Ακολουθήστε μας

Διεθνή

DW: Η επιχείρηση επαναπροσέγγισης Αιγύπτου – Τουρκίας και το «ατού» της Ελλάδας

Δημοσιεύτηκε στις

Οι σχέσεις τους δεν ήταν ποτέ εύκολες και ανέφελες εδώ και πολύ καιρό, αλλά τώρα Άγκυρα και Κάιρο θέλουν να κάνουν μια νέα αρχή. Αυτό είπαν πρόσφατα ο Αιγύπτιος πρόεδρος Αμπντέλ Φατάχ αλ Σίσι και ο Τούρκος ομόλογός του Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν στην τελετή έναρξης του Παγκοσμίου Κυπέλλου Ποδοσφαίρου στο Κατάρ. Η χειραψία τους παρουσία του εμίρη του Κατάρ Ταμίμ μπιν Χαμάντ Αλ Θάνι και η ανακοίνωση ότι θέλουν να βελτιώσουν τις σχέσεις τους στο μέλλον, έκαναν τον γύρο του κόσμου. Και πράγματι, λγο μετά τη συμβολική χειραψία καταγράφηκε κινητικότητα. Σύμφωνα με τα ειδησεογραφικά πρακτορεία, το Σαββατοκύριακο συναντήθηκαν στην Αίγυπτο αντιπροσωπείες μυστικών υπηρεσιών και από τις δύο πλευρές. «Σημαντικές ομιλίες», όπως μετέφερε ανώτερος Τούρκος αξιωματούχος στο Reuters.

«Και οι δύο πλευρές έθιξαν στρατιωτικά, πολιτικά και εμπορικά ζητήματα, συμπεριλαμβανομένων και ενεργειακών πρότζεκτ», είπε ο αξιωματούχος. Επιπλέον, ο Τούρκος υπουργός Εξωτερικών Μεβλούτ Τσαβούσογλου ανέφερε την περασμένη Δευτέρα, ότι και οι δύο χώρες θέλουν να αποκαταστήσουν πλήρεις διπλωματικές σχέσεις τις οποίες διέκοψαν το 2013 σε επίπεδο πρεσβευτών. Αμέσως μετά τη συνάντηση των δύο αρχηγών κρατών, το αιγυπτιακό υπουργείο Εξωτερικών ανακοίνωσε επίσης ότι θα ακολουθήσουν περαιτέρω βήματα. Στόχος είναι η εξομάλυνση των διμερών σχέσεων μετά από «χρόνια έντασης», αν και «οι μέχρι στιγμής συνομιλίες δεν έχουν ακόμη οδηγήσει σε διευθέτηση των υφιστάμενων διαφορών απόψεων», για να καταγραφεί έτσι η ύπαρξη δυσκολιών. Και πράγματι, ο κατάλογος των διαφωνιών και των αντιπαλοτήτων μεταξύ των δύο χωρών είναι μακρύς και χρονολογείται από το 2013.

Λιώνουν οι πάγοι, αλλά αρκεί;

Τότε, η τουρκική κυβέρνηση είχε επανειλημμένα χαρακτηρίσει «παράνομη» την καθαίρεση του προερχόμενου από τον στρατό και τις τάξεις των Αδελφών Μουσουμάνων Αιγύπτιου προέδρου Μοχάμεντ Μόρσι. Ο ίδιος ο Ερντογάν είχε αποκαλέσει τον αλ Σίσι «πραξικοπηματία». Μετά που η Αίγυπτος συμπεριέλαβε την Μουσουλμανική Αδελφότητα στον κατάλογο των τρομοκρατικών οργανώσεων και την απαγόρευσε, πολλές Μουσουλμανικές Αδελφότητες βρήκαν προστασία στην Τουρκία. Από την πλευρά της η αιγυπτιακή κυβέρνηση κατηγόρησε την Άγκυρα, ότι υποστηρίζει ισλαμιστικές οργανώσεις – ειδικά τους Αδελφούς Μουσουλμάνους. Οι σχέσεις τους παρέμειναν τεταμένες για χρόνια. Την άνοιξη του 2019, ο Ερντογάν δήλωσε μάλιστα ότι δεν είχε καμία πρόθεση να συμφιλιωθεί με τον αλ Σίσι. «Αρνούμαι να συναντηθώ με έναν αντιδημοκράτη που καταδίκασε τον Μόρσι και τους φίλους του σε φυλάκιση», είπε τότε ο Ερντογάν. Πιο πρόσφατα, ωστόσο, η Άγκυρα ζήτησε από τους αιγυπτιακούς τηλεοπτικούς σταθμούς που λειτουργούν στην Τουρκία και συνδέονται με τη Μουσουλμανική Αδελφότητα ή άλλες ομάδες της αντιπολίτευσης, να μετριάσουν την κριτική τους στην αιγυπτιακή κυβέρνηση.

