Διεθνή
Οι ΗΠΑ προσπαθούν να ανακόψουν τη δυναμική της εξομάλυνσης στη Συρία
Οι ΗΠΑ αναζητούν τρόπους να παρέμβουν στις εξελίξεις στη Συρία
Αυτό γίνεται ιδιαίτερα σαφές το τελευταίο διάστημα στο φόντο των πολυεπίπεδων δυναμικών εξομάλυνσης των σχέσεων με την κυβέρνηση της Δαμασκού που είναι σε εξέλιξη στην περιοχή. Αυτό, με τη σειρά του, αντανακλά και τον συσχετισμό που έχει από καιρό διαμορφωθεί και που κάνει σαφές ότι δεν είναι εφικτή η «αλλαγή καθεστώτος» στη Συρία. Και αυτό γιατί στην πραγματικότητα από το 2015 και μετά οι κυβερνητικές δυνάμεις με τη συνεργασία των Ρωσικών δυνάμεων, του Ιράν και άλλων φιλοϊρανικών δυνάμεων, όπως η Χεζμπολάχ, κατάφεραν να ανακτήσουν τον έλεγχο στο μεγαλύτερο μέρος της χώρας. Ακόμη και η στασιμότητα σε σχέση με την κατάσταση στον θύλακα της Ιντλίμπ, που εξακολουθεί να ελέγχεται από τη μετεξέλιξη της Αλ Κάιντα στη Συρία, έχει να κάνει και με τη συναίνεση που έχει αποσπάσει προς το παρόν η Τουρκία να μην βρεθούν στο στόχαστρο οι δυνάμεις της αντιπολίτευσης που στηρίζει, παρά με αδυναμία να ασκηθεί μεγαλύτερη πίεση.
Σε αυτό το φόντο φαίνεται ότι οι ΗΠΑ αναζητούν τρόπους να παρέμβουν σε αυτή τη συγκυρία και να βρουν τρόπους ώστε να ανακόψουν τις δυναμικές που αναπτύσσονται στο φόντο ενός κόσμου που είναι ταυτόχρονα ολοένα και πιο διαιρεμένος αλλά και ολοένα και πιο σύνθετος.
Η σημασία της επαναπροσέγγισης Σαουδικής Αραβίας και Ιράν
Η πρόσφατη επαναπροσέγγιση Ιράν και Σαουδικής Αραβίας, ύστερα από κινεζική μεσολάβηση, δύο χωρών που στήριξαν αντίπαλες πλευρές στον εμφύλιο πόλεμο στη Συρία, διαμορφώνει και αυτή μια δυναμική επαναπροσέγγισης με τη Δαμασκό. Ήδη υπήρξε η μαζική αποστολή βοήθειας από τη Σαουδική Αραβία προς τη Συρία για την αντιμετώπιση των επιπτώσεων των καταστροφικών σεισμών, ενώ πρόσφατα ανακοινώθηκε ότι είναι σε εξέλιξη συζητήσεις για την αποκτήσουν ξανά προξενικές υπηρεσίες οι δύο χώρες, ως βήμα προς την πλήρη αποκατάσταση των διπλωματικών σχέσεων, που θα άνοιγε τον δρόμο και για την επιστροφή της Συρίας στον Αραβικό Σύνδεσμο.
Είχε προηγηθεί η επαναπροσέγγιση με την Αίγυπτο, αλλά και βήματα προσέγγισης με τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα. Ας μην ξεχνάμε ότι ειδικά οι χώρες του Κόλπου βλέπουν και τις επενδυτικές ευκαιρίες που θα προσφέρει η μεταπολεμική ανοικοδόμηση της Συρίας, που έχει ακόμη αρκετές πληγές από τον πόλεμο, στις οποίες προστέθηκαν και οι μεγάλες καταστροφές που προκάλεσαν οι πρόσφατοι καταστροφικοί σεισμοί.
H «πραγματιστική» στροφή της Τουρκίας
Σε όλα αυτά προστίθεται και η κάπως πιο πραγματιστική στάση που υιοθετεί η Τουρκία, που έχει άμεση εμπλοκή στη συριακή κρίση, αφού υποστήριζε ένοπλα τάσεις της αντιπολίτευσης, τον λεγόμενο Συριακό Εθνικό Στρατό, και βέβαια έχει στρατιωτικές δυνάμεις στο συριακό έδαφος στο πλαίσιο της προσπάθειας να αποτρέψει το ενδεχόμενο να διαμορφωθεί μια οιονεί κουρδική κρατική οντότητα.
