Διεθνή
National Interest: Ο γεωπολιτικός αντίκτυπος μιας ελληνοτουρκικής σύγκρουσης – Τίνος το μέρος θα πάρουν οι ΗΠΑ
Η ελληνοτουρκική «κόντρα» απασχολεί για δεκαετίες τη Βορειοατλαντική Συμμαχία… – Τι αναφέρει το National Interest
Tους λόγους για τους οποίους οι ΗΠΑ θα επιλέξουν την Τουρκία σε μια σύγκρουση με την Ελλάδα αναφέρουν μέσω άρθρου τους στoν ιστότοπο National Interest οι αναλυτές Brandon Patterson και Dino Bozonelos…
Ειδικότερα, «Παρά το γεγονός πως τα πνεύματα έχουν ηρεμήσει, δεν πρέπει να ξεχνάμε πως ο Τούρκος πρόεδρος Erdogan επί μακρόν απειλούσε την Ελλάδα, γείτονα χώρα και εταίρο του ΝΑΤΟ, με πόλεμο…
Η ελληνοτουρκική “κόντρα” απασχολεί για δεκαετίες τη Βορειοατλαντική Συμμαχία, ωστόσο τον τελευταίο καιρό, μέχρι και να συμβεί ο φονικός σεισμός στα σύνορα Τουρκίας – Συρίας, τα πνεύματα είχαν οξυνθεί με πρόφαση τη “στρατιωτικοποίηση” των ελληνικών νησιών που βρίσκονται κοντά στις τουρκικές ακτές του Αιγαίου πελάγους.
Σύμφωνα με τις τουρκικές αιτιάσεις, το άρθρο 13 της συνθήκης της Λωζάνης ορίζει πως “καμία ναυτική βάση και καμία οχύρωση δεν θα εγκατασταθεί στα εν λόγω νησιά”. Το ίδιο άρθρο 13 αναφέρει επίσης ότι “τα τουρκικά αεροσκάφη απαγορεύεται να πετούν πάνω από τα εν λόγω νησιά” και ότι “οι ελληνικές στρατιωτικές δυνάμεις στο εν λόγω νησί θα περιοριστούν σε στρατιωτικές υπηρεσίες”.
Από τη μεριά της Ελλάδας, υποστηρίζεται πως η Τουρκία επανειλημμένα αθετεί τις υποχρεώσεις της, παραβιάζοντας συνεχώς τον ελληνικό εναέριο χώρο αλλά τα ελληνικά χωρικά ύδατα… Η Ελλάδα υποστηρίζει πως η Άγκυρα απειλεί όχι μόνο την εδαφική κυριαρχία των νησιών, αλλά και την οικονομική κυριαρχία της υφαλοκρηπίδας της.
Αυτή η πηγή τριβής έφερε τους δύο γείτονες κοντά σε πόλεμο το 1970… με τις δύο χώρες να συμφωνούν στην ανάπτυξη ενός πλαισίου για δικαιώματα επί γεωτρήσεων και εξορύξεων στο Ανατολικό Αιγαίο.
Τον τελευταίο χρόνο, η Τουρκία άσκησε πίεση στην Ελλάδα και υιοθέτησε επιθετική ρητορική. Ο Erdogan έχει απειλήσει να χτυπήσει την Αθήνα με βαλλιστικούς πυραύλους εάν επιμείνει να “κατέχει” νησιά στο Αιγαίο.
Στο Παγκόσμιο Οικονομικό Φόρουμ του 2023, ο Erdogan προειδοποίησε τον Έλληνα πρωθυπουργό Κυριάκο Μητσοτάκη ότι η Τουρκία “μπορεί να έρθει ξαφνικά ένα βράδυ” και ότι “[ο Μητσοτάκης] πρέπει να συμπεριφερθεί έξυπνα, διαφορετικά θα δει την πορεία των τρελών Τούρκων”. Ακολούθησαν ακόμα πιο δυσοίωνα σχόλια: “Έχουμε μόνο μια φράση να πούμε στην Ελλάδα: Μην ξεχνάτε τη Σμύρνη [Σμύρνη στα ελληνικά]”.
Δεν αποτελεί έκπληξη το γεγονός ότι μια τέτοια γλώσσα ανησυχεί όχι μόνο το ελληνικό κοινό, αλλά και άλλα μέλη του ΝΑΤΟ. Είναι δύσκολο να εκτιμηθεί εάν η Τουρκία θα κάνει το μοιραίο βήμα… – κάτι που σίγουρα θα προκαλούσε τη σκληρή αντίδραση του ΝΑΤΟ αλλά και γενικά της διεθνούς κοινότητας. Όμως, όπως έχει καταστήσει σαφές ο Michael Rubin του American Enterprise Institute, η κυβέρνηση του Erdogan θα μπορούσε να χρησιμοποιήσει τη διαμάχη για τα νησιά ως πρόσχημα για εισβολή. Οι επικείμενες εκλογές δυνητικά παρέχουν στον Erdogan υλικό για να ξεδιπλώσει τα εθνικιστικά παραληρήματά του.
