιος κάποιος που δεν είναι (”Εσχάτη αδικία δοκείν δίκαιον είναι μη όντα”, Πλάτων, Πολιτεία, Β’, 316α, 5ος-4ος αι. πΧ).
Ρήση που διευρύνθηκε απ’ τον μεταγενέστερο φιλόσοφο μαθητή του (και δάσκαλο του Μ. Αλεξάνδρου) Αριστοτέλη με την ”κατ’ αξίαν” απονομή της δικαιοσύνης, την οποία θεωρούσε μοναδική αρετή (”Κρατίστη τῶν ἀρετῶν εἶναι δοκεῖ ἡ δικαιοσύνη”, Ἠθικὰ Νικομάχεια”, 1129b-1130a, 4ος αι. π Χ).
Ωστόσο, στην περίπτωση του Ελληνισμού, το περί δικαίου αίσθημα έχει παραμεριστεί από χρόνια για χάρη της Τουρκίας. Το περί δικαίου αίσθημα όπως εκφράζεται στην υπέρτατη μορφή του, τη Διεθνή Δικαιοσύνη, αν και υπάρχουν περιοδικές αντιστάσεις απ’ τους εκπροσώπους της.
Ένα τέτοιο παράδειγμα ήταν η (έστω και ετεροχρονισμένη) δικαίωση της Κύπριας Τιτίνας Λοϊζίδου στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, όπου είχε καταφύγει κατά της Τουρκίας το 1989 κατηγορώντας την για στέρηση περιουσιακών δικαιωμάτων των Ελληνοκυπρίων ιδιοκτητών στα Κατεχόμενα.
Δεν εκφράζω τυχαία την πικρία μου για την Διεθνή Δικαιοσύνη, γιατί έχω κατά νου την πονεμένη διαδρομή του Κυπριακού, η οποία απέδειξε την πλήρη αδυναμία αυτής και των Διεθνών Οργανισμών να χειριστούν τη λύση του 48χρονου άλυτου ζητήματος της Κύπρου τιμωρώντας την Τουρκία για την καταπάτηση, προσβολή, παραποίηση και εξευτελιστική αντιμετώπιση του Διεθνούς Δικαίου.
Κι αυτό γιατί, απ’ το ’74 και εντεύθεν (έτος της τουρκικής εισβολής στο νησί) η Τουρκία πέταξε στον κάλαθο των αχρήστων όλα τα ψηφίσματα του Συμβουλίου Ασφαλείας εναντίον της, τα οποία ζητούσαν την απομάκρυνση από την βόρεια Κύπρο του τουρκικού στρατού κατοχής και υποστήριζαν την εδαφική ακεραιότητα, πολιτική ενότητα και ανεξαρτησία της Κυπριακής Δημοκρατίας.
Έχω κατά νου, επίσης, ένα απ’ τα κορυφαία αρνητικά δείγματα μεροληψίας των εκπροσώπων του Διεθνούς Δικαίου: την προ δεκαετιών επιβράβευση από την ΕΔΑΔ της αμαρτωλής τουρκικής δικαιοσύνης και δη του Συνταγματικού Δικαστηρίου της (ενεργούμενο του τουρκικού πολιτικοστρατιωτικού κατεστημένου), πράγμα που έδωσε το δικαίωμα στον (πρώτο ισλαμιστή) πρωθυπουργό της κυβέρνησης συνασπισμού Νετσμετίν Ερμπακάν (μέντορα του Ταγίπ Ερντογάν) να απαγορεύσει — δίκη προθέσεων — σε ένα ή περισσότερα κόμματα οποιαδήποτε ανατρεπτική διάθεση. Συνελόντι ειπείν να απαγορεύσει τη δημοκρατική πολυφωνία…
– ”Μ’ όποιον δάσκαλο καθίσεις τέτοια γράμματα θα μάθεις”, σας ακούω να λέτε, προσπερνώντας την άδικη απόφαση της ΕΔΑΔ, για να εστιάσετε στις σχέσεις Ερμπακάν-Ερντογάν.
Και δεν μπορώ παρά να συμφωνήσω μαζί σας διαπιστώνοντας πως τον… ”αέρα” της άμεσης αντίδρασης απέναντι στους πραξικοπηματίες της 15ης Ιουλίου του 2016 τον πήρε ο Τούρκος Πρόεδρος από τον ”δάσκαλο” Ερμπακάν, αν και εκείνος (παρά την δικαστική στήριξη μέσα και έξω από την Τουρκία) δεν τα κατάφερε τελικά και αναγκάστηκε να παραιτηθεί — υπό την πίεση του στρατού — ένα χρόνο μετά την ανάληψη της πρωθυπουργίας (1996-1997).