Ωστόσο, σταδιακά φαίνεται ότι και η Τουρκία συνειδητοποιεί ότι μια πολιτική λύση, που θα εξασφάλιζε ακριβώς ότι δεν θα υπήρχε ένα αυτόνομο κουρδικό δυνάμει κράτος στα σύνορα ακριβώς, θα ήταν η μόνη διέξοδος, με δεδομένο ότι δεν μπορεί να υπάρξει «αλλαγή καθεστώτος» που ήταν ο αρχικός διακηρυγμένος στόχος.
Μάλιστα, η λογική ότι χρειάζεται μια αποκλιμάκωση της τουρκικής εμπλοκής στη Συρία είναι ένα στοιχείο στο οποίο θα μπορούσε να συγκλίνει και η σημερινή αντιπολίτευση.
Βεβαίως, αυτό δεν είναι πιθανό να πάρει κάποια μορφή πριν από τις τουρκικές εκλογές της 14ης Μαΐου, καθώς όλοι περιμένουν να δουν εάν θα υπάρξει αλλαγή κυβέρνησης, όμως ιδίως ο Ερντογάν θα ήθελε να δείξει ότι δρομολογεί μια λύση για το Συριακό.
Σημειώνουμε εδώ ότι το τελευταίο διάστημα φαίνεται να κοπάζει κάπως στην Τουρκία το ιδιαίτερα έντονο κλίμα αλληλεγγύης στους πρόσφυγες από τη Συρία που υπήρξε για μεγάλο διάστημα – η Τουρκία δέχτηκε άλλωστε δέχτηκε τον μεγαλύτερο αριθμό Σύρων προσφύγων – και άρα η τουρκική κυβέρνηση θα ήθελε να δείξει ότι ανοίγει δρόμους ώστε να επιστρέψουν στην πατρίδα τους.
Η αμερικανική τακτική στη Συρία
Επισήμως, οι αμερικανικές δυνάμεις απλώς απαντούν σε επιθέσεις που δέχονται στη Συρία και δεν κλιμακώνουν. Έτσι σύμφωνα με την επίσημη αφήγηση στις 23 Μαρτίου μία βάση του συνασπισμού κατά του Ισλαμικού Κράτους δέχτηκε επίθεση με μη επανδρωμένο αεροσκάφος με αποτέλεσμα να σκοτωθεί ένας Αμερικανός εργαζόμενος σε ιδιώτη υπεργολάβο και να τραυματιστούν πέντε Αμερικανοί στρατευμένοι και ένας ακόμη εργαζόμενος σε υπεργολάβο. Οι ΗΠΑ υποστήριξαν ότι ήταν ιρανικής κατασκευής. Σε απάντηση χτυπήθηκαν εγκαταστάσεις που χρησιμοποιούν ομάδες που συνδέονται με τους Φρουρούς της Επανάστασης στο Ιράν.
Ωστόσο, οι ιρανικές αρχές έχουν και αυτές κατηγορήσει τις ΗΠΑ για επιχειρήσεις στην περιοχή που σκοπό έχουν να επιτείνουν την αποσταθεροποίηση στη Συρία.
Το ερώτημα που τίθεται είναι εάν και σε ποιο βαθμό οι ΗΠΑ σήμερα επιλέγουν συνειδητά να παροξύνουν την κατάσταση στη Συρία σε μια προσπάθεια να ανακόψουν μία τάση εξομάλυνσης των σχέσεων της Δαμασκού με τις άλλες αραβικές πρωτεύουσες.
Δεν είναι τυχαίο ότι τις αμερικανικές δυνάμεις στη Συρία επισκέφτηκε στις αρχές Μαρτίου σε μια μάλλον αναπάντεχη επίσκεψη ο ίδιος ο επικεφαλής του ενοποιημένου επιτελείου των αμερικανικών ενόπλων δυνάμεων στρατηγός Μαρκ Μάιλι.
Δεν είναι τυχαίο ότι στις 27 Μαρτίου εστάλη επιστολή στον Πρόεδρο Μπάιντεν και τον υπουργό Εξωτερικών Άντονι Μπλίνκεν στο οποίο σχεδόν 40 ειδικοί στη Συρία και πρώην Αμερικανοί αξιωματούχοι, ανάμεσά τους ο πρώην επικεφαλής της CΕNTCOM στρατηγός Κένεθ Μακένζι ή πρώην ανώτατα στελέχη της CIA όπως ο John McLaughlin, ή ο William Roebuck πρώην αναπληρωτής ειδικός απεσταλμένος των ΗΠΑ στον συνασπισμό κατά του Ισλαμικού Κράτους, με τους υπογράφοντες να επιμένουν ότι η τοπική εξομάλυνση υπονομεύει την ικανότητα της διεθνούς κοινότητας να προωθήσει μια πολιτική διαδικασία στη Συρία και πρέπει να διατηρηθεί αμερικανική στρατιωτική παρουσία στη Συρία και συνεργασία με ένοπλες τάσεις της αντιπολίτευσης.
