Ακολουθήστε μας

Διεθνή

Ο σεισμός κλυδωνίζει τον ενεργειακό και πολιτικό χάρτη

Δημοσιεύτηκε στις

Οι φυσικές καταστροφές έχουν τον τρόπο να αλλάζουν την Iστορία

Του Daniel Markind

Το πρωινό της 6ης Φεβρουαρίου η Ανατολική Τουρκία και οι γύρω περιοχές χτυπήθηκαν αρχικά από έναν σεισμό μεγέθους 7,8 Ρίχτερ και έπειτα από μια σεισμική δόνηση 7,5 Ρίχτερ. Οι εικόνες ήταν τρομακτικές: πολυώροφα κτίρια κατέρρευσαν, άνθρωποι παγιδεύτηκαν στα συντρίμμια, παλιρροϊκά κύματα, απόλυτη καταστροφή και θάνατος. 

Έως τις 15/2 ο σεισμός έχει κοστίζει τη ζωή σε περισσότερους από 40.000 ανθρώπους σε Τουρκία και Συρία. Ο αριθμός αυτός αναμένεται να αυξηθεί και άλλο, αφού οι πιθανότητες να εντοπιστούν επιζώντες στα ερείπια μετά από τόσες μέρες μειώνονται δραματικά. Περιοχές της Συρίας υπέστησαν επίσης τεράστιες ζημιές από τον διπλό σεισμό. Πάνω από 4.000 είναι οι νεκροί στη χώρα. Στο μεταξύ, μεγάλοι σεισμοί -αλλά λιγότερων Ρίχτερ-, μετασεισμοί και απλές δονήσεις έγιναν αισθητοί αυτές τις μέρες σε Λίβανο, Ισραήλ, Κύπρο, Ιορδανία, Ιράκ, Γεωργία και Αρμενία.

Παρά τις ψυχρές σχέσεις μεταξύ Ισραήλ και Τουρκίας τα τελευταία είκοσι χρόνια, ισραηλινές ομάδες έρευνας και διάσωσης στάλθηκαν στις χτυπημένες από τον εγκέλαδο περιοχές της χώρας λίγες ώρες μετά τον δεύτερο μεγάλο σεισμό, για να συνδράμουν το έργο των υπόλοιπων κλιμακίων διάσωσης που έφτασαν από όλο τον κόσμο. Το Ισραήλ φέρεται επίσης να ρώτησε τη Συρία εάν χρειάζεται τη βοήθειά του, παρά τη διαρκή διαμάχη στις σχέσεις των δύο χωρών. Αρχικά, η Συρία φάνηκε να αντιμετωπίζει θετικά την προσφορά βοήθειας από το Ισραήλ. Έπειτα, όμως, η Δαμασκός αρνήθηκε πως ζήτησε βοήθεια από το Ισραήλ. Το τι έγινε πραγματικά δεν είναι σαφές. 

Τις πρώτες ώρες και ημέρες μετά την τραγωδία, κυκλοφόρησαν πλάνα -η εγκυρότητα των οποίων δεν επιβεβαιώθηκε- που έδειχναν να έχει σημειωθεί έκρηξη στον υπό κατασκευή πυρηνικό σταθμό Άκκουγιου. Το αν υπήρξε έκρηξη ή όχι, και αν αυτή προκλήθηκε από τον σεισμό, δεν είναι σαφές. Ωστόσο, ορισμένες εφημερίδες, στη σκιά των σεισμικών δονήσεων, προειδοποίησαν για τους κινδύνους που ελλοχεύουν για τον τουρκικό πυρηνικό σταθμό. Ευτυχώς, οι πρόσφατες αναφορές δείχνουν πως δεν υπήρξε έκλυση ραδιενέργειας.

Παρόλα αυτά, και με όχι και τόσο μακρινές τις μνήμες από την καταστροφή στον πυρηνικό σταθμό της Φουκουσίμα στην Ιαπωνία το 2011, μετά από σεισμό 9 Ρίχτερ, ο κόσμος βρίσκεται και πάλι ενώπιον ερωτημάτων σχετικά με την πυρηνική ενέργεια, καθώς κινείται προς την “πράσινη” μετάβαση, που σημαίνει λιγότερη χρήση άνθρακα για να αντιμετωπίσει την κλιματική αλλαγή.

Οι φυσικές καταστροφές έχουν τον τρόπο να αλλάζουν την Iστορία. Ακόμη και πριν από τους σεισμούς, υπήρξαν σημάδια αναθέρμανσης στις σχέσεις Τουρκίας-Ισραήλ και Λιβάνου-Ισραήλ. Αφού επί περίπου δύο δεκαετίες κατέστρεψε τις διμερείς σχέσεις, ο Ταγίπ Ερντογάν έστειλε σήμα στο Ισραήλ ότι η Τουρκία επιθυμεί να αποκαταστήσει τους δεσμούς της με ορισμένα κράτη. Λίβανος και Ισραήλ, παρόλο που τεχνικά εξακολουθούν να βρίσκονται σε εμπόλεμη κατάσταση, πρόσφατα υπέγραψαν μια συμφωνία για την αξιοποίηση των κοιτασμάτων φυσικού αερίου στη Μεσόγειο Θάλασσα.

