Ακολουθήστε μας

Διεθνή

ΗΠΑ: Η συμπεριφορά της Τουρκίας απέναντι στην Ελλάδα στο μικροσκόπιο του Κογκρέσου

Δημοσιεύτηκε στις

(AP Photo/Khalil Hamra)

Στο μικροσκόπιο του Κογκρέσου οι υπερπτήσεις της Τουρκίας

Η περιφερειακή αντιπαλότητα της Τουρκίας με την Ελλάδα και οι τουρκικές υπερπτήσεις πάνω από ελληνικά εδάφη αποτελεί ένα από τα θέματα που λαμβάνει υπόψιν του το Κογκρέσο κατά τη διαδικασία αξιολόγησης του αιτήματος της Αγκυρας για την αναβάθμιση και την απόκτηση νέων μαχητικών F-16.

Στη σχετική πεντασέλιδη έκθεση της Υπηρεσίας Μελετών του Κογκρέσου με τίτλο «Τουρκία: Πιθανή Πώληση των F-16» αφιερώνεται μια παράγραφος στις ελληνοτουρκικές σχέσεις και μάλιστα υπενθυμίζεται ότι «η κοινή επεξηγηματική δήλωση που συνοδεύει το Νομοσχέδιο για τον Αμυντικό Προϋπολογισμό (NDAA) για το δημοσιονομικό έτος 2024 προειδοποιεί τους ΝΑΤΟϊκούς συμμάχους ενάντια στις “μη εξουσιοδοτημένες εδαφικές υπερπτήσεις του εναέριου χώρου άλλου συμμάχου του ΝΑΤΟ”».

Σύμφωνα με την έκθεση, ορισμένα από τα βασικά θέματα που θα μπουν στο μικροσκόπιο του Κογκρέσου και θα καθορίσουν το πώς θα αξιολογήσει το θέμα των τουρκικών F-16, είναι:

  • Η ένταξη της Σουηδίας στο ΝΑΤΟ
  • Οι στενές οικονομικές και ενεργειακές σχέσεις με τη Ρωσία
  • Η περιφερειακή αντιπαλότητα με την Ελλάδα
  • Η εγχώρια παραβίαση ανθρωπίνων δικαιωμάτων και δημοκρατική διολίσθηση που παρατηρήθηκε κατά τη διάρκεια της διακυβέρνησης του προέδρου Ερντογάν

Στην έκθεση υπενθυμίζεται ότι η αμερικανική κυβέρνηση έχει ειδοποιήσει ανεπίσημα το Κογκρέσο για το αίτημα της Τουρκίας προσπαθώντας να ζυγίσει τις αντιδράσεις των Αμερικανών νομοθετών.

«Τον Φεβρουάριο του 2023, ο υπουργός Εξωτερικών, Αντονι Μπλίνκεν, επιβεβαίωσε δημόσια ότι η κυβέρνηση Μπάιντεν υποστηρίζει μια πιθανή πώληση μαχητικών αεροσκαφών F-16 στην Τουρκία και ότι βρίσκεται σε συνομιλίες με το Κογκρέσο για το θέμα. Σύμφωνα με δημοσιεύματα του Ιανουαρίου του 2023, τα οποία επικαλούνται ανώνυμους Αμερικανούς αξιωματούχους, η κυβέρνηση Μπάιντεν έχει ειδοποιήσει άτυπα το Κογκρέσο σχετικά με την πιθανή πώληση.

Η άτυπη ειδοποίηση του Ιανουαρίου αναφέρεται σε 40 νέα F-16 τύπου Block 70/72 Viper και πακέτα αναβάθμισης Block 70/72 για 79 υπάρχοντα μαχητικά μαζί με 900 πυραύλους αέρος-αέρος και 800 βόμβες, με εκτιμώμενη συνολική αξία τα 20 δισεκατομμύρια δολάρια.

Η συναλλαγή θα μπορούσε να εκσυγχρονίσει και να παρατείνει τη διάρκεια ζωής μεγάλου μέρους του στόλου της Τουρκίας, ενώ η Τουρκία προσπαθεί να αποκτήσει ή να σχεδιάσει ένα πιο προηγμένο μαχητικό. Ωστόσο, η παράδοση νέων F-16 ενδέχεται να αντιμετωπίσει καθυστέρηση για λόγους παραγωγής.

Ωστόσο, ορισμένα μέλη του Κογκρέσου και από τα δύο κόμματα έχουν εκφράσει επιφυλάξεις. Ο πρόεδρος της Επιτροπής Εξωτερικών Σχέσεων της Γερουσίας, Μπομπ Μενέντεζ, φέρεται να είπε τον Ιανουάριο “μέχρι (ο πρόεδρος της Τουρκίας Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν) να σταματήσει τις απειλές του (κατά γειτονικών συμμάχων του ΝΑΤΟ), να βελτιώσει το ιστορικό του στα ανθρώπινα δικαιώματα στο εσωτερικό (…) και να αρχίσει να ενεργεί όπως θα έπρεπε να ενεργεί ένας έμπιστος σύμμαχος, δεν θα εγκρίνω αυτήν την πώληση”.

Αρκετοί άλλοι γερουσιαστές, συμπεριλαμβανομένου του επικεφαλής της μειοψηφίας στην Επιτροπής Εξωτερικών Σχέσεων, Τζιμ Ρις, και των 29 γερουσιαστών που έγραψαν μια επιστολή τον Φεβρουάριο στον πρόεδρο Μπάιντεν, έχουν δηλώσει ότι θα μπορούσαν να εξετάσουν το ενδεχόμενο να υποστηρίξουν την πώληση των F-16 στην Τουρκία μόνο υπό την προϋπόθεση ότι το Κοινοβούλιό της θα συμφωνήσει στην ένταξη τόσο της Σουηδίας όσο και της Φιλανδίας στο ΝΑΤΟ».

