Διεθνή
Η αντιπολίτευση διστάζει, οι Τούρκοι φοβούνται και ο Ερντογάν μετατρέπει την Τουρκία σε ισλαμιστική δικτατορία
Δύο εβδομάδες έχουν περάσει από τότε που οι δίδυμοι σεισμοί κατέστρεψαν 10 επαρχίες στα νοτιοανατολικά της Τουρκίας, οδηγώντας στον θάνατο πάνω από 45.000 ανθρώπους με τον αριθμό των νεκρών να εκτιμάται ότι μπορεί να ξεπεράσει και τους 100.000. Πολλοί επιζώντες έχουν χάσει όχι μόνο τα σπίτια τους αλλά και τα προς το ζην.
Ωστόσο, ο Τούρκος πρόεδρος Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν φαίνεται ότι ανησυχεί περισσότερο για τις πολιτικές συνέπειες της καταστροφής παρά για το πώς θα βοηθήσει τους πληγέντες. Η προσέγγισή του που βασίστηκε στο σκεπτικό “πρώτα η πολιτική” γύρισε μπούμερανγκ. Τώρα οι ψηφοφόροι απαιτούν να λογοδοτήσουν όσοι εμπλέκονται στις ανύπαρκτες επιχειρήσεις διάσωσης των πρώτων ημερών, αλλά και για τη διαφθορά που οδήγησε σε κατασκευή αυτών των κτηρίων – ανεκδότων που κατέρρευσαν σαν τραπουλόχαρτα σε λίγα δευτερόλεπτα.
Οι εκτιμήσεις δείχνουν ότι η μετασεισμική ανοικοδόμηση θα μπορούσε να κοστίσει 84 δισ. δολάρια και η απώλεια οικονομικής δραστηριότητας θα μπορούσε να μειώσει κατά 2 ποσοστιαίες μονάδες το ΑΕΠ της Τουρκίας το 2023. Αυτό εμποδίζει την ικανότητα της κυβέρνησης να περιορίσει τον πληθωρισμό.
Ο αγώνας του Ερντογάν να κρατήσει την εξουσία είναι τώρα πιο δύσκολος. Οι σεισμοί προκάλεσαν ευρεία οργή του κοινού προς τον Ερντογάν και το Κόμμα Δικαιοσύνης και Ανάπτυξης (AKP): Γιατί οι προσπάθειες διάσωσης και βοήθειας ήταν τόσο αργές και τόσο άσχημα συντονισμένες; Γιατί η κυβέρνηση δίστασε να αναπτύξει τον στρατό; Γιατί εκδόθηκαν οικοδομικές άδειες και άδειες χρήσης από τοπικούς αξιωματούχους για κατώτερες κατοικίες που κατέρρευσαν εύκολα; Τι συνέβη με τα κεφάλαια που συγκεντρώθηκαν στο πλαίσιο του λεγόμενου “φόρου σεισμού” που επιβλήθηκε μετά τον σεισμό του 1999 για την προετοιμασία για μελλοντικές καταστροφές;
Ο Ερντογάν δεν έχει απαντήσεις σε αυτές τις ερωτήσεις, γεγονός που πιθανώς εξηγεί την απουσία του από την κοινή θέα τις πρώτες 48 ώρες μετά τους σεισμούς. Στις πρώτες του δημόσιες δηλώσεις, απείλησε να κινηθεί νομικά εναντίον εκείνων που επέκριναν την κυβέρνηση. Οι αρχές συνέλαβαν επίσης περισσότερους από 100 εργολάβους κτηρίων που φέρονται να είναι υπεύθυνοι για κακές κατασκευές, αλλά αυτό είναι απίθανο να ικανοποιήσει τα δημόσια αιτήματα για λογοδοσία. Γιατί να μη συλληφθούν οι αξιωματούχοι – σε πολλές περιπτώσεις που συνδέονται με το AKP – που εξέδωσαν τις οικοδομικές άδειες; Αντιθέτως, την επόμενη μέρα της καταστροφής, ο Ερντογάν απέκλεισε την πρόσβαση στο Twitter, όταν η κριτική προς την κυβέρνηση πολλαπλασιαζόταν. Τα σωστικά συνεργεία καταδίκασαν γρήγορα αυτή την απόφαση, επειδή τα θύματα που είχαν παγιδευτεί κάτω από τα ερείπια χρησιμοποιούσαν τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης για να κοινοποιήσουν τις τοποθεσίες τους στις ομάδες διάσωσης.
Καθώς οι πολίτες παρακολουθούν την κυβέρνησή τους να ανταποκρίνεται στη μεγαλύτερη φυσική καταστροφή της χώρας που έχει καταγραφεί, είναι πεπεισμένοι για ένα πράγμα: ο πρόεδρός τους επικεντρώνεται μοναδικά στον περιορισμό της πολιτικής έκθεσης και ευθύνης του ίδιου και του AKP για την καταστροφή. Συνεργεία κατεδάφισης έχουν αποσταλεί για να καταστρέψουν κτήρια γραφείων που φυλάσσουν δημόσια αρχεία οικοδομικών αδειών, μαζί με τα ονόματα και τα αρχεία των εργολάβων και των δημοσίων υπαλλήλων που ενέκριναν τέτοια έργα. Με άλλα λόγια, είναι η αρχή μιας συγκάλυψης. Διάφοροι εργαζόμενοι στον τομέα της ανθρωπιστικής βοήθειας είπαν επίσης σε πρακτορεία Τύπου ότι απομακρύνθηκαν τη στιγμή που τα θύματα έβγαιναν από τα πεσμένα κτήρια, με σκοπό να σπεύσει η AFAD και λοιποί σχετιζόμενοι με την κυβέρνηση άνθρωποι, ώστε να τους απαθανατίσει ο φακός των κυβερνητικών καναλιών την ώρα της διάσωσης. Ο λόγος προφανής. Όπως και ο λόγος για τη διοργάνωση του τηλεμαραθώνιου – φιάσκο πριν από λίγες μέρες, προς ανακούφιση των σεισμόπληκτων.
Ο Ερντογάν και οι αξιωματούχοι του AKP αρχίζουν να καταλαβαίνουν ότι η προσεισμική στρατηγική τους για να προσελκύσουν τους ψηφοφόρους είναι πλέον άχρηστη, ενώ η αντίδρασή τους στον σεισμό έχει προκαλέσει εκτεταμένη οργή του κοινού. Γι’ αυτό το ΑΚΡ εξετάζει το ενδεχόμενο αναβολής των εκλογών (παρόλο που αυτό δεν είναι νομικά δυνατό). Το άρθρο 78 του τουρκικού συντάγματος δεν επιτρέπει την καθυστέρηση των εκλογών εκτός εάν η χώρα βρίσκεται σε κατάσταση πολέμου. Η απόπειρα αυτή θα ισοδυναμούσε με πολιτικό πραξικόπημα.
