Ακολουθήστε μας

Διεθνή

Η Κύπρος αντίθετη με τη στήριξη της ελληνικής κυβέρνησης στην Τουρκία για τον ΙΜΟ

Δημοσιεύτηκε στις

Διαφωνεί με την πολιτική Δένδια η Κυβέρνηση της Κύπρου για τη στήριξη της Τουρκίας στον Διεθνή Ναυτιλιακό Οργανισμό

Γιάννος Χαραλαμπίδης

Η Κύπρος δεν ακολουθεί την Ελλάδα, η οποία μπορεί να γίνει μη μόνιμο μέλος του Σ.Α. χωρίς την Τουρκία, που επιμένει στο εμπάργκο επί της κυπριακή ναυτιλίας

ΗΛευκωσία δεν ακολουθεί την πολιτική των Αθηνών και δη του Υπουργού Εξωτερικών, Νίκου Δένδια, για τη στήριξη της Τουρκίας προκειμένου να καταλάβει τη θέση του Γενικού Γραμματέα του Διεθνούς Ναυτιλιακού Οργανισμού (ΔΝΟ) για θητεία τεσσάρων ετών, με αντάλλαγμα την υποστήριξη της Τουρκίας, ώστε να εκλεγεί η Ελλάδα το 2025 στα μη μόνιμα μέλη του Συμβουλίου Ασφαλείας. Και αυτό συνέβη την ίδια στιγμή κατά την οποία ο Προέδρος ετοιμαζόταν να προωθήσει την πρότασή του για την ενεργότερη εμπλοκή της ΕΕ στο Κυπριακό σε δυο σκέλη. Το πρώτο αφορά στην άρση της τουρκικής αδιαλλαξίας και το δεύτερο στην επανέναρξη των συνομιλιών από εκεί όπου έμειναν στο Κραν Μοντανά.

  • Το τουρκικό εμπάργκο και η προσφυγή στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο
  • Ο εποικισμός ως έγκλημα πολέμου και το Διεθνές Ποινικό Δικαστήριο
  • Εμπλοκή της ΕΕ σε τεχνοκρατικό επίπεδο με το πάνω χέρι στον ΟΗΕ

Ηθικά και πολιτικά ζητήματα

Η στάση της ελληνικής Κυβέρνησης εγείρει σοβαρά ζητήματα πολιτικής, ηθικής τάξης καθώς και συντονισμού υπό την έξης έννοια: Πώς η Ελλάδα, που είναι εγγυήτρια δύναμη, να στηρίζει τη συμμετοχή της Τουρκίας στο ΔΝΟ, όταν η Άγκυρα επιβάλλει ναυτιλιακό εμπάργκο σε βάρος της Κυπριακής Δημοκρατίας και όταν ένας από τους πυλώνες της πρωτοβουλίας του Προέδρου στην ΕΕ είναι η άρση του τουρκικού εμπάργκο επί των πλοίων και των αεροσκαφών της Κυπριακής Δημοκρατίας; Πώς είναι δυνατόν η Ελλάδα να στηρίζει την Τουρκία σε έναν από τους θεσμούς των Ην. Εθνών, όταν συνιστά κράτος-εισβολέα που κατέχει παράνομα έδαφος κράτους-μέλους του ΟΗΕ και της ΕΕ; Πώς θα πούμε είτε στον ΓΓ του Οργανισμού είτε στο Σ. Ασφαλείας, εντός του οποίου θέλει να συμμετέχει η Ελλάδα, ότι η Τουρκία είναι κατοχική δύναμη, όταν η ίδια η Αθήνα την αποκαθαίρει από τις ενοχές και τις κατηγορίες που την βαραίνουν ακόμη και για εγκλήματα πολέμου, όπως αυτό του εποικισμού, το οποίο συνεχίζεται μέσω των σεισμόπληκτων που καταφθάνουν στα κατεχόμενα κατόπιν εντολών της Άγκυρα και δη του Ταγίπ Ερντογάν; Η Τουρκία μετατρέπει τα θύματα του σεισμού σε εργαλεία εγκλήματος πολέμου.

Επί του εποικισμού υπάρχουν δύο εκθέσεις του Συμβουλίου της Ευρώπης, μία του Κουκό και μία του Λαάκσον, που ρητώς αναφέρουν ότι η Τουρκία διενεργεί στην Κύπρο παράνομο εποικισμό ως προϊόν πολέμου και ότι οι έποικοι, ως προϊόντα εγκλήματος από πόλεμο, συνιστούν ωρολογιακή βόμβα στα θεμέλια της όποια λύσης διότι είναι ξένο σώμα ως προς τον γηγενή πληθυσμό. Αυτά τεκμαίρονται και μέσω του Διεθνούς Δικαίου, που καθορίζει ρητώς ότι η μεταφορά πληθυσμών από το κράτος που κατακτά στα κατεχόμενα εδάφη συνιστά έγκλημα πολέμου, για οποίο έχει δικαιοδοσία το Διεθνές Ποινικό Δικαστήριο (ΔΠΔ). Γιατί; Διότι τελείται επί του εδάφους, και δη κατεχόμενου, της Κυπριακής Δημοκρατίας, η οποία είναι κράτος μέλος του Διεθνούς Ποινικού Δικαστηρίου. Ως εκ τούτου, το τελευταίο έχει δικαιοδοσία, ασχέτως εάν η Τουρκία συμμετέχει σε αυτό ή όχι. Έχει δικαιοδοσία επί του εδάφους της Κυπριακής Δημοκρατίας, όπου το έγκλημα συντελείται εφόσον η Κυπριακή Δημοκρατία συμμετέχει στο ΔΠΔ. Εκ της φύσεώς του, το ΔΠΔ ενεργεί συμπληρωματικά των εθνικών κρατικών δικαστηρίων. Αυτό σημαίνει ότι, εάν υπήρχε πολιτική πρόθεση από τις αρμόδιες Αρχές της Κυπριακής Δημοκρατίας και δη από την Κυβέρνηση και τη Νομική Εισαγγελία, θα ήταν δυνατό να αρχίσουν διαδικασίες εξ ημών και να υποστηριχθούν από το ΔΠΔ. Πώς είναι δυνατό Κύπρος και Ελλάδα να ήταν από τις χώρες που ζήτησαν από τον Εισαγγελέα του ΔΠΔ να διερευνήσει εγκλήματα σε βάρος του Ρωσικού Στρατού και του ίδιου του Προέδρου Πούτιν, και να μη γίνουν ανάλογες ενέργειες για την περίπτωση του εποικισμού της Τουρκίας και της περίκλειστης πόλης της Αμμοχώστου; Κάτι τέτοιο θα συνιστούσε σε κάθε περίπτωση μορφή αποτροπής για τον εποικισμό και για άλλες παράνομες μεθοδεύσεις, που έχουν ως πηγή τους τον τουρκικό κατοχικό στρατό, ο οποίος, σύμφωνα με την Τέταρτη Διακρατική Προσφυγή, έχει την πλήρη ευθύνη. Γιατί; Διότι, οι κατοχικές «αρχές» υπόκεινται στην εξουσία του τουρκικού στρατού, που παρανόμως βρίσκεται στην Κύπρο.

