Ακολουθήστε μας

Διεθνή

Τζον Συτιλίδης: Οι ΗΠΑ, η Ρωσία και η γεωπολιτική της ενέργειας με αφορμή τον πόλεμο στην Ουκρανία

Δημοσιεύτηκε στις

Συνέντευξη του σπουδαίου Ελληνοαμερικανού αναλυτή στον Χρόνη Διαμαντόπουλο, στο AnatropiNews

ΧΡΟΝΗΣ ΔΙΑΜΑΝΤΟΠΟΥΛΟΣ

Ο πόλεμος στην Ουκρανία, η στάση των Ηνωμένων Πολιτειών και των άλλων μεγάλων δυνάμεων, είναι μεταξύ των θεμάτων στα οποία απαντά ο αναλυτής Τζον Συτιλίδης στην συνέντευξη που ακολουθεί.

Ο Ελληνοαμερικανός αναλυτής, διευθύνει την Trilogy Advisors LLC στην Ουάσινγκτον και ειδικεύεται στις κυβερνητικές σχέσεις των ΗΠΑ, τον γεωπολιτικό κίνδυνο και τις διεθνείς υποθέσεις.

Ο κ. Συτιλίδης είναι μέλος της Εκτελεστικής Επιτροπής και του Διοικητικού Συμβουλίου του Ελληνορθόδοξου χριστιανικού ιδρύματος Leadership 100, καθώς άρχοντας του Οικουμενικού Πατριαρχείου.

Στη συνέντευξή του περιγράφει την παγκόσμια κατάσταση στην ενέργεια, τον ρόλο της Ευρωπαϊκής Ένωσης σε αυτό το ζήτημα αλλά και τις δυσκολίες που θα ανακύψουν μελλοντικά. Μιλά επίσης, για τον ρόλο της Τουρκίας και τις συμμαχίες που έχει πετύχει τόσο εντός των ΗΠΑ, όσο και με τη Ρωσία.

Συνέντευξη στον Χρόνη Διαμαντόπουλο

-Ο πόλεμος στην Ουκρανία έφερε και την απειλή μιας πυρηνικής σύγκρουσης. Πόσο πιθανό είναι να γίνει  πυρηνικός πόλεμος; Να σας θυμίσω και όσα συνέβησαν πρόσφατα μεταξύ της Βόρειας και Νότιας Κορέας.

Όσο η πυρηνικά οπλισμένη Ρωσία, η οποία διαθέτει το μεγαλύτερο οπλοστάσιο πυρηνικών όπλων στον κόσμο, αντιλαμβάνεται ότι εμπλέκεται σε έναν πόλεμο δι’ αντιπροσώπων στον οποίο η Ουκρανία οπλίζεται, χρηματοδοτείται και υποστηρίζεται από τις Ηνωμένες Πολιτείες, οι οποίες διαθέτουν το δεύτερο μεγαλύτερο οπλοστάσιο πυρηνικών όπλων στον κόσμο, πρέπει να λαμβάνεται υπόψη η μακρινή πιθανότητα η Μόσχα να χρησιμοποιήσει ένα τακτικό πυρηνικό όπλο με στοχευμένο τρόπο σε μια προσπάθεια να επιτύχει ένα επιθυμητό πολιτικό αποτέλεσμα. Αυτή η απομακρυσμένη πιθανότητα θα ήταν πιο πιθανή εάν ο Βλαντιμίρ Πούτιν προέβλεπε μια καταστροφική προσωπική ή στρατιωτική επιχειρησιακή ταπείνωση. Ταυτόχρονα, ο Πούτιν αντιλαμβάνεται ότι οποιαδήποτε χρήση πυρηνικού όπλου θα μπορούσε να δώσει μια σημαντική και καταστροφική συμβατική απάντηση κατά της Ρωσίας από τη συμμαχία του ΝΑΤΟ, η οποία με τη σειρά της θα διακινδύνευε περαιτέρω πυρηνική κλιμάκωση από τη Ρωσία. Το κλειδί για τη Δύση είναι να αποτρέψει με επιτυχία τον Πούτιν από το να εξετάσει σοβαρά το ενδεχόμενο οποιασδήποτε χρήσης πυρηνικών όπλων κατά τη διάρκεια της εισβολής στην Ουκρανία. Δυστυχώς, οι ΗΠΑ και η Ευρώπη απέτυχαν να αποτρέψουν επιτυχώς τον Πούτιν από την εισβολή στην Ουκρανία. Τελικά, η πιθανότητα αυτή μάλλον θα παραμείνει απομακρυσμένη, αλλά δεν μπορεί να προεξοφληθεί ή να εξαλειφθεί εντελώς, δεδομένου ότι η ρωσική στρατιωτική στρατηγική που χρονολογείται εδώ και χρόνια περιλαμβάνει την επιλογή της “κλιμάκωσης για την αποκλιμάκωση” με τη χρήση τακτικών πυρηνικών όπλων για να σοκαριστεί ένας αντίπαλος και να συναινέσει στους πολιτικούς και στρατιωτικούς όρους της Μόσχας. Όσο μια τέτοια στρατηγική παραμένει λειτουργική στο ρωσικό στρατιωτικό εγχειρίδιο, η Δύση πρέπει να εξετάζει σοβαρά το ενδεχόμενο μιας πυρηνικής κλιμάκωσης από τη Μόσχα σε κάθε βήμα του στρατιωτικού της σχεδιασμού για την περαιτέρω υποστήριξη της Ουκρανίας. 

–Οι Ηνωμένες Πολιτείες φαίνεται να έχουν μεγάλα οικονομικά οφέλη από τον πόλεμο στην Ουκρανία, αφού πωλούν πολύ ακριβά το LNG. Από την άλλη πλευρά, η Ευρώπη βρίσκεται αντιμέτωπη με τεράστια ύφεση και οικονομική κρίση. Τελικά, ποιος επωφελείται οικονομικά από τον πόλεμο;

Εγώ θα πλαισίωνα αυτή τη συζήτηση με διαφορετικό τρόπο. Αντί να αντιμετωπίσουν την πολιτική για το κλίμα ορθολογικά, λογικά και εντός των νόμων της φύσης και της οικονομίας, οι Ευρωπαίοι ηγέτες οδήγησαν λανθασμένα τις χώρες τους τις τελευταίες δύο δεκαετίες σε μια ουτοπική πορεία για καθαρές μηδενικές εκπομπές διοξειδίου του άνθρακα έως το 2050, χωρίς να εξετάσουν σοβαρά τις εκτιμήσεις των επιπτώσεων στις οικονομίες και τις κοινωνίες τους από το ενδεχόμενο μιας κρίσης όπως η εισβολή της Ρωσίας στην Ουκρανία, μια σύγκρουση που προετοιμάζεται από το 2008. Η διαλείπουσα ανανεώσιμη ενέργεια υπό τις σημερινές συνθήκες δεν μπορεί να τροφοδοτήσει τις βιομηχανικές οικονομίες της Ευρώπης. Οι νόμοι της φύσης και της οικονομίας δεν ενδιαφέρονται για τα ανθρωπογενή έτη-στόχους που τελειώνουν σε μηδέν ή πέντε. Η Ευρώπη βρίσκεται πάνω σε τεράστιους πόρους φυσικού αερίου που μπορούν να μειώσουν τις εκπομπές διοξειδίου του άνθρακα και να διευκολύνουν τη σταδιακή μετάβαση από τον άνθρακα και το πετρέλαιο, υπό τον έλεγχο των ευρωπαϊκών κυβερνήσεων και βιομηχανιών, και όχι από έναν εχθρικό αυταρχικό αντίπαλο στη Μόσχα. Όταν η Ρωσία εισέβαλε στην Ουκρανία, οι περισσότερες ευρωπαϊκές χώρες ενώθηκαν με τις ΗΠΑ, μια υπερδύναμη που παράγει και εξάγει ενέργεια, για να επιβάλουν επακόλουθες οικονομικές κυρώσεις στη ρωσική οικονομία. Αλλά οι ανθεκτικές ενεργειακές πολιτικές της Αμερικής της επιτρέπουν να ασκεί μεγαλύτερη ελευθερία στην εξωτερική πολιτική. Η εξαρτώμενη από την ενέργεια Ευρώπη δεν μπόρεσε να αντέξει την ενεργειακή «οπλοποίηση» του Πούτιν. Οι ενεργειακές πολιτικές της ΕΕ δεν πρέπει να αγνοούν τις γεωπολιτικές πραγματικότητες ή τις πραγματικότητες της αγοράς. Ο καθορισμός των τιμών για τους Ευρωπαίους αγοραστές ΥΦΑ αντανακλά τις αποφάσεις της ιδιωτικής αγοράς και δεν είναι αποτέλεσμα της κυβερνητικής πολιτικής ή των εταιρικών ενεργειών των ΗΠΑ. Οι Αμερικανοί παραγωγοί πωλούν υγροποιημένο φυσικό αέριο (LNG) σε ευρωπαίους αγοραστές, οι οποίοι κερδοφόρα μεταπωλούν στις εσωτερικές αγορές σε εκρηκτικές τιμές, επειδή οι αγορές φοβούνται ότι δεν θα υπάρχει αρκετό φυσικό αέριο για να αντέξει την τεράστια ζήτηση του ευρωπαϊκού χειμώνα. Ο μεγαλύτερος Αμερικανός εξαγωγέας ΥΦΑ στην Ευρώπη to πωλούσε για περίπου 10 δολάρια ΗΠΑ ανά εκατομμύριο BTU, ή περίπου 33 ευρώ ανά μεγαβατώρα, όταν η τιμή αναφοράς της ΕΕ ήταν περίπου 119 ευρώ ανά μεγαβατώρα. Ως εκ τούτου, τα ευρωπαϊκά θεσμικά όργανα θα πρέπει να εξισορροπήσουν τους ουτοπικούς στόχους του net-zero με τα δημοκρατικά δικαιώματα των τοπικών πολιτών να αμφισβητούν και να αμφισβητούν τα μεγάλα έργα υποδομών ανανεώσιμων πηγών ενέργειας. Το αυξανόμενο κόστος εισροών για τα υλικά που απαιτούνται για την κατασκευή ηλιακών πάρκων, ανεμογεννητριών και μπαταριών αποθήκευσης μεγάλης κλίμακας περιπλέκει περαιτέρω αυτό τον στόχο. Τα περισσότερα από αυτά τα υλικά κατασκευάζονται στην Κίνα, η οποία ελέγχει μεγάλο μερίδιο της παγκόσμιας αγοράς για την επεξεργασία κρίσιμων μετάλλων όπως το κοβάλτιο και το λίθιο για την παραγωγή ανανεώσιμης ενέργειας. Στην πραγματικότητα, η Ευρώπη θα αντικαταστήσει την τρέχουσα εξάρτησή της από τους υδρογονάνθρακες σε μια εχθρική αυταρχική Ρωσία με τη μελλοντική εξάρτησή της από τις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας σε μια εχθρική αυταρχική Κίνα.