Κι όμως ο Τούρκος πρόεδρος δεν είναι φίλος της δημοκρατίας. Το έχει πει ανοιχτά και εκτός αυτού η πορεία των επιλογών του αποδεικνύει του λόγου το αληθές. Ο Τούρκος Πρόεδρος Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν ήρθε στην εξουσία πριν από 20 χρόνια μετά από σεισμούς που δημιούργησαν ένα κύμα λαϊκής δυσαρέσκειας για την αποτυχία των προκατόχων του να αντιμετωπίσουν τις καταστροφές. Τον Μάιο, ο Ερντογάν θα μπορούσε να απαλλαγεί από τα καθήκοντά του ίσως για τους ίδιους λόγους και επειδή μετατρέπει την Τουρκία σε δικτατορία.
Ο Ερντογάν χαρακτηρίζεται από όλο και περισσότερους ως αυταρχικός, μια λέξη που χρησιμοποιείται γιατί είναι πιο ευγενική από το “δικτάτορας”. Το τελευταίο είναι μάλλον κάτι που του ταιριάζει περισσότερο. Όντας δήμαρχος της Κωνσταντινούπολης στα μέσα της δεκαετίας του 1990, ο Ερντογάν είχε πει: “Η δημοκρατία είναι σαν το τραμ. Το οδηγείς μέχρι να φτάσεις στον προορισμό σου και μετά αποχωρείς”. Από τότε που ανέλαβε την εξουσία το 2003, ο κ. Ερντογάν κατέβηκε από το τραμ.
Από την αρχή της προεδρίας του, ο κ. Ερντογάν αντιστρέφει τον κοσμικό χαρακτήρα του κράτους και της κοινωνίας της Τουρκίας σε ισλαμισμό, επιδεικνύοντας ανοχή ακόμα και σε ακραίες επιβολές κανόνων Σαρίας σε πολλές περιοχές . Η Τουρκία ήταν πάντα ισλαμική χώρα, αλλά η κυβέρνηση που ίδρυσε ο Μουσταφά Κεμάλ Ατατούρκ το 1920 ήταν κοσμική. Ο τουρκικός στρατός, σύμφωνα με την παράδοση που καθιέρωσε ο Ατατούρκ, ήταν ο θεματοφύλακας της κοσμικότητας. Ο Ερντογάν έχει ξεριζώσει τους κοσμικούς από τον τουρκικό στρατό και την κυβέρνηση, βαφτίζοντάς τους γκιουλενιστές. Έτσι, η Τουρκία έχει γίνει πιο πολύ ισλαμιστική παρά κοσμικώς ισλαμική.
Μέσα από τα μάτια του Τούρκου ιδεολόγου Αχμέτ Νταβούτογλου, αυτός ο αιώνας ήταν “μια παρένθεση” που άνοιξε το δρόμο για την αποκατάσταση της ισλαμικής ταυτότητας της Τουρκίας υπό το AKΡ. Ο Νταβούτογλου θεωρείται από τους πρωτομάστορες της ισλαμιστικής μεταστροφής της Τουρκίας και όπως λέει και ο πρώην διπλωμάτης Σ. Ουλγκέν στο capital.gr επί της περιόδου κατά την οποία ήταν υπουργός Εξωτερικών της Τουρκίας ο Νταβούτογλου, η ιδεολογία αυτή ήταν εμφανής και διαδόθηκε ιδιαιτέρως.
Σε μια κεντρική ομιλία στο Φόρουμ της Κωνσταντινούπολης το 2012, ο ακαδημαϊκός Ιμπραήμ Καλίν, ο οποίος είναι τώρα ο κύριος σύμβουλος και εκπρόσωπος του Ερντογάν, απέρριψε τη δυτικοκεντρική πολιτική και οικονομική τάξη και ισχυρίστηκε ότι η Τουρκία είχε ωθηθεί σε μια κομβική θέση στη νέα γεωπολιτική. “Ενώ οι πολιτικές και οικονομικές ανάγκες διαμορφώνουν την εξωτερική πολιτική ενός έθνους, ο ορισμός του εθνικού συμφέροντος εξαρτάται επίσης από το είδος των προτεραιοτήτων που θα έχει ένα έθνος και πώς το έθνος αντιλαμβάνεται την ταυτότητά του”, είχε πει ο Καλίν, προσθέτοντας ότι “οι παραδοσιακοί ρεαλιστικοί ορισμοί του εθνικού συμφέροντος έχουν επεκταθεί για να συμπεριλάβουν ζητήματα που βασίζονται στην αξία”. “Η προοπτική της εξωτερικής πολιτικής της Τουρκίας έχει διαμορφωθεί από τον μετασχηματισμό της ταυτότητας της Τουρκίας… την αυτοαντίληψη μιας χώρας σε σχέση με τη θέση της στην ιστορία και την παγκόσμια τάξη πραγμάτων. Το πώς τα έθνη οραματίζονται τους εαυτούς τους να παίζουν ρόλο στην παγκόσμια ιστορία είναι ένα ερώτημα που μπορεί να μη διατυπώνεται πάντα ρητά, αλλά εμφανίζεται στις βασικές στρατηγικές αποφάσεις, τις συμμαχίες μιας χώρας… Καθώς περνάμε από τον κλασικό ευρωκεντρικό εκσυγχρονισμό στην πολυκεντρική παγκοσμιοποίηση… Η Τουρκία αρχίζει να διαβάζει την ιστορία από μια μη ευρωκεντρική σκοπιά και να αναγνωρίζει άλλες δυνατότητες στη σύγχρονη ιστορία”, συνέχισε ο Καλίν. Τον Μάρτιο, ο Καλίν επανέλαβε την έκκλησή του για μια νέα αρχιτεκτονική ασφάλειας στο Φόρουμ του Κατάρ. “Όλοι προσπαθούμε να κάνουμε αυτόν τον πόλεμο να τελειώσει νωρίτερα παρά αργότερα, (και) θα πρέπει να υπάρξει μια νέα αρχιτεκτονική ασφάλειας για να αναδυθεί παγκοσμίως”, δήλωσε ο Ιμπραήμ Καλίν στο Φόρουμ της Ντόχα 2022 στο Κατάρ. “Το πώς θα διαμορφωθεί (και) θα δομηθεί αυτή η αρχιτεκτονική ασφαλείας θα διαμορφώσει πραγματικά την πορεία των γεγονότων στις επόμενες δεκαετίες”, είπε σε πάνελ με θέμα “Γεωπολιτικές επιπτώσεις του πολέμου Ρωσίας-Ουκρανίας στη Μέση Ανατολή”.
Πάνω σε αυτό, ο Μ. Ρούμπιν μιλώντας στο capital.gr συμφώνησε με την άποψη ότι ο Ερντογάν δεν εμφανίζεται τώρα έτσι, αλλά μάλλον κρυβόταν μέχρι πριν κάποια χρόνια: “Ο Ερντογάν είναι ιδεολόγος στο βάθος του. Πάντα ήταν. Ίσως το καμουφλάρισε στα πρώτα του χρόνια ως πρόεδρος για να επικεντρωθεί στον ρεαλισμό και να εδραιώσει την αντίληψή του στην κοινωνία, αλλά τώρα δεν κρύβει ότι η Τουρκία στον δεύτερο αιώνα της ως σύγχρονη δημοκρατία θα είναι πολύ διαφορετική από την Τουρκία στον πρώτο της αιώνα. Τούτου λεχθέντος, θα προσπαθήσει να διατηρήσει την ψευδαίσθηση της γεφύρωσης ανατολής και δύσης, όσο μπορεί, με στόχο να αποσπάσει όσες περισσότερες παραχωρήσεις μπορεί από ευκολόπιστους διπλωμάτες”, λέει ο Ρούμπιν.