Αυτή η σύντομη πρωθυπουργική θητεία του μέντορά του έδωσε στον Ταγίπ Ερντογάν εμπειρία ετών και του έμαθε να ελίσσεται διπλωματικά (επίδειξη έλξης και πειθούς ”ήπιας ισχύος” μέσω της οικονομικής και πολιτιστικής διείσδυσης της χώρας του σε τρίτες) και επιθετικά (χρήση ”ισχυρής ισχύος” για την προώθηση των τουρκικών συμφερόντων έναντι των συμφερόντων των άλλων).
Στο πλαίσιο της δεύτερης περίπτωσης (της ”ισχυρής ισχύος” της) εντάσσεται η υποτίμηση του Διεθνούς Δικαίου και των Διεθνών Οργανισμών (ΟΗΕ και ΕΕ), με εξαίρεση το ΝΑΤΟ, το οποίο δεν το υποτιμά, γιατί είναι υποστηρικτικό προς αυτήν και τα τουρκικά συμφέροντα, επί ημερών τουλάχιστον του Γενικού Γραμματέα του Γενς Στόλτενμπεργκ.
Έτσι, με τις πλάτες του ΝΑΤΟ, η τελευταία παραβιάζει συστηματικά (χωρίς να συναντάει προσκόμματα) τη διεθνή νομιμότητα και — θρασύτατη καθώς είναι — καλεί την διεθνή κοινότητα να αναγνωρίσει τα παράνομα τετελεσμένα της (βλ. τουρκική κατοχή του βορείου τμήματος της Κύπρου επί 48 χρόνια απ’ το 1974, υπογραφή δύο παράνομων τουρκολιβυκών μνημονίων το 2019 και 2022 κλπ.).
Το ότι… ζει για να φέρνει τους πάντες (συμπεριλαμβανομένων και των οργάνων του Διεθνούς Δικαίου) προ τετελεσμένων με στόχο την επικράτηση επί των εχθρών ή των άσπονδων φίλων της (βλ. Ευρωπαίους συμμάχους) είναι ένα απ’ τα χαρακτηριστικά της γείτονος εξ Ανατολών.
Οι γεμάτοι χαιρεκακία και εκδικητικότητα σχεδιασμοί του Ταγίπ Ερντογάν κατά της Ελλάδας είναι ενδεικτικοί της αναθεωρητικής πολιτικής του. Της πολιτικής που εδράζεται στην επιθετικότητα, τη διεκδικητικότητα και την αναθεώρηση Διεθνών Συνθηκών και Συμβάσεων (τις οποίες διατείνεται ότι προστατεύει σε μια αποθέωση της υποκρισίας του) εις βάρος της κύριας εκπροσώπου του Ελληνισμού στην Νοτιοανατολική Ευρώπη.
Όπερ σημαίνει ότι η αλλαγή συνόρων είναι στρατηγική επιλογή του Τούρκου Προέδρου και τη χρησιμοποιεί με όπλα τον συνδυασμό ”ήπιας” και ”ισχυρής ισχύος”, με την τελευταία να ρίχνει το βάρος στον εξαναγκασμό του αδύναμου μέχρι να υποχωρήσει και να υποκύψει αυτός στη δύναμη της πυγμής του ισχυρού.
Αυτήν την πολιτική των τετελεσμένων. με τη μια ή την άλλη μορφή, κόβει και ράβει στα μέτρα μας η Τουρκία. Αρχικά, κατά προηγούμενα χρόνια κυρίως, πέρασε με επιτυχία (στο όνομα της ”ελληνοτουρκικής φιλίας”) την πολιτική ήπιας ισχύος, πρεσβευτές της οποίας ήταν οι τουρκικές σειρές στα ελληνικά τηλεοπτικά Μέσα και οι οικονομικές διεισδύσεις στη χώρα μας πλούσιων Τούρκων επιχειρηματιών.
Εδώ και μια εικοσαετία όμως (την εικοσαετία πολιτικής κυριαρχίας του Ταγίπ Ερντογάν, με επίταση την περίοδο μετά το 2016 (έτος εκδήλωσης στρατιωτικού πραξικοπήματος σε βάρος του), η τουρκική Εξωτερική πολιτική υπερκέρασε τα όρια της ήπιας ισχύος της και χάραξε διεκδικητική ρότα σκληρής ισχύος, επωφελούμενη της κατευναστικής ελληνικής πολιτικής και των χλιαρών αντιδράσεων των συμμάχων και των Διεθνών Οργανισμών στις αυθαιρεσίες και τις παρανομίες της.