Ο εξευμενισμός

Αληθές είναι ότι, όπως η Αθήνα παραδέχεται, διαθέτει ήδη 14 με 15 ψήφους για την εκλογή της στο Σ. Ασφαλείας, οπότε δεν χρειάζεται την τουρκική στήριξη, αλλά ότι είναι η Άγκυρα εκείνη που χρειάζεται τη βοήθεια της Αθήνας για την εκλογή του Γενικού Γραμματέα του Διεθνούς Ναυτιλιακού Οργανισμού. Όπως διπλωματικές πηγές αναφέρουν, ακόμη και με τη στήριξη των Αθηνών δεν είναι βέβαιη η τουρκική επιτυχία. Συνεπώς, προστίθεται, πρόκειται για μια κίνηση εξευμενισμού, που συσχετίζεται με συνομιλίες μεταξύ των δυο χωρών για ζητήματα χαμηλής πολιτικής, όπως π.χ. είναι ο τουρισμός και οι εμπορικές συναλλαγές, την ίδια στιγμή, κατά τη οποία η Τουρκία δεν εφαρμόζει την τελωνειακή ένωση και δεν αποδέχεται τα προϊόντα της Κυπριακής Δημοκρατίας να εισάγονται στο τουρκικό έδαφος. Και αυτό διότι δεν αναγνωρίζει την Κυπριακή Δημοκρατία, παρότι η αντιδήλωση της 21ης Σεπτεμβρίου ρητώς αναφέρει ότι η αναγνώριση της Κυπριακή Δημοκρατίας από την Τουρκία είναι προϋπόθεση της τουρκικής ενταξιακής διαδικασίας.

Το μορατόριουμ και τα «νησιά υπό κατοχή»

Βεβαίως, μπορεί μεν ο Τύπος των Αθηνών να βλέπει μορατόριουμ μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας στη θάλασσα και στον αέρα λόγω των σεισμών, όμως, τις προάλλες η Κεμαλική αντιπολίτευση, που προηγείται, όπως μεγάλη μερίδα των σφυγμομετρήσεων δείχνει ενόψει των προεδρικών εκλογών, ισχυριζόταν ότι αριθμός ελληνικών νησιών βρίσκονται υπό κατοχή και ότι αυτά ανήκουν στην Τουρκία και είναι υπό διεκδίκηση. Υπό αυτές τις συνθήκες, δεν φαίνεται να υπάρχει όφελος για την Ελλάδα από τη στάση του κ. Δένδια, ο οποίος, μάλιστα, ανακοίνωσε τη συνεργασία του με τον Τούρκο ομόλογό του Μεβλούτ Τσαβούσογλου, στις Βρυξέλλες, κάτω από τις εξής συνθήκες: 1) Λίγα μέτρα πιο κάτω βρισκόταν ο Κύπριος Υπουργός Εξωτερικών, Κωνσταντίνος Κόμπος. 2) Σε λιγότερο από 24 ώρες ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας θα άρχιζε την ενημέρωσή του για τον τρόπο με τον οποίο επιδιώκει όπως η ΕΕ έχει ενεργότερη εμπλοκή στο Κυπριακό. 3) Λίγες μόνο μέρες προηγουμένως ο Πρόεδρος είχε επαφές στην Αθήνα με τον Έλληνα Πρωθυπουργό για συντονισμό κινήσεων στο Κυπριακό, καθώς και με τον Υπουργό Εξωτερικών. Και εντός και εκτός της ΕΕ. Το ερώτημα που εγείρεται είναι ποιος συντονισμός γίνεται υπό αυτές τις συνθήκες;

Δεν ακολουθεί η Λευκωσία

Ανώτατη κυβερνητική πηγή δήλωσε ότι «η κυπριακή Κυβέρνηση δεν θα ακολουθήσει την ελληνική πολιτική», όπως την εξέφρασε ο Νίκος Δένδιας σε συνεννόηση με τον Έλληνα Πρωθυπουργό Κυριάκο Μητσοτάκη. Και, προφανώς, διατυπώνεται αυτή η διαφωνία, διότι δεν μπορεί η Κύπρος να τελεί υπό κατοχή και να ζητά τον τερματισμό του εμπάργκο σε βάρος των πλοίων και των αεροσκαφών της από τη μια, και η Ελλάδα να στηρίζει από την άλλη την κατοχική Τουρκία για να πάρει μια θέση στο Συμβούλιο του Διεθνούς Ναυτιλιακού Οργανισμού του ΟΗΕ. Κυβερνητικές πηγές, σε μια προσπάθεια να δικαιολογήσουν την έλλειψη συντονισμού, ισχυρίζονταν ότι «οι αποφάσεις της ελληνικής Κυβερνήσεως λήφθηκαν πριν από την ανάληψη των καθηκόντων της κυπριακής Κυβερνήσεως». Βεβαίως, γεννάται το εξής ερώτημα: Δεν γνώριζε η ελληνική Κυβέρνηση ότι η Τουρκία επιβάλλει εμπάργκο στην κυπριακή ναυτιλία και ότι κατέχει λιμάνια της Κυπριακής Δημοκρατίας, της οποίας η Ελλάδα είναι εγγυήτρια δύναμη και μητέρα πατρίδα; Ή ότι μια από τις διεκδικήσεις της Λευκωσίας στην ΕΕ και διεθνώς, στον ΟΗΕ, δηλαδή στο πλαίσιο του Διεθνούς Οργανισμού Ναυτιλίας του ΟΗΕ, είναι η άρση του τουρκικού εμπάργκο, του οποίου η υφιστάμενη τελωνειακή ένωση και το πρόσθετο Πρωτόκολλο προνοούν την κατάργηση; Και εδώ είναι που έχει ευθύνη η Ευρωπαϊκή Επιτροπή, η οποία ως η καθ΄ ύλην αρμόδια Αρχή για την εφαρμογή ή όχι του κεκτημένου δεν καταγγέλλει την Τουρκία, η οποία παραβιάζει το κεκτημένο. Ούτε όμως η Κυπριακή Δημοκρατία, που έχει έννομο συμφέρον διότι τα δικά της συμφέροντα πλήττονται, έχει κινηθεί προς την κατεύθυνση αυτή. Οι αποφάσεις του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου είναι σαφείς: Είτε κράτος είτε ιδιώτες, φυσικά ή νομικά πρόσωπα πλήττονται από αποφάσεις των θεσμών ή από παραλείψεις που αφορούν τη μη εκτέλεση αποφάσεων ή συμφωνηθέντων στο πλαίσιο του κεκτημένου, έχουν έννομο δικαίωμα να προσφύγουν ενώπιον του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου στο Λουξεμβούργο, ακόμη και σε βάρος της Επιτροπής, εφόσον δεν κάνει καλά τη δουλειά της.