Στο σημείο αυτό αξίζει να σημειωθεί ότι η αμερικανική κυβέρνηση λαμβάνοντας υπόψιν τις εντάσεις που διατυπώθηκαν δεν έχει αποστείλει ακόμα στο Κογκρέσο το επίσημο αίτημα για την έγκριση της πώλησης και της αναβάθμισης των F-16. Όπως αναγνωρίζεται στην έκθεση, «οι ανησυχίες των ηγετών της επιτροπής του Κογκρέσου σχετικά με μια πιθανή πώληση F-16 – είτε συνδέεται είτε όχι με την ένταξη τόσο της Σουηδίας όσο και της Φιλανδίας στο ΝΑΤΟ – ενδέχεται να συνεχιστούν μετά τις τουρκικές εκλογές που έχουν προγραμματιστεί για τον Μάιο του 2023».

Ωστόσο, διατυπώνεται η εκτίμηση ότι σε κάποιο σημείο ο Λευκός Οίκος ενδέχεται να κληθεί να λύσει το γόρδιο δεσμό για τα F-16, είτε προσφέροντας λύσεις στα ζήτημα που έχουν εγείρει οι βουλευτές και οι γερουσιαστές είτε παρακάμπτοντας τις ανησυχίες τους και στέλνοντας την επίσημη ειδοποίηση για την πώληση των μαχητικών.

«Για τις περισσότερες πιθανές μεγάλες πωλήσεις όπλων που απαιτούν εξέταση από το Κογκρέσο, το Στέιτ Ντιπάρτμεντ παρέχει πρώτα άτυπη ειδοποίηση στην Επιτροπή Εξωτερικών Σχέσεων της Γερουσίας και στην Επιτροπή Εξωτερικών Υποθέσεων της Βουλής, επιτρέποντας μια εμπιστευτική διαδικασία στην οποία οι επιτροπές μπορούν να εγείρουν και να συζητούν ανησυχίες με την εκτελεστική εξουσία.

Αυτή η διαδικασία διαρκεί συνήθως 20 έως 40 ημέρες, ακολουθούμενη από την επίσημη ειδοποίηση για την πιθανή πώληση. Ωστόσο, εάν ένας πρόεδρος της επιτροπής ή ένα επικεφαλής της μειοψηφίας βάλει την προτεινόμενη συναλλαγή σε «αναμονή» (hold), τότε η επίσημη ειδοποίηση συνήθως δεν προχωρά, παρόλο που εν λόγω «αναμονή» δεν έχει νομικά δεσμευτικό χαρακτήρα.

Σύμφωνα με τον Νόμο περί Ελέγχου Εξαγωγών Όπλων, η κυβέρνηση μπορεί να προχωρήσει σε πώληση — εάν δεν έχει υπάρξει σχετική απαγορευτική νομοθεσία — 15 ημέρες (για συμμάχους του ΝΑΤΟ όπως η Τουρκία) μετά την επίσημη ειδοποίηση».

«Η νομοθεσία και η εποπτεία του Κογκρέσου έχουν βοηθήσει στη διαμόρφωση της αμυντικής συνεργασίας ΗΠΑ-Τουρκίας για δεκαετίες. Το Κογκρέσο έθεσε εμπάργκο όπλων στην Τουρκία από το 1975 έως το 1978, μετά την Κυπριακή σύγκρουση του 1974. Έκτοτε, η Τουρκία έχει επικεντρωθεί περισσότερο στην ανάπτυξη της αμυντικής της βιομηχανίας και στο πλαίσιο αυτού του σκοπού, ένας από τους στόχους που είχαν οι τουρκικές αγορές όπλων από τις Ηνωμένες Πολιτείες και άλλους ξένους προμηθευτές ήταν η απόκτηση τεχνολογίας που θα βοηθούσε τη μελλοντική εγχώρια αμυντική παραγωγή.

Τα τελευταία 15 χρόνια, μια σειρά από προτεινόμενες μεταφορές όπλων των ΗΠΑ στην Τουρκία είτε έχουν σταματήσει είτε φέρονται από δημοσιεύματα να έχουν τοποθετηθεί σε καθεστώς αναμονής (hold).

Αφού η Τουρκία απέκτησε ένα αμυντικό σύστημα εδάφους-αέρος S-400 από τη Ρωσία, η κυβέρνηση Τραμπ αφαίρεσε την Τουρκία από το πρόγραμμα F-35 Joint Strike Fighter (επικαλούμενη ανησυχίες για πιθανή ρωσική χρήση των S-400 για τη συλλογή πληροφοριών για τα F-35) και επέβαλε κυρώσεις που εγκρίθηκαν από το Κογκρέσο στην Τουρκία. Η ενότητα 1245 του νομοσχεδίου για τον αμυντικό προϋπολογισμό (NDAA) για το δημοσιονομικό έτος 2020 απαγορεύει τη χρηματοδότηση της μεταφοράς F-35 στην Τουρκία εκτός και εάν η Τουρκία σταματήσει να διαθέτει τους S-400».

«Λίγο μετά την εισβολή της Ρωσίας στην Ουκρανία το 2022, μια επιστολή του Στέιτ Ντιπάρτμεντ προς ορισμένα μέλη του Κογκρέσου φέρεται να ανέφερε ότι υπήρχαν «επιτακτικά και μακροπρόθεσμα συμφέροντα που έχουν να κάνουν με την ενότητα και τις (αμυντικές) δυνατότητες του ΝΑΤΟ, καθώς και με τα συμφέροντα εθνικής ασφάλειας των ΗΠΑ αλλά και με τα οικονομικά και εμπορικά (συμφέροντα) τα οποία υποστηρίζονται από τους κατάλληλους αμυντικούς εμπορικούς δεσμούς μεταξύ των ΗΠΑ και της Τουρκίας». Ενώ η Τουρκία ενήργησε πιο ανεξάρτητα από τη Δύση υπό τον Ερντογάν, έχει τον δεύτερο μεγαλύτερο στρατό του ΝΑΤΟ, φιλοξενεί συμμαχικά στρατιωτικά μέσα και προσωπικό και συνεργάζεται με άλλους τρόπους με τις Ηνωμένες Πολιτείες και το ΝΑΤΟ, συμπεριλαμβανομένης της χρήσης F-16 σε περιστασιακές αποστολές αστυνόμευσης.