Δεδομένης της απελπιστικής κατάστασης που επικρατεί σήμερα στην Τουρκία, στη Συρία και στον Λίβανο, η τρομερή πραγματικότητα -επί του πεδίου- υπερβαίνει την πολιτική στασιμότητα που υπάρχει εδώ και καιρό. Για παράδειγμα, μετά τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία, το Κατάρ υπέγραψε μια συμφωνία με την οποία αντικαθιστά τη Μόσχα στη συνεργασία της με τη Βηρυτό για την ανάπτυξη των κοιτασμάτων φυσικού αερίου του Λιβάνου στη Μεσόγειο. Τα κοιτάσματα του Λιβάνου γειτνιάζουν με αυτά του Ισραήλ και η συνεργασία θα ήταν σίγουρα επωφελής και για τις δύο χώρες.

Εδώ και μία δεκαετία, και ιδίως μετά την τεράστια έκρηξη στο λιμάνι της Βηρυτού τον Αύγουστο του 2020, η οικονομία του Λιβάνου βρίσκεται υπό κατάρρευση. Με το μέλλον στα βόρεια σύνορα της χώρας να διαφαίνεται ακόμα πιο χαώδες, θα ήταν εξαιρετικά επωφελές για τον Λίβανο να ενώσει τις δυνάμεις του με το Ισραήλ στις έρευνες για φυσικό αέριο. Βέβαια, η τρέχουσα πολιτική πραγματικότητα καθιστά απίθανη μια τέτοια εξέλιξη στο πολύ άμεσο μέλλον. Πρέπει να διερωτηθεί, όμως, κάποιος πόσο ακόμη θάνατο, καταστροφή και απόγνωση μπορούν να αντέξουν οι λαοί του Λιβάνου και της Συρίας, συντηρώντας το πολεμικό κλίμα στις σχέσεις τους με το Ισραήλ.

Όχι τόσο δραματική, αλλά εξίσου σημαντική, είναι η κατάσταση με την Τουρκία. Το 2020, η Τουρκία κατέληξε σε μια παράξενη συμφωνία με την προσωρινή Κυβέρνηση Εθνικής Συμφωνίας τη Λιβύης, επιχειρώντας να μοιράσει την Ανατολική Μεσόγειο σε οικονομικές ζώνες προς όφελος της Άγκυρας και της Τρίπολης. Μιας και η συμφωνία δεν τέθηκε σε εφαρμογή, η κυβέρνηση του Ερντογάν υπέγραψε μια νέα συμφωνία με την Κυβέρνηση Εθνικής Ενότητας στην Τρίπολη για την ανάπτυξη και εκμετάλλευση των κοιτασμάτων φυσικού αερίου που βρίσκονται στο ανατολικό τμήμα της Λιβύης. Τη συμφωνία καταδίκασαν Ελλάδα και Αίγυπτος.

Ο Ερντογάν βρίσκεται πλέον σε μια δύσκολη προεκλογική εκστρατεία. Με τη χώρα να κάνει ασκήσεις ισορροπίας ως διαμεσολαβήτρια στις ειρηνευτικές επαφές Ουκρανίας-Ρωσίας, και να βρίσκεται αντιμέτωπη με μια τεράστια καταστροφή στη νοτιοανατολική της επικράτεια λόγω των σεισμών, η σοφή κίνηση για τον Ερντογάν θα ήταν να προσπαθήσει να βρει κοινούς στόχους με τους -παραδοσιακά σε διαμάχη- γείτονές του, όπως η Ελλάδα, η Κύπρος και το Ισραήλ, οι οποίοι έχουν ενωθεί για να αναπτύξουν οι ίδιοι τους πόρους φυσικού αερίου της Μεσογείου.

Μετά τη ρωσική εισβολή, ο Ερντογάν έχει επιλέξει μια αμφιταλαντευόμενη στάση ως μέλος του ΝΑΤΟ και ως γείτονας των δύο αντιμαχόμενων πλευρών. Έως τώρα, ο Τούρκος πρόεδρος έχει καταφέρει να διατηρεί -συγχρόνως- καλές σχέσεις τόσο με το Κίεβο όσο και με τη Μόσχα. Ο Ερντογάν έχει χρησιμοποιήσει αυτή τη νέα “δύναμη” που απέκτησε για να διαταράξει τα σχέδια ένταξης της Φινλανδίας και της Σουηδίας στο ΝΑΤΟ, και να πουλήσει προϊόντα και στις δύο εμπόλεμες πλευρές, ενώ παράλληλα εμφανίζεται ως διαμεσολαβητής μεταξύ των δύο πλευρών για να επέλθει -εάν και πότε- ένα ειρηνικό τέλος στη σύγκρουση.