26.3 ΧΑΡΤΗΣ ΓΙΑΝΝΟΥ.jpg

Ο Χάρτης αποτυπώνει τις οδούς της παγκόσμιας ναυτιλίας. Μπορεί κάποιος να αντιληφθεί πόσο σημαντική είναι η Κύπρος ως το ακραίο όριο της ΕΕ και ως γέφυρα με την Ασία και της Ασίας με την Ευρώπη μέσω του Chokepoint του Σουέζ. Με κόκκινο κύκλο αποτυπώνονται τα 8 σημαντικά chokepoints, δηλαδή περάσματα των εμπορικών και στρατιωτικών πλοίων υψίστης γεωπολιτικής σημασίας. Η Τουρκία κατέχει λιμάνια της Κυπριακής Δημοκρατίας και επιβάλλει ταυτοχρόνως εμπάργκο, δηλαδή δεν επιτρέπει ελλιμενισμό στα λιμάνια της σε πλοία που φέρουν τη σημαία της Κυπριακής Δημοκρατίας, κράτους-μέλους του ΟΗΕ και της ΕΕ. Πώς, λοιπόν, η Ελλάδα είναι δυνατό να σπονσάρει την Τουρκία στη θέση του Γενικού Γραμματέα του Διεθνούς Ναυτιλιακού Οργανισμού που ανήκει στον ΟΗΕ; Η Κύπρος κατέχει παγκοσμίως τη 10η θέση στη ναυτιλία και την 3η εντός της ΕΕ.

Η πρόταση του Προέδρου…

Μέσα σε αυτό το κλίμα ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας έκανε τα πρώτα βήματα για την προώθηση της πρωτοβουλίας του για την ενεργότερη εμπλοκή της ΕΕ στο Κυπριακό, χωρίς όμως να περιλαμβάνει την παραπομπή της Τουρκίας στο Δικαστήριο, αφού επιμένει στην επιβολή εμπάργκο στην κυπριακή ναυτιλία και απαγορεύει την εισαγωγή κυπριακών προϊόντων που σημαίνει αθέμιτο ανταγωνισμό, παραβίαση δηλαδή των κανόνων της ενιαίας αγοράς. Διότι εμείς δεν εξάγουμε προϊόντα στην Τουρκία, αλλά τουρκικά προϊόντα που εισάγονται στην κοινή αγορά εισάγονται εν συνεχεία από άλλα κράτη μέλη της ΕΕ στην Κυπριακή Δημοκρατία.

Ειδικότερα η πρόταση του Προέδρου περιλαμβάνει:

  1. Άρση του αδιεξόδου στο Κυπριακό, που συνδέεται με την ενταξιακή πορεία της Τουρκίας στην ΕΕ και δη με τις διαπραγματεύσεις για την αναβαθμισμένη τελωνειακή ένωση της Άγκυρας με την ΕΕ. Κατά μία σχολή σκέψης εντός της ΕΕ, αυτή είναι μια φόρμουλα ειδικής σχέσης με την Άγκυρα αντί πλήρους ένταξης.
  2. Τη δημιουργία συνθηκών, όπως παραδέχθηκε ο Πρόεδρος, για να ανοίξει η Τουρκία τα λιμάνια και τα αεροδρόμιά της σε πλοία και αεροσκάφη της Κυπριακής Δημοκρατίας, όπως η υφιστάμενη τελωνειακή ένωση καθορίζει, με ταυτόχρονο άνοιγμα του λιμανιού της Αμμοχώστου υπό την αιγίδα της Ευρωπαϊκής Επιτροπής και ταυτόχρονη επιστροφή της περίκλειστης πόλης υπό το καθεστώς του ΟΗΕ στους νόμιμους κατοίκους της.
  3. Την επανέναρξη των συνομιλιών από εκεί όπου έμειναν στο Κραν Μοντανά, στη βάση του συμφωνημένου πλαισίου για μια λύση διζωνικής δικοινοτικής ομοσπονδίας με πολιτική ισότητα.
  4. Η εμπλοκή της ΕΕ δεν θα αντικαθιστά εκείνη του ΟΗΕ, αλλά θα συμβαίνει ό,τι και σήμερα. Θα έχει ρόλο συμπληρωματικό και τεχνοκρατικό με τον διορισμό μιας προσωπικότητας που προφανώς θα παρακολουθεί την κατάσταση και θα έχει ρόλο ειδικού απεσταλμένου. Τονίζεται στο σημείο αυτό ότι: Α) Και στο παρελθόν υπήρχε διορισμένη τεχνοκρατική ομάδα. Β) Ειδικοί απεσταλμένοι διορίζονται σε περιπτώσεις εμπλοκής της ΕΕ σε ζητήματα τρίτων κρατών, όπως στο Αφγανιστάν ή στο Κοσσυφοπέδιο, και όχι σε προβλήματα κρατών μελών, για δυο κυρίως λόγους: Ο πρώτος είναι για να μη θεωρηθεί εμπλοκή στα εσωτερικά κράτους μέλους και ο δεύτερος είναι η συμμετοχή του αρχηγού του κράτους ή της Κυβέρνησης στο Ευρωπαϊκό Συμβούλιο.

Χρονοδιάγραμμα

Το χρονοδιάγραμμα της πρωτοβουλίας του Προέδρου και τα στάδια καταγράφονται ως εξής:

Πρώτο, εκλογή νέας Κυβέρνησης στην Τουρκία και στην Ελλάδα. Δεύτερο, Γενική Συνέλευση του ΟΗΕ τον Σεπτέμβριο, όπου ο Πρόεδρος δεν αποκλείει μια τριμερή, δηλαδή με τον Ερσίν Τατάρ και τον ΓΓ του ΟΗΕ. Τρίτο, προσπάθεια για άρση του αδιεξόδου στην εξής λογική: Σύνδεση της τουρκικής ενταξιακής πορείας με την επιστροφή στις συνομιλίες. Τέταρτο, επανέναρξη των συνομιλιών στη βάση του συμφωνημένου πλαισίου για διζωνική δικοινοτική ομοσπονδία με πολιτική ισότητα, από εκεί όπου έμειναν οι εμπλεκόμενοι, δηλαδή στο Κραν Μοντανά. Και δόθηκε η ευκαιρία στην Άγκυρα και τις κατοχικές «αρχές» να κατοχυρώσουν την ομοσπονδία και να περάσουν στην αξίωσή τους για δυο κράτη με ισότιμη κυριαρχία.

*Δρ των Διεθνών Σχέσεων

Σημερινή

Ο Σταύρος Καλεντερίδης, ξεκίνησε τις σπουδές του στην Αθήνα, σπουδάζοντας Πολιτική Επιστήμη στο Εθνικό Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών. Έπειτα από τέσσερα χρόνια συμμετοχής στα φοιτητικά όργανα συνδιοίκησης της σχολής του και σε διάφορες οργανώσεις νέων, αποφάσισε να συνεχίσει τις σπουδές του στο εξωτερικό. Στη Βοστόνη των Η.Π.Α. ολοκλήρωσε δύο μεταπτυχιακά προγράμματα, στις Διεθνείς Σχέσεις (Αμερικανική εξωτερική πολιτική) και στην Επικοινωνία (Πολιτική Επικοινωνία), ενώ παράλληλα εργάστηκε στο Ελληνικό Προξενείο της Βοστόνης, στη σχολή του ως βοηθός έρευνας και σε δύο πολιτικές καμπάνιες Αμερικανών πολιτικών (Δημοκρατικών – Ρεπουμπλικάνων). Μετά από τρία χρόνια στις Η.Π.Α., άκουσε το κάλεσμα της πατρίδας του και επέστρεψε πίσω με μεγάλο πόθο για προσφορά στην Ελλάδα. Υπήρξε ιδρυτικό μέλος δύο κοινωφελών οργανισμών, του δέλτα – πολιτική επανάσταση (πολιτικός οργανισμός) και της Λεοντίδας (ίδρυμα προώθησης θεμάτων ιστορίας, πολιτισμού και δημοκρατίας). Σήμερα ζει και εργάζεται στην Αθήνα, ασχολείται με διάφορα εγχειρήματα πολιτικής διπλωματίας και δημοκρατίας, γράφει πολιτικά άρθρα, σχολιάζει την επικαιρότητα και συνεχίζει την προσωπική του μελέτη στην ιστορία και την πολιτική φιλοσοφία.