«Στην πραγματικότητα, οι δυνατότητες της αιγυπτιακής αντιπολίτευσης περιορίζονται όλο και περισσότερο» λέει ο Κρίστιαν Μπράκελ, επικεφαλής του γραφείου του γερμανικού Ιδρύματος Heinrich Böll στην Τουρκία. Στελέχη της αιγυπτιακής αντιπολίτευσης παίζουν τώρα με την ιδέα να εγκατασταθούν αλλού και δεν μπορεί να αποκλειστεί ότι αυτή η τάση θα μπορούσε να ενταθεί», εικάζει ο Μπράκελ. Αλλά και στον εμφύλιο της Λιβύης οι δύο χώρες αντιμετώπισαν η μια την άλλη ως αντίπαλο σε πολιτικό και οικονομικό πεδίο. Ενώ η Αίγυπτος, – η οποία σημειωτέον διατηρεί επιτετραμμένο με το βαθμό του πρέσβη στην Τρίπολη, σε αντίθεση με την ακέφαλη ελληνική πρεσβεία, – στήριξε τον ισχυρό άνδρα της εξόριστης κυβέρνησης στο Τομπρούκ, τον στρατηγό Χαλιφά Χαφτάρ, για να αποτρέψει με τη βοήθειά του πιθανό σχηματισμό κυβέρνησης με τη συμμετοχή ισλαμιστών, η Τουρκία στάθηκε στο πλευρό του τότε πρωθυπουργού της διεθνώς αναγνωρισμένης κυβέρνησης, Φαγιέζ αλ Σαράι. Με αυτόν η Άγκυρα υπέγραψε το 2019 το αμφιλεγόμενο τουρκολιβυκό σύμφωνο για οριοθέτηση θαλασσίων ζωνών των δύο χωρών, το οποίο και το Βερολίνο απέρριψε ως μη συνάδον προς το Δίκαιο της Θαλάσσης. Ούτε λίγο ούτε πολύ σύμφωνα με αυτό, η τουρκική κυριαρχία θα επεκτείνονταν μέχρι την Κρήτη όπου η Τουρκία υποπτεύεται ότι υπάρχουν σημαντικά κοιτάσματα φυσικού αερίου. Μέχρι στιγμής, η Αίγυπτος έχει σαφώς ταχθεί με το μέρος της Ελλάδας στη διαμάχη για τα αποθέματα φυσικού αερίου.

Το καλοκαίρι του 2020, οι δύο χώρες υπέγραψαν συμφωνία στην οποία καθόρισαν τις οικονομικές τους ζώνες στην ανατολική Μεσόγειο. Η τουρκική κυβέρνηση μάλιστα την είχε επικρίνει ως «πειρατική συμφωνία». Τώρα, ωστόσο, η Άγκυρα φαίνεται να στρέφεται όλο και περισσότερο στη συμφιλίωση και στην αναζήτηση νέων εταίρων. Αντίστοιχα σήματα στέλνει και προς την κατεύθυνση δύο από τους παραδοσιακούς εταίρους της Αιγύπτου, τη Σαουδική Αραβία και τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα, σημειώνει ο Μπράκελ. Επί χρόνια, οι τρεις αυτές χώρες ήταν εταίροι στον διεθνή στρατιωτικό συνασπισμό υπό την ηγεσία της Σαουδικής Αραβίας κατά της εξέγερσης των Χούτι στην Υεμένη. Επιπλέον τα δύο κράτη του Κόλπου μοιράζονται τη στάση της αιγυπτιακής κυβέρνησης έναντι της Μουσουλμανικής Αδελφότητας, στην οποία βλέπουν μια ιδεολογική και πολιτική πρόκληση και επομένως μια απειλή για τη δική τους αυταρχική εξουσία.