Σε ανάλογο τόνο κινείται και το Ισραήλ που θεωρεί ότι η κατάσταση που δημιουργήθηκε στη Συρία με τον εμφύλιο πόλεμο ενίσχυσε σημαντικά τη θέση των φιλοϊρανικών δυνάμεων, εξ ου και οι συχνοί ισραηλινοί βομβαρδισμοί στόχων στη Συρία. Και το Ισραήλ, θα προτιμούσε να παραμείνουν οι ΗΠΑ στο έδαφος της Συρίας ακριβώς για να αποφευχθεί το ενδεχόμενο περαιτέρω ενίσχυσης της θέσης της συριακής κυβέρνησης.
Οι ΗΠΑ δεν θα ήθελαν η Ρωσία να μετρήσει μια επιτυχία στη Συρία
Όλα αυτά έχουν να κάνουν και με το γεγονός ότι οι εξελίξεις στη Συρία αντικειμενικά έχουν ενισχύσει τη θέση της Ρωσίας, που όχι μόνο επέμεινε να στηρίζει την κυβέρνηση Άσαντ, αλλά και ουσιαστικά ανέλαβε ρόλο ρυθμιστή των εξελίξεων, όχι μόνο με τη στρατιωτική συνδρομή στις επιχειρήσεις κατά του Ισλαμικού Κράτους, αλλά και άλλων ένοπλων ισλαμιστικών ομάδων, αλλά και με τον τρόπο που κατάφερε να διαχειριστεί την παρουσία της Τουρκία σε συριακό έδαφος, με αποκορύφωμα το πώς τώρα στηρίζει την επαναπροσέγγιση της Τουρκίας με τη Συρία. Όσο περισσότερο παρατείνεται η κρίση, διατηρούνται εστίες έντασης, δεν ολοκληρώνεται η εκ νέου πολιτική και εδαφική ενοποίηση της Συρίας, η Ρωσία δεν μπορεί να υποστηρίξει ότι είναι ο κερδισμένος από την όποια διαδικασία ειρήνευσης στη Συρία.
philenews / in.gr
Διεθνή
Προειδοποίηση της Ελβετίας: Το υψηλό ευρωπαϊκό χρέος θα μπορούσε να πυροδοτήσει μια κρίση του ευρώ
Τα αυξανόμενα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη και πέραν αυτής εγκυμονούν κινδύνους για την οικονομική σταθερότητα και θα μπορούσαν να πυροδοτήσουν μια κρίση του ευρώ, δήλωσε την Παρασκευή η Ελβετίδα υπουργός Οικονομικών, Κάριν Κέλερ-Σούτερ.
Τα αυξανόμενα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη και πέραν αυτής εγκυμονούν κινδύνους για την οικονομική σταθερότητα και θα μπορούσαν να πυροδοτήσουν μια κρίση του ευρώ, δήλωσε την Παρασκευή η Ελβετίδα υπουργός Οικονομικών, Κάριν Κέλερ-Σούτερ.
Μιλώντας στον ελβετικό δημόσιο ραδιοτηλεοπτικό φορέα SRF, στην Μπανγκόκ —στο περιθώριο των ετήσιων συναντήσεων του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου και της Παγκόσμιας Τράπεζας—, η Κέλερ-Σούτερ ανέφερε ότι και οι τιμές της ενέργειας εντείνουν τις ανησυχίες μεταξύ των υπευθύνων χάραξης πολιτικής.
Η Ελβετία διαθέτει ένα από τα χαμηλότερα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη, ωστόσο η Κέλερ-Σούτερ τόνισε ότι, στο τρέχον περιβάλλον, είναι σημαντικό να εξετάζεται η ευρύτερη εικόνα.