Συνέχεια ανάγνωσης

Αναλύσεις

Η Κίνα βρίσκει δρόμο που παρακάμπτει το Πακιστάν – Ο διάδρομος Ουαχάν αλλάζει τις γεωπολιτικές ισορροπίες

Μία νέα οδική αρτηρία μήκους 121 χιλιομέτρων στο βορειοανατολικό Αφγανιστάν δημιουργεί τις προϋποθέσεις για απευθείας χερσαία σύνδεση με την Κίνα, χωρίς διέλευση από το Πακιστάν. Η ολοκλήρωση του δρόμου στον ιστορικό διάδρομο Ουαχάν αποκτά ιδιαίτερη γεωπολιτική σημασία, καθώς το Πεκίνο αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα ασφαλείας με τις επενδύσεις του στο Πακιστάν, ενώ η Καμπούλ επιδιώκει να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Μία σημαντική εξέλιξη στις χερσαίες μεταφορές και στις γεωπολιτικές ισορροπίες της Κεντρικής Ασίας καταγράφεται στο Αφγανιστάν, με την ολοκλήρωση νέου δρόμου στον στρατηγικής σημασίας διάδρομο Ουαχάν.

Σύμφωνα με ανάλυση του Imran Khurshid που δημοσιεύθηκε στις 9 Οκτωβρίου 2026 στο Asia Times, οι αφγανικές αρχές εγκαινίασαν οδική διαδρομή 121 χιλιομέτρων, η οποία εκτείνεται από την περιοχή Μπρογκίλ έως τα σύνορα με την Κίνα, στην επαρχία Μπανταχσάν.

Το έργο κόστισε περίπου 365 εκατομμύρια αφγάνι, ποσό που αντιστοιχεί σε περίπου 5,5 εκατομμύρια δολάρια.

Κατά τις αφγανικές ανακοινώσεις, κατασκευάστηκε από ντόπιους μηχανικούς και εργαζομένους, χωρίς τη συμμετοχή ξένων τεχνικών συμβούλων.

Η νέα διαδρομή φθάνει στα σινοαφγανικά σύνορα. Αυτό, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι λειτουργεί ήδη πλήρης διεθνής εμπορευματικός διάδρομος, καθώς εξακολουθούν να υπάρχουν σημαντικοί τεχνικοί και συνοριακοί περιορισμοί.

Γιατί ο διάδρομος Ουαχάν έχει στρατηγική σημασία

Ο διάδρομος Ουαχάν αποτελεί μια στενή λωρίδα αφγανικού εδάφους ανάμεσα στο Τατζικιστάν, το Πακιστάν και την Κίνα.

Η γεωγραφική του διαμόρφωση συνδέεται με τον ανταγωνισμό της Βρετανικής και της Ρωσικής Αυτοκρατορίας κατά τον 19ο αιώνα.

Η περιοχή διατηρήθηκε ως ζώνη διαχωρισμού των δύο αυτοκρατορικών σφαιρών επιρροής, αποτελώντας ένα από τα χαρακτηριστικότερα γεωγραφικά κατάλοιπα του λεγόμενου «Μεγάλου Παιχνιδιού».

Σήμερα, η ίδια περιοχή αποκτά νέα σημασία, αυτή τη φορά λόγω της προσπάθειας σύνδεσης της Κίνας με το Αφγανιστάν και ευρύτερα με την Κεντρική Ασία.

Ο δρόμος ανοίγει τη δυνατότητα δημιουργίας μιας εναλλακτικής οδού μεταφορών, περιορίζοντας δυνητικά την ανάγκη διέλευσης από το πακιστανικό έδαφος.

Το πρόβλημα της Κίνας με τον οικονομικό διάδρομο CPEC

Το ενδιαφέρον της εξέλιξης εντοπίζεται κυρίως στην προσπάθεια του Πεκίνου να περιορίσει την εξάρτησή του από ευάλωτες υποδομές.

Ο Οικονομικός Διάδρομος Κίνας–Πακιστάν, γνωστός ως CPEC, αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα προγράμματα της κινεζικής πρωτοβουλίας Belt and Road.

Μέσω του συγκεκριμένου σχεδίου, η Κίνα επιχειρεί να ενισχύσει τις εμπορικές και ενεργειακές συνδέσεις της με τη Νότια Ασία και την Αραβική Θάλασσα.

Ωστόσο, η υλοποίηση των έργων έχει αντιμετωπίσει σοβαρές δυσκολίες.

Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, οργανώσεις αυτονομιστών έχουν πραγματοποιήσει επανειλημμένες επιθέσεις εναντίον κινεζικών συμφερόντων, εγκαταστάσεων και εργαζομένων.

Οι επιθέσεις αυτές έχουν επιβαρύνει την ασφάλεια των υποδομών και έχουν αυξήσει το κόστος προστασίας των κινεζικών επενδύσεων.

Παράλληλα, έχουν διατυπωθεί καταγγελίες για καθυστερήσεις, κακοδιαχείριση και προβλήματα διαφάνειας σε επιμέρους προγράμματα του CPEC.

Η εδαφική διαμάχη με την Ινδία

Μια επιπλέον γεωπολιτική δυσκολία συνδέεται με τη διέλευση του CPEC από το Γκιλγκίτ–Μπαλτιστάν.

Η περιοχή διοικείται από το Πακιστάν, αλλά διεκδικείται από την Ινδία, στο πλαίσιο της ευρύτερης διαμάχης για το Κασμίρ.

Το Νέο Δελχί έχει αντιταχθεί επανειλημμένα σε έργα που διέρχονται από εδάφη τα οποία θεωρεί τμήμα της δικής του επικράτειας.

Αυτό σημαίνει ότι ο οικονομικός διάδρομος Κίνας–Πακιστάν δεν αποτελεί μόνο αναπτυξιακό πρόγραμμα, αλλά συνδέεται με μία από τις πιο ευαίσθητες εδαφικές αντιπαραθέσεις της Ασίας.

Η δημιουργία εναλλακτικών διαδρομών μέσω του Αφγανιστάν θα μπορούσε μακροπρόθεσμα να προσφέρει στο Πεκίνο μεγαλύτερη ευελιξία.

Δεν υπάρχει, πάντως, ένδειξη ότι ο δρόμος του Ουαχάν μπορεί σήμερα να αντικαταστήσει τις μεγάλες μεταφορικές υποδομές του CPEC.