Τη ρότα του υβριδικού πολέμου που μας κήρυξε ανεπίσημα η Τουρκία προ πέντε ετών με αρχικό της σκοπό την ουδετεροποίηση του Αιγαίου δια της ”γκριζοποίησης” ελληνικών νησιών (152) και ζωνών, την ακολούθησε η ωμή εργαλειοποίηση του μεταναστευτικού της στρατού εναντίον μας, αποκορύφωμα της οποίας ήταν τα γεγονότα του Μαρτίου του ’20 στον Έβρο,
Έκτοτε και μέχρι τώρα είναι κατακλυσμιαίες οι πρωτοβουλίες ισχύος της επί του πεδίου των ΕΧΥ με στόχο την υποχωρητικότητά μας στο ζήτημα της αποστρατιωτικοποίησης των νησιών του Αιγαίου. Πρωτοβουλίες που τις… συνδράμουν έμμεσα με την ποντιοπιλατική στάση τους οι Διεθνείς Οργανισμοί και οι ”Μεγάλοι” του ΝΑΤΟ αποφεύγοντας συστηματικά να της επιβάλλουν κυρώσεις και παραμένοντας θεατές των προσπαθειών της για διαμόρφωση τετελεσμένων σε Ελλάδα και Κύπρο.
Έτσι διαιωνίζεται στην μεν Κύπρο η de facto κατοχή του 40 % του εδάφους της (στην οποία έχουν προστεθεί ο εποικισμός των Βαρωσίων και η διεκδίκηση της ΑΟΖ της), στην δε Ελλάδα η ατέλειωτη σειρά τουρκικών προκλήσεων από τη Θράκη ως το Αιγαίο (τη βόρεια-βορειοανατολική θαλάσσια περιοχή έως την νοτιοανατολική μεταξύ Ρόδου και Καστελόριζου, που είναι πλούσια σε ενεργειακά κοιτάσματα. Κι από εκεί μέχρι την νότια Κρήτη, την οποία θεωρεί η Τουρκία… τουρκικό έδαφος ενταγμένο στο δόγμα της ”Γαλάζιας Πατρίδας”).
Τα δεδομένα αυτά επιβεβαιώνουν με τον δραματικότερο τρόπο ότι είναι στρατηγικό λάθος μας να συνεχίζουμε το τροπάρι της Χάγης, αφού — μετά το διπλό τουρκολιβυκό μνημόνιο — είναι ηλίου φαεινότερο ότι η Τουρκία επιδιώκει να φτάσει σ’ αυτήν έχοντας διαμορφώσει τετελεσμένα σε βάρος μας.
Τετελεσμένα τα οποία ορίζουν άπαντες τώρα ως παράνομα, αλλά την κρίσιμη ώρα των διαπραγματεύσεων (χάρη στη διπλωματική ευλυγισία του Ταγίπ Ερντογάν και τον έξυπνο τρόπο ”νομιμοποίησης” εκ μέρους του των de facto καταστάσεων) θα τα κατοχυρώσει σε βάρος μας, αν δεν τον αντιμετωπίσουμε έγκαιρα.
Και το ”έγκαιρα” σημαίνει αλλαγή στρατηγικής επί τη βάσει διπλωματικής κινητοποίησης, σε συνδυασμό με την επιχειρησιακή ετοιμότητα των ελληνικών Ενόπλων Δυνάμεων και την κάλυψη των κενών Άμυνας στα νησιά μας.
Συνελόντι ειπείν, επείγει να δοθεί άμεση λύση στο πρόβλημα που δημιουργήθηκε με την αποστολή των ρωσικών BMP-1 στην Ουκρανία, καθώς τα γερμανικά Marder 1A3- (τα οποία ήρθαν προς αντικατάστασή τους) προωθήθηκαν στο Δ’ Σώμα Στρατού στον Έβρο (σύμφωνα με ανακοίνωση του ΓΕΕΘΑ) αφήνοντας ”γυμνές” εξοπλιστικά τις ”Θερμοπύλες του Αιγαίου”…
Διεθνή
Προειδοποίηση της Ελβετίας: Το υψηλό ευρωπαϊκό χρέος θα μπορούσε να πυροδοτήσει μια κρίση του ευρώ
Τα αυξανόμενα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη και πέραν αυτής εγκυμονούν κινδύνους για την οικονομική σταθερότητα και θα μπορούσαν να πυροδοτήσουν μια κρίση του ευρώ, δήλωσε την Παρασκευή η Ελβετίδα υπουργός Οικονομικών, Κάριν Κέλερ-Σούτερ.
Τα αυξανόμενα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη και πέραν αυτής εγκυμονούν κινδύνους για την οικονομική σταθερότητα και θα μπορούσαν να πυροδοτήσουν μια κρίση του ευρώ, δήλωσε την Παρασκευή η Ελβετίδα υπουργός Οικονομικών, Κάριν Κέλερ-Σούτερ.