Δυστυχώς για τον Ερντογάν, τίποτα από όλα αυτά δεν άλλαξε την επισφαλή οικονομική κατάσταση της Τουρκίας. Αντί να εξελιχθεί η Τουρκία σε μία πλούσια και κυρίαρχη ηγέτιδα δύναμη και ο λαός της να ζει υπό συνθήκες ασφάλειας και ευημερίας, ο καταστροφικός σεισμός ανάγκασε τον Ερντογάν να απευθυνθεί επειγόντως στον διεθνή παράγοντα για βοήθεια. Η εξωτερική βοήθεια έφτασε γρήγορα, αλλά οι συνέπειες από τον σεισμό δείχνουν τις τεράστιες ελλείψεις στις τουρκικές οικοδομικές πρακτικές, για να μην αναφερθούμε στις μακροπρόθεσμες επιπτώσεις από τον φονικό σεισμό στην τουρκική οικονομία και στον ρόλο της στη διεθνή πολιτική σκηνή. Όλα αυτά δεν συνάδουν με τον σύγχρονο, ισχυρό, διαμεσολαβητικό ρόλο που επιδιώκει να αναλάβει η Τουρκία.

Οι ειδήσεις από τις περιοχές που χτύπησε ο εγκέλαδος θα αποκαλύπτουν νέες ιστορίες φρίκης τις επόμενες εβδομάδες, αλλά και περιστατικά ηρωισμού και αναπτέρωσης της ελπίδας. Μακροπρόθεσμα ίσως δούμε τις τεκτονικές πλάκες που προκάλεσαν τον σεισμό, να συνταράζουν το πολιτικό σκηνικό στη Μέση Ανατολή. Οι συνέπειες από τον διπλό σεισμό και τις καταστροφές που προκάλεσε ίσως καθορίσουν τις διεθνείς σχέσεις -αν όχι τις εξελίξεις στον κλάδο της ενέργειας και στην οικονομία της ευρύτερης περιοχής- για την επόμενη γενιά.

Πηγή: Forbes

Ο Σταύρος Καλεντερίδης, ξεκίνησε τις σπουδές του στην Αθήνα, σπουδάζοντας Πολιτική Επιστήμη στο Εθνικό Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών. Έπειτα από τέσσερα χρόνια συμμετοχής στα φοιτητικά όργανα συνδιοίκησης της σχολής του και σε διάφορες οργανώσεις νέων, αποφάσισε να συνεχίσει τις σπουδές του στο εξωτερικό. Στη Βοστόνη των Η.Π.Α. ολοκλήρωσε δύο μεταπτυχιακά προγράμματα, στις Διεθνείς Σχέσεις (Αμερικανική εξωτερική πολιτική) και στην Επικοινωνία (Πολιτική Επικοινωνία), ενώ παράλληλα εργάστηκε στο Ελληνικό Προξενείο της Βοστόνης, στη σχολή του ως βοηθός έρευνας και σε δύο πολιτικές καμπάνιες Αμερικανών πολιτικών (Δημοκρατικών – Ρεπουμπλικάνων). Μετά από τρία χρόνια στις Η.Π.Α., άκουσε το κάλεσμα της πατρίδας του και επέστρεψε πίσω με μεγάλο πόθο για προσφορά στην Ελλάδα. Υπήρξε ιδρυτικό μέλος δύο κοινωφελών οργανισμών, του δέλτα – πολιτική επανάσταση (πολιτικός οργανισμός) και της Λεοντίδας (ίδρυμα προώθησης θεμάτων ιστορίας, πολιτισμού και δημοκρατίας). Σήμερα ζει και εργάζεται στην Αθήνα, ασχολείται με διάφορα εγχειρήματα πολιτικής διπλωματίας και δημοκρατίας, γράφει πολιτικά άρθρα, σχολιάζει την επικαιρότητα και συνεχίζει την προσωπική του μελέτη στην ιστορία και την πολιτική φιλοσοφία.

Συνέχεια ανάγνωσης

Διεθνή

Προειδοποίηση της Ελβετίας: Το υψηλό ευρωπαϊκό χρέος θα μπορούσε να πυροδοτήσει μια κρίση του ευρώ

Τα αυξανόμενα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη και πέραν αυτής εγκυμονούν κινδύνους για την οικονομική σταθερότητα και θα μπορούσαν να πυροδοτήσουν μια κρίση του ευρώ, δήλωσε την Παρασκευή η Ελβετίδα υπουργός Οικονομικών, Κάριν Κέλερ-Σούτερ.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Τα αυξανόμενα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη και πέραν αυτής εγκυμονούν κινδύνους για την οικονομική σταθερότητα και θα μπορούσαν να πυροδοτήσουν μια κρίση του ευρώ, δήλωσε την Παρασκευή η Ελβετίδα υπουργός Οικονομικών, Κάριν Κέλερ-Σούτερ.