Η Αίγυπτος προτιμά την Ελλάδα

Ο Μπάρκελ διακρίνει και μια άλλη σημαντική παράμετρο. Εξαιτίας του υψηλού πληθωρισμού, η τουρκική κυβέρνηση αισθάνεται υποχρεωμένη να αναπροσαρμόσει την πορεία της. «Από αυτές τις χώρες του Κόλπου μπαίνουν στην Τουρκία σημαντικές οικονομικές ενέσεις ενόψει της τουρκικής προεκλογικής περιόδου, θα ήταν λοιπόν εξαιρετικά πιθανό να έχουν θέσει Σαουδική Αραβία και Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα την επίλυση των τουρκο-αιγυπτιακών προβλημάτων ως προϋπόθεση». Την ίδια στιγμή, τα δύο κράτη του Κόλπου γνωρίζουν τη γεωστρατηγική σημασία της Τουρκίας, σύμφωνα με ανάλυση του διαδικτυακού περιοδικού Al Monitor και βλέπουν επίσης τις πολλές επενδυτικές ευκαιρίες που προσφέρει η τουρκική αγορά. Ο Ερντογάν έχει ήδη κάνει επίσκεψη στα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα φέτος τον Φεβρουάριο και υπέγραψε αρκετές συμφωνίες συνεργασίας με τις δύο χώρες. Αυτό θα πρέπει επίσης να έχει ενθαρρύνει την Αίγυπτο στην επέκταση των εμπορικών σχέσεων με την Τουρκία. Σύμφωνα με μελέτη του Carnegie Middle East Center, ο όγκος των εμπορικών συναλλαγών μεταξύ των δύο χωρών έχει πράγματι υπερδιπλασιαστεί τα τελευταία 15 χρόνια. Με αυτόν τον τρόπο και οι δύο χώρες προσπαθούν να αντισταθμίσουν τα προβλήματα εφοδιασμού από την Ασία, ιδιαίτερα την Κίνα που προκλήθηκαν από την πανδημία, αναφέρει η αγγλόφωνη έκδοση της τουρκικής καθημερινής εφημερίδας Al Sabah.

Αλλά και στην ανατολική Μεσόγειο, Αίγυπτος και Τουρκία στοχεύουν σε συνεννόηση. «Αυτό είναι το πιο σημαντικό ζήτημα για τις δύο χώρες», αναφέρει στην Al Sabah ο οικονομολόγος Αχμέτ Ζικραλά που διδάσκει στο Πανεπιστήμιο Al Azhar. «Συνολικά, ωστόσο, η κυβέρνηση του Καΐρου είναι πιθανό να έχει πολύ μικρότερο συμφέρον στην επαναπροσέγγιση με την Άγκυρα από ό,τι η ίδια η Άγκυρα για το Κάιρο» υποστηρίζει ο Μπράκελ. «Διότι το Κάιρο έχει ακόμα ένα σημαντικό λόγο να βασίζεται στην Ελλάδα παρά στην Τουρκία στην περιοχή της Μεσογείου. Η Ελλάδα είναι χώρα της ΕΕ. Η Ελλάδα προσφέρει στην Αίγυπτο πρόσβαση στην ευρωπαϊκή αγορά. Αυτό την καθιστά επίσης πολύ πιο ελκυστικό εταίρο από ό,τι θα μπορούσε ποτέ να γίνει η Τουρκία».

Πηγή: Deutsche Welle

 

Είναι ο άγνωστος Χ, αλλά φυσικό πρόσωπο που βοηθάει στην παραγωγή ειδήσεων στο Geopolitico.gr, αλλά και τη δημιουργία βίντεο στο κανάλι του Σάββα Καλεντερίδη. Πολλοί τον χαρακτηρίζουν ως ανθρώπινο αλγόριθμο λόγω του όγκου των δεδομένων και πληροφοριών που αφομοιώνει καθημερινώς. Είναι καταδρομέας με ειδικότητα Χειριστή Ασυρμάτων Μέσων.

Συνέχεια ανάγνωσης

Διεθνή

Προειδοποίηση της Ελβετίας: Το υψηλό ευρωπαϊκό χρέος θα μπορούσε να πυροδοτήσει μια κρίση του ευρώ

Τα αυξανόμενα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη και πέραν αυτής εγκυμονούν κινδύνους για την οικονομική σταθερότητα και θα μπορούσαν να πυροδοτήσουν μια κρίση του ευρώ, δήλωσε την Παρασκευή η Ελβετίδα υπουργός Οικονομικών, Κάριν Κέλερ-Σούτερ.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Τα αυξανόμενα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη και πέραν αυτής εγκυμονούν κινδύνους για την οικονομική σταθερότητα και θα μπορούσαν να πυροδοτήσουν μια κρίση του ευρώ, δήλωσε την Παρασκευή η Ελβετίδα υπουργός Οικονομικών, Κάριν Κέλερ-Σούτερ.

Μιλώντας στον ελβετικό δημόσιο ραδιοτηλεοπτικό φορέα SRF, στην Μπανγκόκ —στο περιθώριο των ετήσιων συναντήσεων του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου και της Παγκόσμιας Τράπεζας—, η Κέλερ-Σούτερ ανέφερε ότι και οι τιμές της ενέργειας εντείνουν τις ανησυχίες μεταξύ των υπευθύνων χάραξης πολιτικής.