Ο Αλί Ερμπάς, ο διοικητής του Ιδρύματος Θρησκευτικών Υποθέσεων της Τουρκίας, του διαβόητου Diyanet έχει εξελιχθεί σε αγιατολάχ της Τουρκίας. Υπαγορεύει την καθημερινή ζωή των Τούρκων, όσο του επιτρέπεται σε αυτό το πολιτικοκοινωνικό σκηνικό και περιμένει την ευκαιρία, στα πλαίσια του “δόγματος του σοκ” για να επιβάλει νέους κανόνες και νόρμες. Χαρακτηριστικό είναι το γεγονός ότι προσπάθησε, τις πρώτες ώρες μετά τους δίδυμους σεισμούς, να περάσει κανονισμό που να επιτρέπει σε πολίτες να παντρευτούν παιδιά τα οποία ορφάνεψαν εξαιτίας του σεισμού και τα οποία υιοθέτησαν. Ο επικεφαλής της AFAD, της τουρκικής ΕΜΑΚ, είναι θεολόγος με σχέσεις με το Diyanet, ενώ ο επικεφαλής υπεύθυνος της ομάδας παροχής ψυχολογικής υποστήριξης στα θύματα του σεισμού είναι πρώην μουφτής που διορίστηκε στο Diyanet με “φωτογραφική” διάταξη ως γραμματέας. Προ ολίγων ημερών, το Diyanet άρχισε να στήνει σκηνές – μεντρεσέδες (θρησκευτικά σχολεία) στις πληγείσες περιοχές, σε αντικατάσταση των διαλυμένων σχολείων.
Η αποτυχημένη απόπειρα πραξικοπήματος του 2016 αποδόθηκε εν μέρει στον στρατό – εκατοντάδες αξιωματικοί συνελήφθησαν – και εν μέρει στον Φετουλάχ Γκιουλέν, έναν ιεροκήρυκα και επιχειρηματία που ζει στις ΗΠΑ. Δεκάδες χιλιάδες υποτιθέμενοι “γκιουλενιστές” απομακρύνθηκαν από τις δουλειές τους. Κάποιοι φυλακίστηκαν και ο Ερντογάν ζήτησε να εκδοθεί ο Γκιουλέν στην Τουρκία. Οι ΗΠΑ αρνήθηκαν την έκδοσή του. Την ώρα της απόπειρας πραξικοπήματος, ο κ. Ερντογάν διέκοψε την ηλεκτρική ενέργεια στη σημαντική αεροπορική βάση Ιντσιρλίκ και έκλεισε τον εναέριο χώρο πάνω από αυτήν για περισσότερο από μία ημέρα. Τούρκοι στρατιωτικοί διοικητές στη βάση συνελήφθησαν και κατηγορήθηκαν ότι βοήθησαν στο πραξικόπημα. Έκτοτε, ο Ερντογάν οδηγεί σταθερά την Τουρκία προς τη δικτατορία. Έχει μετατρέψει τα ΜΜΕ σε εκφραστές της κρατικής προπαγάνδας και έχει διαβρώσει τους ελέγχους και τις ισορροπίες της εξουσίας του σε σημείο που είναι αναποτελεσματικοί. Έχει επίσης υπονομεύσει την ανεξαρτησία του δικαστικού σώματος, με τους περισσότερους δικαστές να βλέπουν το δικαστικό αξίωμα ως εκπαίδευση και… αγροτικό για μετέπειτα πολιτική καριέρα.
Πολλοί, μαζί τους και η αντιπολίτευση της Τουρκίας, πιστεύουν ότι αν επιτραπεί στον Ερντογάν να αναβάλει τις εκλογές για έναν χρόνο όπως και ζητά συνεχώς, η Τουρκία ίσως να μην επιστρέψει ποτέ ξανά σε εκλογές. Πριν από μερικούς μήνες το είχε δηλώσει ξεκάθαρα ότι το κοινοβουλευτικό σύστημα είναι αυτό από το οποίο προήλθαν όλα τα δεινά της Τουρκίας. Τον φόβο ότι η Τουρκία θα μπορούσε να μην πάει ποτέ σε εκλογές ενισχύει και το ότι η καθυστέρηση των εκλογών μπορεί να μη σώσει τον Ερντογάν. Εάν η οικονομία συρρικνωθεί μετά τον σεισμό, οι οικονομικές συνθήκες μπορεί να είναι χειρότερες, κάτι που θα οδηγήσει τους ψηφοφόρους να φανούν πιο τολμηροί στην απαίτηση για αποπομπή του Ερντογάν, μιας και τώρα πολλοί ακόμα φοβούνται της επιπτώσεις (απόλυση, φυλάκιση) του να ασκήσουν έστω και κριτική δημοσίως κατά της κυβέρνησης. Επιπλέον, η αντιδυτική ρητορική του Ερντογάν μπορεί να μην είναι τόσο πειστική τώρα που η Τουρκία έχει δει ομάδες διάσωσης από δεκάδες χώρες να εργάζονται όλο το εικοσιτετράωρο για να σώσουν ζωές. Ειδικά οι ομάδες από Ελλάδα, Ισραήλ, Αρμενία έχουν αποδειχτεί όπλο κατά του Ερντογάν. Ακόμη και η Κύπρος, της οποίας η σχέση με την Τουρκία ήταν εχθρική εδώ και δεκαετίες, προσφέρθηκε να στείλει ομάδα. Σε αυτό το σκηνικό, ο Ερντογάν πιθανώς γνωρίζει ότι πρέπει να ξανασκεφτεί την επιθετική εξωτερική πολιτική.
Αυτή η προσαρμογή θα είναι δύσκολη για έναν άνθρωπο που ευδοκιμεί στην πόλωση. Τι είδους εκστρατεία μπορεί να κάνει που να μη δαιμονοποιεί τη Δύση; Από την άλλη πλευρά, πώς μπορεί να κοιτάζει τους ανθρώπους στα μάτια αφού είναι στην εξουσία για περισσότερα από 20 χρόνια και να λέει ότι αυτός και το κόμμα του δεν ευθύνονται για τους χαλαρούς οικοδομικούς κανονισμούς που κατακλύζουν την Τουρκία και ότι αυτός και το AKP μπορούν να ανοικοδομήσουν τουρκικές πόλεις με ασφαλή και έγκαιρο τρόπο; Η απάντηση είναι ότι οι προειδοποιήσεις για σεισμό στην Κωνσταντινούπολη γιγαντώθηκαν και ακόμα δεν έχει γίνει τίποτα. Αυτή είναι μια τέλεια πολιτική καταιγίδα για τον Ερντογάν, για την οποία δεν ήταν προετοιμασμένος. Ίσως η καλύτερη ελπίδα του είναι ότι η αντιπολίτευση θα είναι εξίσου αβέβαιη ως προς τον τρόπο εκστρατείας σε αυτό το ολοκαίνουργιο περιβάλλον. Ήδη απέτυχαν στο να εκμεταλλευτούν το μομέντουμ για ανακήρυξη υποψηφίου και πλέον υπάρχει ελάχιστο έως καθόλου ενδιαφέρον επ’ αυτού. Φαίνεται ότι ο Ερντογάν βγαίνει κερδισμένος επειδή αυτοχειριάζεται η αντιπολίτευση και ταυτοχρόνως έχει φοβίσει τόσο όσο χρειάζεται τον τουρκικό λαό ώστε να μην επαναληφθεί μια διαδήλωση τύπου Γκεζί. Όσο αυτά παραμένουν η Τουρκία θα βαδίζει με βήμα αργό και σταθερό προς ένα καθεστώς ισλαμιστικής δικτατορίας.
