Διεθνή
Andrew Novo, Πανεπ. Πολέμου, ΗΠΑ: Βραχυπρόθεσμη η μείωση της τουρκικής επιθετικότητας
Ο Δρ. Andrew Novo είναι Καθηγητής Στρατηγικών Σπουδών στο Πανεπιστήμιο Εθνικής Άμυνας στην Ουάσιγκτον και βαθύς γνώστης της ελληνικής πραγματικότητας, όσο και της ευρύτερης γεωπολιτικής κατάστασης στην ανατολική Μεσόγειο. Σε συνέντευξή του που εξασφάλισε το Newsbomb.gr, μας αναλύει το σήμερα και το αύριο των ελληνοτουρκικών σχέσεων, υπό το πρίσμα της -φαινομενικής προς το παρόν- αποκλιμάκωσης της έντασης, ενώ αναφέρεται και στις προϋποθέσεις υπό τις οποίες θα μπορούσε να υπάρξει κάποια θετική εξέλιξη για το Κυπριακό, η οποία θα περνούσε μέσω… Ουκρανίας…
Ο Δρ. Andrew Novo παρακολουθεί στενά τα πράγματα στην ανατολική Μεσόγειο, ενώ ο ίδιος ως καθηγητής στην ανώτατη σχολή πολέμου των ΗΠΑ, προβαίνει σε εκτενείς αναλύσεις της γεωπολιτικής κατάστασης, στη γειτονιά μας αλλά και στην Ευρώπη γενικότερα. Ο διεθνολόγος είναι επίσης επίκουρος καθηγητής και στο Πανεπιστήμιο Georgetown και ανώτερος εξωτερικος συνεργάτης του Κέντρου Ανάλυσης Ευρωπαϊκής Πολιτικής.
Μάλιστα, έχει εντρυφήσει στα ελληνικά πράγματα, αφού έχει συγγράψει δύο βιβλία, το ένα για την αρχαία μας κληρονομιά και τις διδαχές του σήμερα με τίτλο «Επαναφέροντας τον Θουκυδίδη: Εφαρμόζοντας γνωστά μαθήματα και μαθαίνοντας νέα διδάγματα» και το άλλο για τον κυπριακό αγώνα της ανεξαρτησίας, με τίτλο «Ο Σκοπός της ΕΟΚΑ: Ο Εθνικισμός και η αποτυχία της Ένωσης της Κύπρου» (2021) και το άλλο (2020).
Στη χώρα μας θα βρεθεί ξανά στις 26-29 Απριλίου, αφού θα συμμετάσχει σε ειδικό πάνελ στο 8ο Οικονομικό Φόρουμ των Δελφών.
Στη μακρά συζήτηση με το Newsbomb.gr, αρχικά μας ξεκαθάρισε προς αποφυγή παρεξηγήσεων ότι οι απόψεις του που εκφράζονται σε αυτή τη συνέντευξη είναι εξ ολοκλήρου δικές του και δεν αντιπροσωπεύουν την επίσημη πολιτική της κυβέρνησης των ΗΠΑ, τις απόψεις του Υπουργείου Άμυνας ή του Πανεπιστημίου Εθνικής Άμυνας.
Ο Δρ. Andrew Novo δηλώνει αρχικά απαισιόδοξος για τον πόλεμο στην Ουκρανία, θεωρώντας ότι ο κίνδυνος κλιμάκωσης -και μάλιστα επικίνδυνης για όλο τον κόσμο κλιμάκωσης, υπό την απειλή και πυρηνικού όλεθρου – είναι υπαρκτός, και ενώ δεν διαφαίνεται στον ορίζοντα κάποιο πιθανό σενάριο για ειρήνευση.
Για την Τουρκία, δε, δεν μοιράζεται τον ενθουσιασμό συναδέλφων του και αναλυτών, περί σταθερής αποκλιμάκωσης της έντασης και της προκλητικής ρητορικής -που μπορεί να μην είναι για πάντα μόνο ρητορική- κατά της χώρας μας, εξαιτίας του πρόσφατου καταστροφικού σεισμού.
«Η Τουρκία είναι δύσκολο να αλλάξει πορεία στη στάση της διότι οι πολίτες της αρχίζουν να υιοθετούν όλο και πιο εχθρικές συμπεριφορές. Μόνο αν μειωθεί η ισχύς της ή απειληθεί πραγματικά, θα το περιμέναμε αυτό, και μάλιστα βραχυπρόθεσμα», σημειώνει.
Σε περίπτωση πολέμου Ελλάδας-Τουρκίας δε, ο ίδιος εκτιμά ότι το ΝΑΤΟ στην πραγματικότητα θα παρέλυε και η Ευρωπαϊκή Ένωση θα αντιμετώπιζε επίσης θεμελιώδεις προκλήσεις», αφού οι μηχανισμοί που υπάρχουν για επίλυση τέτοιων κρίσεων ουσιαστικά δεν έχουν χρησιμοποιηθεί ποτέ.
Η «στρατηγική αυτονομία» πέρα από οργανισμούς και συμμαχίες είναι απαραίτητη για χώρες όπως η Ελλάδα και η Κύπρος, εκτιμά.
Τέλος, ο ίδιος διαβλέπει ότι ο πόλεμος στην Ουκρανία ίσως να μπορέσει να αποτελέσει ένα έναυσμα για μια δίκαιη λύση στο Κυπριακό, υπό συγκεκριμένες προϋποθέσεις. Ο αγαπημένος του συγγραφέας-ιστορικός, δε, ο Θουκυδίδης, έχει να μας μάθει ακόμα πολλά για όλα αυτά που ζούμε σήμερα…

Διαβάστε τη συνέντευξη του Andrew Novo στο Newsbomb.gr:
Newsbomb.gr: Κύριε Novo, ένα χρόνο μετά το ξέσπασμα του πολέμου στην Ουκρανία που συγκλόνισε τον κόσμο και ακόμα, δεν φαίνεται το τέλος της αιματοχυσίας. Ποια είναι η εκτίμησή σας και ποιο σενάριο θα μπορούσε να οδηγήσει σε ειρήνη; Παραμονεύει ο κίνδυνος κλιμάκωσης και επέκτασης του πολέμου πέρα από τις δύο εμπλεκόμενες χώρες;
Andrew Novo: Σας ευχαριστώ για την ευκαιρία να μιλήσω μαζί σας σήμερα. Επιτρέψτε μου να πω εξαρχής ότι αυτό που λέω εδώ δεν είναι η επίσημη πολιτική της κυβέρνησης των ΗΠΑ, οι απόψεις του Υπουργείου Άμυνας ή του Πανεπιστημίου Εθνικής Άμυνας. Είναι απλά οι δικές μου απόψεις για την κατάσταση.
Θα απαντήσω πρώτα στο δεύτερο μέρος αυτής της ερώτησης. Σίγουρα υπάρχει κίνδυνος κλιμάκωσης και επέκτασης του πολέμου. Οι πόλεμοι τείνουν να επεκτείνονται και να κλιμακώνονται. Οι ρωσικές δυνάμεις επιτίθενται σε ουκρανικές πόλεις, στοχεύουν το ενεργειακό δίκτυο της Ουκρανίας και δολοφονούν Ουκρανούς πολίτες—και εδώ μιλάω για στόχευση και εκτέλεση Ουκρανών αμάχων, όχι παράπλευρες ζημιές, ούτε ατυχήματα, ούτε καν μεμονωμένα εγκλήματα που διαπράχθηκαν από αμελείς ή επιθετικούς στρατιώτες. Η Ρωσία ανακοίνωσε την «προσάρτηση» ανατολικών εδαφών μέσω «δημοψηφισμάτων». Βάζω αυτές τις λέξεις σε εισαγωγικά γιατί κανείς στη διεθνή κοινότητα δεν αποδέχεται τη νομιμότητά τους. Αυτές οι ενέργειες αντιπροσωπεύουν σημαντικές κλιμακώσεις από την πρώτη φάση του πολέμου.
Οι Ηνωμένες Πολιτείες, η Βρετανία και οι ευρωπαϊκές χώρες παρείχαν μια συνεχή προμήθεια όλο και πιο εξελιγμένων όπλων τον περασμένο χρόνο. Πιο πρόσφατα, οι ΗΠΑ, η Βρετανία και οι ευρωπαϊκές χώρες συμφώνησαν να στείλουν άρματα μάχης (όπως το γερμανικό Leopard II, το Βρετανικό Challenger και το αμερικανικό M1A1) στην Ουκρανία. Αρχικά, αυτά τα οπλικά συστήματα ήταν εκτός τραπεζιού των διαπραγματεύσεων, τώρα είναι καθ’ οδόν προς το μέτωπο. Ο μεγαλύτερος φόβος για κλιμάκωση και επέκταση είναι ότι θα μπορούσε να υπάρξει άμεση αντιπαράθεση μεταξύ στρατευμάτων από χώρες του ΝΑΤΟ και της Ρωσίας.