Η Ελβετία διαθέτει ένα από τα χαμηλότερα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη, ωστόσο η Κέλερ-Σούτερ τόνισε ότι, στο τρέχον περιβάλλον, είναι σημαντικό να εξετάζεται η ευρύτερη εικόνα.

«Είμαστε τόσο στενά διασυνδεδεμένοι σε διεθνές επίπεδο, ώστε καθιστάμεθα επίσης ευάλωτοι, για παράδειγμα, στην περίπτωση που προκύψει κρίση χρέους εξαιτίας του δημόσιου χρέους μεγάλων χωρών. Σκέφτομαι συγκεκριμένα τις Ηνωμένες Πολιτείες, αλλά και την Ευρώπη. Υπάρχει η περίπτωση της Γαλλίας — κάτι που θα μπορούσε να οδηγήσει σε κρίση του ευρώ», δήλωσε η Κέλερ-Σούτερ στο δίκτυο SRF.

Το δημόσιο χρέος της Γαλλίας, τα δημοσιονομικά ελλείμματα και η υποτονική οικονομική ανάπτυξη έχουν εντείνει τις ανησυχίες για την κατάσταση των δημόσιων οικονομικών της, καθώς ο πολιτικός κατακερματισμός έχει καταστήσει πιο περίπλοκες τις προσπάθειες δημοσιονομικής εξυγίανσης.

 

Συνέχεια ανάγνωσης

Αναλύσεις

Η Κίνα βρίσκει δρόμο που παρακάμπτει το Πακιστάν – Ο διάδρομος Ουαχάν αλλάζει τις γεωπολιτικές ισορροπίες

Μία νέα οδική αρτηρία μήκους 121 χιλιομέτρων στο βορειοανατολικό Αφγανιστάν δημιουργεί τις προϋποθέσεις για απευθείας χερσαία σύνδεση με την Κίνα, χωρίς διέλευση από το Πακιστάν. Η ολοκλήρωση του δρόμου στον ιστορικό διάδρομο Ουαχάν αποκτά ιδιαίτερη γεωπολιτική σημασία, καθώς το Πεκίνο αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα ασφαλείας με τις επενδύσεις του στο Πακιστάν, ενώ η Καμπούλ επιδιώκει να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Μία σημαντική εξέλιξη στις χερσαίες μεταφορές και στις γεωπολιτικές ισορροπίες της Κεντρικής Ασίας καταγράφεται στο Αφγανιστάν, με την ολοκλήρωση νέου δρόμου στον στρατηγικής σημασίας διάδρομο Ουαχάν.

Σύμφωνα με ανάλυση του Imran Khurshid που δημοσιεύθηκε στις 9 Οκτωβρίου 2026 στο Asia Times, οι αφγανικές αρχές εγκαινίασαν οδική διαδρομή 121 χιλιομέτρων, η οποία εκτείνεται από την περιοχή Μπρογκίλ έως τα σύνορα με την Κίνα, στην επαρχία Μπανταχσάν.

Το έργο κόστισε περίπου 365 εκατομμύρια αφγάνι, ποσό που αντιστοιχεί σε περίπου 5,5 εκατομμύρια δολάρια.

Κατά τις αφγανικές ανακοινώσεις, κατασκευάστηκε από ντόπιους μηχανικούς και εργαζομένους, χωρίς τη συμμετοχή ξένων τεχνικών συμβούλων.

Η νέα διαδρομή φθάνει στα σινοαφγανικά σύνορα. Αυτό, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι λειτουργεί ήδη πλήρης διεθνής εμπορευματικός διάδρομος, καθώς εξακολουθούν να υπάρχουν σημαντικοί τεχνικοί και συνοριακοί περιορισμοί.

Γιατί ο διάδρομος Ουαχάν έχει στρατηγική σημασία

Ο διάδρομος Ουαχάν αποτελεί μια στενή λωρίδα αφγανικού εδάφους ανάμεσα στο Τατζικιστάν, το Πακιστάν και την Κίνα.

Η γεωγραφική του διαμόρφωση συνδέεται με τον ανταγωνισμό της Βρετανικής και της Ρωσικής Αυτοκρατορίας κατά τον 19ο αιώνα.

Η περιοχή διατηρήθηκε ως ζώνη διαχωρισμού των δύο αυτοκρατορικών σφαιρών επιρροής, αποτελώντας ένα από τα χαρακτηριστικότερα γεωγραφικά κατάλοιπα του λεγόμενου «Μεγάλου Παιχνιδιού».

Σήμερα, η ίδια περιοχή αποκτά νέα σημασία, αυτή τη φορά λόγω της προσπάθειας σύνδεσης της Κίνας με το Αφγανιστάν και ευρύτερα με την Κεντρική Ασία.