-Το αποτέλεσμα των ενδιάμεσων εκλογών στις ΗΠΑ, μπορεί να επηρεάσει και σε ποιο βαθμό τις εξελίξεις στο ζήτημα του πολέμου στην Ουκρανία;

Υπάρχει ευρεία συναίνεση στο Δημοκρατικό και το Ρεπουμπλικανικό κόμμα ότι οι ΗΠΑ πρέπει να υποστηρίξουν την άμυνα της Ουκρανίας έναντι της εισβολής της Ρωσίας. Υπάρχει επίσης αυξανόμενη ανησυχία ότι τα υψηλά επίπεδα ανθρωπιστικής, οικονομικής και στρατιωτικής υποστήριξης προς την Ουκρανία, πάνω από 52 δισεκατομμύρια ευρώ φέτος, δεν μπορούν να διατηρηθούν επ’ αόριστον. Οι ΗΠΑ μέχρι τις αρχές Οκτωβρίου επέκτειναν τις δεσμεύσεις τους για στήριξη της Ουκρανίας, συμπεριλαμβανομένης μιας άλλης δέσμευσης ύψους 12 δισεκατομμυρίων ευρώ. Οι χώρες της ΕΕ έκαναν λίγες νέες ουσιαστικές δεσμεύσεις. Η βοήθεια της ΕΕ που ανακοινώθηκε πέρυσι, ύψους λίγο πάνω από 29 δισεκατομμύρια ευρώ, φτάνει αργά στην Ουκρανία, παρόλο που ο πόλεμος βρίσκεται στα ανατολικά σύνορα της Ευρώπης, σε απόσταση 7500 χιλιομέτρων από τις Η.Π.Α. Επίσης, η Μόσχα εξακολουθεί να στέλνει καθημερινά περισσότερα από σαράντα εκατομμύρια κυβικά μέτρα ρωσικού φυσικού αερίου μέσω ουκρανικών αγωγών στις ευρωπαϊκές αγορές, παρέχοντας στην Ουκρανία σημαντικά τέλη διέλευσης αξίας εκατοντάδων εκατομμυρίων δολαρίων ετησίως. Η Μόσχα εξάγει άλλα είκοσι πέντε εκατομμύρια κυβικά μέτρα μέσω της Μαύρης Θάλασσας στην Τουρκία, μέρος των οποίων συνεχίζει να διοχετεύεται σε χώρες της νοτιοανατολικής Ευρώπης. Εάν η παρασυρόμενη ευρωπαϊκή και κινεζική οικονομία επιβραδύνουν την οικονομική ανάπτυξη των ΗΠΑ το επόμενο έτος, η Ουάσιγκτον θα βρεθεί υπό μεγαλύτερη πίεση να αντιμετωπίσει τις ανησυχίες των ψηφοφόρων για τον εγχώριο πληθωρισμό, τις υψηλές τιμές του φυσικού αερίου και την οικονομική αβεβαιότητα. Ο Λευκός Οίκος παρακολουθεί επίσης την πρόθεση του Πεκίνου να προσαρτήσει ή να κατακτήσει την Ταϊβάν. Ο αμερικανικός στρατιωτικός εξοπλισμός για την υποστήριξη του Κιέβου μπορεί αντ’ αυτού να ανακατευθυνθεί για να βοηθήσει την Ταϊπέι να αποτρέψει το Πεκίνο από στρατιωτική επιθετικότητα. Οι ΗΠΑ πιθανότατα θα αναδιατάξουν σημαντικές αναπτύξεις στρατευμάτων και όπλων από την Ευρώπη στο θέατρο του Ινδο-Ειρηνικού. Το ακραίο αντιπολεμικό τμήμα του Δημοκρατικού Κόμματος έχει γίνει πιο ειλικρινές πρόσφατα και μπορεί να προσπαθήσει να ευθυγραμμιστεί με τα αντιεπεμβατικά μέλη του Ρεπουμπλικανικού Κόμματος για να σχηματίσουν έναν ασυνήθιστο συνασπισμό που αντιτίθεται στη συνεχή υποστήριξη της Ουκρανίας με τη χρηματοδότηση των φορολογουμένων. Υπό τη νέα ηγεσία των Ρεπουμπλικανών στη Βουλή των Αντιπροσώπων, η συνολική υποστήριξη των ΗΠΑ για την ουκρανική αμυντική προσπάθεια θα συνεχιστεί, αλλά σε πιο βιώσιμα επίπεδα, καθώς η Ουάσινγκτον στηρίζει τις Βρυξέλλες να αναλάβουν μεγαλύτερη ευθύνη για την ευρωπαϊκή ασφάλεια. 

-Ο ρόλος της Τουρκίας, που εμφανίζεται ως συνομιλητής τόσο των Ρώσων όσο και των Ουκρανών πόσο σημαντικός είναι;

Η Άγκυρα έχει υφανθεί στον ιστό ορισμένων από τα πιο στρατηγικά ζητήματα εξωτερικής πολιτικής και διεθνούς ασφάλειας, προς όφελός της, ακόμη και όταν η εξωτερική της πολιτική απομακρύνεται περισσότερο από το ΝΑΤΟ. Η Τουρκία έχει αγνοήσει σε μεγάλο βαθμό το δυτικό καθεστώς κυρώσεων και αντ’ αυτού καλωσόρισε τις ρωσικές επιχειρήσεις, τη βιομηχανία, τη χρηματοδότηση, την ενέργεια και την ολιγαρχία στις ακτές της. Αυτό βοήθησε στη στήριξη της τουρκικής οικονομίας παρά τις χρηματοπιστωτικές και νομισματικές κρίσεις, με τον τουρκικό πληθωρισμό να πλησιάζει το 100%. Δεδομένης της έντονης εχθρότητας μεταξύ της Μόσχας και του Κιέβου, η ικανότητα του προέδρου Ερντογάν να επικοινωνεί και με τις δύο κυβερνήσεις στο υψηλότερο επίπεδο του έχει αποφέρει σημαντική πολιτική επιρροή, ακόμη και όταν συνεχίζει να πουλά προηγμένα μη επανδρωμένα αεροσκάφη στην Ουκρανία, η οποία τα έχει χρησιμοποιήσει με καταστροφικά αποτελέσματα, σε συνδυασμό με τις αμερικανικές πληροφορίες ακριβείας-στόχευσης, εναντίον των ρωσικών δυνάμεων. Επειδή η Τουρκία ελέγχει τη θαλάσσια διέλευση μέσα και έξω από τη Μαύρη Θάλασσα μέσω των στενών του Βοσπόρου και των Δαρδανελίων, ο Ερντογάν μπόρεσε να βοηθήσει τον Πούτιν και τον Ζελένσκι να διαπραγματευτούν την παράταση έως τον Μάρτιο του 2023 της “Συμφωνίας της Κωνσταντινούπολης” για την ασφαλή μεταφορά των ουκρανικών εξαγωγών σιτηρών και άλλων τροφίμων και λιπασμάτων στις διεθνείς αγορές. Μετά την απαγόρευση της G7 για την ασφάλιση του ρωσικού πετρελαίου άνω των 60 δολαρίων ΗΠΑ/βαρέλι, η Άγκυρα απαίτησε αποδείξεις ασφάλισης από τα δεξαμενόπλοια που εισέρχονταν στον Βόσπορο από ρωσικά λιμάνια της Μαύρης Θάλασσας. Η εμπλοκή που προέκυψε επιβράδυνε την παράδοση ρωσικού αργού πετρελαίου στην Κίνα, την Ινδία και άλλες μεγάλες αγορές που επίσης αγνόησαν τις δυτικές κυρώσεις.  

