Διεθνή
Κίνδυνος νέου εποικισμού της Κύπρου
Κίνδυνος για την Κύπρο από την κατάργηση βίζας σε Τούρκους πολίτες
Γιάννος Χαραλαμπίδης
Πώς οι παράνομοι μετανάστες θα μπορούσαν να επιστρέφουν στην Τουρκία και η κόκκινη γραμμή στην αναβαθμισμένη τελωνειακή ένωση – Πώς θα ήταν δυνατό να επιδιωχθεί μέσω της ΕΕ η αναγνώριση της ΚΔ από την Άγκυρα και πώς μπορεί να μπει φρένο στους μετανάστες μέσω κατεχομένων
Ηαπελευθέρωση της θεώρησης των τουρκικών διαβατηρίων (καθεστώς βίζας) στην ΕΕ ανοίγει την πύλη για μια νέα μορφή επ.οικισμού, που θα υποστούν οι ελεύθερες περιοχές της Κυπριακής Δημοκρατίας. Επί του παρόντος δεν θα ήταν δυνατό να εφαρμοστεί με την Κύπρο η κατάργηση της βίζας για τους Τούρκους πολίτες, διότι ακόμη τελούμε υπό κατοχή. Εάν Τούρκοι πολίτες έχουν το δικαίωμα εισόδου στα κράτη μέλη για τρεις μήνες (κάθε 180 μέρες), τι θα συμβεί εάν εισέλθουν στις ελεύθερες περιοχές της Κυπριακής Δημοκρατίας και μετά περάσουν στα κατεχόμενα; Ποιος θα τους μαζέψει;
Το θέμα της τουρκικής βίζας και το εμπάργκο της Τουρκίας
Πώς και γιατί πρέπει να ζητήσουμε απόκλιση από το κεκτημένο
Η απομόνωση των κατεχομένων ως αποτέλεσμα της κατοχής
Η σημασία της συμφωνίας επανεισδοχής με τη βίζα και το μεταναστευτικό
Η ΕΕ ως εργαλείο
Υπό αυτές τις συνθήκες πώς μπορεί να είναι μια τέτοια φόρμουλα, μαζί με την αναβάθμιση της τελωνειακής ένωσης Τουρκίας – ΕΕ, θετικό εργαλείο για τις προσπάθειες επίλυσης του Κυπριακού; Μπορεί και πώς μια τέτοια διαδικασία να ανταλλαγεί με την άρση του εμπάργκο, το οποίο η Άγκυρα επιβάλλει σε πλοία και αεροσκάφη της Κυπριακής Δημοκρατίας; Μπορεί να δημιουργηθεί έδαφος για θετικές εξελίξεις και πιέσεις επί της Άγκυρας, ώστε η Κυπριακή Δημοκρατία να αναγνωριστεί από την Τουρκία, αντί να αναγνωρίσουμε εμείς μέσω της ΕΕ τα κατεχόμενα ως χωριστή οντότητα; Βεβαίως, οι όποιες εξελίξεις θα ήταν δυνατό να συμβούν μετά τις εκλογές στην Τουρκία, ειδικώς εάν η εξουσία περιέλθει στα χέρια των Κεμαλιστών, οι οποίοι θα θελήσουν να υιοθετήσουν δυτικόστροφη πολιτική, δηλαδή προς τις ΗΠΑ και την ΕΕ. Η Κυβέρνηση έχει ήδη εκφράσει την πρόθεσή της να συνδέσει τα θέματα για την κατάργηση της βίζας των Τούρκων πολιτών που εισέρχονται στην ΕΕ και την αναβαθμισμένη τελωνειακή ένωση με τις προσπάθειες επίλυσης του Κυπριακού και πιο συγκεκριμένα: 1) Με την άρση του εμπάργκο, το οποίο επιβάλλει η Άγκυρα σε βάρος των πλοίων και των αεροσκαφών της Κυπριακής Δημοκρατίας. 2) Με την απαγόρευση της εισαγωγής εντός της τουρκικής επικράτειας προϊόντων από την Κυπριακή Δημοκρατία, γεγονός που αποτελεί παραβίαση της ισχύουσας τελωνειακής ένωσης Τουρκίας – ΕΕ. Στην ουσία ποια θα μπορούσε να ήταν η πρόταση από τη Λευκωσία; Να εφαρμοστεί η αναβαθμισμένη τελωνειακή ένωση Τουρκίας – ΕΕ από τη μια και να αρθεί το εμπάργκο που η Τουρκία επιβάλλει σε βάρος των πλοίων και των αεροσκαφών της Κυπριακής Δημοκρατίας, καθώς και των κυπριακών προϊόντων, από την άλλη. Συνεπώς, δεν μπορεί να γίνει αναβάθμιση της τελωνειακής ένωσης της Τουρκίας με την ΕΕ, χωρίς να εφαρμοστεί αμέσως και με την Κυπριακή Δημοκρατία. Ερώτημα: Είναι αυτή η κόκκινη γραμμή της Κυβέρνησης;
Οι σκέψεις του Προεδρικού και νομικά έγγραφα