Η Καμπούλ επιχειρεί να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ

Για την κυβέρνηση των Ταλιμπάν, το έργο έχει και μία σαφή πολιτική διάσταση.

Το Αφγανιστάν εξαρτάται σε σημαντικό βαθμό από συνοριακές διαβάσεις και μεταφορικούς άξονες που περνούν από το Πακιστάν.

Οι επανειλημμένες εντάσεις ανάμεσα στις δύο χώρες έχουν προκαλέσει κλείσιμο συνοριακών περασμάτων, διακοπές εμπορικών ροών και επιβάρυνση της αφγανικής οικονομίας.

Μια εναλλακτική χερσαία διέξοδος προς την Κίνα θα μπορούσε, εφόσον αναπτυχθεί και καταστεί λειτουργική, να μειώσει τη δυνατότητα του Πακιστάν να χρησιμοποιεί τη γεωγραφική του θέση ως μέσο πίεσης προς την Καμπούλ.

Η αφγανική πλευρά αντιμετωπίζει το έργο ως σημαντική υποδομή οικονομικής και στρατηγικής αυτονομίας.

Η στάση της Κίνας και της Ρωσίας

Παρά την προοπτική άμεσης σύνδεσης, το Πεκίνο δεν έχει εγκαταλείψει τον οικονομικό διάδρομο CPEC ούτε έχει ανακοινώσει ότι ο Ουαχάν θα τον αντικαταστήσει.

Η Κίνα εξακολουθεί να διατηρεί σημαντικά οικονομικά και στρατηγικά συμφέροντα στο Πακιστάν.

Αντίστοιχα, η Ρωσία ενδιαφέρεται για τη σταθερότητα του Αφγανιστάν και για την ανάπτυξη νέων δικτύων επικοινωνίας στην Κεντρική Ασία.

Η δημιουργία περισσότερων επιλογών διασύνδεσης ενδέχεται να περιορίσει την αποκλειστική σημασία ορισμένων παραδοσιακών μεταφορικών διαδρομών.

Η πραγματική αξία του Ουαχάν θα εξαρτηθεί από τη βελτίωση των οδικών υποδομών, τη λειτουργία συνοριακών και τελωνειακών εγκαταστάσεων, τις καιρικές συνθήκες και τις πολιτικές αποφάσεις της Κίνας.

Το μήνυμα προς το Πακιστάν

Η νέα διαδρομή αναδεικνύει μια σημαντική γεωπολιτική πραγματικότητα: η γεωγραφική θέση ενός κράτους προσφέρει στρατηγικά πλεονεκτήματα, αλλά η αξιοποίησή τους εξαρτάται από την ασφάλεια και την αξιοπιστία των μεταφορικών του δικτύων.

Το Πακιστάν εξακολουθεί να αποτελεί κρίσιμο εταίρο της Κίνας, ιδιαίτερα στο πλαίσιο του CPEC.

Ταυτόχρονα, όμως, η αστάθεια, οι επιθέσεις σε κινεζικά συμφέροντα και οι αντιπαραθέσεις με το Αφγανιστάν δημιουργούν κίνητρα αναζήτησης εναλλακτικών επιλογών.

Ο διάδρομος Ουαχάν δεν έχει ακόμη μετατραπεί σε μεγάλο εμπορικό πέρασμα. Η κατασκευή του δρόμου, ωστόσο, καταδεικνύει ότι το Αφγανιστάν επιχειρεί να αποκτήσει πρόσθετες διεθνείς συνδέσεις και ότι η αποκλειστική εξάρτηση από το Πακιστάν δεν αποτελεί πλέον τη μοναδική γεωγραφική επιλογή.

Για το Ισλαμαμπάντ, η εξέλιξη αποτελεί μια νέα στρατηγική παράμετρο που θα πρέπει να συνυπολογίσει στις σχέσεις του με το Πεκίνο και την Καμπούλ.

Συνέχεια ανάγνωσης

Διεθνή

Γερμανία: Το ρωσικό φυσικό αέριο επιστρέφει έμμεσα μέσω των λιπασμάτων, παρά τους ευρωπαϊκούς δασμούς

Δημοσιεύτηκε

στις

Οι εισαγωγές ρωσικών αζωτούχων λιπασμάτων μειώθηκαν κατά 66% το 2025-2026, αλλά παραμένουν 53% υψηλότερες από τα επίπεδα πριν από τον πόλεμο στην Ουκρανία.

Το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία διατηρεί ανταγωνιστικά τα ρωσικά προϊόντα, σύμφωνα με στοιχεία που δημοσίευσε η Berliner Zeitung. Η Γερμανία εξακολουθεί να συνδέεται εμπορικά με το ρωσικό φυσικό αέριο, παρά τις ευρωπαϊκές προσπάθειες περιορισμού της ενεργειακής εξάρτησης από τη Μόσχα.

Αυτή τη φορά, η σύνδεση δεν αφορά αποκλειστικά την άμεση προμήθεια φυσικού αερίου, αλλά τις εισαγωγές λιπασμάτων που παράγονται με τη χρήση ρωσικού αερίου ως πρώτης ύλης και πηγής ενέργειας. Σύμφωνα με δημοσίευμα της γερμανικής εφημερίδας, που βασίζεται σε στοιχεία του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου και του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι εισαγωγές αζώτου μέσω ρωσικών λιπασμάτων μειώθηκαν σημαντικά κατά το 2025-2026. Ωστόσο, εξακολουθούν να βρίσκονται πάνω από τα επίπεδα που καταγράφονταν πριν από τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία.

Τα στοιχεία των εισαγωγών και η σύγκριση με την προπολεμική περίοδο

Το 2025-2026, η Γερμανία εισήγαγε 48.800 τόνους αζώτου μέσω λιπασμάτων ρωσικής προέλευσης. Η ποσότητα αυτή είναι μειωμένη κατά περίπου 66% σε σύγκριση με το προηγούμενο έτος, αλλά παραμένει κατά 53% υψηλότερη από τους 31.800 τόνους που είχαν καταγραφεί το 2020-2021, πριν από τον πόλεμο.

Η εξέλιξη των εισαγωγών δείχνει πόσο έντονη ήταν η αύξηση μετά το 2022. Το 2021-2022 οι εισαγωγές έφτασαν τους 56.800 τόνους αζώτου, ενώ το 2022-2023 εκτοξεύθηκαν στους 185.100 τόνους. Στη συνέχεια καταγράφηκαν 140.200 τόνοι το 2023-2024 και 143.800 τόνοι το 2024-2025, προτού σημειωθεί η μεγάλη υποχώρηση της τελευταίας περιόδου. Τα στοιχεία αφορούν την ποσότητα του αζώτου που περιέχεται στα εισαγόμενα λιπάσματα και όχι το συνολικό βάρος των προϊόντων.