Μιλώντας στον ελβετικό δημόσιο ραδιοτηλεοπτικό φορέα SRF, στην Μπανγκόκ —στο περιθώριο των ετήσιων συναντήσεων του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου και της Παγκόσμιας Τράπεζας—, η Κέλερ-Σούτερ ανέφερε ότι και οι τιμές της ενέργειας εντείνουν τις ανησυχίες μεταξύ των υπευθύνων χάραξης πολιτικής.

Η Ελβετία διαθέτει ένα από τα χαμηλότερα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη, ωστόσο η Κέλερ-Σούτερ τόνισε ότι, στο τρέχον περιβάλλον, είναι σημαντικό να εξετάζεται η ευρύτερη εικόνα.

«Είμαστε τόσο στενά διασυνδεδεμένοι σε διεθνές επίπεδο, ώστε καθιστάμεθα επίσης ευάλωτοι, για παράδειγμα, στην περίπτωση που προκύψει κρίση χρέους εξαιτίας του δημόσιου χρέους μεγάλων χωρών. Σκέφτομαι συγκεκριμένα τις Ηνωμένες Πολιτείες, αλλά και την Ευρώπη. Υπάρχει η περίπτωση της Γαλλίας — κάτι που θα μπορούσε να οδηγήσει σε κρίση του ευρώ», δήλωσε η Κέλερ-Σούτερ στο δίκτυο SRF.

Το δημόσιο χρέος της Γαλλίας, τα δημοσιονομικά ελλείμματα και η υποτονική οικονομική ανάπτυξη έχουν εντείνει τις ανησυχίες για την κατάσταση των δημόσιων οικονομικών της, καθώς ο πολιτικός κατακερματισμός έχει καταστήσει πιο περίπλοκες τις προσπάθειες δημοσιονομικής εξυγίανσης.

 

Συνέχεια ανάγνωσης

Αναλύσεις

Η Κίνα βρίσκει δρόμο που παρακάμπτει το Πακιστάν – Ο διάδρομος Ουαχάν αλλάζει τις γεωπολιτικές ισορροπίες

Μία νέα οδική αρτηρία μήκους 121 χιλιομέτρων στο βορειοανατολικό Αφγανιστάν δημιουργεί τις προϋποθέσεις για απευθείας χερσαία σύνδεση με την Κίνα, χωρίς διέλευση από το Πακιστάν. Η ολοκλήρωση του δρόμου στον ιστορικό διάδρομο Ουαχάν αποκτά ιδιαίτερη γεωπολιτική σημασία, καθώς το Πεκίνο αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα ασφαλείας με τις επενδύσεις του στο Πακιστάν, ενώ η Καμπούλ επιδιώκει να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Μία σημαντική εξέλιξη στις χερσαίες μεταφορές και στις γεωπολιτικές ισορροπίες της Κεντρικής Ασίας καταγράφεται στο Αφγανιστάν, με την ολοκλήρωση νέου δρόμου στον στρατηγικής σημασίας διάδρομο Ουαχάν.

Σύμφωνα με ανάλυση του Imran Khurshid που δημοσιεύθηκε στις 9 Οκτωβρίου 2026 στο Asia Times, οι αφγανικές αρχές εγκαινίασαν οδική διαδρομή 121 χιλιομέτρων, η οποία εκτείνεται από την περιοχή Μπρογκίλ έως τα σύνορα με την Κίνα, στην επαρχία Μπανταχσάν.

Το έργο κόστισε περίπου 365 εκατομμύρια αφγάνι, ποσό που αντιστοιχεί σε περίπου 5,5 εκατομμύρια δολάρια.

Κατά τις αφγανικές ανακοινώσεις, κατασκευάστηκε από ντόπιους μηχανικούς και εργαζομένους, χωρίς τη συμμετοχή ξένων τεχνικών συμβούλων.

Η νέα διαδρομή φθάνει στα σινοαφγανικά σύνορα. Αυτό, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι λειτουργεί ήδη πλήρης διεθνής εμπορευματικός διάδρομος, καθώς εξακολουθούν να υπάρχουν σημαντικοί τεχνικοί και συνοριακοί περιορισμοί.

Γιατί ο διάδρομος Ουαχάν έχει στρατηγική σημασία

Ο διάδρομος Ουαχάν αποτελεί μια στενή λωρίδα αφγανικού εδάφους ανάμεσα στο Τατζικιστάν, το Πακιστάν και την Κίνα.