Ούτως ή άλλως, η τουρκική πλευρά συνδέει το δικό της εμπάργκο με την άρση της λεγόμενης απομόνωσης των Τουρκοκυπρίων, την οποία, όμως, δεν επιβάλλει η Κυπριακή Δημοκρατία, αλλά η κατοχή. Αυτό επιβεβαιώνεται από δύο νομικά έγγραφα: Το ένα αφορά στη συμφωνία για το Brexit και το καθεστώς των Βάσεων στην Κύπρο. Εντός αυτής καθίσταται σαφές ότι οι εμπορικές και άλλες δραστηριότητες από και προς τις Βάσεις διενεργούνται από τις εισόδους και εξόδους των νόμιμων Αρχών της Κυπριακής Δημοκρατίας (αεροδρόμια και λιμάνια). Άρα δεν μπορούν να χρησιμοποιηθούν οι πύλες εισόδου και εξόδου των κατεχομένων. Συναφές είναι και το δεύτερο έγγραφο, το οποίο συνιστά γνωμάτευση της Νομικής Υπηρεσίας του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου για τον τρόπο βοήθειας προς τους Τουρκοκυπρίους από την ΕΕ. Εάν, δηλαδή, θα προσφερόταν, όπως ο αρχικός κανονισμός της Ευρωπαϊκής Επιτροπής προνοούσε, ως να ήταν τρίτη υπό ένταξη επαρχία, ή εάν θα παρεχόταν ως τμήμα της Κυπριακής Δημοκρατίας επί του οποίου, όπως το Πρωτόκολλο 10 καθορίζει, δεν εφαρμόζεται το κεκτημένο λόγω της υφιστάμενης κατάστασης. Ένεκα, δηλαδή, της κατοχής. Η γνωμάτευση της Νομικής Υπηρεσίας του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου ξεκαθαρίζει ότι η μόνη αρμόδια Αρχή για το άνοιγμα και το κλείσιμο, καθώς και για τη λειτουργία των εισόδων και εξόδων στη νήσο Κύπρο, είναι αυτής της Κυπριακής Δημοκρατίας. Διευκρινίζει, δε, ότι οτιδήποτε άλλο συμβεί, συνιστά υπόσκαψη της Κυπριακής Δημοκρατίας.
Αμμόχωστος, Τύμπου, ΜΟΕ, κυριαρχία
Επί των ανωτέρω υπάρχουν άλλα δυο ζητήματα: Πρώτο, η Τουρκία και το κατοχικό καθεστώς συνδέουν την άρση του εμπάργκο σε βάρος των πλοίων και αεροσκαφών που φέρουν την κυπριακή σημαία με τη λειτουργία του αεροδρομίου της Τύμπου και του λιμανιού της Αμμοχώστου, αλλά στη βάση της ισότιμης κυριαρχίας. Δεύτερο, τα ΜΟΕ που έχει θέσει η απελθούσα κυπριακή Κυβέρνηση για το άνοιγμα της Τύμπου και του λιμανιού της πόλης της Αμμοχώστου με την επιστροφή της υπό το καθεστώς των Ην. Εθνών, οδηγούν στη λογική και πρακτική εφαρμογή της αποδοχής του ψευδοκράτους από την Κυπριακή Δημοκρατία ως χωριστής οντότητας στη λογική της εν δυνάμει λύσης, που είχε εισαχθεί από τον μ. Ρίτσαρντ Χόλμπρουγκ το 1997 και σημαίνει ότι: Με βάση τη διζωνική δικοινοτική ομοσπονδία ο βορράς θα είναι εσαεί τουρκικός, οπότε θα πρέπει να γίνονται σταδιακά τέτοιες κινήσεις, ώστε η μία πλευρά να αποδέχεται το καθεστώς της άλλης. Στην ουσία καλείται η Κυπριακή Δημοκρατία να αποδεχθεί στη βάση της νομικής αρχής του acknowledgment το ψευδοκράτος, που συνιστά το προηγούμενο βήμα της αμετάκλητης αναγνώρισης. Είναι γι’ αυτόν τον λόγο που την περασμένη Τρίτη ο κατοχικός ηγέτης Ερσίν Τατάρ δήλωσε ότι δεν πρέπει να κοροϊδευόμαστε με το θέμα της ισότιμης κυριαρχίας. Γιατί; Διότι, όπως είπε, εφόσον η ελληνοκυπριακή πλευρά έχει δεχθεί ευρύ φάσμα εξουσιών για τους Τουρκοκυπρίους, που έχουν, μάλιστα, κυριαρχικό χαρακτήρα, γιατί δεν προχωρούν και στο τελευταίο στάδιο; Ποιο είναι αυτό κατά τον κατοχικό ηγέτη; Η ισότιμη κυριαρχία. Στοιχεία μιας τέτοιας ισότιμης κυριαρχίας μπορούν να ερμηνευτούν όσα αναφέρονται στις συγκλίσεις, όπως είναι: α) Η απώλεια του δικαιώματος της ψήφου των Ελληνοκυπρίων που θα επιστρέψουν επί τη βάσει ποσοστώσεων στον βορρά. Άρα στον βορρά θα είναι, στην ουσία, άλλο κράτος. Διότι η σχέση μας ως ελληνοκυπριακού συνιστώντος κράτους με το αντίστοιχο τουρκοκυπριακό θα είναι περίπου όπως η σχέση μας σήμερα με τη Γερμανία. Πώς θα είναι πατρίδα μας ο βορράς χωρίς να έχουμε δικαίωμα ψήφου; Και γιατί δεν θα έχουμε δικαίωμα ψήφου; Για να είναι ο βορράς εσαεί τουρκικός. β) Η μεταφορά του κατάλοιπου εξουσίας στα κρατίδια αντί στην όποια κεντρική Κυβέρνηση τούς δίνει την προτεραιότητα παραγωγής πρωτογενούς δικαίου, δημιουργώντας συνθήκες χωριστής κυριαρχίας. Και επί τη βάσει των ανωτέρω τι άλλο λέει ο Τατάρ; Θα απαντήσει επισήμως στα ΜΟΕ που υπέβαλε η δική μας πλευρά, αλλά στην πρακτική εφαρμογή της ισότιμης κυριαρχίας.