Μιλώντας στον ελβετικό δημόσιο ραδιοτηλεοπτικό φορέα SRF, στην Μπανγκόκ —στο περιθώριο των ετήσιων συναντήσεων του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου και της Παγκόσμιας Τράπεζας—, η Κέλερ-Σούτερ ανέφερε ότι και οι τιμές της ενέργειας εντείνουν τις ανησυχίες μεταξύ των υπευθύνων χάραξης πολιτικής.
Η Ελβετία διαθέτει ένα από τα χαμηλότερα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη, ωστόσο η Κέλερ-Σούτερ τόνισε ότι, στο τρέχον περιβάλλον, είναι σημαντικό να εξετάζεται η ευρύτερη εικόνα.
«Είμαστε τόσο στενά διασυνδεδεμένοι σε διεθνές επίπεδο, ώστε καθιστάμεθα επίσης ευάλωτοι, για παράδειγμα, στην περίπτωση που προκύψει κρίση χρέους εξαιτίας του δημόσιου χρέους μεγάλων χωρών. Σκέφτομαι συγκεκριμένα τις Ηνωμένες Πολιτείες, αλλά και την Ευρώπη. Υπάρχει η περίπτωση της Γαλλίας — κάτι που θα μπορούσε να οδηγήσει σε κρίση του ευρώ», δήλωσε η Κέλερ-Σούτερ στο δίκτυο SRF.
Το δημόσιο χρέος της Γαλλίας, τα δημοσιονομικά ελλείμματα και η υποτονική οικονομική ανάπτυξη έχουν εντείνει τις ανησυχίες για την κατάσταση των δημόσιων οικονομικών της, καθώς ο πολιτικός κατακερματισμός έχει καταστήσει πιο περίπλοκες τις προσπάθειες δημοσιονομικής εξυγίανσης.
Αναλύσεις
Η Κίνα βρίσκει δρόμο που παρακάμπτει το Πακιστάν – Ο διάδρομος Ουαχάν αλλάζει τις γεωπολιτικές ισορροπίες
Μία νέα οδική αρτηρία μήκους 121 χιλιομέτρων στο βορειοανατολικό Αφγανιστάν δημιουργεί τις προϋποθέσεις για απευθείας χερσαία σύνδεση με την Κίνα, χωρίς διέλευση από το Πακιστάν. Η ολοκλήρωση του δρόμου στον ιστορικό διάδρομο Ουαχάν αποκτά ιδιαίτερη γεωπολιτική σημασία, καθώς το Πεκίνο αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα ασφαλείας με τις επενδύσεις του στο Πακιστάν, ενώ η Καμπούλ επιδιώκει να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ.
Μία σημαντική εξέλιξη στις χερσαίες μεταφορές και στις γεωπολιτικές ισορροπίες της Κεντρικής Ασίας καταγράφεται στο Αφγανιστάν, με την ολοκλήρωση νέου δρόμου στον στρατηγικής σημασίας διάδρομο Ουαχάν.
Σύμφωνα με ανάλυση του Imran Khurshid που δημοσιεύθηκε στις 9 Οκτωβρίου 2026 στο Asia Times, οι αφγανικές αρχές εγκαινίασαν οδική διαδρομή 121 χιλιομέτρων, η οποία εκτείνεται από την περιοχή Μπρογκίλ έως τα σύνορα με την Κίνα, στην επαρχία Μπανταχσάν.
Το έργο κόστισε περίπου 365 εκατομμύρια αφγάνι, ποσό που αντιστοιχεί σε περίπου 5,5 εκατομμύρια δολάρια.
Κατά τις αφγανικές ανακοινώσεις, κατασκευάστηκε από ντόπιους μηχανικούς και εργαζομένους, χωρίς τη συμμετοχή ξένων τεχνικών συμβούλων.
Η νέα διαδρομή φθάνει στα σινοαφγανικά σύνορα. Αυτό, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι λειτουργεί ήδη πλήρης διεθνής εμπορευματικός διάδρομος, καθώς εξακολουθούν να υπάρχουν σημαντικοί τεχνικοί και συνοριακοί περιορισμοί.
Γιατί ο διάδρομος Ουαχάν έχει στρατηγική σημασία
Ο διάδρομος Ουαχάν αποτελεί μια στενή λωρίδα αφγανικού εδάφους ανάμεσα στο Τατζικιστάν, το Πακιστάν και την Κίνα.
Η γεωγραφική του διαμόρφωση συνδέεται με τον ανταγωνισμό της Βρετανικής και της Ρωσικής Αυτοκρατορίας κατά τον 19ο αιώνα.