-Η Τουρκία βρίσκει σημαντικούς συμμάχους στις ΗΠΑ; Μπορεί να επιτύχει τους στόχους της και να αποκτήσει τα όπλα που επιθυμεί για να αναβαθμίσει τις στρατιωτικές της δυνάμεις;

Η Τουρκία, που βρίσκεται στο μεταίχμιο της νότιας Ευρώπης, της ευρασιατικής ενδοχώρας, της Μέσης Ανατολής και της βόρειας Αφρικής, θεωρείται γεωστρατηγικό σημείο από πολλούς δυτικούς σχεδιαστές πολιτικής, ακόμη και όταν η εξωτερική της πολιτική αποξενώνεται από τους ισχυρότερους υποστηρικτές της στις ΗΠΑ, το Ηνωμένο Βασίλειο και τη Γερμανία. Πολλοί ιθύνοντες της Ουάσιγκτον παροτρύνουν την Τουρκία να συνεργαστεί πιο εποικοδομητικά με την Ελλάδα, το Ισραήλ, την Αίγυπτο και τη Σαουδική Αραβία για την καλύτερη διαχείριση των αντίστοιχων και συλλογικών προκλήσεων περιφερειακής ασφάλειας από το Ιράν, τη Ρωσία και την Κίνα. Οι αξιωματούχοι της Ευρωπαϊκής Διοίκησης του Πενταγώνου βλέπουν την Τουρκία μέσα από το πλαίσιο της συμμαχίας του ΝΑΤΟ, με θεσμικούς αμερικανοτουρκικούς δεσμούς που χρονολογούνται από τη δεκαετία του 1950. Τείνουν να είναι πιο επιεικείς με τις παραλείψεις της πολιτικής της Άγκυρας και ανησυχούν περισσότερο για την “απώλεια της Τουρκίας”, σαν να μην έφταιγε η Άγκυρα για τα σοβαρά προβλήματά της στην Ουάσιγκτον. Σε αυτά περιλαμβάνεται η επιμονή του προέδρου Ερντογάν ότι οι ΗΠΑ υποθάλπουν εσκεμμένα τον Φετουλάχ Γκιουλέν, τον οποίο ο Ερντογάν θεωρεί κορυφαίο τρομοκράτη επειδή φέρεται να υποκίνησε το αποτυχημένο πραξικόπημα του Ιουλίου του 2016. Ο Ερντογάν επικρίνει τους στενούς αμερικανικούς δεσμούς με την Αθήνα και τη Λευκωσία, ιδίως όσον αφορά την αμυντική συνεργασία, τη στρατηγική ενεργειακή πολιτική και τις τεχνολογικές επενδύσεις. Επικρίνει επίσης την Ουάσιγκτον για τον εξοπλισμό και την υποστήριξη των Κούρδων μαχητών της Συρίας που προστατεύουν την κουρδική μειονότητα από το καθεστώς Άσαντ στη Δαμασκό. Στην Κεντρική Διοίκηση του Πενταγώνου, υπεύθυνη για τις αμερικανικές δυνάμεις στη Μέση Ανατολή, αξιωματούχοι θυμούνται ότι ο Ερντογάν δεν εμπόδισε το 2003 το Τουρκικό Κοινοβούλιο να ψηφίσει για να αρνηθεί στον υπό τις ΗΠΑ στρατιωτικό συνασπισμό την πρόσβαση στο τουρκικό έδαφος για να εισβάλει στο Ιράκ από τον βορρά. Θεωρούν επίσης ότι η διευκόλυνση που παρείχε η Τουρκία στους τρομοκράτες του Ισλαμικού Κράτους στη Συρία πριν από μια δεκαετία για την ανατροπή του Άσαντ ήταν ο προάγγελος της τρομοκρατικής βαρβαρότητας εναντίον των λαών της ανατολικής Συρίας και του βόρειου Ιράκ. Οι ανανεωμένες στρατιωτικές επιθέσεις της Τουρκίας κατά των κουρδικών δυνάμεων και των αμάχων στην ανατολική Συρία περιπλέκουν περαιτέρω τους στόχους των ΗΠΑ και της Δύσης. Ο πρόεδρος Ερντογάν υποστηρίζει ανοιχτά τη Χαμάς και της επιτρέπει να χρησιμοποιεί την Τουρκία ως βάση των επιχειρήσεών της εκτός της Γάζας.  Η Αφρικανική Διοίκηση του Πενταγώνου βλέπει ότι η συνθήκη οριοθέτησης της θάλασσας της Τουρκίας με την κυβέρνηση της Λιβύης που πρόσκειται στη Μουσουλμανική Αδελφότητα περιπλέκει την ευαίσθητη ισορροπία στη Μεσόγειο Θάλασσα, επινοώντας μια αποκλειστική οικονομική ζώνη που αγνοεί τη φυσική παρουσία και τα διεθνή νομικά δικαιώματα της Κρήτης, της Ρόδου και άλλων κυρίαρχων ελληνικών νησιών. Η απόφαση της Άγκυρας να προχωρήσει στην ανάπτυξη των ρωσικών αντιαεροπορικών πυραυλικών συστημάτων S-400 είναι ο βασικός λόγος που η Ουάσιγκτον αρνείται στην Τουρκία την πρόσβαση στα προγράμματα F-35 και συνεχίζει να επιβάλλει κυρώσεις σε βασικές τουρκικές βιομηχανίες και στελέχη. Αυτό θεωρείται σε όλο το ΝΑΤΟ ως τουρκική επίθεση στη συνοχή της συμμαχίας. Υπάρχει επίσης μεγαλύτερη αναγνώριση στην Ουάσιγκτον της ζημίας που προκλήθηκε από την σχεδόν πεντηκονταετή κατοχή της βόρειας Κύπρου από την Τουρκία, τις πιο πρόσφατες παραβιάσεις της αποκλειστικής οικονομικής ζώνης της Κύπρου και τα νεότερα σχέδια για τη δυνητική μετατροπή της τουρκοκρατούμενης περιοχής της Κύπρου σε μια “πόλη της αμαρτίας”, όπου τα δίκτυα οργανωμένου εγκλήματος, διακίνησης ναρκωτικών, ξεπλύματος χρήματος, τζόγου και εμπορίας σεξουαλικών αγαθών μπορούν να λειτουργούν ατιμώρητα και χωρίς καμία καταστολή των δραστηριοτήτων τους, σύμφωνα με πηγές των τουρκικών μέσων ενημέρωσης. Με την Ελλάδα να ετοιμάζεται να ενταχθεί στο πρόγραμμα F-35 και την Τουρκία να συνειδητοποιεί όλο και περισσότερο ότι ο αποκλεισμός της θα είναι διαρκής, ο Ερντογάν επικεντρώνεται τώρα στην κατασκευή ενός τουρκικού μαχητικού stealth που θα μπορεί να αποκαλεί δικό του. Το πρωτότυπο TF-X που κατασκευάστηκε από την Turkish Aerospace Industries, παρέχοντας στην τουρκική πολεμική αεροπορία stealth νέας γενιάς, ταχύτητα και ευελιξία, θα μπορούσε να είναι έτοιμο μέχρι το τέλος του τρέχοντος έτους, ενώ η πρώτη πτήση έχει προγραμματιστεί επί του παρόντος για το 2025. Εάν οι δοκιμές αποδειχθούν επιτυχείς, το TF-X θα μπορούσε να τεθεί σε λειτουργία κάποια στιγμή στη δεκαετία του 2030, ανεξάρτητα από τις πωλήσεις νέων ή αναβαθμισμένων αμερικανικών μαχητικών αεροσκαφών.

-Ποιος είναι ο ρόλος της Κίνας και της Γερμανίας στον πόλεμο της Ουκρανίας;