Αυτό θα αποτελούσε πραγματικό κίνδυνο πυρηνικής κλιμάκωσης. Αυτοί οι φόβοι θα μπορούσαν να ασκήσουν κάποια πίεση για την επίτευξη ειρήνης, αλλά αυτή τη στιγμή δεν υπάρχει προφανής δρόμος προς την ειρήνη. Η Ρωσία είναι ανένδοτη ότι δεν θα επιστρέψει τα εδάφη που κατέκτησε στην Ουκρανία. Στην πραγματικότητα, πιέζουν στο πεδίο της μάχης για να κερδίσουν ακόμη περισσότερα εδάφη. Η Ουκρανία δεν πρόκειται να συμφωνήσει να παραδώσει μέρη του εαυτού της στη Ρωσία, ειδικά όταν η κατάσταση στο πεδίο της μάχης την ευνοεί.
Υπάρχουν μόνο δύο σενάρια που οδηγούν στην ειρήνη: αμοιβαίες παραχωρήσεις ή σοβαρές στρατιωτικές ανατροπές για τη μία ή την άλλη πλευρά. Μια διευθέτηση μέσω διαπραγματεύσεων εξαρτάται σχεδόν πάντα από το να κάνει παραχωρήσεις η μία πλευρά στην άλλη. Αυτό το σενάριο δεν φαίνεται πιθανό προς το παρόν. Θα κάνει η Ουκρανία παραχωρήσεις, όπως η νομιμοποίηση των ρωσικών προσαρτήσεων; Θα κάνει η Ρωσία παραχωρήσεις και θα αποσυρθεί στα σύνορά της του 2022 ή στα σύνορα του 2014; Και τα δύο φαίνονται απίθανα. Αυτό αφήνει την πιθανότητα να αποφασιστεί το ζήτημα στο πεδίο της μάχης, αλλά αυτό είναι απίθανο να συμβεί βραχυπρόθεσμα.
Είναι επίσης απίθανο η δράση στο πεδίο της μάχης να έχει ως αποτέλεσμα την ολική νίκη ή ήττα κάθε πλευράς. Η ήττα και η νίκη είναι ευέλικτες έννοιες. Είναι κατανοητό, για παράδειγμα, ότι τόσο η Ουκρανία όσο και η Ρωσία θα μπορούσαν να ισχυριστούν τη «νίκη» εάν η προσάρτηση της Κριμαίας από τη Ρωσία εγκριθεί επίσημα στους τελικούς όρους μιας συμφωνίας, αλλά με την προϋπόθεση ότι οι ρωσικές δυνάμεις αποσυρθούν από την υπόλοιπη ανατολική Ουκρανία. Δεν προτείνω ούτε υποστηρίζω μια τέτοια διευθέτηση, αλλά είναι κατανοητό ότι τόσο η Μόσχα όσο και το Κίεβο θα μπορούσαν να ισχυριστούν τη νίκη υπό τέτοιες συνθήκες.
Η ρητορική της Τουρκίας τα τελευταία χρόνια έχει φτάσει σε πρωτοφανή επίπεδα πρόκλησης, απειλώντας ανοιχτά με πόλεμο και εισβολή. Πιστεύετε ότι πρόκειται για προεκλογικά παιχνίδια του Ερντογάν ή υπάρχει πραγματικός κίνδυνος ανάφλεξης στο Αιγαίο; Εάν ο Ερντογάν χάσει τις εκλογές, θα περιμένατε διαφορετική στάση από την τουρκική εξωτερική πολιτική;
Αναμφίβολα υπάρχει μια πτυχή της εσωτερικής της πολιτικής σε αυτή τη ρητορική. Πρώτον, η πολιτική θέση του Ερντογάν είναι πιο στενά συνδεδεμένη με την υπερεθνικιστική πτέρυγα της τουρκικής πολιτικής μέσω της συνεργασίας του με το Κόμμα Εθνικιστικού Κινήματος (MHP). Η εθνικιστική ρητορική τους ταιριάζει και αυξάνει την υποστήριξή τους στο κόμμα του Ερντογάν στις επόμενες εκλογές.
Την ίδια στιγμή, ωστόσο, νομίζω ότι υπάρχει ένα πιο μακροοικονομικό στοιχείο πίσω από τη ρητορική του Ερντογάν. Η ισχύς της Τουρκίας έχει αυξηθεί σημαντικά στην περιοχή κατά τη διάρκεια της θητείας του. Η οικονομική επέκταση και η δημογραφική ανάπτυξη σε συνδυασμό με τη μείωση της ισχύος των γειτόνων της Τουρκίας: της Συρίας, του Ιράκ και της Ελλάδας, ενθάρρυνε την Άγκυρα. Η Τουρκία είναι ένας αναθεωρητικός παράγοντας στην περιοχή. Ως εκ τούτου, θα αναζητήσει τρόπους να υπονομεύσει τους γείτονές της και να επεκτείνει τη δύναμή της. Δεν είμαι σίγουρος πόσο μια αλλαγή στην ηγεσία θα αλλάξει αυτές τις πραγματικότητες. Στοιχεία μέσα στον πληθυσμό της Τουρκίας επηρεάζονται επίσης από αυτή τη συνεχή προπαγάνδα. Θα είναι δύσκολο να αλλάξει πορεία γιατί οι πολίτες αρχίζουν να υιοθετούν και πιο εχθρικές συμπεριφορές.
Αυτό που θα μπορούσε να δημιουργήσει μια διαφορετική στάση στην τουρκική εξωτερική πολιτική είναι η μείωση της τουρκικής ισχύος ή μια αυξημένη αίσθηση απειλής για την Τουρκία. Ο πρόσφατος σεισμός ή η οικονομική παρακμή (η Τουρκία αντιμετωπίζει σοβαρό πρόβλημα πληθωρισμού) μπορεί να μειώσει την τουρκική ισχύ βραχυπρόθεσμα. Η ρωσική εχθρότητα θα αύξανε επίσης τον φόβο της Τουρκίας για ενδεχόμενη απειλή. Ακριβώς για αυτόν τον λόγο, νομίζω ότι ο Ερντογάν προσπαθεί να διατηρήσει μια παραγωγική σχέση με τον «φίλο» του κ. Πούτιν, για να αποφύγει τη σκλήρυνση της ρωσικής στάσης εναντίον της Τουρκίας, που θα ανάγκαζε την Τουρκία να επιστρέψει στην αγκαλιά της Δύσης.

Τι πιστεύετε ότι θα γινόταν σε περίπτωση πολέμου Ελλάδας-Τουρκίας; Ποια θα ήταν η θέση του ΝΑΤΟ, της Ευρώπης και των χωρών της Μέσης Ανατολής;
Σε περίπτωση πολέμου Ελλάδας-Τουρκίας, το ΝΑΤΟ στην πραγματικότητα θα παρέλυε! Ο οργανισμός λειτουργεί με ομοφωνία στη λήψη αποφάσεων, έτσι κάθε είδους συλλογική δράση θα ήταν σχεδόν αδύνατη. Οι συνθήκες από την οποία ξεκίνησε ο πόλεμος θα είχαν σημασία, αλλά οι Ηνωμένες Πολιτείες και η Ευρώπη θα περνούσαν σε κατάσταση πλήρους κρίσης προσπαθώντας να αποκλιμακώσουν την κατάσταση αμέσως και να σταματήσουν τις μάχες. Μπορεί να δείτε μια χώρα όπως το Ισραήλ, η οποία έχει παραγωγικές σχέσεις τόσο με την Ελλάδα όσο και με την Τουρκία να προσπαθεί να μεσολαβήσει όπως και στην τρέχουσα σύγκρουση στην Ουκρανία.
Η Ευρωπαϊκή Ένωση θα αντιμετώπιζε επίσης θεμελιώδεις προκλήσεις, επειδή ένα κράτος μέλος, η Ελλάδα θα βρισκόταν σε πόλεμο με ένα κράτος μη μέλος, την Τουρκία. Η Ευρώπη θα πρέπει να βρει έναν τρόπο να ενεργήσει συλλογικά για την υπεράσπιση των μελών της. Για ορισμένα ευρωπαϊκά κράτη, όπως η Ελλάδα, εδώ παίζει ρόλο η συζήτηση για τη «στρατηγική αυτονομία» της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Η Μόνιμη Διαρθρωμένη Συνεργασία της Ευρώπης (PESCO), η οποία αποτελεί μέρος της πολιτικής ασφάλειας και άμυνας της ΕΕ, υπάρχει ήδη.
Αυτό θα ήταν σημαντικό για την προστασία ενός κράτους μέλους όπως η Ελλάδα σε μια σύγκρουση με ένα κράτος εκτός ΕΕ όπως η Τουρκία. Υπάρχει ένας νομικός μηχανισμός, αλλά η αποφασιστικότητα αυτών των θεσμών δεν δοκιμάστηκε ποτέ, επομένως θα βρισκόμασταν σε αχαρτογράφητα ύδατα, ιδιαίτερα εφόσον μεγάλο μέρος της αρχιτεκτονικής ασφάλειας της Ευρώπης συνδέεται με το ΝΑΤΟ.