Επιπτώσεις για ΝΑΤΟ
Μια σύγκρουση Τουρκίας και Ελλάδας θα έφερνε το ΝΑΤΟ μπροστά σε δύσκολες αποφάσεις. Η γεωπολιτική σημασία της Τουρκίας δεν μπορεί να αγνοηθεί. Πέρα από τον έλεγχο των στενών της Μαύρης Θάλασσας, του Βοσπόρου και των Δαρδανελίων, η Τουρκία λειτουργούσε ιστορικά αφενός ως πλατφόρμα αναχαίτισης της ρωσικής διείσδυσης στη Μεσόγειο και τη Μέση Ανατολή, αφετέρου ως κεραία αναμετάδοσης της αμερικανικής επιρροής στην περιοχή. Ωστόσο, τα τελευταία είκοσι χρόνια, η Τουρκία υιοθέτησε μια πιο λαϊκιστική και, δεδομένων των παθολογιών μεγάλου μέρους του τουρκικού λαού, αντιαμερικανική προσέγγιση. Από τότε που ανέλαβε την εξουσία, ο Erdogan ενίσχυσε τον ισλαμισμό σε βάρος της κοσμικής, φιλοδυτικής στρατιωτικής ελίτ.
Ομοίως, η υιοθέτηση του νεοοθωμανισμού και το δόγμα της Γαλάζιας Πατρίδας έρχονται σε αντίθεση με την αμερικανική πολιτική στην Ανατολική Μεσόγειο.
Ο νεοοθωμανισμός επιχειρεί να οικοδομήσει μια συμμαχία εθνικιστών και ισλαμιστών στην Τουρκία, μέσα από το πρίσμα του οθωμανικού μεγαλείου. Σε αντίθεση με τις επιδεινούμενες σχέσεις μεταξύ Ουάσιγκτον και Άγκυρας, οι Ηνωμένες Πολιτείες έχουν βελτιώσει σημαντικά τη σχέση τους με την Ελλάδα -το άλλο μισό της ζωτικής σημασίας νότιας πτέρυγας του ΝΑΤΟ- από την εκλογή της κεντροδεξιάς κυβέρνησης του Μητσοτάκη το 2019.
Αυτή η προφανής αλλαγή στις σχέσεις μεταξύ των συμμαχικών κρατών προσφέρει παραπάνω κίνητρα στις ΗΠΑ να κλίνουν προς την Ελλάδα σε περίπτωση εχθροπραξιών – ειδικά αν η Τουρκία επιτεθεί πρώτη. Η νέα κατάσταση αναστάτωσε τον Erdogan, όπως φαίνεται και από την ωμή κριτική του απέναντι στο ενδεχόμενο να υπάρξει μια νέα βάση του ΝΑΤΟ στην Αλεξανδρούπολη, μια ελληνική πόλη στα σύνορα Ελλάδας – Τουρκίας.
Αυτή η δυναμική διαμορφώνεται μέσω και των διαμετρικά αντιθέτων πορειών που έλαβαν Τουρκία και Ελλάδα, με τη χώρας μας να γίνεται πιο φιλελεύθερη και την Άγκυρα να κινείται σε μια πιο αυταρχική κατεύθυνση. Μια σύγκρουση μεταξύ Τουρκίας και Ελλάδας θα ήταν “μια αυστηρή δοκιμή οξέος”.
Γεωπολιτικός αντίκτυπος
Οι άμεσες συνέπειες μιας τουρκικής εισβολής στα ελληνικά νησιά είναι ασαφείς. Δεν υπάρχουν διατάξεις στο Σύμφωνο του ΝΑΤΟ, που να ορίζουν κάτι συγκεκριμένο…
Επιπλέον, υπάρχουν περιορισμοί εκ των διαδικασιών. Το ΝΑΤΟ λειτουργεί με βάση την αρχή της ομοφωνίας και η ενότητα μεταξύ των είκοσι εννέα κρατών μελών απαιτεί συμβιβασμό. Για να προβεί ο οργανισμός σε οποιαδήποτε τιμωρητική ενέργεια αν π.χ. λάμβανε χώρα μια τουρκική εισβολή στα ελληνικά νησιά, η συμμαχία θα έπρεπε να αυτοσχεδιάσει. Δεν υπάρχει προηγούμενο. Η πιο “κοντινή” αναλογία είναι η τουρκική εισβολή στην Κύπρο το 1974. Σε αυτήν την περίπτωση, το ΝΑΤΟ κινήθηκε με γνώμονα τη συγκράτηση της νότιας πτέρυγας του ΝΑΤΟ και την αποτροπή της σοβιετικής διείσδυσης στην Ανατολική Μεσόγειο. Το πιο πιθανό είναι πως, σε περίπτωση σύγκρουσης μεταξύ δύο κρατών μελών, η αντίδραση του ΝΑΤΟ θα είναι παραλυτική, παρά αποφασιστική δράση.
Ανεξάρτητα από το τι θα μπορούσε να κάνει το ΝΑΤΟ ως αντίδραση σε μια τουρκική επίθεση, η σχέση της Άγκυρας με τη συμμαχία είναι βέβαιο ότι θα χαλαρώσει έτι περαιτέρω – κάτι που θα αφήσει τους Τούρκους με λιγοστές επιλογές.