Ο δρόμος ανοίγει τη δυνατότητα δημιουργίας μιας εναλλακτικής οδού μεταφορών, περιορίζοντας δυνητικά την ανάγκη διέλευσης από το πακιστανικό έδαφος.

Το πρόβλημα της Κίνας με τον οικονομικό διάδρομο CPEC

Το ενδιαφέρον της εξέλιξης εντοπίζεται κυρίως στην προσπάθεια του Πεκίνου να περιορίσει την εξάρτησή του από ευάλωτες υποδομές.

Ο Οικονομικός Διάδρομος Κίνας–Πακιστάν, γνωστός ως CPEC, αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα προγράμματα της κινεζικής πρωτοβουλίας Belt and Road.

Μέσω του συγκεκριμένου σχεδίου, η Κίνα επιχειρεί να ενισχύσει τις εμπορικές και ενεργειακές συνδέσεις της με τη Νότια Ασία και την Αραβική Θάλασσα.

Ωστόσο, η υλοποίηση των έργων έχει αντιμετωπίσει σοβαρές δυσκολίες.

Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, οργανώσεις αυτονομιστών έχουν πραγματοποιήσει επανειλημμένες επιθέσεις εναντίον κινεζικών συμφερόντων, εγκαταστάσεων και εργαζομένων.

Οι επιθέσεις αυτές έχουν επιβαρύνει την ασφάλεια των υποδομών και έχουν αυξήσει το κόστος προστασίας των κινεζικών επενδύσεων.

Παράλληλα, έχουν διατυπωθεί καταγγελίες για καθυστερήσεις, κακοδιαχείριση και προβλήματα διαφάνειας σε επιμέρους προγράμματα του CPEC.

Η εδαφική διαμάχη με την Ινδία

Μια επιπλέον γεωπολιτική δυσκολία συνδέεται με τη διέλευση του CPEC από το Γκιλγκίτ–Μπαλτιστάν.

Η περιοχή διοικείται από το Πακιστάν, αλλά διεκδικείται από την Ινδία, στο πλαίσιο της ευρύτερης διαμάχης για το Κασμίρ.

Το Νέο Δελχί έχει αντιταχθεί επανειλημμένα σε έργα που διέρχονται από εδάφη τα οποία θεωρεί τμήμα της δικής του επικράτειας.

Αυτό σημαίνει ότι ο οικονομικός διάδρομος Κίνας–Πακιστάν δεν αποτελεί μόνο αναπτυξιακό πρόγραμμα, αλλά συνδέεται με μία από τις πιο ευαίσθητες εδαφικές αντιπαραθέσεις της Ασίας.

Η δημιουργία εναλλακτικών διαδρομών μέσω του Αφγανιστάν θα μπορούσε μακροπρόθεσμα να προσφέρει στο Πεκίνο μεγαλύτερη ευελιξία.

Δεν υπάρχει, πάντως, ένδειξη ότι ο δρόμος του Ουαχάν μπορεί σήμερα να αντικαταστήσει τις μεγάλες μεταφορικές υποδομές του CPEC.

Η Καμπούλ επιχειρεί να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ

Για την κυβέρνηση των Ταλιμπάν, το έργο έχει και μία σαφή πολιτική διάσταση.

Το Αφγανιστάν εξαρτάται σε σημαντικό βαθμό από συνοριακές διαβάσεις και μεταφορικούς άξονες που περνούν από το Πακιστάν.

Οι επανειλημμένες εντάσεις ανάμεσα στις δύο χώρες έχουν προκαλέσει κλείσιμο συνοριακών περασμάτων, διακοπές εμπορικών ροών και επιβάρυνση της αφγανικής οικονομίας.

Μια εναλλακτική χερσαία διέξοδος προς την Κίνα θα μπορούσε, εφόσον αναπτυχθεί και καταστεί λειτουργική, να μειώσει τη δυνατότητα του Πακιστάν να χρησιμοποιεί τη γεωγραφική του θέση ως μέσο πίεσης προς την Καμπούλ.

Η αφγανική πλευρά αντιμετωπίζει το έργο ως σημαντική υποδομή οικονομικής και στρατηγικής αυτονομίας.

Η στάση της Κίνας και της Ρωσίας

Παρά την προοπτική άμεσης σύνδεσης, το Πεκίνο δεν έχει εγκαταλείψει τον οικονομικό διάδρομο CPEC ούτε έχει ανακοινώσει ότι ο Ουαχάν θα τον αντικαταστήσει.

Η Κίνα εξακολουθεί να διατηρεί σημαντικά οικονομικά και στρατηγικά συμφέροντα στο Πακιστάν.