Τα προβλήματα του οδικού χάρτη
Το θέμα της κατάργησης της τουρκικής βίζας στους πολίτες της Τουρκίας για την είσοδό τους στην ΕΕ αντιμετωπίζει προβλήματα λόγω της ίδιας της Άγκυρα και δη της πολιτικής Ερντογάν. Σε τεχνοκρατικό επίπεδο, ο λεγόμενος οδικός χάρτης για την πλήρωση των κριτηρίων ώστε να ολοκληρωθεί η διαδικασία για την κατάργηση της βίζας σκοντάφτει στα εξής κριτήρια, τα οποία η Άγκυρα δεν πληροί:
- Υιοθέτηση του μέτρου για την πρόληψη της διαφθοράς που προβλέπεται στον οδικό χάρτη για τη διασφάλιση της αποτελεσματικής παρακολούθησης των συστάσεων που εξέδωσε η Ομάδα Κρατών του Συμβουλίου της Ευρώπης κατά της Διαφθοράς (GRECO).
- Ευθυγράμμιση της νομοθεσίας για την προστασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα με τα πρότυπα της ΕΕ, ιδίως για να διασφαλιστεί ότι η αρχή προστασίας δεδομένων μπορεί να ενεργεί με ανεξάρτητο τρόπο και ότι οι δραστηριότητες των υπηρεσιών επιβολής του νόμου εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του νόμου.
- Σύναψη συμφωνίας επιχειρησιακής συνεργασίας με την Europol.
- Προσφορά αποτελεσματικής δικαστικής συνεργασίας σε ποινικές υποθέσεις σε όλα τα κράτη μέλη της ΕΕ.
- Αναθεώρηση της νομοθεσίας και των πρακτικών για την τρομοκρατία σύμφωνα με τα ευρωπαϊκά πρότυπα, ιδίως με την καλύτερη ευθυγράμμιση του ορισμού της τρομοκρατίας προκειμένου να περιοριστεί το πεδίο εφαρμογής του ορισμού και με την εισαγωγή ενός κριτηρίου αναλογικότητας.
Συμφωνία επανεισδοχής
Υπάρχει ακόμη ένα σημείο, το οποίο είναι συνδεδεμένο με την ακύρωση της βίζας για Τούρκους πολίτες που εισέρχονται εντός της ΕΕ. Πρόκειται για την εφαρμογή των διατάξεων για τη συμφωνία επανεισδοχής ΕΕ-Τουρκίας, και δη των υπηκόων από τρίτες χώρες. Η Άγκυρα δεν εφαρμόζει τη συμφωνία αυτή με την Κυπριακή Δημοκρατία, διότι δεν την αναγνωρίζει, παρότι η αντιδήλωση της 21ης Σεπτεμβρίου του 2005 αναφέρει ότι: 1. Η ΕΕ αναγνωρίζει στη νήσο Κύπρο ως μόνο κράτος αυτό της Κυπριακής Δημοκρατίας. 2. Η Τουρκία οφείλει στο πλαίσιο της ενταξιακής της διαδικασίας να αναγνωρίσει την Κυπριακή Δημοκρατία, ακόμη και πριν από τη λύση.
Λήψη απόφασης
Πέραν των ανωτέρω θα πρέπει να επισημανθεί ότι, η τελική απόφαση, κατά πόσον θα καταργηθεί ή όχι η βίζα για τους Τούρκους πολίτες, θα ληφθεί από το Ευρωπαϊκό Συμβούλιο με ειδική πλειοψηφία (55% των κρατών μελών και 65% του πληθυσμού της ΕΕ και δη των κρατών που έδωσαν θετική ψήφο) και από το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο με απόλυτη πλειοψηφία, δηλαδή 50% συν 1. Η Κυπριακή Δημοκρατία δεν έχει βέτο στη λήψη της τελικής απόφασης, αλλά μπορεί να έχει λόγο στη διαδικασία έγκρισης των κριτηρίων και στη διατύπωση πολιτικών και νομικών επιχειρημάτων.
Αναγνώριση και μεταναστευτικό
Συνεπώς, το θέμα της βίζας συνδέεται με την αναγνώριση της Κυπριακής Δημοκρατίας από την Τουρκία. Και δεν πρέπει να συνδεθεί κατά αντίστροφο τρόπο ή με τη δημιουργία συνθηκών για νέο εποικισμό. Εν ολίγοις, ουδόλως θα πρέπει η Κυπριακή Δημοκρατία να προχωρήσει σε οιονεί αναγνώριση του ψευδοκράτους στη βάση των ΜΟΕ και δη στη λογική της ισότιμης κυριαρχίας ή του acknowledgment, που θα σημαίνει αποδοχή των κατοχικών «αρχών», αλλά η Τουρκία θα πρέπει να αντιληφθεί τα εξής: Δεν μπορεί να ελπίζει στην κατάργηση της βίζας ή στην αναβαθμισμένη τελωνειακή ένωση εάν δεν εφαρμόσει τη συμφωνία επανεισδοχής με την Κυπριακή Δημοκρατία και εάν δεν συνεργαστεί με τις δικαστικές μας Αρχές. Τι σημαίνει μια τέτοια εξέλιξη; Α) Η Άγκυρα αποδέχεται και αναγνωρίζει την Κυπριακή Δημοκρατία και διασφαλίζεται η συνέχεια του κράτους σε περίπτωση λύσης.