Και από την άλλη, οι σχέσεις των ΗΠΑ με την Τουρκία βρίσκονται στο χειρότερο σημείο τους, με βασικό σημείο διαμάχης την προμήθεια των F-16, παρά την πρόσφατη επίσκεψη του Άντονι Μπλίνκεν στην Άγκυρα. Ποια είναι η γνώμη σας για το θέμα; Θα μπορέσει η Τουρκία να ξεπεράσει τον σκόπελο και να συνεχίσει να προμηθεύεται όπλα, τόσο από τη Δύση όσο και από τη Ρωσία, κατά παράβαση των κανόνων του ΝΑΤΟ;
Οι Ηνωμένες Πολιτείες και η Τουρκία συμμετέχουν σε μια σειρά διαπραγματεύσεων για πολλά διαφορετικά ζητήματα: Τη σχέση της Αμερικής με τις κουρδικές δυνάμεις στη Συρία, πωλήσεις όπλων (F-16 στην Τουρκία, F-35 στην Ελλάδα, αναβαθμίσεις του συστήματος πυραύλων Patriot για την Τουρκία και η αγορά πυραύλων ρωσικών S-400 από την Τουρκία), η ρητορική της Τουρκίας προς την Ελλάδα, οι ενέργειες της Τουρκίας στο Αιγαίο και προς την ΑΟΖ της Κυπριακής Δημοκρατίας, τις πολιτικές της Τουρκίας να «ανοίγει» απαγορευμένες περιοχές της Κύπρου (Βαρώσια). Όπως αντιλαμβάνεστε, είναι μια αρκετά μεγάλη λίστα και μπορεί να απαιτήσει κάποιου είδους μεγάλης συμφωνίας για να επιλυθεί.
Η απόκτηση από την Τουρκία του συστήματος S-400 από τη Ρωσία δεν αποτελεί άμεση παραβίαση οποιωνδήποτε «κανόνων» του ΝΑΤΟ, αυτή καθαυτή. Το ΝΑΤΟ έχει πραγματικά έλλειψη σε νομικές λεπτομέρειες, αλλά το άρθρο VIII δηλώνει ότι τα μέρη της συνθήκης δεν πρέπει να αναλαμβάνουν «διεθνή δέσμευση σε σύγκρουση με αυτή τη Συνθήκη». Η αγορά του συστήματος S-400 από την Τουρκία μπορεί ασφαλώς να θεωρηθεί ως παραβίαση αυτού. Είτε η δράση της Τουρκίας παραβιάζει το γράμμα του νόμου είτε απλώς το πνεύμα του νόμου και δημιουργεί ζητήματα διαλειτουργικότητας και προκλήσεις για τον αμυντικό σχεδιασμό.
Η αγορά των S-400 από την Τουρκία ήταν περισσότερο πολιτική επιλογή παρά στρατιωτική. Δεν νομίζω ότι αντιπροσωπεύει μια τουρκική ανάγκη ή επιθυμία να προμηθεύονται ρωσικά ή κινεζικά συστήματα στο μέλλον. Από πολλές απόψεις, η αγορά της Τουρκίας μπορεί να θεωρηθεί ως μέρος της συγγνώμης της Τουρκίας προς τη Ρωσία για την κατάρριψη ενός ρωσικού αεροσκάφους. Η Ρωσία άσκησε μεγάλη πίεση στην Τουρκία, απείλησε με διπλωματικές και οικονομικές κυρώσεις (τουρισμός, ενέργεια, εμπόριο κ.λπ.) και η Τουρκία συνθηκολόγησε και ζήτησε συγγνώμη αγοράζοντας τους S-400. Αυτό ωφελεί τη Ρωσία με τη δημιουργία τμημάτων εντός του ΝΑΤΟ. Η Τουρκία προσπαθεί να διαχειριστεί λοιπόν τις επιπτώσεις από αυτό, αλλά η θέση της στο ΝΑΤΟ έχει υπονομευτεί.
Και τώρα που μιλήσαμε για ΝΑΤΟ… Το μπλόκο της Τουρκίας στην ενσωμάτωση Σουηδίας και Φινλανδίας έχει εκνευρίσει τους συμμάχους, ενώ στο Αιγαίο κάθε άλλο παρά «συμμαχική» είναι η στάση της. Έχει συζητηθεί το σενάριο ενός ΝΑΤΟ χωρίς την Τουρκία και πώς θα μπορούσε να γίνει αυτό;
Δεν νομίζω ότι οι χώρες του ΝΑΤΟ θέλουν να σκεφτούν μια συμμαχία χωρίς την Τουρκία. Οι χώρες μπορούν να αποχωρήσουν από τη συμμαχία, αλλά δεν υπάρχει μηχανισμός για την απομάκρυνση ενός μέλους. Η θέση της Τουρκίας εντός της συμμαχίας εκτιμάται πάντα και παραμένει σημαντική για την ασφάλεια της συμμαχίας. Παρά τη διαμάχη για την ένταξη της Σουηδίας και την ανθελληνική ρητορική, οι χώρες του ΝΑΤΟ θέλουν να κρατήσουν την Τουρκία στη συμμαχία. Η ανταγωνιστική πολιτική της Τουρκίας προς χώρες όπως η Σουηδία και η Ελλάδα, ωστόσο, έχει κάνει αρκετές ευρωπαϊκές χώρες να αναζητήσουν εναλλακτικούς τρόπους για να διασφαλίσουν την ασφάλειά τους. Ως αποτέλεσμα, πολλές ευρωπαϊκές χώρες μιλούν για την έννοια της «στρατηγικής αυτονομίας», όπως ανέφερα παραπάνω, και τρόπους ανάπτυξης μιας ανεξάρτητης ευρωπαϊκής αμυντικής ικανότητας που δεν θα εξαρτάται από τον συντονισμό του ΝΑΤΟ.
Κατά καιρούς, κάποιοι ισχυρίστηκαν ότι η «στρατηγική αυτονομία» ήταν ένας τρόπος για να ενεργήσει η Ευρώπη ανεξάρτητα από τις Ηνωμένες Πολιτείες, αλλά υπάρχουν λίγα (αν υπάρχουν) διεθνή ζητήματα στα οποία η Ευρώπη θα φαινόταν πιο επιθετική από τις ΗΠΑ, ώστε να εμπλακεί και μόνη της σε αυτά. Αντίθετα, ένας τρόπος χρήσης της «στρατηγικής αυτονομίας» είναι ως κώδικας για το πώς οι ευρωπαϊκές χώρες μπορούν να προστατευτούν από την τουρκική επιθετικότητα. Για χώρες όπως η Ελλάδα ή η Κύπρος, αυτό είναι απαραίτητο.

Έχετε ασχοληθεί πολύ με το Κυπριακό και κατά την τουρκική εισβολή δεν υπήρξε καμία αντίδραση από τη διεθνή κοινότητα, όπως είδαμε στην Ουκρανία. Δεδομένης της συνολικής αντίδρασης της Δύσης στη ρωσική εισβολή, θα βλέπατε μια θετική, δίκαιη εξέλιξη όσον αφορά στην επίλυση του Κυπριακού; Ποια θα ήταν αυτή;
Δυστυχώς, η Κύπρος έχει υποστεί τον αντίκτυπο της εισβολής και της κατοχής για σχεδόν πενήντα χρόνια. Πριν από μισό αιώνα ο κόσμος ήταν διαφορετικός. Η εισβολή της Τουρκίας έγινε κατά τη διάρκεια του Ψυχρού Πολέμου. Η Αμερική ανησυχούσε για την κλιμάκωση με τη Σοβιετική Ένωση. Όταν η Τουρκία επιτέθηκε στην Κύπρο, το έκανε ως σύμμαχος του ΝΑΤΟ. Σήμερα, η Ρωσία επιτίθεται στην Ουκρανία, αλλά είναι ανοιχτός ανταγωνιστής της Δύσης. Δεν υπάρχουν πολιτικές συμμαχίες με τη Ρωσία που πρέπει να διαχειριστεί η Δύση.
Το 1974, η Τουρκία μπόρεσε να εκμεταλλευτεί τις αμερικανικές ανησυχίες για τη Μόσχα για να πραγματοποιήσει την εισβολή της. Η Τουρκία μπόρεσε επίσης να εκμεταλλευτεί μια μοναδική ιστορική στιγμή. Υπήρχε χούντα στην Ελλάδα. Ο Μακάριος είχε μια εξαιρετικά ανταγωνιστική σχέση με τη χούντα και έτσι άναψε το πράσινο φως για το πραξικόπημα εναντίον του. Τότε, ο Μακάριος πήγε στον ΟΗΕ και μίλησε για «εισβολή» της χούντας. Η Τουρκία χρησιμοποίησε αυτό το πλαίσιο για να νομιμοποιήσει την εισβολή της.
Εν τω μεταξύ, οι Ηνωμένες Πολιτείες είχαν μόλις αποσυρθεί από το Βιετνάμ και δεν υπήρχε δημόσια υποστήριξη για περισσότερη στρατιωτική δράση στο εξωτερικό. Τέλος, ο Πρόεδρος Νίξον βρισκόταν στη μέση των ακροάσεων για την παραπομπή του και ήταν έτοιμος να παραιτηθεί. Παραιτήθηκε στις 9 Αυγούστου, μετά την πρώτη τουρκική εισβολή στις 20 Ιουλίου και πριν από τη δεύτερη, και πιο επιζήμια, φάση στις 15 Αυγούστου. Η Τουρκία αναμφίβολα το κεφαλαιοποίησε και αυτό.