Μετά την εισβολή, η Ρωσία ξεπέρασε τη Σαουδική Αραβία ως ο μεγαλύτερος προμηθευτής αργού πετρελαίου στην Κίνα σε τιμές έκπτωσης και αύξησε τις εξαγωγές άνθρακα προς την Κίνα στα υψηλότερα επίπεδα εδώ και μισή δεκαετία. Η Κίνα μεταπωλεί το πλεονάζον ρωσικό υγροποιημένο φυσικό αέριο στις ευρωπαϊκές αγορές, αλλά σε πολύ υψηλότερες τιμές από τις εκπτώσεις που απολάμβανε κατά την αγορά. Το Πεκίνο αγοράζει επίσης πολύ μεγαλύτερες ποσότητες ρωσικών εμπορευμάτων και στρατιωτικού υλικού και η Μόσχα αγοράζει φέτος διπλάσιες ποσότητες κινεζικών μικροτσίπ, τυπωμένων κυκλωμάτων, ηλεκτρονικών εξαρτημάτων και πρώτων υλών από ό,τι πέρυσι. Πολλές από τις κινεζικές εξαγωγές έχουν στρατιωτικές εφαρμογές, αλλά το Πεκίνο φροντίζει να μην παραβιάζει το γράμμα των δυτικών κυρώσεων για την αμυντική βιομηχανική βάση της Ρωσίας. Οι ΗΠΑ και η ΕΕ αμφισβητούν την απομόνωση του Πούτιν στην παγκόσμια σκηνή, καθώς η Κίνα και η Ινδία συμμετείχαν πρόσφατα σε ρωσικά στρατιωτικά γυμνάσια κοντά στην Ιαπωνία. Ο εκπρόσωπος του υπουργείου Εξωτερικών της Κίνας περιέγραψε τις σχέσεις της Κίνας με τη Ρωσία ως σταθερές, μεταξύ “ολοκληρωμένων στρατηγικών εταίρων συντονισμού για μια νέα εποχή”. Η ανθεκτικότητα των κυρώσεων των ΗΠΑ και της ΕΕ δοκιμάζεται τώρα από την απαγόρευση της G7 να ασφαλίσει και να χρηματοδοτήσει τις ρωσικές εξαγωγές αργού πετρελαίου άνω των 60 δολαρίων/βαρέλι, ιδίως επειδή οι μεγάλοι εισαγωγείς πετρελαίου που δεν ανήκουν στην G7, όπως η Κίνα, η Ινδία και η Τουρκία, δεν θα δεσμευτούν σε αυτή την τελευταία κύρωση. Η επόμενη φάση των κυρώσεων της G7 υλοποιείται με την απαγόρευση τον Φεβρουάριο όλων των ρωσικών εξαγωγών προϊόντων πετρελαίου. Αυτό θα απαιτήσει επίσης από την Κίνα, την Ινδία, την Τουρκία και άλλους μεγάλους εισαγωγείς ρωσικού πετρελαίου να συμμετάσχουν στην εκστρατεία αυτή της G7, πράγμα εξίσου απίθανο με τη συμμετοχή τους στο τρέχον σχέδιο ανώτατων τιμών.

Ο υπουργός Άμυνας της Γερμανίας δήλωσε ότι το Βερολίνο “φτάνει στα όρια του τι μπορούμε να δώσουμε από την Bundeswehr” στην Ουκρανία. Ο μεταποιητικός τομέας της Γερμανίας ενδέχεται να πληγεί περισσότερο στην ΕΕ, λόγω της υπέρμετρης εξάρτησής της από το φθηνό ρωσικό φυσικό αέριο και από την αγορά βιομηχανικών εισαγωγών της Κίνας. Η αυτοπροκαλούμενη «οικονομική δυστυχία» του Βερολίνου, η οποία βασίζεται στην ιδεολογική επιδίωξη καθαρών μηδενικών εκπομπών διοξειδίου του άνθρακα, επιδεινώνει τις διπλωματικές τριβές εντός της ΕΕ. Κατά τη διάρκεια της κρίσης χρέους της Ευρωζώνης στη δεκαετία του 2010, το Βερολίνο κατηγόρησε τις ασθενέστερες οικονομίες για τα οικονομικά τους δεινά και απαίτησε αυστηρά και επώδυνα μέτρα λιτότητας που προκάλεσαν δεινά σε εκατομμύρια πολίτες της ΕΕ. Σήμερα, το Βερολίνο προτρέπει όλες τις χώρες μέλη της ΕΕ να υιοθετήσουν εθελοντικά έναν στόχο μείωσης της χρήσης ενέργειας κατά 15%, ακόμη και αν δεν εξαρτώνται από τις ρωσικές προμήθειες. Αυτό δίνει στη Γερμανία μια μερική ενεργειακή διάσωση της παραπαίουσας οικονομίας της. Ο καγκελάριος Όλαφ Σολτς πρότεινε τη μεταρρύθμιση του μπλοκ, καταργώντας την απαίτηση για ομοφωνία στις εξωτερικές και φορολογικές πολιτικές, καταργώντας τις εθνικές εξουσίες βέτο για κάθε μέλος και προχωρώντας αντ’ αυτού σε ένα σύστημα πλειοψηφίας.

Τα κεντρικά και ανατολικά μέλη της ΕΕ αντιτίθενται στην πρόταση, διότι οι απαιτήσεις ομοφωνίας τους παρέχουν μεγαλύτερη επιρροή στις Βρυξέλλες. Οι σχέσεις εντός της ΕΕ ενδέχεται να επιδεινωθούν όσο συνεχίζεται ο πόλεμος στην Ουκρανία, δεδομένων των διαφορετικών συμφερόντων και προοπτικών τους σχετικά με τη σύγκρουση και τις διακριτές συνέπειές της στις οικονομίες των χωρών μελών, καθώς και των δικών τους βαθιά ριζωμένων ταυτοτήτων και εθνικών συμφερόντων πέρα από την άμεση κρίση. Ο Γάλλος πρόεδρος Μακρόν δήλωσε ότι οι πολιτικές της ΕΕ στην Ουκρανία δεν πρέπει να ακολουθήσουν την πολιτική “των πιο πολεμοκάπηλων τύπων”, μια συγκεκαλυμμένη αναφορά στην Πολωνία, τη Λιθουανία, τη Λετονία και την Εσθονία, δεδομένου ότι αυτό θα “εγκυμονούσε τον κίνδυνο να παραταθεί η σύγκρουση και να κλείσει εντελώς η επικοινωνία” με τον Πούτιν. Η περίοδος που ακολουθεί θα είναι εξαντλητική, παραδέχθηκε: “Ζούμε… κάτι που θα μπορούσε να φανεί σαν το τέλος της αφθονίας”.

Οι χειμερινές περίοδοι των επόμενων ετών μπορεί να είναι οι πιο δύσκολες που θα αντιμετωπίσει η Γερμανία και η βόρεια Ευρώπη εδώ και δεκαετίες. Οι κοινωνίες της ΕΕ ενδέχεται να μην έχουν επαρκή ενέργεια τόσο για τη θέρμανση των σπιτιών όσο και για την ηλεκτροδότηση των βιομηχανιών. Οι κυβερνήσεις μπορεί να αναγκαστούν να μοιράσουν την ηλεκτρική ενέργεια, καθώς οι πιο προηγμένες βιομηχανικές οικονομίες της Ευρώπης σχεδιάζουν για πιθανές διακοπές ρεύματος και μπλακ άουτ. Το προσωρινό, και ορισμένο μόνιμο, κλείσιμο μεγάλων εργοστασίων και εγκαταστάσεων θα αυξήσει πιθανότατα την ανεργία σε όλο το μπλοκ. Το Βερολίνο δαπανά 200 δισεκατομμύρια ευρώ για να αποτρέψει ή να καθυστερήσει τις μαζικές απολύσεις και να αποτρέψει την αποβιομηχάνιση της οικονομίας του. Οι ενεργοβόρες χημικές, χαλυβουργικές και υαλουργικές βιομηχανίες της Γερμανίας, τα χυτήρια αλουμινίου και ψευδαργύρου και τα εργοστάσια λιπασμάτων αντιμετωπίζουν βαρυσήμαντες αποφάσεις σχετικά με την ικανότητά τους να επιβιώσουν από τον παρατεταμένο ενεργειακό πληθωρισμό. Επειδή η εισβολή συγκλόνισε τις παγκόσμιες ενεργειακές αγορές και ανέβασε τις τιμές του πετρελαίου και του φυσικού αερίου, πολλές χώρες αύξησαν κατά πολύ τις προμήθειες άνθρακα, συμπεριλαμβανομένης της υποψήφιας για μηδενική κατανάλωση ενέργειας Γερμανίας. Οι παγκόσμιες εκπομπές αερίων του θερμοκηπίου υπερβαίνουν ήδη τα υψηλά επίπεδα πριν από τον αποκλεισμό του 2019, όπως και το επίπεδο των ατμοσφαιρικών μερών διοξειδίου του άνθρακα ανά εκατομμύριο. Από στρατηγικής άποψης, η αδυναμία της ηλιακής, της αιολικής και άλλων διαλείπουσων ανανεώσιμων πηγών ενέργειας να παρέχουν την απαραίτητη ενέργεια βασικού φορτίου μπορεί να ανοίξει την ευρωπαϊκή πολιτική συζήτηση πιο ευνοϊκά προς το υδρογόνο, εάν μπορεί να παραχθεί εμπορικά πιο φθηνά και αξιόπιστα, και την πυρηνική ενέργεια, τη μοναδική πιο ενεργειακά πυκνή μορφή παραγωγής μηδενικών εκπομπών άνθρακα που είναι γνωστή στον άνθρωπο. Αυτό θα απαιτήσει μια ηράκλεια εκστρατεία δημόσιας εκπαίδευσης για αρχή, αλλά οι οικονομικές και κοινωνικές συνθήκες στη Γερμανία και σε ολόκληρη την Ευρώπη τα επόμενα τρία χρόνια μπορεί να αναγκάσουν τους πολιτικούς και πολιτειακούς ηγέτες της ηπείρου να κάνουν την εμφάνισή τους με τρόπους που προκαλούν έκπληξη.

*Αυτή η συνέντευξη αντικατοπτρίζει τις προσωπικές απόψεις του κ. Συτιλίδη και σε καμία περίπτωση δεν αντανακλά το Στέιτ Ντιπάρτμεντ ή την κυβέρνηση των ΗΠΑ με οποιαδήποτε ιδιότητα.