Αμερικανοί αξιωματούχοι εξέφρασαν την εκτίμησή τους για τις τουρκικές ενέργειες που φαίνονται ευνοϊκές για την Ουκρανία. Η Τουρκία κατήγγειλε την εισβολή της Ρωσίας, έκλεισε τα στενά του Βοσπόρου και των Δαρδανελίων σε πολεμικά πλοία, βοήθησε στη δημιουργία ενός διαδρόμου στη Μαύρη Θάλασσα για τις εξαγωγές ουκρανικών σιτηρών και χρησίμευσε ως διαμετακομιστικός κόμβος για φυσικό αέριο στην Ευρώπη και προμήθευσε την Ουκρανία με στρατιωτικό εξοπλισμό.

Ωστόσο, η Τουρκία έχει επίσης ενισχύσει διάφορες μορφές οικονομικής και ενεργειακής συνεργασίας με τη Ρωσία. Στις αρχές του 2023, Αμερικανοί αξιωματούχοι έχουν προειδοποιήσει τους ομολόγους τους στην Τουρκία (και σε ορισμένες χώρες εκτός ΝΑΤΟ) για πιθανές κυρώσεις σε επιχειρήσεις που συνεχίζουν το εμπόριο δυνητικά προμηθεύοντας την αμυντική βιομηχανία της Ρωσίας. Σύμφωνα με πληροφορίες, η Τουρκία άρχισε τον Μάρτιο του 2023 να επιβάλλει περιορισμούς στη διέλευση αγαθών, τα οποία υπόκεινται σε δυτικές κυρώσεις, από το έδαφος της προς τη Ρωσία».

«Μέσα σε ένα πλαίσιο ισχυρής υποστήριξης του Κογκρέσου για την ένταξη της Σουηδίας και της Φινλανδίας στο ΝΑΤΟ, ορισμένα μέλη υποστηρίζουν ότι οι τουρκικές καθυστερήσεις στο θέμα έχουν απειλήσει την ενότητα της συμμαχίας. Το τουρκικό κοινοβούλιο επικύρωσε το πρωτόκολλο ένταξης για τη Φινλανδία τον Μάρτιο του 2023, αλλά δεν είναι σαφές εάν και πότε μπορεί να προχωρήσει η επικύρωση για την ένταξη της Σουηδίας (η Ουγγαρία επίσης δεν έχει εγκρίνει την ένταξη της Σουηδίας μέχρι τα τέλη του Μαρτίου). Τούρκοι αξιωματούχοι φαίνονται δυσαρεστημένοι με τα βήματα που έχει λάβει η Σουηδία μέχρι σήμερα εναντίον αυτών που η Τουρκία θεωρεί τρομοκράτες. Η κυβέρνηση της Σουηδίας πρότεινε νέα αντιτρομοκρατική νομοθεσία, η οποία ελπίζει ότι θα εγκριθεί από το κοινοβούλιο της εγκαίρως για να τεθεί σε ισχύ στις αρχές Ιουνίου. Ο Γενικός Γραμματέας του ΝΑΤΟ, Γενς Στόλτενμπεργκ, δήλωσε ότι στοχεύει να έχει ολοκληρώσει την ένταξη της Σουηδίας και της Φιλανδίας στη συμμαχία μέχρι τη σύνοδο κορυφής του Ιουλίου 2023».

«Οι περιφερειακές διαμάχες της Τουρκίας με την Ελλάδα αποτελούν επίσης ένα παράγοντα (που λαμβάνει υπόψιν) το Κογκρέσο. Οι μεταφορές αμερικανικών όπλων θα μπορούσαν να επηρεάσουν την ισορροπία δυνάμεων μεταξύ Τουρκίας και Ελλάδας. Η συνεργασία ΗΠΑ-Ελλάδας έχει επεκταθεί και, σύμφωνα με πληροφορίες, η κυβέρνηση ενημέρωσε ανεπίσημα το Κογκρέσο για τη πιθανή πώληση έως και 40 F-35 στην Ελλάδα ταυτόχρονα με την άτυπη ειδοποίηση για τα F-16 της Τουρκίας. Επιπλέον, η κοινή επεξηγηματική δήλωση που συνοδεύει το Νομοσχέδιο για τον Αμυντικό Προϋπολογισμό (NDAA) του δημοσιονομικού έτους 2024 προειδοποιεί τους νατοϊκούς συμμάχους ενάντια στις «μη εξουσιοδοτημένες εδαφικές υπερπτήσεις του εναέριου χώρου άλλου συμμάχου του ΝΑΤΟ».

Στην έκθεση παραλαμβάνεται η εκτίμηση ότι τα διάφορα εκλογικά σενάρια θα μπορούσαν να οδηγήσουν σε διαφορετική στάση του Κογκρέσου υπό την προϋπόθεση ότι οι νέοι πολιτικοί συσχετισμοί που θα προκύψουν στη γειτονική χώρα θα επιτρέψουν την αλλαγή πολιτικής πλεύσης στα βασικά θέματα που απασχολούν τους Αμερικανούς νομοθέτες.