Η γεωγραφική του διαμόρφωση συνδέεται με τον ανταγωνισμό της Βρετανικής και της Ρωσικής Αυτοκρατορίας κατά τον 19ο αιώνα.

Η περιοχή διατηρήθηκε ως ζώνη διαχωρισμού των δύο αυτοκρατορικών σφαιρών επιρροής, αποτελώντας ένα από τα χαρακτηριστικότερα γεωγραφικά κατάλοιπα του λεγόμενου «Μεγάλου Παιχνιδιού».

Σήμερα, η ίδια περιοχή αποκτά νέα σημασία, αυτή τη φορά λόγω της προσπάθειας σύνδεσης της Κίνας με το Αφγανιστάν και ευρύτερα με την Κεντρική Ασία.

Ο δρόμος ανοίγει τη δυνατότητα δημιουργίας μιας εναλλακτικής οδού μεταφορών, περιορίζοντας δυνητικά την ανάγκη διέλευσης από το πακιστανικό έδαφος.

Το πρόβλημα της Κίνας με τον οικονομικό διάδρομο CPEC

Το ενδιαφέρον της εξέλιξης εντοπίζεται κυρίως στην προσπάθεια του Πεκίνου να περιορίσει την εξάρτησή του από ευάλωτες υποδομές.

Ο Οικονομικός Διάδρομος Κίνας–Πακιστάν, γνωστός ως CPEC, αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα προγράμματα της κινεζικής πρωτοβουλίας Belt and Road.

Μέσω του συγκεκριμένου σχεδίου, η Κίνα επιχειρεί να ενισχύσει τις εμπορικές και ενεργειακές συνδέσεις της με τη Νότια Ασία και την Αραβική Θάλασσα.

Ωστόσο, η υλοποίηση των έργων έχει αντιμετωπίσει σοβαρές δυσκολίες.

Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, οργανώσεις αυτονομιστών έχουν πραγματοποιήσει επανειλημμένες επιθέσεις εναντίον κινεζικών συμφερόντων, εγκαταστάσεων και εργαζομένων.

Οι επιθέσεις αυτές έχουν επιβαρύνει την ασφάλεια των υποδομών και έχουν αυξήσει το κόστος προστασίας των κινεζικών επενδύσεων.

Παράλληλα, έχουν διατυπωθεί καταγγελίες για καθυστερήσεις, κακοδιαχείριση και προβλήματα διαφάνειας σε επιμέρους προγράμματα του CPEC.

Η εδαφική διαμάχη με την Ινδία

Μια επιπλέον γεωπολιτική δυσκολία συνδέεται με τη διέλευση του CPEC από το Γκιλγκίτ–Μπαλτιστάν.

Η περιοχή διοικείται από το Πακιστάν, αλλά διεκδικείται από την Ινδία, στο πλαίσιο της ευρύτερης διαμάχης για το Κασμίρ.

Το Νέο Δελχί έχει αντιταχθεί επανειλημμένα σε έργα που διέρχονται από εδάφη τα οποία θεωρεί τμήμα της δικής του επικράτειας.

Αυτό σημαίνει ότι ο οικονομικός διάδρομος Κίνας–Πακιστάν δεν αποτελεί μόνο αναπτυξιακό πρόγραμμα, αλλά συνδέεται με μία από τις πιο ευαίσθητες εδαφικές αντιπαραθέσεις της Ασίας.

Η δημιουργία εναλλακτικών διαδρομών μέσω του Αφγανιστάν θα μπορούσε μακροπρόθεσμα να προσφέρει στο Πεκίνο μεγαλύτερη ευελιξία.

Δεν υπάρχει, πάντως, ένδειξη ότι ο δρόμος του Ουαχάν μπορεί σήμερα να αντικαταστήσει τις μεγάλες μεταφορικές υποδομές του CPEC.

Η Καμπούλ επιχειρεί να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ

Για την κυβέρνηση των Ταλιμπάν, το έργο έχει και μία σαφή πολιτική διάσταση.

Το Αφγανιστάν εξαρτάται σε σημαντικό βαθμό από συνοριακές διαβάσεις και μεταφορικούς άξονες που περνούν από το Πακιστάν.

Οι επανειλημμένες εντάσεις ανάμεσα στις δύο χώρες έχουν προκαλέσει κλείσιμο συνοριακών περασμάτων, διακοπές εμπορικών ροών και επιβάρυνση της αφγανικής οικονομίας.

Μια εναλλακτική χερσαία διέξοδος προς την Κίνα θα μπορούσε, εφόσον αναπτυχθεί και καταστεί λειτουργική, να μειώσει τη δυνατότητα του Πακιστάν να χρησιμοποιεί τη γεωγραφική του θέση ως μέσο πίεσης προς την Καμπούλ.