Πηγή: AnatropiNews

Ο Σταύρος Καλεντερίδης, ξεκίνησε τις σπουδές του στην Αθήνα, σπουδάζοντας Πολιτική Επιστήμη στο Εθνικό Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών. Έπειτα από τέσσερα χρόνια συμμετοχής στα φοιτητικά όργανα συνδιοίκησης της σχολής του και σε διάφορες οργανώσεις νέων, αποφάσισε να συνεχίσει τις σπουδές του στο εξωτερικό. Στη Βοστόνη των Η.Π.Α. ολοκλήρωσε δύο μεταπτυχιακά προγράμματα, στις Διεθνείς Σχέσεις (Αμερικανική εξωτερική πολιτική) και στην Επικοινωνία (Πολιτική Επικοινωνία), ενώ παράλληλα εργάστηκε στο Ελληνικό Προξενείο της Βοστόνης, στη σχολή του ως βοηθός έρευνας και σε δύο πολιτικές καμπάνιες Αμερικανών πολιτικών (Δημοκρατικών – Ρεπουμπλικάνων). Μετά από τρία χρόνια στις Η.Π.Α., άκουσε το κάλεσμα της πατρίδας του και επέστρεψε πίσω με μεγάλο πόθο για προσφορά στην Ελλάδα. Υπήρξε ιδρυτικό μέλος δύο κοινωφελών οργανισμών, του δέλτα – πολιτική επανάσταση (πολιτικός οργανισμός) και της Λεοντίδας (ίδρυμα προώθησης θεμάτων ιστορίας, πολιτισμού και δημοκρατίας). Σήμερα ζει και εργάζεται στην Αθήνα, ασχολείται με διάφορα εγχειρήματα πολιτικής διπλωματίας και δημοκρατίας, γράφει πολιτικά άρθρα, σχολιάζει την επικαιρότητα και συνεχίζει την προσωπική του μελέτη στην ιστορία και την πολιτική φιλοσοφία.

Συνέχεια ανάγνωσης

Αναλύσεις

Η Κίνα βρίσκει δρόμο που παρακάμπτει το Πακιστάν – Ο διάδρομος Ουαχάν αλλάζει τις γεωπολιτικές ισορροπίες

Μία νέα οδική αρτηρία μήκους 121 χιλιομέτρων στο βορειοανατολικό Αφγανιστάν δημιουργεί τις προϋποθέσεις για απευθείας χερσαία σύνδεση με την Κίνα, χωρίς διέλευση από το Πακιστάν. Η ολοκλήρωση του δρόμου στον ιστορικό διάδρομο Ουαχάν αποκτά ιδιαίτερη γεωπολιτική σημασία, καθώς το Πεκίνο αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα ασφαλείας με τις επενδύσεις του στο Πακιστάν, ενώ η Καμπούλ επιδιώκει να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Μία σημαντική εξέλιξη στις χερσαίες μεταφορές και στις γεωπολιτικές ισορροπίες της Κεντρικής Ασίας καταγράφεται στο Αφγανιστάν, με την ολοκλήρωση νέου δρόμου στον στρατηγικής σημασίας διάδρομο Ουαχάν.

Σύμφωνα με ανάλυση του Imran Khurshid που δημοσιεύθηκε στις 9 Οκτωβρίου 2026 στο Asia Times, οι αφγανικές αρχές εγκαινίασαν οδική διαδρομή 121 χιλιομέτρων, η οποία εκτείνεται από την περιοχή Μπρογκίλ έως τα σύνορα με την Κίνα, στην επαρχία Μπανταχσάν.

Το έργο κόστισε περίπου 365 εκατομμύρια αφγάνι, ποσό που αντιστοιχεί σε περίπου 5,5 εκατομμύρια δολάρια.

Κατά τις αφγανικές ανακοινώσεις, κατασκευάστηκε από ντόπιους μηχανικούς και εργαζομένους, χωρίς τη συμμετοχή ξένων τεχνικών συμβούλων.

Η νέα διαδρομή φθάνει στα σινοαφγανικά σύνορα. Αυτό, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι λειτουργεί ήδη πλήρης διεθνής εμπορευματικός διάδρομος, καθώς εξακολουθούν να υπάρχουν σημαντικοί τεχνικοί και συνοριακοί περιορισμοί.

Γιατί ο διάδρομος Ουαχάν έχει στρατηγική σημασία

Ο διάδρομος Ουαχάν αποτελεί μια στενή λωρίδα αφγανικού εδάφους ανάμεσα στο Τατζικιστάν, το Πακιστάν και την Κίνα.

Η γεωγραφική του διαμόρφωση συνδέεται με τον ανταγωνισμό της Βρετανικής και της Ρωσικής Αυτοκρατορίας κατά τον 19ο αιώνα.

Η περιοχή διατηρήθηκε ως ζώνη διαχωρισμού των δύο αυτοκρατορικών σφαιρών επιρροής, αποτελώντας ένα από τα χαρακτηριστικότερα γεωγραφικά κατάλοιπα του λεγόμενου «Μεγάλου Παιχνιδιού».

Σήμερα, η ίδια περιοχή αποκτά νέα σημασία, αυτή τη φορά λόγω της προσπάθειας σύνδεσης της Κίνας με το Αφγανιστάν και ευρύτερα με την Κεντρική Ασία.

Ο δρόμος ανοίγει τη δυνατότητα δημιουργίας μιας εναλλακτικής οδού μεταφορών, περιορίζοντας δυνητικά την ανάγκη διέλευσης από το πακιστανικό έδαφος.

Το πρόβλημα της Κίνας με τον οικονομικό διάδρομο CPEC

Το ενδιαφέρον της εξέλιξης εντοπίζεται κυρίως στην προσπάθεια του Πεκίνου να περιορίσει την εξάρτησή του από ευάλωτες υποδομές.

Ο Οικονομικός Διάδρομος Κίνας–Πακιστάν, γνωστός ως CPEC, αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα προγράμματα της κινεζικής πρωτοβουλίας Belt and Road.

Μέσω του συγκεκριμένου σχεδίου, η Κίνα επιχειρεί να ενισχύσει τις εμπορικές και ενεργειακές συνδέσεις της με τη Νότια Ασία και την Αραβική Θάλασσα.

Ωστόσο, η υλοποίηση των έργων έχει αντιμετωπίσει σοβαρές δυσκολίες.

Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, οργανώσεις αυτονομιστών έχουν πραγματοποιήσει επανειλημμένες επιθέσεις εναντίον κινεζικών συμφερόντων, εγκαταστάσεων και εργαζομένων.

Οι επιθέσεις αυτές έχουν επιβαρύνει την ασφάλεια των υποδομών και έχουν αυξήσει το κόστος προστασίας των κινεζικών επενδύσεων.

Παράλληλα, έχουν διατυπωθεί καταγγελίες για καθυστερήσεις, κακοδιαχείριση και προβλήματα διαφάνειας σε επιμέρους προγράμματα του CPEC.

Η εδαφική διαμάχη με την Ινδία

Μια επιπλέον γεωπολιτική δυσκολία συνδέεται με τη διέλευση του CPEC από το Γκιλγκίτ–Μπαλτιστάν.

Η περιοχή διοικείται από το Πακιστάν, αλλά διεκδικείται από την Ινδία, στο πλαίσιο της ευρύτερης διαμάχης για το Κασμίρ.

Το Νέο Δελχί έχει αντιταχθεί επανειλημμένα σε έργα που διέρχονται από εδάφη τα οποία θεωρεί τμήμα της δικής του επικράτειας.

Αυτό σημαίνει ότι ο οικονομικός διάδρομος Κίνας–Πακιστάν δεν αποτελεί μόνο αναπτυξιακό πρόγραμμα, αλλά συνδέεται με μία από τις πιο ευαίσθητες εδαφικές αντιπαραθέσεις της Ασίας.

Η δημιουργία εναλλακτικών διαδρομών μέσω του Αφγανιστάν θα μπορούσε μακροπρόθεσμα να προσφέρει στο Πεκίνο μεγαλύτερη ευελιξία.

Δεν υπάρχει, πάντως, ένδειξη ότι ο δρόμος του Ουαχάν μπορεί σήμερα να αντικαταστήσει τις μεγάλες μεταφορικές υποδομές του CPEC.

Η Καμπούλ επιχειρεί να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ

Για την κυβέρνηση των Ταλιμπάν, το έργο έχει και μία σαφή πολιτική διάσταση.

Το Αφγανιστάν εξαρτάται σε σημαντικό βαθμό από συνοριακές διαβάσεις και μεταφορικούς άξονες που περνούν από το Πακιστάν.

Οι επανειλημμένες εντάσεις ανάμεσα στις δύο χώρες έχουν προκαλέσει κλείσιμο συνοριακών περασμάτων, διακοπές εμπορικών ροών και επιβάρυνση της αφγανικής οικονομίας.

Μια εναλλακτική χερσαία διέξοδος προς την Κίνα θα μπορούσε, εφόσον αναπτυχθεί και καταστεί λειτουργική, να μειώσει τη δυνατότητα του Πακιστάν να χρησιμοποιεί τη γεωγραφική του θέση ως μέσο πίεσης προς την Καμπούλ.