«Είμαστε τόσο στενά διασυνδεδεμένοι σε διεθνές επίπεδο, ώστε καθιστάμεθα επίσης ευάλωτοι, για παράδειγμα, στην περίπτωση που προκύψει κρίση χρέους εξαιτίας του δημόσιου χρέους μεγάλων χωρών. Σκέφτομαι συγκεκριμένα τις Ηνωμένες Πολιτείες, αλλά και την Ευρώπη. Υπάρχει η περίπτωση της Γαλλίας — κάτι που θα μπορούσε να οδηγήσει σε κρίση του ευρώ», δήλωσε η Κέλερ-Σούτερ στο δίκτυο SRF.
Το δημόσιο χρέος της Γαλλίας, τα δημοσιονομικά ελλείμματα και η υποτονική οικονομική ανάπτυξη έχουν εντείνει τις ανησυχίες για την κατάσταση των δημόσιων οικονομικών της, καθώς ο πολιτικός κατακερματισμός έχει καταστήσει πιο περίπλοκες τις προσπάθειες δημοσιονομικής εξυγίανσης.
Αναλύσεις
Η Κίνα βρίσκει δρόμο που παρακάμπτει το Πακιστάν – Ο διάδρομος Ουαχάν αλλάζει τις γεωπολιτικές ισορροπίες
Μία νέα οδική αρτηρία μήκους 121 χιλιομέτρων στο βορειοανατολικό Αφγανιστάν δημιουργεί τις προϋποθέσεις για απευθείας χερσαία σύνδεση με την Κίνα, χωρίς διέλευση από το Πακιστάν. Η ολοκλήρωση του δρόμου στον ιστορικό διάδρομο Ουαχάν αποκτά ιδιαίτερη γεωπολιτική σημασία, καθώς το Πεκίνο αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα ασφαλείας με τις επενδύσεις του στο Πακιστάν, ενώ η Καμπούλ επιδιώκει να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ.
Μία σημαντική εξέλιξη στις χερσαίες μεταφορές και στις γεωπολιτικές ισορροπίες της Κεντρικής Ασίας καταγράφεται στο Αφγανιστάν, με την ολοκλήρωση νέου δρόμου στον στρατηγικής σημασίας διάδρομο Ουαχάν.
Σύμφωνα με ανάλυση του Imran Khurshid που δημοσιεύθηκε στις 9 Οκτωβρίου 2026 στο Asia Times, οι αφγανικές αρχές εγκαινίασαν οδική διαδρομή 121 χιλιομέτρων, η οποία εκτείνεται από την περιοχή Μπρογκίλ έως τα σύνορα με την Κίνα, στην επαρχία Μπανταχσάν.
Το έργο κόστισε περίπου 365 εκατομμύρια αφγάνι, ποσό που αντιστοιχεί σε περίπου 5,5 εκατομμύρια δολάρια.
Κατά τις αφγανικές ανακοινώσεις, κατασκευάστηκε από ντόπιους μηχανικούς και εργαζομένους, χωρίς τη συμμετοχή ξένων τεχνικών συμβούλων.
Η νέα διαδρομή φθάνει στα σινοαφγανικά σύνορα. Αυτό, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι λειτουργεί ήδη πλήρης διεθνής εμπορευματικός διάδρομος, καθώς εξακολουθούν να υπάρχουν σημαντικοί τεχνικοί και συνοριακοί περιορισμοί.
Γιατί ο διάδρομος Ουαχάν έχει στρατηγική σημασία
Ο διάδρομος Ουαχάν αποτελεί μια στενή λωρίδα αφγανικού εδάφους ανάμεσα στο Τατζικιστάν, το Πακιστάν και την Κίνα.
Η γεωγραφική του διαμόρφωση συνδέεται με τον ανταγωνισμό της Βρετανικής και της Ρωσικής Αυτοκρατορίας κατά τον 19ο αιώνα.
Η περιοχή διατηρήθηκε ως ζώνη διαχωρισμού των δύο αυτοκρατορικών σφαιρών επιρροής, αποτελώντας ένα από τα χαρακτηριστικότερα γεωγραφικά κατάλοιπα του λεγόμενου «Μεγάλου Παιχνιδιού».
Σήμερα, η ίδια περιοχή αποκτά νέα σημασία, αυτή τη φορά λόγω της προσπάθειας σύνδεσης της Κίνας με το Αφγανιστάν και ευρύτερα με την Κεντρική Ασία.
Ο δρόμος ανοίγει τη δυνατότητα δημιουργίας μιας εναλλακτικής οδού μεταφορών, περιορίζοντας δυνητικά την ανάγκη διέλευσης από το πακιστανικό έδαφος.