Η Τουρκία θα μπορούσε ενδεχομένως ακόμη και να εγκαταλείψει τη συμμαχία του ΝΑΤΟ οικεία βουλήσει – ειδικά εάν η Άγκυρα θεωρήσει ότι οι αμερικανικές και ευρωπαϊκές κυρώσεις είναι αφόρητες. Ωστόσο, ένα τέτοιο ενδεχόμενο είναι απίθανο, καθώς δεν υπάρχει σαφές κίνητρο για την Τουρκία για να αποχωρήσει. Επιπλέον, η Τουρκία θα μπορούσε να αποσυρθεί από τη δομή διοίκησης του ΝΑΤΟ, σε μια συμβολική επίδειξη περιφρόνησης παρόμοια με αυτή του Charles de Gaulle τη δεκαετία του 1960.
Η σχέση λοιπόν της Τουρκίας με το ΝΑΤΟ είναι πιο πιθανό να χαρακτηριστεί ως αργή διάβρωση παρά ως καθαρή ρήξη. Η πιο ανησυχητική επίπτωση οποιασδήποτε διπλωματικής αντιπαράθεσης μεταξύ ΝΑΤΟ και Τουρκίας είναι η απειλή μιας βαθύτερης διμερούς σχέσης μεταξύ Άγκυρας και Μόσχας – κάτι που διαβρώνει τον σκοπό ύπαρξης της Τουρκίας στη συμμαχία. Η Άγκυρα είναι πλέον δεμένη στο άρμα της Μόσχας ενώ οι δύο χώρες έχουν αναπτύξει στενούς οικονομικούς και επενδυτικούς δεσμούς. Εκατοντάδες χιλιάδες Ρώσοι πολίτες και επιχειρήσεις έχουν επενδύσει στην Τουρκία. Πράγματι, η Αττάλεια στη νότια ακτή της Τουρκίας αναφέρεται και ως “Μόσχα της Μεσογείου”.
Ο Caleb Larson έχει καλύψει στο παρελθόν τους κινδύνους που εγκυμονεί η αυξανόμενη παρουσία της Μόσχας στην Ανατολική Μεσόγειο. Μια ρωσική διείσδυση θα έχει τις μεγαλύτερες γεωπολιτικές επιπτώσεις στην περιφερειακή ισορροπία δυνάμεων, και το οποίο η αμερικανική εξωτερική πολιτική προσπαθεί να αποτρέψει τα τελευταία εβδομήντα χρόνια. Πάντως, αυτές οι τάσεις αντικατοπτρίζουν εν μέρει την έλλειψη συνοχής στην Ευρώπη – και κατ’ επέκταση στο ΝΑΤΟ ως στρατηγική οντότητα.
Ο χάρτης της Ευρώπης χωρίζεται, με περιοχές και υποπεριοχές να σχηματίζονται εντός του ΝΑΤΟ. Ακόμη και το ενοποιητικό αποτέλεσμα της εισβολής της Ρωσίας στην Ουκρανία δίχασε… Κάθε μέλος της συμμαχίας φαίνεται να κινείται με διαφορετικό ρυθμό. Η Τουρκία, από την πλευρά της, σταθμίζει συνεχώς το νέο γεωπολιτικό της βάρος, δεδομένης της πρόσφατης αστάθειας στις περιοχές της Μέσης Ανατολής και του Καυκάσου, την οποία είναι πρόθυμη να εκμεταλλευτεί, εις βάρος όμως της συμμαχίας, σε βαθμό που δεν έχει παρατηρηθεί τις προηγούμενες δεκαετίες. Η διαφαινόμενη αντιπαράθεση μεταξύ Τουρκίας και Ελλάδας αναγκάζει το ΝΑΤΟ να ανακτήσει τον προσανατολισμό του και να επικεντρωθεί στα θεμελιώδη.
Προοπτική
Αυτές οι τάσεις αντικατοπτρίζουν εν μέρει τη σχετική πτώση της αμερικανικής ισχύος. Μέχρι τώρα, οι Ηνωμένες Πολιτείες ήταν σε θέση να θεραπεύσουν τις ευπάθειες του ΝΑΤΟ. Τώρα, χρειάζεται ολοένα μεγαλύτερη αμερικανική «ενθάρρυνση» για να κινηθεί η συμμαχία προς μια δεδομένη κατεύθυνση, ενώ τα πιο ισχυρά μέλη της, που αισθάνονται λιγότερο την ανάγκη της προστασίας της συμμαχίας, νιώθουν ελεύθερα να χαράξουν τη δική τους πορεία όταν η συμμαχία δεν ανταποκρίνεται άμεσες ανάγκες (π.χ. η Τουρκία).
Με άλλα λόγια, οι Ηνωμένες Πολιτείες πρέπει να περιμένουν δείγματα «ανυπακοής». Σε ό,τι αφορά, βέβαια, την Άγκυρα, ένας ρωσοτουρκικός άξονας είναι απίθανο να διαρκέσει. Μπορεί να είναι τακτικοί σύμμαχοι, αλλά είναι δύσκολο να φανταστούμε τη Μόσχα και την Άγκυρα ως στρατηγικούς συμμάχους. Πρόκειται, ιστορικά, για εχθρούς στο πεδίο του Καυκάσου, όπως άλλωστε φάνηκε και στην Αρμενία στα τέλη του 2020 (οπότε η Ρωσία ταπεινώθηκε).