Η αφγανική πλευρά αντιμετωπίζει το έργο ως σημαντική υποδομή οικονομικής και στρατηγικής αυτονομίας.

Η στάση της Κίνας και της Ρωσίας

Παρά την προοπτική άμεσης σύνδεσης, το Πεκίνο δεν έχει εγκαταλείψει τον οικονομικό διάδρομο CPEC ούτε έχει ανακοινώσει ότι ο Ουαχάν θα τον αντικαταστήσει.

Η Κίνα εξακολουθεί να διατηρεί σημαντικά οικονομικά και στρατηγικά συμφέροντα στο Πακιστάν.

Αντίστοιχα, η Ρωσία ενδιαφέρεται για τη σταθερότητα του Αφγανιστάν και για την ανάπτυξη νέων δικτύων επικοινωνίας στην Κεντρική Ασία.

Η δημιουργία περισσότερων επιλογών διασύνδεσης ενδέχεται να περιορίσει την αποκλειστική σημασία ορισμένων παραδοσιακών μεταφορικών διαδρομών.

Η πραγματική αξία του Ουαχάν θα εξαρτηθεί από τη βελτίωση των οδικών υποδομών, τη λειτουργία συνοριακών και τελωνειακών εγκαταστάσεων, τις καιρικές συνθήκες και τις πολιτικές αποφάσεις της Κίνας.

Το μήνυμα προς το Πακιστάν

Η νέα διαδρομή αναδεικνύει μια σημαντική γεωπολιτική πραγματικότητα: η γεωγραφική θέση ενός κράτους προσφέρει στρατηγικά πλεονεκτήματα, αλλά η αξιοποίησή τους εξαρτάται από την ασφάλεια και την αξιοπιστία των μεταφορικών του δικτύων.

Το Πακιστάν εξακολουθεί να αποτελεί κρίσιμο εταίρο της Κίνας, ιδιαίτερα στο πλαίσιο του CPEC.

Ταυτόχρονα, όμως, η αστάθεια, οι επιθέσεις σε κινεζικά συμφέροντα και οι αντιπαραθέσεις με το Αφγανιστάν δημιουργούν κίνητρα αναζήτησης εναλλακτικών επιλογών.

Ο διάδρομος Ουαχάν δεν έχει ακόμη μετατραπεί σε μεγάλο εμπορικό πέρασμα. Η κατασκευή του δρόμου, ωστόσο, καταδεικνύει ότι το Αφγανιστάν επιχειρεί να αποκτήσει πρόσθετες διεθνείς συνδέσεις και ότι η αποκλειστική εξάρτηση από το Πακιστάν δεν αποτελεί πλέον τη μοναδική γεωγραφική επιλογή.

Για το Ισλαμαμπάντ, η εξέλιξη αποτελεί μια νέα στρατηγική παράμετρο που θα πρέπει να συνυπολογίσει στις σχέσεις του με το Πεκίνο και την Καμπούλ.

Συνέχεια ανάγνωσης

Διεθνή

Γερμανία: Το ρωσικό φυσικό αέριο επιστρέφει έμμεσα μέσω των λιπασμάτων, παρά τους ευρωπαϊκούς δασμούς

Δημοσιεύτηκε

στις

Οι εισαγωγές ρωσικών αζωτούχων λιπασμάτων μειώθηκαν κατά 66% το 2025-2026, αλλά παραμένουν 53% υψηλότερες από τα επίπεδα πριν από τον πόλεμο στην Ουκρανία.

Το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία διατηρεί ανταγωνιστικά τα ρωσικά προϊόντα, σύμφωνα με στοιχεία που δημοσίευσε η Berliner Zeitung. Η Γερμανία εξακολουθεί να συνδέεται εμπορικά με το ρωσικό φυσικό αέριο, παρά τις ευρωπαϊκές προσπάθειες περιορισμού της ενεργειακής εξάρτησης από τη Μόσχα.

Αυτή τη φορά, η σύνδεση δεν αφορά αποκλειστικά την άμεση προμήθεια φυσικού αερίου, αλλά τις εισαγωγές λιπασμάτων που παράγονται με τη χρήση ρωσικού αερίου ως πρώτης ύλης και πηγής ενέργειας. Σύμφωνα με δημοσίευμα της γερμανικής εφημερίδας, που βασίζεται σε στοιχεία του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου και του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι εισαγωγές αζώτου μέσω ρωσικών λιπασμάτων μειώθηκαν σημαντικά κατά το 2025-2026. Ωστόσο, εξακολουθούν να βρίσκονται πάνω από τα επίπεδα που καταγράφονταν πριν από τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία.

Τα στοιχεία των εισαγωγών και η σύγκριση με την προπολεμική περίοδο

Το 2025-2026, η Γερμανία εισήγαγε 48.800 τόνους αζώτου μέσω λιπασμάτων ρωσικής προέλευσης. Η ποσότητα αυτή είναι μειωμένη κατά περίπου 66% σε σύγκριση με το προηγούμενο έτος, αλλά παραμένει κατά 53% υψηλότερη από τους 31.800 τόνους που είχαν καταγραφεί το 2020-2021, πριν από τον πόλεμο.

Η εξέλιξη των εισαγωγών δείχνει πόσο έντονη ήταν η αύξηση μετά το 2022. Το 2021-2022 οι εισαγωγές έφτασαν τους 56.800 τόνους αζώτου, ενώ το 2022-2023 εκτοξεύθηκαν στους 185.100 τόνους. Στη συνέχεια καταγράφηκαν 140.200 τόνοι το 2023-2024 και 143.800 τόνοι το 2024-2025, προτού σημειωθεί η μεγάλη υποχώρηση της τελευταίας περιόδου. Τα στοιχεία αφορούν την ποσότητα του αζώτου που περιέχεται στα εισαγόμενα λιπάσματα και όχι το συνολικό βάρος των προϊόντων.

Τα λιπασματικά έτη υπολογίζονται από τον Ιούλιο έως τον Ιούνιο. Η ποσότητα αζώτου που εισήχθη στη Γερμανία μέσω ρωσικής ουρίας μειώθηκε από 71.600 τόνους σε 27.600 τόνους, καταγράφοντας πτώση άνω του 61%. Παρά τη μείωση, η ποσότητα εξακολουθεί να είναι σχεδόν τριπλάσια από τους 9.900 τόνους του 2020-2021. Η συγκεκριμένη εξέλιξη αναδεικνύει το βασικό πρόβλημα της ευρωπαϊκής πολιτικής περιορισμού των εμπορικών δεσμών με τη Ρωσία. Ακόμη και όταν περιορίζονται οι εισαγωγές συγκεκριμένων προϊόντων, οι οικονομικές σχέσεις μπορούν να διατηρούνται μέσω άλλων κατηγοριών αγαθών, ιδιαίτερα όταν αυτά έχουν χαμηλότερο κόστος παραγωγής.

Γιατί οι ρωσικές εισαγωγές παραμένουν ανταγωνιστικές

Καθοριστικός παράγοντας είναι το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία και στην υπόλοιπη Ευρώπη. Η παραγωγή αζωτούχων λιπασμάτων απαιτεί μεγάλες ποσότητες φυσικού αερίου, το οποίο χρησιμοποιείται τόσο ως πρώτη ύλη όσο και ως πηγή ενέργειας. Σύμφωνα με τον Σύνδεσμο Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι ευρωπαϊκοί δασμοί, που τέθηκαν σε ισχύ τον Ιούλιο του 2025, περιόρισαν σημαντικά τις εισαγωγές ρωσικών λιπασμάτων. Ωστόσο, δεν εξάλειψαν το ανταγωνιστικό πλεονέκτημα των ρωσικών προϊόντων. Ο σύνδεσμος επισημαίνει ότι οι υψηλές τιμές ενέργειας δυσκολεύουν τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις να αυξήσουν την εγχώρια παραγωγή και να καλύψουν μεγαλύτερο μέρος των αναγκών της αγοράς. Ως αποτέλεσμα, τα ρωσικά λιπάσματα εξακολουθούν να παραμένουν ελκυστικά, ακόμη και μετά την επιβολή πρόσθετων δασμών.

Παράλληλα, σύμφωνα με τον IVA, είναι πιθανό ορισμένες ποσότητες ρωσικών προϊόντων να φτάνουν στη γερμανική αγορά μέσω άλλων κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το μέγεθος αυτών των έμμεσων εισαγωγών, ωστόσο, δεν μπορεί να προσδιοριστεί με ακρίβεια από τα διαθέσιμα στοιχεία.

Δεν αποδίδονται οι αυξήσεις των τιμών αποκλειστικά στους δασμούς

Το ζήτημα έχει άμεση σημασία για τους Γερμανούς αγρότες, καθώς το κόστος των λιπασμάτων επηρεάζει την παραγωγή και, τελικά, την οικονομική βιωσιμότητα των καλλιεργειών. Ο IVA υποστηρίζει ότι η μείωση των ρωσικών εισαγωγών δεν έχει προκαλέσει μέχρι στιγμής σαφή αύξηση των τιμών εξαιτίας των δασμών. Σύμφωνα με τον σύνδεσμο, η εγχώρια παραγωγική δυναμικότητα και οι εισαγωγές από άλλες χώρες, μεταξύ των οποίων η Αίγυπτος, επαρκούν για την κάλυψη των αναγκών της αγοράς. Την ίδια στιγμή, ο σύνδεσμος αποδίδει τις υψηλές τιμές των λιπασμάτων το 2026 στις διεθνείς ενεργειακές αναταράξεις, στον πόλεμο με το Ιράν και στην κρίση γύρω από τα Στενά του Ορμούζ, παράγοντες που επηρεάζουν το κόστος μεταφοράς και τις παγκόσμιες τιμές ενέργειας και λιπασμάτων.