Η αφγανική πλευρά αντιμετωπίζει το έργο ως σημαντική υποδομή οικονομικής και στρατηγικής αυτονομίας.

Η στάση της Κίνας και της Ρωσίας

Παρά την προοπτική άμεσης σύνδεσης, το Πεκίνο δεν έχει εγκαταλείψει τον οικονομικό διάδρομο CPEC ούτε έχει ανακοινώσει ότι ο Ουαχάν θα τον αντικαταστήσει.

Η Κίνα εξακολουθεί να διατηρεί σημαντικά οικονομικά και στρατηγικά συμφέροντα στο Πακιστάν.

Αντίστοιχα, η Ρωσία ενδιαφέρεται για τη σταθερότητα του Αφγανιστάν και για την ανάπτυξη νέων δικτύων επικοινωνίας στην Κεντρική Ασία.

Η δημιουργία περισσότερων επιλογών διασύνδεσης ενδέχεται να περιορίσει την αποκλειστική σημασία ορισμένων παραδοσιακών μεταφορικών διαδρομών.

Η πραγματική αξία του Ουαχάν θα εξαρτηθεί από τη βελτίωση των οδικών υποδομών, τη λειτουργία συνοριακών και τελωνειακών εγκαταστάσεων, τις καιρικές συνθήκες και τις πολιτικές αποφάσεις της Κίνας.

Το μήνυμα προς το Πακιστάν

Η νέα διαδρομή αναδεικνύει μια σημαντική γεωπολιτική πραγματικότητα: η γεωγραφική θέση ενός κράτους προσφέρει στρατηγικά πλεονεκτήματα, αλλά η αξιοποίησή τους εξαρτάται από την ασφάλεια και την αξιοπιστία των μεταφορικών του δικτύων.

Το Πακιστάν εξακολουθεί να αποτελεί κρίσιμο εταίρο της Κίνας, ιδιαίτερα στο πλαίσιο του CPEC.

Ταυτόχρονα, όμως, η αστάθεια, οι επιθέσεις σε κινεζικά συμφέροντα και οι αντιπαραθέσεις με το Αφγανιστάν δημιουργούν κίνητρα αναζήτησης εναλλακτικών επιλογών.

Ο διάδρομος Ουαχάν δεν έχει ακόμη μετατραπεί σε μεγάλο εμπορικό πέρασμα. Η κατασκευή του δρόμου, ωστόσο, καταδεικνύει ότι το Αφγανιστάν επιχειρεί να αποκτήσει πρόσθετες διεθνείς συνδέσεις και ότι η αποκλειστική εξάρτηση από το Πακιστάν δεν αποτελεί πλέον τη μοναδική γεωγραφική επιλογή.

Για το Ισλαμαμπάντ, η εξέλιξη αποτελεί μια νέα στρατηγική παράμετρο που θα πρέπει να συνυπολογίσει στις σχέσεις του με το Πεκίνο και την Καμπούλ.

Συνέχεια ανάγνωσης

Διεθνή

Γερμανία: Το ρωσικό φυσικό αέριο επιστρέφει έμμεσα μέσω των λιπασμάτων, παρά τους ευρωπαϊκούς δασμούς

Δημοσιεύτηκε

στις

Οι εισαγωγές ρωσικών αζωτούχων λιπασμάτων μειώθηκαν κατά 66% το 2025-2026, αλλά παραμένουν 53% υψηλότερες από τα επίπεδα πριν από τον πόλεμο στην Ουκρανία.

Το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία διατηρεί ανταγωνιστικά τα ρωσικά προϊόντα, σύμφωνα με στοιχεία που δημοσίευσε η Berliner Zeitung. Η Γερμανία εξακολουθεί να συνδέεται εμπορικά με το ρωσικό φυσικό αέριο, παρά τις ευρωπαϊκές προσπάθειες περιορισμού της ενεργειακής εξάρτησης από τη Μόσχα.

Αυτή τη φορά, η σύνδεση δεν αφορά αποκλειστικά την άμεση προμήθεια φυσικού αερίου, αλλά τις εισαγωγές λιπασμάτων που παράγονται με τη χρήση ρωσικού αερίου ως πρώτης ύλης και πηγής ενέργειας. Σύμφωνα με δημοσίευμα της γερμανικής εφημερίδας, που βασίζεται σε στοιχεία του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου και του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι εισαγωγές αζώτου μέσω ρωσικών λιπασμάτων μειώθηκαν σημαντικά κατά το 2025-2026. Ωστόσο, εξακολουθούν να βρίσκονται πάνω από τα επίπεδα που καταγράφονταν πριν από τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία.