Πέτρος Κράνιας
capital.gr
Αναλύσεις
Η Κίνα βρίσκει δρόμο που παρακάμπτει το Πακιστάν – Ο διάδρομος Ουαχάν αλλάζει τις γεωπολιτικές ισορροπίες
Μία νέα οδική αρτηρία μήκους 121 χιλιομέτρων στο βορειοανατολικό Αφγανιστάν δημιουργεί τις προϋποθέσεις για απευθείας χερσαία σύνδεση με την Κίνα, χωρίς διέλευση από το Πακιστάν. Η ολοκλήρωση του δρόμου στον ιστορικό διάδρομο Ουαχάν αποκτά ιδιαίτερη γεωπολιτική σημασία, καθώς το Πεκίνο αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα ασφαλείας με τις επενδύσεις του στο Πακιστάν, ενώ η Καμπούλ επιδιώκει να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ.
Μία σημαντική εξέλιξη στις χερσαίες μεταφορές και στις γεωπολιτικές ισορροπίες της Κεντρικής Ασίας καταγράφεται στο Αφγανιστάν, με την ολοκλήρωση νέου δρόμου στον στρατηγικής σημασίας διάδρομο Ουαχάν.
Σύμφωνα με ανάλυση του Imran Khurshid που δημοσιεύθηκε στις 9 Οκτωβρίου 2026 στο Asia Times, οι αφγανικές αρχές εγκαινίασαν οδική διαδρομή 121 χιλιομέτρων, η οποία εκτείνεται από την περιοχή Μπρογκίλ έως τα σύνορα με την Κίνα, στην επαρχία Μπανταχσάν.
Το έργο κόστισε περίπου 365 εκατομμύρια αφγάνι, ποσό που αντιστοιχεί σε περίπου 5,5 εκατομμύρια δολάρια.
Κατά τις αφγανικές ανακοινώσεις, κατασκευάστηκε από ντόπιους μηχανικούς και εργαζομένους, χωρίς τη συμμετοχή ξένων τεχνικών συμβούλων.
Η νέα διαδρομή φθάνει στα σινοαφγανικά σύνορα. Αυτό, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι λειτουργεί ήδη πλήρης διεθνής εμπορευματικός διάδρομος, καθώς εξακολουθούν να υπάρχουν σημαντικοί τεχνικοί και συνοριακοί περιορισμοί.
Γιατί ο διάδρομος Ουαχάν έχει στρατηγική σημασία
Ο διάδρομος Ουαχάν αποτελεί μια στενή λωρίδα αφγανικού εδάφους ανάμεσα στο Τατζικιστάν, το Πακιστάν και την Κίνα.
Η γεωγραφική του διαμόρφωση συνδέεται με τον ανταγωνισμό της Βρετανικής και της Ρωσικής Αυτοκρατορίας κατά τον 19ο αιώνα.
Η περιοχή διατηρήθηκε ως ζώνη διαχωρισμού των δύο αυτοκρατορικών σφαιρών επιρροής, αποτελώντας ένα από τα χαρακτηριστικότερα γεωγραφικά κατάλοιπα του λεγόμενου «Μεγάλου Παιχνιδιού».
Σήμερα, η ίδια περιοχή αποκτά νέα σημασία, αυτή τη φορά λόγω της προσπάθειας σύνδεσης της Κίνας με το Αφγανιστάν και ευρύτερα με την Κεντρική Ασία.
Ο δρόμος ανοίγει τη δυνατότητα δημιουργίας μιας εναλλακτικής οδού μεταφορών, περιορίζοντας δυνητικά την ανάγκη διέλευσης από το πακιστανικό έδαφος.
Το πρόβλημα της Κίνας με τον οικονομικό διάδρομο CPEC
Το ενδιαφέρον της εξέλιξης εντοπίζεται κυρίως στην προσπάθεια του Πεκίνου να περιορίσει την εξάρτησή του από ευάλωτες υποδομές.
Ο Οικονομικός Διάδρομος Κίνας–Πακιστάν, γνωστός ως CPEC, αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα προγράμματα της κινεζικής πρωτοβουλίας Belt and Road.
Μέσω του συγκεκριμένου σχεδίου, η Κίνα επιχειρεί να ενισχύσει τις εμπορικές και ενεργειακές συνδέσεις της με τη Νότια Ασία και την Αραβική Θάλασσα.
Ωστόσο, η υλοποίηση των έργων έχει αντιμετωπίσει σοβαρές δυσκολίες.
Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, οργανώσεις αυτονομιστών έχουν πραγματοποιήσει επανειλημμένες επιθέσεις εναντίον κινεζικών συμφερόντων, εγκαταστάσεων και εργαζομένων.
Οι επιθέσεις αυτές έχουν επιβαρύνει την ασφάλεια των υποδομών και έχουν αυξήσει το κόστος προστασίας των κινεζικών επενδύσεων.
Παράλληλα, έχουν διατυπωθεί καταγγελίες για καθυστερήσεις, κακοδιαχείριση και προβλήματα διαφάνειας σε επιμέρους προγράμματα του CPEC.
Η εδαφική διαμάχη με την Ινδία
Μια επιπλέον γεωπολιτική δυσκολία συνδέεται με τη διέλευση του CPEC από το Γκιλγκίτ–Μπαλτιστάν.
Η περιοχή διοικείται από το Πακιστάν, αλλά διεκδικείται από την Ινδία, στο πλαίσιο της ευρύτερης διαμάχης για το Κασμίρ.
Το Νέο Δελχί έχει αντιταχθεί επανειλημμένα σε έργα που διέρχονται από εδάφη τα οποία θεωρεί τμήμα της δικής του επικράτειας.
Αυτό σημαίνει ότι ο οικονομικός διάδρομος Κίνας–Πακιστάν δεν αποτελεί μόνο αναπτυξιακό πρόγραμμα, αλλά συνδέεται με μία από τις πιο ευαίσθητες εδαφικές αντιπαραθέσεις της Ασίας.
Η δημιουργία εναλλακτικών διαδρομών μέσω του Αφγανιστάν θα μπορούσε μακροπρόθεσμα να προσφέρει στο Πεκίνο μεγαλύτερη ευελιξία.