Οι εκτιμήσεις αυτές αποτελούν τις θέσεις του κλαδικού συνδέσμου και δεν συνιστούν από μόνες τους ανεξάρτητη αξιολόγηση όλων των παραγόντων που διαμορφώνουν τις τιμές.

Νέες πιέσεις για περιορισμό των ρωσικών εισαγωγών

Με αφορμή τα στοιχεία, ο IVA ζητά να εξεταστεί η επιβολή πρόσθετων δασμών στις εισαγωγές καλιούχων λιπασμάτων από τη Ρωσία και τη Λευκορωσία. Το κάλιο αποτελεί βασικό θρεπτικό στοιχείο για τις καλλιέργειες και αντιπροσωπεύει μια ακόμη κατηγορία προϊόντων στην οποία η ευρωπαϊκή αγορά διατηρεί εμπορικές σχέσεις με τις δύο χώρες.

Ο σύνδεσμος εκτιμά ότι η ευρωπαϊκή βιομηχανία μπορεί να καλύψει τις ανάγκες της γεωργίας χωρίς να εξαρτάται από τις συγκεκριμένες εισαγωγές και υποστηρίζει ότι πρόσθετοι δασμοί δεν θα πρέπει να οδηγήσουν αναγκαστικά σε αυξήσεις τιμών. Η συζήτηση, ωστόσο, αποτυπώνει το ευρύτερο δίλημμα της ευρωπαϊκής οικονομικής πολιτικής. Η μείωση της εξάρτησης από τη Ρωσία απαιτεί όχι μόνο εμπορικούς περιορισμούς, αλλά και ανταγωνιστική εγχώρια παραγωγή, προσιτό ενεργειακό κόστος και εναλλακτικές πηγές προμήθειας.

Τα δεδομένα της γερμανικής αγοράς δείχνουν ότι οι δασμοί μπορούν να περιορίσουν σημαντικά τις εισαγωγές, χωρίς όμως να εξαλείψουν αυτομάτως τις οικονομικές σχέσεις που στηρίζονται σε διαφορές κόστους παραγωγής. Για τη Γερμανία και την Ευρωπαϊκή Ένωση, η πρόκληση παραμένει η εξισορρόπηση τριών στόχων: της ενεργειακής και οικονομικής ασφάλειας, της στήριξης της εγχώριας βιομηχανίας και της διατήρησης προσιτού κόστους για τον αγροτικό τομέα.

Με πληροφορίες του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA) και του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου.

Συνέχεια ανάγνωσης

Αναλύσεις

Πακιστάν: Μειώθηκαν οι τρομοκρατικές επιθέσεις, αλλά αυξάνονται οι απειλές – Αντάρτικες οργανώσεις αναπτύσσουν νέες τακτικές και στρατολογούν γυναίκες

Η νέα έκθεση του Pakistan Institute for Conflict and Security Studies (PICSS) αποκαλύπτει ένα αντιφατικό περιβάλλον ασφαλείας: Λιγότερες επιθέσεις και θύματα, αλλά αναδιοργάνωση ένοπλων ομάδων, χρήση drones, εσωτερικές συγκρούσεις και αυξανόμενη αστάθεια στο Μπαλουχιστάν. Η πολιτική κρίση επιβαρύνει την προσπάθεια αντιμετώπισης της τρομοκρατίας.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Μια εξαιρετικά σύνθετη εικόνα για την ασφάλεια στο Πακιστάν αποτυπώνει η νέα εβδομαδιαία ανάλυση του Pakistan Institute for Conflict and Security Studies (PICSS), η οποία δημοσιεύθηκε στις 10 Οκτωβρίου 2026. Παρά τη μείωση των επιθέσεων από ένοπλες οργανώσεις κατά την πρώτη εβδομάδα του μήνα, οι εξελίξεις στο εσωτερικό των εξτρεμιστικών και αυτονομιστικών ομάδων δημιουργούν σοβαρά ερωτήματα για την πραγματική αποτελεσματικότητα των επιχειρήσεων ασφαλείας.

Η έκθεση με τίτλο «Pakistan’s Security Paradox: Militant Attacks Decline as Militant Groups Signal New Developments» καταγράφει υποχώρηση των επιθέσεων, αλλά παράλληλα εντοπίζει ενδείξεις οργανωτικής αναδιάρθρωσης, νέων επιχειρησιακών μεθόδων και εντατικοποίησης της προπαγανδιστικής δραστηριότητας.

Μείωση 18% στις επιθέσεις – Παραμένει σοβαρή η απειλή

Σύμφωνα με το PICSS, από τις 2 έως τις 8 Οκτωβρίου καταγράφηκαν συνολικά 46 επιθέσεις ενόπλων οργανώσεων στο Πακιστάν, έναντι 56 την αμέσως προηγούμενη εβδομάδα.

Η μείωση ανέρχεται στο 18%, ενώ αισθητή είναι και η υποχώρηση του αριθμού των θυμάτων.

Οι νεκροί μειώθηκαν από 52 σε 42 και οι τραυματίες από 53 σε 23.

Ωστόσο, η εικόνα δεν είναι ομοιόμορφη σε ολόκληρη τη χώρα.

Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, όπου δραστηριοποιούνται ιδιαίτερα ενεργές αυτονομιστικές οργανώσεις, οι απώλειες αυξήθηκαν παρά τη μείωση του αριθμού των επιθέσεων.

Το στοιχείο αυτό δημιουργεί προβληματισμό για το κατά πόσον οι ένοπλες ομάδες μεταβάλλουν τις τακτικές τους, πραγματοποιώντας λιγότερες αλλά δυνητικά πιο φονικές επιχειρήσεις.

Οι Πακιστανοί Ταλιμπάν αλλάζουν τακτική – Drones και ελεύθεροι σκοπευτές

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν οι εξελίξεις στο εσωτερικό της Tehrik-i-Taliban Pakistan (TTP), της οργάνωσης που είναι γνωστή ως Πακιστανοί Ταλιμπάν.

Σύμφωνα με την ανάλυση, η TTP επέβαλε περιορισμούς στη χρήση των μέσων κοινωνικής δικτύωσης από τα μέλη της.

Η συγκεκριμένη απόφαση αποκτά σημασία σε μια περίοδο κατά την οποία οι ένοπλες οργανώσεις χρησιμοποιούν τις ψηφιακές πλατφόρμες τόσο για προπαγάνδα όσο και για την προβολή των επιχειρησιακών τους δυνατοτήτων.

Την ίδια στιγμή, η TTP δημοσιοποίησε οπτικό υλικό στο οποίο υποστηρίζει ότι καταγράφονται επιθέσεις με τετρακόπτερα μη επανδρωμένα αεροσκάφη και ενέργειες ελεύθερων σκοπευτών.

Οι ισχυρισμοί αυτοί δεν συνιστούν ανεξάρτητη επιβεβαίωση της αποτελεσματικότητας ή της έκτασης χρήσης των συγκεκριμένων μέσων.

Παρ’ όλα αυτά, η προβολή τέτοιων επιχειρήσεων εντάσσεται σε μια ευρύτερη προσπάθεια των οργανώσεων να παρουσιάσουν εικόνα τεχνολογικής προσαρμογής και να ενισχύσουν την επιρροή τους.

Εσωτερικές συγκρούσεις στις ένοπλες οργανώσεις

Την ίδια περίοδο, η Jamaat-ul-Ahrar, οργάνωση που έχει συνδεθεί με το δίκτυο των Πακιστανών Ταλιμπάν, ανακοίνωσε ότι πραγματοποίησε 122 επιθέσεις κατά τη διάρκεια του Σεπτεμβρίου.

Πρόκειται για αριθμό που προέρχεται από τους ισχυρισμούς της ίδιας της οργάνωσης και δεν πρέπει να συγχέεται με τα ανεξάρτητα καταγεγραμμένα περιστατικά του PICSS.

Παράλληλα, αναφέρθηκαν αιματηρές συγκρούσεις ανάμεσα σε μαχητές της Jamaat-ul-Ahrar και αντίπαλης φράξιας της TTP στην περιοχή Ορακζάι.

Οι πληροφορίες αυτές αναδεικνύουν ένα επιπλέον πρόβλημα για την ασφάλεια του Πακιστάν: τον κατακερματισμό του περιβάλλοντος των ενόπλων οργανώσεων.

Οι εσωτερικές συγκρούσεις ενδέχεται να αποδυναμώνουν προσωρινά ορισμένα δίκτυα, αλλά μπορούν επίσης να προκαλέσουν νέες αντιπαραθέσεις, ανακατατάξεις και αποσχίσεις.