Η περιοχή διατηρήθηκε ως ζώνη διαχωρισμού των δύο αυτοκρατορικών σφαιρών επιρροής, αποτελώντας ένα από τα χαρακτηριστικότερα γεωγραφικά κατάλοιπα του λεγόμενου «Μεγάλου Παιχνιδιού».
Σήμερα, η ίδια περιοχή αποκτά νέα σημασία, αυτή τη φορά λόγω της προσπάθειας σύνδεσης της Κίνας με το Αφγανιστάν και ευρύτερα με την Κεντρική Ασία.
Ο δρόμος ανοίγει τη δυνατότητα δημιουργίας μιας εναλλακτικής οδού μεταφορών, περιορίζοντας δυνητικά την ανάγκη διέλευσης από το πακιστανικό έδαφος.
Το πρόβλημα της Κίνας με τον οικονομικό διάδρομο CPEC
Το ενδιαφέρον της εξέλιξης εντοπίζεται κυρίως στην προσπάθεια του Πεκίνου να περιορίσει την εξάρτησή του από ευάλωτες υποδομές.
Ο Οικονομικός Διάδρομος Κίνας–Πακιστάν, γνωστός ως CPEC, αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα προγράμματα της κινεζικής πρωτοβουλίας Belt and Road.
Μέσω του συγκεκριμένου σχεδίου, η Κίνα επιχειρεί να ενισχύσει τις εμπορικές και ενεργειακές συνδέσεις της με τη Νότια Ασία και την Αραβική Θάλασσα.
Ωστόσο, η υλοποίηση των έργων έχει αντιμετωπίσει σοβαρές δυσκολίες.
Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, οργανώσεις αυτονομιστών έχουν πραγματοποιήσει επανειλημμένες επιθέσεις εναντίον κινεζικών συμφερόντων, εγκαταστάσεων και εργαζομένων.
Οι επιθέσεις αυτές έχουν επιβαρύνει την ασφάλεια των υποδομών και έχουν αυξήσει το κόστος προστασίας των κινεζικών επενδύσεων.
Παράλληλα, έχουν διατυπωθεί καταγγελίες για καθυστερήσεις, κακοδιαχείριση και προβλήματα διαφάνειας σε επιμέρους προγράμματα του CPEC.
Η εδαφική διαμάχη με την Ινδία
Μια επιπλέον γεωπολιτική δυσκολία συνδέεται με τη διέλευση του CPEC από το Γκιλγκίτ–Μπαλτιστάν.
Η περιοχή διοικείται από το Πακιστάν, αλλά διεκδικείται από την Ινδία, στο πλαίσιο της ευρύτερης διαμάχης για το Κασμίρ.
Το Νέο Δελχί έχει αντιταχθεί επανειλημμένα σε έργα που διέρχονται από εδάφη τα οποία θεωρεί τμήμα της δικής του επικράτειας.
Αυτό σημαίνει ότι ο οικονομικός διάδρομος Κίνας–Πακιστάν δεν αποτελεί μόνο αναπτυξιακό πρόγραμμα, αλλά συνδέεται με μία από τις πιο ευαίσθητες εδαφικές αντιπαραθέσεις της Ασίας.
Η δημιουργία εναλλακτικών διαδρομών μέσω του Αφγανιστάν θα μπορούσε μακροπρόθεσμα να προσφέρει στο Πεκίνο μεγαλύτερη ευελιξία.
Δεν υπάρχει, πάντως, ένδειξη ότι ο δρόμος του Ουαχάν μπορεί σήμερα να αντικαταστήσει τις μεγάλες μεταφορικές υποδομές του CPEC.
Η Καμπούλ επιχειρεί να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ
Για την κυβέρνηση των Ταλιμπάν, το έργο έχει και μία σαφή πολιτική διάσταση.
Το Αφγανιστάν εξαρτάται σε σημαντικό βαθμό από συνοριακές διαβάσεις και μεταφορικούς άξονες που περνούν από το Πακιστάν.
Οι επανειλημμένες εντάσεις ανάμεσα στις δύο χώρες έχουν προκαλέσει κλείσιμο συνοριακών περασμάτων, διακοπές εμπορικών ροών και επιβάρυνση της αφγανικής οικονομίας.
Μια εναλλακτική χερσαία διέξοδος προς την Κίνα θα μπορούσε, εφόσον αναπτυχθεί και καταστεί λειτουργική, να μειώσει τη δυνατότητα του Πακιστάν να χρησιμοποιεί τη γεωγραφική του θέση ως μέσο πίεσης προς την Καμπούλ.
Η αφγανική πλευρά αντιμετωπίζει το έργο ως σημαντική υποδομή οικονομικής και στρατηγικής αυτονομίας.