«Οι εγχώριες παραβιάσεις στην Τουρκία είναι ένα άλλο θέμα. Πολλοί Αμερικανοί νομοθέτες έχουν υποστηρίξει ότι η “κατάφορη παραβίαση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και η δημοκρατική οπισθοδρόμηση” σημειώθηκαν υπό την ηγεσία του προέδρου Ερντογάν και του κόμματός του Δικαιοσύνης και Ανάπτυξης. Οι πολύ αμφιλεγόμενες τουρκικές προεδρικές και κοινοβουλευτικές εκλογές έχουν προγραμματιστεί για τις 14 Μαΐου 2023 (με επαναληπτικούς προεδρικούς γύρους δύο εβδομάδες αργότερα, εάν χρειαστεί). Τον Μάρτιο του 2023, ένας “συνασπισμός των έξι κομμάτων” πρότεινε τον Κεμάλ Κιλιτσντάρογλου, τον κύριο ηγέτη της αντιπολίτευσης στην Τουρκία από το 2010, ως υποψήφιο για την προεδρία. Κάποιες πρώιμες δημοσκοπήσεις δείχνουν ότι ο Κιλιτσντάρογλου μπορεί να ωφεληθεί στην προεδρική κούρσα από τον αντίκτυπο των καταστροφικών σεισμών της 6ης Φεβρουαρίου και την προβληματική οικονομία, παρά τα ερωτηματικά που παραμένουν σχετικά με το πόσο δυνατός υποψήφιος είναι και με την ενότητα του “συνασπισμού των έξι κομμάτων”. Τα διαφορετικά εκλογικά σενάρια θα μπορούσαν να επηρεάσουν τις εκτιμήσεις του Κογκρέσου, αναλόγως με το πως οι αλλαγές στην τουρκική ηγεσία ή το τέλος του εκλογικού κύκλου θα επηρέαζε τις τουρκικές πολιτικές που συνδέονται με το θέμα των F-16, συμπεριλαμβανομένης της ένταξης της Σουηδίας στο ΝΑΤΟ».

«Οι ενέργειες του Κογκρέσου σε μια πιθανή πώληση των F-16 θα μπορούσαν να επηρεάσουν το εάν η Τουρκία θα συνεχίσει να χρησιμοποιεί μεγάλα αμερικανικά αμυντικά συστήματα και άλλες πτυχές των πολιτικών και στρατιωτικών δεσμών των ΗΠΑ με την Τουρκία. Η Τουρκία φέρεται να διερευνά τα Eurofighter Typhoons ως πιθανή εναλλακτική λύση στα F-16, αλλά δεν είναι σαφές εάν η Γερμανία θα εγκρίνει μια τέτοια πώληση. Επιπλέον, η τουρκική αεροπορία θα μπορούσε να αντιμετωπίσει δυσκολίες προσαρμογής σε ένα σύστημα που βρίσκεται εκτός των F-16, περιπλέκοντας έτσι πιθανώς τις εναλλακτικές λύσεις. Επιπλέον, οι μεταφορές ευρωπαϊκών όπλων στην Τουρκία θα μπορούσαν να υπόκεινται στη (ίδια) διαδικασία έγκρισης από το Κογκρέσο, εάν αυτά τα (ευρωπαϊκά) όπλα περιλαμβάνουν εξαρτήματα αμερικανικής προέλευσης τα οποία απαιτούν έγκριση (του Κογκρέσου)».

Πηγή: ΑΠΕ-ΜΠΕ, Καθημερινή

Ο Σταύρος Καλεντερίδης, ξεκίνησε τις σπουδές του στην Αθήνα, σπουδάζοντας Πολιτική Επιστήμη στο Εθνικό Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών. Έπειτα από τέσσερα χρόνια συμμετοχής στα φοιτητικά όργανα συνδιοίκησης της σχολής του και σε διάφορες οργανώσεις νέων, αποφάσισε να συνεχίσει τις σπουδές του στο εξωτερικό. Στη Βοστόνη των Η.Π.Α. ολοκλήρωσε δύο μεταπτυχιακά προγράμματα, στις Διεθνείς Σχέσεις (Αμερικανική εξωτερική πολιτική) και στην Επικοινωνία (Πολιτική Επικοινωνία), ενώ παράλληλα εργάστηκε στο Ελληνικό Προξενείο της Βοστόνης, στη σχολή του ως βοηθός έρευνας και σε δύο πολιτικές καμπάνιες Αμερικανών πολιτικών (Δημοκρατικών – Ρεπουμπλικάνων). Μετά από τρία χρόνια στις Η.Π.Α., άκουσε το κάλεσμα της πατρίδας του και επέστρεψε πίσω με μεγάλο πόθο για προσφορά στην Ελλάδα. Υπήρξε ιδρυτικό μέλος δύο κοινωφελών οργανισμών, του δέλτα – πολιτική επανάσταση (πολιτικός οργανισμός) και της Λεοντίδας (ίδρυμα προώθησης θεμάτων ιστορίας, πολιτισμού και δημοκρατίας). Σήμερα ζει και εργάζεται στην Αθήνα, ασχολείται με διάφορα εγχειρήματα πολιτικής διπλωματίας και δημοκρατίας, γράφει πολιτικά άρθρα, σχολιάζει την επικαιρότητα και συνεχίζει την προσωπική του μελέτη στην ιστορία και την πολιτική φιλοσοφία.

Συνέχεια ανάγνωσης

Διεθνή

Προειδοποίηση της Ελβετίας: Το υψηλό ευρωπαϊκό χρέος θα μπορούσε να πυροδοτήσει μια κρίση του ευρώ

Τα αυξανόμενα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη και πέραν αυτής εγκυμονούν κινδύνους για την οικονομική σταθερότητα και θα μπορούσαν να πυροδοτήσουν μια κρίση του ευρώ, δήλωσε την Παρασκευή η Ελβετίδα υπουργός Οικονομικών, Κάριν Κέλερ-Σούτερ.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Τα αυξανόμενα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη και πέραν αυτής εγκυμονούν κινδύνους για την οικονομική σταθερότητα και θα μπορούσαν να πυροδοτήσουν μια κρίση του ευρώ, δήλωσε την Παρασκευή η Ελβετίδα υπουργός Οικονομικών, Κάριν Κέλερ-Σούτερ.

Μιλώντας στον ελβετικό δημόσιο ραδιοτηλεοπτικό φορέα SRF, στην Μπανγκόκ —στο περιθώριο των ετήσιων συναντήσεων του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου και της Παγκόσμιας Τράπεζας—, η Κέλερ-Σούτερ ανέφερε ότι και οι τιμές της ενέργειας εντείνουν τις ανησυχίες μεταξύ των υπευθύνων χάραξης πολιτικής.