Στον απόηχο της εισβολής της Τουρκίας, οι Ηνωμένες Πολιτείες επέβαλαν ένα (σύντομο) εμπάργκο όπλων στην Τουρκία. Τα Ηνωμένα Έθνη καταδίκασαν την εισβολή. Καμία χώρα δεν αναγνωρίζει τη νομιμότητα της κατοχής από την Τουρκία στο βόρειο τρίτο του νησιού. Δεν αναγνώρισαν την «Τουρκική Δημοκρατία» όταν κήρυξε την «ανεξαρτησία». Η Ευρωπαϊκή Ένωση χαιρέτισε την ένταξη της Κύπρου παρά τη συνεχιζόμενη διαίρεση του νησιού. Δεν θεωρεί την προσάρτηση στην Τουρκία ως λύση. Αυτές οι ενέργειες εκφράζουν, ομολογώ, μια πολύ περιορισμένη διεθνή αντίδραση, αλλά είναι κάτι.
Ο πόλεμος στην Ουκρανία θα μπορούσε να είναι μια ευκαιρία για τους ηγέτες που εμπλέκονται στο Κυπριακό να τονίσουν την ανάγκη για λύση. Από την Ουκρανία, βλέπουμε τους κινδύνους ασταθών και ελλιπών λύσεων στις πολιτικές διαφορές. Στην περίπτωση της Ουκρανίας, διάφορες συνθήκες και εκεχειρίες (για παράδειγμα, το Μνημόνιο της Βουδαπέστης του 1994 και οι Συμφωνίες του Μινσκ του 2014 και του 2015) δεν κατέληξαν σε μόνιμη λύση. Οποιαδήποτε λύση στην Κύπρο πρέπει να παρέχει τη βάση για μια διαρκή ειρήνη. Η Κύπρος έχει ιστορία ασταθών ειρηνευτικών συμφωνιών. Ο οικισμός του 1960 διαλύθηκε με τη βία στα τέλη του 1963. Το 1967 υπήρξε κρίση και, φυσικά, η εισβολή του 1974 και η συνεχιζόμενη κατοχή έκτοτε.
Η επίλυση του Κυπριακού θα είναι πρόκληση, κυρίως επειδή η κατάσταση στο νησί είναι αρκετά ειρηνική από το 1974.
Κατά την άποψή μου, ένα ψήφισμα έχει τρία βασικά στοιχεία.
Πρώτον, πρέπει να υπάρξει επίλυση των εντάσεων μεταξύ Ελληνοκυπρίων και Τουρκοκυπρίων. Για πάρα πολύ καιρό, ορισμένοι Ελληνοκύπριοι είχαν προσεγγίσει τους Τουρκοκύπριους ως πολίτες δεύτερης κατηγορίας ή ανεπιθύμητους «επισκέπτες» σε ένα «ελληνικό» νησί. Αυτού του είδους ο εθνικισμός αποτελεί εμπόδιο για μια μόνιμη ή «δίκαιη» λύση. Ορισμένοι Τουρκοκύπριοι αρνήθηκαν παρομοίως να αποδεχτούν την ιδέα μιας ενοποιημένης Κύπρου, επιδιώκοντας στενότερες σχέσεις με την Τουρκία και αρνούμενοι να ζήσουν με τις πλειοψηφικές αρχές στο νησί. Αυτές οι συμπεριφορές αποτελούν επίσης εμπόδια. Υπάρχουν συμβιβασμοί που πρέπει να κάνουν και οι δύο πλευρές, αλλά η λύση πρέπει να είναι κυπριακή (ελληνοκυπριακή και τουρκοκυπριακή).
Δεύτερον, ενώ πιστεύω ότι χρειαζόμαστε περισσότερη τουρκοκυπριακή παρουσία σε μια λύση, υπάρχει ανάγκη για λιγότερη Τουρκία. Η Τουρκία χρησιμοποιεί την τουρκοκυπριακή μειονότητα ως δικαιολογία για τον συνεχιζόμενο ιμπεριαλισμό στην Κύπρο. Η Οθωμανική Αυτοκρατορία διαλύθηκε το 1919. Η Τουρκία παραμέρισε επισήμως οποιαδήποτε αξίωση έναντι της Κύπρου με τη Συνθήκη της Λωζάνης του 1923. Η Τουρκία δεν μπορεί να έχει ρόλο εγγυήτριας, κατοχικής, αποικιακής δύναμης κ.λπ. στην Κύπρο. Δεν είναι μια σταθερή κατάσταση για τους Κύπριους και οι περισσότεροι Κύπριοι (ιδιαίτερα οι Ελληνοκύπριοι) θα αντισταθούν.
Τρίτον, η Ευρωπαϊκή Ένωση πρέπει να διαδραματίσει σημαντικό ρόλο στη διευθέτηση του Κυπριακού. Ολόκληρο το νησί έγινε δεκτό στην Ευρωπαϊκή Ένωση το 2004. Ενώ οι Ελληνοκύπριοι συνέχισαν να ενσωματώνονται στο ευρωπαϊκό εγχείρημα, οι Τουρκοκύπριοι δεν το έχουν κάνει. Η κατεχόμενη περιοχή βρίσκεται σε μια περίεργη κατάσταση όπου είναι μεν μέρος της ευρωπαϊκής θεωρίας, αλλά όχι στην πράξη. Η Ευρωπαϊκή Ένωση μπορεί να βοηθήσει στην ενσωμάτωση αυτών των περιοχών σε μια επανενωμένη Κύπρο και μια επανενωμένη Κύπρο στην Ευρωπαϊκή Ένωση πληρέστερα. Έτσι, με λίγα λόγια, νομίζω ότι σταθερότητα και «δίκαιη» λύση σημαίνει περισσότερους Τουρκοκύπριους, λιγότερη Τουρκία και περισσότερη Ευρώπη στη λύση.
Τέλος, θα ήθελα να σας ρωτήσω για το πρόσφατο βιβλίο σας, που αφορά στα μαθήματα από τον Θουκυδίδη και πώς μπορούμε να τα εφαρμόσουμε σήμερα. Ποια είναι η κεντρική ιδέα του βιβλίου και τι μπορεί να μας διδάξει ο μεγάλος Έλληνας ιστορικός για τα τρέχοντα και μελλοντικά γεγονότα;

Η κεντρική ιδέα του βιβλίου είναι ότι αν θέλουμε πραγματικά να αντλήσουμε μαθήματα από κλασικά κείμενα όπως ο Θουκυδίδης, θα πρέπει να βασιστούμε τόσο σε μια ολοκληρωμένη ανάγνωση του ίδιου του βιβλίου όσο και σε μια πιο εμπεριστατωμένη κατανόηση της εποχής του συγγραφέα. Με τον συν-συγγραφέα μου Jay Parker, προσπαθούμε να εμβαθύνουμε από τις τυπικές ερμηνείες και αναλύσεις. Για παράδειγμα, ο Θουκυδίδης υποστήριξε περίφημα ότι η πιο αληθινή αιτία του πολέμου ήταν «η ανάπτυξη της αθηναϊκής δύναμης και ο φόβος που προκάλεσε αυτό στη Σπάρτη». Αυτή η δήλωση έχει χρησιμοποιηθεί για να συναχθούν πολλές θεωρίες της διεθνούς πολιτικής.
Οι θεωρίες, για παράδειγμα, ότι όταν ένας ανερχόμενος διεκδικητής απειλεί έναν καθιερωμένο ηγέτη, τότε υπάρχει συνήθως ένταση και αυξημένος κίνδυνος σύγκρουσης. Αυτό είναι πραγματικά χρήσιμο για τη χάραξη πολιτικής. Η βαθύτερη κατανόηση του φόβου και της δύναμης είναι απαραίτητη εάν θέλουμε να κατανοήσουμε χρήσιμα διδάγματα από το επιχείρημα του Θουκυδίδη και να κατανοήσουμε το ίδιο το επιχείρημα. Πρέπει να διαβάσουμε τον Θουκυδίδη πιο διεξοδικά και να εξερευνήσουμε το ιστορικό πλαίσιο της Σπάρτης και της Αθήνας για να καταλάβουμε τι σημαίνουν αυτοί οι όροι.
Η Σπάρτη, ως μοναδική ιστορική οντότητα είχε ένα ιδιαίτερο σύνολο φόβων. Μερικοί από αυτοί είναι ιδιόμορφοι ειδικά για τη Σπάρτη, όπως ο φόβος της εξέγερσης των ειλώτων (ιδιαίτερα η εξέγερση των ειλώτων που υποκινείται από τις αθηναϊκές ιδέες για τη δημοκρατία). Άλλοι σπαρτιατικοί φόβοι ήταν σχετικά πιο κοινοί, αλλά ίσχυαν και ευρύτερα. Η Σπάρτη, για παράδειγμα, φοβόταν ότι θα έχανε τους συμμάχους της αν αποτύγχανε να αντιμετωπίσει την Αθήνα. Τώρα, πολλά κράτη ανησυχούν για το καθεστώς των συμμαχιών τους. Μιλήσαμε για το πώς τα κράτη σήμερα μπορεί να χάσουν συμμάχους. Για τη Σπάρτη, η απώλεια συμμάχων σήμαινε απώλεια ανθρώπινου δυναμικού εντός της στρατιωτικής συμμαχίας της, απώλεια πλοίων, απώλεια διπλωματικής μόχλευσης και απώλεια της περιφερειακής υπεροχής. Αυτοί ήταν χειροπιαστοί και σοβαροί φόβοι που την ώθησαν στον πόλεμο με την Αθήνα.