Η στάση της Κίνας και της Ρωσίας
Παρά την προοπτική άμεσης σύνδεσης, το Πεκίνο δεν έχει εγκαταλείψει τον οικονομικό διάδρομο CPEC ούτε έχει ανακοινώσει ότι ο Ουαχάν θα τον αντικαταστήσει.
Η Κίνα εξακολουθεί να διατηρεί σημαντικά οικονομικά και στρατηγικά συμφέροντα στο Πακιστάν.
Αντίστοιχα, η Ρωσία ενδιαφέρεται για τη σταθερότητα του Αφγανιστάν και για την ανάπτυξη νέων δικτύων επικοινωνίας στην Κεντρική Ασία.
Η δημιουργία περισσότερων επιλογών διασύνδεσης ενδέχεται να περιορίσει την αποκλειστική σημασία ορισμένων παραδοσιακών μεταφορικών διαδρομών.
Η πραγματική αξία του Ουαχάν θα εξαρτηθεί από τη βελτίωση των οδικών υποδομών, τη λειτουργία συνοριακών και τελωνειακών εγκαταστάσεων, τις καιρικές συνθήκες και τις πολιτικές αποφάσεις της Κίνας.
Το μήνυμα προς το Πακιστάν
Η νέα διαδρομή αναδεικνύει μια σημαντική γεωπολιτική πραγματικότητα: η γεωγραφική θέση ενός κράτους προσφέρει στρατηγικά πλεονεκτήματα, αλλά η αξιοποίησή τους εξαρτάται από την ασφάλεια και την αξιοπιστία των μεταφορικών του δικτύων.
Το Πακιστάν εξακολουθεί να αποτελεί κρίσιμο εταίρο της Κίνας, ιδιαίτερα στο πλαίσιο του CPEC.
Ταυτόχρονα, όμως, η αστάθεια, οι επιθέσεις σε κινεζικά συμφέροντα και οι αντιπαραθέσεις με το Αφγανιστάν δημιουργούν κίνητρα αναζήτησης εναλλακτικών επιλογών.
Ο διάδρομος Ουαχάν δεν έχει ακόμη μετατραπεί σε μεγάλο εμπορικό πέρασμα. Η κατασκευή του δρόμου, ωστόσο, καταδεικνύει ότι το Αφγανιστάν επιχειρεί να αποκτήσει πρόσθετες διεθνείς συνδέσεις και ότι η αποκλειστική εξάρτηση από το Πακιστάν δεν αποτελεί πλέον τη μοναδική γεωγραφική επιλογή.
Για το Ισλαμαμπάντ, η εξέλιξη αποτελεί μια νέα στρατηγική παράμετρο που θα πρέπει να συνυπολογίσει στις σχέσεις του με το Πεκίνο και την Καμπούλ.
Διεθνή
Γερμανία: Το ρωσικό φυσικό αέριο επιστρέφει έμμεσα μέσω των λιπασμάτων, παρά τους ευρωπαϊκούς δασμούς
Οι εισαγωγές ρωσικών αζωτούχων λιπασμάτων μειώθηκαν κατά 66% το 2025-2026, αλλά παραμένουν 53% υψηλότερες από τα επίπεδα πριν από τον πόλεμο στην Ουκρανία.
Το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία διατηρεί ανταγωνιστικά τα ρωσικά προϊόντα, σύμφωνα με στοιχεία που δημοσίευσε η Berliner Zeitung. Η Γερμανία εξακολουθεί να συνδέεται εμπορικά με το ρωσικό φυσικό αέριο, παρά τις ευρωπαϊκές προσπάθειες περιορισμού της ενεργειακής εξάρτησης από τη Μόσχα.
Αυτή τη φορά, η σύνδεση δεν αφορά αποκλειστικά την άμεση προμήθεια φυσικού αερίου, αλλά τις εισαγωγές λιπασμάτων που παράγονται με τη χρήση ρωσικού αερίου ως πρώτης ύλης και πηγής ενέργειας. Σύμφωνα με δημοσίευμα της γερμανικής εφημερίδας, που βασίζεται σε στοιχεία του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου και του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι εισαγωγές αζώτου μέσω ρωσικών λιπασμάτων μειώθηκαν σημαντικά κατά το 2025-2026. Ωστόσο, εξακολουθούν να βρίσκονται πάνω από τα επίπεδα που καταγράφονταν πριν από τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία.
Τα στοιχεία των εισαγωγών και η σύγκριση με την προπολεμική περίοδο
Το 2025-2026, η Γερμανία εισήγαγε 48.800 τόνους αζώτου μέσω λιπασμάτων ρωσικής προέλευσης. Η ποσότητα αυτή είναι μειωμένη κατά περίπου 66% σε σύγκριση με το προηγούμενο έτος, αλλά παραμένει κατά 53% υψηλότερη από τους 31.800 τόνους που είχαν καταγραφεί το 2020-2021, πριν από τον πόλεμο.