Δεν υπάρχει, πάντως, ένδειξη ότι ο δρόμος του Ουαχάν μπορεί σήμερα να αντικαταστήσει τις μεγάλες μεταφορικές υποδομές του CPEC.
Η Καμπούλ επιχειρεί να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ
Για την κυβέρνηση των Ταλιμπάν, το έργο έχει και μία σαφή πολιτική διάσταση.
Το Αφγανιστάν εξαρτάται σε σημαντικό βαθμό από συνοριακές διαβάσεις και μεταφορικούς άξονες που περνούν από το Πακιστάν.
Οι επανειλημμένες εντάσεις ανάμεσα στις δύο χώρες έχουν προκαλέσει κλείσιμο συνοριακών περασμάτων, διακοπές εμπορικών ροών και επιβάρυνση της αφγανικής οικονομίας.
Μια εναλλακτική χερσαία διέξοδος προς την Κίνα θα μπορούσε, εφόσον αναπτυχθεί και καταστεί λειτουργική, να μειώσει τη δυνατότητα του Πακιστάν να χρησιμοποιεί τη γεωγραφική του θέση ως μέσο πίεσης προς την Καμπούλ.
Η αφγανική πλευρά αντιμετωπίζει το έργο ως σημαντική υποδομή οικονομικής και στρατηγικής αυτονομίας.
Η στάση της Κίνας και της Ρωσίας
Παρά την προοπτική άμεσης σύνδεσης, το Πεκίνο δεν έχει εγκαταλείψει τον οικονομικό διάδρομο CPEC ούτε έχει ανακοινώσει ότι ο Ουαχάν θα τον αντικαταστήσει.
Η Κίνα εξακολουθεί να διατηρεί σημαντικά οικονομικά και στρατηγικά συμφέροντα στο Πακιστάν.
Αντίστοιχα, η Ρωσία ενδιαφέρεται για τη σταθερότητα του Αφγανιστάν και για την ανάπτυξη νέων δικτύων επικοινωνίας στην Κεντρική Ασία.
Η δημιουργία περισσότερων επιλογών διασύνδεσης ενδέχεται να περιορίσει την αποκλειστική σημασία ορισμένων παραδοσιακών μεταφορικών διαδρομών.
Η πραγματική αξία του Ουαχάν θα εξαρτηθεί από τη βελτίωση των οδικών υποδομών, τη λειτουργία συνοριακών και τελωνειακών εγκαταστάσεων, τις καιρικές συνθήκες και τις πολιτικές αποφάσεις της Κίνας.
Το μήνυμα προς το Πακιστάν
Η νέα διαδρομή αναδεικνύει μια σημαντική γεωπολιτική πραγματικότητα: η γεωγραφική θέση ενός κράτους προσφέρει στρατηγικά πλεονεκτήματα, αλλά η αξιοποίησή τους εξαρτάται από την ασφάλεια και την αξιοπιστία των μεταφορικών του δικτύων.
Το Πακιστάν εξακολουθεί να αποτελεί κρίσιμο εταίρο της Κίνας, ιδιαίτερα στο πλαίσιο του CPEC.
Ταυτόχρονα, όμως, η αστάθεια, οι επιθέσεις σε κινεζικά συμφέροντα και οι αντιπαραθέσεις με το Αφγανιστάν δημιουργούν κίνητρα αναζήτησης εναλλακτικών επιλογών.
Ο διάδρομος Ουαχάν δεν έχει ακόμη μετατραπεί σε μεγάλο εμπορικό πέρασμα. Η κατασκευή του δρόμου, ωστόσο, καταδεικνύει ότι το Αφγανιστάν επιχειρεί να αποκτήσει πρόσθετες διεθνείς συνδέσεις και ότι η αποκλειστική εξάρτηση από το Πακιστάν δεν αποτελεί πλέον τη μοναδική γεωγραφική επιλογή.
Για το Ισλαμαμπάντ, η εξέλιξη αποτελεί μια νέα στρατηγική παράμετρο που θα πρέπει να συνυπολογίσει στις σχέσεις του με το Πεκίνο και την Καμπούλ.
Διεθνή
Γερμανία: Το ρωσικό φυσικό αέριο επιστρέφει έμμεσα μέσω των λιπασμάτων, παρά τους ευρωπαϊκούς δασμούς
Οι εισαγωγές ρωσικών αζωτούχων λιπασμάτων μειώθηκαν κατά 66% το 2025-2026, αλλά παραμένουν 53% υψηλότερες από τα επίπεδα πριν από τον πόλεμο στην Ουκρανία.
Το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία διατηρεί ανταγωνιστικά τα ρωσικά προϊόντα, σύμφωνα με στοιχεία που δημοσίευσε η Berliner Zeitung. Η Γερμανία εξακολουθεί να συνδέεται εμπορικά με το ρωσικό φυσικό αέριο, παρά τις ευρωπαϊκές προσπάθειες περιορισμού της ενεργειακής εξάρτησης από τη Μόσχα.
Αυτή τη φορά, η σύνδεση δεν αφορά αποκλειστικά την άμεση προμήθεια φυσικού αερίου, αλλά τις εισαγωγές λιπασμάτων που παράγονται με τη χρήση ρωσικού αερίου ως πρώτης ύλης και πηγής ενέργειας. Σύμφωνα με δημοσίευμα της γερμανικής εφημερίδας, που βασίζεται σε στοιχεία του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου και του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι εισαγωγές αζώτου μέσω ρωσικών λιπασμάτων μειώθηκαν σημαντικά κατά το 2025-2026. Ωστόσο, εξακολουθούν να βρίσκονται πάνω από τα επίπεδα που καταγράφονταν πριν από τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία.
Τα στοιχεία των εισαγωγών και η σύγκριση με την προπολεμική περίοδο
Το 2025-2026, η Γερμανία εισήγαγε 48.800 τόνους αζώτου μέσω λιπασμάτων ρωσικής προέλευσης. Η ποσότητα αυτή είναι μειωμένη κατά περίπου 66% σε σύγκριση με το προηγούμενο έτος, αλλά παραμένει κατά 53% υψηλότερη από τους 31.800 τόνους που είχαν καταγραφεί το 2020-2021, πριν από τον πόλεμο.
Η εξέλιξη των εισαγωγών δείχνει πόσο έντονη ήταν η αύξηση μετά το 2022. Το 2021-2022 οι εισαγωγές έφτασαν τους 56.800 τόνους αζώτου, ενώ το 2022-2023 εκτοξεύθηκαν στους 185.100 τόνους. Στη συνέχεια καταγράφηκαν 140.200 τόνοι το 2023-2024 και 143.800 τόνοι το 2024-2025, προτού σημειωθεί η μεγάλη υποχώρηση της τελευταίας περιόδου. Τα στοιχεία αφορούν την ποσότητα του αζώτου που περιέχεται στα εισαγόμενα λιπάσματα και όχι το συνολικό βάρος των προϊόντων.