Το πρόβλημα της Κίνας με τον οικονομικό διάδρομο CPEC
Το ενδιαφέρον της εξέλιξης εντοπίζεται κυρίως στην προσπάθεια του Πεκίνου να περιορίσει την εξάρτησή του από ευάλωτες υποδομές.
Ο Οικονομικός Διάδρομος Κίνας–Πακιστάν, γνωστός ως CPEC, αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα προγράμματα της κινεζικής πρωτοβουλίας Belt and Road.
Μέσω του συγκεκριμένου σχεδίου, η Κίνα επιχειρεί να ενισχύσει τις εμπορικές και ενεργειακές συνδέσεις της με τη Νότια Ασία και την Αραβική Θάλασσα.
Ωστόσο, η υλοποίηση των έργων έχει αντιμετωπίσει σοβαρές δυσκολίες.
Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, οργανώσεις αυτονομιστών έχουν πραγματοποιήσει επανειλημμένες επιθέσεις εναντίον κινεζικών συμφερόντων, εγκαταστάσεων και εργαζομένων.
Οι επιθέσεις αυτές έχουν επιβαρύνει την ασφάλεια των υποδομών και έχουν αυξήσει το κόστος προστασίας των κινεζικών επενδύσεων.
Παράλληλα, έχουν διατυπωθεί καταγγελίες για καθυστερήσεις, κακοδιαχείριση και προβλήματα διαφάνειας σε επιμέρους προγράμματα του CPEC.
Η εδαφική διαμάχη με την Ινδία
Μια επιπλέον γεωπολιτική δυσκολία συνδέεται με τη διέλευση του CPEC από το Γκιλγκίτ–Μπαλτιστάν.
Η περιοχή διοικείται από το Πακιστάν, αλλά διεκδικείται από την Ινδία, στο πλαίσιο της ευρύτερης διαμάχης για το Κασμίρ.
Το Νέο Δελχί έχει αντιταχθεί επανειλημμένα σε έργα που διέρχονται από εδάφη τα οποία θεωρεί τμήμα της δικής του επικράτειας.
Αυτό σημαίνει ότι ο οικονομικός διάδρομος Κίνας–Πακιστάν δεν αποτελεί μόνο αναπτυξιακό πρόγραμμα, αλλά συνδέεται με μία από τις πιο ευαίσθητες εδαφικές αντιπαραθέσεις της Ασίας.
Η δημιουργία εναλλακτικών διαδρομών μέσω του Αφγανιστάν θα μπορούσε μακροπρόθεσμα να προσφέρει στο Πεκίνο μεγαλύτερη ευελιξία.
Δεν υπάρχει, πάντως, ένδειξη ότι ο δρόμος του Ουαχάν μπορεί σήμερα να αντικαταστήσει τις μεγάλες μεταφορικές υποδομές του CPEC.
Η Καμπούλ επιχειρεί να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ
Για την κυβέρνηση των Ταλιμπάν, το έργο έχει και μία σαφή πολιτική διάσταση.
Το Αφγανιστάν εξαρτάται σε σημαντικό βαθμό από συνοριακές διαβάσεις και μεταφορικούς άξονες που περνούν από το Πακιστάν.
Οι επανειλημμένες εντάσεις ανάμεσα στις δύο χώρες έχουν προκαλέσει κλείσιμο συνοριακών περασμάτων, διακοπές εμπορικών ροών και επιβάρυνση της αφγανικής οικονομίας.
Μια εναλλακτική χερσαία διέξοδος προς την Κίνα θα μπορούσε, εφόσον αναπτυχθεί και καταστεί λειτουργική, να μειώσει τη δυνατότητα του Πακιστάν να χρησιμοποιεί τη γεωγραφική του θέση ως μέσο πίεσης προς την Καμπούλ.
Η αφγανική πλευρά αντιμετωπίζει το έργο ως σημαντική υποδομή οικονομικής και στρατηγικής αυτονομίας.
Η στάση της Κίνας και της Ρωσίας
Παρά την προοπτική άμεσης σύνδεσης, το Πεκίνο δεν έχει εγκαταλείψει τον οικονομικό διάδρομο CPEC ούτε έχει ανακοινώσει ότι ο Ουαχάν θα τον αντικαταστήσει.
Η Κίνα εξακολουθεί να διατηρεί σημαντικά οικονομικά και στρατηγικά συμφέροντα στο Πακιστάν.
Αντίστοιχα, η Ρωσία ενδιαφέρεται για τη σταθερότητα του Αφγανιστάν και για την ανάπτυξη νέων δικτύων επικοινωνίας στην Κεντρική Ασία.