β) Επιλύεται σε μεγάλο βαθμό το πρόβλημα των παράτυπων μεταναστών, που έρχονται από την Τουρκία μέσω κατεχομένων στις ελεύθερες περιοχές. Γιατί; Διότι επί τη βάσει της συμφωνίας για την επανεισδοχή, μεγάλος αριθμός θα πρέπει να επιστραφεί στην Τουρκία ως την πρώτη χώρα εισόδου από την οποία έχουν ταξιδέψει για την Κύπρο, και δη από τον κατεχόμενο βορρά στον νότο. Ο βορράς είναι έδαφος της Κυπριακής Δημοκρατίας, επί του οποίου το νόμιμο κράτος δεν μπορεί να ασκεί αποτελεσματική εξουσία, λόγω της κατοχής. Αυτό αναφέρει το Πρωτόκολλο 10. Την ευθύνη, δε, για ό,τι παράνομο συμβαίνει στον βορρά φέρει, σύμφωνα με την Τέταρτη Διακρατική Προσφυγή, η Τουρκία και δη οι ένοπλές της δυνάμεις, που παράνομα βρίσκονται στην Κύπρο και ασκούν έλεγχο. Την παράνομη εξουσία.
Η απόκλιση
Βεβαίως, εάν η διαδικασία αυτή δεν αποδώσει, τότε για να αποφευχθεί μια νέα μορφή εποικισμού, η οποία θα προκύψει από την κατάργηση της βίζας σε Τούρκους πολίτες, η Κυπριακή Δημοκρατία θα πρέπει να ζητήσει απόκλιση εφαρμογής για τη δική της περίπτωση λόγω συνεχούς κατοχής και εποικισμού, αξιώνοντας ταυτοχρόνως καταγραφή εποικισμού στα κατεχόμενα από το Συμβούλιο της Ευρώπης σε συνεργασία με την ΕΕ.
Το δίλημμα…
Όταν λοιπόν γίνεται λόγος για τη χρήση της ΕΕ σε σχέση με την ενταξιακή διαδικασία της Τουρκίας για την προώθηση ζητημάτων που σχετίζονται με τη λύση του Κυπριακού, όπως είναι οι συνθήκες άρσης του εμπάργκο που επιβάλλει η Τουρκία στα πλοία και τα αεροσκάφη της Κυπριακής Δημοκρατίας, καθώς και την άρνησή της να εφαρμόσει την τελωνειακή ένωση μαζί μας, θα πρέπει να λαμβάνονται υπόψη όλες οι μεταβλητές για να τίθενται οι προτάσεις σε ορθές βάσεις. Το θέμα δεν είναι μόνο εάν θα εμπλέξουμε την ΕΕ στις προσπάθειες λύσης του Κυπριακού, αλλά πώς την εμπλέκουμε και ποιος είναι η στόχος. Είναι ο στόχος μας η επιστροφή σε μια διαδικασία, όπως ήταν το Κραν Μοντανά και επέτυχε παταγωδώς, ή θα πάμε σε μια νέα στρατηγική και στη δημιουργία συνθηκών λύσης και κανονικού κράτους;
*Δρ των Διεθνών Σχέσεων
Σημερινή
Διεθνή
Προειδοποίηση της Ελβετίας: Το υψηλό ευρωπαϊκό χρέος θα μπορούσε να πυροδοτήσει μια κρίση του ευρώ
Τα αυξανόμενα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη και πέραν αυτής εγκυμονούν κινδύνους για την οικονομική σταθερότητα και θα μπορούσαν να πυροδοτήσουν μια κρίση του ευρώ, δήλωσε την Παρασκευή η Ελβετίδα υπουργός Οικονομικών, Κάριν Κέλερ-Σούτερ.
Τα αυξανόμενα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη και πέραν αυτής εγκυμονούν κινδύνους για την οικονομική σταθερότητα και θα μπορούσαν να πυροδοτήσουν μια κρίση του ευρώ, δήλωσε την Παρασκευή η Ελβετίδα υπουργός Οικονομικών, Κάριν Κέλερ-Σούτερ.
Μιλώντας στον ελβετικό δημόσιο ραδιοτηλεοπτικό φορέα SRF, στην Μπανγκόκ —στο περιθώριο των ετήσιων συναντήσεων του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου και της Παγκόσμιας Τράπεζας—, η Κέλερ-Σούτερ ανέφερε ότι και οι τιμές της ενέργειας εντείνουν τις ανησυχίες μεταξύ των υπευθύνων χάραξης πολιτικής.
Η Ελβετία διαθέτει ένα από τα χαμηλότερα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη, ωστόσο η Κέλερ-Σούτερ τόνισε ότι, στο τρέχον περιβάλλον, είναι σημαντικό να εξετάζεται η ευρύτερη εικόνα.
«Είμαστε τόσο στενά διασυνδεδεμένοι σε διεθνές επίπεδο, ώστε καθιστάμεθα επίσης ευάλωτοι, για παράδειγμα, στην περίπτωση που προκύψει κρίση χρέους εξαιτίας του δημόσιου χρέους μεγάλων χωρών. Σκέφτομαι συγκεκριμένα τις Ηνωμένες Πολιτείες, αλλά και την Ευρώπη. Υπάρχει η περίπτωση της Γαλλίας — κάτι που θα μπορούσε να οδηγήσει σε κρίση του ευρώ», δήλωσε η Κέλερ-Σούτερ στο δίκτυο SRF.