Η Ελβετία διαθέτει ένα από τα χαμηλότερα επίπεδα δημόσιου χρέους στην Ευρώπη, ωστόσο η Κέλερ-Σούτερ τόνισε ότι, στο τρέχον περιβάλλον, είναι σημαντικό να εξετάζεται η ευρύτερη εικόνα.

«Είμαστε τόσο στενά διασυνδεδεμένοι σε διεθνές επίπεδο, ώστε καθιστάμεθα επίσης ευάλωτοι, για παράδειγμα, στην περίπτωση που προκύψει κρίση χρέους εξαιτίας του δημόσιου χρέους μεγάλων χωρών. Σκέφτομαι συγκεκριμένα τις Ηνωμένες Πολιτείες, αλλά και την Ευρώπη. Υπάρχει η περίπτωση της Γαλλίας — κάτι που θα μπορούσε να οδηγήσει σε κρίση του ευρώ», δήλωσε η Κέλερ-Σούτερ στο δίκτυο SRF.

Το δημόσιο χρέος της Γαλλίας, τα δημοσιονομικά ελλείμματα και η υποτονική οικονομική ανάπτυξη έχουν εντείνει τις ανησυχίες για την κατάσταση των δημόσιων οικονομικών της, καθώς ο πολιτικός κατακερματισμός έχει καταστήσει πιο περίπλοκες τις προσπάθειες δημοσιονομικής εξυγίανσης.

 

Συνέχεια ανάγνωσης

Αναλύσεις

Η Κίνα βρίσκει δρόμο που παρακάμπτει το Πακιστάν – Ο διάδρομος Ουαχάν αλλάζει τις γεωπολιτικές ισορροπίες

Μία νέα οδική αρτηρία μήκους 121 χιλιομέτρων στο βορειοανατολικό Αφγανιστάν δημιουργεί τις προϋποθέσεις για απευθείας χερσαία σύνδεση με την Κίνα, χωρίς διέλευση από το Πακιστάν. Η ολοκλήρωση του δρόμου στον ιστορικό διάδρομο Ουαχάν αποκτά ιδιαίτερη γεωπολιτική σημασία, καθώς το Πεκίνο αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα ασφαλείας με τις επενδύσεις του στο Πακιστάν, ενώ η Καμπούλ επιδιώκει να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ.

Δημοσιεύτηκε

στις

από τον

Μία σημαντική εξέλιξη στις χερσαίες μεταφορές και στις γεωπολιτικές ισορροπίες της Κεντρικής Ασίας καταγράφεται στο Αφγανιστάν, με την ολοκλήρωση νέου δρόμου στον στρατηγικής σημασίας διάδρομο Ουαχάν.

Σύμφωνα με ανάλυση του Imran Khurshid που δημοσιεύθηκε στις 9 Οκτωβρίου 2026 στο Asia Times, οι αφγανικές αρχές εγκαινίασαν οδική διαδρομή 121 χιλιομέτρων, η οποία εκτείνεται από την περιοχή Μπρογκίλ έως τα σύνορα με την Κίνα, στην επαρχία Μπανταχσάν.

Το έργο κόστισε περίπου 365 εκατομμύρια αφγάνι, ποσό που αντιστοιχεί σε περίπου 5,5 εκατομμύρια δολάρια.

Κατά τις αφγανικές ανακοινώσεις, κατασκευάστηκε από ντόπιους μηχανικούς και εργαζομένους, χωρίς τη συμμετοχή ξένων τεχνικών συμβούλων.

Η νέα διαδρομή φθάνει στα σινοαφγανικά σύνορα. Αυτό, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι λειτουργεί ήδη πλήρης διεθνής εμπορευματικός διάδρομος, καθώς εξακολουθούν να υπάρχουν σημαντικοί τεχνικοί και συνοριακοί περιορισμοί.

Γιατί ο διάδρομος Ουαχάν έχει στρατηγική σημασία

Ο διάδρομος Ουαχάν αποτελεί μια στενή λωρίδα αφγανικού εδάφους ανάμεσα στο Τατζικιστάν, το Πακιστάν και την Κίνα.

Η γεωγραφική του διαμόρφωση συνδέεται με τον ανταγωνισμό της Βρετανικής και της Ρωσικής Αυτοκρατορίας κατά τον 19ο αιώνα.

Η περιοχή διατηρήθηκε ως ζώνη διαχωρισμού των δύο αυτοκρατορικών σφαιρών επιρροής, αποτελώντας ένα από τα χαρακτηριστικότερα γεωγραφικά κατάλοιπα του λεγόμενου «Μεγάλου Παιχνιδιού».

Σήμερα, η ίδια περιοχή αποκτά νέα σημασία, αυτή τη φορά λόγω της προσπάθειας σύνδεσης της Κίνας με το Αφγανιστάν και ευρύτερα με την Κεντρική Ασία.

Ο δρόμος ανοίγει τη δυνατότητα δημιουργίας μιας εναλλακτικής οδού μεταφορών, περιορίζοντας δυνητικά την ανάγκη διέλευσης από το πακιστανικό έδαφος.

Το πρόβλημα της Κίνας με τον οικονομικό διάδρομο CPEC

Το ενδιαφέρον της εξέλιξης εντοπίζεται κυρίως στην προσπάθεια του Πεκίνου να περιορίσει την εξάρτησή του από ευάλωτες υποδομές.

Ο Οικονομικός Διάδρομος Κίνας–Πακιστάν, γνωστός ως CPEC, αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα προγράμματα της κινεζικής πρωτοβουλίας Belt and Road.

Μέσω του συγκεκριμένου σχεδίου, η Κίνα επιχειρεί να ενισχύσει τις εμπορικές και ενεργειακές συνδέσεις της με τη Νότια Ασία και την Αραβική Θάλασσα.

