Η σύζυγος και ο ISIS
Ο Μοχάμεντ Αμάρ Αμπάρα γεννήθηκε το 1955 στην πόλη Χομς της Συρίας. Το 1986 ήρθε με την οικογένειά του στην Ελλάδα και δραστηριοποιήθηκε στην εξόρυξη και εμπορία μαρμάρου, έχοντας υπό τον έλεγχό του δυο λατομεία σε Καβάλα και Θάσο. Το 2014 η σύζυγός του εγκατέλειψε την οικογένειά της και ταξίδεψε στη Ράκα της Συρίας προκειμένου να ενταχθεί στις τάξεις του Ισλαμικού Κράτους. Στο διάστημα από το 2014 έως το 2017 ο Αμπάρα ταξίδεψε 10 φορές από την Αθήνα στη Ράκα μέσω Τουρκίας προκειμένου να συναντήσει τη σύζυγό του και να την πείσει να επιστρέψει πίσω στην Ελλάδα και τα τρία τους παιδιά. Εξαιτίας των ταξιδιών του στην πρωτεύουσα, τότε, του αυτοανακηρυγμένου χαλιφάτου, προσεγγίστηκε από Ελληνες αξιωματούχους ασφαλείας που, όπως ο ίδιος επισήμανε σε υπομνήματα και την απολογία του, του απηύθυναν ερωτήσεις για την κατάσταση που επικρατούσε στη Συρία και τα ελεγχόμενα από το Ισλαμικό Κράτος εδάφη, τα άτομα με τα οποία διατηρούσε επαφή η σύζυγός του, αλλά ουδέποτε για την Τουρκία.

Το 2017 η Ράκα ανακαταλήφθηκε από τον τακτικό στρατό της Συρίας και η επαφή του Αμπάρα με τη σύζυγό του διεκόπη, με ορισμένες πληροφορίες να αναφέρουν ότι σκοτώθηκε σε κάποια από τις σφοδρές μάχες που σημειώθηκαν τότε. Τα μέλη της οικογένειάς του περιγράφουν στην «Κ» ότι έκτοτε οι επισκέψεις του στη Συρία σταμάτησαν. Λένε ακόμη ότι σταδιακά παραχώρησε την επιχείρηση εμπορίας μαρμάρου στους δύο γιους του και ότι ο ίδιος μαζί με έναν Ελληνα συνήγορο συνέστησαν μια εταιρεία που εισήγαγε χαλιά από την Τουρκία στην Ελλάδα.
Η κινηματογραφική σύλληψη στο Γκαζιαντέπ, οι βαριές κατηγορίες και τα στοιχεία της δικογραφίας που οδήγησαν στην καταδίκη του σε 12ετή φυλάκιση.
Η σύλληψη
Τον Μάιο οι δύο άνδρες ταξίδεψαν στην πόλη Γκαζιαντέπ προκειμένου να συμμετάσχουν σε διεθνή έκθεση χαλιών, που φιλοξενούνταν μεταξύ 14 και 17 Μαΐου. Το βράδυ της 18ης Μαΐου και ενώ περπατούσε σε κεντρικό δρόμο της πόλης συνελήφθη από άνδρες με πολιτικά, που τον έβαλαν με τη βία σε ένα σκουρόχρωμο τζιπ λέγοντάς του «μη μιλάς, Ελληνα κατάσκοπε». Τα ίχνη του παρέμεναν χαμένα για 38 ημέρες μέχρις ότου ανακοινωθεί από τα τουρκικά ΜΜΕ η σύλληψή του για κατασκοπεία. Η οικογένειά του και η υπεράσπιση καταγγέλλουν ότι σε αυτό το διάστημα ο 67χρονος δεν είχε πρόσβαση σε δικηγόρο, καθώς και ότι υποχρεώθηκε να υπογράψει κείμενο με το οποίο εμμέσως αποδεχόταν την κατηγορία της πολιτικής και στρατιωτικής κατασκοπείας κατά της Τουρκίας για λογαριασμό της ΕΥΠ.