Τα λιπασματικά έτη υπολογίζονται από τον Ιούλιο έως τον Ιούνιο. Η ποσότητα αζώτου που εισήχθη στη Γερμανία μέσω ρωσικής ουρίας μειώθηκε από 71.600 τόνους σε 27.600 τόνους, καταγράφοντας πτώση άνω του 61%. Παρά τη μείωση, η ποσότητα εξακολουθεί να είναι σχεδόν τριπλάσια από τους 9.900 τόνους του 2020-2021. Η συγκεκριμένη εξέλιξη αναδεικνύει το βασικό πρόβλημα της ευρωπαϊκής πολιτικής περιορισμού των εμπορικών δεσμών με τη Ρωσία. Ακόμη και όταν περιορίζονται οι εισαγωγές συγκεκριμένων προϊόντων, οι οικονομικές σχέσεις μπορούν να διατηρούνται μέσω άλλων κατηγοριών αγαθών, ιδιαίτερα όταν αυτά έχουν χαμηλότερο κόστος παραγωγής.
Γιατί οι ρωσικές εισαγωγές παραμένουν ανταγωνιστικές
Καθοριστικός παράγοντας είναι το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία και στην υπόλοιπη Ευρώπη. Η παραγωγή αζωτούχων λιπασμάτων απαιτεί μεγάλες ποσότητες φυσικού αερίου, το οποίο χρησιμοποιείται τόσο ως πρώτη ύλη όσο και ως πηγή ενέργειας. Σύμφωνα με τον Σύνδεσμο Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι ευρωπαϊκοί δασμοί, που τέθηκαν σε ισχύ τον Ιούλιο του 2025, περιόρισαν σημαντικά τις εισαγωγές ρωσικών λιπασμάτων. Ωστόσο, δεν εξάλειψαν το ανταγωνιστικό πλεονέκτημα των ρωσικών προϊόντων. Ο σύνδεσμος επισημαίνει ότι οι υψηλές τιμές ενέργειας δυσκολεύουν τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις να αυξήσουν την εγχώρια παραγωγή και να καλύψουν μεγαλύτερο μέρος των αναγκών της αγοράς. Ως αποτέλεσμα, τα ρωσικά λιπάσματα εξακολουθούν να παραμένουν ελκυστικά, ακόμη και μετά την επιβολή πρόσθετων δασμών.
Παράλληλα, σύμφωνα με τον IVA, είναι πιθανό ορισμένες ποσότητες ρωσικών προϊόντων να φτάνουν στη γερμανική αγορά μέσω άλλων κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το μέγεθος αυτών των έμμεσων εισαγωγών, ωστόσο, δεν μπορεί να προσδιοριστεί με ακρίβεια από τα διαθέσιμα στοιχεία.
Δεν αποδίδονται οι αυξήσεις των τιμών αποκλειστικά στους δασμούς
Το ζήτημα έχει άμεση σημασία για τους Γερμανούς αγρότες, καθώς το κόστος των λιπασμάτων επηρεάζει την παραγωγή και, τελικά, την οικονομική βιωσιμότητα των καλλιεργειών. Ο IVA υποστηρίζει ότι η μείωση των ρωσικών εισαγωγών δεν έχει προκαλέσει μέχρι στιγμής σαφή αύξηση των τιμών εξαιτίας των δασμών. Σύμφωνα με τον σύνδεσμο, η εγχώρια παραγωγική δυναμικότητα και οι εισαγωγές από άλλες χώρες, μεταξύ των οποίων η Αίγυπτος, επαρκούν για την κάλυψη των αναγκών της αγοράς. Την ίδια στιγμή, ο σύνδεσμος αποδίδει τις υψηλές τιμές των λιπασμάτων το 2026 στις διεθνείς ενεργειακές αναταράξεις, στον πόλεμο με το Ιράν και στην κρίση γύρω από τα Στενά του Ορμούζ, παράγοντες που επηρεάζουν το κόστος μεταφοράς και τις παγκόσμιες τιμές ενέργειας και λιπασμάτων.
Οι εκτιμήσεις αυτές αποτελούν τις θέσεις του κλαδικού συνδέσμου και δεν συνιστούν από μόνες τους ανεξάρτητη αξιολόγηση όλων των παραγόντων που διαμορφώνουν τις τιμές.
Νέες πιέσεις για περιορισμό των ρωσικών εισαγωγών
Με αφορμή τα στοιχεία, ο IVA ζητά να εξεταστεί η επιβολή πρόσθετων δασμών στις εισαγωγές καλιούχων λιπασμάτων από τη Ρωσία και τη Λευκορωσία. Το κάλιο αποτελεί βασικό θρεπτικό στοιχείο για τις καλλιέργειες και αντιπροσωπεύει μια ακόμη κατηγορία προϊόντων στην οποία η ευρωπαϊκή αγορά διατηρεί εμπορικές σχέσεις με τις δύο χώρες.
Ο σύνδεσμος εκτιμά ότι η ευρωπαϊκή βιομηχανία μπορεί να καλύψει τις ανάγκες της γεωργίας χωρίς να εξαρτάται από τις συγκεκριμένες εισαγωγές και υποστηρίζει ότι πρόσθετοι δασμοί δεν θα πρέπει να οδηγήσουν αναγκαστικά σε αυξήσεις τιμών. Η συζήτηση, ωστόσο, αποτυπώνει το ευρύτερο δίλημμα της ευρωπαϊκής οικονομικής πολιτικής. Η μείωση της εξάρτησης από τη Ρωσία απαιτεί όχι μόνο εμπορικούς περιορισμούς, αλλά και ανταγωνιστική εγχώρια παραγωγή, προσιτό ενεργειακό κόστος και εναλλακτικές πηγές προμήθειας.
Τα δεδομένα της γερμανικής αγοράς δείχνουν ότι οι δασμοί μπορούν να περιορίσουν σημαντικά τις εισαγωγές, χωρίς όμως να εξαλείψουν αυτομάτως τις οικονομικές σχέσεις που στηρίζονται σε διαφορές κόστους παραγωγής. Για τη Γερμανία και την Ευρωπαϊκή Ένωση, η πρόκληση παραμένει η εξισορρόπηση τριών στόχων: της ενεργειακής και οικονομικής ασφάλειας, της στήριξης της εγχώριας βιομηχανίας και της διατήρησης προσιτού κόστους για τον αγροτικό τομέα.
Με πληροφορίες του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA) και του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου.
Αναλύσεις
Πακιστάν: Μειώθηκαν οι τρομοκρατικές επιθέσεις, αλλά αυξάνονται οι απειλές – Αντάρτικες οργανώσεις αναπτύσσουν νέες τακτικές και στρατολογούν γυναίκες
Η νέα έκθεση του Pakistan Institute for Conflict and Security Studies (PICSS) αποκαλύπτει ένα αντιφατικό περιβάλλον ασφαλείας: Λιγότερες επιθέσεις και θύματα, αλλά αναδιοργάνωση ένοπλων ομάδων, χρήση drones, εσωτερικές συγκρούσεις και αυξανόμενη αστάθεια στο Μπαλουχιστάν. Η πολιτική κρίση επιβαρύνει την προσπάθεια αντιμετώπισης της τρομοκρατίας.