Αντίστοιχα, η Ρωσία ενδιαφέρεται για τη σταθερότητα του Αφγανιστάν και για την ανάπτυξη νέων δικτύων επικοινωνίας στην Κεντρική Ασία.

Η δημιουργία περισσότερων επιλογών διασύνδεσης ενδέχεται να περιορίσει την αποκλειστική σημασία ορισμένων παραδοσιακών μεταφορικών διαδρομών.

Η πραγματική αξία του Ουαχάν θα εξαρτηθεί από τη βελτίωση των οδικών υποδομών, τη λειτουργία συνοριακών και τελωνειακών εγκαταστάσεων, τις καιρικές συνθήκες και τις πολιτικές αποφάσεις της Κίνας.

Το μήνυμα προς το Πακιστάν

Η νέα διαδρομή αναδεικνύει μια σημαντική γεωπολιτική πραγματικότητα: η γεωγραφική θέση ενός κράτους προσφέρει στρατηγικά πλεονεκτήματα, αλλά η αξιοποίησή τους εξαρτάται από την ασφάλεια και την αξιοπιστία των μεταφορικών του δικτύων.

Το Πακιστάν εξακολουθεί να αποτελεί κρίσιμο εταίρο της Κίνας, ιδιαίτερα στο πλαίσιο του CPEC.

Ταυτόχρονα, όμως, η αστάθεια, οι επιθέσεις σε κινεζικά συμφέροντα και οι αντιπαραθέσεις με το Αφγανιστάν δημιουργούν κίνητρα αναζήτησης εναλλακτικών επιλογών.

Ο διάδρομος Ουαχάν δεν έχει ακόμη μετατραπεί σε μεγάλο εμπορικό πέρασμα. Η κατασκευή του δρόμου, ωστόσο, καταδεικνύει ότι το Αφγανιστάν επιχειρεί να αποκτήσει πρόσθετες διεθνείς συνδέσεις και ότι η αποκλειστική εξάρτηση από το Πακιστάν δεν αποτελεί πλέον τη μοναδική γεωγραφική επιλογή.

Για το Ισλαμαμπάντ, η εξέλιξη αποτελεί μια νέα στρατηγική παράμετρο που θα πρέπει να συνυπολογίσει στις σχέσεις του με το Πεκίνο και την Καμπούλ.

Συνέχεια ανάγνωσης

Διεθνή

Γερμανία: Το ρωσικό φυσικό αέριο επιστρέφει έμμεσα μέσω των λιπασμάτων, παρά τους ευρωπαϊκούς δασμούς

Δημοσιεύτηκε

στις

Οι εισαγωγές ρωσικών αζωτούχων λιπασμάτων μειώθηκαν κατά 66% το 2025-2026, αλλά παραμένουν 53% υψηλότερες από τα επίπεδα πριν από τον πόλεμο στην Ουκρανία.

Το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία διατηρεί ανταγωνιστικά τα ρωσικά προϊόντα, σύμφωνα με στοιχεία που δημοσίευσε η Berliner Zeitung. Η Γερμανία εξακολουθεί να συνδέεται εμπορικά με το ρωσικό φυσικό αέριο, παρά τις ευρωπαϊκές προσπάθειες περιορισμού της ενεργειακής εξάρτησης από τη Μόσχα.

Αυτή τη φορά, η σύνδεση δεν αφορά αποκλειστικά την άμεση προμήθεια φυσικού αερίου, αλλά τις εισαγωγές λιπασμάτων που παράγονται με τη χρήση ρωσικού αερίου ως πρώτης ύλης και πηγής ενέργειας. Σύμφωνα με δημοσίευμα της γερμανικής εφημερίδας, που βασίζεται σε στοιχεία του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου και του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι εισαγωγές αζώτου μέσω ρωσικών λιπασμάτων μειώθηκαν σημαντικά κατά το 2025-2026. Ωστόσο, εξακολουθούν να βρίσκονται πάνω από τα επίπεδα που καταγράφονταν πριν από τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία.

Τα στοιχεία των εισαγωγών και η σύγκριση με την προπολεμική περίοδο

Το 2025-2026, η Γερμανία εισήγαγε 48.800 τόνους αζώτου μέσω λιπασμάτων ρωσικής προέλευσης. Η ποσότητα αυτή είναι μειωμένη κατά περίπου 66% σε σύγκριση με το προηγούμενο έτος, αλλά παραμένει κατά 53% υψηλότερη από τους 31.800 τόνους που είχαν καταγραφεί το 2020-2021, πριν από τον πόλεμο.