Μπαλουχιστάν: Ένοπλη γυναικεία μονάδα και κλιμάκωση της προπαγάνδας

Σημαντικές εξελίξεις καταγράφονται και στο Μπαλουχιστάν, την επαρχία του νοτιοδυτικού Πακιστάν που συνορεύει με το Ιράν και το Αφγανιστάν και έχει στρατηγική σημασία λόγω των φυσικών πόρων και της πρόσβασής της στην Αραβική Θάλασσα.

Το Balochistan Liberation Front (BLF), μία από τις οργανώσεις που επιδιώκουν την ανεξαρτησία του Μπαλουχιστάν, δημοσιοποίησε υλικό για τη συγκρότηση νέου γυναικείου ένοπλου σχηματισμού.

Η συγκεκριμένη κίνηση προβάλλεται από την οργάνωση ως οργανωτική εξέλιξη. Δεν υπάρχουν, ωστόσο, επαρκή ανεξάρτητα στοιχεία στο δημόσιο απόσπασμα της έκθεσης για τον αριθμό των μελών ή τις πραγματικές επιχειρησιακές δυνατότητες της νέας μονάδας.

Παράλληλα, ο Balochistan Liberation Army (BLA), άλλη σημαντική αυτονομιστική ένοπλη οργάνωση, απέρριψε κατηγορίες περί συνεργασίας με την TTP.

Ο BLA δημοσιοποίησε επίσης οπτικό υλικό από επιχειρήσεις που ισχυρίζεται ότι πραγματοποίησαν μέλη του.

Άλλες οργανώσεις των Μπαλούχων προχώρησαν σε ανάλογες κινήσεις, προβάλλοντας τη δράση τους και διατυπώνοντας ισχυρισμούς για δραστηριότητες συλλογής πληροφοριών.

Οι εξελίξεις καταδεικνύουν ότι η σύγκρουση στο Μπαλουχιστάν δεν περιορίζεται στις ένοπλες επιθέσεις, αλλά περιλαμβάνει και έναν παράλληλο αγώνα επιρροής, επικοινωνίας και πολιτικής νομιμοποίησης.

Πολιτική κρίση και αντιτρομοκρατία

Πέρα από την ένοπλη βία, η έκθεση του PICSS επισημαίνει ότι η εσωτερική πολιτική αστάθεια δυσχεραίνει τη διαμόρφωση αποτελεσματικής πολιτικής ασφαλείας.

Η κατάρρευση των διαπραγματεύσεων μεταξύ της κυβέρνησης και του Pakistan Tehreek-e-Insaf (PTI), του κόμματος που ίδρυσε ο πρώην πρωθυπουργός Ιμράν Χαν, περιπλέκει τις προσπάθειες συντονισμού στην επαρχία Χάιμπερ Παχτούνχβα.

Η περιοχή αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα μέτωπα της δράσης των Πακιστανών Ταλιμπάν, λόγω της εγγύτητάς της με το Αφγανιστάν και της μακρόχρονης παρουσίας ένοπλων δικτύων.

Οι πολιτικές αντιπαραθέσεις μεταξύ κεντρικής κυβέρνησης και αντιπολίτευσης μπορούν να δυσχεράνουν τον συντονισμό, τη διοικητική συνεργασία και τη διαμόρφωση κοινής στρατηγικής για την αντιμετώπιση της τρομοκρατίας.

Το πρόβλημα αποκτά ιδιαίτερη σημασία όταν συνδυάζεται με την ανάγκη προστασίας παραμεθόριων περιοχών και αντιμετώπισης οργανώσεων με διασυνοριακές διασυνδέσεις.

Αφγανιστάν, Ινδία και περιφερειακές αμυντικές συμφωνίες

Οι προκλήσεις που αντιμετωπίζει το Ισλαμαμπάντ δεν περιορίζονται στο εσωτερικό της χώρας.

Οι σχέσεις με το Αφγανιστάν παραμένουν κρίσιμος παράγοντας ασφαλείας, καθώς το Πακιστάν αποδίδει σε ένοπλα δίκτυα που δρουν από αφγανικό έδαφος σημαντικό μέρος των επιθέσεων εναντίον του.

Την ίδια στιγμή, η αντιπαράθεση με την Ινδία εξακολουθεί να επηρεάζει τον στρατηγικό σχεδιασμό των πακιστανικών ενόπλων δυνάμεων.

Στο περιφερειακό περιβάλλον προστίθενται οι νέες αμυντικές διευθετήσεις και οι προσπάθειες του Πακιστάν να διατηρήσει ή να ενισχύσει τις στρατηγικές του συνεργασίες.

Η συνύπαρξη εσωτερικών απειλών, πολιτικής αβεβαιότητας και εξωτερικών δεσμεύσεων δημιουργεί αυξημένες απαιτήσεις για τον στρατιωτικό μηχανισμό και τις υπηρεσίες ασφαλείας.

Οι αριθμοί δεν λένε ολόκληρη την ιστορία

Η εβδομαδιαία έκθεση του PICSS θέτει ένα ουσιαστικό ερώτημα: αποτελεί η μείωση των τρομοκρατικών επιθέσεων ένδειξη βελτίωσης της ασφάλειας ή πρόκειται για προσωρινή υποχώρηση της βίας, ενώ οι οργανώσεις αναπροσαρμόζουν τις τακτικές και τις δομές τους;

Η απάντηση δεν μπορεί να προκύψει αποκλειστικά από την καταμέτρηση των επιθέσεων.

Η χρήση νέων επιχειρησιακών μέσων, οι εσωτερικές διαμάχες, η συγκρότηση νέων ένοπλων σχηματισμών και η αυξημένη προπαγανδιστική δραστηριότητα συνθέτουν μια εικόνα που απαιτεί διαρκή παρακολούθηση.

Άλλωστε, τα στοιχεία του PICSS για ολόκληρο τον Σεπτέμβριο είχαν καταγράψει 225 επιθέσεις, τον υψηλότερο μηνιαίο αριθμό εδώ και δώδεκα χρόνια, γεγονός που αναδεικνύει τη σοβαρότητα της κατάστασης παρά την πρόσφατη εβδομαδιαία υποχώρηση.

Το Πακιστάν βρίσκεται αντιμέτωπο με μια πολυεπίπεδη κρίση ασφαλείας, στην οποία αλληλεπιδρούν τζιχαντιστικές οργανώσεις, αυτονομιστικά κινήματα, πολιτικές αντιπαραθέσεις και περιφερειακοί ανταγωνισμοί.

Η μείωση της συχνότητας των επιθέσεων αποτελεί θετική ένδειξη σε επίπεδο εβδομαδιαίων στατιστικών. Δεν αρκεί, όμως, από μόνη της για να αποδείξει ότι οι απειλές περιορίζονται σε βάθος χρόνου.

Το κρίσιμο ζήτημα για το Ισλαμαμπάντ δεν είναι μόνο πόσες επιθέσεις καταγράφονται, αλλά κατά πόσον το κράτος μπορεί να αντιμετωπίσει τις οργανώσεις που εξακολουθούν να διαθέτουν δυνατότητα στρατολόγησης, προσαρμογής και πραγματοποίησης νέων επιχειρήσεων.

Συνέχεια ανάγνωσης

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ

Απόψεις12 ώρες πριν

Ο Γολγοθάς, η Σταύρωση του Νόμου 2321/95 και η Χαμένη του Ανάσταση

Χρήστος Κηπουρός: Αν τα 12 μίλια αποτελούν Εθνικό Τόπο και η ΑΟΖ τους Αγίους Τόπους, εσείς, η διαχρονική επίσημη πολιτική,...

GEOPOLITICO13 ώρες πριν

Από το predator στην παγκόσμια τεχνολογική μετάλλαξη του αυταρχισμού

Η πρόκληση για τις σύγχρονες δημοκρατίες δεν είναι, συνεπώς, η απόρριψη της τεχνολογικής προόδου, αλλά η ουσιαστική υπαγωγή της τεχνολογικής...

GEOPOLITICO18 ώρες πριν

Δε θα αφήσουμε να γίνει Καρκινοτροφείο και Καρκινοπωλείο στον Έβρο, κύριε Μητσοτάκη!

Χρήστος Κηπουρός: Απέναντι στην “Ελληνικός Χρυσός” με την ενεργό στήριξη Μητσοτάκη, προτείνω ως πρώτο βήμα στα Δημοτικά Συμβούλια του Έβρου...

GEOPOLITICO19 ώρες πριν

Η Ελένη, ο Σεφέρης και….το Καλώδιον

Συνάντηση με τον Γερμανό υπουργό Άμυνας Μπόρις Πιστόριους πραγματοποιεί σήμερα, Τετάρτη 14 Οκτωβρίου, στο Πεδίο Βολής Κρήτης ο Νίκος Δένδιας,...

GEOPOLITICO20 ώρες πριν

Ενεργειακή σύγκρουση στην Ανατολική Μεσόγειο – Στο επίκεντρο Ελλάδα, Τουρκία και GSI

Στη νέα εκπομπή «Direct News», ο Ανδρέας Μουντζουρούλιας αναλύει το παρασκήνιο γύρω από τον Κάθετο Διάδρομο και το Great Sea...

Δημοφιλή