Τα στοιχεία των εισαγωγών και η σύγκριση με την προπολεμική περίοδο

Το 2025-2026, η Γερμανία εισήγαγε 48.800 τόνους αζώτου μέσω λιπασμάτων ρωσικής προέλευσης. Η ποσότητα αυτή είναι μειωμένη κατά περίπου 66% σε σύγκριση με το προηγούμενο έτος, αλλά παραμένει κατά 53% υψηλότερη από τους 31.800 τόνους που είχαν καταγραφεί το 2020-2021, πριν από τον πόλεμο.

Η εξέλιξη των εισαγωγών δείχνει πόσο έντονη ήταν η αύξηση μετά το 2022. Το 2021-2022 οι εισαγωγές έφτασαν τους 56.800 τόνους αζώτου, ενώ το 2022-2023 εκτοξεύθηκαν στους 185.100 τόνους. Στη συνέχεια καταγράφηκαν 140.200 τόνοι το 2023-2024 και 143.800 τόνοι το 2024-2025, προτού σημειωθεί η μεγάλη υποχώρηση της τελευταίας περιόδου. Τα στοιχεία αφορούν την ποσότητα του αζώτου που περιέχεται στα εισαγόμενα λιπάσματα και όχι το συνολικό βάρος των προϊόντων.

Τα λιπασματικά έτη υπολογίζονται από τον Ιούλιο έως τον Ιούνιο. Η ποσότητα αζώτου που εισήχθη στη Γερμανία μέσω ρωσικής ουρίας μειώθηκε από 71.600 τόνους σε 27.600 τόνους, καταγράφοντας πτώση άνω του 61%. Παρά τη μείωση, η ποσότητα εξακολουθεί να είναι σχεδόν τριπλάσια από τους 9.900 τόνους του 2020-2021. Η συγκεκριμένη εξέλιξη αναδεικνύει το βασικό πρόβλημα της ευρωπαϊκής πολιτικής περιορισμού των εμπορικών δεσμών με τη Ρωσία. Ακόμη και όταν περιορίζονται οι εισαγωγές συγκεκριμένων προϊόντων, οι οικονομικές σχέσεις μπορούν να διατηρούνται μέσω άλλων κατηγοριών αγαθών, ιδιαίτερα όταν αυτά έχουν χαμηλότερο κόστος παραγωγής.

Γιατί οι ρωσικές εισαγωγές παραμένουν ανταγωνιστικές

Καθοριστικός παράγοντας είναι το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία και στην υπόλοιπη Ευρώπη. Η παραγωγή αζωτούχων λιπασμάτων απαιτεί μεγάλες ποσότητες φυσικού αερίου, το οποίο χρησιμοποιείται τόσο ως πρώτη ύλη όσο και ως πηγή ενέργειας. Σύμφωνα με τον Σύνδεσμο Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι ευρωπαϊκοί δασμοί, που τέθηκαν σε ισχύ τον Ιούλιο του 2025, περιόρισαν σημαντικά τις εισαγωγές ρωσικών λιπασμάτων. Ωστόσο, δεν εξάλειψαν το ανταγωνιστικό πλεονέκτημα των ρωσικών προϊόντων. Ο σύνδεσμος επισημαίνει ότι οι υψηλές τιμές ενέργειας δυσκολεύουν τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις να αυξήσουν την εγχώρια παραγωγή και να καλύψουν μεγαλύτερο μέρος των αναγκών της αγοράς. Ως αποτέλεσμα, τα ρωσικά λιπάσματα εξακολουθούν να παραμένουν ελκυστικά, ακόμη και μετά την επιβολή πρόσθετων δασμών.

Παράλληλα, σύμφωνα με τον IVA, είναι πιθανό ορισμένες ποσότητες ρωσικών προϊόντων να φτάνουν στη γερμανική αγορά μέσω άλλων κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το μέγεθος αυτών των έμμεσων εισαγωγών, ωστόσο, δεν μπορεί να προσδιοριστεί με ακρίβεια από τα διαθέσιμα στοιχεία.

Δεν αποδίδονται οι αυξήσεις των τιμών αποκλειστικά στους δασμούς

Το ζήτημα έχει άμεση σημασία για τους Γερμανούς αγρότες, καθώς το κόστος των λιπασμάτων επηρεάζει την παραγωγή και, τελικά, την οικονομική βιωσιμότητα των καλλιεργειών. Ο IVA υποστηρίζει ότι η μείωση των ρωσικών εισαγωγών δεν έχει προκαλέσει μέχρι στιγμής σαφή αύξηση των τιμών εξαιτίας των δασμών. Σύμφωνα με τον σύνδεσμο, η εγχώρια παραγωγική δυναμικότητα και οι εισαγωγές από άλλες χώρες, μεταξύ των οποίων η Αίγυπτος, επαρκούν για την κάλυψη των αναγκών της αγοράς. Την ίδια στιγμή, ο σύνδεσμος αποδίδει τις υψηλές τιμές των λιπασμάτων το 2026 στις διεθνείς ενεργειακές αναταράξεις, στον πόλεμο με το Ιράν και στην κρίση γύρω από τα Στενά του Ορμούζ, παράγοντες που επηρεάζουν το κόστος μεταφοράς και τις παγκόσμιες τιμές ενέργειας και λιπασμάτων.