Στο βιβλίο αναλύουμε και την έννοια της εξουσίας. Όταν ο Θουκυδίδης καταγράφει την «άνοδο της αθηναϊκής εξουσίας», για τι είδους δύναμη μιλάει; Υπάρχει στρατιωτική ισχύς, οικονομική ισχύς, διπλωματική ισχύς, ιδεολογική δύναμη, κ.λπ. Μέρος του πλούτου της αφήγησης του Θουκυδίδη είναι ότι μας αναγκάζει να σκεφτούμε πώς να συλλάβουμε την εξουσία. Η δύναμη είναι κάτι περισσότερο από πλοία και ανθρώπους. Είναι σύμμαχοι, είναι ιδέες και ιδεολογία, είναι οικονομία. Είναι η δύναμη να ταΐζεις τους πολίτες σου, να προμηθεύεις τους στρατούς σου, ακόμα και η δύναμη της εσωτερικής δομής ενός κράτους να αντέξει μπροστά σε εξωτερικές και εσωτερικές πιέσεις.
Για παράδειγμα, το αθηναϊκό κράτος κατέρρευσε κατά τον Πελοποννησιακό πόλεμο και η Δημοκρατία ανατράπηκε με ολιγαρχικό πραξικόπημα. Το μικτό σύνταγμα της Σπάρτης επέζησε του πολέμου ανέπαφο και βοήθησε την ίδια τη Σπάρτη να επιβιώσει. Η σπαρτιατική κοινωνία, ιεραρχική και κατασταλτική όπως ήταν, ανταποκρίθηκε στις κακουχίες του πολέμου καλύτερα από την αθηναϊκή κοινωνία. Αυτό δεν είναι ένα μάθημα ότι οι ολιγαρχίες είναι καλύτερες γενικά ή σε καιρό πολέμου από τις δημοκρατίες, αλλά είναι μια πρόσκληση να διερευνήσουμε λεπτομερέστερα τι κάνει τις κοινωνίες πιο ανθεκτικές ή πιο ευάλωτες στο εσωτερικό όταν εμπλέκονται σε συγκρούσεις.
*Ο Δρ. Andrew Novo είναι Καθηγητής Στρατηγικών Σπουδών στο Πανεπιστήμιο Εθνικής Άμυνας στην Ουάσιγκτον, DC, επίκουρος καθηγητής στο Πανεπιστήμιο Georgetown και ανώτερος εξωτερικος συνεργάτης του Κέντρου Ανάλυσης Ευρωπαϊκής Πολιτικής.
Οι απόψεις που εκφράζονται σε αυτή τη συνέντευξη είναι εξ ολοκλήρου δικές του και δεν αντιπροσωπεύουν την επίσημη πολιτική της κυβέρνησης των ΗΠΑ, τις απόψεις του Υπουργείου Άμυνας ή του Πανεπιστημίου Εθνικής Άμυνας.
ΠΗΓΗ: newsbomb.gr
Αναλύσεις
Η Κίνα βρίσκει δρόμο που παρακάμπτει το Πακιστάν – Ο διάδρομος Ουαχάν αλλάζει τις γεωπολιτικές ισορροπίες
Μία νέα οδική αρτηρία μήκους 121 χιλιομέτρων στο βορειοανατολικό Αφγανιστάν δημιουργεί τις προϋποθέσεις για απευθείας χερσαία σύνδεση με την Κίνα, χωρίς διέλευση από το Πακιστάν. Η ολοκλήρωση του δρόμου στον ιστορικό διάδρομο Ουαχάν αποκτά ιδιαίτερη γεωπολιτική σημασία, καθώς το Πεκίνο αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα ασφαλείας με τις επενδύσεις του στο Πακιστάν, ενώ η Καμπούλ επιδιώκει να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ.
Μία σημαντική εξέλιξη στις χερσαίες μεταφορές και στις γεωπολιτικές ισορροπίες της Κεντρικής Ασίας καταγράφεται στο Αφγανιστάν, με την ολοκλήρωση νέου δρόμου στον στρατηγικής σημασίας διάδρομο Ουαχάν.
Σύμφωνα με ανάλυση του Imran Khurshid που δημοσιεύθηκε στις 9 Οκτωβρίου 2026 στο Asia Times, οι αφγανικές αρχές εγκαινίασαν οδική διαδρομή 121 χιλιομέτρων, η οποία εκτείνεται από την περιοχή Μπρογκίλ έως τα σύνορα με την Κίνα, στην επαρχία Μπανταχσάν.
Το έργο κόστισε περίπου 365 εκατομμύρια αφγάνι, ποσό που αντιστοιχεί σε περίπου 5,5 εκατομμύρια δολάρια.
Κατά τις αφγανικές ανακοινώσεις, κατασκευάστηκε από ντόπιους μηχανικούς και εργαζομένους, χωρίς τη συμμετοχή ξένων τεχνικών συμβούλων.
Η νέα διαδρομή φθάνει στα σινοαφγανικά σύνορα. Αυτό, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι λειτουργεί ήδη πλήρης διεθνής εμπορευματικός διάδρομος, καθώς εξακολουθούν να υπάρχουν σημαντικοί τεχνικοί και συνοριακοί περιορισμοί.
Γιατί ο διάδρομος Ουαχάν έχει στρατηγική σημασία
Ο διάδρομος Ουαχάν αποτελεί μια στενή λωρίδα αφγανικού εδάφους ανάμεσα στο Τατζικιστάν, το Πακιστάν και την Κίνα.
Η γεωγραφική του διαμόρφωση συνδέεται με τον ανταγωνισμό της Βρετανικής και της Ρωσικής Αυτοκρατορίας κατά τον 19ο αιώνα.
Η περιοχή διατηρήθηκε ως ζώνη διαχωρισμού των δύο αυτοκρατορικών σφαιρών επιρροής, αποτελώντας ένα από τα χαρακτηριστικότερα γεωγραφικά κατάλοιπα του λεγόμενου «Μεγάλου Παιχνιδιού».
Σήμερα, η ίδια περιοχή αποκτά νέα σημασία, αυτή τη φορά λόγω της προσπάθειας σύνδεσης της Κίνας με το Αφγανιστάν και ευρύτερα με την Κεντρική Ασία.
Ο δρόμος ανοίγει τη δυνατότητα δημιουργίας μιας εναλλακτικής οδού μεταφορών, περιορίζοντας δυνητικά την ανάγκη διέλευσης από το πακιστανικό έδαφος.
Το πρόβλημα της Κίνας με τον οικονομικό διάδρομο CPEC
Το ενδιαφέρον της εξέλιξης εντοπίζεται κυρίως στην προσπάθεια του Πεκίνου να περιορίσει την εξάρτησή του από ευάλωτες υποδομές.
Ο Οικονομικός Διάδρομος Κίνας–Πακιστάν, γνωστός ως CPEC, αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα προγράμματα της κινεζικής πρωτοβουλίας Belt and Road.
Μέσω του συγκεκριμένου σχεδίου, η Κίνα επιχειρεί να ενισχύσει τις εμπορικές και ενεργειακές συνδέσεις της με τη Νότια Ασία και την Αραβική Θάλασσα.
Ωστόσο, η υλοποίηση των έργων έχει αντιμετωπίσει σοβαρές δυσκολίες.
Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, οργανώσεις αυτονομιστών έχουν πραγματοποιήσει επανειλημμένες επιθέσεις εναντίον κινεζικών συμφερόντων, εγκαταστάσεων και εργαζομένων.
Οι επιθέσεις αυτές έχουν επιβαρύνει την ασφάλεια των υποδομών και έχουν αυξήσει το κόστος προστασίας των κινεζικών επενδύσεων.
Παράλληλα, έχουν διατυπωθεί καταγγελίες για καθυστερήσεις, κακοδιαχείριση και προβλήματα διαφάνειας σε επιμέρους προγράμματα του CPEC.
Η εδαφική διαμάχη με την Ινδία
Μια επιπλέον γεωπολιτική δυσκολία συνδέεται με τη διέλευση του CPEC από το Γκιλγκίτ–Μπαλτιστάν.
Η περιοχή διοικείται από το Πακιστάν, αλλά διεκδικείται από την Ινδία, στο πλαίσιο της ευρύτερης διαμάχης για το Κασμίρ.
Το Νέο Δελχί έχει αντιταχθεί επανειλημμένα σε έργα που διέρχονται από εδάφη τα οποία θεωρεί τμήμα της δικής του επικράτειας.
Αυτό σημαίνει ότι ο οικονομικός διάδρομος Κίνας–Πακιστάν δεν αποτελεί μόνο αναπτυξιακό πρόγραμμα, αλλά συνδέεται με μία από τις πιο ευαίσθητες εδαφικές αντιπαραθέσεις της Ασίας.
Η δημιουργία εναλλακτικών διαδρομών μέσω του Αφγανιστάν θα μπορούσε μακροπρόθεσμα να προσφέρει στο Πεκίνο μεγαλύτερη ευελιξία.
Δεν υπάρχει, πάντως, ένδειξη ότι ο δρόμος του Ουαχάν μπορεί σήμερα να αντικαταστήσει τις μεγάλες μεταφορικές υποδομές του CPEC.
Η Καμπούλ επιχειρεί να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ
Για την κυβέρνηση των Ταλιμπάν, το έργο έχει και μία σαφή πολιτική διάσταση.
Το Αφγανιστάν εξαρτάται σε σημαντικό βαθμό από συνοριακές διαβάσεις και μεταφορικούς άξονες που περνούν από το Πακιστάν.