Ωστόσο, η υλοποίηση των έργων έχει αντιμετωπίσει σοβαρές δυσκολίες.

Στην επαρχία Μπαλουχιστάν, οργανώσεις αυτονομιστών έχουν πραγματοποιήσει επανειλημμένες επιθέσεις εναντίον κινεζικών συμφερόντων, εγκαταστάσεων και εργαζομένων.

Οι επιθέσεις αυτές έχουν επιβαρύνει την ασφάλεια των υποδομών και έχουν αυξήσει το κόστος προστασίας των κινεζικών επενδύσεων.

Παράλληλα, έχουν διατυπωθεί καταγγελίες για καθυστερήσεις, κακοδιαχείριση και προβλήματα διαφάνειας σε επιμέρους προγράμματα του CPEC.

Η εδαφική διαμάχη με την Ινδία

Μια επιπλέον γεωπολιτική δυσκολία συνδέεται με τη διέλευση του CPEC από το Γκιλγκίτ–Μπαλτιστάν.

Η περιοχή διοικείται από το Πακιστάν, αλλά διεκδικείται από την Ινδία, στο πλαίσιο της ευρύτερης διαμάχης για το Κασμίρ.

Το Νέο Δελχί έχει αντιταχθεί επανειλημμένα σε έργα που διέρχονται από εδάφη τα οποία θεωρεί τμήμα της δικής του επικράτειας.

Αυτό σημαίνει ότι ο οικονομικός διάδρομος Κίνας–Πακιστάν δεν αποτελεί μόνο αναπτυξιακό πρόγραμμα, αλλά συνδέεται με μία από τις πιο ευαίσθητες εδαφικές αντιπαραθέσεις της Ασίας.

Η δημιουργία εναλλακτικών διαδρομών μέσω του Αφγανιστάν θα μπορούσε μακροπρόθεσμα να προσφέρει στο Πεκίνο μεγαλύτερη ευελιξία.

Δεν υπάρχει, πάντως, ένδειξη ότι ο δρόμος του Ουαχάν μπορεί σήμερα να αντικαταστήσει τις μεγάλες μεταφορικές υποδομές του CPEC.

Η Καμπούλ επιχειρεί να μειώσει την εξάρτησή της από το Ισλαμαμπάντ

Για την κυβέρνηση των Ταλιμπάν, το έργο έχει και μία σαφή πολιτική διάσταση.

Το Αφγανιστάν εξαρτάται σε σημαντικό βαθμό από συνοριακές διαβάσεις και μεταφορικούς άξονες που περνούν από το Πακιστάν.

Οι επανειλημμένες εντάσεις ανάμεσα στις δύο χώρες έχουν προκαλέσει κλείσιμο συνοριακών περασμάτων, διακοπές εμπορικών ροών και επιβάρυνση της αφγανικής οικονομίας.

Μια εναλλακτική χερσαία διέξοδος προς την Κίνα θα μπορούσε, εφόσον αναπτυχθεί και καταστεί λειτουργική, να μειώσει τη δυνατότητα του Πακιστάν να χρησιμοποιεί τη γεωγραφική του θέση ως μέσο πίεσης προς την Καμπούλ.

Η αφγανική πλευρά αντιμετωπίζει το έργο ως σημαντική υποδομή οικονομικής και στρατηγικής αυτονομίας.

Η στάση της Κίνας και της Ρωσίας

Παρά την προοπτική άμεσης σύνδεσης, το Πεκίνο δεν έχει εγκαταλείψει τον οικονομικό διάδρομο CPEC ούτε έχει ανακοινώσει ότι ο Ουαχάν θα τον αντικαταστήσει.

Η Κίνα εξακολουθεί να διατηρεί σημαντικά οικονομικά και στρατηγικά συμφέροντα στο Πακιστάν.

Αντίστοιχα, η Ρωσία ενδιαφέρεται για τη σταθερότητα του Αφγανιστάν και για την ανάπτυξη νέων δικτύων επικοινωνίας στην Κεντρική Ασία.

Η δημιουργία περισσότερων επιλογών διασύνδεσης ενδέχεται να περιορίσει την αποκλειστική σημασία ορισμένων παραδοσιακών μεταφορικών διαδρομών.

Η πραγματική αξία του Ουαχάν θα εξαρτηθεί από τη βελτίωση των οδικών υποδομών, τη λειτουργία συνοριακών και τελωνειακών εγκαταστάσεων, τις καιρικές συνθήκες και τις πολιτικές αποφάσεις της Κίνας.

Το μήνυμα προς το Πακιστάν

Η νέα διαδρομή αναδεικνύει μια σημαντική γεωπολιτική πραγματικότητα: η γεωγραφική θέση ενός κράτους προσφέρει στρατηγικά πλεονεκτήματα, αλλά η αξιοποίησή τους εξαρτάται από την ασφάλεια και την αξιοπιστία των μεταφορικών του δικτύων.

Το Πακιστάν εξακολουθεί να αποτελεί κρίσιμο εταίρο της Κίνας, ιδιαίτερα στο πλαίσιο του CPEC.

Ταυτόχρονα, όμως, η αστάθεια, οι επιθέσεις σε κινεζικά συμφέροντα και οι αντιπαραθέσεις με το Αφγανιστάν δημιουργούν κίνητρα αναζήτησης εναλλακτικών επιλογών.

Ο διάδρομος Ουαχάν δεν έχει ακόμη μετατραπεί σε μεγάλο εμπορικό πέρασμα. Η κατασκευή του δρόμου, ωστόσο, καταδεικνύει ότι το Αφγανιστάν επιχειρεί να αποκτήσει πρόσθετες διεθνείς συνδέσεις και ότι η αποκλειστική εξάρτηση από το Πακιστάν δεν αποτελεί πλέον τη μοναδική γεωγραφική επιλογή.

Για το Ισλαμαμπάντ, η εξέλιξη αποτελεί μια νέα στρατηγική παράμετρο που θα πρέπει να συνυπολογίσει στις σχέσεις του με το Πεκίνο και την Καμπούλ.