Η δημιουργία περισσότερων επιλογών διασύνδεσης ενδέχεται να περιορίσει την αποκλειστική σημασία ορισμένων παραδοσιακών μεταφορικών διαδρομών.
Η πραγματική αξία του Ουαχάν θα εξαρτηθεί από τη βελτίωση των οδικών υποδομών, τη λειτουργία συνοριακών και τελωνειακών εγκαταστάσεων, τις καιρικές συνθήκες και τις πολιτικές αποφάσεις της Κίνας.
Το μήνυμα προς το Πακιστάν
Η νέα διαδρομή αναδεικνύει μια σημαντική γεωπολιτική πραγματικότητα: η γεωγραφική θέση ενός κράτους προσφέρει στρατηγικά πλεονεκτήματα, αλλά η αξιοποίησή τους εξαρτάται από την ασφάλεια και την αξιοπιστία των μεταφορικών του δικτύων.
Το Πακιστάν εξακολουθεί να αποτελεί κρίσιμο εταίρο της Κίνας, ιδιαίτερα στο πλαίσιο του CPEC.
Ταυτόχρονα, όμως, η αστάθεια, οι επιθέσεις σε κινεζικά συμφέροντα και οι αντιπαραθέσεις με το Αφγανιστάν δημιουργούν κίνητρα αναζήτησης εναλλακτικών επιλογών.
Ο διάδρομος Ουαχάν δεν έχει ακόμη μετατραπεί σε μεγάλο εμπορικό πέρασμα. Η κατασκευή του δρόμου, ωστόσο, καταδεικνύει ότι το Αφγανιστάν επιχειρεί να αποκτήσει πρόσθετες διεθνείς συνδέσεις και ότι η αποκλειστική εξάρτηση από το Πακιστάν δεν αποτελεί πλέον τη μοναδική γεωγραφική επιλογή.
Για το Ισλαμαμπάντ, η εξέλιξη αποτελεί μια νέα στρατηγική παράμετρο που θα πρέπει να συνυπολογίσει στις σχέσεις του με το Πεκίνο και την Καμπούλ.
Διεθνή
Γερμανία: Το ρωσικό φυσικό αέριο επιστρέφει έμμεσα μέσω των λιπασμάτων, παρά τους ευρωπαϊκούς δασμούς
Οι εισαγωγές ρωσικών αζωτούχων λιπασμάτων μειώθηκαν κατά 66% το 2025-2026, αλλά παραμένουν 53% υψηλότερες από τα επίπεδα πριν από τον πόλεμο στην Ουκρανία.
Το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία διατηρεί ανταγωνιστικά τα ρωσικά προϊόντα, σύμφωνα με στοιχεία που δημοσίευσε η Berliner Zeitung. Η Γερμανία εξακολουθεί να συνδέεται εμπορικά με το ρωσικό φυσικό αέριο, παρά τις ευρωπαϊκές προσπάθειες περιορισμού της ενεργειακής εξάρτησης από τη Μόσχα.
Αυτή τη φορά, η σύνδεση δεν αφορά αποκλειστικά την άμεση προμήθεια φυσικού αερίου, αλλά τις εισαγωγές λιπασμάτων που παράγονται με τη χρήση ρωσικού αερίου ως πρώτης ύλης και πηγής ενέργειας. Σύμφωνα με δημοσίευμα της γερμανικής εφημερίδας, που βασίζεται σε στοιχεία του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου και του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι εισαγωγές αζώτου μέσω ρωσικών λιπασμάτων μειώθηκαν σημαντικά κατά το 2025-2026. Ωστόσο, εξακολουθούν να βρίσκονται πάνω από τα επίπεδα που καταγράφονταν πριν από τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία.
Τα στοιχεία των εισαγωγών και η σύγκριση με την προπολεμική περίοδο
Το 2025-2026, η Γερμανία εισήγαγε 48.800 τόνους αζώτου μέσω λιπασμάτων ρωσικής προέλευσης. Η ποσότητα αυτή είναι μειωμένη κατά περίπου 66% σε σύγκριση με το προηγούμενο έτος, αλλά παραμένει κατά 53% υψηλότερη από τους 31.800 τόνους που είχαν καταγραφεί το 2020-2021, πριν από τον πόλεμο.