Μια εξαιρετικά σύνθετη εικόνα για την ασφάλεια στο Πακιστάν αποτυπώνει η νέα εβδομαδιαία ανάλυση του Pakistan Institute for Conflict and Security Studies (PICSS), η οποία δημοσιεύθηκε στις 10 Οκτωβρίου 2026. Παρά τη μείωση των επιθέσεων από ένοπλες οργανώσεις κατά την πρώτη εβδομάδα του μήνα, οι εξελίξεις στο εσωτερικό των εξτρεμιστικών και αυτονομιστικών ομάδων δημιουργούν σοβαρά ερωτήματα για την πραγματική αποτελεσματικότητα των επιχειρήσεων ασφαλείας.
Η έκθεση με τίτλο «Pakistan’s Security Paradox: Militant Attacks Decline as Militant Groups Signal New Developments» καταγράφει υποχώρηση των επιθέσεων, αλλά παράλληλα εντοπίζει ενδείξεις οργανωτικής αναδιάρθρωσης, νέων επιχειρησιακών μεθόδων και εντατικοποίησης της προπαγανδιστικής δραστηριότητας.
Μείωση 18% στις επιθέσεις – Παραμένει σοβαρή η απειλή
Σύμφωνα με το PICSS, από τις 2 έως τις 8 Οκτωβρίου καταγράφηκαν συνολικά 46 επιθέσεις ενόπλων οργανώσεων στο Πακιστάν, έναντι 56 την αμέσως προηγούμενη εβδομάδα.
Η μείωση ανέρχεται στο 18%, ενώ αισθητή είναι και η υποχώρηση του αριθμού των θυμάτων.
Οι νεκροί μειώθηκαν από 52 σε 42 και οι τραυματίες από 53 σε 23.
Ωστόσο, η εικόνα δεν είναι ομοιόμορφη σε ολόκληρη τη χώρα.
Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, όπου δραστηριοποιούνται ιδιαίτερα ενεργές αυτονομιστικές οργανώσεις, οι απώλειες αυξήθηκαν παρά τη μείωση του αριθμού των επιθέσεων.
Το στοιχείο αυτό δημιουργεί προβληματισμό για το κατά πόσον οι ένοπλες ομάδες μεταβάλλουν τις τακτικές τους, πραγματοποιώντας λιγότερες αλλά δυνητικά πιο φονικές επιχειρήσεις.
Οι Πακιστανοί Ταλιμπάν αλλάζουν τακτική – Drones και ελεύθεροι σκοπευτές
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν οι εξελίξεις στο εσωτερικό της Tehrik-i-Taliban Pakistan (TTP), της οργάνωσης που είναι γνωστή ως Πακιστανοί Ταλιμπάν.
Σύμφωνα με την ανάλυση, η TTP επέβαλε περιορισμούς στη χρήση των μέσων κοινωνικής δικτύωσης από τα μέλη της.
Η συγκεκριμένη απόφαση αποκτά σημασία σε μια περίοδο κατά την οποία οι ένοπλες οργανώσεις χρησιμοποιούν τις ψηφιακές πλατφόρμες τόσο για προπαγάνδα όσο και για την προβολή των επιχειρησιακών τους δυνατοτήτων.
Την ίδια στιγμή, η TTP δημοσιοποίησε οπτικό υλικό στο οποίο υποστηρίζει ότι καταγράφονται επιθέσεις με τετρακόπτερα μη επανδρωμένα αεροσκάφη και ενέργειες ελεύθερων σκοπευτών.
Οι ισχυρισμοί αυτοί δεν συνιστούν ανεξάρτητη επιβεβαίωση της αποτελεσματικότητας ή της έκτασης χρήσης των συγκεκριμένων μέσων.
Παρ’ όλα αυτά, η προβολή τέτοιων επιχειρήσεων εντάσσεται σε μια ευρύτερη προσπάθεια των οργανώσεων να παρουσιάσουν εικόνα τεχνολογικής προσαρμογής και να ενισχύσουν την επιρροή τους.
Εσωτερικές συγκρούσεις στις ένοπλες οργανώσεις
Την ίδια περίοδο, η Jamaat-ul-Ahrar, οργάνωση που έχει συνδεθεί με το δίκτυο των Πακιστανών Ταλιμπάν, ανακοίνωσε ότι πραγματοποίησε 122 επιθέσεις κατά τη διάρκεια του Σεπτεμβρίου.
Πρόκειται για αριθμό που προέρχεται από τους ισχυρισμούς της ίδιας της οργάνωσης και δεν πρέπει να συγχέεται με τα ανεξάρτητα καταγεγραμμένα περιστατικά του PICSS.
Παράλληλα, αναφέρθηκαν αιματηρές συγκρούσεις ανάμεσα σε μαχητές της Jamaat-ul-Ahrar και αντίπαλης φράξιας της TTP στην περιοχή Ορακζάι.
Οι πληροφορίες αυτές αναδεικνύουν ένα επιπλέον πρόβλημα για την ασφάλεια του Πακιστάν: τον κατακερματισμό του περιβάλλοντος των ενόπλων οργανώσεων.
Οι εσωτερικές συγκρούσεις ενδέχεται να αποδυναμώνουν προσωρινά ορισμένα δίκτυα, αλλά μπορούν επίσης να προκαλέσουν νέες αντιπαραθέσεις, ανακατατάξεις και αποσχίσεις.
Μπαλουχιστάν: Ένοπλη γυναικεία μονάδα και κλιμάκωση της προπαγάνδας
Σημαντικές εξελίξεις καταγράφονται και στο Μπαλουχιστάν, την επαρχία του νοτιοδυτικού Πακιστάν που συνορεύει με το Ιράν και το Αφγανιστάν και έχει στρατηγική σημασία λόγω των φυσικών πόρων και της πρόσβασής της στην Αραβική Θάλασσα.
Το Balochistan Liberation Front (BLF), μία από τις οργανώσεις που επιδιώκουν την ανεξαρτησία του Μπαλουχιστάν, δημοσιοποίησε υλικό για τη συγκρότηση νέου γυναικείου ένοπλου σχηματισμού.
Η συγκεκριμένη κίνηση προβάλλεται από την οργάνωση ως οργανωτική εξέλιξη. Δεν υπάρχουν, ωστόσο, επαρκή ανεξάρτητα στοιχεία στο δημόσιο απόσπασμα της έκθεσης για τον αριθμό των μελών ή τις πραγματικές επιχειρησιακές δυνατότητες της νέας μονάδας.
Παράλληλα, ο Balochistan Liberation Army (BLA), άλλη σημαντική αυτονομιστική ένοπλη οργάνωση, απέρριψε κατηγορίες περί συνεργασίας με την TTP.
Ο BLA δημοσιοποίησε επίσης οπτικό υλικό από επιχειρήσεις που ισχυρίζεται ότι πραγματοποίησαν μέλη του.
Άλλες οργανώσεις των Μπαλούχων προχώρησαν σε ανάλογες κινήσεις, προβάλλοντας τη δράση τους και διατυπώνοντας ισχυρισμούς για δραστηριότητες συλλογής πληροφοριών.
Οι εξελίξεις καταδεικνύουν ότι η σύγκρουση στο Μπαλουχιστάν δεν περιορίζεται στις ένοπλες επιθέσεις, αλλά περιλαμβάνει και έναν παράλληλο αγώνα επιρροής, επικοινωνίας και πολιτικής νομιμοποίησης.