Το δημόσιο χρέος της Γαλλίας, τα δημοσιονομικά ελλείμματα και η υποτονική οικονομική ανάπτυξη έχουν εντείνει τις ανησυχίες για την κατάσταση των δημόσιων οικονομικών της, καθώς ο πολιτικός κατακερματισμός έχει καταστήσει πιο περίπλοκες τις προσπάθειες δημοσιονομικής εξυγίανσης.
Αναλύσεις
Η Κίνα βρίσκει δρόμο που παρακάμπτει το Πακιστάν – Ο διάδρομος Ουαχάν αλλάζει τις γεωπολιτικές ισορροπίες
Μία νέα οδική αρτηρία μήκους 121 χιλιομέτρων στο βορειοανατολικό Αφγανιστάν δημιουργεί τις προϋποθέσεις για απευθείας χερσαία σύνδεση με την Κίνα, χωρίς διέλευση από το Πακιστάν. Η ολοκλήρωση του δρόμου στον ιστορικό διάδρομο Ουαχάν αποκτά ιδιαίτερη γεωπολιτική σημασία, καθώς το Πεκίνο αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα ασφαλείας με τις επενδύσεις του στο Πακιστάν, ενώ η Καμπούλ επιδιώκει να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ.
Μία σημαντική εξέλιξη στις χερσαίες μεταφορές και στις γεωπολιτικές ισορροπίες της Κεντρικής Ασίας καταγράφεται στο Αφγανιστάν, με την ολοκλήρωση νέου δρόμου στον στρατηγικής σημασίας διάδρομο Ουαχάν.
Σύμφωνα με ανάλυση του Imran Khurshid που δημοσιεύθηκε στις 9 Οκτωβρίου 2026 στο Asia Times, οι αφγανικές αρχές εγκαινίασαν οδική διαδρομή 121 χιλιομέτρων, η οποία εκτείνεται από την περιοχή Μπρογκίλ έως τα σύνορα με την Κίνα, στην επαρχία Μπανταχσάν.
Το έργο κόστισε περίπου 365 εκατομμύρια αφγάνι, ποσό που αντιστοιχεί σε περίπου 5,5 εκατομμύρια δολάρια.
Κατά τις αφγανικές ανακοινώσεις, κατασκευάστηκε από ντόπιους μηχανικούς και εργαζομένους, χωρίς τη συμμετοχή ξένων τεχνικών συμβούλων.
Η νέα διαδρομή φθάνει στα σινοαφγανικά σύνορα. Αυτό, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι λειτουργεί ήδη πλήρης διεθνής εμπορευματικός διάδρομος, καθώς εξακολουθούν να υπάρχουν σημαντικοί τεχνικοί και συνοριακοί περιορισμοί.
Γιατί ο διάδρομος Ουαχάν έχει στρατηγική σημασία
Ο διάδρομος Ουαχάν αποτελεί μια στενή λωρίδα αφγανικού εδάφους ανάμεσα στο Τατζικιστάν, το Πακιστάν και την Κίνα.
Η γεωγραφική του διαμόρφωση συνδέεται με τον ανταγωνισμό της Βρετανικής και της Ρωσικής Αυτοκρατορίας κατά τον 19ο αιώνα.
Η περιοχή διατηρήθηκε ως ζώνη διαχωρισμού των δύο αυτοκρατορικών σφαιρών επιρροής, αποτελώντας ένα από τα χαρακτηριστικότερα γεωγραφικά κατάλοιπα του λεγόμενου «Μεγάλου Παιχνιδιού».
Σήμερα, η ίδια περιοχή αποκτά νέα σημασία, αυτή τη φορά λόγω της προσπάθειας σύνδεσης της Κίνας με το Αφγανιστάν και ευρύτερα με την Κεντρική Ασία.
Ο δρόμος ανοίγει τη δυνατότητα δημιουργίας μιας εναλλακτικής οδού μεταφορών, περιορίζοντας δυνητικά την ανάγκη διέλευσης από το πακιστανικό έδαφος.
Το πρόβλημα της Κίνας με τον οικονομικό διάδρομο CPEC
Το ενδιαφέρον της εξέλιξης εντοπίζεται κυρίως στην προσπάθεια του Πεκίνου να περιορίσει την εξάρτησή του από ευάλωτες υποδομές.
Ο Οικονομικός Διάδρομος Κίνας–Πακιστάν, γνωστός ως CPEC, αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα προγράμματα της κινεζικής πρωτοβουλίας Belt and Road.
Μέσω του συγκεκριμένου σχεδίου, η Κίνα επιχειρεί να ενισχύσει τις εμπορικές και ενεργειακές συνδέσεις της με τη Νότια Ασία και την Αραβική Θάλασσα.
Ωστόσο, η υλοποίηση των έργων έχει αντιμετωπίσει σοβαρές δυσκολίες.
Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, οργανώσεις αυτονομιστών έχουν πραγματοποιήσει επανειλημμένες επιθέσεις εναντίον κινεζικών συμφερόντων, εγκαταστάσεων και εργαζομένων.
Οι επιθέσεις αυτές έχουν επιβαρύνει την ασφάλεια των υποδομών και έχουν αυξήσει το κόστος προστασίας των κινεζικών επενδύσεων.
Παράλληλα, έχουν διατυπωθεί καταγγελίες για καθυστερήσεις, κακοδιαχείριση και προβλήματα διαφάνειας σε επιμέρους προγράμματα του CPEC.