Τα λιπασματικά έτη υπολογίζονται από τον Ιούλιο έως τον Ιούνιο. Η ποσότητα αζώτου που εισήχθη στη Γερμανία μέσω ρωσικής ουρίας μειώθηκε από 71.600 τόνους σε 27.600 τόνους, καταγράφοντας πτώση άνω του 61%. Παρά τη μείωση, η ποσότητα εξακολουθεί να είναι σχεδόν τριπλάσια από τους 9.900 τόνους του 2020-2021. Η συγκεκριμένη εξέλιξη αναδεικνύει το βασικό πρόβλημα της ευρωπαϊκής πολιτικής περιορισμού των εμπορικών δεσμών με τη Ρωσία. Ακόμη και όταν περιορίζονται οι εισαγωγές συγκεκριμένων προϊόντων, οι οικονομικές σχέσεις μπορούν να διατηρούνται μέσω άλλων κατηγοριών αγαθών, ιδιαίτερα όταν αυτά έχουν χαμηλότερο κόστος παραγωγής.

Γιατί οι ρωσικές εισαγωγές παραμένουν ανταγωνιστικές

Καθοριστικός παράγοντας είναι το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία και στην υπόλοιπη Ευρώπη. Η παραγωγή αζωτούχων λιπασμάτων απαιτεί μεγάλες ποσότητες φυσικού αερίου, το οποίο χρησιμοποιείται τόσο ως πρώτη ύλη όσο και ως πηγή ενέργειας. Σύμφωνα με τον Σύνδεσμο Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι ευρωπαϊκοί δασμοί, που τέθηκαν σε ισχύ τον Ιούλιο του 2025, περιόρισαν σημαντικά τις εισαγωγές ρωσικών λιπασμάτων. Ωστόσο, δεν εξάλειψαν το ανταγωνιστικό πλεονέκτημα των ρωσικών προϊόντων. Ο σύνδεσμος επισημαίνει ότι οι υψηλές τιμές ενέργειας δυσκολεύουν τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις να αυξήσουν την εγχώρια παραγωγή και να καλύψουν μεγαλύτερο μέρος των αναγκών της αγοράς. Ως αποτέλεσμα, τα ρωσικά λιπάσματα εξακολουθούν να παραμένουν ελκυστικά, ακόμη και μετά την επιβολή πρόσθετων δασμών.

Παράλληλα, σύμφωνα με τον IVA, είναι πιθανό ορισμένες ποσότητες ρωσικών προϊόντων να φτάνουν στη γερμανική αγορά μέσω άλλων κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το μέγεθος αυτών των έμμεσων εισαγωγών, ωστόσο, δεν μπορεί να προσδιοριστεί με ακρίβεια από τα διαθέσιμα στοιχεία.

Δεν αποδίδονται οι αυξήσεις των τιμών αποκλειστικά στους δασμούς

Το ζήτημα έχει άμεση σημασία για τους Γερμανούς αγρότες, καθώς το κόστος των λιπασμάτων επηρεάζει την παραγωγή και, τελικά, την οικονομική βιωσιμότητα των καλλιεργειών. Ο IVA υποστηρίζει ότι η μείωση των ρωσικών εισαγωγών δεν έχει προκαλέσει μέχρι στιγμής σαφή αύξηση των τιμών εξαιτίας των δασμών. Σύμφωνα με τον σύνδεσμο, η εγχώρια παραγωγική δυναμικότητα και οι εισαγωγές από άλλες χώρες, μεταξύ των οποίων η Αίγυπτος, επαρκούν για την κάλυψη των αναγκών της αγοράς. Την ίδια στιγμή, ο σύνδεσμος αποδίδει τις υψηλές τιμές των λιπασμάτων το 2026 στις διεθνείς ενεργειακές αναταράξεις, στον πόλεμο με το Ιράν και στην κρίση γύρω από τα Στενά του Ορμούζ, παράγοντες που επηρεάζουν το κόστος μεταφοράς και τις παγκόσμιες τιμές ενέργειας και λιπασμάτων.

Οι εκτιμήσεις αυτές αποτελούν τις θέσεις του κλαδικού συνδέσμου και δεν συνιστούν από μόνες τους ανεξάρτητη αξιολόγηση όλων των παραγόντων που διαμορφώνουν τις τιμές.

Νέες πιέσεις για περιορισμό των ρωσικών εισαγωγών

Με αφορμή τα στοιχεία, ο IVA ζητά να εξεταστεί η επιβολή πρόσθετων δασμών στις εισαγωγές καλιούχων λιπασμάτων από τη Ρωσία και τη Λευκορωσία. Το κάλιο αποτελεί βασικό θρεπτικό στοιχείο για τις καλλιέργειες και αντιπροσωπεύει μια ακόμη κατηγορία προϊόντων στην οποία η ευρωπαϊκή αγορά διατηρεί εμπορικές σχέσεις με τις δύο χώρες.

Ο σύνδεσμος εκτιμά ότι η ευρωπαϊκή βιομηχανία μπορεί να καλύψει τις ανάγκες της γεωργίας χωρίς να εξαρτάται από τις συγκεκριμένες εισαγωγές και υποστηρίζει ότι πρόσθετοι δασμοί δεν θα πρέπει να οδηγήσουν αναγκαστικά σε αυξήσεις τιμών. Η συζήτηση, ωστόσο, αποτυπώνει το ευρύτερο δίλημμα της ευρωπαϊκής οικονομικής πολιτικής. Η μείωση της εξάρτησης από τη Ρωσία απαιτεί όχι μόνο εμπορικούς περιορισμούς, αλλά και ανταγωνιστική εγχώρια παραγωγή, προσιτό ενεργειακό κόστος και εναλλακτικές πηγές προμήθειας.

Τα δεδομένα της γερμανικής αγοράς δείχνουν ότι οι δασμοί μπορούν να περιορίσουν σημαντικά τις εισαγωγές, χωρίς όμως να εξαλείψουν αυτομάτως τις οικονομικές σχέσεις που στηρίζονται σε διαφορές κόστους παραγωγής. Για τη Γερμανία και την Ευρωπαϊκή Ένωση, η πρόκληση παραμένει η εξισορρόπηση τριών στόχων: της ενεργειακής και οικονομικής ασφάλειας, της στήριξης της εγχώριας βιομηχανίας και της διατήρησης προσιτού κόστους για τον αγροτικό τομέα.

Με πληροφορίες του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA) και του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου.

Συνέχεια ανάγνωσης

Αναλύσεις

Πακιστάν: Μειώθηκαν οι τρομοκρατικές επιθέσεις, αλλά αυξάνονται οι απειλές – Αντάρτικες οργανώσεις αναπτύσσουν νέες τακτικές και στρατολογούν γυναίκες

Η νέα έκθεση του Pakistan Institute for Conflict and Security Studies (PICSS) αποκαλύπτει ένα αντιφατικό περιβάλλον ασφαλείας: Λιγότερες επιθέσεις και θύματα, αλλά αναδιοργάνωση ένοπλων ομάδων, χρήση drones, εσωτερικές συγκρούσεις και αυξανόμενη αστάθεια στο Μπαλουχιστάν. Η πολιτική κρίση επιβαρύνει την προσπάθεια αντιμετώπισης της τρομοκρατίας.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Μια εξαιρετικά σύνθετη εικόνα για την ασφάλεια στο Πακιστάν αποτυπώνει η νέα εβδομαδιαία ανάλυση του Pakistan Institute for Conflict and Security Studies (PICSS), η οποία δημοσιεύθηκε στις 10 Οκτωβρίου 2026. Παρά τη μείωση των επιθέσεων από ένοπλες οργανώσεις κατά την πρώτη εβδομάδα του μήνα, οι εξελίξεις στο εσωτερικό των εξτρεμιστικών και αυτονομιστικών ομάδων δημιουργούν σοβαρά ερωτήματα για την πραγματική αποτελεσματικότητα των επιχειρήσεων ασφαλείας.