Πολιτική κρίση και αντιτρομοκρατία
Πέρα από την ένοπλη βία, η έκθεση του PICSS επισημαίνει ότι η εσωτερική πολιτική αστάθεια δυσχεραίνει τη διαμόρφωση αποτελεσματικής πολιτικής ασφαλείας.
Η κατάρρευση των διαπραγματεύσεων μεταξύ της κυβέρνησης και του Pakistan Tehreek-e-Insaf (PTI), του κόμματος που ίδρυσε ο πρώην πρωθυπουργός Ιμράν Χαν, περιπλέκει τις προσπάθειες συντονισμού στην επαρχία Χάιμπερ Παχτούνχβα.
Η περιοχή αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα μέτωπα της δράσης των Πακιστανών Ταλιμπάν, λόγω της εγγύτητάς της με το Αφγανιστάν και της μακρόχρονης παρουσίας ένοπλων δικτύων.
Οι πολιτικές αντιπαραθέσεις μεταξύ κεντρικής κυβέρνησης και αντιπολίτευσης μπορούν να δυσχεράνουν τον συντονισμό, τη διοικητική συνεργασία και τη διαμόρφωση κοινής στρατηγικής για την αντιμετώπιση της τρομοκρατίας.
Το πρόβλημα αποκτά ιδιαίτερη σημασία όταν συνδυάζεται με την ανάγκη προστασίας παραμεθόριων περιοχών και αντιμετώπισης οργανώσεων με διασυνοριακές διασυνδέσεις.
Αφγανιστάν, Ινδία και περιφερειακές αμυντικές συμφωνίες
Οι προκλήσεις που αντιμετωπίζει το Ισλαμαμπάντ δεν περιορίζονται στο εσωτερικό της χώρας.
Οι σχέσεις με το Αφγανιστάν παραμένουν κρίσιμος παράγοντας ασφαλείας, καθώς το Πακιστάν αποδίδει σε ένοπλα δίκτυα που δρουν από αφγανικό έδαφος σημαντικό μέρος των επιθέσεων εναντίον του.
Την ίδια στιγμή, η αντιπαράθεση με την Ινδία εξακολουθεί να επηρεάζει τον στρατηγικό σχεδιασμό των πακιστανικών ενόπλων δυνάμεων.
Στο περιφερειακό περιβάλλον προστίθενται οι νέες αμυντικές διευθετήσεις και οι προσπάθειες του Πακιστάν να διατηρήσει ή να ενισχύσει τις στρατηγικές του συνεργασίες.
Η συνύπαρξη εσωτερικών απειλών, πολιτικής αβεβαιότητας και εξωτερικών δεσμεύσεων δημιουργεί αυξημένες απαιτήσεις για τον στρατιωτικό μηχανισμό και τις υπηρεσίες ασφαλείας.
Οι αριθμοί δεν λένε ολόκληρη την ιστορία
Η εβδομαδιαία έκθεση του PICSS θέτει ένα ουσιαστικό ερώτημα: αποτελεί η μείωση των τρομοκρατικών επιθέσεων ένδειξη βελτίωσης της ασφάλειας ή πρόκειται για προσωρινή υποχώρηση της βίας, ενώ οι οργανώσεις αναπροσαρμόζουν τις τακτικές και τις δομές τους;
Η απάντηση δεν μπορεί να προκύψει αποκλειστικά από την καταμέτρηση των επιθέσεων.
Η χρήση νέων επιχειρησιακών μέσων, οι εσωτερικές διαμάχες, η συγκρότηση νέων ένοπλων σχηματισμών και η αυξημένη προπαγανδιστική δραστηριότητα συνθέτουν μια εικόνα που απαιτεί διαρκή παρακολούθηση.
Άλλωστε, τα στοιχεία του PICSS για ολόκληρο τον Σεπτέμβριο είχαν καταγράψει 225 επιθέσεις, τον υψηλότερο μηνιαίο αριθμό εδώ και δώδεκα χρόνια, γεγονός που αναδεικνύει τη σοβαρότητα της κατάστασης παρά την πρόσφατη εβδομαδιαία υποχώρηση.
Το Πακιστάν βρίσκεται αντιμέτωπο με μια πολυεπίπεδη κρίση ασφαλείας, στην οποία αλληλεπιδρούν τζιχαντιστικές οργανώσεις, αυτονομιστικά κινήματα, πολιτικές αντιπαραθέσεις και περιφερειακοί ανταγωνισμοί.
Η μείωση της συχνότητας των επιθέσεων αποτελεί θετική ένδειξη σε επίπεδο εβδομαδιαίων στατιστικών. Δεν αρκεί, όμως, από μόνη της για να αποδείξει ότι οι απειλές περιορίζονται σε βάθος χρόνου.
Το κρίσιμο ζήτημα για το Ισλαμαμπάντ δεν είναι μόνο πόσες επιθέσεις καταγράφονται, αλλά κατά πόσον το κράτος μπορεί να αντιμετωπίσει τις οργανώσεις που εξακολουθούν να διαθέτουν δυνατότητα στρατολόγησης, προσαρμογής και πραγματοποίησης νέων επιχειρήσεων.
-
Αναλύσεις1 μήνα πρινΤο τελεσίγραφο Καλίν την ώρα που η Τουρκία προετοιμάζεται για πόλεμο!
-
Άμυνα3 μήνες πρινΡωσσικό ΜΜΕ: Ελληνικό «μπλόκο» στην απαίτηση για Patriot – Πώς γνωρίζει το Κίεβο απόρρητα στοιχεία για τους πυραύλους μας;
-
ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΜΕ ΣΗΜΑΣΙΑ3 μήνες πρινΠακιστανός με καναδική υπηκοότητα ο υπαίτιος της πυρκαγιάς στον Έβρο! Πιθανόν να μετέφερε μετανάστες
-
GEOPOLITICO1 μήνα πρινΤο διέρρευσε ο Παπαχελάς! Έφεραν τον Καλίν στο Μαξίμου – Τί συζήτησε με τον Μητσοτάκη;
-
Αναλύσεις2 μήνες πρινΚαραγκιούλ: «Αν Ελλάδα, Κύπρος και Ισραήλ επιτεθούν στην Τουρκία, ο χάρτης του Αιγαίου θα αλλάξει»
-
ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΜΕ ΣΗΜΑΣΙΑ2 μήνες πρινΞέσπασμα της μητέρας της Μυρτούς για την υπόθεση Τζαβέντ Ασλάμ: «Δεν ξεχνώ ποτέ» – «Δήμαρχος των Πακιστανών ο Δούκας»
-
GEOPOLITICO4 εβδομάδες πρινΤί λέει Τούρκος δημοσιογράφος για Σάββα Καλεντερίδη; «Έκανε πολύ καλά τη δουλειά του για τη χώρα του – Δεν μπορούσε να τον στριμώξει η ΜİΤ»
-
Αναλύσεις3 μήνες πρινΕάν η Τουρκία απορρίψει τη συμφωνία αποχώρησης από την Κύπρο θα απομακρυνθεί δια της βίας