Ένα παρόμοιο μοτίβο επαναλήφθηκε τις πρώτες εβδομάδες της εισβολής στην Ουκρανία. Έτσι, με την πάροδο του χρόνου, οι εγγενείς γεωπολιτικές αντιπαλότητες πιθανότατα θα ξεπεράσουν κάθε προσωρινή φιλία μεταξύ των δύο αυταρχικών ηγετών. Με την ίδια λογική, η Τουρκία, ανεξάρτητα από τους πονοκεφάλους που μπορεί να προκαλέσει στους Αμερικανούς ηγέτες, παραμένει φυσικός αντίπαλος του Ιράν και επομένως πιθανό αντίβαρο στην ιρανική επιρροή στη Συρία.
Ακόμα κι αν η Τουρκία δεν είναι πλέον σύμμαχος των Ηνωμένων Πολιτειών, αυτό δεν σημαίνει ότι η γεωπολιτική βάση για την ευθυγράμμισή τους θα εξατμιστεί.
Τον 19ο αιώνα, η Βρετανία ήταν μια φιλελεύθερη θαλάσσια δύναμη και συμπαθής στα κινήματα ανεξαρτησίας σε όλα τα Βαλκάνια, κατανοούσε ωστόσο τη γεωπολιτική απειλή που θέτει η ρωσική επέκταση σε βάρος της παρακμάζουσας Οθωμανικής Αυτοκρατορίας. Έτσι, όσο άδικο κι αν πίστευαν ότι ήταν, οι Βρετανοί ηγέτες επεδίωκαν την εδαφική ακεραιότητα της οθωμανικής αυτοκρατορίας, για την αναστολή της ρωσικής κίνησης προς τα στενά και τη Μέση Ανατολή. Ο φιλελευθερισμός αναγκάστηκε να συμβιβαστεί λόγω της γεωπολιτικής πραγματικότητας. Η υπεράσπιση της Τουρκίας από τη Βρετανία δεν συνεπαγόταν κανένα βαθμό ιδεολογικής επιδοκιμασίας ή συμβατότητας των εγχώριων θεσμών, ούτε απαιτούσε συμμαχία – η διευθέτηση ήταν ρεαλιστική και υπό όρους. Οι Ηνωμένες Πολιτείες θα υποχρεωθούν να κάνουν παρόμοιους υπολογισμούς προχωρώντας, στους οποίους η Τουρκία δεν θα ούτε εντελώς αντίπαλος ούτε σύμμαχος, αλλά κάτι ενδιάμεσο».
www.bankingnews.gr
Διεθνή
Προειδοποίηση της Ελβετίας: Το υψηλό ευρωπαϊκό χρέος θα μπορούσε να πυροδοτήσει μια κρίση του ευρώ
Τα αυξανόμενα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη και πέραν αυτής εγκυμονούν κινδύνους για την οικονομική σταθερότητα και θα μπορούσαν να πυροδοτήσουν μια κρίση του ευρώ, δήλωσε την Παρασκευή η Ελβετίδα υπουργός Οικονομικών, Κάριν Κέλερ-Σούτερ.
Τα αυξανόμενα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη και πέραν αυτής εγκυμονούν κινδύνους για την οικονομική σταθερότητα και θα μπορούσαν να πυροδοτήσουν μια κρίση του ευρώ, δήλωσε την Παρασκευή η Ελβετίδα υπουργός Οικονομικών, Κάριν Κέλερ-Σούτερ.
Μιλώντας στον ελβετικό δημόσιο ραδιοτηλεοπτικό φορέα SRF, στην Μπανγκόκ —στο περιθώριο των ετήσιων συναντήσεων του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου και της Παγκόσμιας Τράπεζας—, η Κέλερ-Σούτερ ανέφερε ότι και οι τιμές της ενέργειας εντείνουν τις ανησυχίες μεταξύ των υπευθύνων χάραξης πολιτικής.
Η Ελβετία διαθέτει ένα από τα χαμηλότερα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη, ωστόσο η Κέλερ-Σούτερ τόνισε ότι, στο τρέχον περιβάλλον, είναι σημαντικό να εξετάζεται η ευρύτερη εικόνα.
«Είμαστε τόσο στενά διασυνδεδεμένοι σε διεθνές επίπεδο, ώστε καθιστάμεθα επίσης ευάλωτοι, για παράδειγμα, στην περίπτωση που προκύψει κρίση χρέους εξαιτίας του δημόσιου χρέους μεγάλων χωρών. Σκέφτομαι συγκεκριμένα τις Ηνωμένες Πολιτείες, αλλά και την Ευρώπη. Υπάρχει η περίπτωση της Γαλλίας — κάτι που θα μπορούσε να οδηγήσει σε κρίση του ευρώ», δήλωσε η Κέλερ-Σούτερ στο δίκτυο SRF.
Το δημόσιο χρέος της Γαλλίας, τα δημοσιονομικά ελλείμματα και η υποτονική οικονομική ανάπτυξη έχουν εντείνει τις ανησυχίες για την κατάσταση των δημόσιων οικονομικών της, καθώς ο πολιτικός κατακερματισμός έχει καταστήσει πιο περίπλοκες τις προσπάθειες δημοσιονομικής εξυγίανσης.