Η εδαφική διαμάχη με την Ινδία
Μια επιπλέον γεωπολιτική δυσκολία συνδέεται με τη διέλευση του CPEC από το Γκιλγκίτ–Μπαλτιστάν.
Η περιοχή διοικείται από το Πακιστάν, αλλά διεκδικείται από την Ινδία, στο πλαίσιο της ευρύτερης διαμάχης για το Κασμίρ.
Το Νέο Δελχί έχει αντιταχθεί επανειλημμένα σε έργα που διέρχονται από εδάφη τα οποία θεωρεί τμήμα της δικής του επικράτειας.
Αυτό σημαίνει ότι ο οικονομικός διάδρομος Κίνας–Πακιστάν δεν αποτελεί μόνο αναπτυξιακό πρόγραμμα, αλλά συνδέεται με μία από τις πιο ευαίσθητες εδαφικές αντιπαραθέσεις της Ασίας.
Η δημιουργία εναλλακτικών διαδρομών μέσω του Αφγανιστάν θα μπορούσε μακροπρόθεσμα να προσφέρει στο Πεκίνο μεγαλύτερη ευελιξία.
Δεν υπάρχει, πάντως, ένδειξη ότι ο δρόμος του Ουαχάν μπορεί σήμερα να αντικαταστήσει τις μεγάλες μεταφορικές υποδομές του CPEC.
Η Καμπούλ επιχειρεί να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ
Για την κυβέρνηση των Ταλιμπάν, το έργο έχει και μία σαφή πολιτική διάσταση.
Το Αφγανιστάν εξαρτάται σε σημαντικό βαθμό από συνοριακές διαβάσεις και μεταφορικούς άξονες που περνούν από το Πακιστάν.
Οι επανειλημμένες εντάσεις ανάμεσα στις δύο χώρες έχουν προκαλέσει κλείσιμο συνοριακών περασμάτων, διακοπές εμπορικών ροών και επιβάρυνση της αφγανικής οικονομίας.
Μια εναλλακτική χερσαία διέξοδος προς την Κίνα θα μπορούσε, εφόσον αναπτυχθεί και καταστεί λειτουργική, να μειώσει τη δυνατότητα του Πακιστάν να χρησιμοποιεί τη γεωγραφική του θέση ως μέσο πίεσης προς την Καμπούλ.
Η αφγανική πλευρά αντιμετωπίζει το έργο ως σημαντική υποδομή οικονομικής και στρατηγικής αυτονομίας.
Η στάση της Κίνας και της Ρωσίας
Παρά την προοπτική άμεσης σύνδεσης, το Πεκίνο δεν έχει εγκαταλείψει τον οικονομικό διάδρομο CPEC ούτε έχει ανακοινώσει ότι ο Ουαχάν θα τον αντικαταστήσει.
Η Κίνα εξακολουθεί να διατηρεί σημαντικά οικονομικά και στρατηγικά συμφέροντα στο Πακιστάν.
Αντίστοιχα, η Ρωσία ενδιαφέρεται για τη σταθερότητα του Αφγανιστάν και για την ανάπτυξη νέων δικτύων επικοινωνίας στην Κεντρική Ασία.
Η δημιουργία περισσότερων επιλογών διασύνδεσης ενδέχεται να περιορίσει την αποκλειστική σημασία ορισμένων παραδοσιακών μεταφορικών διαδρομών.
Η πραγματική αξία του Ουαχάν θα εξαρτηθεί από τη βελτίωση των οδικών υποδομών, τη λειτουργία συνοριακών και τελωνειακών εγκαταστάσεων, τις καιρικές συνθήκες και τις πολιτικές αποφάσεις της Κίνας.
Το μήνυμα προς το Πακιστάν
Η νέα διαδρομή αναδεικνύει μια σημαντική γεωπολιτική πραγματικότητα: η γεωγραφική θέση ενός κράτους προσφέρει στρατηγικά πλεονεκτήματα, αλλά η αξιοποίησή τους εξαρτάται από την ασφάλεια και την αξιοπιστία των μεταφορικών του δικτύων.
Το Πακιστάν εξακολουθεί να αποτελεί κρίσιμο εταίρο της Κίνας, ιδιαίτερα στο πλαίσιο του CPEC.
Ταυτόχρονα, όμως, η αστάθεια, οι επιθέσεις σε κινεζικά συμφέροντα και οι αντιπαραθέσεις με το Αφγανιστάν δημιουργούν κίνητρα αναζήτησης εναλλακτικών επιλογών.
Ο διάδρομος Ουαχάν δεν έχει ακόμη μετατραπεί σε μεγάλο εμπορικό πέρασμα. Η κατασκευή του δρόμου, ωστόσο, καταδεικνύει ότι το Αφγανιστάν επιχειρεί να αποκτήσει πρόσθετες διεθνείς συνδέσεις και ότι η αποκλειστική εξάρτηση από το Πακιστάν δεν αποτελεί πλέον τη μοναδική γεωγραφική επιλογή.
Για το Ισλαμαμπάντ, η εξέλιξη αποτελεί μια νέα στρατηγική παράμετρο που θα πρέπει να συνυπολογίσει στις σχέσεις του με το Πεκίνο και την Καμπούλ.
Διεθνή
Γερμανία: Το ρωσικό φυσικό αέριο επιστρέφει έμμεσα μέσω των λιπασμάτων, παρά τους ευρωπαϊκούς δασμούς
Οι εισαγωγές ρωσικών αζωτούχων λιπασμάτων μειώθηκαν κατά 66% το 2025-2026, αλλά παραμένουν 53% υψηλότερες από τα επίπεδα πριν από τον πόλεμο στην Ουκρανία.