Η εξέλιξη των εισαγωγών δείχνει πόσο έντονη ήταν η αύξηση μετά το 2022. Το 2021-2022 οι εισαγωγές έφτασαν τους 56.800 τόνους αζώτου, ενώ το 2022-2023 εκτοξεύθηκαν στους 185.100 τόνους. Στη συνέχεια καταγράφηκαν 140.200 τόνοι το 2023-2024 και 143.800 τόνοι το 2024-2025, προτού σημειωθεί η μεγάλη υποχώρηση της τελευταίας περιόδου. Τα στοιχεία αφορούν την ποσότητα του αζώτου που περιέχεται στα εισαγόμενα λιπάσματα και όχι το συνολικό βάρος των προϊόντων.
Τα λιπασματικά έτη υπολογίζονται από τον Ιούλιο έως τον Ιούνιο. Η ποσότητα αζώτου που εισήχθη στη Γερμανία μέσω ρωσικής ουρίας μειώθηκε από 71.600 τόνους σε 27.600 τόνους, καταγράφοντας πτώση άνω του 61%. Παρά τη μείωση, η ποσότητα εξακολουθεί να είναι σχεδόν τριπλάσια από τους 9.900 τόνους του 2020-2021. Η συγκεκριμένη εξέλιξη αναδεικνύει το βασικό πρόβλημα της ευρωπαϊκής πολιτικής περιορισμού των εμπορικών δεσμών με τη Ρωσία. Ακόμη και όταν περιορίζονται οι εισαγωγές συγκεκριμένων προϊόντων, οι οικονομικές σχέσεις μπορούν να διατηρούνται μέσω άλλων κατηγοριών αγαθών, ιδιαίτερα όταν αυτά έχουν χαμηλότερο κόστος παραγωγής.
Γιατί οι ρωσικές εισαγωγές παραμένουν ανταγωνιστικές
Καθοριστικός παράγοντας είναι το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία και στην υπόλοιπη Ευρώπη. Η παραγωγή αζωτούχων λιπασμάτων απαιτεί μεγάλες ποσότητες φυσικού αερίου, το οποίο χρησιμοποιείται τόσο ως πρώτη ύλη όσο και ως πηγή ενέργειας. Σύμφωνα με τον Σύνδεσμο Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι ευρωπαϊκοί δασμοί, που τέθηκαν σε ισχύ τον Ιούλιο του 2025, περιόρισαν σημαντικά τις εισαγωγές ρωσικών λιπασμάτων. Ωστόσο, δεν εξάλειψαν το ανταγωνιστικό πλεονέκτημα των ρωσικών προϊόντων. Ο σύνδεσμος επισημαίνει ότι οι υψηλές τιμές ενέργειας δυσκολεύουν τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις να αυξήσουν την εγχώρια παραγωγή και να καλύψουν μεγαλύτερο μέρος των αναγκών της αγοράς. Ως αποτέλεσμα, τα ρωσικά λιπάσματα εξακολουθούν να παραμένουν ελκυστικά, ακόμη και μετά την επιβολή πρόσθετων δασμών.
Παράλληλα, σύμφωνα με τον IVA, είναι πιθανό ορισμένες ποσότητες ρωσικών προϊόντων να φτάνουν στη γερμανική αγορά μέσω άλλων κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το μέγεθος αυτών των έμμεσων εισαγωγών, ωστόσο, δεν μπορεί να προσδιοριστεί με ακρίβεια από τα διαθέσιμα στοιχεία.
Δεν αποδίδονται οι αυξήσεις των τιμών αποκλειστικά στους δασμούς
Το ζήτημα έχει άμεση σημασία για τους Γερμανούς αγρότες, καθώς το κόστος των λιπασμάτων επηρεάζει την παραγωγή και, τελικά, την οικονομική βιωσιμότητα των καλλιεργειών. Ο IVA υποστηρίζει ότι η μείωση των ρωσικών εισαγωγών δεν έχει προκαλέσει μέχρι στιγμής σαφή αύξηση των τιμών εξαιτίας των δασμών. Σύμφωνα με τον σύνδεσμο, η εγχώρια παραγωγική δυναμικότητα και οι εισαγωγές από άλλες χώρες, μεταξύ των οποίων η Αίγυπτος, επαρκούν για την κάλυψη των αναγκών της αγοράς. Την ίδια στιγμή, ο σύνδεσμος αποδίδει τις υψηλές τιμές των λιπασμάτων το 2026 στις διεθνείς ενεργειακές αναταράξεις, στον πόλεμο με το Ιράν και στην κρίση γύρω από τα Στενά του Ορμούζ, παράγοντες που επηρεάζουν το κόστος μεταφοράς και τις παγκόσμιες τιμές ενέργειας και λιπασμάτων.