Η έκθεση με τίτλο «Pakistan’s Security Paradox: Militant Attacks Decline as Militant Groups Signal New Developments» καταγράφει υποχώρηση των επιθέσεων, αλλά παράλληλα εντοπίζει ενδείξεις οργανωτικής αναδιάρθρωσης, νέων επιχειρησιακών μεθόδων και εντατικοποίησης της προπαγανδιστικής δραστηριότητας.

Μείωση 18% στις επιθέσεις – Παραμένει σοβαρή η απειλή

Σύμφωνα με το PICSS, από τις 2 έως τις 8 Οκτωβρίου καταγράφηκαν συνολικά 46 επιθέσεις ενόπλων οργανώσεων στο Πακιστάν, έναντι 56 την αμέσως προηγούμενη εβδομάδα.

Η μείωση ανέρχεται στο 18%, ενώ αισθητή είναι και η υποχώρηση του αριθμού των θυμάτων.

Οι νεκροί μειώθηκαν από 52 σε 42 και οι τραυματίες από 53 σε 23.

Ωστόσο, η εικόνα δεν είναι ομοιόμορφη σε ολόκληρη τη χώρα.

Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, όπου δραστηριοποιούνται ιδιαίτερα ενεργές αυτονομιστικές οργανώσεις, οι απώλειες αυξήθηκαν παρά τη μείωση του αριθμού των επιθέσεων.

Το στοιχείο αυτό δημιουργεί προβληματισμό για το κατά πόσον οι ένοπλες ομάδες μεταβάλλουν τις τακτικές τους, πραγματοποιώντας λιγότερες αλλά δυνητικά πιο φονικές επιχειρήσεις.

Οι Πακιστανοί Ταλιμπάν αλλάζουν τακτική – Drones και ελεύθεροι σκοπευτές

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν οι εξελίξεις στο εσωτερικό της Tehrik-i-Taliban Pakistan (TTP), της οργάνωσης που είναι γνωστή ως Πακιστανοί Ταλιμπάν.

Σύμφωνα με την ανάλυση, η TTP επέβαλε περιορισμούς στη χρήση των μέσων κοινωνικής δικτύωσης από τα μέλη της.

Η συγκεκριμένη απόφαση αποκτά σημασία σε μια περίοδο κατά την οποία οι ένοπλες οργανώσεις χρησιμοποιούν τις ψηφιακές πλατφόρμες τόσο για προπαγάνδα όσο και για την προβολή των επιχειρησιακών τους δυνατοτήτων.

Την ίδια στιγμή, η TTP δημοσιοποίησε οπτικό υλικό στο οποίο υποστηρίζει ότι καταγράφονται επιθέσεις με τετρακόπτερα μη επανδρωμένα αεροσκάφη και ενέργειες ελεύθερων σκοπευτών.

Οι ισχυρισμοί αυτοί δεν συνιστούν ανεξάρτητη επιβεβαίωση της αποτελεσματικότητας ή της έκτασης χρήσης των συγκεκριμένων μέσων.

Παρ’ όλα αυτά, η προβολή τέτοιων επιχειρήσεων εντάσσεται σε μια ευρύτερη προσπάθεια των οργανώσεων να παρουσιάσουν εικόνα τεχνολογικής προσαρμογής και να ενισχύσουν την επιρροή τους.

Εσωτερικές συγκρούσεις στις ένοπλες οργανώσεις

Την ίδια περίοδο, η Jamaat-ul-Ahrar, οργάνωση που έχει συνδεθεί με το δίκτυο των Πακιστανών Ταλιμπάν, ανακοίνωσε ότι πραγματοποίησε 122 επιθέσεις κατά τη διάρκεια του Σεπτεμβρίου.

Πρόκειται για αριθμό που προέρχεται από τους ισχυρισμούς της ίδιας της οργάνωσης και δεν πρέπει να συγχέεται με τα ανεξάρτητα καταγεγραμμένα περιστατικά του PICSS.

Παράλληλα, αναφέρθηκαν αιματηρές συγκρούσεις ανάμεσα σε μαχητές της Jamaat-ul-Ahrar και αντίπαλης φράξιας της TTP στην περιοχή Ορακζάι.

Οι πληροφορίες αυτές αναδεικνύουν ένα επιπλέον πρόβλημα για την ασφάλεια του Πακιστάν: τον κατακερματισμό του περιβάλλοντος των ενόπλων οργανώσεων.

Οι εσωτερικές συγκρούσεις ενδέχεται να αποδυναμώνουν προσωρινά ορισμένα δίκτυα, αλλά μπορούν επίσης να προκαλέσουν νέες αντιπαραθέσεις, ανακατατάξεις και αποσχίσεις.

Μπαλουχιστάν: Ένοπλη γυναικεία μονάδα και κλιμάκωση της προπαγάνδας

Σημαντικές εξελίξεις καταγράφονται και στο Μπαλουχιστάν, την επαρχία του νοτιοδυτικού Πακιστάν που συνορεύει με το Ιράν και το Αφγανιστάν και έχει στρατηγική σημασία λόγω των φυσικών πόρων και της πρόσβασής της στην Αραβική Θάλασσα.

Το Balochistan Liberation Front (BLF), μία από τις οργανώσεις που επιδιώκουν την ανεξαρτησία του Μπαλουχιστάν, δημοσιοποίησε υλικό για τη συγκρότηση νέου γυναικείου ένοπλου σχηματισμού.

Η συγκεκριμένη κίνηση προβάλλεται από την οργάνωση ως οργανωτική εξέλιξη. Δεν υπάρχουν, ωστόσο, επαρκή ανεξάρτητα στοιχεία στο δημόσιο απόσπασμα της έκθεσης για τον αριθμό των μελών ή τις πραγματικές επιχειρησιακές δυνατότητες της νέας μονάδας.

Παράλληλα, ο Balochistan Liberation Army (BLA), άλλη σημαντική αυτονομιστική ένοπλη οργάνωση, απέρριψε κατηγορίες περί συνεργασίας με την TTP.

Ο BLA δημοσιοποίησε επίσης οπτικό υλικό από επιχειρήσεις που ισχυρίζεται ότι πραγματοποίησαν μέλη του.

Άλλες οργανώσεις των Μπαλούχων προχώρησαν σε ανάλογες κινήσεις, προβάλλοντας τη δράση τους και διατυπώνοντας ισχυρισμούς για δραστηριότητες συλλογής πληροφοριών.

Οι εξελίξεις καταδεικνύουν ότι η σύγκρουση στο Μπαλουχιστάν δεν περιορίζεται στις ένοπλες επιθέσεις, αλλά περιλαμβάνει και έναν παράλληλο αγώνα επιρροής, επικοινωνίας και πολιτικής νομιμοποίησης.

Πολιτική κρίση και αντιτρομοκρατία

Πέρα από την ένοπλη βία, η έκθεση του PICSS επισημαίνει ότι η εσωτερική πολιτική αστάθεια δυσχεραίνει τη διαμόρφωση αποτελεσματικής πολιτικής ασφαλείας.