Αναλύσεις
Η Κίνα βρίσκει δρόμο που παρακάμπτει το Πακιστάν – Ο διάδρομος Ουαχάν αλλάζει τις γεωπολιτικές ισορροπίες
Μία νέα οδική αρτηρία μήκους 121 χιλιομέτρων στο βορειοανατολικό Αφγανιστάν δημιουργεί τις προϋποθέσεις για απευθείας χερσαία σύνδεση με την Κίνα, χωρίς διέλευση από το Πακιστάν. Η ολοκλήρωση του δρόμου στον ιστορικό διάδρομο Ουαχάν αποκτά ιδιαίτερη γεωπολιτική σημασία, καθώς το Πεκίνο αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα ασφαλείας με τις επενδύσεις του στο Πακιστάν, ενώ η Καμπούλ επιδιώκει να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ.
Μία σημαντική εξέλιξη στις χερσαίες μεταφορές και στις γεωπολιτικές ισορροπίες της Κεντρικής Ασίας καταγράφεται στο Αφγανιστάν, με την ολοκλήρωση νέου δρόμου στον στρατηγικής σημασίας διάδρομο Ουαχάν.
Σύμφωνα με ανάλυση του Imran Khurshid που δημοσιεύθηκε στις 9 Οκτωβρίου 2026 στο Asia Times, οι αφγανικές αρχές εγκαινίασαν οδική διαδρομή 121 χιλιομέτρων, η οποία εκτείνεται από την περιοχή Μπρογκίλ έως τα σύνορα με την Κίνα, στην επαρχία Μπανταχσάν.
Το έργο κόστισε περίπου 365 εκατομμύρια αφγάνι, ποσό που αντιστοιχεί σε περίπου 5,5 εκατομμύρια δολάρια.
Κατά τις αφγανικές ανακοινώσεις, κατασκευάστηκε από ντόπιους μηχανικούς και εργαζομένους, χωρίς τη συμμετοχή ξένων τεχνικών συμβούλων.
Η νέα διαδρομή φθάνει στα σινοαφγανικά σύνορα. Αυτό, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι λειτουργεί ήδη πλήρης διεθνής εμπορευματικός διάδρομος, καθώς εξακολουθούν να υπάρχουν σημαντικοί τεχνικοί και συνοριακοί περιορισμοί.
Γιατί ο διάδρομος Ουαχάν έχει στρατηγική σημασία
Ο διάδρομος Ουαχάν αποτελεί μια στενή λωρίδα αφγανικού εδάφους ανάμεσα στο Τατζικιστάν, το Πακιστάν και την Κίνα.
Η γεωγραφική του διαμόρφωση συνδέεται με τον ανταγωνισμό της Βρετανικής και της Ρωσικής Αυτοκρατορίας κατά τον 19ο αιώνα.
Η περιοχή διατηρήθηκε ως ζώνη διαχωρισμού των δύο αυτοκρατορικών σφαιρών επιρροής, αποτελώντας ένα από τα χαρακτηριστικότερα γεωγραφικά κατάλοιπα του λεγόμενου «Μεγάλου Παιχνιδιού».
Σήμερα, η ίδια περιοχή αποκτά νέα σημασία, αυτή τη φορά λόγω της προσπάθειας σύνδεσης της Κίνας με το Αφγανιστάν και ευρύτερα με την Κεντρική Ασία.
Ο δρόμος ανοίγει τη δυνατότητα δημιουργίας μιας εναλλακτικής οδού μεταφορών, περιορίζοντας δυνητικά την ανάγκη διέλευσης από το πακιστανικό έδαφος.
Το πρόβλημα της Κίνας με τον οικονομικό διάδρομο CPEC
Το ενδιαφέρον της εξέλιξης εντοπίζεται κυρίως στην προσπάθεια του Πεκίνου να περιορίσει την εξάρτησή του από ευάλωτες υποδομές.
Ο Οικονομικός Διάδρομος Κίνας–Πακιστάν, γνωστός ως CPEC, αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα προγράμματα της κινεζικής πρωτοβουλίας Belt and Road.
Μέσω του συγκεκριμένου σχεδίου, η Κίνα επιχειρεί να ενισχύσει τις εμπορικές και ενεργειακές συνδέσεις της με τη Νότια Ασία και την Αραβική Θάλασσα.
Ωστόσο, η υλοποίηση των έργων έχει αντιμετωπίσει σοβαρές δυσκολίες.
Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, οργανώσεις αυτονομιστών έχουν πραγματοποιήσει επανειλημμένες επιθέσεις εναντίον κινεζικών συμφερόντων, εγκαταστάσεων και εργαζομένων.
Οι επιθέσεις αυτές έχουν επιβαρύνει την ασφάλεια των υποδομών και έχουν αυξήσει το κόστος προστασίας των κινεζικών επενδύσεων.
Παράλληλα, έχουν διατυπωθεί καταγγελίες για καθυστερήσεις, κακοδιαχείριση και προβλήματα διαφάνειας σε επιμέρους προγράμματα του CPEC.
Η εδαφική διαμάχη με την Ινδία
Μια επιπλέον γεωπολιτική δυσκολία συνδέεται με τη διέλευση του CPEC από το Γκιλγκίτ–Μπαλτιστάν.
Η περιοχή διοικείται από το Πακιστάν, αλλά διεκδικείται από την Ινδία, στο πλαίσιο της ευρύτερης διαμάχης για το Κασμίρ.
Το Νέο Δελχί έχει αντιταχθεί επανειλημμένα σε έργα που διέρχονται από εδάφη τα οποία θεωρεί τμήμα της δικής του επικράτειας.