Οι επανειλημμένες εντάσεις ανάμεσα στις δύο χώρες έχουν προκαλέσει κλείσιμο συνοριακών περασμάτων, διακοπές εμπορικών ροών και επιβάρυνση της αφγανικής οικονομίας.
Μια εναλλακτική χερσαία διέξοδος προς την Κίνα θα μπορούσε, εφόσον αναπτυχθεί και καταστεί λειτουργική, να μειώσει τη δυνατότητα του Πακιστάν να χρησιμοποιεί τη γεωγραφική του θέση ως μέσο πίεσης προς την Καμπούλ.
Η αφγανική πλευρά αντιμετωπίζει το έργο ως σημαντική υποδομή οικονομικής και στρατηγικής αυτονομίας.
Η στάση της Κίνας και της Ρωσίας
Παρά την προοπτική άμεσης σύνδεσης, το Πεκίνο δεν έχει εγκαταλείψει τον οικονομικό διάδρομο CPEC ούτε έχει ανακοινώσει ότι ο Ουαχάν θα τον αντικαταστήσει.
Η Κίνα εξακολουθεί να διατηρεί σημαντικά οικονομικά και στρατηγικά συμφέροντα στο Πακιστάν.
Αντίστοιχα, η Ρωσία ενδιαφέρεται για τη σταθερότητα του Αφγανιστάν και για την ανάπτυξη νέων δικτύων επικοινωνίας στην Κεντρική Ασία.
Η δημιουργία περισσότερων επιλογών διασύνδεσης ενδέχεται να περιορίσει την αποκλειστική σημασία ορισμένων παραδοσιακών μεταφορικών διαδρομών.
Η πραγματική αξία του Ουαχάν θα εξαρτηθεί από τη βελτίωση των οδικών υποδομών, τη λειτουργία συνοριακών και τελωνειακών εγκαταστάσεων, τις καιρικές συνθήκες και τις πολιτικές αποφάσεις της Κίνας.
Το μήνυμα προς το Πακιστάν
Η νέα διαδρομή αναδεικνύει μια σημαντική γεωπολιτική πραγματικότητα: η γεωγραφική θέση ενός κράτους προσφέρει στρατηγικά πλεονεκτήματα, αλλά η αξιοποίησή τους εξαρτάται από την ασφάλεια και την αξιοπιστία των μεταφορικών του δικτύων.
Το Πακιστάν εξακολουθεί να αποτελεί κρίσιμο εταίρο της Κίνας, ιδιαίτερα στο πλαίσιο του CPEC.
Ταυτόχρονα, όμως, η αστάθεια, οι επιθέσεις σε κινεζικά συμφέροντα και οι αντιπαραθέσεις με το Αφγανιστάν δημιουργούν κίνητρα αναζήτησης εναλλακτικών επιλογών.
Ο διάδρομος Ουαχάν δεν έχει ακόμη μετατραπεί σε μεγάλο εμπορικό πέρασμα. Η κατασκευή του δρόμου, ωστόσο, καταδεικνύει ότι το Αφγανιστάν επιχειρεί να αποκτήσει πρόσθετες διεθνείς συνδέσεις και ότι η αποκλειστική εξάρτηση από το Πακιστάν δεν αποτελεί πλέον τη μοναδική γεωγραφική επιλογή.
Για το Ισλαμαμπάντ, η εξέλιξη αποτελεί μια νέα στρατηγική παράμετρο που θα πρέπει να συνυπολογίσει στις σχέσεις του με το Πεκίνο και την Καμπούλ.
Διεθνή
Γερμανία: Το ρωσικό φυσικό αέριο επιστρέφει έμμεσα μέσω των λιπασμάτων, παρά τους ευρωπαϊκούς δασμούς
Οι εισαγωγές ρωσικών αζωτούχων λιπασμάτων μειώθηκαν κατά 66% το 2025-2026, αλλά παραμένουν 53% υψηλότερες από τα επίπεδα πριν από τον πόλεμο στην Ουκρανία.
Το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία διατηρεί ανταγωνιστικά τα ρωσικά προϊόντα, σύμφωνα με στοιχεία που δημοσίευσε η Berliner Zeitung. Η Γερμανία εξακολουθεί να συνδέεται εμπορικά με το ρωσικό φυσικό αέριο, παρά τις ευρωπαϊκές προσπάθειες περιορισμού της ενεργειακής εξάρτησης από τη Μόσχα.
Αυτή τη φορά, η σύνδεση δεν αφορά αποκλειστικά την άμεση προμήθεια φυσικού αερίου, αλλά τις εισαγωγές λιπασμάτων που παράγονται με τη χρήση ρωσικού αερίου ως πρώτης ύλης και πηγής ενέργειας. Σύμφωνα με δημοσίευμα της γερμανικής εφημερίδας, που βασίζεται σε στοιχεία του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου και του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι εισαγωγές αζώτου μέσω ρωσικών λιπασμάτων μειώθηκαν σημαντικά κατά το 2025-2026. Ωστόσο, εξακολουθούν να βρίσκονται πάνω από τα επίπεδα που καταγράφονταν πριν από τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία.
Τα στοιχεία των εισαγωγών και η σύγκριση με την προπολεμική περίοδο
Το 2025-2026, η Γερμανία εισήγαγε 48.800 τόνους αζώτου μέσω λιπασμάτων ρωσικής προέλευσης. Η ποσότητα αυτή είναι μειωμένη κατά περίπου 66% σε σύγκριση με το προηγούμενο έτος, αλλά παραμένει κατά 53% υψηλότερη από τους 31.800 τόνους που είχαν καταγραφεί το 2020-2021, πριν από τον πόλεμο.
Η εξέλιξη των εισαγωγών δείχνει πόσο έντονη ήταν η αύξηση μετά το 2022. Το 2021-2022 οι εισαγωγές έφτασαν τους 56.800 τόνους αζώτου, ενώ το 2022-2023 εκτοξεύθηκαν στους 185.100 τόνους. Στη συνέχεια καταγράφηκαν 140.200 τόνοι το 2023-2024 και 143.800 τόνοι το 2024-2025, προτού σημειωθεί η μεγάλη υποχώρηση της τελευταίας περιόδου. Τα στοιχεία αφορούν την ποσότητα του αζώτου που περιέχεται στα εισαγόμενα λιπάσματα και όχι το συνολικό βάρος των προϊόντων.
Τα λιπασματικά έτη υπολογίζονται από τον Ιούλιο έως τον Ιούνιο. Η ποσότητα αζώτου που εισήχθη στη Γερμανία μέσω ρωσικής ουρίας μειώθηκε από 71.600 τόνους σε 27.600 τόνους, καταγράφοντας πτώση άνω του 61%. Παρά τη μείωση, η ποσότητα εξακολουθεί να είναι σχεδόν τριπλάσια από τους 9.900 τόνους του 2020-2021. Η συγκεκριμένη εξέλιξη αναδεικνύει το βασικό πρόβλημα της ευρωπαϊκής πολιτικής περιορισμού των εμπορικών δεσμών με τη Ρωσία. Ακόμη και όταν περιορίζονται οι εισαγωγές συγκεκριμένων προϊόντων, οι οικονομικές σχέσεις μπορούν να διατηρούνται μέσω άλλων κατηγοριών αγαθών, ιδιαίτερα όταν αυτά έχουν χαμηλότερο κόστος παραγωγής.
Γιατί οι ρωσικές εισαγωγές παραμένουν ανταγωνιστικές
Καθοριστικός παράγοντας είναι το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία και στην υπόλοιπη Ευρώπη. Η παραγωγή αζωτούχων λιπασμάτων απαιτεί μεγάλες ποσότητες φυσικού αερίου, το οποίο χρησιμοποιείται τόσο ως πρώτη ύλη όσο και ως πηγή ενέργειας. Σύμφωνα με τον Σύνδεσμο Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι ευρωπαϊκοί δασμοί, που τέθηκαν σε ισχύ τον Ιούλιο του 2025, περιόρισαν σημαντικά τις εισαγωγές ρωσικών λιπασμάτων. Ωστόσο, δεν εξάλειψαν το ανταγωνιστικό πλεονέκτημα των ρωσικών προϊόντων. Ο σύνδεσμος επισημαίνει ότι οι υψηλές τιμές ενέργειας δυσκολεύουν τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις να αυξήσουν την εγχώρια παραγωγή και να καλύψουν μεγαλύτερο μέρος των αναγκών της αγοράς. Ως αποτέλεσμα, τα ρωσικά λιπάσματα εξακολουθούν να παραμένουν ελκυστικά, ακόμη και μετά την επιβολή πρόσθετων δασμών.
Παράλληλα, σύμφωνα με τον IVA, είναι πιθανό ορισμένες ποσότητες ρωσικών προϊόντων να φτάνουν στη γερμανική αγορά μέσω άλλων κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το μέγεθος αυτών των έμμεσων εισαγωγών, ωστόσο, δεν μπορεί να προσδιοριστεί με ακρίβεια από τα διαθέσιμα στοιχεία.