Οι εκτιμήσεις αυτές αποτελούν τις θέσεις του κλαδικού συνδέσμου και δεν συνιστούν από μόνες τους ανεξάρτητη αξιολόγηση όλων των παραγόντων που διαμορφώνουν τις τιμές.

Νέες πιέσεις για περιορισμό των ρωσικών εισαγωγών

Με αφορμή τα στοιχεία, ο IVA ζητά να εξεταστεί η επιβολή πρόσθετων δασμών στις εισαγωγές καλιούχων λιπασμάτων από τη Ρωσία και τη Λευκορωσία. Το κάλιο αποτελεί βασικό θρεπτικό στοιχείο για τις καλλιέργειες και αντιπροσωπεύει μια ακόμη κατηγορία προϊόντων στην οποία η ευρωπαϊκή αγορά διατηρεί εμπορικές σχέσεις με τις δύο χώρες.

Ο σύνδεσμος εκτιμά ότι η ευρωπαϊκή βιομηχανία μπορεί να καλύψει τις ανάγκες της γεωργίας χωρίς να εξαρτάται από τις συγκεκριμένες εισαγωγές και υποστηρίζει ότι πρόσθετοι δασμοί δεν θα πρέπει να οδηγήσουν αναγκαστικά σε αυξήσεις τιμών. Η συζήτηση, ωστόσο, αποτυπώνει το ευρύτερο δίλημμα της ευρωπαϊκής οικονομικής πολιτικής. Η μείωση της εξάρτησης από τη Ρωσία απαιτεί όχι μόνο εμπορικούς περιορισμούς, αλλά και ανταγωνιστική εγχώρια παραγωγή, προσιτό ενεργειακό κόστος και εναλλακτικές πηγές προμήθειας.

Τα δεδομένα της γερμανικής αγοράς δείχνουν ότι οι δασμοί μπορούν να περιορίσουν σημαντικά τις εισαγωγές, χωρίς όμως να εξαλείψουν αυτομάτως τις οικονομικές σχέσεις που στηρίζονται σε διαφορές κόστους παραγωγής. Για τη Γερμανία και την Ευρωπαϊκή Ένωση, η πρόκληση παραμένει η εξισορρόπηση τριών στόχων: της ενεργειακής και οικονομικής ασφάλειας, της στήριξης της εγχώριας βιομηχανίας και της διατήρησης προσιτού κόστους για τον αγροτικό τομέα.

Με πληροφορίες του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA) και του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου.

Συνέχεια ανάγνωσης

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ

Διεθνή25 λεπτά πριν

Προειδοποίηση της Ελβετίας: Το υψηλό ευρωπαϊκό χρέος θα μπορούσε να πυροδοτήσει μια κρίση του ευρώ

Τα αυξανόμενα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη και πέραν αυτής εγκυμονούν κινδύνους για την οικονομική σταθερότητα και θα μπορούσαν να...

Αναλύσεις56 λεπτά πριν

Le Figaro: Στο χείλος του γκρεμού η Γαλλία ετοιμάζεται για τον ερχομό της τρόικας

Η Γαλλία δεν ανήκει πλέον στον πυρήνα της ευρωζώνης, αλλά έχει μετατραπεί σε περιφερειακή χώρα που απειλεί τη σταθερότητά της....

Αναλύσεις1 ώρα πριν

Οι κινητές ομάδες πυρός αεράμυνας και η απειλή των drones

Μία από τις απαντήσεις σε αυτή την απειλή ήταν η δημιουργία Κινητών Ομάδων Πυρός Αεράμυνας (Mobile Air Defense Fire Groups)....

Ιστορία - Πολιτισμός2 ώρες πριν

17 Οκτωβρίου 1941: Η σφαγή στα Άνω και Κάτω Κερδύλλια

Στις 17/10/1941 οι Γερμανοί κατακτητές παίρνουν σκληρά μέτρα για να χτυπήσουν στη γέννησή τους τις πρώτες ένοπλες αντιστασιακές ομάδες. Κύκλωσαν...

GEOPOLITICO19 ώρες πριν

Πόλεμος συμφερόντων για το LNG – Το τουρκικό σχέδιο και η ελληνική απάντηση

Στο Direct News, ο Ανδρέας Μουντζουρούλιας παρουσιάζει τις πληροφορίες του για τον GSI, αναλύει τα τουρκικά δημοσιεύματα για την Γκίλφοϊλ...

Δημοφιλή