Η εξέλιξη των εισαγωγών δείχνει πόσο έντονη ήταν η αύξηση μετά το 2022. Το 2021-2022 οι εισαγωγές έφτασαν τους 56.800 τόνους αζώτου, ενώ το 2022-2023 εκτοξεύθηκαν στους 185.100 τόνους. Στη συνέχεια καταγράφηκαν 140.200 τόνοι το 2023-2024 και 143.800 τόνοι το 2024-2025, προτού σημειωθεί η μεγάλη υποχώρηση της τελευταίας περιόδου. Τα στοιχεία αφορούν την ποσότητα του αζώτου που περιέχεται στα εισαγόμενα λιπάσματα και όχι το συνολικό βάρος των προϊόντων.
Τα λιπασματικά έτη υπολογίζονται από τον Ιούλιο έως τον Ιούνιο. Η ποσότητα αζώτου που εισήχθη στη Γερμανία μέσω ρωσικής ουρίας μειώθηκε από 71.600 τόνους σε 27.600 τόνους, καταγράφοντας πτώση άνω του 61%. Παρά τη μείωση, η ποσότητα εξακολουθεί να είναι σχεδόν τριπλάσια από τους 9.900 τόνους του 2020-2021. Η συγκεκριμένη εξέλιξη αναδεικνύει το βασικό πρόβλημα της ευρωπαϊκής πολιτικής περιορισμού των εμπορικών δεσμών με τη Ρωσία. Ακόμη και όταν περιορίζονται οι εισαγωγές συγκεκριμένων προϊόντων, οι οικονομικές σχέσεις μπορούν να διατηρούνται μέσω άλλων κατηγοριών αγαθών, ιδιαίτερα όταν αυτά έχουν χαμηλότερο κόστος παραγωγής.
Γιατί οι ρωσικές εισαγωγές παραμένουν ανταγωνιστικές
Καθοριστικός παράγοντας είναι το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία και στην υπόλοιπη Ευρώπη. Η παραγωγή αζωτούχων λιπασμάτων απαιτεί μεγάλες ποσότητες φυσικού αερίου, το οποίο χρησιμοποιείται τόσο ως πρώτη ύλη όσο και ως πηγή ενέργειας. Σύμφωνα με τον Σύνδεσμο Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι ευρωπαϊκοί δασμοί, που τέθηκαν σε ισχύ τον Ιούλιο του 2025, περιόρισαν σημαντικά τις εισαγωγές ρωσικών λιπασμάτων. Ωστόσο, δεν εξάλειψαν το ανταγωνιστικό πλεονέκτημα των ρωσικών προϊόντων. Ο σύνδεσμος επισημαίνει ότι οι υψηλές τιμές ενέργειας δυσκολεύουν τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις να αυξήσουν την εγχώρια παραγωγή και να καλύψουν μεγαλύτερο μέρος των αναγκών της αγοράς. Ως αποτέλεσμα, τα ρωσικά λιπάσματα εξακολουθούν να παραμένουν ελκυστικά, ακόμη και μετά την επιβολή πρόσθετων δασμών.
Παράλληλα, σύμφωνα με τον IVA, είναι πιθανό ορισμένες ποσότητες ρωσικών προϊόντων να φτάνουν στη γερμανική αγορά μέσω άλλων κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το μέγεθος αυτών των έμμεσων εισαγωγών, ωστόσο, δεν μπορεί να προσδιοριστεί με ακρίβεια από τα διαθέσιμα στοιχεία.
Δεν αποδίδονται οι αυξήσεις των τιμών αποκλειστικά στους δασμούς
Το ζήτημα έχει άμεση σημασία για τους Γερμανούς αγρότες, καθώς το κόστος των λιπασμάτων επηρεάζει την παραγωγή και, τελικά, την οικονομική βιωσιμότητα των καλλιεργειών. Ο IVA υποστηρίζει ότι η μείωση των ρωσικών εισαγωγών δεν έχει προκαλέσει μέχρι στιγμής σαφή αύξηση των τιμών εξαιτίας των δασμών. Σύμφωνα με τον σύνδεσμο, η εγχώρια παραγωγική δυναμικότητα και οι εισαγωγές από άλλες χώρες, μεταξύ των οποίων η Αίγυπτος, επαρκούν για την κάλυψη των αναγκών της αγοράς. Την ίδια στιγμή, ο σύνδεσμος αποδίδει τις υψηλές τιμές των λιπασμάτων το 2026 στις διεθνείς ενεργειακές αναταράξεις, στον πόλεμο με το Ιράν και στην κρίση γύρω από τα Στενά του Ορμούζ, παράγοντες που επηρεάζουν το κόστος μεταφοράς και τις παγκόσμιες τιμές ενέργειας και λιπασμάτων.