Συνέχεια ανάγνωσης

Διεθνή

Γερμανία: Το ρωσικό φυσικό αέριο επιστρέφει έμμεσα μέσω των λιπασμάτων, παρά τους ευρωπαϊκούς δασμούς

Δημοσιεύτηκε

στις

Οι εισαγωγές ρωσικών αζωτούχων λιπασμάτων μειώθηκαν κατά 66% το 2025-2026, αλλά παραμένουν 53% υψηλότερες από τα επίπεδα πριν από τον πόλεμο στην Ουκρανία.

Το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία διατηρεί ανταγωνιστικά τα ρωσικά προϊόντα, σύμφωνα με στοιχεία που δημοσίευσε η Berliner Zeitung. Η Γερμανία εξακολουθεί να συνδέεται εμπορικά με το ρωσικό φυσικό αέριο, παρά τις ευρωπαϊκές προσπάθειες περιορισμού της ενεργειακής εξάρτησης από τη Μόσχα.

Αυτή τη φορά, η σύνδεση δεν αφορά αποκλειστικά την άμεση προμήθεια φυσικού αερίου, αλλά τις εισαγωγές λιπασμάτων που παράγονται με τη χρήση ρωσικού αερίου ως πρώτης ύλης και πηγής ενέργειας. Σύμφωνα με δημοσίευμα της γερμανικής εφημερίδας, που βασίζεται σε στοιχεία του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου και του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι εισαγωγές αζώτου μέσω ρωσικών λιπασμάτων μειώθηκαν σημαντικά κατά το 2025-2026. Ωστόσο, εξακολουθούν να βρίσκονται πάνω από τα επίπεδα που καταγράφονταν πριν από τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία.

Τα στοιχεία των εισαγωγών και η σύγκριση με την προπολεμική περίοδο

Το 2025-2026, η Γερμανία εισήγαγε 48.800 τόνους αζώτου μέσω λιπασμάτων ρωσικής προέλευσης. Η ποσότητα αυτή είναι μειωμένη κατά περίπου 66% σε σύγκριση με το προηγούμενο έτος, αλλά παραμένει κατά 53% υψηλότερη από τους 31.800 τόνους που είχαν καταγραφεί το 2020-2021, πριν από τον πόλεμο.

Η εξέλιξη των εισαγωγών δείχνει πόσο έντονη ήταν η αύξηση μετά το 2022. Το 2021-2022 οι εισαγωγές έφτασαν τους 56.800 τόνους αζώτου, ενώ το 2022-2023 εκτοξεύθηκαν στους 185.100 τόνους. Στη συνέχεια καταγράφηκαν 140.200 τόνοι το 2023-2024 και 143.800 τόνοι το 2024-2025, προτού σημειωθεί η μεγάλη υποχώρηση της τελευταίας περιόδου. Τα στοιχεία αφορούν την ποσότητα του αζώτου που περιέχεται στα εισαγόμενα λιπάσματα και όχι το συνολικό βάρος των προϊόντων.

Τα λιπασματικά έτη υπολογίζονται από τον Ιούλιο έως τον Ιούνιο. Η ποσότητα αζώτου που εισήχθη στη Γερμανία μέσω ρωσικής ουρίας μειώθηκε από 71.600 τόνους σε 27.600 τόνους, καταγράφοντας πτώση άνω του 61%. Παρά τη μείωση, η ποσότητα εξακολουθεί να είναι σχεδόν τριπλάσια από τους 9.900 τόνους του 2020-2021. Η συγκεκριμένη εξέλιξη αναδεικνύει το βασικό πρόβλημα της ευρωπαϊκής πολιτικής περιορισμού των εμπορικών δεσμών με τη Ρωσία. Ακόμη και όταν περιορίζονται οι εισαγωγές συγκεκριμένων προϊόντων, οι οικονομικές σχέσεις μπορούν να διατηρούνται μέσω άλλων κατηγοριών αγαθών, ιδιαίτερα όταν αυτά έχουν χαμηλότερο κόστος παραγωγής.

Γιατί οι ρωσικές εισαγωγές παραμένουν ανταγωνιστικές

Καθοριστικός παράγοντας είναι το υψηλό ενεργειακό κόστος στη Γερμανία και στην υπόλοιπη Ευρώπη. Η παραγωγή αζωτούχων λιπασμάτων απαιτεί μεγάλες ποσότητες φυσικού αερίου, το οποίο χρησιμοποιείται τόσο ως πρώτη ύλη όσο και ως πηγή ενέργειας. Σύμφωνα με τον Σύνδεσμο Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA), οι ευρωπαϊκοί δασμοί, που τέθηκαν σε ισχύ τον Ιούλιο του 2025, περιόρισαν σημαντικά τις εισαγωγές ρωσικών λιπασμάτων. Ωστόσο, δεν εξάλειψαν το ανταγωνιστικό πλεονέκτημα των ρωσικών προϊόντων. Ο σύνδεσμος επισημαίνει ότι οι υψηλές τιμές ενέργειας δυσκολεύουν τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις να αυξήσουν την εγχώρια παραγωγή και να καλύψουν μεγαλύτερο μέρος των αναγκών της αγοράς. Ως αποτέλεσμα, τα ρωσικά λιπάσματα εξακολουθούν να παραμένουν ελκυστικά, ακόμη και μετά την επιβολή πρόσθετων δασμών.

Παράλληλα, σύμφωνα με τον IVA, είναι πιθανό ορισμένες ποσότητες ρωσικών προϊόντων να φτάνουν στη γερμανική αγορά μέσω άλλων κρατών-μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το μέγεθος αυτών των έμμεσων εισαγωγών, ωστόσο, δεν μπορεί να προσδιοριστεί με ακρίβεια από τα διαθέσιμα στοιχεία.