Αυτό σημαίνει ότι ο οικονομικός διάδρομος Κίνας–Πακιστάν δεν αποτελεί μόνο αναπτυξιακό πρόγραμμα, αλλά συνδέεται με μία από τις πιο ευαίσθητες εδαφικές αντιπαραθέσεις της Ασίας.
Η δημιουργία εναλλακτικών διαδρομών μέσω του Αφγανιστάν θα μπορούσε μακροπρόθεσμα να προσφέρει στο Πεκίνο μεγαλύτερη ευελιξία.
Δεν υπάρχει, πάντως, ένδειξη ότι ο δρόμος του Ουαχάν μπορεί σήμερα να αντικαταστήσει τις μεγάλες μεταφορικές υποδομές του CPEC.
Η Καμπούλ επιχειρεί να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ
Για την κυβέρνηση των Ταλιμπάν, το έργο έχει και μία σαφή πολιτική διάσταση.
Το Αφγανιστάν εξαρτάται σε σημαντικό βαθμό από συνοριακές διαβάσεις και μεταφορικούς άξονες που περνούν από το Πακιστάν.
Οι επανειλημμένες εντάσεις ανάμεσα στις δύο χώρες έχουν προκαλέσει κλείσιμο συνοριακών περασμάτων, διακοπές εμπορικών ροών και επιβάρυνση της αφγανικής οικονομίας.
Μια εναλλακτική χερσαία διέξοδος προς την Κίνα θα μπορούσε, εφόσον αναπτυχθεί και καταστεί λειτουργική, να μειώσει τη δυνατότητα του Πακιστάν να χρησιμοποιεί τη γεωγραφική του θέση ως μέσο πίεσης προς την Καμπούλ.
Η αφγανική πλευρά αντιμετωπίζει το έργο ως σημαντική υποδομή οικονομικής και στρατηγικής αυτονομίας.
Η στάση της Κίνας και της Ρωσίας
Παρά την προοπτική άμεσης σύνδεσης, το Πεκίνο δεν έχει εγκαταλείψει τον οικονομικό διάδρομο CPEC ούτε έχει ανακοινώσει ότι ο Ουαχάν θα τον αντικαταστήσει.
Η Κίνα εξακολουθεί να διατηρεί σημαντικά οικονομικά και στρατηγικά συμφέροντα στο Πακιστάν.
Αντίστοιχα, η Ρωσία ενδιαφέρεται για τη σταθερότητα του Αφγανιστάν και για την ανάπτυξη νέων δικτύων επικοινωνίας στην Κεντρική Ασία.
Η δημιουργία περισσότερων επιλογών διασύνδεσης ενδέχεται να περιορίσει την αποκλειστική σημασία ορισμένων παραδοσιακών μεταφορικών διαδρομών.
Η πραγματική αξία του Ουαχάν θα εξαρτηθεί από τη βελτίωση των οδικών υποδομών, τη λειτουργία συνοριακών και τελωνειακών εγκαταστάσεων, τις καιρικές συνθήκες και τις πολιτικές αποφάσεις της Κίνας.
Το μήνυμα προς το Πακιστάν
Η νέα διαδρομή αναδεικνύει μια σημαντική γεωπολιτική πραγματικότητα: η γεωγραφική θέση ενός κράτους προσφέρει στρατηγικά πλεονεκτήματα, αλλά η αξιοποίησή τους εξαρτάται από την ασφάλεια και την αξιοπιστία των μεταφορικών του δικτύων.
Το Πακιστάν εξακολουθεί να αποτελεί κρίσιμο εταίρο της Κίνας, ιδιαίτερα στο πλαίσιο του CPEC.
Ταυτόχρονα, όμως, η αστάθεια, οι επιθέσεις σε κινεζικά συμφέροντα και οι αντιπαραθέσεις με το Αφγανιστάν δημιουργούν κίνητρα αναζήτησης εναλλακτικών επιλογών.
Ο διάδρομος Ουαχάν δεν έχει ακόμη μετατραπεί σε μεγάλο εμπορικό πέρασμα. Η κατασκευή του δρόμου, ωστόσο, καταδεικνύει ότι το Αφγανιστάν επιχειρεί να αποκτήσει πρόσθετες διεθνείς συνδέσεις και ότι η αποκλειστική εξάρτηση από το Πακιστάν δεν αποτελεί πλέον τη μοναδική γεωγραφική επιλογή.
Για το Ισλαμαμπάντ, η εξέλιξη αποτελεί μια νέα στρατηγική παράμετρο που θα πρέπει να συνυπολογίσει στις σχέσεις του με το Πεκίνο και την Καμπούλ.
Διεθνή
Γερμανία: Το ρωσικό φυσικό αέριο επιστρέφει έμμεσα μέσω των λιπασμάτων, παρά τους ευρωπαϊκούς δασμούς
Οι εισαγωγές ρωσικών αζωτούχων λιπασμάτων μειώθηκαν κατά 66% το 2025-2026, αλλά παραμένουν 53% υψηλότερες από τα επίπεδα πριν από τον πόλεμο στην Ουκρανία.
Το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία διατηρεί ανταγωνιστικά τα ρωσικά προϊόντα, σύμφωνα με στοιχεία που δημοσίευσε η Berliner Zeitung. Η Γερμανία εξακολουθεί να συνδέεται εμπορικά με το ρωσικό φυσικό αέριο, παρά τις ευρωπαϊκές προσπάθειες περιορισμού της ενεργειακής εξάρτησης από τη Μόσχα.