Δεν αποδίδονται οι αυξήσεις των τιμών αποκλειστικά στους δασμούς
Το ζήτημα έχει άμεση σημασία για τους Γερμανούς αγρότες, καθώς το κόστος των λιπασμάτων επηρεάζει την παραγωγή και, τελικά, την οικονομική βιωσιμότητα των καλλιεργειών. Ο IVA υποστηρίζει ότι η μείωση των ρωσικών εισαγωγών δεν έχει προκαλέσει μέχρι στιγμής σαφή αύξηση των τιμών εξαιτίας των δασμών. Σύμφωνα με τον σύνδεσμο, η εγχώρια παραγωγική δυναμικότητα και οι εισαγωγές από άλλες χώρες, μεταξύ των οποίων η Αίγυπτος, επαρκούν για την κάλυψη των αναγκών της αγοράς. Την ίδια στιγμή, ο σύνδεσμος αποδίδει τις υψηλές τιμές των λιπασμάτων το 2026 στις διεθνείς ενεργειακές αναταράξεις, στον πόλεμο με το Ιράν και στην κρίση γύρω από τα Στενά του Ορμούζ, παράγοντες που επηρεάζουν το κόστος μεταφοράς και τις παγκόσμιες τιμές ενέργειας και λιπασμάτων.
Οι εκτιμήσεις αυτές αποτελούν τις θέσεις του κλαδικού συνδέσμου και δεν συνιστούν από μόνες τους ανεξάρτητη αξιολόγηση όλων των παραγόντων που διαμορφώνουν τις τιμές.
Νέες πιέσεις για περιορισμό των ρωσικών εισαγωγών
Με αφορμή τα στοιχεία, ο IVA ζητά να εξεταστεί η επιβολή πρόσθετων δασμών στις εισαγωγές καλιούχων λιπασμάτων από τη Ρωσία και τη Λευκορωσία. Το κάλιο αποτελεί βασικό θρεπτικό στοιχείο για τις καλλιέργειες και αντιπροσωπεύει μια ακόμη κατηγορία προϊόντων στην οποία η ευρωπαϊκή αγορά διατηρεί εμπορικές σχέσεις με τις δύο χώρες.
Ο σύνδεσμος εκτιμά ότι η ευρωπαϊκή βιομηχανία μπορεί να καλύψει τις ανάγκες της γεωργίας χωρίς να εξαρτάται από τις συγκεκριμένες εισαγωγές και υποστηρίζει ότι πρόσθετοι δασμοί δεν θα πρέπει να οδηγήσουν αναγκαστικά σε αυξήσεις τιμών. Η συζήτηση, ωστόσο, αποτυπώνει το ευρύτερο δίλημμα της ευρωπαϊκής οικονομικής πολιτικής. Η μείωση της εξάρτησης από τη Ρωσία απαιτεί όχι μόνο εμπορικούς περιορισμούς, αλλά και ανταγωνιστική εγχώρια παραγωγή, προσιτό ενεργειακό κόστος και εναλλακτικές πηγές προμήθειας.
Τα δεδομένα της γερμανικής αγοράς δείχνουν ότι οι δασμοί μπορούν να περιορίσουν σημαντικά τις εισαγωγές, χωρίς όμως να εξαλείψουν αυτομάτως τις οικονομικές σχέσεις που στηρίζονται σε διαφορές κόστους παραγωγής. Για τη Γερμανία και την Ευρωπαϊκή Ένωση, η πρόκληση παραμένει η εξισορρόπηση τριών στόχων: της ενεργειακής και οικονομικής ασφάλειας, της στήριξης της εγχώριας βιομηχανίας και της διατήρησης προσιτού κόστους για τον αγροτικό τομέα.
Με πληροφορίες του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA) και του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου.
Αναλύσεις
Πακιστάν: Μειώθηκαν οι τρομοκρατικές επιθέσεις, αλλά αυξάνονται οι απειλές – Αντάρτικες οργανώσεις αναπτύσσουν νέες τακτικές και στρατολογούν γυναίκες
Η νέα έκθεση του Pakistan Institute for Conflict and Security Studies (PICSS) αποκαλύπτει ένα αντιφατικό περιβάλλον ασφαλείας: Λιγότερες επιθέσεις και θύματα, αλλά αναδιοργάνωση ένοπλων ομάδων, χρήση drones, εσωτερικές συγκρούσεις και αυξανόμενη αστάθεια στο Μπαλουχιστάν. Η πολιτική κρίση επιβαρύνει την προσπάθεια αντιμετώπισης της τρομοκρατίας.
Μια εξαιρετικά σύνθετη εικόνα για την ασφάλεια στο Πακιστάν αποτυπώνει η νέα εβδομαδιαία ανάλυση του Pakistan Institute for Conflict and Security Studies (PICSS), η οποία δημοσιεύθηκε στις 10 Οκτωβρίου 2026. Παρά τη μείωση των επιθέσεων από ένοπλες οργανώσεις κατά την πρώτη εβδομάδα του μήνα, οι εξελίξεις στο εσωτερικό των εξτρεμιστικών και αυτονομιστικών ομάδων δημιουργούν σοβαρά ερωτήματα για την πραγματική αποτελεσματικότητα των επιχειρήσεων ασφαλείας.
Η έκθεση με τίτλο «Pakistan’s Security Paradox: Militant Attacks Decline as Militant Groups Signal New Developments» καταγράφει υποχώρηση των επιθέσεων, αλλά παράλληλα εντοπίζει ενδείξεις οργανωτικής αναδιάρθρωσης, νέων επιχειρησιακών μεθόδων και εντατικοποίησης της προπαγανδιστικής δραστηριότητας.
Μείωση 18% στις επιθέσεις – Παραμένει σοβαρή η απειλή
Σύμφωνα με το PICSS, από τις 2 έως τις 8 Οκτωβρίου καταγράφηκαν συνολικά 46 επιθέσεις ενόπλων οργανώσεων στο Πακιστάν, έναντι 56 την αμέσως προηγούμενη εβδομάδα.
Η μείωση ανέρχεται στο 18%, ενώ αισθητή είναι και η υποχώρηση του αριθμού των θυμάτων.
Οι νεκροί μειώθηκαν από 52 σε 42 και οι τραυματίες από 53 σε 23.
Ωστόσο, η εικόνα δεν είναι ομοιόμορφη σε ολόκληρη τη χώρα.
Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, όπου δραστηριοποιούνται ιδιαίτερα ενεργές αυτονομιστικές οργανώσεις, οι απώλειες αυξήθηκαν παρά τη μείωση του αριθμού των επιθέσεων.
Το στοιχείο αυτό δημιουργεί προβληματισμό για το κατά πόσον οι ένοπλες ομάδες μεταβάλλουν τις τακτικές τους, πραγματοποιώντας λιγότερες αλλά δυνητικά πιο φονικές επιχειρήσεις.
Οι Πακιστανοί Ταλιμπάν αλλάζουν τακτική – Drones και ελεύθεροι σκοπευτές
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν οι εξελίξεις στο εσωτερικό της Tehrik-i-Taliban Pakistan (TTP), της οργάνωσης που είναι γνωστή ως Πακιστανοί Ταλιμπάν.
Σύμφωνα με την ανάλυση, η TTP επέβαλε περιορισμούς στη χρήση των μέσων κοινωνικής δικτύωσης από τα μέλη της.
Η συγκεκριμένη απόφαση αποκτά σημασία σε μια περίοδο κατά την οποία οι ένοπλες οργανώσεις χρησιμοποιούν τις ψηφιακές πλατφόρμες τόσο για προπαγάνδα όσο και για την προβολή των επιχειρησιακών τους δυνατοτήτων.
Την ίδια στιγμή, η TTP δημοσιοποίησε οπτικό υλικό στο οποίο υποστηρίζει ότι καταγράφονται επιθέσεις με τετρακόπτερα μη επανδρωμένα αεροσκάφη και ενέργειες ελεύθερων σκοπευτών.
Οι ισχυρισμοί αυτοί δεν συνιστούν ανεξάρτητη επιβεβαίωση της αποτελεσματικότητας ή της έκτασης χρήσης των συγκεκριμένων μέσων.
Παρ’ όλα αυτά, η προβολή τέτοιων επιχειρήσεων εντάσσεται σε μια ευρύτερη προσπάθεια των οργανώσεων να παρουσιάσουν εικόνα τεχνολογικής προσαρμογής και να ενισχύσουν την επιρροή τους.
Εσωτερικές συγκρούσεις στις ένοπλες οργανώσεις
Την ίδια περίοδο, η Jamaat-ul-Ahrar, οργάνωση που έχει συνδεθεί με το δίκτυο των Πακιστανών Ταλιμπάν, ανακοίνωσε ότι πραγματοποίησε 122 επιθέσεις κατά τη διάρκεια του Σεπτεμβρίου.
Πρόκειται για αριθμό που προέρχεται από τους ισχυρισμούς της ίδιας της οργάνωσης και δεν πρέπει να συγχέεται με τα ανεξάρτητα καταγεγραμμένα περιστατικά του PICSS.
Παράλληλα, αναφέρθηκαν αιματηρές συγκρούσεις ανάμεσα σε μαχητές της Jamaat-ul-Ahrar και αντίπαλης φράξιας της TTP στην περιοχή Ορακζάι.
Οι πληροφορίες αυτές αναδεικνύουν ένα επιπλέον πρόβλημα για την ασφάλεια του Πακιστάν: τον κατακερματισμό του περιβάλλοντος των ενόπλων οργανώσεων.