Δεν αποδίδονται οι αυξήσεις των τιμών αποκλειστικά στους δασμούς

Το ζήτημα έχει άμεση σημασία για τους Γερμανούς αγρότες, καθώς το κόστος των λιπασμάτων επηρεάζει την παραγωγή και, τελικά, την οικονομική βιωσιμότητα των καλλιεργειών. Ο IVA υποστηρίζει ότι η μείωση των ρωσικών εισαγωγών δεν έχει προκαλέσει μέχρι στιγμής σαφή αύξηση των τιμών εξαιτίας των δασμών. Σύμφωνα με τον σύνδεσμο, η εγχώρια παραγωγική δυναμικότητα και οι εισαγωγές από άλλες χώρες, μεταξύ των οποίων η Αίγυπτος, επαρκούν για την κάλυψη των αναγκών της αγοράς. Την ίδια στιγμή, ο σύνδεσμος αποδίδει τις υψηλές τιμές των λιπασμάτων το 2026 στις διεθνείς ενεργειακές αναταράξεις, στον πόλεμο με το Ιράν και στην κρίση γύρω από τα Στενά του Ορμούζ, παράγοντες που επηρεάζουν το κόστος μεταφοράς και τις παγκόσμιες τιμές ενέργειας και λιπασμάτων.

Οι εκτιμήσεις αυτές αποτελούν τις θέσεις του κλαδικού συνδέσμου και δεν συνιστούν από μόνες τους ανεξάρτητη αξιολόγηση όλων των παραγόντων που διαμορφώνουν τις τιμές.

Νέες πιέσεις για περιορισμό των ρωσικών εισαγωγών

Με αφορμή τα στοιχεία, ο IVA ζητά να εξεταστεί η επιβολή πρόσθετων δασμών στις εισαγωγές καλιούχων λιπασμάτων από τη Ρωσία και τη Λευκορωσία. Το κάλιο αποτελεί βασικό θρεπτικό στοιχείο για τις καλλιέργειες και αντιπροσωπεύει μια ακόμη κατηγορία προϊόντων στην οποία η ευρωπαϊκή αγορά διατηρεί εμπορικές σχέσεις με τις δύο χώρες.

Ο σύνδεσμος εκτιμά ότι η ευρωπαϊκή βιομηχανία μπορεί να καλύψει τις ανάγκες της γεωργίας χωρίς να εξαρτάται από τις συγκεκριμένες εισαγωγές και υποστηρίζει ότι πρόσθετοι δασμοί δεν θα πρέπει να οδηγήσουν αναγκαστικά σε αυξήσεις τιμών. Η συζήτηση, ωστόσο, αποτυπώνει το ευρύτερο δίλημμα της ευρωπαϊκής οικονομικής πολιτικής. Η μείωση της εξάρτησης από τη Ρωσία απαιτεί όχι μόνο εμπορικούς περιορισμούς, αλλά και ανταγωνιστική εγχώρια παραγωγή, προσιτό ενεργειακό κόστος και εναλλακτικές πηγές προμήθειας.

Τα δεδομένα της γερμανικής αγοράς δείχνουν ότι οι δασμοί μπορούν να περιορίσουν σημαντικά τις εισαγωγές, χωρίς όμως να εξαλείψουν αυτομάτως τις οικονομικές σχέσεις που στηρίζονται σε διαφορές κόστους παραγωγής. Για τη Γερμανία και την Ευρωπαϊκή Ένωση, η πρόκληση παραμένει η εξισορρόπηση τριών στόχων: της ενεργειακής και οικονομικής ασφάλειας, της στήριξης της εγχώριας βιομηχανίας και της διατήρησης προσιτού κόστους για τον αγροτικό τομέα.

Με πληροφορίες του Συνδέσμου Αγροτικής Βιομηχανίας (IVA) και του Γερμανικού Ομοσπονδιακού Στατιστικού Γραφείου.

Συνέχεια ανάγνωσης

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ

Αναλύσεις20 λεπτά πριν

Από τη Σαρία στην Ατομική Ελευθερία; Η Αλλαγή που Συντελείται στη Μέση Ανατολή

Μεταξύ 2000 και 2020, επέβλεψα μια σειρά ερευνών στη Μέση Ανατολή, πραγματοποιώντας προσωπικές συνεντεύξεις με αντιπροσωπευτικά δείγματα πληθυσμού σε πέντε...

Αναλύσεις50 λεπτά πριν

FT: Πώς υπνοβατούμε προς τον Γ΄ Παγκόσμιο Πόλεμο!

Το αεροδρόμιο του Ριάντ κλείνει έπειτα από φονικές πυραυλικές επιθέσεις. Ρωσία – Ουκρανία ανταλλάσσουν πολύνεκρα πλήγματα. Η Πολωνία προειδοποιεί για...

Newsroom1 ώρα πριν

Project Bromo: Η Ευρώπη επιταχύνει τη δημιουργία διαστημικού γίγαντα απέναντι στη SpaceX

Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή επιδιώκει να επιταχύνει την αντιμονοπωλιακή αξιολόγηση της συμφωνίας μεταξύ Airbus, Thales και Leonardo. Ο νέος όμιλος, με...

Αναλύσεις1 ώρα πριν

350 Δισ. Δολάρια στην Αμερική: Η Νότια Κορέα ενεργοποιεί τη μεγαλύτερη στρατηγική επένδυση της συμμαχίας τους

Καθώς στη Σεούλ διατυπώνονται επικρίσεις σχετικά με τους κινδύνους και την εποπτεία των επενδύσεων αυτών, ενώ οι ενδιάμεσες εκλογές στις...

Αναλύσεις2 ώρες πριν

«Εδώ αρμόδιος είμαι εγώ»: Η τουρκική υστερία για τις NAVTEX και το ευρωπαϊκό πλέγμα προστασίας του GSI

Ως νέα αναμέτρηση για τον έλεγχο της Ανατολικής Μεσογείου παρουσιάζει ο τουρκικός Τύπος την αντιπαράθεση Ελλάδας και Τουρκίας με αφορμή...

Δημοφιλή