Αυτή τη φορά, η σύνδεση δεν αφορά αποκλειστικά την άμεση προμήθεια φυσικού αερίου, αλλά τις εισαγωγές λιπασμάτων που παράγονται με τη χρήση ρωσικού αερίου ως πρώτης ύλης και πηγής ενέργειας. Σύμφωνα με δημοσίευμα της γερμανικής εφημερίδας, που βασίζεται σε στοιχεία του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου και του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι εισαγωγές αζώτου μέσω ρωσικών λιπασμάτων μειώθηκαν σημαντικά κατά το 2025-2026. Ωστόσο, εξακολουθούν να βρίσκονται πάνω από τα επίπεδα που καταγράφονταν πριν από τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία.
Τα στοιχεία των εισαγωγών και η σύγκριση με την προπολεμική περίοδο
Το 2025-2026, η Γερμανία εισήγαγε 48.800 τόνους αζώτου μέσω λιπασμάτων ρωσικής προέλευσης. Η ποσότητα αυτή είναι μειωμένη κατά περίπου 66% σε σύγκριση με το προηγούμενο έτος, αλλά παραμένει κατά 53% υψηλότερη από τους 31.800 τόνους που είχαν καταγραφεί το 2020-2021, πριν από τον πόλεμο.
Η εξέλιξη των εισαγωγών δείχνει πόσο έντονη ήταν η αύξηση μετά το 2022. Το 2021-2022 οι εισαγωγές έφτασαν τους 56.800 τόνους αζώτου, ενώ το 2022-2023 εκτοξεύθηκαν στους 185.100 τόνους. Στη συνέχεια καταγράφηκαν 140.200 τόνοι το 2023-2024 και 143.800 τόνοι το 2024-2025, προτού σημειωθεί η μεγάλη υποχώρηση της τελευταίας περιόδου. Τα στοιχεία αφορούν την ποσότητα του αζώτου που περιέχεται στα εισαγόμενα λιπάσματα και όχι το συνολικό βάρος των προϊόντων.
Τα λιπασματικά έτη υπολογίζονται από τον Ιούλιο έως τον Ιούνιο. Η ποσότητα αζώτου που εισήχθη στη Γερμανία μέσω ρωσικής ουρίας μειώθηκε από 71.600 τόνους σε 27.600 τόνους, καταγράφοντας πτώση άνω του 61%. Παρά τη μείωση, η ποσότητα εξακολουθεί να είναι σχεδόν τριπλάσια από τους 9.900 τόνους του 2020-2021. Η συγκεκριμένη εξέλιξη αναδεικνύει το βασικό πρόβλημα της ευρωπαϊκής πολιτικής περιορισμού των εμπορικών δεσμών με τη Ρωσία. Ακόμη και όταν περιορίζονται οι εισαγωγές συγκεκριμένων προϊόντων, οι οικονομικές σχέσεις μπορούν να διατηρούνται μέσω άλλων κατηγοριών αγαθών, ιδιαίτερα όταν αυτά έχουν χαμηλότερο κόστος παραγωγής.
Γιατί οι ρωσικές εισαγωγές παραμένουν ανταγωνιστικές
Καθοριστικός παράγοντας είναι το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία και στην υπόλοιπη Ευρώπη. Η παραγωγή αζωτούχων λιπασμάτων απαιτεί μεγάλες ποσότητες φυσικού αερίου, το οποίο χρησιμοποιείται τόσο ως πρώτη ύλη όσο και ως πηγή ενέργειας. Σύμφωνα με τον Σύνδεσμο Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι ευρωπαϊκοί δασμοί, που τέθηκαν σε ισχύ τον Ιούλιο του 2025, περιόρισαν σημαντικά τις εισαγωγές ρωσικών λιπασμάτων. Ωστόσο, δεν εξάλειψαν το ανταγωνιστικό πλεονέκτημα των ρωσικών προϊόντων. Ο σύνδεσμος επισημαίνει ότι οι υψηλές τιμές ενέργειας δυσκολεύουν τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις να αυξήσουν την εγχώρια παραγωγή και να καλύψουν μεγαλύτερο μέρος των αναγκών της αγοράς. Ως αποτέλεσμα, τα ρωσικά λιπάσματα εξακολουθούν να παραμένουν ελκυστικά, ακόμη και μετά την επιβολή πρόσθετων δασμών.
Παράλληλα, σύμφωνα με τον IVA, είναι πιθανό ορισμένες ποσότητες ρωσικών προϊόντων να φτάνουν στη γερμανική αγορά μέσω άλλων κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το μέγεθος αυτών των έμμεσων εισαγωγών, ωστόσο, δεν μπορεί να προσδιοριστεί με ακρίβεια από τα διαθέσιμα στοιχεία.