Η εξέλιξη των εισαγωγών δείχνει πόσο έντονη ήταν η αύξηση μετά το 2022. Το 2021-2022 οι εισαγωγές έφτασαν τους 56.800 τόνους αζώτου, ενώ το 2022-2023 εκτοξεύθηκαν στους 185.100 τόνους. Στη συνέχεια καταγράφηκαν 140.200 τόνοι το 2023-2024 και 143.800 τόνοι το 2024-2025, προτού σημειωθεί η μεγάλη υποχώρηση της τελευταίας περιόδου. Τα στοιχεία αφορούν την ποσότητα του αζώτου που περιέχεται στα εισαγόμενα λιπάσματα και όχι το συνολικό βάρος των προϊόντων.

Τα λιπασματικά έτη υπολογίζονται από τον Ιούλιο έως τον Ιούνιο. Η ποσότητα αζώτου που εισήχθη στη Γερμανία μέσω ρωσικής ουρίας μειώθηκε από 71.600 τόνους σε 27.600 τόνους, καταγράφοντας πτώση άνω του 61%. Παρά τη μείωση, η ποσότητα εξακολουθεί να είναι σχεδόν τριπλάσια από τους 9.900 τόνους του 2020-2021. Η συγκεκριμένη εξέλιξη αναδεικνύει το βασικό πρόβλημα της ευρωπαϊκής πολιτικής περιορισμού των εμπορικών δεσμών με τη Ρωσία. Ακόμη και όταν περιορίζονται οι εισαγωγές συγκεκριμένων προϊόντων, οι οικονομικές σχέσεις μπορούν να διατηρούνται μέσω άλλων κατηγοριών αγαθών, ιδιαίτερα όταν αυτά έχουν χαμηλότερο κόστος παραγωγής.

Γιατί οι ρωσικές εισαγωγές παραμένουν ανταγωνιστικές

Καθοριστικός παράγοντας είναι το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία και στην υπόλοιπη Ευρώπη. Η παραγωγή αζωτούχων λιπασμάτων απαιτεί μεγάλες ποσότητες φυσικού αερίου, το οποίο χρησιμοποιείται τόσο ως πρώτη ύλη όσο και ως πηγή ενέργειας. Σύμφωνα με τον Σύνδεσμο Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι ευρωπαϊκοί δασμοί, που τέθηκαν σε ισχύ τον Ιούλιο του 2025, περιόρισαν σημαντικά τις εισαγωγές ρωσικών λιπασμάτων. Ωστόσο, δεν εξάλειψαν το ανταγωνιστικό πλεονέκτημα των ρωσικών προϊόντων. Ο σύνδεσμος επισημαίνει ότι οι υψηλές τιμές ενέργειας δυσκολεύουν τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις να αυξήσουν την εγχώρια παραγωγή και να καλύψουν μεγαλύτερο μέρος των αναγκών της αγοράς. Ως αποτέλεσμα, τα ρωσικά λιπάσματα εξακολουθούν να παραμένουν ελκυστικά, ακόμη και μετά την επιβολή πρόσθετων δασμών.

Παράλληλα, σύμφωνα με τον IVA, είναι πιθανό ορισμένες ποσότητες ρωσικών προϊόντων να φτάνουν στη γερμανική αγορά μέσω άλλων κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το μέγεθος αυτών των έμμεσων εισαγωγών, ωστόσο, δεν μπορεί να προσδιοριστεί με ακρίβεια από τα διαθέσιμα στοιχεία.

Δεν αποδίδονται οι αυξήσεις των τιμών αποκλειστικά στους δασμούς

Το ζήτημα έχει άμεση σημασία για τους Γερμανούς αγρότες, καθώς το κόστος των λιπασμάτων επηρεάζει την παραγωγή και, τελικά, την οικονομική βιωσιμότητα των καλλιεργειών. Ο IVA υποστηρίζει ότι η μείωση των ρωσικών εισαγωγών δεν έχει προκαλέσει μέχρι στιγμής σαφή αύξηση των τιμών εξαιτίας των δασμών. Σύμφωνα με τον σύνδεσμο, η εγχώρια παραγωγική δυναμικότητα και οι εισαγωγές από άλλες χώρες, μεταξύ των οποίων η Αίγυπτος, επαρκούν για την κάλυψη των αναγκών της αγοράς. Την ίδια στιγμή, ο σύνδεσμος αποδίδει τις υψηλές τιμές των λιπασμάτων το 2026 στις διεθνείς ενεργειακές αναταράξεις, στον πόλεμο με το Ιράν και στην κρίση γύρω από τα Στενά του Ορμούζ, παράγοντες που επηρεάζουν το κόστος μεταφοράς και τις παγκόσμιες τιμές ενέργειας και λιπασμάτων.