Οι εκτιμήσεις αυτές αποτελούν τις θέσεις του κλαδικού συνδέσμου και δεν συνιστούν από μόνες τους ανεξάρτητη αξιολόγηση όλων των παραγόντων που διαμορφώνουν τις τιμές.
Νέες πιέσεις για περιορισμό των ρωσικών εισαγωγών
Με αφορμή τα στοιχεία, ο IVA ζητά να εξεταστεί η επιβολή πρόσθετων δασμών στις εισαγωγές καλιούχων λιπασμάτων από τη Ρωσία και τη Λευκορωσία. Το κάλιο αποτελεί βασικό θρεπτικό στοιχείο για τις καλλιέργειες και αντιπροσωπεύει μια ακόμη κατηγορία προϊόντων στην οποία η ευρωπαϊκή αγορά διατηρεί εμπορικές σχέσεις με τις δύο χώρες.
Ο σύνδεσμος εκτιμά ότι η ευρωπαϊκή βιομηχανία μπορεί να καλύψει τις ανάγκες της γεωργίας χωρίς να εξαρτάται από τις συγκεκριμένες εισαγωγές και υποστηρίζει ότι πρόσθετοι δασμοί δεν θα πρέπει να οδηγήσουν αναγκαστικά σε αυξήσεις τιμών. Η συζήτηση, ωστόσο, αποτυπώνει το ευρύτερο δίλημμα της ευρωπαϊκής οικονομικής πολιτικής. Η μείωση της εξάρτησης από τη Ρωσία απαιτεί όχι μόνο εμπορικούς περιορισμούς, αλλά και ανταγωνιστική εγχώρια παραγωγή, προσιτό ενεργειακό κόστος και εναλλακτικές πηγές προμήθειας.
Τα δεδομένα της γερμανικής αγοράς δείχνουν ότι οι δασμοί μπορούν να περιορίσουν σημαντικά τις εισαγωγές, χωρίς όμως να εξαλείψουν αυτομάτως τις οικονομικές σχέσεις που στηρίζονται σε διαφορές κόστους παραγωγής. Για τη Γερμανία και την Ευρωπαϊκή Ένωση, η πρόκληση παραμένει η εξισορρόπηση τριών στόχων: της ενεργειακής και οικονομικής ασφάλειας, της στήριξης της εγχώριας βιομηχανίας και της διατήρησης προσιτού κόστους για τον αγροτικό τομέα.
Με πληροφορίες του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA) και του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου.
-
Αναλύσεις1 μήνα πρινΤο τελεσίγραφο Καλίν την ώρα που η Τουρκία προετοιμάζεται για πόλεμο!
-
Άμυνα3 μήνες πρινΡωσσικό ΜΜΕ: Ελληνικό «μπλόκο» στην απαίτηση για Patriot – Πώς γνωρίζει το Κίεβο απόρρητα στοιχεία για τους πυραύλους μας;
-
ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΜΕ ΣΗΜΑΣΙΑ3 μήνες πρινΠακιστανός με καναδική υπηκοότητα ο υπαίτιος της πυρκαγιάς στον Έβρο! Πιθανόν να μετέφερε μετανάστες
-
GEOPOLITICO1 μήνα πρινΤο διέρρευσε ο Παπαχελάς! Έφεραν τον Καλίν στο Μαξίμου – Τί συζήτησε με τον Μητσοτάκη;
-
Αναλύσεις2 μήνες πρινΚαραγκιούλ: «Αν Ελλάδα, Κύπρος και Ισραήλ επιτεθούν στην Τουρκία, ο χάρτης του Αιγαίου θα αλλάξει»
-
ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΜΕ ΣΗΜΑΣΙΑ2 μήνες πρινΞέσπασμα της μητέρας της Μυρτούς για την υπόθεση Τζαβέντ Ασλάμ: «Δεν ξεχνώ ποτέ» – «Δήμαρχος των Πακιστανών ο Δούκας»
-
GEOPOLITICO4 εβδομάδες πρινΤί λέει Τούρκος δημοσιογράφος για Σάββα Καλεντερίδη; «Έκανε πολύ καλά τη δουλειά του για τη χώρα του – Δεν μπορούσε να τον στριμώξει η ΜİΤ»
-
Αναλύσεις3 μήνες πρινΕάν η Τουρκία απορρίψει τη συμφωνία αποχώρησης από την Κύπρο θα απομακρυνθεί δια της βίας