Δεν αποδίδονται οι αυξήσεις των τιμών αποκλειστικά στους δασμούς
Το ζήτημα έχει άμεση σημασία για τους Γερμανούς αγρότες, καθώς το κόστος των λιπασμάτων επηρεάζει την παραγωγή και, τελικά, την οικονομική βιωσιμότητα των καλλιεργειών. Ο IVA υποστηρίζει ότι η μείωση των ρωσικών εισαγωγών δεν έχει προκαλέσει μέχρι στιγμής σαφή αύξηση των τιμών εξαιτίας των δασμών. Σύμφωνα με τον σύνδεσμο, η εγχώρια παραγωγική δυναμικότητα και οι εισαγωγές από άλλες χώρες, μεταξύ των οποίων η Αίγυπτος, επαρκούν για την κάλυψη των αναγκών της αγοράς. Την ίδια στιγμή, ο σύνδεσμος αποδίδει τις υψηλές τιμές των λιπασμάτων το 2026 στις διεθνείς ενεργειακές αναταράξεις, στον πόλεμο με το Ιράν και στην κρίση γύρω από τα Στενά του Ορμούζ, παράγοντες που επηρεάζουν το κόστος μεταφοράς και τις παγκόσμιες τιμές ενέργειας και λιπασμάτων.
Οι εκτιμήσεις αυτές αποτελούν τις θέσεις του κλαδικού συνδέσμου και δεν συνιστούν από μόνες τους ανεξάρτητη αξιολόγηση όλων των παραγόντων που διαμορφώνουν τις τιμές.
Νέες πιέσεις για περιορισμό των ρωσικών εισαγωγών
Με αφορμή τα στοιχεία, ο IVA ζητά να εξεταστεί η επιβολή πρόσθετων δασμών στις εισαγωγές καλιούχων λιπασμάτων από τη Ρωσία και τη Λευκορωσία. Το κάλιο αποτελεί βασικό θρεπτικό στοιχείο για τις καλλιέργειες και αντιπροσωπεύει μια ακόμη κατηγορία προϊόντων στην οποία η ευρωπαϊκή αγορά διατηρεί εμπορικές σχέσεις με τις δύο χώρες.
Ο σύνδεσμος εκτιμά ότι η ευρωπαϊκή βιομηχανία μπορεί να καλύψει τις ανάγκες της γεωργίας χωρίς να εξαρτάται από τις συγκεκριμένες εισαγωγές και υποστηρίζει ότι πρόσθετοι δασμοί δεν θα πρέπει να οδηγήσουν αναγκαστικά σε αυξήσεις τιμών. Η συζήτηση, ωστόσο, αποτυπώνει το ευρύτερο δίλημμα της ευρωπαϊκής οικονομικής πολιτικής. Η μείωση της εξάρτησης από τη Ρωσία απαιτεί όχι μόνο εμπορικούς περιορισμούς, αλλά και ανταγωνιστική εγχώρια παραγωγή, προσιτό ενεργειακό κόστος και εναλλακτικές πηγές προμήθειας.
Τα δεδομένα της γερμανικής αγοράς δείχνουν ότι οι δασμοί μπορούν να περιορίσουν σημαντικά τις εισαγωγές, χωρίς όμως να εξαλείψουν αυτομάτως τις οικονομικές σχέσεις που στηρίζονται σε διαφορές κόστους παραγωγής. Για τη Γερμανία και την Ευρωπαϊκή Ένωση, η πρόκληση παραμένει η εξισορρόπηση τριών στόχων: της ενεργειακής και οικονομικής ασφάλειας, της στήριξης της εγχώριας βιομηχανίας και της διατήρησης προσιτού κόστους για τον αγροτικό τομέα.
Με πληροφορίες του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA) και του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου.
-
Αναλύσεις1 μήνα πρινΤο τελεσίγραφο Καλίν την ώρα που η Τουρκία προετοιμάζεται για πόλεμο!
-
Άμυνα3 μήνες πρινΡωσσικό ΜΜΕ: Ελληνικό «μπλόκο» στην απαίτηση για Patriot – Πώς γνωρίζει το Κίεβο απόρρητα στοιχεία για τους πυραύλους μας;
-
ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΜΕ ΣΗΜΑΣΙΑ3 μήνες πρινΠακιστανός με καναδική υπηκοότητα ο υπαίτιος της πυρκαγιάς στον Έβρο! Πιθανόν να μετέφερε μετανάστες
-
GEOPOLITICO1 μήνα πρινΤο διέρρευσε ο Παπαχελάς! Έφεραν τον Καλίν στο Μαξίμου – Τί συζήτησε με τον Μητσοτάκη;
-
Αναλύσεις2 μήνες πρινΚαραγκιούλ: «Αν Ελλάδα, Κύπρος και Ισραήλ επιτεθούν στην Τουρκία, ο χάρτης του Αιγαίου θα αλλάξει»
-
ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΜΕ ΣΗΜΑΣΙΑ2 μήνες πρινΞέσπασμα της μητέρας της Μυρτούς για την υπόθεση Τζαβέντ Ασλάμ: «Δεν ξεχνώ ποτέ» – «Δήμαρχος των Πακιστανών ο Δούκας»
-
GEOPOLITICO4 εβδομάδες πρινΤί λέει Τούρκος δημοσιογράφος για Σάββα Καλεντερίδη; «Έκανε πολύ καλά τη δουλειά του για τη χώρα του – Δεν μπορούσε να τον στριμώξει η ΜİΤ»
-
Αναλύσεις3 μήνες πρινΕάν η Τουρκία απορρίψει τη συμφωνία αποχώρησης από την Κύπρο θα απομακρυνθεί δια της βίας