Η κατάρρευση των διαπραγματεύσεων μεταξύ της κυβέρνησης και του Pakistan Tehreek-e-Insaf (PTI), του κόμματος που ίδρυσε ο πρώην πρωθυπουργός Ιμράν Χαν, περιπλέκει τις προσπάθειες συντονισμού στην επαρχία Χάιμπερ Παχτούνχβα.

Η περιοχή αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα μέτωπα της δράσης των Πακιστανών Ταλιμπάν, λόγω της εγγύτητάς της με το Αφγανιστάν και της μακρόχρονης παρουσίας ένοπλων δικτύων.

Οι πολιτικές αντιπαραθέσεις μεταξύ κεντρικής κυβέρνησης και αντιπολίτευσης μπορούν να δυσχεράνουν τον συντονισμό, τη διοικητική συνεργασία και τη διαμόρφωση κοινής στρατηγικής για την αντιμετώπιση της τρομοκρατίας.

Το πρόβλημα αποκτά ιδιαίτερη σημασία όταν συνδυάζεται με την ανάγκη προστασίας παραμεθόριων περιοχών και αντιμετώπισης οργανώσεων με διασυνοριακές διασυνδέσεις.

Αφγανιστάν, Ινδία και περιφερειακές αμυντικές συμφωνίες

Οι προκλήσεις που αντιμετωπίζει το Ισλαμαμπάντ δεν περιορίζονται στο εσωτερικό της χώρας.

Οι σχέσεις με το Αφγανιστάν παραμένουν κρίσιμος παράγοντας ασφαλείας, καθώς το Πακιστάν αποδίδει σε ένοπλα δίκτυα που δρουν από αφγανικό έδαφος σημαντικό μέρος των επιθέσεων εναντίον του.

Την ίδια στιγμή, η αντιπαράθεση με την Ινδία εξακολουθεί να επηρεάζει τον στρατηγικό σχεδιασμό των πακιστανικών ενόπλων δυνάμεων.

Στο περιφερειακό περιβάλλον προστίθενται οι νέες αμυντικές διευθετήσεις και οι προσπάθειες του Πακιστάν να διατηρήσει ή να ενισχύσει τις στρατηγικές του συνεργασίες.

Η συνύπαρξη εσωτερικών απειλών, πολιτικής αβεβαιότητας και εξωτερικών δεσμεύσεων δημιουργεί αυξημένες απαιτήσεις για τον στρατιωτικό μηχανισμό και τις υπηρεσίες ασφαλείας.

Οι αριθμοί δεν λένε ολόκληρη την ιστορία

Η εβδομαδιαία έκθεση του PICSS θέτει ένα ουσιαστικό ερώτημα: αποτελεί η μείωση των τρομοκρατικών επιθέσεων ένδειξη βελτίωσης της ασφάλειας ή πρόκειται για προσωρινή υποχώρηση της βίας, ενώ οι οργανώσεις αναπροσαρμόζουν τις τακτικές και τις δομές τους;

Η απάντηση δεν μπορεί να προκύψει αποκλειστικά από την καταμέτρηση των επιθέσεων.

Η χρήση νέων επιχειρησιακών μέσων, οι εσωτερικές διαμάχες, η συγκρότηση νέων ένοπλων σχηματισμών και η αυξημένη προπαγανδιστική δραστηριότητα συνθέτουν μια εικόνα που απαιτεί διαρκή παρακολούθηση.

Άλλωστε, τα στοιχεία του PICSS για ολόκληρο τον Σεπτέμβριο είχαν καταγράψει 225 επιθέσεις, τον υψηλότερο μηνιαίο αριθμό εδώ και δώδεκα χρόνια, γεγονός που αναδεικνύει τη σοβαρότητα της κατάστασης παρά την πρόσφατη εβδομαδιαία υποχώρηση.

Το Πακιστάν βρίσκεται αντιμέτωπο με μια πολυεπίπεδη κρίση ασφαλείας, στην οποία αλληλεπιδρούν τζιχαντιστικές οργανώσεις, αυτονομιστικά κινήματα, πολιτικές αντιπαραθέσεις και περιφερειακοί ανταγωνισμοί.

Η μείωση της συχνότητας των επιθέσεων αποτελεί θετική ένδειξη σε επίπεδο εβδομαδιαίων στατιστικών. Δεν αρκεί, όμως, από μόνη της για να αποδείξει ότι οι απειλές περιορίζονται σε βάθος χρόνου.

Το κρίσιμο ζήτημα για το Ισλαμαμπάντ δεν είναι μόνο πόσες επιθέσεις καταγράφονται, αλλά κατά πόσον το κράτος μπορεί να αντιμετωπίσει τις οργανώσεις που εξακολουθούν να διαθέτουν δυνατότητα στρατολόγησης, προσαρμογής και πραγματοποίησης νέων επιχειρήσεων.

Συνέχεια ανάγνωσης

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ

GEOPOLITICO6 ώρες πριν

Πόλεμος συμφερόντων για το LNG – Το τουρκικό σχέδιο και η ελληνική απάντηση

Στο Direct News, ο Ανδρέας Μουντζουρούλιας παρουσιάζει τις πληροφορίες του για τον GSI, αναλύει τα τουρκικά δημοσιεύματα για την Γκίλφοϊλ...

Ιστορία - Πολιτισμός7 ώρες πριν

Arolsen Archives: Το αρχείο που αναζητά τα ίχνη εκατομμυρίων θυμάτων του ναζισμού

Στη γερμανική πόλη Μπαντ Άρολσεν φυλάσσεται μία από τις σημαντικότερες συλλογές τεκμηρίων για τα θύματα των ναζιστικών διώξεων. Περισσότερα από...

Αναλύσεις7 ώρες πριν

Πού βρίσκεται η Ελλάδα στον σχεδιασμό του IMEC;

Η επίκληση της ελληνικής κληρονομιάς, η κριτική για τις αμερικανικές τοποθετήσεις στα ελληνοτουρκικά και η ανάγκη μιας εθνικής στρατηγικής που...

GEOPOLITICO7 ώρες πριν

Νέα τουρκική πρόκληση νότια του Καστελλόριζου! NAVTEX της Άγκυρας στην περιοχή που θα περάσει το γαλλικό ερευνητικό για το καλώδιο Ελλάδας–Κύπρου

Η Άγκυρα εξέδωσε NAVTEX για περιοχή νότια του Καστελλόριζου, όπου έχει προγραμματιστεί η πολυεθνική άσκηση «EUNOMIA», αμφισβητώντας τη δικαιοδοσία του...

GEOPOLITICO7 ώρες πριν

EurAsia Review: Ποιοι προστατεύουν τα κυκλώματα λαθρεμπορίου στα σύνορα Ιράν, Πακιστάν και Αφγανιστάν – Ο σκοτεινός ρόλος παραγόντων ασφαλείας

Ένα εκτεταμένο σύστημα παράνομου εμπορίου, διαφθοράς και πολιτικής προστασίας περιγράφει σε ανάλυσή του το EurAsia Review. Από τα καύσιμα και...

Δημοφιλή