Οι εσωτερικές συγκρούσεις ενδέχεται να αποδυναμώνουν προσωρινά ορισμένα δίκτυα, αλλά μπορούν επίσης να προκαλέσουν νέες αντιπαραθέσεις, ανακατατάξεις και αποσχίσεις.
Μπαλουχιστάν: Ένοπλη γυναικεία μονάδα και κλιμάκωση της προπαγάνδας
Σημαντικές εξελίξεις καταγράφονται και στο Μπαλουχιστάν, την επαρχία του νοτιοδυτικού Πακιστάν που συνορεύει με το Ιράν και το Αφγανιστάν και έχει στρατηγική σημασία λόγω των φυσικών πόρων και της πρόσβασής της στην Αραβική Θάλασσα.
Το Balochistan Liberation Front (BLF), μία από τις οργανώσεις που επιδιώκουν την ανεξαρτησία του Μπαλουχιστάν, δημοσιοποίησε υλικό για τη συγκρότηση νέου γυναικείου ένοπλου σχηματισμού.
Η συγκεκριμένη κίνηση προβάλλεται από την οργάνωση ως οργανωτική εξέλιξη. Δεν υπάρχουν, ωστόσο, επαρκή ανεξάρτητα στοιχεία στο δημόσιο απόσπασμα της έκθεσης για τον αριθμό των μελών ή τις πραγματικές επιχειρησιακές δυνατότητες της νέας μονάδας.
Παράλληλα, ο Balochistan Liberation Army (BLA), άλλη σημαντική αυτονομιστική ένοπλη οργάνωση, απέρριψε κατηγορίες περί συνεργασίας με την TTP.
Ο BLA δημοσιοποίησε επίσης οπτικό υλικό από επιχειρήσεις που ισχυρίζεται ότι πραγματοποίησαν μέλη του.
Άλλες οργανώσεις των Μπαλούχων προχώρησαν σε ανάλογες κινήσεις, προβάλλοντας τη δράση τους και διατυπώνοντας ισχυρισμούς για δραστηριότητες συλλογής πληροφοριών.
Οι εξελίξεις καταδεικνύουν ότι η σύγκρουση στο Μπαλουχιστάν δεν περιορίζεται στις ένοπλες επιθέσεις, αλλά περιλαμβάνει και έναν παράλληλο αγώνα επιρροής, επικοινωνίας και πολιτικής νομιμοποίησης.
Πολιτική κρίση και αντιτρομοκρατία
Πέρα από την ένοπλη βία, η έκθεση του PICSS επισημαίνει ότι η εσωτερική πολιτική αστάθεια δυσχεραίνει τη διαμόρφωση αποτελεσματικής πολιτικής ασφαλείας.
Η κατάρρευση των διαπραγματεύσεων μεταξύ της κυβέρνησης και του Pakistan Tehreek-e-Insaf (PTI), του κόμματος που ίδρυσε ο πρώην πρωθυπουργός Ιμράν Χαν, περιπλέκει τις προσπάθειες συντονισμού στην επαρχία Χάιμπερ Παχτούνχβα.
Η περιοχή αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα μέτωπα της δράσης των Πακιστανών Ταλιμπάν, λόγω της εγγύτητάς της με το Αφγανιστάν και της μακρόχρονης παρουσίας ένοπλων δικτύων.
Οι πολιτικές αντιπαραθέσεις μεταξύ κεντρικής κυβέρνησης και αντιπολίτευσης μπορούν να δυσχεράνουν τον συντονισμό, τη διοικητική συνεργασία και τη διαμόρφωση κοινής στρατηγικής για την αντιμετώπιση της τρομοκρατίας.
Το πρόβλημα αποκτά ιδιαίτερη σημασία όταν συνδυάζεται με την ανάγκη προστασίας παραμεθόριων περιοχών και αντιμετώπισης οργανώσεων με διασυνοριακές διασυνδέσεις.
Αφγανιστάν, Ινδία και περιφερειακές αμυντικές συμφωνίες
Οι προκλήσεις που αντιμετωπίζει το Ισλαμαμπάντ δεν περιορίζονται στο εσωτερικό της χώρας.
Οι σχέσεις με το Αφγανιστάν παραμένουν κρίσιμος παράγοντας ασφαλείας, καθώς το Πακιστάν αποδίδει σε ένοπλα δίκτυα που δρουν από αφγανικό έδαφος σημαντικό μέρος των επιθέσεων εναντίον του.
Την ίδια στιγμή, η αντιπαράθεση με την Ινδία εξακολουθεί να επηρεάζει τον στρατηγικό σχεδιασμό των πακιστανικών ενόπλων δυνάμεων.
Στο περιφερειακό περιβάλλον προστίθενται οι νέες αμυντικές διευθετήσεις και οι προσπάθειες του Πακιστάν να διατηρήσει ή να ενισχύσει τις στρατηγικές του συνεργασίες.
Η συνύπαρξη εσωτερικών απειλών, πολιτικής αβεβαιότητας και εξωτερικών δεσμεύσεων δημιουργεί αυξημένες απαιτήσεις για τον στρατιωτικό μηχανισμό και τις υπηρεσίες ασφαλείας.
Οι αριθμοί δεν λένε ολόκληρη την ιστορία
Η εβδομαδιαία έκθεση του PICSS θέτει ένα ουσιαστικό ερώτημα: αποτελεί η μείωση των τρομοκρατικών επιθέσεων ένδειξη βελτίωσης της ασφάλειας ή πρόκειται για προσωρινή υποχώρηση της βίας, ενώ οι οργανώσεις αναπροσαρμόζουν τις τακτικές και τις δομές τους;
Η απάντηση δεν μπορεί να προκύψει αποκλειστικά από την καταμέτρηση των επιθέσεων.
Η χρήση νέων επιχειρησιακών μέσων, οι εσωτερικές διαμάχες, η συγκρότηση νέων ένοπλων σχηματισμών και η αυξημένη προπαγανδιστική δραστηριότητα συνθέτουν μια εικόνα που απαιτεί διαρκή παρακολούθηση.
Άλλωστε, τα στοιχεία του PICSS για ολόκληρο τον Σεπτέμβριο είχαν καταγράψει 225 επιθέσεις, τον υψηλότερο μηνιαίο αριθμό εδώ και δώδεκα χρόνια, γεγονός που αναδεικνύει τη σοβαρότητα της κατάστασης παρά την πρόσφατη εβδομαδιαία υποχώρηση.
Το Πακιστάν βρίσκεται αντιμέτωπο με μια πολυεπίπεδη κρίση ασφαλείας, στην οποία αλληλεπιδρούν τζιχαντιστικές οργανώσεις, αυτονομιστικά κινήματα, πολιτικές αντιπαραθέσεις και περιφερειακοί ανταγωνισμοί.
Η μείωση της συχνότητας των επιθέσεων αποτελεί θετική ένδειξη σε επίπεδο εβδομαδιαίων στατιστικών. Δεν αρκεί, όμως, από μόνη της για να αποδείξει ότι οι απειλές περιορίζονται σε βάθος χρόνου.
Το κρίσιμο ζήτημα για το Ισλαμαμπάντ δεν είναι μόνο πόσες επιθέσεις καταγράφονται, αλλά κατά πόσον το κράτος μπορεί να αντιμετωπίσει τις οργανώσεις που εξακολουθούν να διαθέτουν δυνατότητα στρατολόγησης, προσαρμογής και πραγματοποίησης νέων επιχειρήσεων.
-
Αναλύσεις1 μήνα πρινΤο τελεσίγραφο Καλίν την ώρα που η Τουρκία προετοιμάζεται για πόλεμο!
-
Άμυνα3 μήνες πρινΡωσσικό ΜΜΕ: Ελληνικό «μπλόκο» στην απαίτηση για Patriot – Πώς γνωρίζει το Κίεβο απόρρητα στοιχεία για τους πυραύλους μας;
-
ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΜΕ ΣΗΜΑΣΙΑ3 μήνες πρινΠακιστανός με καναδική υπηκοότητα ο υπαίτιος της πυρκαγιάς στον Έβρο! Πιθανόν να μετέφερε μετανάστες
-
GEOPOLITICO1 μήνα πρινΤο διέρρευσε ο Παπαχελάς! Έφεραν τον Καλίν στο Μαξίμου – Τί συζήτησε με τον Μητσοτάκη;
-
Αναλύσεις2 μήνες πρινΚαραγκιούλ: «Αν Ελλάδα, Κύπρος και Ισραήλ επιτεθούν στην Τουρκία, ο χάρτης του Αιγαίου θα αλλάξει»
-
ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΜΕ ΣΗΜΑΣΙΑ2 μήνες πρινΞέσπασμα της μητέρας της Μυρτούς για την υπόθεση Τζαβέντ Ασλάμ: «Δεν ξεχνώ ποτέ» – «Δήμαρχος των Πακιστανών ο Δούκας»
-
GEOPOLITICO4 εβδομάδες πρινΤί λέει Τούρκος δημοσιογράφος για Σάββα Καλεντερίδη; «Έκανε πολύ καλά τη δουλειά του για τη χώρα του – Δεν μπορούσε να τον στριμώξει η ΜİΤ»
-
Αναλύσεις3 μήνες πρινΕάν η Τουρκία απορρίψει τη συμφωνία αποχώρησης από την Κύπρο θα απομακρυνθεί δια της βίας