Το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία διατηρεί ανταγωνιστικά τα ρωσικά προϊόντα, σύμφωνα με στοιχεία που δημοσίευσε η Berliner Zeitung. Η Γερμανία εξακολουθεί να συνδέεται εμπορικά με το ρωσικό φυσικό αέριο, παρά τις ευρωπαϊκές προσπάθειες περιορισμού της ενεργειακής εξάρτησης από τη Μόσχα.
Αυτή τη φορά, η σύνδεση δεν αφορά αποκλειστικά την άμεση προμήθεια φυσικού αερίου, αλλά τις εισαγωγές λιπασμάτων που παράγονται με τη χρήση ρωσικού αερίου ως πρώτης ύλης και πηγής ενέργειας. Σύμφωνα με δημοσίευμα της γερμανικής εφημερίδας, που βασίζεται σε στοιχεία του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου και του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι εισαγωγές αζώτου μέσω ρωσικών λιπασμάτων μειώθηκαν σημαντικά κατά το 2025-2026. Ωστόσο, εξακολουθούν να βρίσκονται πάνω από τα επίπεδα που καταγράφονταν πριν από τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία.
Τα στοιχεία των εισαγωγών και η σύγκριση με την προπολεμική περίοδο
Το 2025-2026, η Γερμανία εισήγαγε 48.800 τόνους αζώτου μέσω λιπασμάτων ρωσικής προέλευσης. Η ποσότητα αυτή είναι μειωμένη κατά περίπου 66% σε σύγκριση με το προηγούμενο έτος, αλλά παραμένει κατά 53% υψηλότερη από τους 31.800 τόνους που είχαν καταγραφεί το 2020-2021, πριν από τον πόλεμο.
Η εξέλιξη των εισαγωγών δείχνει πόσο έντονη ήταν η αύξηση μετά το 2022. Το 2021-2022 οι εισαγωγές έφτασαν τους 56.800 τόνους αζώτου, ενώ το 2022-2023 εκτοξεύθηκαν στους 185.100 τόνους. Στη συνέχεια καταγράφηκαν 140.200 τόνοι το 2023-2024 και 143.800 τόνοι το 2024-2025, προτού σημειωθεί η μεγάλη υποχώρηση της τελευταίας περιόδου. Τα στοιχεία αφορούν την ποσότητα του αζώτου που περιέχεται στα εισαγόμενα λιπάσματα και όχι το συνολικό βάρος των προϊόντων.
Τα λιπασματικά έτη υπολογίζονται από τον Ιούλιο έως τον Ιούνιο. Η ποσότητα αζώτου που εισήχθη στη Γερμανία μέσω ρωσικής ουρίας μειώθηκε από 71.600 τόνους σε 27.600 τόνους, καταγράφοντας πτώση άνω του 61%. Παρά τη μείωση, η ποσότητα εξακολουθεί να είναι σχεδόν τριπλάσια από τους 9.900 τόνους του 2020-2021. Η συγκεκριμένη εξέλιξη αναδεικνύει το βασικό πρόβλημα της ευρωπαϊκής πολιτικής περιορισμού των εμπορικών δεσμών με τη Ρωσία. Ακόμη και όταν περιορίζονται οι εισαγωγές συγκεκριμένων προϊόντων, οι οικονομικές σχέσεις μπορούν να διατηρούνται μέσω άλλων κατηγοριών αγαθών, ιδιαίτερα όταν αυτά έχουν χαμηλότερο κόστος παραγωγής.
Γιατί οι ρωσικές εισαγωγές παραμένουν ανταγωνιστικές
Καθοριστικός παράγοντας είναι το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία και στην υπόλοιπη Ευρώπη. Η παραγωγή αζωτούχων λιπασμάτων απαιτεί μεγάλες ποσότητες φυσικού αερίου, το οποίο χρησιμοποιείται τόσο ως πρώτη ύλη όσο και ως πηγή ενέργειας. Σύμφωνα με τον Σύνδεσμο Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι ευρωπαϊκοί δασμοί, που τέθηκαν σε ισχύ τον Ιούλιο του 2025, περιόρισαν σημαντικά τις εισαγωγές ρωσικών λιπασμάτων. Ωστόσο, δεν εξάλειψαν το ανταγωνιστικό πλεονέκτημα των ρωσικών προϊόντων. Ο σύνδεσμος επισημαίνει ότι οι υψηλές τιμές ενέργειας δυσκολεύουν τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις να αυξήσουν την εγχώρια παραγωγή και να καλύψουν μεγαλύτερο μέρος των αναγκών της αγοράς. Ως αποτέλεσμα, τα ρωσικά λιπάσματα εξακολουθούν να παραμένουν ελκυστικά, ακόμη και μετά την επιβολή πρόσθετων δασμών.
Παράλληλα, σύμφωνα με τον IVA, είναι πιθανό ορισμένες ποσότητες ρωσικών προϊόντων να φτάνουν στη γερμανική αγορά μέσω άλλων κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το μέγεθος αυτών των έμμεσων εισαγωγών, ωστόσο, δεν μπορεί να προσδιοριστεί με ακρίβεια από τα διαθέσιμα στοιχεία.