Οι εκτιμήσεις αυτές αποτελούν τις θέσεις του κλαδικού συνδέσμου και δεν συνιστούν από μόνες τους ανεξάρτητη αξιολόγηση όλων των παραγόντων που διαμορφώνουν τις τιμές.

Νέες πιέσεις για περιορισμό των ρωσικών εισαγωγών

Με αφορμή τα στοιχεία, ο IVA ζητά να εξεταστεί η επιβολή πρόσθετων δασμών στις εισαγωγές καλιούχων λιπασμάτων από τη Ρωσία και τη Λευκορωσία. Το κάλιο αποτελεί βασικό θρεπτικό στοιχείο για τις καλλιέργειες και αντιπροσωπεύει μια ακόμη κατηγορία προϊόντων στην οποία η ευρωπαϊκή αγορά διατηρεί εμπορικές σχέσεις με τις δύο χώρες.

Ο σύνδεσμος εκτιμά ότι η ευρωπαϊκή βιομηχανία μπορεί να καλύψει τις ανάγκες της γεωργίας χωρίς να εξαρτάται από τις συγκεκριμένες εισαγωγές και υποστηρίζει ότι πρόσθετοι δασμοί δεν θα πρέπει να οδηγήσουν αναγκαστικά σε αυξήσεις τιμών. Η συζήτηση, ωστόσο, αποτυπώνει το ευρύτερο δίλημμα της ευρωπαϊκής οικονομικής πολιτικής. Η μείωση της εξάρτησης από τη Ρωσία απαιτεί όχι μόνο εμπορικούς περιορισμούς, αλλά και ανταγωνιστική εγχώρια παραγωγή, προσιτό ενεργειακό κόστος και εναλλακτικές πηγές προμήθειας.

Τα δεδομένα της γερμανικής αγοράς δείχνουν ότι οι δασμοί μπορούν να περιορίσουν σημαντικά τις εισαγωγές, χωρίς όμως να εξαλείψουν αυτομάτως τις οικονομικές σχέσεις που στηρίζονται σε διαφορές κόστους παραγωγής. Για τη Γερμανία και την Ευρωπαϊκή Ένωση, η πρόκληση παραμένει η εξισορρόπηση τριών στόχων: της ενεργειακής και οικονομικής ασφάλειας, της στήριξης της εγχώριας βιομηχανίας και της διατήρησης προσιτού κόστους για τον αγροτικό τομέα.

Με πληροφορίες του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA) και του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου.

Συνέχεια ανάγνωσης

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ

Αναλύσεις3 λεπτά πριν

Αντι-NAVTEX της Τουρκίας ανοιχτά της Καρπάθου μετά την ελληνική οδηγία για άσκηση

Η Άγκυρα απάντησε στην ελληνική NAVTEX για πολυεθνική άσκηση με αντι-οδηγία, αξιώνοντας δικαιοδοσία στην περιοχή ανοιχτά της Καρπάθου. Η Αθήνα...

Αναλύσεις33 λεπτά πριν

Εγκολφόπουλος: «Δεν χρειάζεται καμία ενημέρωση της Τουρκίας για το καλώδιο»

Την πεποίθηση ότι η ηλεκτρική διασύνδεση Ελλάδας–Κύπρου θα προχωρήσει στην προβλεπόμενη διαδρομή, χωρίς να απαιτείται ενημέρωση ή συναίνεση της Τουρκίας,...

Αναλύσεις1 ώρα πριν

Η «σύγκρουση» στην κορυφή της ΕΕ και «Made in Europe» στην Τουρκία

Όταν όμως και σήμερα, πολιτειακοί αξιωματούχοι (Κυβέρνησης και Βουλής) σε Κύπρο κι Ελλάδα προωθούν την «θετική ατζέντα» προς την Τουρκία,...

Αναλύσεις2 ώρες πριν

Ινδικά πολεμικά πλοία στην Κύπρο; Οι πληροφορίες και το νέο αμυντικό σκηνικό

Πληροφορίες για παρεμβάσεις Ισραήλ και Εμιράτων απέναντι στις πιέσεις της Άγκυρας παρουσίασε το «Direct News». Στο επίκεντρο οι συζητήσεις για...

Γενικά θέματα2 ώρες πριν

Θρίλερ στα βάθη της Τουρκίας με 58χρονο Έλληνα μοναχό από το Νέο Μυλότοπο Γιαννιτσών! Αγνοείται από τον Ιούλιο

Ο 58χρονος μοναχός έφυγε από το Νέο Μυλότοπο Γιαννιτσών, με προορισμό την Τουρκία, αποφασισμένος να φτάσει στον Πόντο και την...

Δημοφιλή