Οι εκτιμήσεις αυτές αποτελούν τις θέσεις του κλαδικού συνδέσμου και δεν συνιστούν από μόνες τους ανεξάρτητη αξιολόγηση όλων των παραγόντων που διαμορφώνουν τις τιμές.
Νέες πιέσεις για περιορισμό των ρωσικών εισαγωγών
Με αφορμή τα στοιχεία, ο IVA ζητά να εξεταστεί η επιβολή πρόσθετων δασμών στις εισαγωγές καλιούχων λιπασμάτων από τη Ρωσία και τη Λευκορωσία. Το κάλιο αποτελεί βασικό θρεπτικό στοιχείο για τις καλλιέργειες και αντιπροσωπεύει μια ακόμη κατηγορία προϊόντων στην οποία η ευρωπαϊκή αγορά διατηρεί εμπορικές σχέσεις με τις δύο χώρες.
Ο σύνδεσμος εκτιμά ότι η ευρωπαϊκή βιομηχανία μπορεί να καλύψει τις ανάγκες της γεωργίας χωρίς να εξαρτάται από τις συγκεκριμένες εισαγωγές και υποστηρίζει ότι πρόσθετοι δασμοί δεν θα πρέπει να οδηγήσουν αναγκαστικά σε αυξήσεις τιμών. Η συζήτηση, ωστόσο, αποτυπώνει το ευρύτερο δίλημμα της ευρωπαϊκής οικονομικής πολιτικής. Η μείωση της εξάρτησης από τη Ρωσία απαιτεί όχι μόνο εμπορικούς περιορισμούς, αλλά και ανταγωνιστική εγχώρια παραγωγή, προσιτό ενεργειακό κόστος και εναλλακτικές πηγές προμήθειας.
Τα δεδομένα της γερμανικής αγοράς δείχνουν ότι οι δασμοί μπορούν να περιορίσουν σημαντικά τις εισαγωγές, χωρίς όμως να εξαλείψουν αυτομάτως τις οικονομικές σχέσεις που στηρίζονται σε διαφορές κόστους παραγωγής. Για τη Γερμανία και την Ευρωπαϊκή Ένωση, η πρόκληση παραμένει η εξισορρόπηση τριών στόχων: της ενεργειακής και οικονομικής ασφάλειας, της στήριξης της εγχώριας βιομηχανίας και της διατήρησης προσιτού κόστους για τον αγροτικό τομέα.
Με πληροφορίες του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA) και του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου.
-
Αναλύσεις1 μήνα πρινΤο τελεσίγραφο Καλίν την ώρα που η Τουρκία προετοιμάζεται για πόλεμο!
-
Άμυνα3 μήνες πρινΡωσσικό ΜΜΕ: Ελληνικό «μπλόκο» στην απαίτηση για Patriot – Πώς γνωρίζει το Κίεβο απόρρητα στοιχεία για τους πυραύλους μας;
-
ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΜΕ ΣΗΜΑΣΙΑ3 μήνες πρινΠακιστανός με καναδική υπηκοότητα ο υπαίτιος της πυρκαγιάς στον Έβρο! Πιθανόν να μετέφερε μετανάστες
-
GEOPOLITICO1 μήνα πρινΤο διέρρευσε ο Παπαχελάς! Έφεραν τον Καλίν στο Μαξίμου – Τί συζήτησε με τον Μητσοτάκη;
-
Αναλύσεις2 μήνες πρινΚαραγκιούλ: «Αν Ελλάδα, Κύπρος και Ισραήλ επιτεθούν στην Τουρκία, ο χάρτης του Αιγαίου θα αλλάξει»
-
ΑΝΑΡΤΗΣΕΙΣ ΜΕ ΣΗΜΑΣΙΑ2 μήνες πρινΞέσπασμα της μητέρας της Μυρτούς για την υπόθεση Τζαβέντ Ασλάμ: «Δεν ξεχνώ ποτέ» – «Δήμαρχος των Πακιστανών ο Δούκας»
-
GEOPOLITICO4 εβδομάδες πρινΤί λέει Τούρκος δημοσιογράφος για Σάββα Καλεντερίδη; «Έκανε πολύ καλά τη δουλειά του για τη χώρα του – Δεν μπορούσε να τον στριμώξει η ΜİΤ»
-
Αναλύσεις3 μήνες πρινΕάν η Τουρκία απορρίψει τη συμφωνία αποχώρησης από την Κύπρο θα απομακρυνθεί δια της βίας