Δεν αποδίδονται οι αυξήσεις των τιμών αποκλειστικά στους δασμούς
Το ζήτημα έχει άμεση σημασία για τους Γερμανούς αγρότες, καθώς το κόστος των λιπασμάτων επηρεάζει την παραγωγή και, τελικά, την οικονομική βιωσιμότητα των καλλιεργειών. Ο IVA υποστηρίζει ότι η μείωση των ρωσικών εισαγωγών δεν έχει προκαλέσει μέχρι στιγμής σαφή αύξηση των τιμών εξαιτίας των δασμών. Σύμφωνα με τον σύνδεσμο, η εγχώρια παραγωγική δυναμικότητα και οι εισαγωγές από άλλες χώρες, μεταξύ των οποίων η Αίγυπτος, επαρκούν για την κάλυψη των αναγκών της αγοράς. Την ίδια στιγμή, ο σύνδεσμος αποδίδει τις υψηλές τιμές των λιπασμάτων το 2026 στις διεθνείς ενεργειακές αναταράξεις, στον πόλεμο με το Ιράν και στην κρίση γύρω από τα Στενά του Ορμούζ, παράγοντες που επηρεάζουν το κόστος μεταφοράς και τις παγκόσμιες τιμές ενέργειας και λιπασμάτων.
Οι εκτιμήσεις αυτές αποτελούν τις θέσεις του κλαδικού συνδέσμου και δεν συνιστούν από μόνες τους ανεξάρτητη αξιολόγηση όλων των παραγόντων που διαμορφώνουν τις τιμές.
Νέες πιέσεις για περιορισμό των ρωσικών εισαγωγών
Με αφορμή τα στοιχεία, ο IVA ζητά να εξεταστεί η επιβολή πρόσθετων δασμών στις εισαγωγές καλιούχων λιπασμάτων από τη Ρωσία και τη Λευκορωσία. Το κάλιο αποτελεί βασικό θρεπτικό στοιχείο για τις καλλιέργειες και αντιπροσωπεύει μια ακόμη κατηγορία προϊόντων στην οποία η ευρωπαϊκή αγορά διατηρεί εμπορικές σχέσεις με τις δύο χώρες.
Ο σύνδεσμος εκτιμά ότι η ευρωπαϊκή βιομηχανία μπορεί να καλύψει τις ανάγκες της γεωργίας χωρίς να εξαρτάται από τις συγκεκριμένες εισαγωγές και υποστηρίζει ότι πρόσθετοι δασμοί δεν θα πρέπει να οδηγήσουν αναγκαστικά σε αυξήσεις τιμών. Η συζήτηση, ωστόσο, αποτυπώνει το ευρύτερο δίλημμα της ευρωπαϊκής οικονομικής πολιτικής. Η μείωση της εξάρτησης από τη Ρωσία απαιτεί όχι μόνο εμπορικούς περιορισμούς, αλλά και ανταγωνιστική εγχώρια παραγωγή, προσιτό ενεργειακό κόστος και εναλλακτικές πηγές προμήθειας.
Τα δεδομένα της γερμανικής αγοράς δείχνουν ότι οι δασμοί μπορούν να περιορίσουν σημαντικά τις εισαγωγές, χωρίς όμως να εξαλείψουν αυτομάτως τις οικονομικές σχέσεις που στηρίζονται σε διαφορές κόστους παραγωγής. Για τη Γερμανία και την Ευρωπαϊκή Ένωση, η πρόκληση παραμένει η εξισορρόπηση τριών στόχων: της ενεργειακής και οικονομικής ασφάλειας, της στήριξης της εγχώριας βιομηχανίας και της διατήρησης προσιτού κόστους για τον αγροτικό τομέα.
Με πληροφορίες του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA) και του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου.
-
Αναλύσεις1 μήνα πρινΤο τελεσίγραφο Καλίν την ώρα που η Τουρκία προετοιμάζεται για πόλεμο!
-
Άμυνα3 μήνες πρινΡωσσικό ΜΜΕ: Ελληνικό «μπλόκο» στην απαίτηση για Patriot – Πώς γνωρίζει το Κίεβο απόρρητα στοιχεία για τους πυραύλους μας;
-
ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΜΕ ΣΗΜΑΣΙΑ3 μήνες πρινΠακιστανός με καναδική υπηκοότητα ο υπαίτιος της πυρκαγιάς στον Έβρο! Πιθανόν να μετέφερε μετανάστες
-
GEOPOLITICO1 μήνα πρινΤο διέρρευσε ο Παπαχελάς! Έφεραν τον Καλίν στο Μαξίμου – Τί συζήτησε με τον Μητσοτάκη;
-
Αναλύσεις2 μήνες πρινΚαραγκιούλ: «Αν Ελλάδα, Κύπρος και Ισραήλ επιτεθούν στην Τουρκία, ο χάρτης του Αιγαίου θα αλλάξει»
-
ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΜΕ ΣΗΜΑΣΙΑ2 μήνες πρινΞέσπασμα της μητέρας της Μυρτούς για την υπόθεση Τζαβέντ Ασλάμ: «Δεν ξεχνώ ποτέ» – «Δήμαρχος των Πακιστανών ο Δούκας»
-
GEOPOLITICO4 εβδομάδες πρινΤί λέει Τούρκος δημοσιογράφος για Σάββα Καλεντερίδη; «Έκανε πολύ καλά τη δουλειά του για τη χώρα του – Δεν μπορούσε να τον στριμώξει η ΜİΤ»
-
Αναλύσεις3 μήνες πρινΕάν η Τουρκία απορρίψει τη συμφωνία αποχώρησης από την Κύπρο θα απομακρυνθεί δια της βίας