Ανάμεσα σε όσα οι αρχές της Τουρκίας τον κατηγορούν είναι ότι διατήρησε επαφές με δύο άτομα που φέρονται να εργάζονται για λογαριασμό της Εθνικής Υπηρεσίας Πληροφοριών. Παραθέτουν τα μικρά τους ονόματα, «Νίκος» και «Donpar», όπως επίσης και τους αριθμούς των κινητών τους τηλεφώνων. Σύμφωνα πάντα με το κατηγορητήριο, ο 67χρονος κατηγορούμενος είχε με τον πρώτο από τους δύο (σ.σ. περιγράφεται ως Ελληνας αστυνομικός) συνολικά πάνω από 100 επαφές και με τον δεύτερο περισσότερες από 400. Οι τουρκικές αρχές επισημαίνουν ακόμη ότι παρείχε κατόπιν υπόδειξης των συνομιλητών του πληροφορίες για δύο άτομα που ζούσαν και δραστηριοποιούνταν στη Μερσίνη της Τουρκίας, καθώς και ένα τρίτο, που μέχρι πρότινος τουλάχιστον βρισκόταν στην Ελλάδα. Στο απολογητικό του υπόμνημα ο 67χρονος έδωσε εξηγήσεις γι’ αυτές τις επαφές.
Για το ένα από τα δύο άτομα που συνάντησε στη Μερσίνη είπε ότι παλαιότερα ζούσε στην Ελλάδα, ότι ήταν φίλος και συνομήλικος του μικρού του γιου, καθώς και ότι αργότερα δραστηριοποιήθηκε ως εμίρης του Ισλαμικού Κράτους στρατολογώντας άτομα για λογαριασμό της οργάνωσης. Για το δεύτερο άτομο που συνάντησε στην ίδια πόλη, είπε ότι ήταν ιδιοκτήτης μιας εταιρείας logistics και ότι η συζήτηση αφορούσε το ενδεχόμενο συνεργασίας για την εξαγωγή μαρμάρου στην Αίγυπτο. Η τρίτη περίπτωση αφορά υπήκοο Τουρκίας, μέλος της οργάνωσης FETO του αυτοεξόριστου στις ΗΠΑ ιμάμη Φετουλάχ Γκιουλέν και εχθρό του Τούρκου προέδρου Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν. Οι δικαστικές αρχές της γείτονος κατηγορούν τον 67χρονο ότι το 2020 υπέδειξε στην ΕΥΠ το συγκεκριμένο πρόσωπο με την επισήμανση ότι θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί εναντίον της Τουρκίας. Ο ίδιος αρνείται την κατηγορία και υποστηρίζει ότι πράγματι άτομο με το ίδιο μικρό όνομα προσευχόταν στο ίδιο τζαμί με εκείνον, αλλά ότι δεν γνώριζε ούτε το επίθετό του ούτε φυσικά ότι είχε σχέσεις με το δίκτυο της FETO.
Τα γραπτά μηνύματα που ο Μοχάμεντ Αμάρ Αμπάρα φέρεται να αντάλλασσε με τα δύο πρόσωπα με κωδικές ονομασίες «Νίκος» και «Donpar» παρατίθενται στα δικαστικά έγγραφα. Τόσο τα μέλη της οικογένειάς του όσο και η υπεράσπιση υποστηρίζουν ότι κανένα απ’ αυτά δεν περιέχει εμπιστευτικές και ευαίσθητες πληροφορίες που να στοιχειοθετούν την κατηγορία της κατασκοπείας. Εκφράζουν δε τη βούληση να ασκήσουν έφεση κατά της πρωτόδικης απόφασης και να συνεχίσουν τον δικαστικό αγώνα για την απελευθέρωση του 67χρονου.
Πηγή: Καθημερινή


